Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Τι επιδιώκουν οι αποδομητές των εθνικών μύθων (η ιστορία δεν είναι μύθος)

Πηγή: Άρδην

Οι χθεσινές δηλώσεις της Μαρίας Ρεπούση σχεικά με χορό του Ζαλόγγου ότι κάθε λαός δημιουργεί τους μύθους του, επαναφέρει τη συζήτηση για τις επιδιώξεις της αποδομητικής ιστορικής σχολής, της οποίας από τα πιο προβεβλημένο μέλη είναι η Ρεπούση. Ο Γ. Καραμπελιάς στο βιβλίο του Συνωστισμένες στο Ζάλογγο αποδομεί την επιχειρηματολογία της Βάσως Ψιμούλη ότι ο χορός του Ζαλόγγου ηταν ένας μύθος. Στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά σκιαγραφούνται οι επιδιώξεις των αποδομητών της ιστορίας μας.

IM000066.JPG

Αποσπασμα (σσ. 14-21) από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Συνωστισμένες στο Ζάλογγγο
Στα πλαίσια της «αποδόμησης των εθνικών μύθων», προνομιακή θέση κατέχει προφανώς και η κατάρριψη του «μύθου» των Σουλιωτών, μιας από τις ισχυρότερες καταγωγικές αφηγήσεις του νεώτερου ελληνισμού[1]. Αυτό το εγχείρημα εκφράζεται κυρίως μέσω της αποσιώπησης – χαρακτηριστικά, στο ιστορικό ντοκιμαντέρ του Σκάι για την Τουρκοκρατία, στις αρχές του 2011, εκθειάζεται ο Αλή πασάς και αποσιωπούνται ολοκληρωτικά οι Σουλιώτες. Τέλος, μέσα από ορισμένες ιστορικές πραγματείες –όπως αυτή της Βάσως Ψιμούλη– επιχειρείται ένα βήμα πιο πέρα, δηλαδή η ανοικτή αμφισβήτηση του ίδιου του «εθνικού μύθου» του Σουλίου και των Σουλιωτών[2].
Και, δυστυχώς, αυτό το εγχείρημα διαθέτει ήδη τους «προοδευτικούς» τίτλους τιμής του. Ο Γιάννης Κορδάτος, ο «γενάρχης» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας –παρότι σήμερα δεν προβάλλεται εξ αιτίας της πληθώρας των σφαλμάτων του και των ενίοτε επιδερμικών αποφάνσεών του–, είναι ο πρώτος διδάξας. Έτσι στην Ιστορία (του) της νεώτερης Ελλάδας, δεν περιλαμβάνεται κάποιο κεφάλαιο ή υποκεφάλαιο για το Σούλι, ενώ οι ελάχιστες σχετικές αναφορές γίνονται σε κεφάλαιο σχετικό με τον Αλή πασά, όπου αντιπαρατίθεται ο προοδευτικός Τεπελενλής προς τους ληστές και πλιατσικολόγους Σουλιώτες! Στις γεμάτες θαυμασμό και επαίνους σελίδες για τον τελευταίο, διαβάζουμε:
Επειδή χτύπησε τους εκμεταλλευτές και δυνάστες της φτωχολογιάς καθώς και τους Σουλιώτες και τους κοτζαμπάσηδες, του έψαλλαν όσα σέρνει η σκούπα και έτσι σχηματίστηκε η παράδοση πως ήταν αιμοβόρος, άρπαγας και σκληρός τύραννος.[ ] Όσο ζούσεν ο Αλής η αγροτιά της Θεσσαλίας τον αγαπούσε, γιατί δεν άφηνε τους μπέηδες και τσιφλικάδες να φέρνονται σκληρά στους κολλιγάδες και φτωχοαγρότες[3].
Είναι γνωστή η θετική αποτίμηση πολλών Ελλήνων ιστορικών και ιστοριολογούντων, και όχι μόνο της Αριστεράς, για τον Αλή, τον οποίον εντάσσουν στον «διαφωτισμένο μοναρχισμό»[4], ωστόσο κανείς δεν έφτασε, εξ αντιδιαστολής, σε τόσο αρνητικές τοποθετήσεις για τους Σουλιώτες:
…δεν είναι σωστό ότι ο Αλής χτύπησε τους Σουλιώτες με τον πιο σκληρό τρόπο; Σωστό είναι, αλλά τι ήταν οι Σουλιώτες; Η απάντηση είναι ότι ήταν κλέφτες που ρήμαζαν τα γύρω χωριά[5].
Σύμφωνα με τη μαρξιστική ορθοδοξία, οι Σουλιώτες ανήκαν σε καθυστερημένους πληθυσμούς και «ο δημοκρατισμός τους για τον οποίο κάνουν λόγο οι αστοί ιστορικοί αντανακλούσε την πρωτόγονη οργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις»[6]. Κατά συνέπεια, αποτελούσαν εμπόδιο στην πρόοδο και, όπως μας διδάσκει η «ιστορία», θα… έπρεπε να εξαλειφθούν.
Ωστόσο, μία τεράστια απόσταση χωρίζει εκείνη τη γενιά που, εξ αιτίας μιας κακοχωνεμένης μαρξιστικής αντίληψης, επέμενε, παρά τις διώξεις και τις εξορίες, στην «αμφισβήτηση» μιας εθνικής ιδεολογίας –που στα μάτια της ταυτιζόταν με την κυρίαρχη συντηρητική παράταξη–, από τις νεώτερες γενιές της αποδομητικής ιστορικής αντίληψης. Οι δεύτεροι δεν αντιδρούν απέναντι σε μια κυρίαρχη «εθνικιστική» ιδεολογία, διότι πλέον ο δικός τους λόγος ηγεμονεύει στον ακαδημαϊκό και τον δημόσιο χώρο, και οι ίδιοι στελεχώνουν τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.
Πλέον, η αποδόμηση δεν αποτελεί απλή επανάληψη της παλιάς «ταξικής» αντίληψης της Αριστεράς, σύμφωνα με την οποία οι αρχιερείς και οι κοτζαμπάσηδες είχαν μεταβληθεί, μαζί με τους Τούρκους, στον κύριο εχθρό των αγωνιζόμενων λαϊκών στρωμάτων[7]. Τώρα, το κέντρο βάρους θα μετατεθεί: από τους καπεταναίους, στους αστούς και τους λογίους, στον Διαφωτισμό, και μάλιστα στη γαλλική εκδοχή του και όχι στην εγχώρια διαμόρφωσή του, και θα υποβαθμιστούν δραματικά οι επαναστατικοί αγώνες, ενώ θα εξαφανιστούν απολύτως οι… νεομάρτυρες[8]. Ο ίδιος ο Ρήγας θα μεταβληθεί κατ’ εξοχήν στον εκδότη του… Σχολείου των ντελικάτων εραστών, και όχι πλέον του Θούριου[9], ενώ θα αποσιωπηθεί εντελώς η έκδοση των Χρησμών του Αγαθάγγελου[10]. Σε αυτή τη νέα «αφήγηση», δεν μιλάμε πλέον για Επανάσταση αλλά για «διαφωτισμό», δεν αναφερόμαστε σε Φραγκοκρατία και Τουρκοκρατία, αλλά σε «ενετική» και «οθωμανική περίοδο», αντίστοιχα.
Στον βαθμό που αναπτυσσόταν και εδραιωνόταν αυτή η «νέα ιστορία», θα έπρεπε αναπόφευκτα να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, και όχι μόνο διά της αποσιωπήσεως. Θα έπρεπε να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η κατάληψη της Τριπολιτσάς, τα Ορλωφικά, ως η πρώτη μεγάλη γενική επανάληψη της Επανάστασης[11], εν τέλει η ίδια η «κλεφτουριά».
Ιδιαίτερα, θα έπρεπε να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης του ’21. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι, που προσέλαβαν τις ιδέες της γαλλικής Επανάστασης και τις διοχέτευσαν σε μια, λίγο πολύ, αδιαφοροποίητη εθνικά μάζα. Οι λόγιοι αποτελούσαν μία και μόνο συνιστώσα ενός εθνικού κινήματος – που, εξ άλλου, ακόμα και στην περίπτωσή τους, προηγείται κατά πολύ της γαλλικής Επανάστασης. Μια άλλη, αποφασιστικής σημασίας, συνιστώσα υπήρξαν οι ένοπλες συσσωματώσεις των Ελλήνων, που συγκρούονται με τους Τούρκους, αδιάκοπα, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον 15ο αι.[12], έως τους Σουλιώτες, τους Χειμαριώτες, την κλεφτουριά και τα ένοπλα σώματα των Επτανήσων και των παραδουνάβιων Ηγεμονιών.
Κατ’ εξοχήν δε, οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στο corpus της νεώτερης ελληνικής ιστορικής συνείδησης, εξ αιτίας του μακρόχρονου και ανυποχώρητου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, ενάντια στους Τούρκους και της –αποφασιστικής σημασίας– συμμετοχής τους στην Επανάσταση.
Η αποδομητική σχολή θα πρέπει λοιπόν να καταδείξει, έστω και διά της χειραγώγησης/αποσιώπησης, ή, αν χρειαστεί, και του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια συνένωση από μάλλον πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση, αλλά μόνο μια χριστιανική ταυτότητα, ανταγωνιστική προς τη μουσουλμανική του Αλή Τεπελενλή και των Τουρκαλβανών του. Αν το επιτύχει, τότε θα έχει προσθέσει ένα ακόμα λιθαράκι στο βασικό ιδεολογικό της πρόταγμα: η εθνική συνείδηση είναι απούσα από τους Έλληνες πριν από την Επανάσταση του ’21 και, επομένως, το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται δια της επαναστάσεως και, κυρίως, μέσω του κράτους. Οι Σουλιώτες «δεν είναι» Έλληνες, αλλά «εξελληνίζονται» επιγενέστερα, πολύ μετά τη σύγκρουσή τους με τον Αλή:
Την ίδια εποχή, εξελληνισμός και ενσωμάτωση στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης, τους πολιτικο-στρατιωτικούς στόχους και το εθνικό της όραμα, αποτελούν τις δύο όψεις της νέας πραγματικότητας, στην οποία εντάσσονται οι Σουλιώτες[13].
Και επειδή το Κούγκι, οι Τζαβελαίοι, το Ζάλογγο, η Δέσπω και ο πύργος του Δημουλά, αποτελούν λέξεις/σημαίνοντα, που στο υποσυνείδητο των Ελλήνων ταυτίζονται με την αγωνιστική διάσταση, όχι μόνο του Σουλίου, αλλά της νεώτερης ελληνικής ταυτότητας γενικά, θα πρέπει, εν τέλει, να πλήξουμε την αληθοφάνεια των γεγονότων και τον ηρωικό χαρακτήρα ατόμων και πράξεων. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αμφισβητηθεί, χωρίς μάλιστα καμία ιστορική αντένδειξη, και ο χορός του θανάτου του Ζαλόγγου, δηλαδή μια πράξη συνδεδεμένη με το βαθύτερο συναισθηματικό και ψυχολογικό υπόστρωμα των νεώτερων Ελλήνων, από το νηπιαγωγείο έως τα γερατειά.
Στη διάρκεια της διεξαγόμενης, σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μάχης, μέρος των γυναικοπαίδων κατακρημνίστηκε είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές…[14]
 Ίσως, εν τέλει, εδώ να βρίσκεται η αφετηρία του φάσματος του «συνωστισμού», που κατατρύχει τους Έλληνες αποδομητές, συνωστισμένοι στη Σμύρνη…, συνωστισμένες στο Ζάλογγο.

ΣΣ. Τα αποσπάσματα εγγράφων ή βιβλίων στο κείμενο παρατίθενται με την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

[1]Το εκτενές κείμενο, «Τι ήταν το Σούλι και η Σουλιώτικη Συμπολιτεία», στην ιστοσελίδα του «Συλλόγου απανταχού Σουλιωτών, www.souli.8m.com/history.html, αποτελεί έναν ατελή αλλά χρήσιμο και εύκολα προσβάσιμο συνοπτικό οδηγό για την ιστορία του Σουλίου. Τα σχετικά με το Σούλι δημοσιεύματα, έως το 1980, βρίσκονται καταγεγραμμένα στα βιβλία: Λουκία Δρούλια, Βούλα Κόντη, Ηπειρωτική Βιβλιογραφία, 1571-1980, α΄ Αυτοτελή δημοσιεύματα, ΕΙΕ, Αθήνα 1984 και Βούλα Κόντη, Ηπειρωτική Βιβλιογραφία, γ΄ Μελέτες και Άρθρα 1811-1980, ΕΙΕ, Αθήνα 1999.
[2] Το προαναφερθέν εκτενές άρθρο του Αλέξη Πολίτη, με διαφορετικά όπλα από εκείνα της Ψιμούλη, επιχειρεί την αποδόμηση του Ζαλόγγου και «μόνον».
[3] Γ. Κορδάτου, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τ. Α΄, 1453-1821, εκδ. 20ός αι., Αθήνα 1956, σ. 405.
[4] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 406.
[5] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 407.
[6]Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 407.
[7] Άποψη την οποία θα εκλαϊκεύσει ευρέως ο Δημήτρης Φωτιάδης, στα βιβλία του [Μεσολόγγι, 1953, Καραϊσκάκης, 1956, Κανάρης, 1960, Η δίκη του Κολοκοτρώνη, 1962, Η Επανάσταση του ’21, τ. 1-4, 1971-1972] και, παραδειγματικά, ο Γιάννης Σκαρίμπας, στο έργο του, Το 21 και η αλήθεια, η πρώτη έκδοση του οποίου κυκλοφόρησε στη διάρκεια της δικτατορίας και γνώρισε τεράστια εκδοτική επιτυχία στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια (τελευταία έκδοση, σε δύο τόμους, Κάκτος 1995). Βλ. και Λεωνίδας Στρίγγος, Η επανάσταση του ’21, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1966, ενώ, σε σχέση με το Σούλι, Γιάννης Μπενέκος, Οι αληθινοί Σουλιώτες, Αθήνα 1956, Β΄ εκδ., Βότσης, Αθήνα 1981.
[8]Έλληνες Νεομάρτυρες, 1453-1821, Πρακτικά Συνεδρίου, Λιδωρίκι 29-30 Μαΐου 1997.
[9] Ρήγας Βελεστινλής, Άπαντα τα σωζόμενα, 5 τόμοι, ΙΒΕ, Αθήνα 2000-2002.
[10] Βλέπε Γ. Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση…, ό.π.
[11] Ο Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, στο βιβλίο του, Τά Ορλωφικά, η εν Πελοποννήσω επανάστασις του 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Αθήνα 1967, υποστηρίζει την πρώτη άποψη. Ο Νίκος Ροτζώκος [Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, Βιβλιόραμα,Αθήνα 2007], σαράντα χρόνια μετά, αναρωτιέται (;) εάν έχουμε όντως να κάνουμε με μια εθναφύπνιση, όπως υποστηρίζει η κὐρια γραμμή της ιστοριογραφίας μας, από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο έως τον Μ. Σακελλαρίου, ή με πρόδρομες εκφράσεις μιας «εθνογένεσης», όπως προφανώς υποστηρίζει η αποδομητική σχολή. [Βλ. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμοι 6, Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1932 Μ. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα 1939, επανέκδ. Ερμής, Αθήνα χχ.]
[12] Παπαδόπουλος, Στέφανος, «Επαναστατικές ζυμώσεις και ανταρσίες των Ελλήνων κατά τα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Ι΄, σσ. 324-333. Βλ. και Κ. Σάθας,Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει και αναγέννησις της ελληνικής τακτικής, Αθήνα 1885, ανατύπωση Καραβίας 1986.
[13] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σ. 471.
[14] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σσ. 439-440.
Μοιραστείτε- Κοινοποιήστε



Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΞΟΠΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΛ ΚΑΙΝΤΑ ;;;



Οι κατοπινές ημέρες θα καταγραφούν σίγουρα ως από τις χειρότερες για την Ελληνική Διπλωματία.  Ο κ.Αβραμόπουλος υπέκυψε στην Αγγλό-Γαλλική πρωτοβουλία ενίσχυσης των ανταρτών στη Συρία με οπλισμό από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποιοι είναι αυτοί που θα ενισχυθούν όμως με τον Ευρωπαϊκό οπλισμό; Είναι ξένοι μαχητές μισθοφόροι, φανατικοί σουνίτες μουσουλμάνοι που πολεμούν για να ανατρέψουν τον κ.Άσσαντ.
Είναι οι υπεύθυνοι τρομακτικών σφαγών στην πολύπαθη χώρα, κυρίως χριστιανικών πληθυσμών! Παρακλάδια της Αλ Κάιντα και πολλών άλλων εξτρεμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων. Και ποια χώρα θα βγει κερδισμένη από την ανατροπή του κ.Άσσαντ; η Τουρκία, η οποία θα μετατρέψει την Συρία σε προτεκτοράτο της ακολουθώντας το δόγμα του Στρατηγικού Βάθους του κ.Νταβούτογλου. Αλήθεια ο κύριος Αβραμόπουλος δεν σκέφτηκε πως η υπογραφή θα συμβάλει στη γιγάντωση της Τουρκίας; Δεν σκέφτηκε πως θα οδηγήσει χιλιάδες Ελληνορθόδοξους στον μαρτυρικό θάνατο;
Τι θα έπρεπε να πράξει ο κ.Αβραμόπουλος; Να βροντοφωνάξει ΟΧΙ και να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις ενδυνάμωσης των ισλαμοφασιστών που απειλούν τους Χριστιανούς της Συρίας με αφανισμό! Απαιτούμε από τον κ.Σαμαρά να πάρει ο ίδιος θέση για την ενίσχυση των τρομοκρατών στη Συρία με την υπογραφή ΚΑΙ  της Ελλάδος! Μια υπογραφή που βάζει σε τρομακτικό κίνδυνο στους ομόδοξους μας στην περιοχή και δίνει ελπίδες στην Τουρκία να μην υποστεί ταπεινωτική ήττα από τις δυνάμεις του Συριακού στρατού και τον Συριακό λαό που αντιστέκεται στην ξένη εισβολή!

Νίκος Τοπούζης
Μέλος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων
πηγή : exomatiakaivlepo

Ανώνυμος είπε... 
 Επειδή -ως γνωστόν...- ο συγκεκριμένος πίνακας είχε εκτελεσθεί ΠΡΙΝ τη σφαγή της Χίου και επειδή συνεχίζετε να προκαλείτε "εν αγνοία και ταπεινότητι", θα πρέπει να αποσύρετε την εικόνα ΠΡΙΝ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ...

Ἰδεολογία καὶ Ὀρθοδοξία. Ἐρωτήματα στὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό

Πηγή: Πατερική Παράδοση



Διαβάσαμε  ἕνα ἄρθρο  τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ  στὸ τελευταῖο φύλλο τοῦ «Ὀρθόδοξου Τύπου» (φ. 1976, σελ. 1η καὶ 6η, 24/5/2013) μὲ τίτλο:  «Καὶ ὅμως!  Ἡ Ρωμανία ζεῖ». Κάποιες διατυπώσεις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου προβλημάτισαν, γιατὶ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἰδεολογικοποιεῖται ἡ Ὀρθοδοξία, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν αἴγλη τοῦ Βυζαντίου. Καὶ γνωρίζουμε ὅτι  ὁ π. Γεώργιος σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἐπανειλημμένως καταδικάζει τὴν ἰδεολογικοποίηση τῆς Πίστεως.
Μήπως αὐτὴ ἡ ἰδεολογικοποίηση συγχωρεῖται –ἂν καταλάβαμε καλὰ τὰ γραφόμενά του– ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ τὴν χιλιόχρονη Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία; Καὶ ποιός τὴν ἀντιπροσωπεύει σήμερα; Μήπως τὸ ἐσβεσμένο Φανάρι καὶ ὁ Οἰκουμενιστὴς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ τὸν ἰσχυρό «δεξιόν» του βραχίονα, τὸν μητροπολίτη Περγάμου κ. Ζηζιούλα καὶ τὸν π. Γεώργιο Τσέτση;
Θὰ παραθέσω τὰ συγκεκριμένα σημεῖα τοῦ ἄρθρου τοῦ π. Γεωργίου καὶ θὰ κάνω ἐλάχιστα σχόλια-ἐρωτήσεις.
1. «(Διὰ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου) ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σὲ “ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν”. Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ νέα αὐτοκρατορικὴ ἰδέα γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἐνσωμάτωση ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στὴν χριστιανικὴ Πίστη. Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁ Χριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλῶσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἁγίας Κασσιανῆς: “Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται, καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν”. Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο ὅλης τῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτὸ ἀλλοιώνει ἡ αἵρεση, ποὺ δὲν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτήρα».
Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ τοῦ ἄρθρου, ἔχουμε νὰ κάνουμε τὶς ἑξῆς παρατήρησεις:
Διαπιστώνει ὁ συγγραφέας ὅτι «διαμορφώνεται μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία». Καὶ παρακάτω: «Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁ Χριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλῶσσα, πολιτισμός, παιδεία)».
Ἂς μᾶς ἐξηγήσει ὁ π. Γεώργιος. Ἀποδέχεται τὸν Χριστιανισμὸ κάτω ἀπὸ μία “πολιτειακὴ ἰδεολογία (τῆς αὐτοκρατορίας)... κύριο στοιχεῖο (τῆς ὁποίας) εἶναι ἡ ὑπερεθνικότητα"; Ἦταν στήριγμα τῆς αὐτοκρατορικῆς ἰδεολογίας «ὁ Χριστιανισμὸς ὡς Πατερικὴ Ὀρθοδοξία»; Ὑποστήριξαν, δηλαδή, οἱ Πατέρες, ὅπως ὁ Ἀθανάσιος, Βασίλειος, Χρυσόστομος, Μάξιμος, Μᾶρκος Εὐγενικός, Γρηγόριος Παλαμᾶς τὴν «πολιτειακὴ ἰδεολογία» τῆς αὐτοκρατορίας ἢ ἐμπόδισαν νὰ καταλήξει ἡ διπλὴ ἐξουσία σὲ μιὰ πολιτειακὴ ἰδεολογία μόνο;
Πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων του ὁ π. Γεώργιος, προσφεύγει στὸ τροπάριο τῆς Κασσιανῆς. Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, ὅμως, αὐτὸ τὸ τροπάριο ἐκφράζει τὴ “νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία”; Τὸ τροπάριο κάνει μιὰ διαπίστωση: «Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται», ἀσφαλῶς ὅμως διὰ τῶν ὅπλων καὶ τῆς βίας. Καὶ συνεχίζει ἡ Κασσιανή, χρησιμοποιώντας αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, γιὰ νὰ μᾶς μεταφέρει σὲ μιὰ πνευματικὴ πραγματικότητα: «καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν». Δηλαδή, ἡ ὑμνογράφος διαπιστώνει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἐκηρύχθη καὶ ἐπιστεύθη ἀπὸ κάποιους ἀνθρώπους, ποὺ ἀνῆκαν σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ἐπεκτάθηκε σὲ ὅλο τὸν κόσμο, κι ὄχι ἀσφαλῶς ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη πίστεψαν στὸ Χριστό. Καὶ ὅσοι ἀπὸ τὰ κατακτημένα ἔθνη πίστεψαν, τὸ ἔκαναν ἐλεύθερα καὶ ὄχι διὰ τῆς αὐτοκρατορικῆς βίας.
Στὴν συνέχεια γράφει: «Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονικὴ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στὴν ὑπερεθνικότητα. Τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα».
Ὅταν λέγει, «ἡ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας στὴν ὑπερεθνικότητα», ποιό νόημα δίδει στὴν ἱεράρχιση; Μήπως τῆς «ὑπαγωγῆς» τῶν ἐθνῶν στὸ ἰδεολόγημα τῆς ὑπερεθνικότητας; Ὡς Χριστιανοί, ἔχουμε τὴν ἔννοια τῆς «Οἰκουμενικότητας» τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἔννοια ὑπερεθνικότητα ἔχει μιὰ ἐντελῶς κοσμικὴ διάσταση, ἐκφράζει ἕνα κοσμικὸ φρόνημα. Γιατί ταυτίζει “οἰκουμενικότητα” καὶ “ὑπερεθνικότητα”; Καί, ἂν ὁ π. Γεώργιος ταυτίζεται τὸ “ἐθνικὸ (συνείδηση τῆς καταγωγῆς)” μὲ τὸ “φυλετικό”, τότε ποιό πρόβλημα ὑπάρχει, ποιός λόγος νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἰδεολόγημα τῆς «ὑπερεθνικότητας», ἀφοῦ ὁ ἴδιος στὴ συνέχεια ἀποδέχεται ὅτι «τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα»; Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ ἀντίφαση;
Δὲν καταλαβαίνουμε γιατί ἐπιμένει ὁ π. Γεώργιος στὸ ὑπερεθνικό, καὶ δείχνει νὰ ἀντιτίθεται στὸ ἐθνικό· δὲν ἔχουν ἀπὸ τὸ Θεὸ καθορισθεῖ οἱ ὁροθεσίες τῶν ἐθνῶν; Δὲν ἔχουν τὰ ἔθνη ἄγγελο φύλακα; Ἔχουν καταργηθεῖ αὐτὰ ἢ θὰ καταργηθοῦν στὸν "μέλλοντα" αἰῶνα; Κατὰ ποίαν ἔννοιαν, λοιπόν, οἱ ὁροθεσίες τῶν ἐθνῶν θίγουν τὴν πανανθρώπινη ἑνότητα; Νὰ καταργήσουμε, μήπως, ἀπὸ τώρα καὶ τὴν οἰκογένεια γιὰ μιὰ ὑπερ-οικογένεια;
Ὅταν πηγαίνουμε σὲ ἕνα Ναό, μήπως πηγαίνουμε ὡς Ἕλληνες ἢ Σέρβοι, ἢ Ἄγγλοι; Δὲν πηγαίνουμε ὡς Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ; Αὐτὴ ἡ συνείδηση τοῦ ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, εἶναι ἄραγε ἐφεύρημα τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς «νέας πολιτειακῆς ἰδεολογίας» του ἢ ἀποτελεῖ ἀρχέγονη πίστη καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας;
Ἐπίσης, γράφει: «ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἕνας νοσηρὸς ἐθνικισμὸς (φυλετισμός)». Ἐρωτῶ: Καὶ γιατί νοσηρὸς ἐθνικισμός, κι ὄχι ὑγιὴς φιλοπατρία ἢ ἁγνὸς ἐθνισμός; Καὶ τί ἐμποδίζει νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ὑπερισχύει καὶ μιὰ νοσηρὴ «ὑπερεθνικότητα», ὅταν κι ἐκεῖ κυριαρχεῖ κοσμικὸ πνεῦμα; Ἢ μήπως ἡ ὑπερεθνικότητα εἶναι μιὰ ἔννοια ἐξαγιασμένη; (Κι ἀπὸ ποιόν;).
 «Ἀληθινοὶ ἡγέτες, ἄλλωστε, (σ.σ. ἐννοεῖ σ’ αὐτὴ τὴν αὐτοκρατορικὴ «πολιτειακὴ ἰδεολογία») ἦσαν οἱ Ἅγιοι καὶ τὸ ὑπέρτατο ἰδανικὸ δὲν ἦταν ἡ πολιτικὴ δύναμη ἢ ἡ κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση».
Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ πάλι, ἡγέτες αὐτοῦ τοῦ ἰδεολογικοῦ «πολιτειακοῦ» μορφώματος ἦσαν οἱ Ἅγιοι; Καὶ ἀκόμα, «ὑπέρτατο ἰδανικό του ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ θέωση»;(!) Ταυτίζονται οἱ αὐτοκράτορες μὲ τοὺς ἁγίους, καὶ τὰ ἰδανικὰ τῆς «πολιτειακῆς (βυζαντινῆς) ἰδεολογίας» μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας; Μήπως πάλι συναντᾶμε ἐδῶ τὴν ἰδεολογικοποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας;
Συνεχίζει: «Ἡ ὑπερεθνικὴ ἕνωση μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στὸ οἰκουμενικὸ ἔθνος (“ἔθνος ἅγιον”, Α´ Πέτρ. 2,9)».
Ἄλλο ἕνα προβληματισμὸ μᾶς δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ φράση. Ἐάν, δηλαδή, δὲν ὑπάρξει «ὑπερεθνικὴ ἕνωση», δὲν ὑπάρχει τὸ «ἔθνος ἅγιον» τοῦ ἀποστόλου Πέτρου; Ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ «ἔθνος ἅγιο» ἢ ἡ βίωση τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Πατέρων; Καὶ σήμερα ποὺ δὲν συμβαίνει αὐτό («ὑπερεθνικὴ ἕνωση»), δὲν ὑπάρχει τὸ «ἔθνος ἅγιον», ὅπως τὸ ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος;
Τέλος: θὰ ὑπάρξει ποτὲ στὴ γῆ χριστιανικὴ «ὑπερεθνικὴ ἕνωση», ἑνότητα τῶν λαῶν; Ἢ θὰ ὑπάρξει μόνο ἡ ἑνότητα τῶν Μασώνων, τῶν Οἰκουμενιστῶν, τῆς Ν. Τάξεως, τῶν Σιωνιστῶν, τῶν Διεθνιστῶν, μὲ ἕνα ὄνομα: ἡ ἑνότητα τοῦ Ἀντιχρίστου;
Ἐρωτήματα μαθητῆ πρὸς τὸ δάσκαλο.
Ὑποσημείωση: Ἕνα κείμενο ποὺ ἐνισχύει τὰ ἐρωτήματά μου, εἶναι τὸ παρακάτω. Τό ἔχει γράψει ὁ π. Ἀρσένιος Βλιαγκόφτης στὸ περιοδικὸ «Παρακαταθήκη», τ. 88, ΙΑΝ.–ΦΕΒΡ. 2013, σελ. 11:
 Σημάτης Παναγιώτης

Η αντικανονικότης της μετά των αιρετικών συμπροσευχής

Τί προβλέπουν αἱ Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι
Η ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑ
ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Αἱ συμπροσευχαὶ μετὰ τῶν πλανεμένων χριστιανῶν συνεχίζονται παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντίμου κλήρου, καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, Ὀρθοδόξων Θεολόγων καὶ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν Συνόδων καταφρονοῦνται ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ τοὺς τελευταίους. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα (14ην καὶ 15ην Μαΐου) ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος μετέβη εἰς τὸ Μιλᾶνον τῆς Ἰταλίας, μὲ ἀφορμὴν τὰς ἑορταστικὰς ἐκδηλώσεις διὰ τὴν συπλήρωσιν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων περὶ «ἀνεξιθρησκίας» ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ συνπροσευχήθη μετὰ τοῦ τοπικοῦ Παπικοῦ «Ἀρχιεπισκόπου» προκαλῶν ἀναστάτωσιν καὶ ὀργὴν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἡ κριτικὴ καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ὑπὸ τοῦ «Ο.Τ.», ἴσως νὰ ἔχη κουράσει τὸ ἀναγνωστικόν μας κοινόν. Αὐτὸ ὅμως ἐπιθυμοῦν οἱ Οἰκουμενισταί: «Νὰ κουράση τὸ θέμα, νὰ μὴ συγκινῆ ἡ καταφρόνησις τῶν Ἱ. Κανόνων, διὰ νὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ ἰσοπεδώνουν τὰ πάντα ἄνευ ἀντιστάσεως». Θὰ συνεχίσωμεν ὅμως τὸν ἔλεγχον ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ἀντιδράσεις.
Κατωτέρω θὰ παραθέσωμεν ὅλα ὅσα προβλέπουν αἱ Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι διὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῶν συμπροσευχῶν. Ἀντιγράφομεν ἀπὸ τὸ βιβλίον: «Ἡ ἀντικανονικότητα τῆς μετὰ τῶν αἱρετικῶν συμπροσευχῆς» τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Κυρίλλου  Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱ. Μητρ. Πατρῶν,Δρ Θεολογίας, τὰ ἀκόλουθα:
«Κατὰ τοὺς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος ὑπῆρξε τὸ ὑπόδειγματοῦ Συνοδικοῦ συστήματος στὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας1. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐβασίσθησαν στὴν Ἁγία Γραφή, ὡς πηγὴ τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως.
Οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι εἶναι, θὰ λέγαμε, ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συν έχεια γιὰ τὴν προσαρμογὴ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας στὴν ζω ὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν σωτηριώ δη αὐτὸν σκοπὸ ἀποβλέπουν καὶ οἱ Κανόνες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοδόξων, κυρίως τῶν Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος. Καὶ τοῦτο, γιατί οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες συνέθεσαν Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὶς ἰδιαίτερες ποιμαντικὲς ὑποχρεώσεις τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἑκασταχοῦ ἐπαρχιῶν καὶ ἀφοροῦσαν στὶς σχέσεις τους μετὰ τῶν κληρικῶν, τῶν λαϊκῶν μελῶν καὶ τῶν ἀσπασθέντων τὶς παντὸς εἴδους αἱρέσεις.
Τοιουτοτρόπως καὶ στὸ θέμα τῆς συμπροσευχῆς ἀναφέρονται περισσότερο οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι, παρὰ οἱ Οἰκουμενικές, γιὰ τὸν λόγο ὅτι τοπικῶς ἐνεφανίζοντο τὰ εἰδικώτερα προβλήματα, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τοὺς παντὸς εἴδους αἱρετικοὺς ἢ ἀλλόθρησκους καὶ ἐπιλαμβάνονταν αὐτῶν οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι. Ὅλες, ὡστόσο, οἱ τοπικὲς αὐτὲς ἀποφάσεις καὶ ἀποφάνσεις ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος2.
Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος (364) μὲ τὸν ΛΓ´ κανόνα της ρητῶς ἀπαγορεύει τὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν. Προχωρεῖ, ὅμως, ἕνα βῆμα περαιτέρω καὶ προβαίνει στὴν ἀπαγόρευση τῆς συμπροσευχῆς καὶ μετὰ τῶν σχισματικῶν: “Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοὺς συνεύχεσθαι”3. Ὁ Ζωναρᾶς, σχολιάζοντας τὸν ὡς ἄνω κανόνα, μεταξὺ ἄλλων ὑπογραμμίζει καὶ τὰ ἑξῆς: “Αἱρετικοὶ δὲ λέγονται, οἱ περὶ τὴν πίστιν σφαλλόμενοι4· σχισματικοὶ δέ, οἱ περὶ μὲν τὴν πίστιν καὶ τὰ δόγματα ὑγιῶς ἔχοντες, διά τινας δὲ αἰτίας ἀποσχίζοντες καὶ ἀντισυνάγοντες”5.
Πρέπει νὰ γίνη σὲ ὅλους κατανοητὸ ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπιδιώκει καὶ ἡ προαναφερθεῖσα Σύνοδος, ἔχοντας ὡς βάση τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, εἶναι νὰ συνειδητοποιήση κάθε μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι καλεῖται νὰ ὁμολογῆ καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια τῆς παραδόσεως καὶ νὰ ἀντιτάσσεται καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Ἐπισκόπους, ἐὰν αὐτοὶ ἐκπέσουν σὲ αἵρεση ἢ ἀποδεχθοῦν τὴν συμπροσευχὴ με τὰ αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν.
Ὁ Β´ κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου μὲ σαφήνεια τονίζει: “... Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐπισκόπων ἢ πρεσβυτέρων ἢ διακόνων ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας”6.
Ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος περὶ συμπροσευχῆς ἐμφαίνεται καὶ στὴν παρότρυνση τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, μὲ τὸν στ´ κανόνα, νὰ μὴ ἐπιτρέπονται οἱ αἱρετικοὶ νὰ εἰσέρχωνται στοὺς Ὀρθοδόξους Ἱ. Ναούς, ἐφόσον ἐπιμένουν στὴν αἵρεσή τους. “Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶ κον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇαἱρέσει”7. Ὁ Βαλσαμών, σχολιάζοντας τὸν ὡς ἄνω κανόνα, τονίζει: “Σαφὴς ὁ κανὼν οὐ γὰρ συγχωρεῖ τοῖς αἱρετικοῖς ἐπιμένουσι τῇαἱρέσει, συνεκκλησιάζειν μετὰ ὀρθοδόξων”8.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τιμόθεος (372), ὅταν ἐρωτήθηκε, ἂν πρέπει ὁ Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου νὰ ἐπιτελῆ τὴν Θεία Λειτουργία παρόντων Ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν, ἀπήντησε ἀρνητικῶς. “Εἰ ὀφείλει κληρικὸς εὔχεσθαι παρόντων Ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν ἢεἰ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν;9
Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ διάκονος προσφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ· Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε· οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μὴ ἂν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν, καὶ ἐκφεύγειν τὴν αἵρεσιν”10. Ὁ Βαλσαμὼν ἔχει τὴν γνώμη ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμένουν οἱ ἀμετανόητοι αἱρετικοὶ οὔτε μετὰ τῶν κατηχουμένων. Λέγει χαρακτηριστικά: “Εἰ μὴ ἐπαγγέλλονται ἀφίστασθαι τῆς αἱρέσεως, οὐδὲ τοῖς κατηχουμένοις συστήσονται, ἀλλ᾽ ἐκδιωχθήσονται»11.
Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος ἐπισημαίνει στοὺς πιστοὺς Ὀρθόδοξους χριστιανοὺς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβαίνουν στὰ κοιμητήρια ἢ τὰ μαρτύρια τῶν αἱρετικῶν, στὰ ὁποῖα
ἔχουν ἐνταφιασθῆ ὀνομαστοὶ αἱρετικοὶ ἢ μάρτυρες. Καὶ τοῦτο, γιατί καὶ αὐτὴ ἡ πράξη ἐντάσσεται στὴν συμπροσευχή, ἀφοῦ προσεύχονται στὸν τόπο ἐκεῖνο μετὰ αἱρετικῶν ἢ ἀπευθύνουν τὴν προσευχή τους σὲ αἱρετικοὺς κοιμηθέντας, ἔστω καὶ διὰ μαρτυρίου. “Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν εἰς τὰ κοιμητήρια ἢ εἰς τὰ λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τοὺς τῆς ἐκκλησίας, εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα· ἀλλὰ τοὺς τοιούτους, ἐὰν ὦσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός.Μετανοοῦντας δέ, καὶ ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι”12.
Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν ὅπως ἤδη ἐτονίσθη, στὴν συμπροσευχὴ καὶ γενικώτερα στὴν κοινωνία τῶν προσώπων “ἐν Χρι στῷ”. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ οἱ Πατέρες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, στηριζόμενοι στοὺς Ο´, ΟΑ´ καὶ ΜΕ´ Ἀποστολικοὺς κανόνες, συνέθεσαν τέσσερις κανόνες (ΛΒ´, ΛΖ´, ΛΗ´, ΛΘ´), μὲ τοὺς ὁποίους ἀποσαφηνίζουν ὅσα ἐξέθεσαν ἐκεῖνοι, ὑποδεικνύοντες κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ὀρθὴ στάση τῶν Ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοθρήσκων στὸ θέμα τῆς συμπροσευχῆς καὶ τῆς μετ᾽ αὐτῶν κοινωνίας. “Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι”13, “Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν14 αὐτοῖς”, “Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα λαμβάνειν ἢ κοινωνεῖν ταῖς ἀσεβείαις15αὐτῶν”, “Ὅτι οὐ δεῖ τοῖς ἔθνεσι συνεορτάζειν, καὶ κοινωνεῖν τῇ ἀθεότητι αὐτῶν”16.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν Τρούλλῳ ΣΤ´ Οἰ κουμενικὴ Σύνοδος ἐπελήφθη τοῦ ὡς ἄνω ζητήματος μὲ τὸν ΙΑ´ κανόνα της, ὁρίζουσα: “Μηδεὶς τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ λαϊκός, τὰ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα ἐσθιέτω ἢ τούτοις προσοικειούσθω, ἢ ἐν νόσοις προσκαλείσθω, καὶ ἰατρείας παρ᾽ αὐτῶν λαμβανέτω ἢ ἐν βαλανείοις τούτοις παντελῶς συλλουέσθω· εἰ δὲ τὶς τοῦτο πρᾶξαι ἐπιχειροίη, εἰ μὲν κλη ρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊ κός, ἀφοριζέσθω”17. Ὁ κανόνας αὐτὸς παρατίθεται γιὰ τὸν λόγο ὅτι πρέπει νὰ ἐπισημανθῆ ἡ αὐστηρότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς πρὸς τὴν παντοία κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν.
Ἡ συμπροσευχὴ εἶναι, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, μυστήριο κοινωνίας “ἐν Χριστῷ”. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κοινωνῆ ὁ Ὀρθόδοξος μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ ἢ τοῦ ἀλλοθρήσκου μέσῳ τῆς προσευχῆς ἢ τοῦ συνεορτασμοῦ ἢ τῆς ἀνταλλαγῆς δώρων ἢ συλλουόμενος ἢ ἰατρευόμενος ὑπ᾽ αὐτῶν. Ὁ Βαλσαμὼν ἐπισημαίνει:
“Σημείωσαι τὸν παρόντα κανόνα διὰ τοὺς Λατίνους, τοὺς ἑορτάζοντας μετὰ ἀζύμων, καὶ διὰ τοὺς ἰατρευομένους παρὰ Ἰουδαίων, καὶ παρὰ αἱρετικῶν πάντες γὰρ οὗτοι ἀφωρισμένοι εἰσίν”18.
Γιὰ νὰ κατανοηθῆ δεόντως ὁ προαναφερθεὶς κανόνας εἶναι ἀναγκαῖο ὁ μελετητὴς νὰ γνωρίζη ὅτι αὐτὴ ἡ κοινωνία καὶ συνύπαρξη “ἐν τῇ προσευχῇ” διασπᾶται ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ἡ αἵρεση εἶναι ὁλικὴ ἢ μερικὴ ἄρνηση τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας, ποὺ στὴν πράξη ἐκφράζεται ὡς κατάλυση τῆς ἐν Χριστῷ ἀγαπητικῆς κοινωνίας19.
Θὰ ἤθελα στὸ σημεῖο τοῦτο νὰ ἐπεκταθῶ λίγο, πέρα ἀπὸ τὸ δια- πραγματευόμενο θέμα μου, στὰ δύο Μυστήρια, τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Γάμου, ἐνδεικτικῶς καὶ ὄχι ἀναλυτικῶς. Ἄλλωστε ἡ συμπροσευχὴ ἐντάσσεται στὸ μυστήριο.
Ἡ Ὀρθοδοξία διακηρύσσει ὅτι τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα; γιὰ τὸν λόγο ὅτι δὲν ἐπιδρᾶ ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ἑνότητα στὴν πίστη, ὄχι σὲ ὁποιαδήποτε πίστη, ἀλλὰ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι ἡ πρωταρχικὴ βάση γιὰ τὴν intercommunio(δια–κοινωνία), γιὰ τὴν πλήρη μυστηριακὴ κοινωνία μετὰ τῶν αἱρετικῶν.
Κατὰ τὸν ΞΗ´ κανόνα τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων «τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων (τῶν αἱρετικῶν δηλαδὴ) βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνα- τόν»20. Σχολιάζων ὁ Ζωναρᾶς τὸν προαναφερθέντα Ἀποστολικὸ κανόνα, μεταξὺ ἄλλων λέγει: «…οὔτε γὰρ βάπτισμα αἱρετικῶν δύναταί τινα ποιῆσαι Χριστιανόν, οὔτε χειροτονία τούτων κληρικὸν ἐργάσαιτο ἂν»21.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιμένει στὸ τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»22 καὶ ἀπορρίπτει παντελῶς τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Στὸν Α´ κανόνα του τὸ διασαφηνίζει: «...τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα) παντελῶς ἀθετῆσαι»23.
Ἐπίσης, οἱ Ἅγιοι Πατέρες οἱ συγκροτήσαντες τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μὲ τὸν ΟΒ´ κανόνα τους ἀπαγορεύουν τὴν σύναψη γάμου μεταξὺ Ὀρθοδόξου καὶ αἱρετικοῦ:
«Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾽ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον ἡγεῖσθαι τὸν γάμον, καὶ τὸ ἄθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον· οὐ γὰρ χρὴ τὰ ἄμικτα μιγνύναι οὐδὲ τῷ προβάτῳ λύκον συμπλέκεσθαι, καὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ μερίδι τὸν τῶν ἁμαρτωλῶν κλῆρον· εἰ δὲ παραβῇ τις τὰ παρ᾽ ἡμῶν ὁρισθέντα, ἀφοριζέσθω»24. Ὁ Ζωναρᾶς στὰ σχόλια του λέγει μεταξὺ ἄλλων:
«Οἱ τῆς συνόδου ταύτης ἱεροὶ καὶ θεῖοι Πατέρες… ἀπαγορεύουσι τὰς τοιαύτας συζυγίας (ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν) καὶ γενομένας δέ, δια - σπᾶσθαι κελεύουσιν»25.
Οἱ ἱεροὶ Πατέρες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ἀπαγορεύουν μὲ τὸν ΛΑ´ κανόνα τους τὸν γάμο Ὀρθοδόξων μετὰ αἱρετικῶν καὶ μάλιστα «μετὰ πάντων τῶν αἱρετικῶν».
Ὁρίζουν μὲ σαφήνεια «ὅτι οὐ δεῖ πρὸς πάντας αἱρετικοὺς ἐπιγαμίας ποιεῖν ἢ διδόναι υἱοὺς ἢ θυγατέρας, ἀλλὰ μᾶλλον λαμβάνειν, εἴγε ἐπαγγέλλοιντο Χριστιανοὶ γίνεσθαι»26. Σχολιάζων ὁ Ἀριστηνὸς αὐτὸν τὸν κανόνα ὑπογραμμίζει:
«Τὸ μὲν λαμβάνειν τῶν αἱρετικῶν τέκνα, χριστιανίζειν ἐπαγγελόμενα, καὶ ἐπισυνάπτειν αὐτὰ εἰς γάμου κοινωνίαν τοῖς παισὶ τῶν Χριστιανῶν, ἐπιτέτραπται. Τὸ δὲ διδόναι τὰ τῶν Χριστιανῶν τέκνα εἰς συνάφειαν τοῖς αἱρετικοῖς, ἐν πολλοῖς τῶν κανόνων ἀπηγόρευται»27.
Ὅλοι οἱ προαναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ οἱ κανόνες τῶν Ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων δὲν ἐπιτρέπουν τὴν συμπροσ ευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν αἱ ρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοδόξων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ αἵρεση ἐπιζητεῖ νὰ καθυποτάξη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια στὸν τεμαχισμένο μεταπτωτικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀν θρώπου. Ἡ Ὀρθόδοξος πίστη εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας καὶ ἄρα μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνταχθῆ σ᾽ αὐτὴ τὴν κοινωνία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι ἀποδεκτὸς στὴν συμπροσευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία καὶ ἑνότητα. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος ἀναφωνεῖ: «Τοιγαροῦν παραιτοῦ τὴν κοινωνίαν τῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν»28.
Ἡ κοινωνία εἶναι σχέση καὶ ἡ σχέση προϋποθέτει αὐθυπέρβαση καὶ ταύτιση. Ὑπερβαίνει ὁ Ὀρθόδοξος χριστιανὸς τὸν ὑποκειμενισμό του καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀντικειμενικὴ ἀλήθεια. Ἐὰν δὲν συμβαίνη τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸν συμπροσευχόμενο καθίσταται ἀδύνατος καὶ ἀνόητος ἡ συμπροσευχή.
Οἱ Ἀποστολικοὶ κανόνες, οἱ κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους προαναφέραμε, ἀπαγορεύουν ρητῶς τὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων. Καὶ τοῦτο γιατί ἐπιδιώκουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀπὸ μία αἰσθήματο – ἐξωτερικὴ ἀντίληψη τῆς κοινωνίας καὶ ἑνότητος κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν συμπροσευχὴ ὡς πράξη ὀντολογικο – πνευματικὴ ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς ὀρθῆς πίστεως.
Ἡ διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στὴν συμπροσευχὴ φανερώνει μία ἀλλοτριωμένη ἀντίληψη περὶ τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁμιλῶν περὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τῶν αἱρετικῶν, συμβουλεύει τὰ ἑξῆς: «Φεῦγε τῶν τοιούτων (αἱρετικῶν) τὰς συνουσίας ὡς τῶν φαρμάκων τὰ δηλητήρια. Καὶ γὰρ ἐκείνων οὗτοι χαλεπώτεροι· ἐκεῖνα μὲν γὰρ μέχρι τοῦ σώματος ἵστησι τὴν βλάβην, οὗτοι δὲ αὐτῇ τῇ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς λυμαίνονται»29.
Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἐμπεριέχουν, ὡς γνωστόν, ἑρμηνευμένη τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια30. Ὡς ἐκ τούτου ἐκφράζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ζωναρᾶς γράφει: «Οἱ ἱε ροὶ κανόνες ἐκτίθενται ὑπὸ τῶν Συν όδων εἰς κατάστασιν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ὠφέλειαν τῶν πιστῶν»31.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ οἱ ἀνωτέρω κανόνες περὶ συμπροσευχῆς πρέπει νὰ τύχουν τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κυρίως ἐκ μέρους τῶν κληρικῶν – ποιμένων της.
1.Βλ. Βλ. Φειδᾶ, Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, Ἀθῆναι 1997, σσ. 33 κ. ἑξ.
2. Ἀπό τὶς Δ´, ΣΤ´ καὶ Ζ´ Οἰκουμενικὲς Συνόδους.
3. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 198.
4. Ἂς τὸ κατανοήσουν αὐτὸ ὅσοι διατείνονται ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί.
5. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 199.
6. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 126.
7. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 176.
8. Αὐτόθι. Βλ. καὶ τὸν Η´ κανόνα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
9. Ἡ ἀνωτέρω ἐρώτηση καὶ ἡ ἀπόκριση, ποὺ ἀκολουθεῖ ἐπέχουν θέση κανόνος μὲ οἰκουμενικὸ κῦρος.
10. Ράλλη - Ποτλῆ, ἒνθ᾽ ἀνωτ., τ. 4, σελ. 336.
11. Αὐτόθι. Βλ. καὶ σχόλιο Ὁσ. Νικόδημου, Ἱερὸν Πηδάλιον, σελ. 670.
12.Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 179.
13. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 198.
14. Στὸν συνεορταμὸ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων ὑποφώσκει συμπροσευχὴ καὶ κοινωνία ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς κοινωνίας πίστεως καὶ Ἁγίου Πνεύμα- τος. Ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τῆς κοινωνίας Ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν ἐμφαίνεται καὶ στὸν κανόνα αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει οὐδὲ αὐτὴ τὴν ἀνταλλαγὴ δώρων. Βλ. καὶ τὸν Ξ´ κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου.
15. Οἱ πράξεις τῶν ἀλλοθρήσκων εἶναι, κατὰ τὴν παροῦσα Σύνοδο, ἀσέβειες.
16. Ράλλη – Ποτλῆ, ἔνθ᾽ἀνωτ., σελ. 206. Ἀπαγορεύει ἡ Σύνοδος αὐτὴ τὸν συνεορτασμὸ Ὀρθόδοξων καὶ ἀπίστων (Ἀρχαιοελλήνων κ.τ.τ.). Βλ. καὶ τὸν Ζ´ κανόνα τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου.
17. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 2, σσ. 328–329.
18.Αὐτόθι.
19. “Ἡ αἵρεση εἶναι μία στάση ζωῆς στοὺς ἀντίποδες τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας τῆς ζωῆς”, Χρ. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1977, σελ. 60. - Ὁ Ὅσ. Ἐφραὶμ ὁ Σύρος συμβουλεύει: “Μηδέποτε συμφιλιάσῃς με τὰ αἱρετικῶν· Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰ σίν...”. Ἔργα 5, 116.
20.Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 87.
21. Αὐτόθι – Ἂς δώσουν προσοχὴ οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκεῖνοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν θετικῶς περὶ τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Βλ. γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ τοὺς Ζ´ καὶ ΙΕ´ κανόνες τῶν Β´ καὶ ΣΤ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀντίστοιχα, καθὼς καὶ τοὺς Α´ καὶ ΜΖ´ τοῦ Μ. Βασιλείου.
22. Ἐφ. Δ´, 5.
23. Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 4, σελ. 89.
24.Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 2, σελ. 471.
25. Αὐτόθι.
26. Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 198.
27. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 200. Βλ. καὶ ΚΑ´ κανόνα Καρθαγένης.
28.Ἔργα 6, 176.
29.Catecheses ad illuminados l, p. 198.
30.Βλ. Ἀρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Θεολογικὲς καὶ Φιλοσοφικὲς προσεγγίσεις, Πάτρα 2006, σελ. 116.
31. Ἁμ. Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ ἱεροὶ Κανόνες, Ἀθήναις 1949 2 , σελ. 120.

Ορθόδοξος Τύπος, 24/05/2013

Πηγή :  ΑΚΤΙΝΕΣ  

Σχόλιο: ΓΙΑΤΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;; ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΡΚΕΤΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΕΟΝ;; Το παραπάνω κείμενο ισχύει μόνον εφόσον συλλειτουργεί Ορθόδοξος με αιρετικό. Ο Βαρθολομαίος δέν υπήρξε ποτέ Ορθόδοξος. Εκτός και αν έχουμε έξη στη χρησιμοποίηση βαρυσήμαντων λέξεων. Μεγαλειότατος, Πανιερότατος.....εάν πρόκειται για ναρκωτικό, τί να πούμε;

Αμέθυστος.

ΠΕΡΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ (7)

Συνέχεια από Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

 Η ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ: Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ.  
RAIMON PANIKKAR.

Ο Διάλογος πρέπει να είναι θρησκευτικός

Οι άνεμοι του διαλόγου, που πνέουν σήμερα όλο και δυνατότερα, παρότι νέα και πιο ψηλά τείχη υψώνονται για να τους εμποδίσουν, αντιπροσωπεύουν πολύ περισσότερα από μια νέα μόδα ή μια νέα στρατηγική εκ μέρους κάποιας γερασμένης θρησκευτικής παραδόσεως για να εξέλθει από κάποια στασιμότητα. Ο διάλογος καθ’ αυτός, έχει ένα θρησκευτικό πνεύμα. Ο διάλογος καθ’ αυτός είναι η φανέρωση μιας αυθεντικής θρησκευτικότητος. Ακόμη και ο φόβος των υπερσυντηρητικών, οι οποίοι βλέπουν στον διάλογο μόνον μεγάλους κινδύνους για τις θεσμοποιημένες θρησκείες, μαρτυρεί για τον επαναστατικό χαρακτήρα του διαλόγου. Ο διάλογος των θρησκειών συντρίβει στην πραγματικότητα τα τείχη του θρησκευτικού «εθνικισμού». Διότι παρ’ όλες τις αλλαγές των τελευταίων χρόνων, το παληό ρητό, η θρησκεία ακολουθεί όποιον κρατά την εξουσία, συνεχίζει να ισχύει. Ο διάλογος των θρησκειών ελευθερώνει την πνευματικότητα από τις σκληρές δογματικές δομές και δημιουργεί νέους συσχετισμούς οι οποίοι ξεπερνούν όλα τα σύνορα που σχεδιάστηκαν με τόση προσοχή, ανάμεσα στις θρησκείες.
Για πάρα πολύ χρόνο οι θρησκείες, που υπόσχονται να μας συνδέσουν (religo – δεσμεύω) με το θείο (το άπειρο, το υπερβατικό ή το μυστήριο), αγνόησαν τους ανθρώπινους συσχετισμούς. Ξεχνούμε πολύ εύκολα την «θρησκεία του ανθρώπου», όπως επισήμανε εύστοχα ο Tagore. H θρησκεία δεν έχει να κάνει μόνο με τον θεό, αλλά κυρίως με τον άνθρωπο.
Αυτό ανοίγει τον δρόμο για μια καινούρια θρησκευτικότητα, οι μορφές της οποίας δεν έχουν βρεθεί ακόμη, χωρίς αυτό να απογοητεύει απολύτως το αγνό θρησκευτικό πνεύμα, όπως θα αποδείξουν στην συνέχεια οι τρεις στοχασμοί επί του θέματος, που ακολουθούν. Διότι η ιδέα της ανθρωπότητος του θεού μας, ή της θειότητος του ανθρώπου, το Αιώνιο, είναι το κυρίως θέμα του διαλόγου.

Τελευταία πηγή του διαλόγου, είναι η εμπειρία της δικής μας ανεπάρκειας.

Αναφερθήκαμε ήδη στην εμπειρία της τυχαιότητος – δηλαδή την εμπειρία που είναι σήμερα κοινή σε όλους μας πως πολύ εύκολα μπορούμε να ακουμπήσουμε τα όριά μας (μια εμπειρία που γέννησε την τραγωδία στους Αρχαίους Έλληνες, τον σεβασμό των ορίων και τους βοήθησε να βρουν την ανθρώπινη αλήθεια, το ΜΕΤΡΟ, το οποίο καταργείται σήμερα με την λατρεία του ΑΠΕΙΡΟΥ). Την εμπειρία της αδυναμίας μας να γνωρίσουμε πλήρως την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ένα άτομο δεν μπορεί να βρει την λύτρωσή του μέσα στην παράδοσή του, παρότι σχετικώς απομονωμένη. Δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να ριχτούν στον διάλογο. Αλλά επειδή οι παραδόσεις είναι με την σειρά τους οι καρποί περασμένων διαλόγων, οι ρίζες του θρησκευτικού διαλόγου πάνε βαθειά μέχρι την καταγωγή της ίδιας της ανθρωπότητος.
Εννοούμε πιο απλά, πώς ένα ώριμο πρόσωπο ή ένα διαλογιζόμενο πρόσωπο, αποφεύγει κάθε απόλυτη απαίτηση. Η θρησκεία του διπλανού μας γίνεται δική μας προσωπική υπόθεση, η διαφορετικότης των θρησκειών ένα φιλοσοφικό ή θεολογικό πρόβλημα (εάν μπορούμε να σκεφτούμε η στάση αυτή είναι εφικτή μόνον εάν βασίζεται στο ινδουϊστικό κενό, που είναι σήμερα το νέο θεμέλιο του ανθρώπου. Καταργώντας τον Νου, τον λόγο ή την λογική. Η νέα πέτρα είναι το κενό του Νου, το Νιρβάνα, το Μηδέν του Χάϊντεγκερ, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ του εκπρόσωπος της Δυτικής Φιλοσοφίας), η κατάσταση του κόσμου κάτι που αφορά βαθειά όλους μας. Σωτηρία, απελευθέρωση, ευτυχία, ολοκλήρωση, διαφωτισμός ή φωτισμός (επί το Ινδουϊστικότερον), λύτρωση –όπως και τα Δυτικά ορθολογιστικά αντίστοιχα, δικαιοσύνη, ειρήνη, ανθρώπινη πληρότης– δεν είναι μόνον ατομικά προβλήματα. Απαιτούν συνεργασία, συμπαράσταση, μία αυξημένη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης και της κοσμικής αλληλοεξάρτησης. Ο διάλογος είναι ο τρόπος να υπερβούμε τον σολιπσισμό (του Κάφκα) και τον εγωϊσμό κάθε είδους. Πραγματοποιούμε το κέντρο μας, τον «εαυτό» μας, στο μέτρο που συμμετέχουμε ενεργητικά στην μοίρα ολοκλήρου του κόσμου. Αυτό δεν είναι ένα θέμα καθαρά θρησκευτικό; (όπως και το ΠΡΟΣΩΠΟ).

Ο Νέoς διάλογος συμβάλει στην κάθαρση των θρησκειών.

Η ιστορία των θρησκειών μας δείχνει, χωρίς εξαιρέσεις από ότι γνωρίζω, πως στο όνομα της θρησκείας κατακτήθηκαν όχι μόνον οι πιο ψηλές κορυφές του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά και οι πιο σκοτεινές διαστροφές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο φανατισμός είναι ένα πολύ γνωστό θρησκευτικό ζιζάνιο. Ο διάλογος των θρησκειών σήμερα προσφέρει ένα αντίδοτο και αντιπροσωπεύει μια κάθαρση. Οι θρησκείες, πολύ συχνά θεσμοποιημένες, στάθηκαν εμπόδιο στην ειρήνη και εννόησαν τους πολέμους, ακόμη και κατά την διάρκεια της δικής μας ζωής. Ο διάλογος των θρησκειών δεν προσπαθεί να καταργήσει τις θρησκείες. Δεν εννοεί να μειώσει όλες τις θρησκείες σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, ή να βεβαιώσει μια κάποια γενικευμένη και επιφανειακή θρησκευτικότητα. Ανοίγει ένα δρόμο που περνά ανάμεσα, από το ένα μέρος από όλα τα θρησκευτικά κάστρα που εξοπλίστηκαν και πολεμούν το ένα εναντίον του άλλου από τα υψώματα των λόφων τους, και όπου καθένα από τα κάστρα αυτά ισχυρίζεται πως η σωτηρία βρίσκεται μόνον μέσα από τα τείχη του – και από το άλλο μέρος, από μια αργία, μια στασιμότητα μέσα στην βαθειά κοιλάδα της ανθρώπινης νωθρότητος και αναποφασιστικότητος, όπου κάθε θρησκεία χάνει την ταυτότητά της και την ξεχωριστή της αξία. (Ανάμεσα στην Σκύλα και στην Χάρυβδη για να καταλαβαινόμαστε. Ο διάλογος είναι τόσο μοντέρνος, τόσο νέος, ηλικίας μόλις 2.500 ετών. Η οπισθοδρόμηση του ανθρώπου είναι τερατώδης, από την στιγμή που εγκατέλειψε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και κήρυξε τον θάνατό του, βάζοντας στην θέση του ΝΟΥ, το Εγώ). Αυτή η μεσαία οδός αποφεύγει τους πολέμους, θερμούς ή ψυχρούς, και ταυτόχρονα αποφεύγει την αδιαφορία, σαν να έλεγαν όλες οι θρησκείες το ίδιο πράγμα ή να ήταν όλες ίσες. Ο διάλογος ανοίγει διάπλατα την οδό της συζητήσεως – ακριβώς λόγω του γεγονότος πως οι θρησκείες είναι διαφορετικές και πολύ συχνά φαίνονται ακόμη και αντίθετες. Ισιώνει τα μονοπότια, τα στρώνει και μπορεί να κατασκευάσει ακόμη και γέφυρες πάνω από τους γκρεμούς που χωρίζουν τα διάφορα θρησκευτικά κάστρα. Καλεί νέους ανθρώπους στην κοινή ζωή της ανθρώπινης οικογένειας χωρίς να την ξεριζώνει από το γηγενές έδαφος των παραδόσεων στις οποίες ανήκουν. Έπλεξε ένα δίκτυο συνδέσμων που θέτει σε σχέση και μεταμορφώνει τον κόσμο των θρησκειών. Και αυτός ο ανοιχτός χαρακτήρας του διαλόγου ανήκει στην ίδια την δυναμική του θρησκευτικού πνεύματος.
Ο διάλογος είναι καθ’ εαυτός μια θρησκευτική πράξη. Όταν δεσμευόμαστε στον διάλογο των θρησκειών παλεύουμε χωρίς αμφιβολία για την σωτηρία –την θεραπεία οπωσδήποτε– όλου του κόσμου. Η αγάπη για τους ανθρώπους, η υπομονή, η ταπεινότης, η ευγένεια, η συγχώρεση, η άσκηση, η εμπιστοσύνη, η οικειότης, η ειλικρίνεια, η παραίτηση –και ο κατάλογος είναι άπειρος– είναι ουσιώδεις αρετές για ένα αυθεντικό θρησκευτικό διάλογο. Δεν είναι αυτό άραγε αρκετό για να μας δείξει τον θρησκευτικό του χαρακτήρα;
Με αυτή την έννοια, ο διάλογος έχει την σημασία του και δεν είναι δυνατόν να τον αποδυναμώσουμε ή να τον εκμεταλλευθούμε σαν να είναι ένα είδος στρατηγικής για προσηλυτισμό. Ο διάλογος απαιτεί καθ’ εαυτός ένα είδος εσωτερικού διαλόγου και δεν μπορεί να είναι ένα μέσον για να φέρουμε τον άλλον στις δικές μας απόψεις. Αγωνίζομαι για την ελευθερία και μπορώ και να πιστέψω ακόμη πως έχω βρει την αλήθεια στην θρησκεία μου. Αλλά δεν είμαι ο μοναδικός αναζητητής της αλήθειας. Εάν είμαι ταπεινός στην αναζήτησή μου –δηλαδή τίμιος– δεν θα αισθανθώ μόνον σεβασμό για την αναζήτηση των άλλων, αλλά θα ενωθώ και μαζί τους – και όχι μόνον επειδή τέσσερα μάτια βλέπουν καλύτερα από δύο, αλλά για κάποιον λόγο πιο βαθύ: οι άλλοι δεν είναι απλώς ερευνητές της αλήθειας, αλλά πηγές γνώσεως. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνον ένα αντικείμενο ή ένα απλό υποκείμενο σε αναζήτηση αντικειμενικότητος, αλλά και ένας μικρόκοσμος και ένας μικρόθεος, το ίδιο το Brahman (παρότι ποιοτικώς διαφοροποιημένο), ένας ναός του Αγίου πνεύματος, ένας υποδοχέας ικανός να δώσει και να πάρει, συνεργαζόμενος στην μορφοποίηση της πραγματικότητος. Η Φύσις του ανθρώπου φέρει την αυτοσυνειδησία, και αυτή η αυτοσυνειδησία δεν είναι μόνον ένα δικό μου προσόν. Γι’ αυτό και δεν θα κατανοήσω πλήρως τον εαυτό μου χωρίς κατά κάποιο τρόπο να έχω κατανοήσει τους άλλους, κάτι που είναι αδύνατον χωρίς κάποιον διάλογο. Έτσι όμως δεν ενδιαφέρομαι για τους άλλους μόνον από απλή περιέργεια, διότι το προσκύνημά τους διασταυρώνεται με το δικό μου μονοπάτι, και επομένως με αφορά. Η αναζήτηση της αλήθειας δεν αφορά την παρακολούθηση ενός αντικειμένου, αφορά την κατάκτησή μου από την αλήθεια, και όσο είναι δυνατόν, την μοιρασιά της μοίρας όλων των άλλων. Και αυτή είναι χωρίς αμφιβολία μια θρησκευτική πράξη.

Σήμερα ιδιαιτέρως, για πολλούς, να επιτύχουν την ειρήνη ανάμεσα στις θρησκείες και να προωθήσουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη εξισούται με μια αγνή θρησκευτική πράξη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ένας ανήκει σε μια ιδιαίτερη παράδοση. Χωρίς αμφιβολία δεν είναι μικρής σημασίας πως το πιο υψηλό όνομα είναι το tao, το kami, το Sunyata, θεός, Siva, Allah, Jahve, Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Ελευθερία ή ανθρωπισμός. Είναι σημαντικό πως μας βοηθά να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας. Αλλά δεν είναι λιγότερο σημαντικό να αποφεύγουμε να επικαλούμαστε αυτά τα ονόματα που οδηγούν τα πλήθη στο μίσος, στην διαμάχη, στον φόνο του ενός και του άλλου.
Δεν είναι ασήμαντο λοιπόν να σχετικοποιήσουμε τα αντίστοιχα απόλυτα που πιστεύουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα πάψουν να είναι απόλυτα για μας. Η σχετικότης δεν είναι σχετικισμός. Δίπλα σε αυτό, πολλοί σήμερα τείνουν να μην κάνουν καμμία διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα ονόματα και με αυτό κινδυνεύουν να πιαστούν στις αρπαγές μιας επιβλαβούς αδιαφορίας. Ένα πράγμα όμως είναι σίγουρο: όλες αυτές οι διαμάχες ανάμεσα στις θρησκείες δεν είναι υγιείς, και η αρμονία και η ειρήνη είναι ανθρώπινες προϋποθέσεις που απαιτούνται για ένα πιο υψηλό επίπεδο συνειδητότητος. Ίσως αυτές οι προϋποθέσεις να αποτελούν έναν νέο μύθο στην γέννησή του: Ο μύθος που θέλει τις θρησκείες μας δημιουργούς ειρήνης και τον αγώνα για την ειρήνη σαν μια δραστηριότητα καθαρά θρησκευτική.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος