Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος: Ορθόδοξη Θεολογία και Ψυχολογία του Βάθους 1


 π. Ν. Λουδοβίκος: Ορθόδοξη Θεολογία και Ψυχολογία του Βάθους

π. Ν. Λουδοβίκος: Ορθόδοξη Θεολογία και Ψυχολογία του Βάθους 1

https://www.youtube.com/watch?v=aUZwbvTdSnA&t=1s


[...Στο cogito ergo sum η σφαίρα που λέγεται ζωή και η σφαίρα που λέγεται σκέψη τέμνονται και υπάρχει ένας χώρος όπου ζω και σκέπτομαι. Δηλαδή το βάθος της ζωής και της σκέψης ταυτίζονται. Η παρεμβολή του ασυνειδήτου σημαίνει ότι στην πραγματικότητα ο χώρος αυτός είναι το κενό, το τίποτα. Νομίζω ότι σκέφτομαι ή νομίζω ότι ζω. Δεν υπάρχουν και τα δύο μαζί και αυτό είναι τραγικό γιατί η ανθρώπινη μοίρα δεν μπορεί να πάει εκεί που εμείς θέλουμε. Η ψυχολογία έρχεται την στιγμή που καταρρέει το μέγιστο δημιούργημα του νεωτερικού ανθρώπου, το αυτοαναφορικό υποκείμενο. Χρειάζεται για την Δύση ο Freud γιατί έδειξε οτι το λογικό υποκείμενο έχει ένα υπόγειο το οποίο αποτελείται από ενορμήσεις που δεν μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο. Αλλά δεν κατάλαβε ότι όσο πιο μεγάλο το κλείσιμο στο cogito τόσο πιο μεγάλο είναι το ασυνείδητο. Δηλαδή ενώ το ασυνείδητο είναι η μεγάλη αντιπολίτευση στον ορθό λόγο, ο τρόπος με τον οποίο δίνεται νόημα στο ασυνείδητο είναι καθαρά ο τρόπος της λογικής όπου ο αναλυτής επιστρέφει στο προπατορικό αμάρτημα του Δυτικού ανθρώπου που θέλει όλα να τα σκεφτεί....] Ομιλία του π. Νικολάου Λουδοβίκου στα Ιωάννινα στο πολιτιστικό σύλλογο Μήνυμα to 2015.

Είναι αλήθεια ότι ασχολούμαι κι εγώ χρόνια με αυτά τα θέματα, τα οποία αποτελούν μια κλίση, όποιος μπει σε αυτόν τον δρόμο. Δηλαδή, βιώνει αυτά που λέει ο Ηράκλειτος, ότι «ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει». Όποιος μπει στην αναζήτηση της ψυχής, δεν θα βρει τα πέρατά της ποτέ, όποιον δρόμο και να πάρει.

Τόσο βαθύ λόγο, τόσο βαθύ νόημα έχει η ψυχή. Γιατί έχει βαθύ νόημα η ψυχή; Η θεολογία έχει μια απάντηση γι’ αυτό.

Πριν μπω στη θεολογία, όμως, θα ξεκινήσω από μια ωραία φράση που μόλις διάβασα κάπου εδώ, σε ένα μέρος του κτιρίου αυτού, και λέω: κοίταξε να δεις, έμεινα έκθαμβος διαβάζοντάς την, ας πούμε, αυτή τη φράση, και θέλω από αυτή να ξεκινήσουμε να κουβεντιάζουμε. Γράφει κάποιος: «Δεν θέλω να δουλεύω», λέει, «χρειάζομαι χρόνο για το τίποτα». Δεν θέλω να δουλεύω.

Χρειάζομαι χρόνο για το τίποτα. Όλη η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αυτό το τίποτα. Σήμερα, σε μια εποχή όπου το παγκόσμιο σύστημα εργασίας είναι σε τέτοια μεγάλη κρίση, που ουσιαστικά έχει καταρρεύσει δηλαδή ιδεολογικά και ο μαρξισμός και ο καπιταλισμός, αυτό το τίποτα αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο από όλα τα πράγματα τα οποία μπορούν σήμερα να μας απασχολήσουν και να αξίζουν τον κόπο.

Το τίποτα με την έννοια ότι δεν βρίσκεται πουθενά, όσο και να ψάξει γι’ αυτό. Το τίποτα είναι η συνεχής έλλειψη, με την οποία σημαίνουν τα πιο σημαντικά πράγματα. Μια βασίλισσα στο παρελθόν, όταν δεν είχαν ψωμί να φάνε οι υπήκοοι, λέει: «Μα δεν έχουν παντεσπάνι;»

Αυτό είναι το τίποτα· είναι αυτό που μηδενίζει όλα όσα είναι υπό έλεγχο. Όλα όσα μέσα στην ιστορία τα έχουμε κατευθύνει εμείς κάπου και νομίζουμε ότι τα έχουμε κατευθύνει και καλά. Το τίποτα είναι η έλλειψη, είναι το σημείο της παραπραξίας, είναι το σημείο που αναδύεται ένα πεπρωμένο για το οποίο δεν ξέρουμε τίποτα.

Όσο κι αν το έχουμε λογικοποιήσει, όσο κι αν και ο ίδιος ο Χριστιανισμός έχει υπηρετήσει αυτή τη λογικοποίηση, λέγε νομικισμό, λέγε ηθικισμό, έτσι δεν είναι; Αυτά είναι εκλογικεύσεις, δεν είναι; Είναι εκλογικεύσεις.

Ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, λέει ο Θεός, για να με κάνει καλό άνθρωπο. Ντροπή Του. Θα έπρεπε να ξέρει ότι δεν πρόκειται να γίνω καλός άνθρωπος.

Αλλά δεν ήρθε γι’ αυτό. Από όλον τον Χριστιανισμό βγάζουμε σειρές εκλογικεύσεων, οι οποίες υπηρετούν καλά τεθειμένους προσωπικούς και κοινωνικούς στόχους. Και βέβαια χρειάζεται και ψυχολογία εδώ, για να μας δείξει όλο αυτό το πράγμα, λέει, γιατί ψεύδισε αυτός.

Και μου τα θυμίσατε όλα αυτά. Δεν φταίω εγώ. Εγώ πλέον είμαι σε έναν μεγάλο ανεμοστρόβιλο πραγμάτων τώρα.

Και από αυτά μπορούμε μερικά να πούμε. Έχω γράψει πολλά πράγματα, στα αγγλικά ιδίως, για τα θέματα αυτά.

Στα ελληνικά υπάρχει αυτό το βιβλίο, το «Μικρό ψυχαναλυτικό Θεολόγιο», το οποίο προσπαθεί να θέσει κάποια από αυτά τα ερωτήματα. Είναι πολύ καλό το ξεκίνημα αυτό. Πολλά θέματα μας προμήθευσε αυτή η επιγραφή.

Στην τουαλέτα εδώ είναι. Θέλω χρόνο για το τίποτα. Δηλαδή, θέλω χρόνο για αυτό το οποίο μου λείπει συνεχώς.

Θέλω χρόνο για αυτό το οποίο μηδενίζει όλα τα άλλα τα οποία κάνω. Δεν μπορώ να το βρω μέσω της εργασίας αυτό. Είναι ενδεικτικό.

Γιατί αυτή είναι η αρχαιοελληνική έννοια του πεπρωμένου, για παράδειγμα. Είναι αυτό το οποίο είναι αναντίστατο. Είναι αυτό το οποίο τελικά μιλάει.

«Μα εμείς κινήσαμε για αλλού». Τι λέει το τραγούδι το παλιό εκείνο, θυμάστε. Αυτό είναι το ασυνείδητο.

Το αλλού η ζωή μας πάει. Δηλαδή υπάρχει ένα ερώτημα το οποίο υπονομεύει τη μεγαλύτερη κατασκευή του δυτικού ανθρώπου. Είναι το αυτοαναφορικό υποκείμενο.

Το αυτοαναφορικό υποκείμενο, για να καταλάβετε πόσο επαναστατικό είναι, θα πρέπει να ανατρέξουμε στον Πλάτωνα, για παράδειγμα. Αν διαβάσετε τον «Σοφιστή» του Πλάτωνα, θα δείτε ότι η ατομικότητα είναι κάτι το οποίο έπεται πάντοτε. Η ατομικότητα είναι αποτέλεσμα μετοχής.

Το όλον πρέπει να υπάρχει. Οφείλουμε την ύπαρξή μας στο όλον. Γιατί υπάρχει το «ἕν» που υπάρχουν όλοι.

Και εμείς υπάρχουμε γιατί μετέχουμε σε αυτό το «ἕν». Το γένος του «θατέρου» στο όνομα του «Σοφιστή» είναι μία δική μας μικρή μεθεκτική παρέμβαση. Δηλαδή, κάπου μετέχουμε και αντιλαμβανόμαστε κάτι από αυτά που συμβαίνουν και τρέχουν στον κόσμο και στο σύμπαν.

Αλλά πάντως αυτό που συμβαίνει είναι πολύ μεγαλύτερό μας. Από την πεποίθηση αυτή μέχρι το περίφημο cogito ergo sum, «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», η απόσταση είναι συγκλονιστικά μεγάλη.

Δηλαδή, το «θάτερον» αυτό του Πλάτωνα, το ήθος αυτό το κατώτερο, το οποίο περιμένει από το όλον το νόημά του, υψώνεται σε παροχή νοήματος για το όλον. Αποφασίζει ότι το όλον είναι υπό την κρίση του. Αυτό σημαίνει cogito.

Cogito σημαίνει ότι υπάρχει μία ολόκληρη σφαίρα —που θα το παρουσιάσει ο Λακάν πολύ αργότερα— η οποία λέγεται ζωή, και μία ολόκληρη σφαίρα η οποία λέγεται σκέψη. Και αυτές οι δύο κάπου τέμνονται και υπάρχει ένας χώρος όπου και ζω και σκέφτομαι. Δηλαδή, το βάθος της ζωής και το βάθος της σκέψης ταυτίζονται.

Η παρεμβολή του ασυνειδήτου σημαίνει ότι στην πραγματικότητα ο χώρος αυτός είναι το τίποτα, είναι το κενό. Δηλαδή νομίζω ότι σκέφτομαι ή νομίζω ότι ζω. Δεν υπάρχουν και τα δύο μαζί.

Και είναι τραγικό αυτό. Γιατί, αν δεν υπάρχουν και τα δύο μαζί, αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη μοίρα δεν μπορεί να πάει εκεί που εμείς τη θέλουμε. Όλοι εδώ είμαστε παλαιοί.

Δεν υπάρχει κανείς που να γεννήθηκε μετά το 2000. Όλοι μας ξέρουμε, έχουμε ζήσει τον 20ό αιώνα, έτσι. Ξέρουμε τι σημαίνει υπέρτατη στοχαστική οικοδόμηση του κόσμου και υπέρτατη υπονόμευση την ίδια στιγμή.

Έτσι δεν είναι; Όπως έλεγε ο Νίτσε, είναι ο αιώνας του απόλυτου πολέμου. Του παράλογου πολέμου.

Του φρικιαστικού πολέμου. Του φρικτού πολέμου. Οι Γερμανοί στη Ρωσία εξόντωσαν 18 εκατομμύρια κόσμο.

Και στη συνέχεια οι Ρώσοι εξόντωσαν μέχρις ενός. Και μπήκαν στο Βερολίνο. Και δεν υπήρξε Γερμανίδα την οποία να μη βιάσουν.

Γιατί έπρεπε να τη βιάσουν. Έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν τόσο το μίσος.

Τόση δυστυχία. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Και στα στρατόπεδα σκότωναν από το πρωί.

Και από το πρωί μέχρι το βράδυ. Και επειδή δεν μπορούσαν να σκοτώνουν και τρελαίνονταν οι Γερμανοί στρατιώτες και έλεγαν: «Δεν μπορώ άλλο να σκοτώσω», βγάλανε θαλάμους αερίων.

Για να σκοτώνονται με μιας. Πάρα πολύ. Και την ίδια στιγμή παίζανε Σούμπερτ.

Και η ορχήστρα στο στρατόπεδο, που πήγαινε τον χιλιοστό κρεμασμένο της ημέρας να εκτελεστεί, έπαιζε τα ωραιότερα έργα. Δηλαδή η κουλτούρα βοήθησε. Ήταν μαζί.

Η φιλοσοφία ήταν εκεί. Ο Χάιντεγκερ ήταν, ξέρετε, πρύτανης επί Χίτλερ και χαιρέτησε τον Χίτλερ· το όλον που εμφανίζεται, ξέρετε, μαζί. Λοιπόν, και από την άλλη μεριά ο Στάλιν: κατά εκατομμύρια νεκροί.

Από μια ψυχούλα η οποία πήγε σε ένα ιερατικό σεμινάριο για να γίνει παπάς. Καταλάβατε; Η πτώση του ανθρώπου, έτσι όπως ερμηνεύεται από τους Πατέρες, θέλει λίγη προσοχή για να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι. Όταν ο διάβολος πλησίασε τον άνθρωπο και του είπε: «Κοίταξε να δεις, βγάλε το χέρι σου από το χέρι αυτού που σε κρατάει και θα γνωρίσεις το καλό και το κακό».

Του έλεγε αλήθεια· αυτή τη φοβερή αλήθεια που λέει ο διάβολος μερικές φορές μόνο αυτός μπορεί να την πει. Έτσι ακριβώς έγινε. Θα γνωρίσεις το καλό και το κακό.

Εκείνο που δεν του είπε είναι ότι, όταν γνωρίσεις το κακό, δεν μπορείς μετά να πάρεις τα μάτια σου από τη Μέδουσα που σε κοιτάει. Όπως το λέει ο Νίτσε: όταν κοιτάζεις στην άβυσσο, πρόσεχε, διότι κι αυτή επίσης σε κοιτάζει.

Έτσι λοιπόν η ψυχολογία, μαζί με άλλες ανθρώπινες προσπάθειες, έρχεται ακριβώς τη στιγμή που καταρρέει το μέγιστο δημιούργημα των δυτικών ανθρώπων. Αυτό που θέλει να φτιάξει ξανά στην Ελλάδα και να μας φτιάξει και εμάς μέσα ο αγαπητός μου Στέλιος Ράμφος: το αυτοαναφορικό υποκείμενο.

Το αυτοαναφορικό υποκείμενο —έχει δίκιο ο Ράμφος, όπως έχει δίκιο και ο διάβολος— κάνει ακριβώς αυτό το πράγμα: ξέρει το καλό και το κακό και ξέρει ότι δεν μπορεί να διαλέξει ανάμεσά τους. Ξέρει ότι, δηλαδή, ο ναρκισσισμός του είναι μεγαλύτερος από την ηθική του. Πώς να το πω; Από την ηθική της εκλογής. Το λένε οι Πατέρες αυτό.

Είναι φιλαυτία. Φιλαυτία. Δηλαδή ο Αδάμ αφήνει το χέρι, βλέπει το καλό και το κακό και βλέπει ότι λατρεύει και τον εαυτό του, γιατί άφησε το χέρι. Όλη η λύπη του μπαίνει στο εγώ και λατρεύει το αδιέξοδό του. Και αρχίζει αυτό το φοβερό πράγμα: να λατρεύεις το αδιέξοδό σου. Φοβερό πράγμα είναι.

Αποφασίζει να γίνει φιλόσοφος και λέει: cogito. Τέρμα στον παραλογισμό, εγώ σκέπτομαι. Μα την ίδια στιγμή θα είσαι με την υπηρέτριά σου. Αυτά έχει ο Καρτέσιος. Έχει και μια κόρη, τη Φρανσίν, ξέρετε αυτά, έτσι. Είχε και άλλα τέτοια.

Λοιπόν, γιατί θα είσαι με την υπηρέτριά σου; Θα βρεις μια γυναίκα που να κάνει κι αυτή cogito. Κάνε cogito μαζί της. Έτσι. Και τη βασίλισσα Χριστίνα της Σουηδίας, λοιπόν. Κάνε cogito εκεί, που δεν είναι κανείς cogito εκεί.

Θέλω να πω, βγαίνω από την κόλαση και λέω να κάνω, όπως είπατε, ότι αυτό είναι ο εφιάλτης· ότι βγήκες από τον εφιάλτη. Εκεί ο εφιάλτης γίνεται μόνιμος, έτσι δεν είναι; Δεν τον έλυσες, δεν τον πολέμησες. Βγήκες από αυτόν. Τι σημαίνει αυτό; Σταμάτησες; Πάλι θα ξαναπέσεις.

Γι’ αυτό λέω καμιά φορά —το έχω ξαναπεί, εντάξει, το έχω γράψει— ότι χρειαζόταν για τη Δύση και ο Μαρξ και χρειάζεται ακόμα. Στην Αμερική, ξέρετε πως οι μαρξιστές είναι γεμάτοι στον τόπο. Γελάω όταν το σκέφτομαι, γιατί δεν μπορεί να δουλέψει αλλιώς η ενοχή του καπιταλιστή, ας πούμε. Θέλει τον μαρξισμό για να κοιμηθεί ήσυχος το βράδυ. Όχι τίποτα άλλο.

Σε ένα πανεπιστήμιο που οι φοιτητές πληρώνουν 60.000 δολάρια δίδακτρα, μιλάς για μαρξισμό εσύ, ας πούμε. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσεις το παράλογο. Καταλαβαίνετε τι λέω, έτσι; Χρειαζόμαστε υλικό να καταπραΰνουμε τις ενοχές μας όλοι.

Χρειάζεται και αυτός ο Δαρβίνος. Ο Δαρβίνος είναι πολύ τίμιος, γιατί όλο αυτό το φοβερό ον, το οποίο λέει cogito και ξανα-cogito και φτάνει στον Χέγκελ και λέει ότι δεν έχεις το απόλυτο πνεύμα, έτσι γίνεται. Μπαίνεις σε συνειδητοποίηση του εαυτού του, σε μένα και λοιπά, και ξαφνικά ο Θεός είμαι εγώ. Έτσι, εντάξει, γιατί κάνω εγώ την αναγωγή αυτή. Παρανοϊκός ο Χέγκελ, αλλά μεγάλος φιλόσοφος. Και έδωσε την ουσία ακριβώς του δυτικού υπερβατικού ιδεαλισμού, υπερβατικού υποκειμενισμού.

Εδώ έχουμε και φιλοσόφους και μιλάμε με τη γλώσσα που καταλαβαίνουμε. Και χρειάζεται λοιπόν για τη Δύση ο Μαρξ, για να θυμίσει ότι, κοίταξε, είσαι παράγωγο κάποιων σχέσεων παραγωγής. Έχεις να κάνεις με αυτό το οποίο, έτσι δεν είναι, μεγάλωσες και έγινες ως ένα μέρος μιας κοινωνίας. Η κοινωνία είναι μέρος σου, δεν μπορείς να την αγνοήσεις.

Δεν λέω ότι ο μαρξισμός δεν είναι έννοια· συγχωρέστε με, είναι έννοια ο μαρξισμός. Είχα μια τηλεοπτική συζήτηση πριν από κανέναν δυο μήνες με έναν εκεί υποτιθέμενο μαρξιστή και μου λέει: «Η θρησκεία, καθηγητά, είναι το όπιο του λαού». Και λέω: «Δόξα τω Θεώ που έζησα να το ξανακούσω, διότι νόμιζα ότι δεν θα ζούσα να ξαναειπωθεί αυτό».

Δηλαδή έπεσε το κρέας στη φωτιά και μάθαμε ότι ψήνεται. Δηλαδή, οι σχέσεις παραγωγής φτιάξανε το άλλο άκρο. Είναι ο μαρξισμός. Οι σχέσεις παραγωγής φτιάξανε τη συνείδηση. Δηλαδή οι φτωχοί εργάτες στην Ιταλία, που κάνανε ουρές στον καπιταλισμό, δεν είχαν ένα συλλογικό ασυνείδητο; Ήταν διαμορφωμένοι οι ίδιοι από το τίποτα; Καταλαβαίνετε τι λέω;

Υπάρχουν προϋποθέσεις. Η θρησκεία δεν είναι εποικοδόμημα. Η θρησκεία έχει φτιάξει τον καπιταλισμό, το ξέρουμε αυτό. Έχει φτιάξει τον μαρξισμό, ξέρουμε αυτό σήμερα. Δεν είναι κάτι που έρχεται μετά. Είναι κάτι που υπάρχει μέσα στη φύση του ανθρώπου.

Πριν από δύο εβδομάδες είχαμε παρουσίαση ενός βιβλίου νευροεπιστημών και θρησκείας, γραμμένο από δύο πιστούς νευροεπιστήμονες.

Αυτή είναι η νέα μόδα· θα μιλήσουμε γι’ αυτό. Προσπαθούν να δείξουν τον χώρο της θρησκείας, το module of God, το God spot στον εγκέφαλο. Υπάρχει ένα God spot, το οποίο ενεργοποιείται όταν έχουμε επικοινωνία μετά του Θεού. Το μεγάλο ερώτημα είναι: ποιος το έβαλε αυτό εκεί; Και αν το ενεργοποιήσουμε με άλλο τρόπο, θα ενεργοποιηθεί ξανά; Θα έχουμε δηλαδή τη λειτουργία του Θεού θέλοντας και μη; Έτσι, θα συζητήσουμε για το θέμα της νευροεπιστήμης στη συνέχεια, αν μας μείνει χρόνος.

Είναι πολύ σοβαρό, γιατί είναι μια πολύ αυθεντική εισδοχή της ψυχολογίας. Ήδη σας εξήγησα, νομίζω, σε τι ακριβώς χρειαζόταν ο Φρόιντ. Ο Φρόιντ έδειξε ότι αυτό το λογικό υποκείμενο, έτσι δεν είναι, έχει ένα υπόγειο το οποίο αποτελείται από ενορμήσεις, οι οποίες δεν μπαίνουν υπό έλεγχο, δεν μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο. Εφορμά το βιολογικό, έτσι δεν είναι; Και έτσι αυτό το αυτοαναφορικό υποκείμενο πρέπει να καταπιαστεί με το ασυνείδητό του, να ασχοληθεί μαζί του, διότι αλλιώς θα του εμφανίζεται συνεχώς μπροστά του. Άλλα θα κάνει, άλλα θα εννοεί, άλλα θα λέει.

Έτσι λοιπόν, βέβαια, υπάρχει κάτι που δεν κατάλαβε ο Φρόιντ, νομίζω, στο σημείο αυτό. Τι δηλαδή; Ότι όσο πιο μεγάλο κλείσιμο στο cogito έχουμε, όσο πιο πολύ αυτοαναφορικό είναι το υποκείμενο, τόσο πιο μεγάλο είναι το ασυνείδητο το οποίο έχουμε. Δηλαδή είναι ένας φαύλος κύκλος. Ενώ προσπαθείς να φτάσεις στο ασυνείδητο με τον στοχασμό —καταλάβατε τι λέω;— όσο προσπαθείς με τον στοχασμό να το φτάσεις, έτσι λέει ο Φρόιντ, εκεί που είναι αυτό πρέπει εγώ να πάω, έτσι δεν είναι; Αυτό είναι η ανάλυση.

Η ανάλυση είναι μια ποιητικοπρακτική δραστηριότητα, όπως το λέει ο Καστοριάδης, όπου προσπαθούμε να δώσουμε νόημα σε ό,τι μας έχει συμβεί. Μου είχε συμβεί να έχω φοβία, μου είχε συμβεί, έτσι δεν είναι, να έχω κλείσει, ξέρω εγώ, να έχω την τάδε νεύρωση, να έχω, ξέρω εγώ, υστερία, να έχω οτιδήποτε. Θα πάω πίσω να το ξαναφτιάξω αυτό και να το φτιάξω αυτή τη φορά χωρίς υστερία μέσα. Δηλαδή είναι εκλογίκευση, ναι ή όχι; Καταλάβατε τι λέω;

Δηλαδή, ενώ το ασυνείδητο είναι η μεγάλη αντιπολίτευση στον ορθό λόγο, ο τρόπος με τον οποίο δίνεται νόημα σε αυτό το ασυνείδητο είναι καθαρά ο τρόπος της λογικής. Ο αναλυτής δεν χρησιμοποιεί το ασυνείδητό του· χρησιμοποιεί τη λογική του για να μπει μέσα. Δηλαδή τι κάνει ουσιαστικά; Επιστρέφει στο προπατορικό αμάρτημα του δυτικού ανθρώπου, που θέλει όλα να τα κάνει cogito, να τα σκεφτεί στην πραγματικότητα.

Δηλαδή ο μόνος τρόπος να μιλήσουμε με το ασυνείδητο είναι να εισέλθουμε στον χώρο του ασυνειδήτου με τον μορφωτικό μας οπλισμό. Να διαβάσετε τον Λακάν· θα δείτε ότι ξέρει μαθηματικά, ξέρει Χάιντεγκερ, ξέρει Πλάτωνα, ξέρει Χέγκελ, ξέρει τα πάντα. Ξέρει, για να μπει εκεί μέσα. Και αρχίζει και φτιάχνει τα σημάδια του, τα κλάσματά του· φτιάχνει, φτιάχνει, φτιάχνει διάφορα πράγματα με τα οποία υποτίθεται ότι απεικονίζει αυτό το οποίο ακριβώς εξ ορισμού δεν απεικονίζεται.

Δηλαδή, στην πραγματικότητα, ο δυτικός δεν ξέρει πώς θα γυρίσει, πώς θα επιτρέψει στο ασυνείδητο να εκφραστεί. Καταλάβατε; Είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Λέμε λοιπόν ότι όσο περισσότερος είναι ο ορθολογισμός, όσο περισσότερο είναι το cogito, τόσο περισσότερο είναι και το ασυνείδητο.

Παρά ταύτα όμως, έχουμε μία είσοδο, στην οποία μπορούμε να φτάσουμε κατά κάποιον τρόπο, να δούμε τι περιλαμβάνει, ας πούμε, αυτό το πράγμα, και ιδίως αυτή είναι η επιθυμία. Η επιθυμία είναι το συστατικό του ανθρώπου. Δηλαδή, όταν λέμε τη λέξη «άνθρωπος», ουσιαστικά εννοούμε τη λέξη «επιθυμία». Θα σας τα πω αυτά και μετά θα γυρίσουμε στα πατερικά. Μην νομίζετε, εγώ είμαι πεπεισμένος θεολόγος. Αυτά όλα είναι ο τρόπος να τα πούμε αυτά και να δούμε και πόσο αναγκαστικά, κατά έναν τρόπο, τα καταλαβαίνουμε πραγματικά σήμερα, έτσι δεν είναι;

Διότι οι άλλες συνειδησιολογίες, σας είπα, ο ορθολογισμός, «πρέπει να μην απατάς τη γυναίκα σου», «πρέπει να μην κλέβεις», αυτά είναι cogito όλα. Καταλαβαίνετε; Δεν έγινε αυτό η Ενσάρκωση, σας το ξαναλέω, για να μας κάνει καλούς. Έχουν αποτύχει πολλές γενιές ηθικολόγων για να κάνει και ο Χριστός το ίδιο, έτσι; Και δημοσίων αναμορφωτών. Ο τελευταίος, σας είπα, ήταν ο Στάλιν.

Αυτό είναι ο σοβιετικός μαρξισμός: υπήρξε ένας τρόπος να κατασκευάσουμε έναν άνθρωπο που είναι το πρότυπο του σοσιαλισμού. Και για να τον κατασκευάσουμε, βέβαια, χρειάζεται να θυσιάσουμε εκατομμύρια άλλους, κάνοντας τη δοκιμή ξανά και ξανά, μέχρι που κατέρρευσε το σύστημα.

Ο δρόμος είναι η επιθυμία. Τι εννοούμε όταν λέμε επιθυμία; Όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτό που λέμε το θέλημα, να το πούμε έτσι με τη θεολογική γλώσσα. Τι είναι το θέλημα; Το θέλημα είναι μια απλή λέξη, η οποία μας βάζει όμως σε μπελάδες. Δείτε ότι έχει πολύ μεγάλο βάθος.

Λέω τη λέξη «θέλω» και τη συνοδεύω πάντοτε με ένα αντικείμενο. Δεν είναι τώρα σαν να θέλω στ’ αλήθεια μία γουλιά νερό. Αυτό είναι το αίτημα. Το αίτημα είναι το νερό. Στην πραγματικότητα, εάν τυχόν παραδοθώ στο πάθος του νερού —πόσο ωραίο πράγμα είναι το νερό— θα ζητήσω να φτιάξω μια πηγή για μένα ολόκληρη. Στη συνέχεια θα θέλω να βρω έναν τρόπο να φιλτράρω τους ωκεανούς και, ει δυνατόν, να πάρω και νερό απ’ έξω και, ει δυνατόν, να γίνει και ένας πόλεμος, που δεν έχει νερό η ανθρωπότητα, να το πουλάω εγώ και να γίνω πλούσιος.

Ένα απλό αίτημα έχει εξελιχθεί σε ένα τεράστιο, φοβερό άνοιγμα θελήματος, τέτοιο που δεν ξέρω τι να το κάνω και οι άλλοι δεν ξέρουν τι να κάνουν μαζί μου. Στην αρχή —είχατε δει όλοι την ταινία «Ο Χορτάγος» με τον Κιονάκη;— στην αρχή θέλει ένα πιάτο φαΐ, μετά θέλει τη γυναίκα του δεύτερου, μετά θέλει την επιχείρηση, μετά θέλει να γίνει πρωθυπουργός. Δεν τελειώνει αυτό το «θέλω». Το αίτημα μεταβάλλεται, αλλά η επιθυμία είναι αβυσσαλέα.

Ο άνθρωπος είναι αβυσσαλέος ως προς το επιθυμείν. Γιατί είναι αβυσσαλέος ως προς το επιθυμείν; Η θεολογία ξέρει την απάντηση: γιατί είναι εικόνα Θεού και είναι ελεύθερος. Έχει μια ελευθερία η οποία έχει να κάνει με το άπειρο. Με το άπειρο. Θέλει το αδύνατο. Αυτός είναι ο ορισμός του ανθρώπου.

Ολόκληρη η ελληνική φιλοσοφία, ολόκληρη η ελληνική τραγωδία προσπάθησε αυτό το πράγμα να κάνει: να τιθασεύσει τον άνθρωπο. Αν θέλετε ένα κλειδί, έναν τρόπο να διαβάσετε την αρχαία φιλοσοφία και την αρχαία τραγωδία, αυτό είναι το κλειδί: η προσπάθεια να τιθασεύσουμε έναν φοβερό κοσμοπολίτη. Ο Έλληνας έχει παραδοθεί στα πάντα, στα πάθη του όλα, και έχει τρομάξει. Και αρχίζει και βρίσκει τον λόγο, το μέτρο, τη δίκη, τις Ερινύες, τις τίσεις που έρχονται. Προσέξτε: «ύβρις». Αυτά λέγονται από τρομοκρατημένο κοσμοπολίτη. Αυτός είναι ο Έλληνας: ένας τρομοκρατημένος κοσμοπολίτης.

Γι’ αυτό και: «Άτιμε Οιδίποδα, πού να ’ξερες εσύ· δεν ήξερες τι είναι η μάνα σου αυτή που πήγες μαζί της, όμως θα τιμωρηθείς». «Μα δεν το ’ξερα, πέρα της Ιοκάστης δεν πήγε ο νους μου». «Όχι, θα τιμωρηθείς, γιατί πρέπει ο νόμος να τηρηθεί». Καταλάβατε; Αυτός ο νόμος της ανάγκης, στον οποίο και θεοί πείθονται, είναι ο μόνος τρόπος γιατί θα τιθασεύσουμε τελικά τι; Την ανθρώπινη επιθυμία.

Γι’ αυτό και η λέξη «θέλημα» δεν υπάρχει στην αρχαία φιλοσοφία. Υπάρχει η λέξη «βούλησις», η οποία είναι —διαβάστε Αριστοτέλη— βουλεύομαι, σκέπτομαι, κρίνομαι, αποφασίζω και θέλω κάτι που είναι λογικό. Πρέπει η λέξη να έχει σχέση με τη λογική. Η λέξη «θέλημα» υπάρχει μαζί στους ποιητές. Είναι αντίστοιχη με αυτό που λέμε σήμερα «καημός». Αναγεννάται κάτι ανεκπλήρωτο, κάτι που, παρά ταύτα, το θέλω πάντως. Δεν γίνεται, είναι σίγουρο ότι δεν γίνεται. Τολμώ να το πω ως ποιητής· το λέω ως φιλόσοφος, δεν το λέω.

Η κόρη του αφεντικού στα ελληνικά έργα είναι καημός. Λογικά δεν γίνεται. Τα ελληνικά έργα, που είναι μεταφυσικά καθαρά όμως, στις δεκαετίες του ’50, πατάνε πάνω στη μεταφυσική του ταξικού διαχωρισμού. Είναι αταξικά έργα, είναι προχωρημένα. Η μαρξιστική ανάλυση δεν μπορεί να βγάλει άκρη. Το έχετε σκεφτεί ποτέ; Είναι αταξικά, πατάνε συνεχώς στον ταξικό διαχωρισμό. Πώς γίνεται αυτό; Με την επιθυμία, με τον έρωτα.

Επειδή είναι ορθόδοξοι εδώ και ξέρουν ότι είναι μια ταξική κοινωνία, η ελληνική κοινωνία του κράτους είναι μια ταξική κοινωνία, μην ακούτε τους άλλους που ψάχνουν να βρουν. Είναι μια ταξική κοινωνία.

Λοιπόν, όταν μια φορά στο Κέμπριτζ ρώτησα τον παπά εκεί, τον Father Armour, ο οποίος είναι φίλος παλιός, λαϊκός και τώρα παπάς στο Κέμπριτζ, γιατί είναι ορθόδοξος, λέει: «Δεν μπορούσα να δω τον Θεό ως βαρόνο». Δηλαδή ο Θεός πρέπει να μπει στα πράγματα. Ο Θεός του cogito είναι βαρόνος. Έχει να κάνει με την αθάνατη ψυχή. Εσείς που είστε ιεροκήρυκες: «Έχεις αθάνατη ψυχή, άνθρωπε». Και κάθε φορά νιώθω την ανάγκη να πετάξω, να βγάλω τα ράσα μου εκείνη τη στιγμή, διότι δεν χρειάζονται τα ράσα σε αυτή την περίπτωση.

Συνεχίζεται

Η επιστήμη κινείται στο αναγκαίο, δηλαδή σ'αυτό που δέν μπορεί να είναι διαφορετικά απο αυτό που είναι. Όμως στο αναγκαίο δέν μπορεί να ληφθεί καμμία απόφασις (1139 α 13) και στα μαθηματικά η απόφαση δέν έχει καμμία θέση. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε ούτε ώς πρός το παρελθόν, για το οποίο δέν μπορεί να αλλάξει ο χαρακτήρας του, ότι υπήρξε. Αποφασιζουμε μόνον για το πιθανόν.
Αυτή η ανάλυση η οποία διακρίνει καθαρά δύο μορφές δραστηριότητος τής διάνοιας-θα μπορούσαμε να πούμε πώς η μία στοχεύει στο λογικό και η άλλη στο εύλογο-προϋποθέτει καθαυτή την διάκριση δύο τμημάτων, διακρίνει δύο μέρη στο εσωτερικό τού λογικού μέρους της ψυχής: το επιστημονικό και το λογιστικό ή δοξαστικό (γνωμικό)! (1139 α 12,1140 b 26). Εαν θυμηθούμε ότι η επιθυμία είναι το στοιχείο το οποίο μέσα στην άλογη ψυχή, μπορεί να ακούσει την φωνή του λόγου, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, αντιστοίχως είναι το λογιστικό-δοξαστικό μέρος της λογικής ψυχής, παρά το επιστημονικό, που αναλαμβάνει αυτή την λειτουργία του ελέγχου και φωτισμού της επιθυμίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: