Συνέχεια από Δευτέρα 25 Μαίου 2026
ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ 2
Ωριγένης
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
I. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ
3. Τα χωρία της «Φιλοκαλίας».
Η Φιλοκαλία²³ είναι μια ανθολογία χωρίων επιλεγμένων από τα έργα του Ωριγένη, συνταγμένη από τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό και τον Βασίλειο Καισαρείας, πιθανότατα το 358 —GREG., Ep. 115. Σε αντίθεση με τα πλήρη έργα του Ωριγένη, τα οποία, εξαιτίας της καταδίκης του 553, έχουν σχεδόν όλα χαθεί στα πρωτότυπά τους, η Φιλοκαλία, λόγω του αποσπασματικού της χαρακτήρα και κυρίως λόγω του κύρους των δύο συντακτών της, συνέχισε να διαβάζεται και να αντιγράφεται κατά τη βυζαντινή εποχή, έτσι ώστε να μας έχουν απομείνει πολλά χειρόγραφά της.²⁴
Σε αυτό το έργο οφείλουμε τη γνώση αρκετών χωρίων έργων που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα χωρία που έχουν μεταγραφεί από το Περὶ ἀρχῶν, δεδομένης της ύπαρξης της μετάφρασης του Ρουφίνου· αλλά γι’ αυτό τα εν λόγω χωρία δεν είναι λιγότερο σημαντικά, καθόσον αποτελούν ένα σημαντικό, μάλιστα το σημαντικότερο, μέσο ελέγχου της λατινικής μετάφρασης που διαθέτουμε. Τα μεταγραμμένα χωρία είναι μόνο δύο —III, 1 και IV, 1-3—· σε αντιστάθμισμα όμως είναι πολύ εκτενή και καλύπτουν συνολικά σχεδόν το ένα έκτο ολόκληρου του έργου: πραγματεύονται αντιστοίχως την ελεύθερη βούληση και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Τα κίνητρα που ώθησαν στην επιλογή ακριβώς αυτών των χωρίων αντί άλλων φαίνονται αρκετά προφανή: από τη μια πλευρά βρίσκεται η εσωτερική σημασία των θεμάτων που πραγματεύονται και η αριστεία της ωριγενικής πραγμάτευσης, η οποία τα καθιστά δύο υποδειγματικές μαρτυρίες, δύσκολα αντικαταστάσιμες στο πλαίσιο ολόκληρης της αρχαίας χριστιανικής γραμματείας· από την άλλη πλευρά βρίσκεται το γεγονός ότι σε αυτά η ορθοδοξία σπάνια και μόνο περιθωριακά τίθεται σε κίνδυνο· και σε αυτό το σημείο, στα μέσα του 4ου αιώνα, είχαν ήδη γίνει πολύ απαιτητικοί.
Η σύγκριση με το ρουφίνιο κείμενο επιτρέπει να διαπιστωθεί, σε γενικές γραμμές, ο παραφραστικός χαρακτήρας της λατινικής εκδοχής, για τον οποίο έχουμε ήδη μιλήσει. Εδώ είναι πιο ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι, σε σχέση με το λατινικό κείμενο, το ελληνικό παρουσιάζει: 1) ένα μακρό χωρίο επιπλέον· 2) αρκετά χωρία λιγότερα, πολύ διαφορετικού μεγέθους· 3) ορισμένα χωρία στα οποία, παρά τη θεμελιώδη σύγκλιση, η διαφορά ανάμεσα στη λατινική εκδοχή και στο ελληνικό κείμενο υπερβαίνει τα όρια που μπορούν να παραχωρηθούν ακόμη και στην πιο ελεύθερη παράφραση. Το πρώτο σημείο —IV, 3, 7— δεν θέτει δυσκολία: ένας αποσπασματολόγος δύσκολα είναι παρεμβλητής· και η παράλειψη πρέπει σαφώς να αποδοθεί στον Ρουφίνο, ο οποίος την έκανε για συντομία. Πιο σύνθετη και δυσκολότερης λύσης παρουσιάζεται η συζήτηση για τα άλλα δύο σημεία.
Ορισμένα χωρία που το λατινικό παρουσιάζει επιπλέον σε σχέση με το ελληνικό κείμενο, στα οποία γίνεται λόγος, στο τέλος του III, 1 και στο IV, 3, για τη διδασκαλία της προΰπαρξης της ψυχής, ήδη λόγω της επικινδυνότητας του θέματος οδηγούν εύκολα στη σκέψη ότι πρόκειται για παραλείψεις που έγιναν προληπτικά από τον Έλληνα αποσπασματολόγο. Το γεγονός ότι για ορισμένα από αυτά υπάρχει και η εκδοχή του Ιερωνύμου εξαλείφει κάθε πιθανή αμφιβολία.²⁵ Αντιθέτως, είναι εύκολο να εντοπιστεί μια πλούσια σειρά ασφαλών ρουφίνειων παρεμβολών: πρόκειται, όπως υπαινισσόμασταν πριν, για εισαγωγικές, καταληκτικές, μεταβατικές εκφράσεις· άλλοτε για ρητορικές επεκτάσεις —III, 1, 10. 18—, άλλοτε για κοινότοπες διευκρινίσεις.
Δεν λείπουν όμως ορισμένες περιπτώσεις απέναντι στις οποίες μένει κανείς αμφίβολος: το γεγονός ότι δεν βρίσκουν αντίστοιχο στο ελληνικό και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μπορεί να εξηγήσει μια προληπτική εξάλειψή τους οδηγεί αμέσως στη σκέψη ότι μπορεί να πρόκειται για παρεμβολές του Ρουφίνου, όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις. Τώρα όμως πρόκειται, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, για χωρία είτε τέτοια που συμπληρώνουν το συμφραζόμενο καλύτερα απ’ ό,τι το ελληνικό κείμενο είτε πάντως εκφράζουν έννοιες τόσο τεχνικές και σε μορφή τόσο ακριβή, ώστε είναι πολύ δύσκολο να σκεφθεί κανείς ότι μπορεί να προέρχονται από την πένα του Ρουφίνου, τόσο λίγο άνετου στον φιλοσοφικό συλλογισμό ακόμη και όταν πρόκειται μόνο να μεταφράσει. Σε κάποια περίπτωση δεν είμαι αντίθετος να θεωρήσω αυθεντικό το λατινικό κείμενο· σε άλλες μένει κανείς απολύτως αναποφάσιστος.²⁶
Ανάλογη κατάσταση παρουσιάζουν διάφορα χωρία στα οποία στο ελληνικό κείμενο αντιστοιχεί μια πολύ διαφορετική λατινική μετάφραση· εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά στις συνήθεις κοινοτοπίες που χαρακτηρίζουν την προσωπική συμβολή του Ρουφίνου, αλλά μπροστά σε επιχειρήματα που ταιριάζουν καλά με το συμφραζόμενο, κάποτε οξυδερκή και καλά αναπτυγμένα, σε σημείο που η λατινική μετάφραση να προκύπτει όχι μόνο πιο ρητή και σαφής από το ελληνικό κείμενο, αλλά ακόμη και πιο αυστηρά λογική και συνεπής.²⁷ Δεν πιστεύω ότι αξιολογώ τον Ρουφίνο κάτω από τις πραγματικές του ικανότητες, αν τον θεωρώ ανίκανο να εκφραστεί σε μορφή τόσο εύστοχη και αυστηρή.
Αν δεχθούμε ότι, πέρα από τα σημεία στα οποία η Φιλοκαλία συντομεύει για λόγους προφύλαξης, υπάρχουν και άλλα στα οποία η λατινική εκδοχή παρουσιάζεται ως αυθεντική είτε προσθέτοντας σε σχέση με το ελληνικό κείμενο είτε εκφραζόμενη με διαφορετικό τρόπο, μπορούμε, βεβαίως, σε γενικές γραμμές να αποδώσουμε την ευθύνη της αλλοίωσης στον αποσπασματολόγο της Φιλοκαλίας, αλλά δεν μπορούμε όμως ούτε να παραβλέψουμε δύο άλλες δυνατότητες: 1) ορισμένες παραλείψεις θα μπορούσαν να έχουν συμβεί μηχανικά κατά τη διάρκεια της χειρόγραφης παράδοσης·²⁸ 2) ορισμένες παραλείψεις και αλλοιώσεις θα μπορούσαν ακόμη και να ανάγονται σε περίοδο προγενέστερη της σύνταξης της ανθολογίας, έτσι ώστε ο αποσπασματολόγος να είχε εργαστεί πάνω σε ένα κείμενο ήδη εδώ κι εκεί διαφορετικό από εκείνο το οποίο λίγο αργότερα θα χρησιμοποιούσε ο Ρουφίνος για τη μετάφραση. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ωριγενικού έργου, τόσο εκτεθειμένου στη λογοκρισία, και οι διαμάχες που είχαν ανάψει γύρω από αυτό, εύκολα μπορούν να αποτέλεσαν κίνητρο για αυθαίρετες επεμβάσεις στο κείμενο.
4. Τα χωρία που παραδίδονται από τον Ιερώνυμο και από τον Ιουστινιανό²⁹
Έχουμε ήδη υπαινιχθεί τις περιστάσεις που ώθησαν τον Ιερώνυμο να αντιπαραθέσει στη ρουφίνεια μετάφραση του Περὶ ἀρχῶν μια άλλη, αυστηρά κατά λέξη μετάφραση, ώστε να αναδείξει όλα όσα εσφαλμένα και απαράδεκτα για την πίστη περιείχε το ωριγενικό γραπτό: με αυτόν τον τρόπο η προσχώρηση στις γραμμές του αντιωριγενιστικού μετώπου και η οξύτητα της πολεμικής τον ωθούσαν να απαρνηθεί εκείνο που έως τότε υπήρξε η μέθοδός του στη μετάφραση του Ωριγένη: ελεύθερα και με τρόπο ώστε να αμβλύνονται οι πιο επικίνδυνες διατυπώσεις. Αν σταθεί κανείς σε όσα γράφει ο Ιερώνυμος στην Ep. 124 —περ. 410—, η μετάφραση θα είχε γίνει αντικείμενο παράξενων χειρισμών και επίσης αλλοιώσεων. Πάντως, πρέπει να είχε πολύ μικρότερη διάδοση από εκείνη του Ρουφίνου, όπως δείχνει το γεγονός ότι χάθηκε σχεδόν αμέσως κάθε ίχνος της: στενά συνδεδεμένη με την ωριγενική διαμάχη, δεν κατόρθωσε να επιβιώσει μετά από αυτήν.
Αλλά ευτυχώς για εμάς, στην προαναφερθείσα Ep. 124 προς τον φίλο του Αβίτο, ο οποίος του είχε ζητήσει πληροφορίες για τον Ωριγένη και για το Περὶ ἀρχῶν, ο Ιερώνυμος συνοψίζει σε αρκετά αναλυτική μορφή το περιεχόμενο του ωριγενικού γραπτού, συνοδεύοντας την έκθεση με συχνές παραθέσεις αποσπασμάτων που προέρχονται από τη μετάφρασή του.³⁰ Όλη η ιερωνυμική έκθεση αποβλέπει στο να αναδείξει ό,τι είναι περισσότερο απαράδεκτο για την πίστη μέσα στο έργο του Ωριγένη, και τα χωρία που παρατίθενται κατά λέξη έχουν όλα επιλεγεί με βάση αυτή την πρόθεση: δεν υπάρχει επομένως καμία αμφιβολία ότι η επιστολή δίνει μια μονόπλευρη και παραμορφωμένη εικόνα του περιεχομένου του Περὶ ἀρχῶν, έτσι ώστε η χρήση της για την ανασύσταση του αρχικού κειμένου πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Από αυτή την άποψη κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα στην επιστολή θεωρούμενη στο σύνολό της και στα χωρία που δηλώνονται ρητά ότι προσάγονται ως κατά λέξη παραθέσεις. Όσον αφορά την επιστολή, το φανερό πάθος με το οποίο είναι συνταγμένη έκανε ώστε η σκέψη του Ωριγένη να εμφανίζεται συχνά, είτε καλόπιστα είτε κακόπιστα, παραμορφωμένη. Πρέπει να έχουμε υπόψη τον χαρακτήρα πρότασης με τον οποίο ορισμένες διδασκαλίες παρουσιάζονται από τον Ωριγένη σε εναλλακτική μορφή: αρκούσε να δοθεί έμφαση στη μία αντί για την άλλη, ώστε ο Ωριγένης να εμφανιστεί να εκφράζεται με αποδεικτική και όχι με επιφυλακτική μορφή πάνω σε επικίνδυνα σημεία διδασκαλίας.
Ας δει κανείς την έκθεση, συνοδευμένη από παραθέσεις, που κάνει ο Ιερώνυμος για τα κεφάλαια του Περὶ ἀρχῶν στα οποία ο Ωριγένης πραγματευόταν το ζήτημα αν τα λογικά κτίσματα είναι σωματικά ή όχι, και την ανάσταση των σωμάτων, προβάλλοντας δύο διαφορετικές πιθανές λύσεις: ενώ ο Ρουφίνος τείνει στη μετάφρασή του να παρουσιάσει τον Ωριγένη ως υποστηρικτή της διδασκαλίας περί αρχικής και τελικής σωματικότητας των νοερών κτισμάτων, ο Ιερώνυμος τον εμφανίζει ανεπιφύλακτα να υποστηρίζει τη διδασκαλία της ασώματης κατάστασης —βλ. II, 3 και III, 6.³¹ Συνεπώς, μόνο με άκρα προσοχή μπορεί κανείς να αξιοποιήσει, για την ανασύσταση της σκέψης και του γνήσιου κειμένου του Περὶ ἀρχῶν, τα χωρία στα οποία ο Ιερώνυμος την αναφέρει μόνο με ελεύθερη και συνοπτική μορφή.
Διαφορετική είναι, αντίθετα, η αποτίμηση των χωρίων στα οποία ο Ιερώνυμος παραθέτει το κείμενο του Περὶ ἀρχῶν σε κατά λέξη μορφή. Και εδώ είναι σκόπιμο να γίνεται χρήση κάποιας επιφύλαξης, διότι η σύγκριση με σωζόμενα χωρία στα ελληνικά³² επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ούτε η μετάφραση του Ιερωνύμου, κατά βάθος, ήταν τόσο κατά λέξη όσο την παρουσιάζει ο συγγραφέας.³³ Κυρίως δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι μερικές φορές θα μπορούσε να αρκεί κάποια ελαφρά αλλοίωση ή μια μεροληπτική ερμηνεία, υποβαλλόμενη ακόμη και ακούσια από τη δυσμένεια, ώστε η σύνθετη και προβληματική σκέψη του Ωριγένη να εμφανιστεί παραμορφωμένη.
Αλλά γενικά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η εκδοχή του Ιερωνύμου ήταν πιο κατά λέξη από εκείνη του Ρουφίνου, έτσι ώστε τα σωζόμενα χωρία, αποσπασμένα από το μεροληπτικό συμφραζόμενο μέσα στο οποίο έχουν ενταχθεί, επιτρέπουν πολλές φορές να διορθωθεί το ρουφίνειο κείμενο και να συμπληρωθεί εκεί όπου, κυρίως προς το τέλος του έργου, παρουσιάζεται αξιοσημείωτα ελλιπές.
Οι ίδιες αυτές σκέψεις μπορούν ουσιαστικά να ισχύσουν και σε σχέση με την επιστολή που απέστειλε το 543 ο Ιουστινιανός στον Μηνά, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, έχοντας όμως υπόψη ότι εδώ η προσοχή πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η μεροληψία που ενέπνευσε τόσο την επιστολή, στην οποία παρατίθενται και αναιρούνται οι πλάνες του Ωριγένη, όσο και τη συλλογή των 24 χωρίων που προέρχονται από το Περὶ ἀρχῶν, με την οποία συνοδεύεται η επιστολή, είναι η ίδια που είχε εμπνεύσει την Ep. 124 του Ιερωνύμου, επιβαρυμένη από το γεγονός ότι πλέον οι γνήσιες γραμμές της ωριγενικής σκέψης άρχιζαν να παραποιούνται και να αλλοιώνονται από τις εικασίες των απερίσκεπτων Παλαιστινίων μοναχών, αυξάνοντας το βάρος εις βάρος του δασκάλου.³⁴
Γι’ αυτό και σε αυτή την περίπτωση μια πραγματική συμβολή στην ανασύσταση του γνήσιου περιεχομένου του Περὶ ἀρχῶν θα μπορεί να αντληθεί μόνο από τα χωρία που παρατίθενται ρητά ως κατά λέξη παραθέσεις. Πρόκειται για ένα ανθολόγιο 24 σύντομων χωρίων, τα οποία απαριθμούνται άτακτα και μερικές φορές συνοδεύονται από λανθασμένη ένδειξη του βιβλίου του Περὶ ἀρχῶν από το οποίο αντλήθηκαν.³⁵ Δεν πρόκειται για συλλογή που προετοίμασε προσωπικά ο Ιουστινιανός, αλλά για συλλογή που του διαβιβάστηκε από τους αντιωριγενιστές Παλαιστινίους μοναχούς· και η μετάβαση από τη μία αντιγραφή στην άλλη ασφαλώς δεν ωφέλησε την ακρίβεια των παραθεμάτων. Δεν μπορεί κανείς ούτε να αποκλείσει ότι κάποιο από τα αποσπάσματα είναι ελλιπές, με την έννοια ότι από ένα ωριγενικό χωρίο θα είχαν μεταγραφεί μόνο ορισμένες εκφράσεις.³⁶
Από την άλλη πλευρά, δεν έχουμε δυνατότητα να ελέγξουμε την ακρίβεια των παραθεμάτων, επειδή τα διαφορετικά κριτήρια που καθοδήγησαν αυτόν τον αποσπασματολόγο και εκείνον της Φιλοκαλίας έχουν ως αποτέλεσμα οι περιπτώσεις αντιπαραβολής να περιορίζονται σε μία μόνο —IV, 3, 1— και μάλιστα λίγο σημαντική. Αλλά παρά αυτές τις επιφυλάξεις και τις άλλες που θα μπορούσαμε ακόμη να διατυπώσουμε,³⁷ το ιουστινιάνειο ανθολόγιο σε περισσότερες από μία περιπτώσεις επιτρέπει να αποκτήσουμε χρήσιμα στοιχεία για τους σκοπούς της έρευνάς μας.
5. Μικρότερες μαρτυρίες³⁸
Από την Απολογία που γράφτηκε υπέρ του Ωριγένη από τον μάρτυρα Πάμφιλο Καισαρείας στις αρχές του 4ου αιώνα, σε 6 βιβλία, κατέχουμε μόνο το Ι στη μετάφραση του Ρουφίνου, ελάχιστα μόνο προγενέστερη της μετάφρασης του Περὶ ἀρχῶν. Το κριτήριο του Παμφίλου ήταν να υπερασπιστεί τον Ωριγένη με τον Ωριγένη, παραθέτοντας τις διάφορες κατηγορίες που του απευθύνονταν και ακολουθώντας τες με χωρία από ωριγενικά γραπτά τέτοια ώστε να αποκλείουν τη βασιμότητα της κατηγορίας. Ανάμεσα στα χωρία που παραθέτει ο Πάμφιλος στο βιβλίο Ι υπάρχουν αρκετά παρμένα από το Περὶ ἀρχῶν, των οποίων επομένως μας έχει απομείνει η ρουφίνεια μετάφραση. Πρόκειται για μετάφραση που, στο μεγαλύτερο μέρος της, συμπίπτει με εκείνη του πλήρους έργου, επιπλέον επειδή προφανώς ο Ρουφίνος την είχε μπροστά του όταν μετέφραζε εκ νέου αυτά τα χωρία για δεύτερη φορά· και όμως η σύγκριση με τον Πάμφιλο είναι κάποτε χρήσιμη, όχι μόνο επειδή επιτρέπει να διορθωθεί κάποιο σφάλμα που δημιουργήθηκε στη λατινική παράδοση του Περὶ ἀρχῶν, αλλά και επειδή σε κάποιο σημείο ο Ρουφίνος, μεταφράζοντας εκ νέου, άλλαξε κάπως, και ακριβώς η πρώτη μετάφραση αποδεικνύεται πιστότερη από τη δεύτερη.³⁹
Ο Φώτιος γνώριζε και άλλες Απολογίες προς υπεράσπιση του Ωριγένη, πέρα από εκείνη του Παμφίλου —Biblioth., κώδ. 118—, και μας άφησε ορισμένες πληροφορίες για ένα ανώνυμο γραπτό ενός πιστού ωριγενιστή, πιθανότατα των αρχών του 4ου αιώνα, ο οποίος προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις πιο επίμεμπτες εκφράσεις του Ωριγένη, εξηγώντας τες είτε ως διατυπώσεις που έγιναν ως προσωπική πρόταση, για άσκηση, είτε ως παρεμβλημένες από άλλους, με βάση την επιστολή του Ωριγένη την οποία αργότερα θα χρησιμοποιούσε ο Ρουφίνος για να στηρίξει την ίδια θέση. Το ενδιαφέρον, έστω και περιορισμένο, που παρουσιάζει αυτός ο συγγραφέας για τους σκοπούς μας έγκειται στο γεγονός ότι ο Φώτιος μας παρέδωσε 15 αντιωριγενικές ενστάσεις που εκείνος είχε παραθέσει για να τις αντικρούσει· και κάποια από αυτές έχει την όψη ότι αντλήθηκε ad litteram ή σχεδόν από το κείμενο του Περὶ ἀρχῶν.⁴⁰
Ο Επιφάνιος Σαλαμίνος, όπως υπαινιχθήκαμε, ασχολήθηκε εκτενώς με τον Ωριγένη στο Πανάριον του —haer. 64—, αλλά το ειδικό του ενδιαφέρον για το Περὶ ἀρχῶν φαίνεται ότι ήταν μικρότερο από ό,τι θα μπορούσε να αναμένει κανείς. Δεν λείπουν πάντως αναφορές σε διδασκαλίες που εκτίθενται εδώ· αλλά δεν φαίνεται να πρόκειται για κατά λέξη παραθέσεις. Γι’ αυτό μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε μόνο με άκρα επιφύλαξη και έμμεσα, όπως και τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας⁴¹ και άλλα ιερωνυμικά γραπτά, στα οποία παρατίθενται οι πλάνες του Ωριγένη,⁴² αλλά χωρίς μέριμνα για κατά λέξη παράθεση. Έχουμε ήδη διευκρινίσει ότι, δεδομένης της φανερής μεροληψίας τέτοιων πηγών, αυτές μπορούν πράγματι να μας βοηθήσουν μόνο εκεί όπου μας δίνουν κάποια γραμμή κατά λέξη μετάφρασης: αυτή είναι η περίπτωση των χωρίων που παρατίθενται στην Ep. 124 του Ιερωνύμου και στο ανθολόγιο του Ιουστινιανού. Αλλά έξω από αυτά τα έγγραφα είναι πολύ σπάνιο οι αντιωριγενικές πηγές να μας βοηθούν με αυτόν τον τρόπο.⁴³
6. Εκδόσεις. Κριτήρια για την ανασύσταση του κειμένου.
Η editio princeps της ρουφίνειας μετάφρασης του Περὶ ἀρχῶν είδε το φως με τη φροντίδα του J. Merlin στον τόμ. IV των ωριγενικών έργων που δημοσιεύθηκαν στο Παρίσι μεταξύ 1512 και 1522. Ο εκδότης έλαβε ως βάση για την έκδοσή του ένα μόνο χειρόγραφο, το Parisinus Navarranus 17348 του 14ου αιώνα. Σε αυτή την έκδοση στηρίχθηκαν ουσιαστικά οι επόμενες, ακόμη και εκείνη του Erasmus —Βασιλεία, 1536—, έως το 1733, έτος κατά το οποίο είδε το φως ο τόμ. I της έκδοσης των έργων του Ωριγένη με τη φροντίδα του μαυρίνου μοναχού C. de la Rue, στον οποίο περιλαμβάνεται το Περὶ ἀρχῶν. Αυτή η έκδοση σημείωσε μεγάλη πρόοδο σε σχέση με τις προηγούμενες, κυρίως για δύο λόγους: 1) ο εκδότης χρησιμοποίησε αρκετά χειρόγραφα αντί για ένα μόνο· 2) χρησιμοποίησε επίσης συστηματικά τα αποσπάσματα που μας έφθασαν στα ελληνικά και εκείνα που παραδίδονται από τον Ιερώνυμο. Με αυτόν τον τρόπο μας έδωσε την πρώτη προσπάθεια ανασύστασης του ωριγενικού κειμένου, επιτρέποντας να αντιπαραβάλουμε τον Ρουφίνο με άλλους μάρτυρες.
Όσον αφορά την έκδοση του ρουφίνειου κειμένου, έβλαψε τον de la Rue το γεγονός ότι όλα τα χειρόγραφα που χρησιμοποίησε ανήκαν στην αναθεώρηση γ. Από εδώ, μεταξύ άλλων μικρότερων ελαττωμάτων, η παράλειψη του I, 4, 3-5, χωρίου που παραδίδεται μόνο από την αναθεώρηση α. Μια πιο ριζική προσπάθεια ανασύστασης έγινε από τον K. Fr. Schnitzer —Origenes über die Grundlehren der Glaubenswissenschaft, Stuttgart, 1835—, αξιοποιώντας πιο αποφασιστικά την έμμεση παράδοση εις βάρος της μετάφρασης του Ρουφίνου. Ο Schnitzer πάντως μας έδωσε μόνο την ελεύθερη γερμανική μετάφραση του κειμένου που είχε ανασυστήσει, συνοδεύοντάς την με σποραδικές σημειώσεις.
Το έργο του Schnitzer το έλαβε πολύ υπόψη ο P. Koetschau, συγγραφέας της κριτικής έκδοσης του Περὶ ἀρχῶν, που δημοσιεύθηκε στη Λειψία το 1913 ως τόμ. V των έργων του Ωριγένη που περιλαμβάνονται στη σειρά Die griechischen christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte. Πρόκειται για θεμελιώδη έκδοση λόγω της έκτασης της χειρόγραφης παράδοσης της ρουφίνειας εκδοχής που ελήφθη υπόψη, λόγω της ακρίβειας με την οποία αυτή η παράδοση εξετάστηκε και αξιοποιήθηκε,⁴⁴ και λόγω της μεγάλης ποσότητας μαρτυριών, πηγών και παράλληλων χωρίων που ο Koetschau συγκέντρωσε σε ειδικό υπόμνημα για να φωτίσει και συγχρόνως να ελέγξει βήμα προς βήμα τη ρουφίνεια εκδοχή. Αλλά σε αυτή την έκταση και σχολαστικότητα της πληροφόρησης δεν αντιστοιχούσε εξίσου μεγάλη ακρίβεια και ορθότητα μεθοδικών κριτηρίων: ο Koetschau συνέταξε το έργο του σε μια εποχή κατά την οποία κυρίαρχη ήταν η άποψη ότι ο Ρουφίνος είχε βαθιά αλλοιώσει το αρχικό κείμενο του έργου, και ότι αντίθετα η αντιωριγενική έμμεση παράδοση μας το απέδιδε με πολύ μεγαλύτερη πιστότητα.
Αυτή η πεποίθηση παρήγαγε διπλή συνέπεια: 1) ο Koetschau τείνει συστηματικά να δίνει δίκιο στην έμμεση παράδοση εναντίον του Ρουφίνου, ακόμη και όταν αυτή η παράδοση παρουσιάζεται όχι με μορφή άμεσης παράθεσης αλλά διατυπωμένη με πιο γενικό τρόπο. 2) Πεπεισμένος ότι ο Ρουφίνος είχε επιφέρει στο έργο του Ωριγένη πολυάριθμες και εκτενέστατες περικοπές, ο εκδότης, όταν του έλειπαν ο Ιερώνυμος, ο Θεόφιλος και ο Ιουστινιανός, προσπάθησε να τις αποκαταστήσει εισάγοντας απευθείας στο κείμενο, έστω και ως απλή πρόταση, τα πιο ποικίλα κείμενα, από τους αναθεματισμούς του 553 —βλ. σημ. 34— έως χωρία έργων του Γρηγορίου Νύσσης και άλλων συγγραφέων —βλ. I, 8, 2· I, 8, 4· II, 8, 3.⁴⁵
Ένα τέτοιο κριτήριο πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο λόγω της ευκολίας με την οποία ο Koetschau προτείνει να θεραπεύσει τα κενά, αλλά και λόγω της αδικαιολόγητης ευκολίας με την οποία τα διακρίνει μέσα στο κείμενο. Και η σχέση ανάμεσα στον Ρουφίνο και την αντιωριγενική παράδοση πρέπει επίσης να τεθεί με μεγαλύτερη προσοχή και χωρίς κανενός είδους προκαταλήψεις. Συμπερασματικά, η έκδοση του Koetschau θέτει στη διάθεση του μελετητή όλα τα δυνατά στοιχεία ώστε να μπορεί να προσανατολιστεί στα περίπλοκα προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιαίτερη κατάσταση μέσα στην οποία το έργο του Ωριγένη μας παραδόθηκε άμεσα και έμμεσα, υπό τον όρο όμως να μην ακολουθείται συστηματικά και χωρίς έλεγχο ό,τι ο εκδότης προτείνει ως ανασύσταση του κειμένου, αλλά να εξετάζονται πάντοτε οι προτάσεις του με βάση την πλούσια τεκμηρίωση που παρέχεται στο υπόμνημα.⁴⁶
Πιο συγκεκριμένα, είμαι της γνώμης ότι στην ανασύσταση του κειμένου είναι μεθοδολογικά ορθό να χρησιμοποιούνται άμεσα, για τη διόρθωση και συμπλήρωση της ρουφίνειας εκδοχής, μόνο τα χωρία του Ιερωνύμου, του Ιουστινιανού κ.λπ. που παραδίδονται ως κατά λέξη παραθέσεις· όλες οι άλλες μαρτυρίες πρέπει να παρατίθενται μόνο στο υπόμνημα. Αλλά ακόμη κι αν με αυτόν τον τρόπο μπορούν να διορθωθούν οι πιο εμφανείς αυθαιρεσίες του Koetschau, παραμένει πάντοτε ισχύον ό,τι παρατηρήσαμε παραπάνω σχετικά με τη σκοπιμότητα ο μελετητής, για να σχηματίσει μια ιδέα όσο το δυνατόν λιγότερο ανεπαρκή για τον αρχικό τόνο του έργου του Ωριγένη, να προσφεύγει συστηματικά σε όλες τις μαρτυρίες που έχουμε στην κατοχή μας, διότι ποτέ όσο στο δικό μας έργο κάθε εκ των προτέρων διάκριση ανάμεσα σε άμεση και έμμεση παράδοση, ανάμεσα σε κείμενο και μαρτυρία, δεν αποδεικνύεται αυθαίρετη και βλαβερή.
Σημειώσεις:
Ωριγένης
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
I. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ
3. Τα χωρία της «Φιλοκαλίας».
Η Φιλοκαλία²³ είναι μια ανθολογία χωρίων επιλεγμένων από τα έργα του Ωριγένη, συνταγμένη από τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό και τον Βασίλειο Καισαρείας, πιθανότατα το 358 —GREG., Ep. 115. Σε αντίθεση με τα πλήρη έργα του Ωριγένη, τα οποία, εξαιτίας της καταδίκης του 553, έχουν σχεδόν όλα χαθεί στα πρωτότυπά τους, η Φιλοκαλία, λόγω του αποσπασματικού της χαρακτήρα και κυρίως λόγω του κύρους των δύο συντακτών της, συνέχισε να διαβάζεται και να αντιγράφεται κατά τη βυζαντινή εποχή, έτσι ώστε να μας έχουν απομείνει πολλά χειρόγραφά της.²⁴
Σε αυτό το έργο οφείλουμε τη γνώση αρκετών χωρίων έργων που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα χωρία που έχουν μεταγραφεί από το Περὶ ἀρχῶν, δεδομένης της ύπαρξης της μετάφρασης του Ρουφίνου· αλλά γι’ αυτό τα εν λόγω χωρία δεν είναι λιγότερο σημαντικά, καθόσον αποτελούν ένα σημαντικό, μάλιστα το σημαντικότερο, μέσο ελέγχου της λατινικής μετάφρασης που διαθέτουμε. Τα μεταγραμμένα χωρία είναι μόνο δύο —III, 1 και IV, 1-3—· σε αντιστάθμισμα όμως είναι πολύ εκτενή και καλύπτουν συνολικά σχεδόν το ένα έκτο ολόκληρου του έργου: πραγματεύονται αντιστοίχως την ελεύθερη βούληση και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Τα κίνητρα που ώθησαν στην επιλογή ακριβώς αυτών των χωρίων αντί άλλων φαίνονται αρκετά προφανή: από τη μια πλευρά βρίσκεται η εσωτερική σημασία των θεμάτων που πραγματεύονται και η αριστεία της ωριγενικής πραγμάτευσης, η οποία τα καθιστά δύο υποδειγματικές μαρτυρίες, δύσκολα αντικαταστάσιμες στο πλαίσιο ολόκληρης της αρχαίας χριστιανικής γραμματείας· από την άλλη πλευρά βρίσκεται το γεγονός ότι σε αυτά η ορθοδοξία σπάνια και μόνο περιθωριακά τίθεται σε κίνδυνο· και σε αυτό το σημείο, στα μέσα του 4ου αιώνα, είχαν ήδη γίνει πολύ απαιτητικοί.
Η σύγκριση με το ρουφίνιο κείμενο επιτρέπει να διαπιστωθεί, σε γενικές γραμμές, ο παραφραστικός χαρακτήρας της λατινικής εκδοχής, για τον οποίο έχουμε ήδη μιλήσει. Εδώ είναι πιο ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι, σε σχέση με το λατινικό κείμενο, το ελληνικό παρουσιάζει: 1) ένα μακρό χωρίο επιπλέον· 2) αρκετά χωρία λιγότερα, πολύ διαφορετικού μεγέθους· 3) ορισμένα χωρία στα οποία, παρά τη θεμελιώδη σύγκλιση, η διαφορά ανάμεσα στη λατινική εκδοχή και στο ελληνικό κείμενο υπερβαίνει τα όρια που μπορούν να παραχωρηθούν ακόμη και στην πιο ελεύθερη παράφραση. Το πρώτο σημείο —IV, 3, 7— δεν θέτει δυσκολία: ένας αποσπασματολόγος δύσκολα είναι παρεμβλητής· και η παράλειψη πρέπει σαφώς να αποδοθεί στον Ρουφίνο, ο οποίος την έκανε για συντομία. Πιο σύνθετη και δυσκολότερης λύσης παρουσιάζεται η συζήτηση για τα άλλα δύο σημεία.
Ορισμένα χωρία που το λατινικό παρουσιάζει επιπλέον σε σχέση με το ελληνικό κείμενο, στα οποία γίνεται λόγος, στο τέλος του III, 1 και στο IV, 3, για τη διδασκαλία της προΰπαρξης της ψυχής, ήδη λόγω της επικινδυνότητας του θέματος οδηγούν εύκολα στη σκέψη ότι πρόκειται για παραλείψεις που έγιναν προληπτικά από τον Έλληνα αποσπασματολόγο. Το γεγονός ότι για ορισμένα από αυτά υπάρχει και η εκδοχή του Ιερωνύμου εξαλείφει κάθε πιθανή αμφιβολία.²⁵ Αντιθέτως, είναι εύκολο να εντοπιστεί μια πλούσια σειρά ασφαλών ρουφίνειων παρεμβολών: πρόκειται, όπως υπαινισσόμασταν πριν, για εισαγωγικές, καταληκτικές, μεταβατικές εκφράσεις· άλλοτε για ρητορικές επεκτάσεις —III, 1, 10. 18—, άλλοτε για κοινότοπες διευκρινίσεις.
Δεν λείπουν όμως ορισμένες περιπτώσεις απέναντι στις οποίες μένει κανείς αμφίβολος: το γεγονός ότι δεν βρίσκουν αντίστοιχο στο ελληνικό και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μπορεί να εξηγήσει μια προληπτική εξάλειψή τους οδηγεί αμέσως στη σκέψη ότι μπορεί να πρόκειται για παρεμβολές του Ρουφίνου, όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις. Τώρα όμως πρόκειται, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, για χωρία είτε τέτοια που συμπληρώνουν το συμφραζόμενο καλύτερα απ’ ό,τι το ελληνικό κείμενο είτε πάντως εκφράζουν έννοιες τόσο τεχνικές και σε μορφή τόσο ακριβή, ώστε είναι πολύ δύσκολο να σκεφθεί κανείς ότι μπορεί να προέρχονται από την πένα του Ρουφίνου, τόσο λίγο άνετου στον φιλοσοφικό συλλογισμό ακόμη και όταν πρόκειται μόνο να μεταφράσει. Σε κάποια περίπτωση δεν είμαι αντίθετος να θεωρήσω αυθεντικό το λατινικό κείμενο· σε άλλες μένει κανείς απολύτως αναποφάσιστος.²⁶
Ανάλογη κατάσταση παρουσιάζουν διάφορα χωρία στα οποία στο ελληνικό κείμενο αντιστοιχεί μια πολύ διαφορετική λατινική μετάφραση· εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά στις συνήθεις κοινοτοπίες που χαρακτηρίζουν την προσωπική συμβολή του Ρουφίνου, αλλά μπροστά σε επιχειρήματα που ταιριάζουν καλά με το συμφραζόμενο, κάποτε οξυδερκή και καλά αναπτυγμένα, σε σημείο που η λατινική μετάφραση να προκύπτει όχι μόνο πιο ρητή και σαφής από το ελληνικό κείμενο, αλλά ακόμη και πιο αυστηρά λογική και συνεπής.²⁷ Δεν πιστεύω ότι αξιολογώ τον Ρουφίνο κάτω από τις πραγματικές του ικανότητες, αν τον θεωρώ ανίκανο να εκφραστεί σε μορφή τόσο εύστοχη και αυστηρή.
Αν δεχθούμε ότι, πέρα από τα σημεία στα οποία η Φιλοκαλία συντομεύει για λόγους προφύλαξης, υπάρχουν και άλλα στα οποία η λατινική εκδοχή παρουσιάζεται ως αυθεντική είτε προσθέτοντας σε σχέση με το ελληνικό κείμενο είτε εκφραζόμενη με διαφορετικό τρόπο, μπορούμε, βεβαίως, σε γενικές γραμμές να αποδώσουμε την ευθύνη της αλλοίωσης στον αποσπασματολόγο της Φιλοκαλίας, αλλά δεν μπορούμε όμως ούτε να παραβλέψουμε δύο άλλες δυνατότητες: 1) ορισμένες παραλείψεις θα μπορούσαν να έχουν συμβεί μηχανικά κατά τη διάρκεια της χειρόγραφης παράδοσης·²⁸ 2) ορισμένες παραλείψεις και αλλοιώσεις θα μπορούσαν ακόμη και να ανάγονται σε περίοδο προγενέστερη της σύνταξης της ανθολογίας, έτσι ώστε ο αποσπασματολόγος να είχε εργαστεί πάνω σε ένα κείμενο ήδη εδώ κι εκεί διαφορετικό από εκείνο το οποίο λίγο αργότερα θα χρησιμοποιούσε ο Ρουφίνος για τη μετάφραση. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ωριγενικού έργου, τόσο εκτεθειμένου στη λογοκρισία, και οι διαμάχες που είχαν ανάψει γύρω από αυτό, εύκολα μπορούν να αποτέλεσαν κίνητρο για αυθαίρετες επεμβάσεις στο κείμενο.
4. Τα χωρία που παραδίδονται από τον Ιερώνυμο και από τον Ιουστινιανό²⁹
Έχουμε ήδη υπαινιχθεί τις περιστάσεις που ώθησαν τον Ιερώνυμο να αντιπαραθέσει στη ρουφίνεια μετάφραση του Περὶ ἀρχῶν μια άλλη, αυστηρά κατά λέξη μετάφραση, ώστε να αναδείξει όλα όσα εσφαλμένα και απαράδεκτα για την πίστη περιείχε το ωριγενικό γραπτό: με αυτόν τον τρόπο η προσχώρηση στις γραμμές του αντιωριγενιστικού μετώπου και η οξύτητα της πολεμικής τον ωθούσαν να απαρνηθεί εκείνο που έως τότε υπήρξε η μέθοδός του στη μετάφραση του Ωριγένη: ελεύθερα και με τρόπο ώστε να αμβλύνονται οι πιο επικίνδυνες διατυπώσεις. Αν σταθεί κανείς σε όσα γράφει ο Ιερώνυμος στην Ep. 124 —περ. 410—, η μετάφραση θα είχε γίνει αντικείμενο παράξενων χειρισμών και επίσης αλλοιώσεων. Πάντως, πρέπει να είχε πολύ μικρότερη διάδοση από εκείνη του Ρουφίνου, όπως δείχνει το γεγονός ότι χάθηκε σχεδόν αμέσως κάθε ίχνος της: στενά συνδεδεμένη με την ωριγενική διαμάχη, δεν κατόρθωσε να επιβιώσει μετά από αυτήν.
Αλλά ευτυχώς για εμάς, στην προαναφερθείσα Ep. 124 προς τον φίλο του Αβίτο, ο οποίος του είχε ζητήσει πληροφορίες για τον Ωριγένη και για το Περὶ ἀρχῶν, ο Ιερώνυμος συνοψίζει σε αρκετά αναλυτική μορφή το περιεχόμενο του ωριγενικού γραπτού, συνοδεύοντας την έκθεση με συχνές παραθέσεις αποσπασμάτων που προέρχονται από τη μετάφρασή του.³⁰ Όλη η ιερωνυμική έκθεση αποβλέπει στο να αναδείξει ό,τι είναι περισσότερο απαράδεκτο για την πίστη μέσα στο έργο του Ωριγένη, και τα χωρία που παρατίθενται κατά λέξη έχουν όλα επιλεγεί με βάση αυτή την πρόθεση: δεν υπάρχει επομένως καμία αμφιβολία ότι η επιστολή δίνει μια μονόπλευρη και παραμορφωμένη εικόνα του περιεχομένου του Περὶ ἀρχῶν, έτσι ώστε η χρήση της για την ανασύσταση του αρχικού κειμένου πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Από αυτή την άποψη κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα στην επιστολή θεωρούμενη στο σύνολό της και στα χωρία που δηλώνονται ρητά ότι προσάγονται ως κατά λέξη παραθέσεις. Όσον αφορά την επιστολή, το φανερό πάθος με το οποίο είναι συνταγμένη έκανε ώστε η σκέψη του Ωριγένη να εμφανίζεται συχνά, είτε καλόπιστα είτε κακόπιστα, παραμορφωμένη. Πρέπει να έχουμε υπόψη τον χαρακτήρα πρότασης με τον οποίο ορισμένες διδασκαλίες παρουσιάζονται από τον Ωριγένη σε εναλλακτική μορφή: αρκούσε να δοθεί έμφαση στη μία αντί για την άλλη, ώστε ο Ωριγένης να εμφανιστεί να εκφράζεται με αποδεικτική και όχι με επιφυλακτική μορφή πάνω σε επικίνδυνα σημεία διδασκαλίας.
Ας δει κανείς την έκθεση, συνοδευμένη από παραθέσεις, που κάνει ο Ιερώνυμος για τα κεφάλαια του Περὶ ἀρχῶν στα οποία ο Ωριγένης πραγματευόταν το ζήτημα αν τα λογικά κτίσματα είναι σωματικά ή όχι, και την ανάσταση των σωμάτων, προβάλλοντας δύο διαφορετικές πιθανές λύσεις: ενώ ο Ρουφίνος τείνει στη μετάφρασή του να παρουσιάσει τον Ωριγένη ως υποστηρικτή της διδασκαλίας περί αρχικής και τελικής σωματικότητας των νοερών κτισμάτων, ο Ιερώνυμος τον εμφανίζει ανεπιφύλακτα να υποστηρίζει τη διδασκαλία της ασώματης κατάστασης —βλ. II, 3 και III, 6.³¹ Συνεπώς, μόνο με άκρα προσοχή μπορεί κανείς να αξιοποιήσει, για την ανασύσταση της σκέψης και του γνήσιου κειμένου του Περὶ ἀρχῶν, τα χωρία στα οποία ο Ιερώνυμος την αναφέρει μόνο με ελεύθερη και συνοπτική μορφή.
Διαφορετική είναι, αντίθετα, η αποτίμηση των χωρίων στα οποία ο Ιερώνυμος παραθέτει το κείμενο του Περὶ ἀρχῶν σε κατά λέξη μορφή. Και εδώ είναι σκόπιμο να γίνεται χρήση κάποιας επιφύλαξης, διότι η σύγκριση με σωζόμενα χωρία στα ελληνικά³² επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ούτε η μετάφραση του Ιερωνύμου, κατά βάθος, ήταν τόσο κατά λέξη όσο την παρουσιάζει ο συγγραφέας.³³ Κυρίως δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι μερικές φορές θα μπορούσε να αρκεί κάποια ελαφρά αλλοίωση ή μια μεροληπτική ερμηνεία, υποβαλλόμενη ακόμη και ακούσια από τη δυσμένεια, ώστε η σύνθετη και προβληματική σκέψη του Ωριγένη να εμφανιστεί παραμορφωμένη.
Αλλά γενικά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η εκδοχή του Ιερωνύμου ήταν πιο κατά λέξη από εκείνη του Ρουφίνου, έτσι ώστε τα σωζόμενα χωρία, αποσπασμένα από το μεροληπτικό συμφραζόμενο μέσα στο οποίο έχουν ενταχθεί, επιτρέπουν πολλές φορές να διορθωθεί το ρουφίνειο κείμενο και να συμπληρωθεί εκεί όπου, κυρίως προς το τέλος του έργου, παρουσιάζεται αξιοσημείωτα ελλιπές.
Οι ίδιες αυτές σκέψεις μπορούν ουσιαστικά να ισχύσουν και σε σχέση με την επιστολή που απέστειλε το 543 ο Ιουστινιανός στον Μηνά, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, έχοντας όμως υπόψη ότι εδώ η προσοχή πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η μεροληψία που ενέπνευσε τόσο την επιστολή, στην οποία παρατίθενται και αναιρούνται οι πλάνες του Ωριγένη, όσο και τη συλλογή των 24 χωρίων που προέρχονται από το Περὶ ἀρχῶν, με την οποία συνοδεύεται η επιστολή, είναι η ίδια που είχε εμπνεύσει την Ep. 124 του Ιερωνύμου, επιβαρυμένη από το γεγονός ότι πλέον οι γνήσιες γραμμές της ωριγενικής σκέψης άρχιζαν να παραποιούνται και να αλλοιώνονται από τις εικασίες των απερίσκεπτων Παλαιστινίων μοναχών, αυξάνοντας το βάρος εις βάρος του δασκάλου.³⁴
Γι’ αυτό και σε αυτή την περίπτωση μια πραγματική συμβολή στην ανασύσταση του γνήσιου περιεχομένου του Περὶ ἀρχῶν θα μπορεί να αντληθεί μόνο από τα χωρία που παρατίθενται ρητά ως κατά λέξη παραθέσεις. Πρόκειται για ένα ανθολόγιο 24 σύντομων χωρίων, τα οποία απαριθμούνται άτακτα και μερικές φορές συνοδεύονται από λανθασμένη ένδειξη του βιβλίου του Περὶ ἀρχῶν από το οποίο αντλήθηκαν.³⁵ Δεν πρόκειται για συλλογή που προετοίμασε προσωπικά ο Ιουστινιανός, αλλά για συλλογή που του διαβιβάστηκε από τους αντιωριγενιστές Παλαιστινίους μοναχούς· και η μετάβαση από τη μία αντιγραφή στην άλλη ασφαλώς δεν ωφέλησε την ακρίβεια των παραθεμάτων. Δεν μπορεί κανείς ούτε να αποκλείσει ότι κάποιο από τα αποσπάσματα είναι ελλιπές, με την έννοια ότι από ένα ωριγενικό χωρίο θα είχαν μεταγραφεί μόνο ορισμένες εκφράσεις.³⁶
Από την άλλη πλευρά, δεν έχουμε δυνατότητα να ελέγξουμε την ακρίβεια των παραθεμάτων, επειδή τα διαφορετικά κριτήρια που καθοδήγησαν αυτόν τον αποσπασματολόγο και εκείνον της Φιλοκαλίας έχουν ως αποτέλεσμα οι περιπτώσεις αντιπαραβολής να περιορίζονται σε μία μόνο —IV, 3, 1— και μάλιστα λίγο σημαντική. Αλλά παρά αυτές τις επιφυλάξεις και τις άλλες που θα μπορούσαμε ακόμη να διατυπώσουμε,³⁷ το ιουστινιάνειο ανθολόγιο σε περισσότερες από μία περιπτώσεις επιτρέπει να αποκτήσουμε χρήσιμα στοιχεία για τους σκοπούς της έρευνάς μας.
5. Μικρότερες μαρτυρίες³⁸
Από την Απολογία που γράφτηκε υπέρ του Ωριγένη από τον μάρτυρα Πάμφιλο Καισαρείας στις αρχές του 4ου αιώνα, σε 6 βιβλία, κατέχουμε μόνο το Ι στη μετάφραση του Ρουφίνου, ελάχιστα μόνο προγενέστερη της μετάφρασης του Περὶ ἀρχῶν. Το κριτήριο του Παμφίλου ήταν να υπερασπιστεί τον Ωριγένη με τον Ωριγένη, παραθέτοντας τις διάφορες κατηγορίες που του απευθύνονταν και ακολουθώντας τες με χωρία από ωριγενικά γραπτά τέτοια ώστε να αποκλείουν τη βασιμότητα της κατηγορίας. Ανάμεσα στα χωρία που παραθέτει ο Πάμφιλος στο βιβλίο Ι υπάρχουν αρκετά παρμένα από το Περὶ ἀρχῶν, των οποίων επομένως μας έχει απομείνει η ρουφίνεια μετάφραση. Πρόκειται για μετάφραση που, στο μεγαλύτερο μέρος της, συμπίπτει με εκείνη του πλήρους έργου, επιπλέον επειδή προφανώς ο Ρουφίνος την είχε μπροστά του όταν μετέφραζε εκ νέου αυτά τα χωρία για δεύτερη φορά· και όμως η σύγκριση με τον Πάμφιλο είναι κάποτε χρήσιμη, όχι μόνο επειδή επιτρέπει να διορθωθεί κάποιο σφάλμα που δημιουργήθηκε στη λατινική παράδοση του Περὶ ἀρχῶν, αλλά και επειδή σε κάποιο σημείο ο Ρουφίνος, μεταφράζοντας εκ νέου, άλλαξε κάπως, και ακριβώς η πρώτη μετάφραση αποδεικνύεται πιστότερη από τη δεύτερη.³⁹
Ο Φώτιος γνώριζε και άλλες Απολογίες προς υπεράσπιση του Ωριγένη, πέρα από εκείνη του Παμφίλου —Biblioth., κώδ. 118—, και μας άφησε ορισμένες πληροφορίες για ένα ανώνυμο γραπτό ενός πιστού ωριγενιστή, πιθανότατα των αρχών του 4ου αιώνα, ο οποίος προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις πιο επίμεμπτες εκφράσεις του Ωριγένη, εξηγώντας τες είτε ως διατυπώσεις που έγιναν ως προσωπική πρόταση, για άσκηση, είτε ως παρεμβλημένες από άλλους, με βάση την επιστολή του Ωριγένη την οποία αργότερα θα χρησιμοποιούσε ο Ρουφίνος για να στηρίξει την ίδια θέση. Το ενδιαφέρον, έστω και περιορισμένο, που παρουσιάζει αυτός ο συγγραφέας για τους σκοπούς μας έγκειται στο γεγονός ότι ο Φώτιος μας παρέδωσε 15 αντιωριγενικές ενστάσεις που εκείνος είχε παραθέσει για να τις αντικρούσει· και κάποια από αυτές έχει την όψη ότι αντλήθηκε ad litteram ή σχεδόν από το κείμενο του Περὶ ἀρχῶν.⁴⁰
Ο Επιφάνιος Σαλαμίνος, όπως υπαινιχθήκαμε, ασχολήθηκε εκτενώς με τον Ωριγένη στο Πανάριον του —haer. 64—, αλλά το ειδικό του ενδιαφέρον για το Περὶ ἀρχῶν φαίνεται ότι ήταν μικρότερο από ό,τι θα μπορούσε να αναμένει κανείς. Δεν λείπουν πάντως αναφορές σε διδασκαλίες που εκτίθενται εδώ· αλλά δεν φαίνεται να πρόκειται για κατά λέξη παραθέσεις. Γι’ αυτό μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε μόνο με άκρα επιφύλαξη και έμμεσα, όπως και τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας⁴¹ και άλλα ιερωνυμικά γραπτά, στα οποία παρατίθενται οι πλάνες του Ωριγένη,⁴² αλλά χωρίς μέριμνα για κατά λέξη παράθεση. Έχουμε ήδη διευκρινίσει ότι, δεδομένης της φανερής μεροληψίας τέτοιων πηγών, αυτές μπορούν πράγματι να μας βοηθήσουν μόνο εκεί όπου μας δίνουν κάποια γραμμή κατά λέξη μετάφρασης: αυτή είναι η περίπτωση των χωρίων που παρατίθενται στην Ep. 124 του Ιερωνύμου και στο ανθολόγιο του Ιουστινιανού. Αλλά έξω από αυτά τα έγγραφα είναι πολύ σπάνιο οι αντιωριγενικές πηγές να μας βοηθούν με αυτόν τον τρόπο.⁴³
6. Εκδόσεις. Κριτήρια για την ανασύσταση του κειμένου.
Η editio princeps της ρουφίνειας μετάφρασης του Περὶ ἀρχῶν είδε το φως με τη φροντίδα του J. Merlin στον τόμ. IV των ωριγενικών έργων που δημοσιεύθηκαν στο Παρίσι μεταξύ 1512 και 1522. Ο εκδότης έλαβε ως βάση για την έκδοσή του ένα μόνο χειρόγραφο, το Parisinus Navarranus 17348 του 14ου αιώνα. Σε αυτή την έκδοση στηρίχθηκαν ουσιαστικά οι επόμενες, ακόμη και εκείνη του Erasmus —Βασιλεία, 1536—, έως το 1733, έτος κατά το οποίο είδε το φως ο τόμ. I της έκδοσης των έργων του Ωριγένη με τη φροντίδα του μαυρίνου μοναχού C. de la Rue, στον οποίο περιλαμβάνεται το Περὶ ἀρχῶν. Αυτή η έκδοση σημείωσε μεγάλη πρόοδο σε σχέση με τις προηγούμενες, κυρίως για δύο λόγους: 1) ο εκδότης χρησιμοποίησε αρκετά χειρόγραφα αντί για ένα μόνο· 2) χρησιμοποίησε επίσης συστηματικά τα αποσπάσματα που μας έφθασαν στα ελληνικά και εκείνα που παραδίδονται από τον Ιερώνυμο. Με αυτόν τον τρόπο μας έδωσε την πρώτη προσπάθεια ανασύστασης του ωριγενικού κειμένου, επιτρέποντας να αντιπαραβάλουμε τον Ρουφίνο με άλλους μάρτυρες.
Όσον αφορά την έκδοση του ρουφίνειου κειμένου, έβλαψε τον de la Rue το γεγονός ότι όλα τα χειρόγραφα που χρησιμοποίησε ανήκαν στην αναθεώρηση γ. Από εδώ, μεταξύ άλλων μικρότερων ελαττωμάτων, η παράλειψη του I, 4, 3-5, χωρίου που παραδίδεται μόνο από την αναθεώρηση α. Μια πιο ριζική προσπάθεια ανασύστασης έγινε από τον K. Fr. Schnitzer —Origenes über die Grundlehren der Glaubenswissenschaft, Stuttgart, 1835—, αξιοποιώντας πιο αποφασιστικά την έμμεση παράδοση εις βάρος της μετάφρασης του Ρουφίνου. Ο Schnitzer πάντως μας έδωσε μόνο την ελεύθερη γερμανική μετάφραση του κειμένου που είχε ανασυστήσει, συνοδεύοντάς την με σποραδικές σημειώσεις.
Το έργο του Schnitzer το έλαβε πολύ υπόψη ο P. Koetschau, συγγραφέας της κριτικής έκδοσης του Περὶ ἀρχῶν, που δημοσιεύθηκε στη Λειψία το 1913 ως τόμ. V των έργων του Ωριγένη που περιλαμβάνονται στη σειρά Die griechischen christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte. Πρόκειται για θεμελιώδη έκδοση λόγω της έκτασης της χειρόγραφης παράδοσης της ρουφίνειας εκδοχής που ελήφθη υπόψη, λόγω της ακρίβειας με την οποία αυτή η παράδοση εξετάστηκε και αξιοποιήθηκε,⁴⁴ και λόγω της μεγάλης ποσότητας μαρτυριών, πηγών και παράλληλων χωρίων που ο Koetschau συγκέντρωσε σε ειδικό υπόμνημα για να φωτίσει και συγχρόνως να ελέγξει βήμα προς βήμα τη ρουφίνεια εκδοχή. Αλλά σε αυτή την έκταση και σχολαστικότητα της πληροφόρησης δεν αντιστοιχούσε εξίσου μεγάλη ακρίβεια και ορθότητα μεθοδικών κριτηρίων: ο Koetschau συνέταξε το έργο του σε μια εποχή κατά την οποία κυρίαρχη ήταν η άποψη ότι ο Ρουφίνος είχε βαθιά αλλοιώσει το αρχικό κείμενο του έργου, και ότι αντίθετα η αντιωριγενική έμμεση παράδοση μας το απέδιδε με πολύ μεγαλύτερη πιστότητα.
Αυτή η πεποίθηση παρήγαγε διπλή συνέπεια: 1) ο Koetschau τείνει συστηματικά να δίνει δίκιο στην έμμεση παράδοση εναντίον του Ρουφίνου, ακόμη και όταν αυτή η παράδοση παρουσιάζεται όχι με μορφή άμεσης παράθεσης αλλά διατυπωμένη με πιο γενικό τρόπο. 2) Πεπεισμένος ότι ο Ρουφίνος είχε επιφέρει στο έργο του Ωριγένη πολυάριθμες και εκτενέστατες περικοπές, ο εκδότης, όταν του έλειπαν ο Ιερώνυμος, ο Θεόφιλος και ο Ιουστινιανός, προσπάθησε να τις αποκαταστήσει εισάγοντας απευθείας στο κείμενο, έστω και ως απλή πρόταση, τα πιο ποικίλα κείμενα, από τους αναθεματισμούς του 553 —βλ. σημ. 34— έως χωρία έργων του Γρηγορίου Νύσσης και άλλων συγγραφέων —βλ. I, 8, 2· I, 8, 4· II, 8, 3.⁴⁵
Ένα τέτοιο κριτήριο πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο λόγω της ευκολίας με την οποία ο Koetschau προτείνει να θεραπεύσει τα κενά, αλλά και λόγω της αδικαιολόγητης ευκολίας με την οποία τα διακρίνει μέσα στο κείμενο. Και η σχέση ανάμεσα στον Ρουφίνο και την αντιωριγενική παράδοση πρέπει επίσης να τεθεί με μεγαλύτερη προσοχή και χωρίς κανενός είδους προκαταλήψεις. Συμπερασματικά, η έκδοση του Koetschau θέτει στη διάθεση του μελετητή όλα τα δυνατά στοιχεία ώστε να μπορεί να προσανατολιστεί στα περίπλοκα προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιαίτερη κατάσταση μέσα στην οποία το έργο του Ωριγένη μας παραδόθηκε άμεσα και έμμεσα, υπό τον όρο όμως να μην ακολουθείται συστηματικά και χωρίς έλεγχο ό,τι ο εκδότης προτείνει ως ανασύσταση του κειμένου, αλλά να εξετάζονται πάντοτε οι προτάσεις του με βάση την πλούσια τεκμηρίωση που παρέχεται στο υπόμνημα.⁴⁶
Πιο συγκεκριμένα, είμαι της γνώμης ότι στην ανασύσταση του κειμένου είναι μεθοδολογικά ορθό να χρησιμοποιούνται άμεσα, για τη διόρθωση και συμπλήρωση της ρουφίνειας εκδοχής, μόνο τα χωρία του Ιερωνύμου, του Ιουστινιανού κ.λπ. που παραδίδονται ως κατά λέξη παραθέσεις· όλες οι άλλες μαρτυρίες πρέπει να παρατίθενται μόνο στο υπόμνημα. Αλλά ακόμη κι αν με αυτόν τον τρόπο μπορούν να διορθωθούν οι πιο εμφανείς αυθαιρεσίες του Koetschau, παραμένει πάντοτε ισχύον ό,τι παρατηρήσαμε παραπάνω σχετικά με τη σκοπιμότητα ο μελετητής, για να σχηματίσει μια ιδέα όσο το δυνατόν λιγότερο ανεπαρκή για τον αρχικό τόνο του έργου του Ωριγένη, να προσφεύγει συστηματικά σε όλες τις μαρτυρίες που έχουμε στην κατοχή μας, διότι ποτέ όσο στο δικό μας έργο κάθε εκ των προτέρων διάκριση ανάμεσα σε άμεση και έμμεση παράδοση, ανάμεσα σε κείμενο και μαρτυρία, δεν αποδεικνύεται αυθαίρετη και βλαβερή.
Σημειώσεις:
22.Αυτή είναι η πεποίθηση που ο Bardy αντλεί από την ανάλυση των διάφορων μαρτυριών στις οποίες θεμελιώνουμε τη γνώση μας για το έργο του Ωριγένη: βλ. το γραπτό που παρατίθεται στη σημ. 9.
23.Βλ. BARDY, ό.π., σσ. 36 κ.ε.
24.Βλ. την έκδ. του Robinson —Cambridge, 1893— και τη μελέτη του Koetschau στο TU VI, 1.
25.Βλ. III, 1, 23· IV, 3, 10.
26.Βλ., π.χ., III, 1, 10 και IV, 3, 10, όπου ο Koetschau, εναντίον του Robinson, θεωρεί αυθεντική την προσθήκη που παρέχει ο Ρουφίνος· και επίσης III, 1, 11. 12. 17.
27.Βλ., π.χ., III, 1, 9. 17. 23. 24.
28.Βλ., π.χ., τις κοινότοπες παραλείψεις κάποιας λέξης στις βιβλικές παραθέσεις του III, 1, 10. 11.
29.Βλ. BARDY, ό.π., σσ. 154 κ.ε. 49 κ.ε.
30.Η έκθεση γίνεται ακολουθώντας συστηματικά τη σειρά του έργου του Ωριγένη, με την παρεμβολή των κατά λέξη παραθεμάτων καθώς ο Ιερώνυμος τα συναντούσε στο κείμενο της μετάφρασής του. Αυτή η διαδικασία επιτρέπει σχεδόν πάντοτε να εντοπιστεί με αξιοσημείωτη προσέγγιση το σημείο του έργου όπου πρέπει να εισαχθούν τα χωρία που παραθέτει ο Ιερώνυμος, τα οποία αντίθετα ο Ρουφίνος είχε προληπτικά παραλείψει.
31.Ας δει κανείς επίσης, π.χ., τον μεροληπτικό τρόπο με τον οποίο ο Ιερώνυμος παρουσιάζει την ωριγενική συζήτηση για τη μετεμψύχωση —διδασκαλία την οποία ο Ωριγένης πάντοτε απέρριπτε— στην Ep. 124, 4 και 7.
32.Δυστυχώς οι αντιπαραβολές είναι σποραδικές: πράγματι, ο Ιερώνυμος παραθέτει πάντοτε χωρία στα οποία ο Ωριγένης εξέθετε επικίνδυνες διδασκαλίες, ενώ στη Φιλοκαλία έχουν παρατεθεί ακριβώς τα χωρία που είναι λιγότερο εκτεθειμένα σε κινδύνους στο δογματικό επίπεδο.
33.Βλ. τα παραδείγματα που φέρνει ο Bardy στις σσ. 182 κ.ε. Πρόκειται πάντως για μικρής σημασίας παραλλαγές· γι’ αυτό θεωρούμε περιττό να παραθέσουμε τα χωρία εκτενώς.
34.Καταλογίζεται, π.χ., στον Ωριγένη ότι υποστηρίζει το σφαιρικό σχήμα του σώματος στην ανάσταση, πράγμα που φαίνεται να είναι μη ωριγενική διδασκαλία. Πάντως η επιστολή του 543 στρέφεται θεμελιωδώς κατά της γνήσιας σκέψης του Ωριγένη, έστω κι αν την ερμηνεύει in malam partem. Αντίθετα, οι αναθεματισμοί της συνόδου της Κωνσταντινούπολης του 553 έχουν χωρίς αμφιβολία ως αντικείμενο τις διδασκαλίες των ωριγενιστών μοναχών —βλ. GUILLAUMONT, ό.π., σσ. 140 κ.ε.—: γι’ αυτόν τον λόγο αυτή δεν μας βοηθά καθόλου. Για το κείμενο των επιστολών του Ιουστινιανού και των Αναθεματισμών του 553 βλ. MANSI, Concil., IX, σσ. 488 κ.ε., 396 κ.ε.
35.Π.χ., το απ. 8 προέρχεται από το βιβλίο Ι και όχι από το IV· το απ. 15 προέρχεται από το βιβλίο Ι και όχι από το II. Άλλες φορές ο τίτλος που συνοδεύει το απόσπασμα δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του ίδιου του αποσπάσματος: βλ. τα απ. 5 και 8.
36.Βλ. II, 1, 1· II, 9, 1.
37.Δεν μπορεί ασφαλώς να αποκλειστεί η δυνατότητα κάποιας παρεμβολής και εκούσιας αλλοίωσης.
38.Βλ. BARDY, ό.π., σσ. 20 κ.ε.
39.Βλ. I, 8, 4· I, 3, 6.
40.Βλ., π.χ., τις ενστάσεις 2 —= De Pr., I, 2, 13—· 13 —= I, 1, 8—· 15 —= I, 2, 6.
41.Ορισμένες επίσημες επιστολές του, στις οποίες καταδικάζονται οι πλάνες του Ωριγένη, μεταφράστηκαν από τον Ιερώνυμο και διασώθηκαν στην αλληλογραφία του: 96, 98, 100.
42.Θυμίζουμε κυρίως το γραπτό Κατά Ιωάννη Ιεροσολύμων.
43.Ίσως μπορεί να εντοπιστεί κάποια κατά λέξη απήχηση στα αντιωριγενικά χωρία του Αντιπάτρου Βόστρων —περί τα μέσα του 5ου αιώνα— που παρατίθενται στα Sacra Parallela από τον Ιωάννη Δαμασκηνό: PG XCVI, 501 κ.ε. Τέλος, θυμίζουμε δύο παραθέσεις του Ευσεβίου Καισαρείας και του Μαρκέλλου Αγκύρας —I, praef. 1· IV, 4, 1— και δύο του Αθανασίου —IV, 4, 1.
44.Αυτή την ακρίβεια και επιμέλεια μπόρεσα να τη διαπιστώσω προσωπικά χάρη στην αντιπαραβολή αρκετών σελίδων χειρογράφων που χρησιμοποιήθηκαν από τον Koetschau. Για μια κάπως διαφορετική ανασύσταση του stemma των χειρογράφων της ομάδας Y, βλ. όσα παρατήρησα στο Sacris Erudiri, 1957, σσ. 5 κ.ε. Αλλά πρόκειται για τροποποιήσεις που έχουν μόνο οριακή σημασία στη συγκρότηση του ρουφίνειου κειμένου. Το ίδιο ισχύει και σχετικά με ορισμένα σημεία του ρουφίνειου κειμένου στα οποία ο Koetschau, δεσμευμένος σε μια υπερβολικά άκαμπτη πουριστική εκτίμηση των λατινικών του 4ου αιώνα, επισημαίνει κενά και φθορές που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.
45.Τα κριτήρια που καθοδήγησαν τον Koetschau στην ανασύσταση του ωριγενικού κειμένου υποβλήθηκαν σε αναθεώρηση και κριτική όχι μόνο από τον Bardy στο προαναφερθέν έργο του, αλλά και από τον K. MÜLLER, στο Sitz. preuss. Akad., 1919, σσ. 616 κ.ε.
46.Αυτή η παρατήρησή μου θα φανεί απολύτως κοινότοπη και αυτονόητη· και όμως πολλοί μελετητές, ακόμη και πρόσφατοι και μεγάλου ονόματος, παρασύρθηκαν μερικές φορές σε σφάλμα επειδή προσκολλήθηκαν υπερβολικά πιστά και άκριτα στο κείμενο που ανασύστησε ο Koetschau, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν ωριγενικό κάτι που δεν είχε καμία —ή πολύ μικρή— σχέση με τον Ωριγένη.
Συνεχίζεται με: II. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΔΟΜΗ, ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ
23.Βλ. BARDY, ό.π., σσ. 36 κ.ε.
24.Βλ. την έκδ. του Robinson —Cambridge, 1893— και τη μελέτη του Koetschau στο TU VI, 1.
25.Βλ. III, 1, 23· IV, 3, 10.
26.Βλ., π.χ., III, 1, 10 και IV, 3, 10, όπου ο Koetschau, εναντίον του Robinson, θεωρεί αυθεντική την προσθήκη που παρέχει ο Ρουφίνος· και επίσης III, 1, 11. 12. 17.
27.Βλ., π.χ., III, 1, 9. 17. 23. 24.
28.Βλ., π.χ., τις κοινότοπες παραλείψεις κάποιας λέξης στις βιβλικές παραθέσεις του III, 1, 10. 11.
29.Βλ. BARDY, ό.π., σσ. 154 κ.ε. 49 κ.ε.
30.Η έκθεση γίνεται ακολουθώντας συστηματικά τη σειρά του έργου του Ωριγένη, με την παρεμβολή των κατά λέξη παραθεμάτων καθώς ο Ιερώνυμος τα συναντούσε στο κείμενο της μετάφρασής του. Αυτή η διαδικασία επιτρέπει σχεδόν πάντοτε να εντοπιστεί με αξιοσημείωτη προσέγγιση το σημείο του έργου όπου πρέπει να εισαχθούν τα χωρία που παραθέτει ο Ιερώνυμος, τα οποία αντίθετα ο Ρουφίνος είχε προληπτικά παραλείψει.
31.Ας δει κανείς επίσης, π.χ., τον μεροληπτικό τρόπο με τον οποίο ο Ιερώνυμος παρουσιάζει την ωριγενική συζήτηση για τη μετεμψύχωση —διδασκαλία την οποία ο Ωριγένης πάντοτε απέρριπτε— στην Ep. 124, 4 και 7.
32.Δυστυχώς οι αντιπαραβολές είναι σποραδικές: πράγματι, ο Ιερώνυμος παραθέτει πάντοτε χωρία στα οποία ο Ωριγένης εξέθετε επικίνδυνες διδασκαλίες, ενώ στη Φιλοκαλία έχουν παρατεθεί ακριβώς τα χωρία που είναι λιγότερο εκτεθειμένα σε κινδύνους στο δογματικό επίπεδο.
33.Βλ. τα παραδείγματα που φέρνει ο Bardy στις σσ. 182 κ.ε. Πρόκειται πάντως για μικρής σημασίας παραλλαγές· γι’ αυτό θεωρούμε περιττό να παραθέσουμε τα χωρία εκτενώς.
34.Καταλογίζεται, π.χ., στον Ωριγένη ότι υποστηρίζει το σφαιρικό σχήμα του σώματος στην ανάσταση, πράγμα που φαίνεται να είναι μη ωριγενική διδασκαλία. Πάντως η επιστολή του 543 στρέφεται θεμελιωδώς κατά της γνήσιας σκέψης του Ωριγένη, έστω κι αν την ερμηνεύει in malam partem. Αντίθετα, οι αναθεματισμοί της συνόδου της Κωνσταντινούπολης του 553 έχουν χωρίς αμφιβολία ως αντικείμενο τις διδασκαλίες των ωριγενιστών μοναχών —βλ. GUILLAUMONT, ό.π., σσ. 140 κ.ε.—: γι’ αυτόν τον λόγο αυτή δεν μας βοηθά καθόλου. Για το κείμενο των επιστολών του Ιουστινιανού και των Αναθεματισμών του 553 βλ. MANSI, Concil., IX, σσ. 488 κ.ε., 396 κ.ε.
35.Π.χ., το απ. 8 προέρχεται από το βιβλίο Ι και όχι από το IV· το απ. 15 προέρχεται από το βιβλίο Ι και όχι από το II. Άλλες φορές ο τίτλος που συνοδεύει το απόσπασμα δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του ίδιου του αποσπάσματος: βλ. τα απ. 5 και 8.
36.Βλ. II, 1, 1· II, 9, 1.
37.Δεν μπορεί ασφαλώς να αποκλειστεί η δυνατότητα κάποιας παρεμβολής και εκούσιας αλλοίωσης.
38.Βλ. BARDY, ό.π., σσ. 20 κ.ε.
39.Βλ. I, 8, 4· I, 3, 6.
40.Βλ., π.χ., τις ενστάσεις 2 —= De Pr., I, 2, 13—· 13 —= I, 1, 8—· 15 —= I, 2, 6.
41.Ορισμένες επίσημες επιστολές του, στις οποίες καταδικάζονται οι πλάνες του Ωριγένη, μεταφράστηκαν από τον Ιερώνυμο και διασώθηκαν στην αλληλογραφία του: 96, 98, 100.
42.Θυμίζουμε κυρίως το γραπτό Κατά Ιωάννη Ιεροσολύμων.
43.Ίσως μπορεί να εντοπιστεί κάποια κατά λέξη απήχηση στα αντιωριγενικά χωρία του Αντιπάτρου Βόστρων —περί τα μέσα του 5ου αιώνα— που παρατίθενται στα Sacra Parallela από τον Ιωάννη Δαμασκηνό: PG XCVI, 501 κ.ε. Τέλος, θυμίζουμε δύο παραθέσεις του Ευσεβίου Καισαρείας και του Μαρκέλλου Αγκύρας —I, praef. 1· IV, 4, 1— και δύο του Αθανασίου —IV, 4, 1.
44.Αυτή την ακρίβεια και επιμέλεια μπόρεσα να τη διαπιστώσω προσωπικά χάρη στην αντιπαραβολή αρκετών σελίδων χειρογράφων που χρησιμοποιήθηκαν από τον Koetschau. Για μια κάπως διαφορετική ανασύσταση του stemma των χειρογράφων της ομάδας Y, βλ. όσα παρατήρησα στο Sacris Erudiri, 1957, σσ. 5 κ.ε. Αλλά πρόκειται για τροποποιήσεις που έχουν μόνο οριακή σημασία στη συγκρότηση του ρουφίνειου κειμένου. Το ίδιο ισχύει και σχετικά με ορισμένα σημεία του ρουφίνειου κειμένου στα οποία ο Koetschau, δεσμευμένος σε μια υπερβολικά άκαμπτη πουριστική εκτίμηση των λατινικών του 4ου αιώνα, επισημαίνει κενά και φθορές που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.
45.Τα κριτήρια που καθοδήγησαν τον Koetschau στην ανασύσταση του ωριγενικού κειμένου υποβλήθηκαν σε αναθεώρηση και κριτική όχι μόνο από τον Bardy στο προαναφερθέν έργο του, αλλά και από τον K. MÜLLER, στο Sitz. preuss. Akad., 1919, σσ. 616 κ.ε.
46.Αυτή η παρατήρησή μου θα φανεί απολύτως κοινότοπη και αυτονόητη· και όμως πολλοί μελετητές, ακόμη και πρόσφατοι και μεγάλου ονόματος, παρασύρθηκαν μερικές φορές σε σφάλμα επειδή προσκολλήθηκαν υπερβολικά πιστά και άκριτα στο κείμενο που ανασύστησε ο Koetschau, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν ωριγενικό κάτι που δεν είχε καμία —ή πολύ μικρή— σχέση με τον Ωριγένη.
Συνεχίζεται με: II. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΔΟΜΗ, ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου