ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 1
Irénée Hausherr, S.J., “Les grands courants de la spiritualité orientale”, in: Orientalia Christiana Periodica 1 (1935), S. 114–138.
Ο Irénée Hausherr, S.J. ήταν Γάλλος Ιησουίτης, αλσατικής καταγωγής, και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ανατολικής χριστιανικής πνευματικότητας. Γεννήθηκε στο Eguisheim της Αλσατίας και πέθανε στο Colmar· υπάρχει μικρή ασυμφωνία στις δευτερεύουσες πηγές για το έτος γέννησης, αλλά συνήθως αναφέρεται το 1891.
Δίδαξε από το 1927 στο Ποντιφικό Ανατολικό Ινστιτούτο στη Ρώμη και έγινε καθηγητής χριστιανικής πνευματικότητας και πατρολογίας. Θεωρείται από τους θεμελιωτές της επιστημονικής μελέτης της πνευματικότητας της χριστιανικής Ανατολής στη Δύση· το έργο του συνέχισε ο Tomáš Špidlík.
Τα βασικά του ενδιαφέροντα ήταν ο Ευάγριος Ποντικός, ο Μάξιμος Ομολογητής, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο ησυχασμός, η προσευχή, η πνευματική καθοδήγηση, το πένθος / κατάνυξη και η φιλαυτία. Γνώριζε πολλές γλώσσες, μεταξύ των οποίων ελληνικά, συριακά, αρμενικά, αραβικά, ρωσικά και σλαβικές γλώσσες.
Σημαντικά έργα του:
Penthos. La doctrine de la componction dans l’Orient chrétien — για την κατάνυξη στην Ανατολή.
Philautie. De la tendresse pour soi à la charité selon Saint Maxime le Confesseur — κλασική μελέτη για τη φιλαυτία στον Μάξιμο Ομολογητή.
Les leçons d’un contemplatif. Le traité de l’Oraison d’Évagre le Pontique — για την προσευχή στον Ευάγριο.
Direction spirituelle en Orient autrefois — για την πνευματική καθοδήγηση στην αρχαία Ανατολή.
Hésychasme et prière και Solitude et vie contemplative d’après l’Hésychasme — για τον ησυχασμό.
Ο σεβ. πατήρ M. Jugie γράφει πολύ σωστά, στο προοίμιο της πραγματείας περί της χάριτος στους Ορθοδόξους: Multam ad praesentem tractatum pertinentia vel in operibus nondum editis delitescunt, vel ex litteratura ascetica, mystica et homiletica etiam edita longo cum labore quaerenda essent, colligenda, logice ordinanda. Unde de praesenti materia novitatum explorandarum latum patere campum theologiae orientalis studiosis denuntiamus (Πολλά από όσα αφορούν την παρούσα πραγματεία είτε κρύβονται ακόμη σε ανέκδοτα έργα, είτε θα έπρεπε να αναζητηθούν, να συλλεχθούν και να διαταχθούν λογικά, με μεγάλο κόπο, μέσα από την ασκητική, μυστική και ομιλητική γραμματεία, ακόμη και την ήδη εκδεδομένη. Γι’ αυτό δηλώνουμε στους μελετητές της ανατολικής θεολογίας ότι, ως προς το παρόν θέμα, ανοίγεται ευρύ πεδίο για την αναζήτηση νέων στοιχείων.).1
Θα ήταν λοιπόν πολύ τολμηρό να θέλει κανείς να γράψει σήμερα μια ιστορία της ανατολικής πνευματικότητας (2): οι ασκητικές και μυστικές μελέτες έχουν παραμεληθεί υπερβολικά εδώ και αρκετούς αιώνες. Οι ασκητές, ακόμη κι όταν δεν δυσπιστούν ρητά απέναντι στην επιστήμη, τουλάχιστον δεν ενδιαφέρονται για τη θεωρία· και οι θεωρητικοί, οι καθαροί λόγιοι, ελάχιστα ασκούν την πνευματική ανάγνωση. Τι πιο δυσάρεστο από το να ακούει κανείς να του κηρύττουν αδιάκοπα τις πιο αυστηρές, τις πιο παράλογες αρετές: αυταπάρνηση, νέκρωση, αποδέσμευση, φυγή από τον κόσμο και από τον εαυτό του! Προσθέστε σε αυτό ότι η πλήξη γεννήθηκε κάποτε από την ομοιομορφία..., και αυτή η ημέρα, όταν ασχολείται κανείς με πνευματικούς συγγραφείς, είναι σχεδόν κάθε μέρα, τόσο πολύ επαναλαμβάνονται, αντιγράφουν και λογοκλέπτουν ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να προσθέτουν σε σκέψεις εκατό φορές διατυπωμένες τη γοητεία ενός προσωπικού και πρωτότυπου ύφους.
Monasticum est, non legitur —τέτοιο φαίνεται ότι υπήρξε για πολύ καιρό το σύνθημα των λογίων· και έπειτα, graecum est, syriacum est, armeniacum, russicum... est. Να γιατί το πεδίο παραμένει πλατιά ανοιχτό στις έρευνες. Και όμως, ποια ανθρώπινη δραστηριότητα θα έπρεπε να ξυπνά περισσότερο την περιέργειά μας από αυτές τις προσπάθειες των καλύτερων μεταξύ των ομοίων μας να φθάσουν τον Θεό; Στην πραγματικότητα, όταν κανείς νικήσει τις αρχικές απωθήσεις, όταν φθάσει να αντιληφθεί μέσα σε αυτές τις ξηρές σελίδες τους παλμούς της μεγαλύτερης από όλες τις αγάπες, όταν προπάντων αισθανθεί, με τη χάρη του Θεού, συντονισμένος με αυτά τα πνεύματα και αυτές τις καρδιές των ασκητών, καταλήγει να βρίσκει στη συναναστροφή τους μια απαράμιλλη γοητεία, παρά τη φτώχεια του ύφους τους και τις μακρηγορίες των αδιάκοπων επαναλήψεών τους.
(1) Διάλεξη που δόθηκε στο Ποντιφικό Ανατολικό Ινστιτούτο, στις 11 Μαρτίου 1934, με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να έχει κάποια χρησιμότητα.
(2) Theologia dogmatica christianorum orientalium, II, 725.
(3) Από τότε που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές, κυκλοφόρησε το βιβλίο του M. E. MERCIER, La Spiritualité byzantine, Paris 1933. Αλλά ήδη ο M. G. BARDY μάς διαβεβαιώνει —Vie Spirituelle, 1 Μαρτίου 1934, σ. 188— ότι όσοι θα αναζητούσαν εκεί μια ιστορία της βυζαντινής πνευματικότητας «θα απογοητεύονταν βαθύτατα». Σχετικά με τον τίτλο, οι λογικοί θα έλεγαν: fallacia in verbo· και για το ίδιο το έργο, πολύ συχνά, ignoratio elenchi.
Υπάρχουν ωστόσο πολλοί λόγιοι που θα έρχονταν ευχαρίστως στη μελέτη της βυζαντινής πνευματικότητας (1), έστω και μόνο για τον λόγο ότι, από όλους τους τομείς του βυζαντινισμού, αυτός είναι εκείνος που θα τους υποσχόταν ακόμη τις περισσότερες ανακαλύψεις. Αλλά η ανατολική ασκητική και μυστική λογοτεχνία τους δίνει την εντύπωση παρθένου δάσους, για την εξερεύνηση του οποίου δεν υπάρχουν ούτε μονοπάτια ούτε πυξίδα. Το να τολμήσει κανείς να μπει σε αυτό σημαίνει να διακινδυνεύσει να χαθεί μέσα του ή να βρεθεί, ύστερα από κοπιαστικές πορείες, στο σημείο εκκίνησης.
(1) Πολλοί έχουν ήδη στραφεί προς αυτόν τον τομέα, αλλά περισσότερο για φιλολογικά ζητήματα παρά για τις πνευματικές διδασκαλίες.
Στη Δύση διακρίθηκαν προσεκτικά —υπερβολικά προσεκτικά— οι σχολές πνευματικότητας, σύμφωνα, για παράδειγμα, με τα θρησκευτικά τάγματα· πράγμα πολύ βολικό, αν και αρκετά τεχνητό· ή σύμφωνα με τα έθνη, πράγμα ακόμη πιο τεχνητό, αλλά πάντοτε βολικό. Στην Ανατολή δεν υπάρχουν θρησκευτικά τάγματα· και αν τα έθνη διαφέρουν, οι εθνικισμοί τουλάχιστον δεν εισέβαλαν στην πνευματική διδασκαλία: οι μεγαλύτεροι πνευματικοί συγγραφείς, για τους Σύρους όπως και για τους Αρμενίους και για τους Ρώσους, υπήρξαν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι Έλληνες. Δεν μπορούμε λοιπόν να μεταφέρουμε στην Ανατολή τις υπερβολικά υλικές αρχές μας για τη διάκριση των σχολών.
Και όμως, εκτός αν αρνηθούμε κάθε εξέλιξη, κάθε ποικιλία, κάθε απόχρωση μέσα σε μια διδασκαλία που εκτείνεται σε δεκαοκτώ αιώνες και σε τρεις ηπείρους, πρέπει οπωσδήποτε να αναζητήσουμε μια αρχή διαφοροποίησης. Μια ιστορία χωρίς γεγονότα, μια ιστορία ιδεών χωρίς καινοτομίες και χωρίς συζητήσεις, είναι απουσία ιστορίας. Πού να βρεθεί αυτό το διακριτικό κριτήριο;
Αφού αποκλειστούν οι εξωτερικές περιστάσεις, δεν απομένει παρά ο εσωτερικός χαρακτήρας των διδασκαλιών. Ως πρακτική επιστήμη, η πνευματικότητα μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τον σκοπό που προτείνεται και ανάλογα με τα μέσα που συνιστώνται για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Αλλά δεν είναι ο σκοπός ο ίδιος για όλους; Βεβαίως, σε τελευταία ανάλυση. Μπορεί, ωστόσο, να παρουσιάζεται υπό διάφορες όψεις· και ο λόγος αυτής της ποικιλίας θα βρίσκεται στην ποικιλία των ψυχολογικών προϋποθέσεων. Ανάλογα με τη σύλληψη που θα έχει κανείς για την ανθρώπινη φύση, θα σχηματίσει μια ιδιαίτερη έννοια της ανθρώπινης τελειότητας. Αυτό φαίνεται να είναι ένα στέρεο οδηγητικό νήμα.
Δυστυχώς πολλοί πνευματικοί συγγραφείς δεν μπαίνουν στον κόπο να μας εκθέσουν την ανθρωπολογία τους, αν βέβαια έχουν οι ίδιοι σαφή επίγνωση αυτής. Θα χρειαστεί λοιπόν να τη μαντεύσουμε και, για να το κάνουμε αυτό, να αναχθούμε από τα ρητά τους λεγόμενα στις λογικές και ιστορικές προκείμενες, συχνά ασυνείδητες. Δεν θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι αυτό είναι πάντοτε εύκολο πράγμα. Όπως και να έχει, η πρώτη μας αρχή διάκρισης θα είναι η ιδιαίτερη μορφή που λαμβάνει, ανάλογα με τους συγγραφείς, ο σκοπός της πνευματικής ζωής: από εδώ προκύπτουν οι μεγάλες διαιρέσεις της πνευματικότητας· δευτερευόντως, η ποικιλία των μέσων που ορίζονται θα μας επέτρεπε να υποδείξουμε ορισμένες υποδιαιρέσεις μέσα στις σχολές που καθορίζονται με αυτόν τον τρόπο.
I.
Πρωτόγονη πνευματικότητα
Η πνευματικότητα είναι πρακτική επιστήμη. Πρέπει να προστεθεί: η πράξη προηγήθηκε της επιστήμης, με την τεχνική έννοια αυτής της λέξης. Δεν υπάρχει οργανωμένη επιστήμη χωρίς φιλοσοφία. Επομένως, όσο δεν βρέθηκαν φιλόσοφοι που να προσπαθήσουν να χύσουν τη χριστιανική αποκάλυψη στο καλούπι ενός συστήματος, οι χριστιανοί πίστευαν και ζούσαν την πίστη τους μέσα στην απλότητα της υπακοής στη μόνη ευαγγελική παράδοση.
Η περίοδος αυτή διήρκεσε περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με τις περιοχές. Στις ελληνόφωνες χώρες δεν μπορούσε σχεδόν να παραγάγει πολλά πνευματικά συγγράμματα. Ο ελληνισμός διαπότιζε τόσο πολύ τα πνεύματα με φιλοσοφία, ώστε ήδη από τα μέσα του δεύτερου αιώνα έχουμε να κάνουμε με τον Ιουστίνο τον φιλόσοφο· και λίγο αργότερα αρχίζει με τον Κλήμη Αλεξανδρείας η θεωρητική θεολογία. Όσο σύντομη κι αν είναι αυτή η περίοδος —μόλις ένας αιώνας—, μας άφησε επαρκή τεκμήρια ώστε να μας επιτρέψει να δούμε καθαρά τα μεγάλα χαρακτηριστικά της πρωτόγονης πνευματικότητας.
Πριν από όλα, στο κέντρο των πάντων: ο Χριστός· και έπειτα η ένωση με τον Χριστό διά της Εκκλησίας, του μυστικού του σώματος. Ο Ιγνάτιος, ο Πολύκαρπος, ο Κλήμης Ρώμης, η Διδαχή συμφωνούν σε αυτά τα σημεία. Και με κοινή επίσης συμφωνία συνάγουν από αυτά την αναγκαιότητα της αδελφικής αγάπης, σημείου της ανήκουσας σχέσης προς τον Χριστό διά της Εκκλησίας. Συνιστάται ακόμη με επιμονή η απλότητα, δηλαδή η ευθύτητα μιας απλής και ισχυρής ψυχής, που δόθηκε στον Θεό με όλη της την καρδιά, με όλη της τη σκέψη (1).
Όσο για τα μυστικά χαρίσματα, αφθονούν· αλλά δεν παρουσιάζονται ως απόδειξη τελειότητας. Δεν γράφει ο άγιος Ιγνάτιος: «Εγώ ο ίδιος, αν και είμαι ο δέσμιος του Χριστού και μπορώ να θεωρώ τα πράγματα του ουρανού και τις ιεραρχίες των αγγέλων, τις φάλαγγες των αρχών, τα ορατά και τα αόρατα, δεν είμαι ακόμη γι’ αυτό αληθινός μαθητής» (*). Ο αληθινός μαθητής του Χριστού είναι εκείνος που, όπως ο Διδάσκαλός του, γνωρίζει να αγαπά έως τέλους, έως το να δώσει τη ζωή του: η τελειότητα συγχέεται με το μαρτύριο ή με την αγάπη που το καθιστά επιθυμητό και υποφερτό.
Σε αυτή την αγάπη μέσω της θυσίας του εαυτού συνδέονται όλες οι άλλες αρετές, ιδιαίτερα η παρθενία, η οποία σύντομα θα θεωρηθεί ως αναπλήρωση του μαρτυρίου· αλλά ούτε αυτή έχει αξία παρά μόνο υπό τον όρο να παραμένει μέσα στην ταπείνωση και την υποταγή στην Εκκλησία. Δεν είναι άραγε από υπακοή που ο Χριστός ταπείνωσε τον εαυτό του έως τον θάνατο του σταυρού;
Αυτές είναι οι πολύ απλές σκέψεις που ενέπνευσαν τους ασύγκριτους τόνους του αγίου Ιγνατίου στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους (³). Ξαναδιαβάζοντας αυτή την απαράμιλλη σελίδα, θα έτεινε κανείς ευχαρίστως να λυπηθεί που ο ευλογημένος καιρός αυτής της πρωτόγονης απλότητας τελείωσε τόσο γρήγορα με την είσοδο των Αλεξανδρινών στη σκηνή. Πρέπει όμως να σημειωθεί —και δεν θα μπορούσε κανείς να επιμείνει υπερβολικά σε αυτό— ότι ο άγιος Ειρηναίος είναι ο άμεσος και πιστός κληρονόμος των Αποστολικών Πατέρων.
(1) J. Lebreton, στο Dictionnaire de Spiritualité του M. Viller, άρθρο «Apostoliques» —Πατέρες.
(2) Ep. ad Trall. 5, 2· PG 5, 781 κ.ε.
(3) Ep. ad Rom. 5, ό.π., στ. 809 κ.ε. Να σημειωθούν οι λέξεις: «Τώρα αρχίζω να είμαι αληθινός μαθητής» — μέσω του πάθους και του μαρτυρίου.
Ο μεγάλος αντίπαλος της ψευδογνώσης δεν έχει ακόμη λάβει από τους ιστορικούς της πνευματικότητας την προσοχή που του αξίζει (¹). Αν τον μελετούσε κανείς από πιο κοντά, από αυτή την άποψη, ίσως θα παραιτούνταν αποφασιστικά από το να βλέπει στον Κλήμη Αλεξανδρείας τον «πατέρα της χριστιανικής μυστικής», ενώ είναι το πολύ ο εισαγωγέας της θεωρητικής σκέψης στον χριστιανισμό.
Η τελειότητα, για τον άγιο Ειρηναίο, είναι διὰ τῆς ἀγάπης πλησίον γενέσθαι τοῦ Θεοῦ = να εισέλθει κανείς στην οικειότητα του Θεού διά της αγάπης (2). Σε αυτό τίποτε δεν αντιτίθεται περισσότερο από το de occasione scientiae opinari seipsos esse perfectos = να θεωρεί κανείς τον εαυτό του τέλειο επειδή κατέχει τη γνώση (3). Αυτό είναι υπερηφάνεια, και επομένως έκπτωση από την αγάπη.
Σε αυτή την αξίωση ενός καθαρά νοητικού μυστικισμού, ο Ειρηναίος αντιπαραθέτει μια αντίληψη εντελώς πληρέστερη και βαθύτερη, συγχρόνως πιο ανθρώπινη και πιο αντάξια του Θεού. Όλα όσα υπάρχουν, υπάρχουν μέσα στον Θεό. Η επαφή ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό δεν εγκαθίσταται λοιπόν μόνο μέσω μιας νοητικής ενέργειας, αλλά μέσω μιας εμβύθισης ολόκληρης της ψυχής στον Θεό, μέσω της διείσδυσης του Θεού σε ολόκληρη την ψυχή. Όχι μόνο νόηση, αλλά πλήρης ζωή, η οποία συνίσταται συγχρόνως στην υποταγή στον Θεό, στη θεωρία του Θεού και στην απόλαυση της αγαθότητάς του.
Η βούληση, λοιπόν, έχει τόσο μέρος όσο και η νόηση σε αυτή τη μυστική· και πρέπει να προστεθεί ότι η διάθεση της βούλησης, με το ίδιο της το όνομα η αγάπη, προηγείται της όρασης ως αναγκαίος όρος στον άνθρωπο, όχι όμως ως κάτι που εξαναγκάζει τον Θεό: Etiam hoc concedit (Deus) iis qui se diligunt, id est videre Deum· αλλά homo a se non videt Deum; ille autem volens videtur hominibus, quibus vult, et quando vult, et quomodo vult... (4)· ποτέ, πάντως, έξω από τον Χριστό και από την υποταγή στην Εκκλησία του (5).
(1) Είναι ευχάριστο να επισημάνει κανείς, σχετικά με αυτό, δύο πρόσφατα άρθρα: το ένα του π. P. Gachter, Unsere Einheit mit Christus nach dem hl. Irenaeus, Zeitschrift für katholische Theologie 58 —1934—, σ. 503-532· το άλλο του M. A. Verriele, Le plan du salut d’après S. Irénée, Revue des Sciences Religieuses, 14ο έτος, Οκτώβριος 1934, σ. 493-524.
(2) Adv. Haer., II, 26, 1· PG 7, 800 A.
(3) Ό.π., B.
(4) Ό.π., IV, 20, στ. 1035 A.
(5) Ό.π., III, 24, στ. 966· IV, 33, 7, στ. 1076 κ.ε.
Αυτή η πνευματικότητα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια σε μια περιοχή όπου ο χριστιανισμός διείσδυσε πριν από την ελληνική φιλοσοφία: στη συριακόφωνη Συρία. Ενώ στην Αντιόχεια οι Διόδωρος Ταρσού και Θεόδωρος Μοψουεστίας προετοίμαζαν, με τη συλλογιστική τους νοοτροπία, τους δρόμους προς τον Νεστοριανισμό, ανατολικότερα διδάσκαλοι που δεν γνώριζαν τίποτε ή δεν ήθελαν να γνωρίζουν τίποτε από την κοσμική φιλοσοφία έγραφαν ακόμη έργα καθαρά βιβλικής και ευαγγελικής έμπνευσης. Όχι μόνο ο Αφραάτης (1) και ο άγιος Εφραίμ (), αλλά έως τις αρχές του έκτου αιώνα και ο Ιάκωβος Σαρούγ (), διδάσκουν τη χριστιανική τελειότητα έξω από κάθε φιλοσοφικό σύστημα.
Όταν θα γνωρίζουμε τη χρονολογία των έργων του Φιλοξένου Μαββούγ, θα μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια λίγων ετών τη χρονολογία κατά την οποία η ελληνική φιλοσοφία έκανε την είσοδό της στη συριακή πνευματικότητα. Οι Λόγοι του Φιλοξένου περί του τρόπου να φθάσει κανείς στην πνευματική αγάπη, από την οποία γεννιέται η τελειότητα () —προσέξτε αυτόν τον τίτλο—, οι οποίοι θέλουν ωστόσο να είναι μια συστηματική πραγματεία, αγνοούν ακόμη τη ρητή τάση προς τη θεωρία ως σκοπό της πνευματικής ζωής. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα ο ίδιος διδάσκαλος θα έχει υιοθετήσει, στις γενικές της γραμμές, τη διδασκαλία του Ευαγρίου του Ποντικού ().
Εκατόν πενήντα χρόνια πριν από αυτόν, ο Αφραάτης είχε κι εκείνος αναλάβει να γράψει, ως μαθητής των Αγίων Γραφών, «μια διδακτική πραγματεία περί της πίστεως και των έργων διά των οποίων αυτή φθάνει στην τελειότητά της» (*). «Το θεμέλιο ολόκληρου του οικοδομήματος είναι η πίστη, επειδή διά αυτής ο άνθρωπος θεμελιώνεται επάνω στην πέτρα, που είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός» (¹).
(1) Πρβλ. I. Ortiz de Urbina, Die Gottheit Christi bei Afrahat, Orientalia Christiana, XXXI, 3 —1933—, σ. 22-27: Die literarischen Quellen des Afrahat.
(2) «Η δογματική θεωρητική σκέψη, εξάλλου, του είναι ξένη», O. Bardenhewer, Geschichte der altkirchlichen Literatur IV —1924—, σ. 343.
(3) Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας προσεκτικής μελέτης των Homiliae Selectae Mar-Jacobi Sarugensis, έκδ. P. Bedjan, Paris 1905-1910, 5 τόμοι. Επομένως δεν μπορεί παρά να αμφιβάλλει κανείς για τον ισχυρισμό του Barhebraeus, ο οποίος καθιστά τον Ιάκωβο Σαρούγ μεταφραστή του Ευαγρίου —A. Baumstark, Geschichte der Syrischen Literatur, Bonn 1922, σ. 149.
(4) E. A. Wallis Budge, The Discourses of Philoxenus, Bishop of Mabbôgh, London 1894, 2 τόμοι.
(5) Πρβλ. I. Hausherr, Contemplation et Sainteté, Une mise au point par Philoxène de Mabboug, Revue d’Ascétique et de Mystique XIV —1933—, σ. 171-195.
(6) Aphraatis Sapientis Persae Demonstrationes, έκδ. J. Parisot, Patrologia Syriaca I, σ. 3.
(7) Ό.π., Demonstr. I, 2, σ. 7.
Τα έργα είναι: η νηστεία —εννοήστε τη νέκρωση—, η προσευχή, μια θερμή αγάπη προς τον Χριστό, η ταπείνωση... μια αληθινή προαίρεση ειρήνης με όλους και σε όλα, η παρθενία ή η εγκράτεια... Η τελειότητα: η αγάπη. Ο Αφραάτης γνωρίζει από πείρα τις γλυκύτητες της ένωσης με τον Θεό, τις μυστικές εκστάσεις (')· αλλά δεν του έρχεται στον νου να κάνει τη θεωρία συστατικό μέρος του οικοδομήματος της αγιότητας.
Όσο για τον άγιο Εφραίμ, δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια απλή παράλειψη. Όπως ο άγιος Ειρηναίος, πρέπει να αγωνιστεί εναντίον των αξιώσεων των Ερευνητών (2). Εναντίον τους, ακούραστα —μέχρι να κουράσει τον σύγχρονο αναγνώστη—, καταπλακώνει το ανθρώπινο πνεύμα με αποδείξεις της αδυναμίας του. Και δεν θα έπρεπε να πει κανείς ότι όλες αυτές οι πολεμικές δεν έχουν καμία σχέση με την πνευματικότητα! Αποδεικνύουν ότι για τον Σύρο διδάσκαλο, ανάμεσα στις ανθρώπινες δυνάμεις, τουλάχιστον σε αυτόν τον κόσμο, η βούληση κατέχει το πρωτείο.
Γι’ αυτό και τοποθετεί τη Μάρθα πάνω από τη Μαρία, επειδή η πρώτη, μόλις ήλθε ο Κύριος, στεκόταν στην υπηρεσία του ()· απόδειξη ότι η αγάπη της ήταν θερμότερη από εκείνη της Μαρίας. Το Άγιο Πνεύμα, γράφει ερμηνεύοντας το Ρωμ. 8, 16, «μαρτυρεί στο πνεύμα μας, δηλαδή στη συνείδησή μας, ότι είμαστε υιοί και δούλοι μαζί με τον Χριστό, διά των έργων μας» (). Θα ακούσουμε πνευματικούς διδασκάλους να ταυτίζουν τη θεία υιοθεσία με τη θεωρία. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά. Μολονότι, όπως ακριβώς και ο Αφραάτης, ο Εφραίμ δεν αγνοεί τίποτε από τα μυστικά χαρίσματα, τόσο ώστε ορισμένες από τις σελίδες του να φέρνουν στον νου τον Διονύσιο (5), ούτε αυτός περισσότερο από τον Αφραάτη τα προτείνει ως σκοπό προς επιδίωξη. Κατά τη γνώμη του, θα φθάσει κανείς σε αυτά τόσο ασφαλέστερα όσο λιγότερο θα τα διεκδικεί (*).
Με λίγα λόγια: για όλους αυτούς τους αρχαίους, ο άνθρωπος είναι πριν από όλα μια ελεύθερη βούληση, ικανή να αγαπά και να θυσιάζεται για την αγάπη της. Στην αγάπη λοιπόν και στην αυταπάρνηση που την αποδεικνύει θα συνίσταται γι’ αυτούς όλη η ανθρώπινη τελειότητα.
(1) Πρβλ. το άρθρο Aphraate, στο Dictionnaire de Spiritualité του M. Viller, τεύχ. 3.
(2) Πρβλ. κυρίως στη ρωμαϊκή έκδοση: S. P. N. Ephraem Syri opera omnia quae exstant... 1732-1746, τ. VI, σ. 1-208: Adversus Scrutatores.
(3) Πρβλ. I. Hausherr, Utrum Sanctus Ephraem Mariam Marthae plus aequo anteposuerit?, στο De Doctrina spirituali christianorum orientalium Quaestiones et Scripta, Orientalia Christiana XXX, 3 —1933—, σ. 153-163.
(4) Sancti Ephraemi Scripta —στα αρμενικά—, Βενετία 1836, τ. 3, σ. 32. Μεταφράζω ως «συνείδηση» τη λέξη [αρμενικός όρος]· δεν είναι επάνω σε αυτήν που στηρίζεται ο παραπάνω συλλογισμός.
(5) Adv. Scrut. IV, V, XLIV· de Fide III, έκδ. Ρώμης, VI, 205 B-E. Ita poterit attingere, si non curret ut attingat = «Έτσι θα μπορέσει να φθάσει, αν δεν τρέξει για να φθάσει»· Adv. Scrut. IV, έκδ. Ρώμης, VI, σ. 7 F.
II.
Νοησιαρχική πνευματικότητα.
Όταν θα γνωρίζουμε τη χρονολογία των έργων του Φιλοξένου Μαββούγ, θα μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια λίγων ετών τη χρονολογία κατά την οποία η ελληνική φιλοσοφία έκανε την είσοδό της στη συριακή πνευματικότητα. Οι Λόγοι του Φιλοξένου περί του τρόπου να φθάσει κανείς στην πνευματική αγάπη, από την οποία γεννιέται η τελειότητα () —προσέξτε αυτόν τον τίτλο—, οι οποίοι θέλουν ωστόσο να είναι μια συστηματική πραγματεία, αγνοούν ακόμη τη ρητή τάση προς τη θεωρία ως σκοπό της πνευματικής ζωής. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα ο ίδιος διδάσκαλος θα έχει υιοθετήσει, στις γενικές της γραμμές, τη διδασκαλία του Ευαγρίου του Ποντικού ().
Εκατόν πενήντα χρόνια πριν από αυτόν, ο Αφραάτης είχε κι εκείνος αναλάβει να γράψει, ως μαθητής των Αγίων Γραφών, «μια διδακτική πραγματεία περί της πίστεως και των έργων διά των οποίων αυτή φθάνει στην τελειότητά της» (*). «Το θεμέλιο ολόκληρου του οικοδομήματος είναι η πίστη, επειδή διά αυτής ο άνθρωπος θεμελιώνεται επάνω στην πέτρα, που είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός» (¹).
(1) Πρβλ. I. Ortiz de Urbina, Die Gottheit Christi bei Afrahat, Orientalia Christiana, XXXI, 3 —1933—, σ. 22-27: Die literarischen Quellen des Afrahat.
(2) «Η δογματική θεωρητική σκέψη, εξάλλου, του είναι ξένη», O. Bardenhewer, Geschichte der altkirchlichen Literatur IV —1924—, σ. 343.
(3) Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας προσεκτικής μελέτης των Homiliae Selectae Mar-Jacobi Sarugensis, έκδ. P. Bedjan, Paris 1905-1910, 5 τόμοι. Επομένως δεν μπορεί παρά να αμφιβάλλει κανείς για τον ισχυρισμό του Barhebraeus, ο οποίος καθιστά τον Ιάκωβο Σαρούγ μεταφραστή του Ευαγρίου —A. Baumstark, Geschichte der Syrischen Literatur, Bonn 1922, σ. 149.
(4) E. A. Wallis Budge, The Discourses of Philoxenus, Bishop of Mabbôgh, London 1894, 2 τόμοι.
(5) Πρβλ. I. Hausherr, Contemplation et Sainteté, Une mise au point par Philoxène de Mabboug, Revue d’Ascétique et de Mystique XIV —1933—, σ. 171-195.
(6) Aphraatis Sapientis Persae Demonstrationes, έκδ. J. Parisot, Patrologia Syriaca I, σ. 3.
(7) Ό.π., Demonstr. I, 2, σ. 7.
Τα έργα είναι: η νηστεία —εννοήστε τη νέκρωση—, η προσευχή, μια θερμή αγάπη προς τον Χριστό, η ταπείνωση... μια αληθινή προαίρεση ειρήνης με όλους και σε όλα, η παρθενία ή η εγκράτεια... Η τελειότητα: η αγάπη. Ο Αφραάτης γνωρίζει από πείρα τις γλυκύτητες της ένωσης με τον Θεό, τις μυστικές εκστάσεις (')· αλλά δεν του έρχεται στον νου να κάνει τη θεωρία συστατικό μέρος του οικοδομήματος της αγιότητας.
Όσο για τον άγιο Εφραίμ, δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια απλή παράλειψη. Όπως ο άγιος Ειρηναίος, πρέπει να αγωνιστεί εναντίον των αξιώσεων των Ερευνητών (2). Εναντίον τους, ακούραστα —μέχρι να κουράσει τον σύγχρονο αναγνώστη—, καταπλακώνει το ανθρώπινο πνεύμα με αποδείξεις της αδυναμίας του. Και δεν θα έπρεπε να πει κανείς ότι όλες αυτές οι πολεμικές δεν έχουν καμία σχέση με την πνευματικότητα! Αποδεικνύουν ότι για τον Σύρο διδάσκαλο, ανάμεσα στις ανθρώπινες δυνάμεις, τουλάχιστον σε αυτόν τον κόσμο, η βούληση κατέχει το πρωτείο.
Γι’ αυτό και τοποθετεί τη Μάρθα πάνω από τη Μαρία, επειδή η πρώτη, μόλις ήλθε ο Κύριος, στεκόταν στην υπηρεσία του ()· απόδειξη ότι η αγάπη της ήταν θερμότερη από εκείνη της Μαρίας. Το Άγιο Πνεύμα, γράφει ερμηνεύοντας το Ρωμ. 8, 16, «μαρτυρεί στο πνεύμα μας, δηλαδή στη συνείδησή μας, ότι είμαστε υιοί και δούλοι μαζί με τον Χριστό, διά των έργων μας» (). Θα ακούσουμε πνευματικούς διδασκάλους να ταυτίζουν τη θεία υιοθεσία με τη θεωρία. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά. Μολονότι, όπως ακριβώς και ο Αφραάτης, ο Εφραίμ δεν αγνοεί τίποτε από τα μυστικά χαρίσματα, τόσο ώστε ορισμένες από τις σελίδες του να φέρνουν στον νου τον Διονύσιο (5), ούτε αυτός περισσότερο από τον Αφραάτη τα προτείνει ως σκοπό προς επιδίωξη. Κατά τη γνώμη του, θα φθάσει κανείς σε αυτά τόσο ασφαλέστερα όσο λιγότερο θα τα διεκδικεί (*).
Με λίγα λόγια: για όλους αυτούς τους αρχαίους, ο άνθρωπος είναι πριν από όλα μια ελεύθερη βούληση, ικανή να αγαπά και να θυσιάζεται για την αγάπη της. Στην αγάπη λοιπόν και στην αυταπάρνηση που την αποδεικνύει θα συνίσταται γι’ αυτούς όλη η ανθρώπινη τελειότητα.
(1) Πρβλ. το άρθρο Aphraate, στο Dictionnaire de Spiritualité του M. Viller, τεύχ. 3.
(2) Πρβλ. κυρίως στη ρωμαϊκή έκδοση: S. P. N. Ephraem Syri opera omnia quae exstant... 1732-1746, τ. VI, σ. 1-208: Adversus Scrutatores.
(3) Πρβλ. I. Hausherr, Utrum Sanctus Ephraem Mariam Marthae plus aequo anteposuerit?, στο De Doctrina spirituali christianorum orientalium Quaestiones et Scripta, Orientalia Christiana XXX, 3 —1933—, σ. 153-163.
(4) Sancti Ephraemi Scripta —στα αρμενικά—, Βενετία 1836, τ. 3, σ. 32. Μεταφράζω ως «συνείδηση» τη λέξη [αρμενικός όρος]· δεν είναι επάνω σε αυτήν που στηρίζεται ο παραπάνω συλλογισμός.
(5) Adv. Scrut. IV, V, XLIV· de Fide III, έκδ. Ρώμης, VI, 205 B-E. Ita poterit attingere, si non curret ut attingat = «Έτσι θα μπορέσει να φθάσει, αν δεν τρέξει για να φθάσει»· Adv. Scrut. IV, έκδ. Ρώμης, VI, σ. 7 F.
II.
Νοησιαρχική πνευματικότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου