Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Aναστασίου Γιαννά

  Παράλληλα με την εμφάνιση τής «μοντέρνας εποχής», δηλαδή της κατάκτησης των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών από τους γνωστικούς, κάνει την εμφάνιση της, όπως εξάλλου ήταν επόμενο, και μία «μοντέρνα τέχνη» (arte moderna). Στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό όπως και στον Χριστιανικό πολιτισμό, η τέχνη εννοείτο ως «Δημιουργία ηχητικών, εικονικών και γλωσσικών μορφών, που οδηγούν την ψυχή στην προσέγγιση της Καλοκαγαθίας» . Ο Πλάτων στον Τίμαιο γράφει ότι οι άνθρωποι είναι τα μοναδικά φυτά που έχουν τις ρίζες τους στον Ουρανό• και αυτές οι βαθιές ρίζες αποκαλύπτονται και θρέφονται από την τέχνη. Ακριβώς το αντίθετο έκανε η μοντέρνα τέχνη. Οι γνωστικοί εμπνευστές της, μη έχοντας ερωτική σχέση με τον Ουράνιο Πατέρα και μισώντας το δημιούργημα του, τον κόσμο, στράφηκαν μέσα στις ασυνείδητες και ανεξερεύνητες περιοχές του Εγώ τους, για να βρουν την έμπνευση και την δημιουργία. Όπως ήταν φυσικό, εκεί βρήκαν την ασχήμια, την απόγνωση και το χάος. Ο μεγάλος ιστορικός της τέχνης Hans Sedlmayr (1896-1984), δίνει σημαντικές πληροφορίες για την προέλευση του ρεύματος της μοντέρνας τέχνης :«Oι αλλαγές πού, απ΄την αρχή της μοντέρνας τέχνης, παρήχθησαν σε αυτήν και μέσω αυτής, έχουν την σπουδαιότητα μιας επανάστασης μιας επανάστασης που όμοιά της δεν είχε γίνει ποτέ έως τότε. Εξάλλου θα ήταν παράξενο εάν τα πράγματα πήγαιναν διαφορετικά εάν σε μία εποχή, στην οποία όλες οι ζωτικές, πνευματικές και κοινωνικές σχέσεις ανατράπηκαν εκ θεμελίων, μόνον η τέχνη να έμενε ουσιαστικά ανέγγιχτη από αυτές τις ανατροπές. Αυτή η επανάσταση είναι ένα ολοκληρωμένο γεγονός. Ακόμη και εάν δεν εμβαθύνουμε στην ουσία του, φαίνεται αμέσως ότι αυτή σηματοδοτεί μία ρωγμή όχι μόνον με όλο το Ευρωπαϊκό παρελθόν αλλά γενικά με όλο το παρελθόν της τέχνης. Οι υπέρμαχοί της το γνώριζαν καλά, το αναγνώρισαν, το επιθύμησαν, το επροκάλεσαν, και, μέσα στην ευφορία της παγκόσμιας επανάστασης, το διακήρυξαν ανοικτά «Πρέπει όλα να ξαναρχίσουν από το μηδέν» (Le Corbusier). «Εμείς είμαστε οι καταστροφείς της Ευρώπης». (Aragon, ένας απ' τους πατέρες του σουρεαλισμού.)
«Η καρδιά των αρχαίων πόλεών μας, με τους καθεδρικούς ναούς της και τα μοναστήρια, πρέπει να γκρεμιστεί και να αντικατασταθεί με ουρανοξύστες» (Le Corbusier). «Δεν έχουν πέσει ακόμη αρκετές βόμβες πάνω στα παλαιά μουσεία». (Hilla von Rebay, διευθύντρια του Museum of non objective art, στη Νέα Υόρκης) κ.λπ.
 

Μοντέρνα εκκλησία στη Ρώμη
Ένα από τα πρωταρχικά φαινόμενα εκείνων των κινημάτων που προετοίμασαν την μοντέρνα τέχνη και που αποτελούν για να το πούμε έτσι, το έναυσμά της, είναι η επιδίωξη της τέχνης και όλων των τεχνών να είναι εντελώς «καθαρές». Ο Ηans Sedlmayr π.χ. με τον όρο «καθαρή τέχνη» εννοεί κάθε τέχνη από την οποία απουσιάζουν όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις υπόλοιπες τέχνες. Δηλαδή στη ζωγραφική να μην υπάρχει το πλαστικό και το αρχιτεκτονικό στοιχείο, στην αρχιτεκτονική να μην υπάρχει το ζωγραφικό και πλαστικό στοιχείο, στην γλυπτική να μην υπάρχει το ζωγραφικό και αρχιτεκτονικό στοιχείο. Όμως αυτό το είδος καθαρότητας είναι ουσιαστικώς ξένο στην τέχνη.(…) Μία από τις πηγές αυτής της επιδίωξης για «καθαρότητα» θα έπρεπε να αναζητηθεί στον πουριτανικό Καλβινισμό. Το υποδεικνύει το γεγονός ότι η αφηρημένη, καθαρή τέχνη (arte pura) βρήκε ένα έδαφος εξαιρετικά πρόσφορο στην Ολλανδία και την Βόρεια Αμερική.

 
Ο ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Το φαινόμενο του σουρεαλισμού - που χαρακτηρίστηκε με αξεπέραστο τρόπο από τον Dostojevskij («Ο Σωσίας»)- θα μπορούσε να φωτιστεί ιστορικά εάν δινόταν απάντηση από πού προέρχεται το πνεύμα του. Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι δύσκολη, διότι οι αληθινοί πρόδρομοι του σουρεαλισμού πρέπει να αναζητηθούν σε αιρετικούς κύκλους που κρύβονται στα υπόγεια της ιστορίας. Το γεγονός ότι οι σουρεαλιστές θεωρούν τον μαρκήσιο de Sade ως κεντρική φιγούρα του πανθέου τους προσφέρει ένδειξη προς ποια διεύθυνση πρέπει να ψάξουμε. Μία άλλη ένδειξη μας παρέχεται από τον Wilhelm Fraenger, ο οποίος απέδειξε ότι ο Ηieronymus Bosch , στου οποίου την τέχνη οφείλουν πολλά οι σουρεαλιστές, ανήκε στην αίρεση των Αδαμιτών, περισσότερο γνωστή με το όνομα των «ελευθέρων πνευμάτων».
Τέτοιες ενδείξεις κάνουν τον (πρωταρχικό) σουρεαλισμό να φαίνεται ως ένα είδος μοντέρνας αίρεσης, σαν τις «μαύρες» αιρέσεις του Mεσαίωνα (…) Ο ορισμός «αιρετικοί του πολιτισμού μας» πού ο Armand Hoog προσάπτει στους σουρεαλιστές, έχει μία ιστορική έννοια πολύ συγκεκριμένη.(…) Οι σουρεαλιστές, αρχικά, δεν ήθελαν ούτε τέχνη να κάνουν. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η απόλυτη ανατροπή, η συνεχής ανατροπή, ο «χαοτισμός»...

Συνεπώς, το οικοδόμημα της μοντέρνας τέχνης δημιουργήθηκε από εκείνους που γνώριζαν καλά τα τρία μυστικά πάνω στα οποία βασίστηκε ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός - καθώς και ότι η απάλειψή τους θα είχε ως συνέπεια την κατάρρευση αυτού του πολιτισμού. Τα τρία αυτά μυστικά είναι:
Α) Το κάλλος και η σύνδεσή του με την αλήθεια.
Β) Η αντικειμενική υπόσταση του Αγαθού.
Γ) Η συγκράτηση των δυνάμεων του ασυνειδήτου ή διαφορετικά, ο έλεγχος της «αριστερής πλευράς» του ψυχισμού.

ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ
Απόλλων


Ωραιότης ! Αλήθεια, με αυτή την λέξη μόνο, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε και να ορίσουμε το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα. Ποιο άραγε είναι το μυστήριο που κρύβεται πίσω από αυτή, ώστε οι αρχαίοι να ταυτίσουν το Κάλλος µε το Αγαθό, σε τέτοιο βαθµό, που η γλώσσα να δημιουργήσει την λέξη Καλοκαγαθία ; Πιστεύουμε ότι ο πιο αρμόδιος για την επίλυση αυτού του μυστηρίου, είναι ο Πλάτων. Την σύνοψη των σκέψεών του αποδίδει με μεγάλη ακρίβεια, ο Hans Georg Gadamer :
«Σε αυτή την αναγωγική λειτουργία του ωραίου , που ο Πλάτων καθόρισε µε αλησμόνητο τρόπο, γίνεται εμφανής μία δομική οντολογική όψη του ωραίου και άρα μία καθολική δομή του ίδιου του είναι. Καθίσταται σαφές ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ωραίου ως προς το καλό, είναι εκείνο για το οποίο αυτό παρουσιάζεται από μόνο του και γίνεται αμέσως εμφανές στο είναι του. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά την πιο σημαντική οντολογική λειτουργία που υπάρχει, δηλαδή εκείνη της διαμεσολάβησης μεταξύ της Ιδέας και του φαινομένου. Η ιδέα του ωραίου είναι πραγματικά παρούσα σε αυτό που είναι ωραίο, µέ τρόπο αδιαχώριστο και ολοκληρωτικό».
Η σημαντικότητα αυτής της θεώρησης του Πλάτωνος έγκειται στο εξής : Η Ιδέα είναι μία αρχετυπική μεταφυσική οντότης, ανήκει στον χώρο του υπεραισθητού και βρίσκεται πολύ κοντά στο Απόλυτο. Ανήκει δηλαδή στον αντικειμενικό κόσμο. Τα δημιουργήματα του υλικού κόσμου αποτελούν αντίγραφα ή είδωλα των ιδεών, και άρα απέχουν από το αληθές. Μόνον η ωραιότης μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα στον αντικειμενικό και στον υποκειμενικό κόσμο. Όπως γράφει ο Giovani Reale
:«Η ωραιότης ως αποκάλυψη του υπεραισθητού στο αισθητό».
Botticelli, H Γέννηση της Αφροδίτης

Και είναι αυτό ακριβώς που λύνει το πρόβλημα του συμβολισμού στην Τέχνη : «Συγκρίνοντας την θρησκευτική φαντασία των Ελλήνων με εκείνη των ανατολικών, ο Emest Renan παρατηρεί πόσο είναι διαφορετικές οι πλαστικές τους ιδιότητες και, ειδικότερα, επισημαίνει ότι στους Θεούς της Ανατολής, «δημιουργημένους έξω από κάθε αναλογία», η καθαρότητα των μορφών πνίγεται από μία σύνθετη και βαριά τάση προς την αλληγορία : « Η Ινδία - γράφει ο Renan - δεν γνωρίζει άλλο μέσο, για να δώσει έμφαση στους θεούς της, από το να στοιβάζει σημεία πάνω σε σημεία, σύμβολα πάνω σε σύμβολα. Αντίθετα, η Ελλάδα, με ανώτερη έμπνευση, τους πλάθει με την δική της φαντασία». Η ωραιότης λοιπόν είναι φορέας γνώσης και αλήθειας.
  
                               ΤΟ ΑΓΑΘΟ
Ο ανθρωποκεντρικός υποκειμενισμός (πού άρχισε να εμφανίζεται στη Δύση μετά το 1500) ουδέποτε πριν υπήρξε φιλοσοφία ζωής σε καμία χώρα του κόσμου. Ακόμη και εάν ανατρέξουμε στους προ-Σωκρατικούς υλιστές φιλοσόφους, θα δούμε, ότι Θεωρούσαν τον άνθρωπο ένα ελάχιστο μέρος του σύμπαντος και εξαρτούσαν την ευτυχία του απ΄την εναρμόνιση του με τους συμπαντικούς νόμους, τα κοσμικά αρχέτυπα. Ο στόχος της Σωκρατικής μαιευτικής δεν ήταν η έρευνα για κάποια αλήθεια, αλλά η υπενθύμιση μιας ξεχασμένης ερωτικής σχέσης μεταξύ της ψυχής και του προαιώνιου Κάλλους.
Έτσι λοιπόν, η τέχνη μπορεί να είναι μαιευτική μόνον αν περιέχει νύξεις του Θείου, μία επιθυμία για το Θείο, αναλαμπές του Θείου είτε στην ανθρώπινη ψυχή είτε στον φυσικό κόσμο.«Επειδή το να αποκαταστήσεις και να αποκαλύψεις την αληθινή φύση των πραγμάτων σημαίνει να τα φέρεις από το σκοτάδι στο φως και το φως αυτό είναι ο Θείος Λόγος (Εγὼ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου). Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μύηση στην αλήθεια, στην καλοσύνη και στην ομορφιά της υπάρξεώς τους, επειδή αλήθεια, καλοσύνη και ομορφιά συνιστούν την έσχατη τριάδα των θείων ιδιοτήτων. Είναι τα διακριτικά σημάδια της ιερότητας. Στην ύψιστη κορυφή των πραγμάτων, στην τελική τους σύνθεση, το αληθές και το καλό, εν συμβιώσει, με αμοιβαία αλληλεπίδραση, γεννούν το κάλλος είναι πηγή της ωραιότητας. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, «το κάλλος είναι η δόξα της αληθείας».


Η ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ, Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ «ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ» ΤΟΥ ΨΥΧΙΣΜΟΥ

Η ανακάλυψη των σκοτεινών δυνάμεων του ασυνειδήτου δεν προέρχεται από την σύγχρονη επιστημονική έρευνα. Ο αρχαίος κόσμος γνώριζε πολύ καλά αυτές τις δυνάμεις. Έτσι, στον Πλάτωνα διαβάζουμε:
«Μου φαίνεται πως είναι παράνομες κάποιες από τις μη αναγκαίες ηδονές και επιθυμίες, που κατά πάσα πιθανότητα ενυπάρχουν στον καθένα, αλλά, επειδή υποτάσσονται από τους νόμους και τις καλύτερες επιθυμίες μαζί με την λογική, σε μερικούς από τους ανθρώπους εκλείπουν παντελώς ή απομένουν λίγες και ανίσχυρες, ενώ σε άλλους γίνονται ισχυρότερες και περισσότερες.
Και ποιες είναι οι επιθυμίες που εννοείς;
Αυτές που ξεσηκώνονται στον ύπνο μας , είπα, όταν το άλλο μέρος της ψυχής γαληνεύει, εκείνο δηλαδή που είναι λογικό και ήμερο και που κυβερνάει, ενώ το άλλο, το κτηνώδες και άγριο μέρος της, αφού κορεστεί από φαγητά ή από μέθη, σκιρτά και , παραμερίζοντας τον ύπνο, ζητάει να φύγει και να ικανοποιήσει απόλυτα τις ορέξεις του. Ξέρεις καλά πως σε μια τέτοια περίπτωση τολμά να κάνει τα πάντα σαν να έχει απελευθερωθεί και απαλλαγή από κάθε ντροπή και φρόνηση(...)»

* * *
Αλλά και οι Χριστιανοί ασκητές του 6ου αιώνα είχαν περιγράψει το ασυνείδητο στην πλήρη δυναμική μορφή του. Ο Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει: «Ομιλούν οι πιο ακριβολόγοι από τους Πατέρας και για μία άλλη έννοια, λεπτότερη από τις προηγούμενες, η οποία σύμφωνα με ορισμένους αποκαλείται παραρριπισμός του νοός. Αυτή η έννοια παρευθύς, χωρίς να μεσολαβήσει χρόνος ή λόγος ή εικόνα, παρουσιάζει με περισσότερη οξύτητα το πάθος στον άνθρωπο.»

Θα καταλήγαμε λοιπόν πως η απελευθέρωση αυτών των χαοτικών δυνάμεων (μέσω της τέχνης, ή άλλων ερεθισμάτων) οδηγεί στην αύξηση της ψυχο-νοητικής εντροπίας, οπότε η διάλυση της Οντολογικής Μορφής καθίσταται αναπόφευκτη. Οι δομές κάθε παραδοσιακής κοινωνίας είχαν ως σκοπό την χαλιναγώγηση αυτών των δυνάμεων. Ακριβώς τον αντίθετο σκοπό έχουν οι δομές των σύγχρονων κοινωνιών.


ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Αναστασίου Γιαννά,«Περί του ορισμού και προορισμού της τέχνης», Ελληνόραμα (Θεσσαλονίκη), Μάρτιος , 2006.
2. Hans Sedlmayr,La rivoluzionedell'artemoderna,Σιέννα:Ediz.Cantagalli,2006.
3. Jean Seznec, La survivance des dieux antiques. Essai sur le rôle de la tradition mythologique dans l'humanisme et dans l'art de la Renaissance. (Ιταλική μετάφραση:La sopravvivenza degli antichi Dei, Τορίνο: B.Boringhieri, 1990.)
4. Hans Georg Gadamer, Wahrheit und Methode. (Ιταλική μετάφραση: Verità e Metodo, Μιλάνο: Bompiani, 1995.)
5. Giovanni Reale, Saggezza antica, Μιλάνο: R.Cortina 1995, σ.135.
6. Philip Sherrard, Το Ιερό στη Ζωή και στην Τέχνη, ,Αθήνα: Ακρίτας,1994.
7. Πλάτων, Πολιτεία, βιβλ.Ένατο, Αθήνα: Κάκτος,1992.
8. Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ (Λόγος ΙΕ',73). Έκδ. Ι .Μονής του Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής,1978.

Περί των οκτώ λογισμών της πονηρίας

Περί των οκτώ λογισμών της πονηρίας

De Octo Vitiosis Cogitationibus

Greek text from Migne PG, Vol. 40, Col. 1271

Ευάγριος Ποντικός


https://earlychurchtexts.com/main/evagriusponticus/eight_logismoi.shtml

Αʹ. Ὀκτώ εἰσι πάντες οἱ γενικώτατοι λογισμοὶ , ἐν οἷς περιέχεται πᾶς λογισμός. Πρῶτος ὁ τῆς γαστριμαργίας, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ τῆς πορνείας· τρίτος ὁ τῆς φιλαργυρίας· τέταρτος ὁ τῆς λύπης· πέμπτος ὁ τῆς ὀργῆς· ἕκτος ὁ τῆς ἀκηδίας· ἕβδομος ὁ τῆς κενοδοξίας· ὄγδοος ὁ τῆς ὑπερηφανίας. Τούτους πάντας παρενοχλεῖν μὲν τῇ ψυχῇ ἢ μὴ παρενοχλεῖν, τῶν οὐκ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι· τὸ δὲ χρονίζειν αὐτοὺς, ἢ μὴ χρονίζειν, ἢ πάθη κινεῖν, ἢ μὴ κινεῖν, τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν.

Βʹ. Ὁ μὲν τῆς γαστριμαργίας λογισμὸς ἔκπτωσιν ταχεῖαν τῷ μοναχῷ τῆς ἀσκήσεως ὑποβάλλει· στόμαχον, ἢ ἧπαρ, καὶ σπλῆνα, καὶ ὕδρωπα διαγράφων, καὶ νόσον μακράν, καὶ σπάνιν τῶν ἐπιτηδείων, καὶ ἰατρῶν ἀπορίαν. Φέρει δὲ αὐτοὺς πολλάκις καὶ εἰς μνήμην ἀδελφῶν τινων, τούτοις περιπεσόντων τοῖς πάθεσιν. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς πεπονθότας παραβάλλειν ἀναπείθει τοῖς ἐγκρατευομένοις, καὶ τὰς ἑαυτῶν ἐκδιηγεῖσθαι συμφοράς, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοιοῦτοι γεγόνασιν.

Γʹ. Ὁ τῆς πορνείας δαίμων, σωμάτων καταναγκάζει διαφόρων ἐπιθυμεῖν, καὶ σφοδρότερος τοῖς ἐγκρατευομένοις ἐφίσταται, ἵν’ ὡς μηδὲν ἀνύοντες παύσωνται· καὶ τὴν ψυχὴν μιαίνων, περὶ ἐκείνας κατακάμπτει τὰς ἐργασίας, λέγειν τε αὐτήν τινα ῥήματα, καὶ πάλιν ἀκούειν ποιεῖ, ὡς ὁρωμένου δῆθεν καὶ παρόντος τοῦ πράγματος.

Δʹ. Ἡ φιλαργυρία, γῆρας μακρὸν ὑποβάλλει, καὶ πρὸς ἐργασίαν ἀδυναμίαν χειρῶν, λιμούς τε ἐσομένους, καὶ νόσους συμβησομένας, καὶ τὰ τῆς πενίας πικρά, καὶ ὡς ἐπονείδιστον τὸ παρ’ ἑτέρων λαμβάνειν τὰ πρὸς τὴν χρείαν.

Εʹ. Ἡ λύπη ποτὲ μὲν ἐπισυμβαίνει κατὰ στέρησιν τῶν ἐπιθυμιῶν, ποτὲ δὲ καὶ παρέπεται τῇ ὀργῇ. Κατὰ στέρησιν οῦν τῶν ἐπιθυμιῶν οὕτως ἐπισυμβαίνει· Λογισμοί τινες προλαβόντες εἰς μνήμην ἄγουσι τὴν ψυχὴν οἴκου τε καὶ γονέων καὶ τῆς προτέρας διαγωγῆς. Καὶ ὅταν αὐτὴν μὴ ἀνθισταμένην, ἀλλ’ ἐπακολουθεῖσαν θεάσωνται καὶ διαχεομένην ἐν ταῖς κατὰ διάνοιαν ἡδοναῖς, τότε λαμβάνοντες αὐτὴν, ἐν τῇ λύπῃ βαπτίζουσιν, καὶ οὐχ ὑπαρχόντων τῶν προτέρων πραγμάτων, οὐδὲ δυναμένων λοιπὸν διὰ τὸν παρόντα βίον ὑπάρξαι· καὶ ἡ ταλαίπωρος ψυχή, ὅσον διεχύθη ἐπὶ τοῖς προτέροις λογισμοῖς, τοσοῦτον ἐπὶ τοῖς δευτέροις συνεστάλη ταπεινωθεῖσα.

ςʹ. Ἡ ὀργὴ πάθος ἐστὶν ὀξύτατον· Θυμοῦ γὰρ λέγεται ζέσις καὶ κίνησις κατὰ ἠδικηκότος ἢ δοκοῦντος ἠδικηκέναι· Ἥτις πανημέριον μὲν ἐξαγριοῖ τὴν ψυχὴν, μάλιστα δὲ ἐν ταῖς προσευχαῖς συναρπάζει τὸν νοῦν, τὸ τοῦ λελυπηκότος πρόσωπον ἐπισείουσα. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ χρονίζουσα, καὶ μεταβαλλομένη εἰς μῆνιν, ταραχὰς νύκτωρ παρέχει, τῆξίν τε τοῦ σώματος καὶ ὠχρότητα, καὶ θηρίων ἰοβόλων ἐπιδρομάς. Ταῦτα δὲ τὰ τέσσαρα, τὰ μετὰ τὴν μῆνιν συμβαίνοντα, εὑροίη ἄν τις παρακολουθοῦντα πλείοσι λογισμοῖς.

Ζʹ. Ὁ τῆς ἀκηδίας δαίμων, ὃς καὶ μεσημβρινὸς καλεῖται, πάντων τῶν δαιμόνων ἐστὶ βαρύτερος· καὶ ἐφίσταται μὲν τῷ μοναχῷ περὶ ὥραν τετάρτην, κυκλοῖ δὲ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ μέχρις ὥρας ὀγδόης. Καὶ πρῶτον μὲν τὸν ἥλιον καθορᾶσθαι ποιεῖ δυσκίνητον ἢ ἀκίνητον, πεντηκοντάωρον τὴν ἡμέραν δεικνύς. Ἔπειτα δὲ συνεχῶς ἀφορᾷν πρὸς τὰς θυρίδας, καὶ τῆς κέλλης ἐκπηδᾷν ἐκβιάζεται, τῷ τε ἡλίῳ ἐνατενίζειν, πόσον τῆς ἐννάτης ἀφέστηκε, καὶ περιβλέπεσθαι τῇδε κἀκεῖσε, μή τις τῶν ἀδελφῶν. . . Ἔτι δὲ μῖσος πρὸς τὸν τόπον, ἐκβάλλει καὶ πρὸς τὸν βίον αὐτόν, καὶ πρὸς τὸ ἔργον τὸ τῶν χειρῶν· καὶ ὅτι ἐκλέλοιπε παρὰ τοῖς ἀδελφοῖς ἡ ἀγάπη, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν. Εἰ δὲ καί τις κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἴη λυπήσας τὸν μοναχόν, καὶ τοῦτο εἰς αὔξησιν τοῦ μίσους ὁ δαίμων προστίθησιν. Ἄγει δὲ αὐτὸν καὶ εἰς ἐπιθυμίαν τόπων ἑτέρων, ἐν οἷς ῥᾳδίως τὰ πρὸς τὴν χρείαν ἔστιν εὑρεῖν, καὶ τέχνην μετελθεῖν εὐκοπωτέραν μᾶλλον καὶ προχωροῦσαν. Καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐν τόπῳ τὸ εὐαρεστεῖν τῷ Κυρίῳ προστίθησιν. Πανταχοῦ γάρ, φησί, τὸ θεῖον προσκυνητόν. Συνάπτει δὲ τούτοις καὶ μνήμην τῶν οἰκείων καὶ τῆς προτέρας διαγωγῆς· χρόνον τῆς ζωῆς ὑπογράφει μακρόν, τοὺς τῆς ἀσκήσεως πόνους φέρων πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ πᾶσαν, τὸ δὴ λεγόμενον, κινεῖ μηχανὴν, ἵνα καταλελοιπὼς ὁ μοναχὸς τὴν κέλλαν, φύγῃ τὸ στάδιον. Τούτῳ τῷ δαίμονι ἄλλος μὲν εὐθὺς δαίμων οὐχ ἕπεται· ἐρημικὴ δέ τις κατάστασις, καὶ χαρὰ ἀνεκλάλητος μετὰ τὸν ἀγῶνα τὴν ψυχὴν διαδέχεται.

Ηʹ. Ὁ τῆς κενοδοξίας λογισμὸς, λεπτότατός τίς ἐστι καὶ παρυφίσταται τοῖς κατορθοῦσι ῥᾳδίως, δημοσιεύειν αὐτῶν τοὺς ἀγῶνας βουλόμενος, καὶ τὰς παρὰ τῶν ἀνθρώπων δόξας θηρώμενος, δαίμονάς τε κράζοντας ἀναπλάττων, καὶ θεραπευόμενα γύναια, καὶ ὄχλον τινὰ τῶν ἱματίων ἐφαπτόμενον· μαντεύεται δὲ αὐτῷ καὶ ἱερωσύνην λοιπὸν, καὶ τοὺς ζητοῦντας αὐτὸν ταῖς θύραις ἐφίστησι· καὶ ὃς εἰ μὴ βούλοιτο, δέσμιος ἀπαχθήσεται· καὶ οὕτως αὐτὸν μετέωρον ταῖς κεναῖς ἐλπίσι ποιήσας, ἀφίσταται καταλιπὼν, ἢ τῷ τῆς ὑπερηφανίας δαίμονι πειράζειν αὐτὸν, ἢ τῷ τῆς λύπης· ὅστις ἐπάγει καὶ λογισμοὺς αὐτῷ, ταῖς ἐλπίσιν ἐναντιουμένους. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ τῷ τῆς πορνείας δαίμονι παραδίδωσι τὸν πρὸ ὀλίγου αἰδέσιμον καὶ ἅγιον ἱερέα.

Θʹ. Ὁ τῆς ὑπερηφανίας δαίμων, χαλεπωτάτης πτώσεως τῇ ψυχῇ πρόξενος γίνεται· Ἀναπείθει γὰρ αὐτὴν, Θεὸν μὲν μὴ ὁμολογεῖν βοηθόν, ἑαυτὴν δὲ τὴν κατορθουμένον εἶναι καὶ νομίζειν, καὶ φυσιοῦσθαι κατὰ τῶν ἀδελφῶν ὡς ἀνοήτων, διότι μὴ τοῦτο περὶ αὐτῆς πάντες ἐπίστανται. Παρακολουθεῖ δὲ ταύτῃ ὀργὴ καὶ λύπη, καὶ τὸ τελευταῖον κακὸν, ἔκστασις φρενῶν, καὶ μανία, καὶ δαιμόνων ἐν τῷ ἀέρι πλῆθος ὁρώμενον.

Μετάφραση

Αʹ. Οκτώ είναι συνολικά οι πιο γενικοί λογισμοί, στους οποίους περιλαμβάνεται κάθε λογισμός. Πρώτος είναι ο λογισμός της γαστριμαργίας και ύστερα από αυτόν της πορνείας· τρίτος της φιλαργυρίας, τέταρτος της λύπης, πέμπτος της οργής, έκτος της ακηδίας, έβδομος της κενοδοξίας και όγδοος της υπερηφάνειας. Το αν αυτοί οι λογισμοί θα ενοχλήσουν την ψυχή ή όχι δεν εξαρτάται από εμάς. Από εμάς όμως εξαρτάται αν θα παραμείνουν ή όχι, και αν θα κινήσουν πάθη ή όχι.

Βʹ. Ο λογισμός της γαστριμαργίας υποβάλλει στον μοναχό τη σκέψη να εγκαταλείψει γρήγορα την άσκηση. Του παρουσιάζει αρρώστιες του στομάχου, του συκωτιού και της σπλήνας, υδρωπικία, μακρόχρονη ασθένεια, έλλειψη των αναγκαίων και δυσκολία να βρει γιατρούς. Συχνά του φέρνει στη μνήμη και αδελφούς που έπαθαν τέτοιες αρρώστιες. Κάποτε μάλιστα παρακινεί εκείνους που τις έπαθαν να επισκεφθούν όσους ασκούνται στην εγκράτεια και να τους διηγηθούν τις συμφορές τους, λέγοντας πως έφτασαν σε αυτή την κατάσταση εξαιτίας της άσκησης.

Γʹ. Ο δαίμονας της πορνείας αναγκάζει τον άνθρωπο να επιθυμεί διάφορα σώματα. Επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα σε όσους εγκρατεύονται, ώστε να πάψουν να αγωνίζονται, νομίζοντας πως δεν κατορθώνουν τίποτε. Μολύνοντας την ψυχή, την παρασύρει σε τέτοιες πράξεις και την κάνει να λέει ορισμένα λόγια και να τα ακούει πάλι, σαν να έβλεπε μπροστά της αυτό που φαντάζεται και σαν αυτό να ήταν παρόν.

Δʹ. Η φιλαργυρία υποβάλλει τη σκέψη ότι τα γηρατειά θα διαρκέσουν πολύ, ότι τα χέρια θα αδυνατούν να εργαστούν, ότι θα έρθουν πείνες και αρρώστιες, ότι η φτώχεια είναι πικρή και ότι είναι ντροπή να παίρνει κανείς από άλλους όσα χρειάζεται.

Εʹ. Η λύπη εμφανίζεται άλλοτε όταν δεν εκπληρώνονται οι επιθυμίες και άλλοτε ως επακόλουθο της οργής. Όταν προέρχεται από τη στέρηση όσων επιθυμεί κανείς, συμβαίνει ως εξής: κάποιοι λογισμοί έρχονται πρώτα και θυμίζουν στην ψυχή το σπίτι, τους γονείς και τον προηγούμενο τρόπο ζωής της. Όταν τη δουν να μην αντιστέκεται, αλλά να τους ακολουθεί και να παρασύρεται από τις νοερές απολαύσεις, την κυριεύουν και τη βυθίζουν στη λύπη, επειδή τα παλιά εκείνα πράγματα δεν υπάρχουν πια γι’ αυτήν ούτε μπορούν, με τον τωρινό τρόπο ζωής της, να υπάρξουν ξανά. Και η ταλαίπωρη ψυχή, όσο αφέθηκε να παρασυρθεί από τους πρώτους λογισμούς, τόσο συνθλίβεται και ταπεινώνεται από τους δεύτερους.

Ϛʹ. Η οργή είναι πάθος πολύ οξύ. Είναι, όπως λέγεται, το ξέσπασμα και η κίνηση του θυμού εναντίον εκείνου που μας αδίκησε ή που νομίζουμε ότι μας αδίκησε. Όλη την ημέρα αγριεύει την ψυχή· προπάντων όμως την ώρα της προσευχής αρπάζει τον νου, φέρνοντάς του μπροστά το πρόσωπο εκείνου που τον λύπησε. Κάποτε, όταν διαρκεί και μετατρέπεται σε μνησικακία, προκαλεί νυχτερινές ταραχές, εξάντληση και ωχρότητα του σώματος, καθώς και οράματα επιθέσεων από δηλητηριώδη θηρία. Αυτά τα τέσσερα που ακολουθούν τη μνησικακία μπορεί κανείς να τα συναντήσει και μαζί με πολλούς άλλους λογισμούς.

Ζʹ. Ο δαίμονας της ακηδίας, που ονομάζεται και «μεσημβρινός», είναι ο βαρύτερος από όλους τους δαίμονες. Επιτίθεται στον μοναχό γύρω στην τέταρτη ώρα και περικυκλώνει την ψυχή του μέχρι την όγδοη. Πρώτα τον κάνει να βλέπει τον ήλιο να κινείται αργά ή να μένει ακίνητος, σαν να διαρκεί η ημέρα πενήντα ώρες. Έπειτα τον σπρώχνει να κοιτάζει συνεχώς προς τα παράθυρα και να πετάγεται έξω από το κελί, να παρατηρεί τον ήλιο για να δει πόσο απέχει ακόμη η ένατη ώρα και να κοιτάζει εδώ κι εκεί μήπως φανεί κάποιος από τους αδελφούς…

Ακόμη, του γεννά αποστροφή για τον τόπο, για τον ίδιο του τον τρόπο ζωής και για το εργόχειρό του. Του υποβάλλει τη σκέψη ότι χάθηκε η αγάπη ανάμεσα στους αδελφούς και ότι δεν υπάρχει κανείς να τον παρηγορήσει. Αν μάλιστα κάποιος τον λύπησε εκείνες τις ημέρες, ο δαίμονας προσθέτει και αυτό για να δυναμώσει την αποστροφή του. Τον κάνει επίσης να επιθυμεί άλλους τόπους, όπου θα μπορεί να βρίσκει εύκολα τα αναγκαία και να ασκεί ένα ευκολότερο και πιο αποδοτικό επάγγελμα. Προσθέτει ότι η ευαρέστηση του Κυρίου δεν εξαρτάται από τον τόπο: «Ο Θεός», του λέει, «μπορεί να λατρεύεται παντού».

Μαζί με αυτά του φέρνει στη μνήμη τους δικούς του ανθρώπους και την προηγούμενη ζωή του. Του παρουσιάζει τη ζωή του να απλώνεται για πολλά ακόμη χρόνια και βάζει μπροστά στα μάτια του τους κόπους της άσκησης. Κινεί, όπως λέμε, κάθε μέσο για να εγκαταλείψει ο μοναχός το κελί του και να φύγει από τον αγώνα. Ύστερα από αυτόν τον δαίμονα δεν ακολουθεί αμέσως άλλος· μετά τον αγώνα, μια κατάσταση ερημιάς και ανείπωτη χαρά διαδέχονται τον αγώνα της ψυχής.


Ηʹ. Ο λογισμός της κενοδοξίας είναι πολύ λεπτός και τρυπώνει εύκολα σε όσους έχουν επιτυχίες στον αγώνα τους. Θέλει να δημοσιοποιούν τους κόπους τους και να κυνηγούν τη δόξα των ανθρώπων. Τους βάζει να φαντάζονται δαίμονες να κραυγάζουν, γυναίκες να θεραπεύονται και πλήθος ανθρώπων να αγγίζει τα ρούχα τους. Προλέγει μάλιστα στον μοναχό ότι θα γίνει ιερέας και παρουσιάζει ανθρώπους να στέκονται στην πόρτα του αναζητώντας τον· κι αν εκείνος δεν θέλει, θα τον πάρουν με το ζόρι.

Αφού έτσι τον αφήσει μετέωρο μέσα σε κενές ελπίδες, ο λογισμός απομακρύνεται και τον αφήνει να τον πειράξει είτε ο δαίμονας της υπερηφάνειας είτε ο δαίμονας της λύπης, ο οποίος του φέρνει σκέψεις αντίθετες προς τις ελπίδες του. Κάποτε μάλιστα παραδίνει στον δαίμονα της πορνείας αυτόν που πριν από λίγο φανταζόταν τον εαυτό του σεβάσμιο και άγιο ιερέα.


Θʹ. Ο δαίμονας της υπερηφάνειας γίνεται αιτία να υποστεί η ψυχή την πιο οδυνηρή πτώση. Την πείθει να μην αναγνωρίζει τον Θεό ως βοηθό της, αλλά να θεωρεί πως η ίδια κατορθώνει όσα πετυχαίνει. Την κάνει επίσης να υπεροψεύεται(υπερόπτης!) απέναντι στους αδελφούς, σαν να είναι ανόητοι επειδή δεν αναγνωρίζουν όλοι την αξία της. Την υπερηφάνεια ακολουθούν η οργή και η λύπη και, ως έσχατο κακό, η απώλεια των λογικών δυνάμεων, η μανία και η θέα πλήθους δαιμόνων στον αέρα.

Κυριακή Β’ Λουκά: Ομιλία εις το «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Το Ευαγγέλιο Της Κυριακής (Λουκά στ΄ 31-36)

Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως. Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. Και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί.
Μετάφραση (Λουκά στ΄ 31-36)
Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να τους συμπεριφέρεστε κι εσείς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ΄ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ΄ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν΄ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτε. Κι έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας.
Αυτός που έπλασε μόνος τις καρδιές μας και παρατηρεί όλα τα έργα μας, αυτός ο οποίος ενεφανίσθη σε εμάς με σάρκα και μας ηξίωσε να γίνη διδάσκαλός μας, ζητεί τώρα από εμάς αυτά που παρεφθάρησαν για να τα αναπλάση, εκείνα ακριβώς που ενέβαλε στις ψυχές μας όταν στην αρχή μας έπλασε. Διότι απ΄ αρχής μας έπλασε καταλλήλους για την μέλλουσα διδασκαλία και ύστερα έδωσε την διδασκαλία κατάλληλο προς την αρχικήν πλάσι· δεν έκαμε τίποτε άλλο παρά να ανακαθάρη την ωραιότητα του πλάσματος που είχεν αμαυρωθή με την πρόσληψι της αμαρτίας. Αυτό δεικνύει με τον καλλίτερο τρόπον η σήμερα αναγινωσκομένη και προβαλλομένη από εμάς προς ερμηνείαν περικοπή του Ευαγγελίου: «Καθώς θέλετε», λέγει, «ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Καλώς προείπεν ο Προφήτης Ησαΐας ότι «λόγον συντετρημένον δώσει Κύριος επί της γης». Πράγματι σε αυτόν τον ένα και σύντομο λόγο συμπεριέλαβε κάθε αρετήν, κάθε εντολήν, σχεδόν κάθε καλήν πράξι και γνώμη. Γι΄ αυτό και κατά τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, αφού προέταξε αυτό ο Κύριος προσέθεσε «ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται». Πράγματι σε άλλο σημείον συγκεφαλαιώνοντας είπεν ότι σε δύο εντολές, στην προς Θεόν και προς τον πλησίον αγάπη «κρέμανται όλος ο νόμος και οι προφήται»· τώρα όμως συνήγαγε τα πάντα σε ένα και συμπεριέλαβε όχι μόνον την κατά τον νόμον και τους Προφήτες αρετήν, αλλά και κάθε αγαθοεργίαν γενικώς μεταξύ των αθρώπων· διότι τώρα νομοθετεί όχι σε ένα γένος μόνον, αλλά σε όλην την οικουμένην, ή μάλλον σε όσους συνδέονται με αυτόν δια της πίστεως, από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανόν.


Και μάλιστα όχι μόνο συμπεριέλαβε, αλλά και έδειξε ότι κάθε μία από τις εντολές που εδόθησαν από αυτόν υπάρχει έμφυτος μέσα μας. Πράγματι αυτό είναι που και ο αδελφόθεος Ιάκωβος μας παραγγέλει λέγοντας· «αποθέμενοι πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας, εν πραΰτητι δέξασθε τον έμφυτον λόγον τον δυνάμενον σώσαι τας ψυχάς υμών». Αυτό μας το είχε διακηρύξει ο Θεός και με τον Προφήτην Ιερεμία, λέγοντας «διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην καινήν, διδούς νόμους μου εις διάνοιαν αυτών»· διότι το να έχωμε εκουσίαν γνώμην είναι ιδιότης της διανοίας. Αφού λοιπόν ο Κύριος έδειξε ότι κατ΄ αυτόν τον έμφυτον νόμον έχουν αναγραφή τώρα όλα τα ευαγγελικά παραγγέλματα, προστάζει και νομοθετεί να πολιτευώμεθα σύμφωνα με αυτά· διότι ενέβαλε την γνώσι του πρακτέου μέσα στην φύσι μας, ως φιλάγαθος και φιλάνθρωπος που είναι. Μάλιστα ο Κύριος με την κεφαλαιώδη αυτήν παραίνεσι, το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», έδειξεν ότι κάθε ευαγγελική εντολή είναι όχι μόνον έμφυτος αλλά και δικαία και εύκολος και συμφέρουσα και επίσης εύληπτος σε όλους και ευνόητος από μόνη της. Τι δηλαδή; δεν γνωρίζεις ότι το να οργίζεσαι εναντίον του αδελφού και να τον προσβάλλης και μάλιστα χωρίς λόγον είναι κακόν; Και πως εσύ θέλεις να υποστής την οργή και την προσβολήν του και ούτε καν μετά από σκέψι φθάνεις σ΄ αυτήν την γνώμην, αλλ΄ αμέσως δυσανασχετείς προς την εναντίον σου κινουμένην οργήν και προσβολήν, και με κάθε τρόπον την αποφεύγεις μη καταδεχόμενος αυτήν, οπωσδήποτε ως κακήν, ως άθεσμον, ως ασύμφορον; Έτσι θεωρείς και την προς την σύζυγό σου εμπαθή και περίεργον θέαν από κάποιον άλλον· έτσι επίσης όχι μόνον το εναντίον σου, αλλά και το προς εσέ για οποιονδήποτε λεγόμενον ψεύδος· και γενικώς αυτήν την εσωτερικήν στάσι απέναντι σε κάθε τι απηγορευμένον από την ευαγγελικήν εντολήν. Τι πρέπει να ειπούμε περί όλων των αμαρτωλών πράξεων που έχουν προαπαγορευθή από τον παλαιόν νόμον, του φόνου, της μοιχείας, της επιορκίας, της αδικίας και των ομοίων; Ακόμη δε και περί των αντιθέτων από αυτά αρετών και πως μας αρέσουν αυτοί που τις χρησιμοποιούν υπέρ ημών; Βλέπεις ότι και γνωρίζεις από μόνος σου κάθε εντολήν και την κρίνεις ως δικαίαν και συμφέρουσα; Και όχι μόνον αυτό αλλά και ως ευχερή; Διότι δεν θα θεωρούσες πολύ αξιόμεμπτον αυτόν που θυμώνει ή ψεύδεται εναντίον σου ή σε επιβουλεύεται με άλλον τρόπο, εάν ενόμιζες ότι είναι δυσκατόρθωτον ή αδύνατον το να απέχη εκείνος από αυτά.

Μη λοιπόν, όταν μεν εσύ κακοπαθής από άλλον, όταν υβρίζεσαι, εξαπατάσαι ή ζημιώνεσαι, συνηγορής υπέρ του εαυτού σου, ενώ όταν συ ο ίδιος υβρίζης και αδικής και επιχειρής να εξαπατήσης τον πλησίον σου, τον καταδικάζεις μη εξάγοντας την ιδίαν απόφασι για τα ίδια πράγματα. Αλλά να είσαι αντικειμενικός κριτής, και εκείνα μεν που δεν θέλεις να παθαίνης από άλλον ως κακά, με κανέναν τρόπο να μη τα κάνης στον άλλον, εκείνα δε τα αγαθά που ποθείς εσύ να σου γίνωνται από τον άλλον, αυτά να του κάνης και συ. Ζητείς κάτι από κάποιον, βοήθειαν ίσως ή κάποιαν άλλην εξυπηρέτησι και θέλεις οπωσδήποτε να την λάβης, επειδή το θεωρείς καλόν; γιατί όχι; Όταν λοιπόν κάποιος άλλος σου ζητή κάτι, σπεύσε να του φερθής φιλικώς και να θεωρής καλόν το να λάβη και εκείνος κάτι εμπράκτως από σε. Αλλά ζητεί εκείνος από σε κάτι περισσότερον από όσα έχεις; Δείξε με όσα έχεις ότι και αν είχες περισσότερα, θα του παρείχες· «ει γαρ το θέλειν παράκειται» (αν υπάρχη θέλησις) λέγει ο Παύλος «εξ ων έχει τις ευπρόσδεκτος, ουκ εξ ών ουκ έχει». Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα».


Αμαρτωλούς εδώ ονομάζει όσους δεν φέρουν το όνομά του και όσους δεν πολιτεύονται σύμφωνα με το Ευαγγέλιόν του· τους απεκάλεσε όλους αυτούς με ένα όνομα δεικνύοντας με τον τρόπον αυτόν ότι δεν προκύπτει κανένα όφελος από το να λεγώμεθα χριστιανοί, εάν με τα έργα μας δεν διαφέρωμε από τους εθνικούς. Όπως δηλαδή έλεγεν ο μέγας Παύλος προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί, εα νόμον πράττης· εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν»· έτσι και τώρα ο Χριστός λέγει σ΄ εμάς δια του Ευαγγελίου, ότι σε σας τους ιδικούς μου θα υπάρχη η χάρις που ενώνει με εμέ, εάν τηρήτε τις εντολές μου· εάν όμως πράττετε τα έργα των αμαρτωλών και τίποτε περισσότερον, αγαπάτε δηλαδή αυτούς που σας αγαπούν και ευεργετήτε αυτούς που σας ευεργετούν, δεν θα αποκτήσετε από αυτά καμμίαν παρρησία προς εμέ. Και δεν τα λέγει αυτά αποτρέποντάς μας από το να αγαπούμε αυτούς που μας αγαπούν και από το να ευεργετούμε αυτούς που μας ευεργετούν, και από το να δανείζωμε σε αυτούς οι οποίοι πρόκειται να μας τα επιστρέψουν· αλλά φανερώνει ότι το καθένα από αυτά δεν έχει μισθόν, επειδή λαμβάνει εδώ την ανταπόδοσι, και δεν φέρνει καμμίαν χάρι στην ψυχήν ούτε την καθαρίζει από την αμαρτίαν η οποία την έχει κηλιδώσει. Δεν προξενούν λοιπόν αυτά, όταν υπάρχουν, κανένα κέρδος, καμμίαν ιδιαιτέραν χάρι στην ψυχήν ως αιωνίαν ανταπόδοσιν, όταν όμως απουσιάζουν προξενούν πολλήν κατάκρισιν και ζημίαν. Διότι αυτοί που δεν ανταγαπούν ούτε εκείνους που τους αγαπούν και τους φροντίζουν, είναι χειρότεροι και από τους τελώνες και τους αμαρτωλούς· εκείνοι δε που με έργα και λόγους τους ανταμείβουν με τα αντίθετα πόσον περισσότερο κατακρίνονται; Τοιούτοι είναι και όσοι αφηνιάζουν προς τους άρχοντες της πόλεως, μολονότι εκείνοι καθημερινώς καταβάλλουν γι΄ αυτούς σημαντικές φροντίδες, όσοι δεν αποδίδουν την εύνοιαν που αρμόζει στους βασιλείες οι οποίοι ετάχθησαν από τον Θεόν, όσοι δεν ταπεινώνονται κάτω από την κραταιάν χείρα του Θεού, αλλ΄ απειθούν στην Εκκλησίαν του Χριστού και αγανακτούν ματαίως κατά των προστατών της Εκκλησίας, και μάλιστα την στιγμή που εκείνοι καταβάλλουν τόσην προσπάθεια για το καλό τους και θέλουν και εύχονται και πράττουν με όλην τους την δύναμι κάθε αγαθόν και ωφέλιμο γι΄ αυτούς.

Αλλά και εκείνοι που δεν δανείζουν στους υποσχομένους να ανταποδώσουν τα ίσα και εγκαίρως, αλλά απαιτούν τόκους και μάλιστα βαρείς και χωρίς αυτούς ούτε καν να εμφανισθή επιτρέπουν ο κήνσος και το αργύριον, είναι σχεδόν άνομοι και χειρότεροι από τους αμαρτωλούς, αφού ούτε στον παλαιό νόμο πείθονται ούτε στην νέαν Διαθήκην. Από αυτά η μεν Διαθήκη μας προτρέπει να δανείζωμε και σε εκείνους οι οποίοι δεν υπάρχει ελπίς να μας επιστρέψουν το δάνειον, ο δε παλαιός νόμος λέγει «ουκ εκτοκιείς (τοκίσης) το αργύριόν σου» και επαινεί αυτόν που δεν δίδει τα χρήματά του με τόκον· επίσης συνιστά να αποφεύγωμε την πόλι, στις πλατείες της οποίας, δηλαδή φανερά, συνάπτονται δάνεια με τόκον και δόλον. Βλέπετε ότι ο τοκογλύφος αφαιρεί όχι μόνον της ψυχής του, αλλά και της πολιτείας την δόξα, διότι της προσάπτει κατηγορίαν απανθρωπίας, και την αδικεί ολοκληρωτικά και σοβαρά; Διότι ενώ είναι ιδικός της πολίτης και όσα έχει τα απέκτησε από αυτήν, δεν τα χρησιμοποιεί προς όφελός της. Σ΄ αυτούς που δεν έχουν δεν θέλει να δανείζη, ενώ σε αυτούς που έχουν, αλλά ολίγα, δίδει με τόκον, ώστε μαζί με το επάγγελμά τους να τους αφαιρέση και εκείνα τα ολίγα που έχουν. Γι΄ αυτό προφανώς και ο Προφήτης συνάπτει τον τόκον με τον δόλον, λέγοντας «εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει, και ουκ εξέλιπεν εν των πλατειών αυτής τόκος και δόλος».

Σπεύδει λοιπόν να πλουτίση ο τοκιστής όχι τόσον με χρήματα όσον με αμαρτήματα, καταστρέφοντας έτσι και την περιουσία του δανειστού και την ιδικήν του ψυχήν. Διότι οι τόκοι είναι σαν γεννήματα εχιδνών, τα οποία φωλιάζουν στους κόλπους των φιλαργύρων και προδηλώνουν ότι δεν θα διαφύγουν τους ακοιμήτους σκώληκες που απειλούνται για τον μέλλοντα αιώνα. Εάν δε κάποιος από αυτούς λέγη ότι, αφού δεν μου επιτρέπης να λαμβάνω τόκους, θα κρατήσω κοντά μου το αργύριον που μου περισσεύει και δεν θα το διαθέσω σε όσους χρειάζονται δανεικά, αυτός ας γνωρίζη ότι έχει μέσα του τις μητέρες των εχιδνών, οι οποίες θα του γίνουν μητέρες και των ακοιμήτων εκείνων σκωλήκων.

Γι΄ αυτούς λοιπόν τους λόγους ο Κύριος, θέλοντας με κάθε τρόπον να μας απομακρύνη από όλα τα κακά, παραγγέλλει να αγαπούμε και να αγαθοποιούμε και τους εχθρούς και να δανείζωμε σ΄ εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, χωρίς να αποβλέπωμε σε τίποτε· διότι, λέγει «έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Μη νομίζης, λέγει, ότι επειδή αγαθοποιείς αυτούς που σου φέρονται άσχημα και δίδεις σ΄ εκείνους που δεν ανταποδίδουν, θα χάσης τα ιδικά σου· διότι τώρα είναι καιρός σποράς και αγαθοεργίας, ο δε καιρός του καταλλήλου θερισμού είναι ο μέλλων αιών. Μην απελπισθής λοιπόν για τον χρόνον που έχει ορισθή μεταξύ σποράς και θερισμού, αλλά γνώριζε ότι θα συγκομίσης τα αγαθά σου πολλαπλάσια, όπως απεναντίας και οι εδώ κακοποιούντες θα συγκομίσουν τα κακά που τους αρμόζουν. Διότι ότι σπείρει κανείς εδώ, τα ανάλογα θα θερίση εκεί, αλλά με μεγάλην προσθήκη.

Εάν λοιπόν εδώ ομοιώσης τον εαυτό σου δια των έργων με τον Υιόν του Θεού και αποδείξης ότι είσαι καλός με όλους, όπως και εκείνος είναι προς όλους αγαθός, θα λάβης εκεί με επαύξησι την προς αυτόν ομοίωσι, περιλαμπόμενος με το φως της δόξης του Υψίστου και συζών αιωνίως με εκείνους για τους οποίους ο Χριστός θα είναι «ο Θεός εν μέσω θεών», και θα διαμοιράζη τα αξιώματα της αϊδίου μακαριότητος· διότι αυτό εδήλωσε με την προσθήκη «και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Πράγματι, γι΄ αυτό και ο Υιός του Θεού αφού έκλινεν ουρανούς κατήλθε στην γη και έγινεν υιός ανθρώπου και είπε και έπραξε όλα αυτά, και τέλος αφού έπαθεν απέθανεν υπέρ ημών και ανέστη και ανήλθε πάλι στους ουρανούς για να μας κάνη ουρανίους και αθανάτους και υιούς Θεού. Ώστε αυτά που απαιτεί τώρα από εμάς, το να αγαπούμε τους εχθρούς, να αγαθοποιούμε, να δανείζωμε σε εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, δεν είναι μόνον οφειλόμενα και συμφέροντα για μας, όπως προαπεδείχθη, αλλά και μικρά είναι συγκρινόμενα με όσα δίδονται από εκείνον. Διότι αυτός μεν έδωσε τον εαυτόν του υπέρ ημών οι οποίοι όχι μόνον δεν είχαμε τίποτε να του ανταποδώσουμε, αλλά και είχαμε φανή με πολλούς τρόπους αχάριστοι και πονηροί προηγουμένως· εμάς όμως μας προτρέπει να δανείζωμε από το περίσσευμα και να αγαθοποιούμε από όσα έχουμε στην διάθεσί μας. Ποία και πόσα; Και για αυτά ακόμη τα μικρά μας ανταποδίδει την προς αυτόν ομοιότητα και την υψίστην υιοθεσία και τους ουρανίους μισθούς, λέγοντας «γίνεσθε οικτίρμονες ότι και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς οικτίρμων εστί». Μεθ΄ ου αυτώ πρέπει δόξα συν αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: Ι. Μ. Σάμου)

Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. στ’ 31-36)

Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;

Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.
Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.

Η φιλανθρωπία είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε’ 7).

Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει. Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολών. Η συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.

Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμου. Το νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτε. Όταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνική. Όταν οι άνθρωποι είναι ελεήμονες δε θ’ αμαρτήσουν ενάντια στο νόμο. Όταν όμως τηρούν το νόμο αλλά τους λείπει η φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν να χάσουν το στεφάνι της δόξας που υποσχέθηκε ο Κύριος στους φιλάνθρωπους.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μιλάει για την ύψιστη μορφή αγάπης: την αγάπη για τους εχθρούς. Ο Κύριος Ιησούς έδωσε την εντολή – όχι συμβουλή αλλά εντολή — ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας. Η εντολή Του αυτή δεν είναι περιστασιακή και σποραδική, όπως είχε γίνει πριν από την έλευσή Του σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Η εντολή της αγάπης για τους εχθρούς μας τοποθετείται στην ύψιστη θέση στο ευαγγέλιο.

Είπε ο Κύριος: «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοί­ως» (Λουκ. στ’ 31). Αυτά είναι τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου που μας εισάγουν στην αγάπη για τους εχθρούς μας. Αν δε θέλετε να γίνουν εχθροί σας οι άνθρωποι, πρώτ’ απ’ όλα φροντίστε να μη γίνετε εσείς εχθροί τους. Αν είναι αλήθεια πως κάθε άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει εχθρούς, αυτό σημαίνει πως είσαι εχθρός κάποιου. Πώς τότε απαιτείς από έναν άνθρωπο να γίνει φίλος σου, αφού είσαι εχθρός του; Πρώτα λοιπόν ξερίζωσε την έχθρα από την καρδιά σου κι υστέρα να μετρήσεις τους εχθρούς σου στον κόσμο. Στο μέτρο που θα ξεριζώσεις από την καρδιά σου την πονηρή αυτή ρίζα κι αποκόψεις όλα τα κλαδάκια που πετούν απ’ αυτήν, θα βρεις και λιγότερους εχθρούς να μετρήσεις. Αν μετά θελήσεις να γίνουν φίλοι σου οι άνθρωποι, πρέπει εσύ πρώτα να πάψεις να είσαι εχθρός τους και να γίνεις φίλος τους. Όσο γίνεσαι φίλος με τους άλλους, τόσο ο αριθμός των εχθρών σου θα μειώνεται και στο τέλος θα μηδενιστεί.

Αυτό όμως δεν είναι το κύριο θέμα. Το κύριο θέμα είναι πως σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχεις φίλο σου το Θεό. Είναι πολύ πιο σπουδαίο για τη σωτηρία σου να μην είσαι εχθρός κανενός, να μην έχεις καθόλου εχθρούς. Αν είσαι εχθρός άλλων, τόσο εσύ όσο κι οι άλλοι είστε εμπόδια στη σωτηρία σου. Όταν είσαι φίλος με τους άλλους, τότε οι εχθροί σου, έστω και ασυνείδητα, βοηθούν στη σωτηρία σου. Ας σκεφτόταν αλήθεια κάθε άνθρωπος τον αριθμό των ανθρώπων τους οποίους εχθρεύεται ο ίδιος, κι όχι εκείνους που είναι εχθροί του. Τότε το σκοτεινό πρόσωπο αυτού του κόσμου θα άστραφτε μέσα σε μια μέρα σαν τον ήλιο.

Η εντολή του Χριστού πως πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτό που ζητάμε κι εμείς απ’ αυτούς είναι τόσο φυσική και τόσο σαφής και καλή, που είναι να θαυμάζει και ν’ απορεί κανείς πως δεν έχει γίνει από παλιά μια καθημερινή συνήθεια στους ανθρώπους. Κανένας άνθρωπος δε θέλει να τον βλάψουν οι άλλοι. Επομένως ας μη βλάψει κι αυτός τους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του φέρονται καλά. Επομένως ας φέρεται κι αυτός καλά στους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του συχωρούν τις αμαρτίες του. Ας συγχωρεί κι αυτός τις αμαρτίες των άλλων. Κάθε άνθρωπος θέλει να συμπάσχουν οι άλλοι στις λύπες του και να χαίρονται στη χαρά του. Ας συμπάσχει κι αυτός με τις λύπες των άλλων κι ας χαίρεται με τις χαρές τους. Κάθε άνθρωπος θέλει ν’ ακούει καλά λόγια από τους άλλους. Θέλει να τον τιμούν, να τον ταΐζουν όταν πεινάει, να τον επισκέπτονται όταν είναι άρρωστος και να τον προστατεύουν όταν τον κυνηγούν. Ας κάνει κι αυτός τα ίδια στους άλλους.

Αυτό ισχύει τόσο για τους ανθρώπους ατομικά, όσο και για ομάδες ανθρώπων, γειτονικές φυλές, έθνη και κράτη. Αν την εντολή αυτή την υιοθετούσαν σαν κανόνα όλες οι τάξεις, τα έθνη και τα κράτη, θα έπαυε αμέσως κάθε κακία και σύγκρουση ανάμεσά τους, θα εξαλειφόταν κάθε έχθρα και πόλεμος. Αυτό είναι το φάρμακο για κάθε παρόμοια αρρώστια, δεν υπάρχει κανένα άλλο.

Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρ­τωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. στ’ 32-34). Αυτό πάει να πει: Αν περιμένετε από τους άλλους να σας κάνουν καλό και την καλοσύνη αυτή να την ανταμείψετε και σεις με καλό, δεν κάνετε κάτι επαινετό. Περιμένει ο Θεός ανταμοιβή για τη θερμότητα του ηλίου, για να δώσει εντολή στον ήλιο να λάμψει; Ή μήπως ενεργεί από ευσπλαχνία κι αγάπη; Το ξαναλέμε πως η ευσπλαχνία είναι ενεργητική αρετή, όχι παθητική. Αυτό το έκανε σαφές ο Θεός από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. Μέρα με τη μέρα από την αρχή του κόσμου ο Κύριος μοίραζε απλόχερα τα πλούσια τα δώρα Του σ’ όλα τα πλάσματά Του. Αν περίμενε πρώτα από τα πλάσματά Του να του ανταποδώσουν κάτι, ούτε ο κόσμος ούτε ένα μοναδικό πλάσμα δε θα υπήρχε σ’ αυτόν. Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπάνε, είμαστε έμποροι και κάνουμε ανταλλαγές. Αν κάνουμε το καλό μόνο στους ευεργέτες μας, είμαστε οφειλέτες και επιστρέφουμε το χρέος μας. Η ευσπλαχνία δεν είναι κάποια αρετή που απλά αποπληρώνει τις οφειλές της, αλλά που πάντα δανείζει. Η αγάπη είναι αρετή που δανείζει συνέχεια χωρίς να ελπίζει σε επιστροφή της οφειλής. Αν δανείζουμε εκείνους που ελπίζουμε πως θα μας τα επιστρέψουν, ποία ημίν χάρις εστί; Τί καλό κάνουμε; Μεταφέρουμε τα χρήματά μας από μια κάσα σε μιαν άλλη, αφού αυτό που δανείζουμε το θεωρούμε δικό μας, όπως κι όταν ήταν στα δικά μας χέρια.

Θα ήταν παραφροσύνη να σκεφτούμε πως με τα παραπάνω λόγια ο Θεός μας διδάσκει να μην αγαπάμε εκείνους που μας αγαπάνε, να μην κάνουμε το καλό σ’ αυτούς που μας ευεργετούν. Θεός φυλάξοι! Αυτό που θέλει να πει, είναι πως αυτή είναι μια κατώτερη αρετή, που μπορούν να την ασκήσουν ακόμα κι οι αμαρτωλοί. Είναι το ελάχιστο μέτρο του καλού, που φτωχαίνει τον κόσμο αυτόν και περιορίζει τους ανθρώπους, τους κάνει στενόμυαλους. Ο Θεός θέλει ν’ αναβιβάσει τον άνθρωπο στα ανώτερα ύψη των αρετών, απ’ όπου θεωρεί κανείς όλα τ’ αγαθά του Θεού, όλους τους κόσμους Του, εκεί που η τρομοκρατημένη και περιορισμένη καρδιά του δούλου γίνεται απεριόριστη κι ελεύθερη καρδιά του υιού και κληρονόμου. Η αγάπη προς αυτούς που μας αγαπάνε είναι μόνο το πρώτο μάθημα στο απέραντο βασίλειο της αγάπης. Η ανταπόδοση του καλού σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, είναι μόνο το στοιχειώδες σχολείο, μπροστά στη μακρά σειρά σπουδών στα καλά έργα. Ο δανεισμός σ’ εκείνους που θα ξεπληρώσουν το χρέος τους δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι μόνο το πρώτο δειλό βήμα προς το μέγιστο καλό, που δίνει χωρίς να περιμένει επιστροφή.

Ποιοί είναι εκείνοι που εδώ αποκαλεί αμαρτωλούς ο Θεός; Πρώτα είναι οι ειδωλολάτρες, στους οποίους δεν έχει αποκαλυφθεί η πληρότητα του μυστηρίου της αλήθειας και της αγάπης του Θεού. Είναι αμαρτωλοί επειδή αποστράφηκαν την πρωταρχική αλήθεια και την αγάπη Του. Επειδή στη θέση του Θεού έχουν προσλάβει ως νομοθέτη αυτόν τον κόσμο, που τους διδάσκει πως πρέπει ν’ ανταποδίδουν αγάπη μόνο σ’ αυτούς που τους αγαπάνε, να ευεργετούν μόνο εκείνους από τους οποίους δέχονται το καλό. Το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης του Θεού αποκαλύπτεται μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού, τώρα μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια και λαμπρότητα απ’ ότι στην αρχή της δημιουργίας. Αρχικά αποκαλύφθηκε μέσω του Ιουδαϊκού λαού. Απ’ αυτούς, αν κι όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλους τους λαούς της γης.

Όπως ο Θεός προετοίμασε τους Ιουδαίους χιλιάδες χρόνια για να κατανοήσουν και να δεχτούν την πλήρη αποκάλυψη του μυστηρίου, με το Νόμο και τους προφήτες Του, έτσι κι ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «αμαρτωλοί» για άλλους λαούς, που έχουν βυθιστεί στην ειδωλολατρεία. Με την λέξη «αμαρτωλοί» όμως και μάλιστα μεγαλύτεροι αμαρτωλοί από τους ειδωλολάτρες, εννοεί κι όλους εκείνους στους οποίους αποκαλύφθηκε το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης αλλά δεν έμειναν πιστοί σ’ αυτό, παρά ξαναγύρισαν στο κατώτερο επίπεδο του αγαθού, «ώσπερ κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22). Κι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, χριστιανοί κατ’ όνομα, που με τα έργα τους φανερώνονται οι πιο πρωτόγονοι ειδωλολάτρες.

Τί όφελος έχουμε αν αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και κάνουμε το καλό σ’ εκείνους που μας ευεργετούν; Δεν επιστρέφουμε στη θέση του αυτό που λάβαμε; Την ανταπόδοσή μας την λάβαμε. Έπαινος αξίζει στα έργα που, σε μικρή κλίμακα, μοιάζουν στα έργα της αγάπης του Θεού.

«Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. στ’ 35-36). Αυτά είναι τα ύψη στα οποία θέλει ο Θεός να εξυψώσει τους ανθρώπους. Αυτή ήταν μια διδαχή ανήκουστη πριν από την έλευσή Του. Αυτό είναι το ύψος της αξίας του ανθρώπου, που ούτε κι ο μεγαλύτερος σοφός στην ιστορία του κόσμου δεν είχε ονειρευτεί ως τότε. Κι αυτή είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, που αλλοιώνει την καρδιά του ανθρώπου και την μετατρέπει σε ποταμό δακρύων.

Αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Δε λέει «μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν».

Αυτή είναι μόνο παθητική αγάπη. Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.

Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη; Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ έντονα από τους μη χριστιανούς. Δε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησης. Τι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;

Πρώτ’ απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.

Στον κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική. Στη φύση αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.

Στον κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικη. Δεν είναι πραγματικά αφύσικη. Σε σχέση με την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη φύση που προϋπήρχε της δικής μας.

Η αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη, λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.

Μια τρίτη ομάδα αντιρρησιών ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτή. Πώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους εχθρούς μας και μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του; Αν ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο. Κι ο φόβος αυτός με τη σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το καλό μας.

Ας είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην πνευματική μας πορεία. Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια: «Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 7).

Όταν ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βο­ηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο Κύριος είπε πως «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους, καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!

Η πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας βοηθούν. Οι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μας. Οι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’ αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε από το Θεό να τους σώσει. Οι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.

Αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, λέει ο Κύριος. Αγαθοποιείτε, κάνετε το καλό σ’ όλους τους ανθρώπους αδιάκριτα, είτε σας αγαπούν είτε όχι. Ακολουθήστε το παράδειγμα του Θεού που τους ευεργετεί όλους, είτε φανερά είτε κρυφά. Αν η ευεργεσία σας δε θεραπεύει το μίσος του εχθρού σας, πολύ λιγότερο θα το θεραπεύσει η έχθρα σας. Γι’ αυτό κάνετε το καλό ακόμα και σε κείνους που ούτε το ζητούν ούτε το περιμένουν από σας. Δανείζετε όλους εκείνους που σας ζητούν. Δανείζετε όμως σα να δίνετε, σα να επιστρέφετε κάτι που ανήκει σε άλλον, όχι κάτι δικό σας. Λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ελεήμων άνθρωπος είναι εκείνος που δίνει, χαρά στους άλλους μ’ αυτά που ο ίδιος έλαβε από το Θεό: ψωμί, φαγητό, εξουσία, ένα λόγο προσευχής· που λογαριάζει τον εαυτό του οφειλέτη, αφού έλαβε παραπάνω απ’ όσα χρειάζεται. Μέσω του αδελφού του είναι σα να του ζητάει ο Θεός και γίνεται έτσι οφειλέτης του».

Αν ο εχθρός δε δεχτεί την ευεργεσία σου, δε σ’ εμποδίζει μ’ αυτό από το να συνεχίσεις να του δίνεις. Ο Κύριος είπε, «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. ε’ 44). Κάνε και συ λοιπόν προσευχή για τους εχθρούς σου, ευεργέτησέ τους. Αν ο εχθρός σου δε δεχτεί κάποιο είδος καλοσύνης ή εξυπηρέτησης από μέρους σου, ο Θεός θα δεχτεί την προσευχή που θα κάνεις γι’ αυτόν. Ο Θεός θα μαλακώσει την καρδιά του και θ’ αλλάξει τη διάθεσή του για σένα. Δεν είναι τόσο δύσκολο στο Θεό να κάνει έναν εχθρό φίλο, όσο φαίνεται στους ανθρώπους. Αυτό είναι ίσως αδύνατο στους ανθρώπους, μα δυνατό στο Θεό. Εκείνος που ξανακάνει την παγωμένη γη εύφορη κοιλάδα, όπου αναπτύσσονται πανέμορφα λουλούδια, μπορεί να λιώσει και τον πάγο της έχθρας της ανθρώπινης καρδιάς και να κάνει να ευδοκιμήσουν σ’ αυτήν τα ευωδιαστά λουλούδια της φιλίας.

Βέβαια, το σπουδαιότερο πράγμα δεν είναι να γυρίσει ο εχθρός σου και να γίνει φίλος σου χάρη στην καλοσύνη σου, αλλά να μη χάσει την ψυχή του λόγω του μίσους του για σένα. Περισσότερο πρέπει να προσεύχεται κανείς γι’ αυτό το τελευταίο, παρά για το πρώτο. Για τη δική σου σωτηρία δεν παίζει κανένα ρόλο αν σ’ αυτή τη ζωή έχεις περισσότερους φίλους ή εχθρούς. Παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο όμως το να μην είσαι εχθρός κανενός, αλλά να είσαι φίλος με όλους με την καρδιά σου, με τις προσευχές και τις σκέψεις σου.

Αν το κάνεις αυτό, η ανταπόδοσή σου θα είναι μεγάλη. Από ποιόν; Σε κάποιο βαθμό ίσως από τους ανθρώπους, κυρίως όμως από το Θεό. Τί είδους ανταπόδοσή θα έχεις; «Έσεσθε υιοί του Υψίστου», θ’ αξιωθείτε ν’ αποκαλέσετε το Θεό «Πατέρα», «και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω, αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. στ’ 6). Αν δε γίνει σήμερα αυτό, θα γίνει αύριο. Αν όχι αύριο, τότε στο τέλος του κόσμου, ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων. Ποιά μεγαλύτερη ανταπόδοση θα μπορούσαμε να περιμένουμε από το να κληθούμε παιδιά του Υψίστου, να ονομάζουμε τον Ύψιστο Πατέρα μας;

Προσέξτε. Ο ένας και μοναδικός Υιός του Υψί­στου είναι ο Κύριος Ιησούς. Έως τώρα μόνο Αυτός ονόμαζε το Θεό Πατέρα Του. Και τώρα την ίδια τιμή υποσχέθηκε ο Θεός σ’ εμάς, τους αμαρτωλούς και παραστρατημένους. Τί σημαίνει η τιμή αυτή για μας; Πώς θα είμαστε μαζί Του στην αιωνιότητα(βλ. Ιωάν. ιδ’ 3), κοντά στη δική Του δόξα, όπου βασιλεύει χαρά χωρίς τέλος. Σημαίνει πως η αγάπη του Θεού Πατέρα θα είναι πάντα μαζί μας. Ακόμα κι όταν διερχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις δυσκολίες σ’ αυτή τη ζωή, όλα θ’ αντιστραφούν και θα καταλήξουν στο καλό μας. Σημαίνει πως όταν πεθάνουμε δε θα παραμείνουμε στον τάφο, αλλά θ’ αναστηθούμε, όπως Εκείνος αναστήθηκε εκ νεκρών. Σημαίνει πως σ’ αυτή τη γη τοποθετηθήκαμε προσωρινά. Στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα μας όμως μας περιμένει κάλλος αθάνατο, τιμή και δόξα.

Θα μπορούσαμε ν’ απαριθμήσουμε όλα τ’ αγαθά που περιμένουν έναν ορφανό αν τον υιοθετήσει κάποιος επίγειος βασιλιάς; Είναι αρκετό να πούμε πως το ορφανό αυτό το υιοθέτησε ένας βασιλιάς κι όλοι θα καταλάβουν πόσα αγαθά θ’ απολαύσει το ορφανό αυτό. Η δική μας υιοθεσία δεν έγινε από ανθρώπους αλλ’ από το Θεό, αφού θα γίνουμε υιοί του Υψίστου, του Οποίου Υιός είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Θα γίνουμε υιοί του αθάνατου Βασιλιά, του Βασιλιά των βασιλιάδων. Μας υιοθετεί ο Θεός όχι για χάρη μας, αλλά για χάρη του Μονογενούς Του Υιού, όπως λέει ο απόστολος: «Πάντες γαρ υιοί Θεού εστε διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ’ 26). Ο Χριστός μας υποδέχεται σαν αδελφούς Του. Ο Θεός Πατέρας επομένως μας δέχεται σαν υιούς Του.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει περίπτωση να μας αξίζει να λεγόμαστε «υιοί του ζώντος Θεού». Είναι αστείο και να σκεφτούμε ακόμα πως θα μπορούσαμε με οποιοδήποτε έργο μας, ακόμα κι αν ασκούσαμε τη μεγαλύτερη αγάπη για τον εχθρό μας, ν’ αξίζαμε ν’ ανταμειφθούμε με αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος Ιησούς στους πιστούς δούλους Του. Αν δίναμε όλα τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, αν νηστεύαμε όλες τις μέρες της ζωής μας κι αν στεκόμασταν στην προσευχή σαν αναμμένες λαμπάδες ως το τέλος του χρόνου· αν χωρίζαμε πνευματικά το πνεύμα από το σώμα μας, σα νά ‘ταν ψυχρή πέτρα κι αν η ψυχή μας ήταν απαθής προς τον υλικό κόσμο· αν αφήναμε τον εαυτό μας να τον φτύνουν και να τον ποδοπατούν όλοι οι άνθρωποι ή ακόμα κι αν παραδινόμασταν τροφή στα πεινασμένα θηρία· ακόμα κι αν τα κάναμε όλ’ αυτά, δε θα ήταν παρά μια απειροελάχιστη τιμή για όλα τ’ αγαθά, τη δόξα και την ανέκφραστη ευφροσύνη που συνοδεύουν την υιοθεσία του Θεού. Δεν υπάρχει ευσπλαχνία στη γη ούτε αγάπη στο θνητό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον αξιώσει να γίνει «υιός Θεού», αθάνατος πολίτης της ουράνιας Βασιλείας. Η αγάπη του Χριστού όμως αναπληρώνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Ας μην ισχυριστεί κανένας μας πως μπορεί με τη δική του αγάπη να σωθεί, με τη δική του αξία ν’ ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για να μπει μέσα.

Η εντολή της αγάπης για τον πλησίον επομένως, όσο μεγάλη και δύσκολη κι αν μας φαίνεται, είναι μόλις ένα μικρό νόμισμα που ζητάει ο Θεός από μας για να μας φέρει πιο κοντά Του στην υπέροχη και πανένδοξη βασιλεία Του. Δε μας ζητάει να τηρήσουμε την εντολή αυτή για να κερδίσουμε με την αξία μας τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του, αλλά μόνο να επιθυμήσουμε πάνω απ’ όλα τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του. Από μας ζητάει μόνο να πιστεύουμε τα λόγια Του και να υπακούμε τον Κύριο Ιησού.

Από ποιά άποψη ο Αδάμ ήταν άξιος για τον Παράδεισο; Από καμία. Ο Παράδεισος του δόθηκε από την αγάπη του Θεού. Τί έκανε τον Αδάμ να παραμείνει στον Παράδεισο ως την πτώση του; Η υπακοή του στο Θεό, μόνο η υπακοή του. Όταν όμως ο ίδιος κι η σύζυγός του άρχισαν ν’ αμφισβητούν την εντολή του Θεού, και μόνο η αμφισβήτηση αυτή παραβίασε την εντολή κι έπεσε στη θανάσιμη αμαρτία της παρακοής.

***

Στη Νέα Κτίση ο Κύριος Ιησούς ζητάει από μας το ίδιο πράγμα που ζήτησε από τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο: πίστη και υπακοή. Πίστη πως κάθε εντολή που μας έδωσε, είναι για τη σωτηρία μας· απροϋπόθετη υπακοή σε κάθε μία από τις εντολές Του. Μας έδωσε όλες τις εντολές, μαζί κι αυτήν για ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, για νά ‘χουμε πίστη στα λόγια Του και υπακοή. Αν κάποια από τις εντολές Του δεν ήταν καλή και δεν υπηρετούσε τη σωτηρία μας, δε θα μας την έδινε. Εκείνος ήξερε πολύ καλύτερα αν η εντολή αυτή ήταν φυσική ή αφύσικη, δυνατή ή αδύνατη. Το πιο σπουδαίο πράγμα για μας είναι πως ο Θεός μας έδωσε την εντολή αυτή κι εμείς, αν θέλουμε το καλό μας, πρέπει να την τηρήσουμε. Όπως ο άρρωστος παίρνει το φάρμακο από το χέρι του γιατρού με πίστη και κάνει υπακοή, είτε το φάρμακο είναι γλυκό είτε πικρό, έτσι κι εμείς, αδύναμοι από την αμαρτία και με σκοτισμένο νου, πρέπει να τηρούμε με πίστη κι υπακοή όλες τις εντολές που μας έδωσε ο καλός Ιατρός των ψυχών μας και Κύριος της ζωής μας, Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.

Σ’ Εκείνον πρέπει δόξα και αίνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν
.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Το «πνεύμα της Ασίζης» επιβεβαιώθηκε στο Μετς

της Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄


Λέων ΙΔ΄ με εκπροσώπους ψευδών θρησκειών
κατά τη διάρκεια της «Έκκλησης του Μετς»

Μετά το Παρίσι και τη Λούρδη, ο Λέων ΙΔ΄ ολοκλήρωσε το ταξίδι του στη Γαλλία στο Μετς τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου. Η ημέρα περιελάμβανε μια διαθρησκευτική συνάντηση, μια ομιλία για την Ευρώπη και μια Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό του Σεντ-Ετιέν.

Οι μαθητές καλωσορίζουν τον Πάπα.

Φτάνοντας από τη Λούρδη το πρωί, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο Μετς-Νανσί-Λωρραίνη περίπου είκοσι μαθητές από το ιδιωτικό σχολείο Marcel Van στο Αργκάνσι.
Οι μαθητές είχαν ετοιμάσει ένα τραγούδι, ζωγραφιές και δώρα.
Ο Πάπας αφιέρωσε χρόνο για να τους ακούσει και να τους χαιρετήσει ατομικά πριν ευλογήσει τους γονατιστούς μαθητές.
Αυτή η συνάντηση πρόσθεσε μια προσωπική πινελιά σε μια ημέρα αφιερωμένη σε μεγάλο βαθμό στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Η επιλογή του Μετς οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον Ρόμπερτ Σουμάν και στην ιστορία μιας περιοχής που σημαδεύτηκε από τους Γαλλοπρωσικούς Πολέμους.
Ο Καρδινάλιος Ζαν-Μαρκ Αβελίν ανέφερε ότι, μεταξύ των πόλεων που εξετάστηκαν, ο Λέων ΙΔ΄ είχε επιλέξει το Μετς «λόγω της Ευρώπης».

Η Έκκληση του Μετς, στο Πνεύμα της Ασίζης

Στο Συνεδριακό Κέντρο Robert Schuman , ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ συναντήθηκε με μέλη της Διάσκεψης Θρησκευτικών Ηγετών της Γαλλίας (CRCF), η οποία από το 2010 συγκεντρώνει Καθολικούς, Προτεστάντες, Ορθόδοξους, Εβραίους, Μουσουλμάνους και Βουδιστές ηγέτες.

Επτά εκπρόσωποι διάβασαν την «Έκκληση του Μετς», που συνέταξαν αυτοί οι θρησκευτικοί ηγέτες.
Το κείμενο στη συνέχεια υπεγράφη, παρουσία του Πάπα, από τον Καρδινάλιο Jean-Marc Aveline , τον Πάστορα Christian Krieger , τον Επίσκοπο Δημήτριο , τον Haïm Korsia , Αρχιραβίνο της Γαλλίας, τον Antony Boussemart, Συμπρόεδρο της Βουδιστικής Ένωσης της Γαλλίας, και τον Chems-Eddine Hafiz, Πρύτανη του Μεγάλου Τζαμιού του Παρισιού.
Ο Καρδινάλιος Aveline το παρουσίασε σε δύο νέους.
Το έγγραφο αναφέρεται ρητά στη συνάντηση που διοργάνωσε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ στην Ασίζη στις 27 Οκτωβρίου 1986, όταν, κατόπιν πρόσκλησης του Πάπα, εκπρόσωποι των διαφόρων θρησκειών του κόσμου συγκεντρώθηκαν εκεί για μια ημέρα νηστείας και προσευχής για την ειρήνη. Οι θρησκευτικές ομάδες προσευχήθηκαν σύμφωνα με τις δικές τους τελετουργίες, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιούσαν καθολικές εκκλησίες ή εκκλησιαστικές δομές για τον σκοπό αυτό.
Στη συνέχεια, συγκεντρώθηκαν μπροστά στη Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου, όπου οι εκπρόσωποί τους προσευχήθηκαν εκ περιτροπής παρουσία των άλλων. Αυτή η πρωτοφανής ημέρα έδωσε αφορμή για αυτό που θα ονομαζόταν «πνεύμα της Ασίζης».

Ο Αρχιεπίσκοπος Μαρσέλ Λεφέβρ και ο Αρχιεπίσκοπος Αντόνιο ντε Κάστρο Μάγιερ κατήγγειλαν πολύ περισσότερα από μια απλή ασάφεια.
Στη δήλωσή τους της 2ας Δεκεμβρίου 1986, περιέγραψαν την Ασίζη ως « το αποκορύφωμα αυτής της ρήξης με το προηγούμενο Μαγιστέριο της Εκκλησίας » και καταδίκασαν μια δημόσια αμαρτία κατά της ενότητας του Θεού, του Ενσαρκωμένου Λόγου και της Εκκλησίας του: « Ο Ιωάννης Παύλος Β΄ ενθαρρύνει τις ψευδείς θρησκείες να προσεύχονται στους ψεύτικους θεούς τους: ένα ανυπολόγιστο και πρωτοφανές σκάνδαλο ».
Οι δύο αρχιεπίσκοποι ζήτησαν την ανανέωση της Εκκλησίας μέσω της « ακέραιας πίστης στην Παράδοση ».

Αντιμέτωποι με πολέμους, ανισότητες και οικολογικές και τεχνολογικές αναταραχές, οι υπογράφοντες της Έκκλησης επιθυμούν τώρα να « υπηρετήσουν μαζί ολόκληρη την ανθρώπινη οικογένεια ». Αυτή η παγκόσμια αδελφότητα, με τις μασονικές της αποχρώσεις, οραματίζεται την ανθρωπότητα ως ένα σύνολο στο οποίο τα έθνη και τα αγαθά τους τείνουν να περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Οι υπογράφοντες καταδικάζουν τις διακρίσεις, τις επιθέσεις κατά ατόμων και τόπων λατρείας, την υποκίνηση μίσους και τον ολοκληρωτισμό.
Η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η φιλοξενία, η αδελφοσύνη και η προστασία του «κοινού μας σπιτιού» σκιαγραφούν έτσι το πρόγραμμα ειρήνης τους.
Πάνω απ' όλα, αποδίδουν μια θετική αξία στις ίδιες τις ψευδείς θρησκείες: « Μαρτυρούμε ότι η επιδίωξη της ειρήνης, η μη βία και η μέριμνα για τους άλλους είναι βαθιά ριζωμένες, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, σε κάθε θρησκευτική μας παράδοση ».
Αυτή η εκτίμηση επεκτείνεται και στις πρακτικές τους: « Γνωρίζουμε από την εμπειρία ότι ο διάλογος, η προσευχή, ο διαλογισμός και διάφορες μορφές πνευματικής πρακτικής ανοίγουν το δρόμο προς την ειρήνη» .

Οι ψευδείς θρησκείες θα ήταν επομένως μια «προνομιακή οδός» προς την « αφοπλισμένη και αφοπλιστική ειρήνη » που υποστήριζε ο Λέων ΙΔ'.

Η Έκκληση προτείνει επίσης μια κουλτούρα υποδοχής και εκπαίδευσης για την ειρήνη, κινητοποιώντας οικογένειες, σχολεία, ψυχαγωγικές και αθλητικές δραστηριότητες και καταλήγει με τρεις δεσμεύσεις: την επιδίωξη του διαλόγου, την εκπαίδευση των νέων στην αμοιβαία κατανόηση των θρησκειών και την κοινή δράση για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη.

Αυτή η παρουσίαση των θρησκειών και των πρακτικών τους ως οδών προς την αέναη ειρήνη είναι το σφάλμα που καταγγέλθηκε το 1986.
Η πρακτική συνεργασία μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών μπορεί να εξυπηρετήσει ένα υλικό αγαθό: την υποστήριξη των θυμάτων, την τήρηση των δεσμεύσεων ή την πρόληψη της βίας.
Αυτό, ωστόσο, δεν δικαιολογεί την αναγνώριση οποιασδήποτε πνευματικής καρποφορίας στις ψευδείς θρησκείες ως τέτοιες.
Οι φυσικές αλήθειες που διαφυλάσσουν δεν δικαιολογούν ούτε τα λάθη τους, τα οποία είναι αντίθετα με την Αποκάλυψη, ούτε τις λατρείες τους, οι οποίες απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον αληθινό Θεό.

Η διακήρυξη του Αρχιεπισκόπου Λεφέβρ και του Αρχιεπισκόπου ντε Κάστρο Μάγιερ κατήγγειλε τις φυσιοκρατικές αρχές και μια αντίληψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που είναι διαχωρισμένη από την αλήθεια και την ηθική αξιοπρέπεια. Αντιπαρέβαλε αυτές τις αρχές με την υπεράσπιση της πίστης, το ιεραποστολικό έργο και την Παγκόσμια Βασιλεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Στο Μετς, η εστίαση παραμένει στη θρησκευτική κατανόηση στην υπηρεσία της ανθρώπινης οικογένειας, ενώ η αιώνια σωτηρία των ψυχών παραμερίζεται.


Στη συνέχεια, ο Λέων ΙΔ΄ χαιρέτισε το Μετς ως μια πόλη «συνόρων και περασμάτων». Επικαλέστηκε τον Ρομπέρ Σουμάν , έναν άνθρωπο πίστης και Χριστιανό δημοκράτη, του οποίου οι πράξεις είχαν μετατρέψει τις αρχαίες διαιρέσεις της Ευρώπης σε «γέφυρες ελπίδας». Ακολουθώντας το παράδειγμά του, οι θρησκευτικοί ηγέτες έπρεπε να αποδείξουν ότι είναι ακόμα δυνατό να συναντιόμαστε, να σφυρηλατούμε φιλίες και να οικοδομούμε ειρήνη. 

«Ο διάλογος δεν μειώνει την ταυτότητά μας, αλλά την εκφράζει με απλότητα και αλήθεια, ανοίγοντάς μας στη διαφορετικότητα των άλλων», δήλωσε ο Πάπας.
Επικαλούμενος τον Φραγκίσκο και τον Ιωάννη Παύλο Β΄ , ο Πάπας παρουσίασε τον διάλογο ως ένα βήμα πέρα ​​από τη διπλωματία ή την ανοχή, με στόχο τη φιλία και την ειρήνη.
Αναφερόμενος στον Πολ Ρικέρ , περιέγραψε την ετερότητα ως υπόσχεση και όχι ως απειλή.

Τέλος, ο Λέων ΙΔ΄ καταδίκασε την εκμετάλλευση της θρησκείας: «Η επίκληση του Ονόματος του Θεού για τη νομιμοποίηση της βίας ή της καταπίεσης αποτελεί βεβήλωση αυτού του Ονόματος». Ζήτησε από τους παρόντες ηγέτες να « αφοπλίσουν τις καρδιές και τα λόγια τους ».

Η καταδίκη της άδικης βίας είναι απαραίτητη, αλλά η επιθυμία διατήρησης των «θρησκευτικών ταυτοτήτων» ως αγαθού δεν έχει τίποτα το καθολικό σε αυτήν.
Στην Ασίζη, οι συμμετέχοντες είχαν ήδη διατηρήσει τις δικές τους πεποιθήσεις και πρακτικές: η ενθάρρυνση που δόθηκε σε αυτές τις πεποιθήσεις και πρακτικές ήταν αυτή που καταδίκασε τον Αρχιεπίσκοπο Λεφέβρ και τον Αρχιεπίσκοπο ντε Κάστρο Μάγιερ.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη σύγχυση μεταξύ των θρησκειών. έγκειται επίσης στην κοινή τους αξιοποίηση, παρά τις αντιφάσεις με το καθολικό δόγμα, στην υπηρεσία μιας ειρήνης που παρουσιάζεται ως κοινό επίτευγμα.
Η αλήθεια της πίστης δεν μπορεί να γίνει δευτερεύουσα διάκριση στο όνομα της συμφιλίωσης μεταξύ των λαών: τίποτα δεν μπορεί να τοποθετηθεί πάνω από τον Θεό και την Αποκάλυψή Του.

Υπερασπιζόμενοι τη ζωή «μέχρι τέλους»
.

Ο Πάπας συνέχισε στο θέμα της προστασίας της ζωής.
Αφού έθεσε την καρποφορία των θρησκευτικών παραδόσεων στην υπηρεσία της ειρήνης και της αδελφοσύνης, τη συνέδεσε με την ικανότητά τους να προστατεύουν ευάλωτους ανθρώπους: « Το μεγαλείο ενός πολιτισμού δεν μετριέται από τα υλικά του επιτεύγματα, αλλά από τον τρόπο που περιβάλλει, προστατεύει και εξυψώνει το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι θρησκείες είναι φύλακες της ζωής: επιβεβαιώνουν την ιερή της αξία ».

Και ο Πάπας πιστεύει ότι αυτή η ανησυχία πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένη δράση: « Το να υπηρετείς τη ζωή σημαίνει να την περιβάλλεις με φροντίδα, παρουσία και τρυφερότητα, ειδικά σε στιγμές δυσκολίας, μέχρι το τέλος ». Αυτή η προειδοποίηση απηχούσε τις ομιλίες στο Μέγαρο των Ηλυσίων και στη Λούρδη κατά του προγραμματισμένου θανάτου. Η συνοδεία των ασθενών μέχρι το τέλος της ζωής τους, αντί να τους τερματίζεις με το πρόσχημα της συμπόνιας, παραμένει ένα από τα πιο διαρκή θέματα του ταξιδιού.

Ο Λέων ΙΔ΄ εμπιστεύτηκε επίσης σε όσους είναι «ανοιχτοί στην υπέρβαση» την αποστολή να προσφέρουν σταθερά σημεία αναφοράς, ειδικά στους νέους, για να οικοδομήσουν μια κοινωνία που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Στο συμπέρασμά του, παρέθεσε την εγκύκλιό του Magnifica Humanitas : « Η Εκκλησία θεωρεί ως συνταξιδιώτες όλους όσους αναζητούν ειλικρινά την αλήθεια, την καλοσύνη και την ομορφιά ».

Ο Πάπας ευχαρίστησε τους θρησκευτικούς εκπροσώπους για την παρουσία τους και ζήτησε από τον Θεό να τους διδάξει να ζουν όλο και πιο ολοκληρωμένα ως παιδιά Του και ως αδελφοί και αδελφές, προσκαλώντας τους να γίνουν, όπου κι αν ζουν, οικοδόμοι της ειρήνης και μάρτυρες της ελπίδας. Η ομιλία του τελείωσε με μια ευλογία.

Η αναμνηστική φωτογραφία

Η επακόλουθη συνάντηση, με τίτλο « Στις Ρίζες της Ευρώπης για την Ειρήνη και την Ενότητα », συγκέντρωσε, μεταξύ άλλων, τον Πρόεδρο Εμμανουήλ Μακρόν , τον Πρίγκιπα Αλβέρτο Β' του Μονακό , τον Μεγάλο Δούκα Γουγιώμ του Λουξεμβούργου και αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες.

Ο Λέων ΙΔ' απέτισε φόρο τιμής στον Ρομπέρ Σουμάν , του οποίου οι προσπάθειες για γαλλο-γερμανική συμφιλίωση εκφράστηκαν στη διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950. Στη συνέχεια, προσέφερε μια ιστορική προοπτική για την Ευρώπη: μια πολιτιστική πραγματικότητα ακόμη περισσότερο από γεωγραφική: η ελληνική και ρωμαϊκή κληρονομιά, η εξάπλωση του Χριστιανισμού, η ενσωμάτωση των γερμανικών και σλαβικών λαών και οι συναντήσεις με άλλους πολιτισμούς.

Ο Άγιος Βενέδικτος κατείχε ξεχωριστή θέση στην ομιλία του: ο Πάπας μίλησε για το τεράστιο έργο των μοναχών υπέρ των φτωχών, των ασθενών και των ηλικιωμένων, καθώς και για τον ρόλο τους στην εκπαίδευση, τα νοσοκομεία, την επιστήμη, την αρχιτεκτονική, το δίκαιο και την οργάνωση των πόλεων: « Χωρίς αυτή τη μοναστική βάση, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε δεν θα υπήρχε ».

Μιλώντας πιο συγκεκριμένα για την τοπική ιστορία, θυμήθηκε τον Άγιο Χροδεγάγκο του Μετς και τη διάδοση του Γρηγοριανού άσματος στις καρολίγγειες χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως μια δύναμη ικανή να διαμορφώσει τους λαούς, τους θεσμούς τους και τον πολιτισμό τους.

Ο Λέων ΙΔ΄ παρέπεμψε επίσης στον Σούμαν για την ισότητα της ανθρωπότητας, που λυτρώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό, για την αξιοπρέπεια της εργασίας και για τον παγκόσμιο νόμο της φιλανθρωπίας.
Ο Αλτσίδε ντε Γκάσπερι του επέτρεψε να επικαλεστεί μια κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά, που τρέφεται από την ευαγγελική αδελφότητα, το δίκαιο, την ομορφιά, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Αυτές οι αναφορές είναι πολύτιμες σε μια ήπειρο που διαμορφώνει το δικό της μέλλον, ξεχνώντας τι οφείλει στην Εκκλησία. Ο Πάπας διευκρίνισε αμέσως, ωστόσο, ότι η αναφορά στον Χριστιανισμό δεν ήταν ένα « αποκλειστικό κριτήριο εξομολόγησης »: απλώς αναγνώριζε το άνοιγμα στην υπέρβαση ως διάσταση του ανθρώπινου προσώπου και πηγή πολιτισμού.

Αυτό που δημιούργησε τον Χριστιανισμό, ωστόσο, δεν ήταν μια αόριστη θρησκευτική φιλοδοξία, αλλά η πίστη στον Ιησού Χριστό, η χάρη που παρέχεται από τα μυστήρια και η δράση της Εκκλησίας Του. Η υποβάθμιση αυτής της κληρονομιάς σε ένα απλό άνοιγμα στο υπερβατικό σημαίνει διαγραφή αυτού που την έκανε τόσο καρποφόρα.

Χριστιανικές ρίζες χωρίς χριστιανική κοινωνία;


Ο Λέων ΙΔ΄ συνέχισε επικαλούμενος το Άρθρο 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον διάλογο μεταξύ των θεσμών και των Εκκλησιών.
Συνέδεσε ρητά τον κοσμικό χαρακτήρα με τη μη θρησκευτική φύση των πολιτικών θεσμών, ενώ παράλληλα ζήτησε αυθεντική συνεργασία και σεβασμό της ελευθερίας οργάνωσης, έκφρασης και λατρείας των θρησκευτικών κοινοτήτων.

Στη συνέχεια, ανέφερε τις αξίες που διακηρύσσει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση : τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ισότητα και το κράτος δικαίου.

Εδώ έγκειται μία από τις θεμελιώδεις αντιρρήσεις της Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄ στην συνοδική θρησκευτική ελευθερία που επιβεβαιώθηκε από τον Λέοντα ΙΔ΄ και τις ψευδαισθήσεις που αυτή καλλιεργεί.
Τα θρησκευτικά καθήκοντα των εταιρειών δεν περιορίζονται στην προστασία της ελευθερίας των πιστών, καθώς ο Ιησούς Χριστός έχει δικαιώματα τόσο στα έθνη όσο και στα άτομα.
Η διάκριση μεταξύ πνευματικής και κοσμικής εξουσίας δεν εξουσιοδοτεί το Κράτος να θεωρεί τον εαυτό του ανεξάρτητο από τον Θεό και τη θρησκεία που αποκάλυψε.

Η παραδοσιακή διδασκαλία αναγνωρίζει ότι οι περιστάσεις μπορεί να απαιτούν την ανοχή ψευδών λατρειών για να αποφευχθεί ένα μεγαλύτερο κακό, αλλά μια τέτοια ανοχή δεν γίνεται έτσι αρχή θρησκευτικής αδιαφορίας εκ μέρους των δημόσιων αρχών.
Η αναγνώριση των χριστιανικών ριζών είναι επομένως ανεπαρκής εάν κάποιος αρνηθεί να συναγάγει τις συνέπειες για την κοινωνική τάξη.

Ομοίως, η συμφιλίωση μεταξύ των λαών της Ευρώπης αξίζει να υποστηριχθεί ακόμη και χωρίς την κατ' αρχήν έγκριση της τρέχουσας δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διεθνής συνεργασία πρέπει να υπηρετεί το κοινό καλό των εθνών και να παραμένει υπό την ηθική νομοθεσία, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα εντός των ευρωπαϊκών θεσμών.
Ούτε οι δημοκρατικές διαδικασίες ούτε οι συνθήκες μπορούν να δικαιολογήσουν αποφάσεις που αντιβαίνουν σε αυτόν τον νόμο: ο ίδιος ο Λέων ΙΔ΄ μας το είχε μόλις υπενθυμίσει αυτό σχετικά με την ευθανασία.

Μετανάστευση: Η υποδοχή ως κατευθυντήρια αρχή

Στο θέμα της μετανάστευσης, ο Λέων ΙΔ΄ περιέγραψε μια νέα φάση στην ευρωπαϊκή ιστορία, που χαρακτηρίζεται από την άφιξη ανθρώπων που φεύγουν από τον πόλεμο, τις διώξεις ή τη φτώχεια. Ζήτησε νόμιμες και ασφαλείς οδούς, βοήθεια σε όσους βρίσκονται σε κίνδυνο, καταπολέμηση των εμπόρων, προστασία των θυμάτων και αυθεντικές διαδικασίες υποδοχής και ένταξης.
Ανέφερε επίσης πολιτικές που επιτρέπουν σε όλους να ζουν με αξιοπρέπεια στη χώρα τους και διευκρίνισε: « Το να καλωσορίζεις ένα άτομο σημαίνει να το ενσωματώνεις σαν να ήταν μέρος της δικής σου οικογένειας, προσφέροντάς του την ευκαιρία να αναπτύξει τα ταλέντα, τις ικανότητες και την ευαισθησία του, αλλά και να εισέλθει στο πνεύμα του σπιτιού ».

Αυτή η ανάγκη για ενσωμάτωση προσθέτει μια επιφύλαξη στην απλή λογική της υποδοχής, αλλά ο Λέων ΙΔ΄ την πλαισιώνει στην προοπτική μιας « άνευ προηγουμένου συνάντησης μεταξύ λαών και πολιτισμών », ζητώντας μια « δημιουργική ανακάλυψη των ριζών μας » και μια « προσεκτική ακρόαση των άλλων ».

Το φαινόμενο της μετανάστευσης παρουσιάζεται έτσι πρωτίστως ως μια ευκαιρία για συνάντηση, χωρίς να εξετάζει τις αναταραχές που μπορεί να επιβάλει στα ευρωπαϊκά έθνη.

Το καθήκον να βοηθήσουμε ένα άτομο που έχει ανάγκη δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει μια πολιτική μόνιμης εγκατάστασης, πόσο μάλλον για να καταστήσει τη μαζική μετανάστευση αγαθό από μόνη της. Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη δικαιοσύνη, τη σύνεση και τη σειρά των καθηκόντων. Όσοι βρίσκονται στην εξουσία είναι υπεύθυνοι για έναν δεδομένο λαό, του οποίου την ασφάλεια, τη συνοχή και την υλική και πνευματική κληρονομιά πρέπει να διαφυλάξουν.

Τα έθνη δεν είναι εναλλάξιμοι πληθυσμοί, ούτε οι πατρίδες τους είναι απλώς διαθέσιμοι χώροι.
Η παγκοσμιότητα της Εκκλησίας δεν απαιτεί τη διαγραφή των λαών: τους καλεί να ασπαστούν την ίδια πίστη χωρίς να καταργήσουν τις νόμιμες σχέσεις τους.

Η δυνατότητα να ζει κανείς με αξιοπρέπεια στη γη του, την οποία ορθώς ανέφερε ο Λέων ΙΔ΄, άξιζε έναν πολύ πιο κεντρικό ρόλο. Το να βοηθάμε τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τον πόλεμο, τη φτώχεια και τη διαφθορά συμβάλλει στην ευημερία τους πιο βαθιά από το να θεωρούμε την αναχώρησή τους ως τον ορίζοντα του μέλλοντός τους. Ο ξεριζωμός παραμένει μια δοκιμασία που πρέπει να αποτραπεί ή να μετριαστεί, όχι ένα μέσο παγκόσμιας αδελφοσύνης με κόστος την αναταραχή των εθνών.

Η Ειρήνη απέναντι στην «Ψευδαίσθηση του Επανεξοπλισμού»


κατέλαβε σημαντική θέση στην ομιλία του Πάπα.
Χωρίς να κατονομάσει άμεσα την Ουκρανία , ο Λέων ΙΔ΄ αποδοκίμασε την επιστροφή στην Ευρώπη μιας « άσκοπης σφαγής » και στη συνέχεια ζήτησε υπομονετικό διάλογο, το θάρρος για διαπραγμάτευση και την προθυμία να θυσιαστούν θέσεις στο όνομα της ειρήνης.

Ο Πάπας απέρριψε έναν « αφελή ειρηνισμό », προειδοποιώντας ενάντια « στην ψευδαίσθηση του επανεξοπλισμού ». Τόνισε επίσης την πίστη στον λόγο κάποιου, τον σεβασμό των διεθνών δεσμεύσεων και την καταπολέμηση των ψεμάτων μεταξύ των κρατών, παρουσιάζοντας την πολυμέρεια ως θεραπεία για την επιθυμία για κυριαρχία.

Αυτές οι διευκρινίσεις μας εμποδίζουν να περιορίσουμε το μήνυμά του σε έναν ειρηνισμό που στοχεύει στον τερματισμό των μαχών με κάθε κόστος.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι η ειρήνη δεν συνίσταται αποκλειστικά στην απουσία πολέμου: προϋποθέτει μια δίκαιη τάξη.
Το παραδοσιακό καθολικό δόγμα δεν αποκλείει την πιθανότητα ενός δίκαιου πολέμου, ιδίως όταν πρόκειται για την υπεράσπιση ενός λαού από την επιθετικότητα, υπό τις συνθήκες που καθορίζονται από τον ηθικό νόμο. Η διαπραγμάτευση μπορεί να οδηγήσει στην ειρήνη. Ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη των θυμάτων στο δίκαιο του ισχυρότερου.

Η ομιλία ολοκληρώθηκε με μια προτροπή προς τους νέους να οικοδομήσουν την ειρήνη, να απορρίψουν τη βία, να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αφοσιωθούν στο κοινό καλό, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής. Ο Λέων ΙΔ΄ τους ζήτησε να μην φοβούνται να δημιουργήσουν οικογένεια ή να φέρουν παιδιά στον κόσμο και να υπερασπιστούν την ανθρώπινη ζωή από την πρώτη τους ανάσα μέχρι την τελευταία τους.


Ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν με τον Λέοντα ΙΔ΄

Στον Καθεδρικό Ναό του Saint-Étienne, από την έρημο στην Πόλη του Θεού.


Το απόγευμα, ο Πάπας τέλεσε Λειτουργία για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον Καθεδρικό Ναό του Saint-Étienne. Ο Πρόεδρος Εμμανουήλ Μακρόν, ο οποίος αρχικά είχε προγραμματίσει να μην παραστεί σε καμία Λειτουργία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ήταν επίσης παρών.

Το κήρυγμα του Πάπα βασίστηκε σε τρεις εικόνες από το Βιβλίο του Ησαΐα : την έρημο , τον κήπο και το σπίτι .
Η έρημος αντιπροσώπευε το ουσιώδες και το σιωπηλό, που συνδέονται με τον νόμο που οδηγεί στην καλοσύνη, την απλότητα, την άρνηση και τη θυσία. Ο κήπος αντιπροσώπευε την ομορφιά μιας ζωής που ανθίζει σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού. Τέλος, το σπίτι επικαλούνταν την ειρήνη, ένα θείο δώρο που απαιτεί κοινοτική δέσμευση και φιλανθρωπία.

Σχολιάζοντας την Επί του Όρους Ομιλία , ο Πάπας αντιπαρέβαλε τη συγχώρεση, το έλεος και τη μεγαλοψυχία με τη λογική της εκδίκησης. Αυτός που επιδιώκει εκδίκηση δεν είναι απαραίτητα ισχυρότερος από αυτόν που συγχωρεί, όπως ακριβώς αυτός που διακόπτει μια σχέση δεν είναι απαραίτητα ισχυρότερος από αυτόν που αποδέχεται την προσπάθεια της συμφιλίωσης.

Η ιστορία του Μετς και της περιοχής του Μοζέλα, βαθιά σημαδεμένη από δύο παγκόσμιους πολέμους, κατέδειξε το θάρρος που χρειαζόταν για να σπάσει η αλυσίδα της δυσαρέσκειας. Οι βαθιές πληγές δυσκολεύουν αυτή την προσπάθεια· δεν κάνουν την εκδίκηση καρποφόρα.

Παραθέτοντας τον Άγιο Αυγουστίνο , ο Λέων ΙΔ΄ επικαλέστηκε την ειρήνη της Ουράνιας Πόλης, όπου οι άνθρωποι χαίρονται στον Θεό και, σε Αυτόν, ο ένας στον άλλον.
Αυτή η υπερφυσική προοπτική έρχεται σε αντίθεση με εκείνη της πρωινής διαθρησκευτικής συνάντησης, που βασίζεται σε μια φυσιοκρατική αδελφότητα κοινή σε διαφορετικές θρησκείες.

Ο Σαγκάλ και η «αρμονία των διαφορών».

Ο Πάπας υπενθύμισε τις αρχές που μεταδίδει η χριστιανική κληρονομιά: την ιερότητα της ζωής, την πρωταρχική σημασία της οικογένειας, τη φροντίδα για τους φτωχούς, την υποδοχή του ξένου και τον σεβασμό για τους ηλικιωμένους.
Ανέφερε το μοναστικό έργο και τον Άγιο Χροδεγκάν , προσκαλώντας τους πιστούς να μεταδώσουν αυτή την κληρονομιά.

Με τα 6.500 τετραγωνικά μέτρα βιτρό, ο Καθεδρικός Ναός, « το φανάρι του καλού Κυρίου », του πρόσφερε την τελική εικόνα του κηρύγματός του: μια αληθινή Biblia pauperum , μια Βίβλο εικόνων που τρέφει την προσευχή και τον διαλογισμό.

Αλλά ο Λέων ΙΔ΄ παρουσίασε επίσης τα βιτρό που δημιούργησε ο Μαρκ Σαγκάλ., έναν Εβραίο ζωγράφο που εργάστηκε τόσο σε καθολικά όσο και σε προτεσταντικά κτίρια, ως ένα « εξαιρετικό σύμβολο του οικουμενισμού και του διαθρησκευτικού διαλόγου ».
Ερμήνευσε αυτή την ποικιλομορφία ως ένα μωσαϊκό ειρήνης, πριν δηλώσει ότι το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται στην « αρμονία των διαφορών ».

Η ποικιλομορφία των λαών, των πολιτισμών και των καλλιτεχνικών εκφράσεων μπορεί να εμπλουτίσει έναν ενιαίο πολιτισμό. Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τις θρησκείες: οι αντιφάσεις τους σχετικά με τον Θεό, τον Ιησού Χριστό και τη σωτηρία δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια « αρμονία διαφορών ». Η καλλιτεχνική αξία ενός έργου, ανεξάρτητα από τη θρησκεία του δημιουργού του, δεν μπορεί να καταστήσει έναν καθεδρικό ναό μαρτυρία της νομιμότητας του θρησκευτικού πλουραλισμού.

Ο Λέων ΙΔ΄ υπενθύμισε στη συνέχεια σε όλους ότι οι δομές της Εκκλησίας έχουν νόημα μόνο εάν συμβάλλουν στο να φέρει το φως του Ευαγγελίου στον κόσμο.
Εμπιστεύτηκε το Μετς στην Παναγία και τους προστάτες αγίους της επισκοπής, εκφράζοντας την ελπίδα ότι αυτή η κοινότητα θα παραμείνει « φάρος ελπίδας » για τη Γαλλία, την Ευρώπη και τον κόσμο.

Στο τέλος της Λειτουργίας, της τελευταίας δημόσιας εκδήλωσης του ταξιδιού, ευχαρίστησε τις πολιτικές αρχές, τους επισκόπους, τους ιερείς, τους αφιερωμένους, τους πιστούς και τους εθελοντές που είχαν οργανώσει τις τέσσερις ημέρες.




Η Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό, σε σύλληψη των παρευρισκομένων κληρικών


Στο αεροπλάνο, αρκετές διευκρινίσεις.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης επιστροφής από το Μετς στη Ρώμη, ο Λέων ΙΔ΄ θυμήθηκε δύο συγκεκριμένα επεισόδια: τον ενθουσιασμό των νέων στο Stade de France και τις χάρες που έλαβαν οι ασθενείς στη Λούρδη. Μίλησε για μέρες γεμάτες ευλογίες, σχεδόν θαύματα, και για την παρουσία του Θεού που άγγιζε τις καρδιές.

Όταν ρωτήθηκε για τα θύματα κακοποίησης που συνάντησε στη Λούρδη, διευκρίνισε τη θέση του σχετικά με την υποτιθέμενη «συστημική» φύση του φαινομένου. Ενώ δεν αρνήθηκε ότι ορισμένοι οργανισμοί μπορεί να έχουν ενεργήσει καταχρηστικά, αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό αδιακρίτως. Τόνισε ότι η κακοποίηση είναι πρωτίστως ανθρώπινο πρόβλημα και ότι, εντός της Εκκλησίας, μπορεί να επηρεάσει τα θύματα ακόμη και στην πίστη τους.

Αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Τα εγκλήματα των μελών της Εκκλησίας και οι αποτυχίες όσων βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας πρέπει να αναγνωρίζονται και να τιμωρούνται. Δεν μπορούν να αποδοθούν στην ιερότητα της Εκκλησίας, στο δόγμα της ή στα μυστήριά της.

Στο θέμα του κοσμικού χαρακτήρα, ο Πάπας υπερασπίστηκε τη στάση του κατά της ευθανασίας: η διδασκαλία του ηθικού νόμου και η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην ανθρώπινη ζωή δεν σημαίνει συμμετοχή σε κομματικό ανταγωνισμό. Δήλωσε ότι ήρθε για να κηρύξει τον Ιησού Χριστό, « την οδό, την αλήθεια και τη ζωή », αντί να παρέμβει στη γαλλική πολιτική.

Επίσης, αναφέρθηκε στην κρίση της στέγασης, ζήτησε διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, κατήγγειλε τα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας και καταδίκασε τις πυρηνικές απειλές.
Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, προέτρεψε να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι κίνδυνοι που επισημαίνουν οι ειδικοί και ανέφερε την επιτροπή του Βατικανού που συστάθηκε για να μελετήσει τις χρήσεις, τα οφέλη και τους κινδύνους της.

Το τελευταίο ερώτημα, που αφορούσε τη Γερμανία, ήταν πιο καθαρά πολιτικό στη φύση του. Αυτό το ερώτημα τέθηκε μετά τις θεαματικές εκλογικές επιτυχίες του κόμματος AfD [Εναλλακτική για τη Γερμανία]: τον Σεπτέμβριο, το κόμμα είχε μόλις κερδίσει δύο περιφερειακές εκλογές, με 43,8% στη Σαξονία-Άνχαλτ και στη συνέχεια 38,2% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, σημειώνοντας επίσης σημαντικά κέρδη στο Βερολίνο.
Χωρίς να το κατονομάσει ρητά, αλλά με μια διαφανή νύξη, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την άνοδο των λεγόμενων εξτρεμιστικών κινημάτων με τη θρησκευτική παρακμή της Γερμανίας και την αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής συναίνεσης. Ο
Λέων ΙΔ΄ έκρινε σκόπιμο να μελετήσει τη σύνδεση μεταξύ αυτών των φαινομένων. Παρατήρησε ότι η γερμανική ακροδεξιά κατακερματίζεται και «μια συγκεκριμένη ομάδα», κατά την άποψή του, γίνεται «ακόμα πιο εξτρεμιστική» από τις άλλες.
Στη συνέχεια, ανέφερε τη σύνδεση ορισμένων από αυτές τις θέσεις με «μια συγκεκριμένη μορφή θρησκείας» η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο και τους Γερμανούς Καθολικούς και Προτεστάντες ηγέτες, « δεν αποτελεί αυθεντική έκφραση του Χριστιανισμού ». Ο Πάπας αντιπαρέβαλε αυτά τα κινήματα με τις ευαγγελικές αξίες της κατανόησης, της συμπόνιας και της συνοδείας, σε αντίθεση με το «μίσος» και τη «διαίρεση».

Αυτή η απάντηση απηχεί μια ρητορική που είναι πλέον οικεία στον ευρωπαϊκό εκκλησιαστικό και πολιτικό λόγο: η ανοιχτότητα και η συνοδεία ταυτίζονται εύκολα με τις απαιτήσεις του Ευαγγελίου, ενώ οι αντιδράσεις που βασίζονται στην ταυτότητα ή τον εθνικισμό είναι ύποπτες για φόβο, απομονωτισμό ή διαίρεση.
Αλλά αυτή η ηθικολογική ερμηνεία αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τις πραγματικότητες που εξηγούν την άνοδο αυτών των κινημάτων: μαζική μετανάστευση, ανασφάλεια, πολιτισμικές αναταραχές και απόρριψη ορισμένων πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα ίδια τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών αποτελούν την πολιτική έκφραση αυτών των ανησυχιών. Το να τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη δεν σημαίνει ότι υποστηρίζουμε το AfD , αλλά μάλλον αναγνωρίζουμε ότι ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού απορρίπτει πολιτικές των οποίων τις συνέπειες βιώνει συγκεκριμένα, μερικές φορές σκληρά, στη ζωή του. Το να τις ακούμε και να απαντάμε στα αιτήματά τους είναι επίσης θέμα στοχαστικής φιλανθρωπίας. Η «κατανόηση», η «συμπόνια» και η «υποστήριξη» δεν μπορούν να επιφυλάσσονται για κάποιους, αγνοώντας τα βάσανα των άλλων.

Μετά από τέσσερις ημέρες, τι θα απομείνει;

Αυτές οι τέσσερις ημέρες αποκάλυψαν μια καθολική Γαλλία που πολλοί θεωρούσαν περιθωριακή παρουσία. Οι νέοι στο Stade de France , τα πλήθη του Παρισιού, οι προσκυνητές της Λούρδης και οι πιστοί του Μετς επέδειξαν μια γνήσια προσήλωση στον Πάπα, στην προσευχή και στη χριστιανική κληρονομιά της χώρας τους.

Η εκδήλωση είχε απήχηση πολύ πέρα ​​από τις τάξεις των καθολικών που ασκούν το θρήσκευμα.

Η France Télévisions ανακοίνωσε ότι 23 εκατομμύρια Γάλλοι τηλεθεατές παρακολούθησαν το ταξίδι, εν όλω ή εν μέρει, στα κανάλια και τις πλατφόρμες της, ενώ βίντεο που κοινοποιήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συγκεντρώσει πάνω από 80 εκατομμύρια προβολές. Αυτά τα στοιχεία μετρούν την εμβέλεια του κοινού, όχι την προσήλωση στην πίστη. Ωστόσο, μαρτυρούν σημαντικό ενδιαφέρον για μια κοινωνία της οποίας το κυρίαρχο πολιτιστικό και ιδεολογικό κλίμα είναι βαθιά εχθρικό προς τον Καθολικισμό.

Η πολιτική αντίδραση ήταν επίσης διχασμένη μεταξύ αρκετών παραδοσιακά αντίθετων στρατοπέδων. Κάποιοι επικεντρώθηκαν στην υπεράσπιση της ζωής και της οικογένειας, ενώ άλλοι τόνισαν τις εκκλήσεις για ειρήνη, ανοιχτότητα και διάλογο.
Αυτή η καλή θέληση, ωστόσο, δεν σήμαινε δογματική ομοφωνία, ούτε υπονοούσε ότι οι παρόντες αξιωματούχοι είχαν αποκηρύξει τις θέσεις τους που ήταν αντίθετες με την καθολική ηθική. Αντίθετα, οι πολιτικές αντιδράσεις αποκαλύπτουν πώς κάθε ομάδα άντλησε από την επίσκεψη μόνο ό,τι ήταν σύμφωνο με τις δικές της πεποιθήσεις.

Ορισμένα λόγια πραγματικά έθρεψαν τις ψυχές: η πρόσκληση για μεταστροφή και μετάνοια, η επανόρθωση για τις αμαρτίες, η προσφορά του πόνου, η χάρη της Λύτρωσης, η μεσιτεία της Παναγίας και της Αιώνιας Ζωής· και η υπεράσπιση των ασθενών ενάντια στην ψεύτικη συμπόνια που οδηγεί στον θάνατο επιβεβαιώθηκε σταθερά.

Αλλά ο ζήλος από μόνος του δεν αρκεί για να δείξει ότι μια κρίση άνω των μισού αιώνα έχει ξεπεραστεί.
Οι μεγάλες συγκεντρώσεις προηγούμενων παπικών επισκέψεων, γύρω από το βωμό της Νέας Λειτουργίας - της οποίας τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν ακόμη και όταν γιορτάζονται με προσοχή και επισημότητα - δεν σταμάτησαν τη διαδικασία αποχριστιανισμού.
Οι αληθινοί καρποί του αγιασμού μετρώνται στη μεταστροφή των ψυχών, στις κλήσεις, στην οικογενειακή πίστη, στη μετάδοση του κατηχητικού και στη μυστηριακή ζωή.

Οι δογματικές δυσκολίες παραμένουν και συνεχίζουν να παράγουν καταστροφικές συνέπειες. Παρούσες στο παρασκήνιο κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών, εξερράγησαν στο Μετς σαν συνοδική πυροτεχνική επίδειξη: η ψευδής έννοια της ανθρώπινης αδελφότητας, του διαθρησκευτικού διαλόγου και της κοσμικότητας των Κρατών επιβεβαιώθηκαν ρητά και κατηγορηματικά. Οι ευπρόσδεκτες υπενθυμίσεις της Λούρδης δεν τις εξαλείφουν.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, η συνεχής επιδείνωση της κρίσης καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη την αποφυγή των αντιρρήσεων της Ιερατικής Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄ στη Σύνοδο και στις μεταρρυθμίσεις που προέκυψαν από αυτήν. Αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να αναχθούν σε απλές αντικρουόμενες ευαισθησίες, καθώς αγγίζουν ζωτικές πραγματικότητες για την Εκκλησία: πίστη, λατρεία, το θείο και ιεραρχικό της καταστατικό και τα δικαιώματα του Ιησού Χριστού.

Αυτό το ταξίδι απέδειξε ότι στη Γαλλία υπάρχουν ακόμα ψυχές που λαχταρούν την αλήθεια, την προσευχή και τη θυσία. Θα ήταν σοβαρό λάθος να ανταποκριθούμε σε αυτή τη λαχτάρα με μια νέα προσαρμογή σε έναν κόσμο που τους έχει στερήσει αυτά ακριβώς τα χαρίσματα.
Η καθολική ανανέωση απαιτεί η πληρότητα των αληθειών της πίστης να επιστρέψει στο να είναι η σταθερή κατευθυντήρια αρχή του κηρύγματος και της δράσης της Εκκλησίας.

Το πλήθος μας υπενθύμισε ότι η Γαλλία δεν έχει ξεχάσει τον Χριστό, αλλά η αναγέννησή της θα εξαρτηθεί από τη θέση που Του δίνει.


Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ