Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η επινόηση της αναλογίας 6

 Συνέχεια από Παρασκευή  16. Ιανουαρίου 2026


Η επινόηση της αναλογίας 6
Μεταφυσική και οντοθεολογία

Του Jean-François Courtine


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


«Ἔτι δὲ τὸ ἕν λέγεται ἢ κατ᾿ ἀριθμόν ἢ κατ᾿ εἶδος ἢ κατὰ γένος ἢ κατ᾿ ἀναλογίαν· κατ᾿ ἀριθμὸν μὲν ὧν ἡ ὕλη μία, κατ᾿ εἶδος δὲ ὧν ὁ λόγος εἷς, κατὰ γένος δὲ ὧν τὸ αὐτὸ σχῆμα τῆς κατηγορίας, κατ᾿ ἀναλογίαν δὲ ὅσα ἔχει ὡς ἄλλο πρὸς ἄλλο.»

Δηλαδή: επιπλέον, κάτι είναι ἕν είτε κατά αριθμό, είτε κατά είδος, είτε κατά γένος, είτε κατ’ αναλογίαν. Κατά αριθμό είναι όσα έχουν μία και την αυτή ύλη· κατά είδος όσα έχουν έναν και τον αυτό λόγο (ορισμό)· κατά γένος όσα υπάγονται στο ίδιο σχήμα κατηγορίας· και κατ’ αναλογίαν όσα σχετίζονται μεταξύ τους όπως ένα τρίτο προς ένα τέταρτο.

Αυτό το χωρίο σχολιάζει ο Brentano, ερμηνεύοντας την ἀναλογία με την έννοια του respectus ad unum. Όσον αφορά το ὄν, η ενότητα της σημασίας του σε σχέση με τα πολλαπλά που του ανήκουν δεν είναι ούτε ὁμωνύμως ούτε συνωνύμως, αλλά ἀναλογικῶς. Όμως, διερωτάται ο Heidegger, πώς πρέπει να συλληφθεί αυτή η ενότητα της γενικότητας (Allgemeinheit) του ὄντος ως γενικότητας της αναλογίας;

Πρέπει τώρα να φανεί πώς ο Αριστοτέλης θεμελιώνει την ενότητα της αναλογίας, την ενότητα σύμφωνα με την οποία το ὄν είναι ἕν και κοινόν σε σχέση με τα πολλαχῶς λεγόμενα. Το λέγεσθαι αυτών των πολλαχῶς λεγομένων είναι το λέγειν της ἀναλογίας. Τίθεται τότε το ερώτημα: πρὸς τί λέγεται τὸ πολλαχῶς λεγόμενον — σε αναφορά προς τι; Αυτό πρέπει να είναι ένα πρῶτον ή μία ἀρχή, και εφόσον αφορά το ὄν, πρέπει να είναι το πρῶτον ὄν, ή ακριβέστερα το ὂν πρώτως λεγόμενον. Εκείνο, λοιπόν, που αναζητείται είναι η θεμελιώδης, φέρουσα και καθοδηγητική σημασία (die tragende und leitende Grundbedeutung) του ὄντος, πρὸς ὃ τὰ ἄλλα λέγεται — σε σχέση με την οποία λέγονται τα άλλα. Ποια είναι αυτή;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό αντλείται από την πρώτη φράση της Μεταφυσικής Α΄, την οποία ο Heidegger είχε σχολιάσει στην αρχή του μαθήματός του το 1931:
«Περὶ μὲν οὖν τοῦ πρώτως ὄντος καὶ πρὸς ὃ πᾶσαι αἱ ἄλλαι κατηγορίαι τοῦ ὄντος ἀναφέρονται εἴρηται, περὶ τῆς οὐσίας.»
Την οποία ο Heidegger μεταφράζει εκ νέου με ελαφρώς διαφορετική έμφαση:
«Για τη θεμελιώδη, φέρουσα και καθοδηγητική σημασία του ὄντος, προς την οποία όλες οι άλλες σημασίες αναφέρονται (ἀναφέρονται — θα μπορούσαμε επίσης να πούμε: ἀναλέγονται, λέγονται αναδρομικά προς τα άνω), δηλαδή για την οὐσία, έγινε ήδη λόγος…»

Ωστόσο, τονίζει ο Heidegger, εδώ έχουμε μόνο μία έννοια της αναλογίας, διότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Αριστοτέλης εννοεί το πολλαχῶς τόσο με ευρεία όσο και με στενή σημασία. Ό,τι εξετάσαμε μέχρι τώρα είναι το πολλαχῶς με τη στενή σημασία, εκείνο μέσω του οποίου νοείται η κατηγορική ποικιλία.
Όμως, «όλες οι κατηγορίες μαζί με την πρώτη συγκροτούν μόνο ένα από τα μέλη του τετραχῶς, το οποίο αποτελεί το πολλαχῶς με την ευρεία σημασία». Εδώ αρχίζει η «κριτική» που διατυπώνει ο Heidegger εναντίον της παραδοσιακής ερμηνείας της αναλογίας, δηλαδή εναντίον του «δασκάλου» του Brentano. Ας προσπαθήσουμε να μετρήσουμε το εύρος και τα όριά της.


Εναντίον του Brentano, ο Heidegger επισημαίνει ότι η ενότητα μέσω της αναλογίας δεν μπορεί να προσανατολίζεται αποκλειστικά στην οὐσία νοούμενη ως πρώτως ὄν, διότι πρέπει να «ενσωματωθούν» στην πολλαπλότητα των τρόπων του ὄντος το εἶναι-ἀληθές, η ἀλήθεια και η ἐνέργεια.

Ήδη από τη φράση της Μεταφυσικής Α΄, αρχή, την οποία παραθέσαμε προηγουμένως, είχε συναχθεί στον Μεσαίωνα ότι η πρώτη καθοδηγητική σημασία του ὄντος — ακόμη και για τους τέσσερις τρόπους συνολικά και όχι μόνο για τις κατηγορίες στην ποικιλία τους — ήταν η οὐσία, την οποία συνηθίσαμε να μεταφράζουμε ως «υπόσταση». Σαν να έπρεπε το είναι-δυνατό, το είναι-πραγματικό και το είναι-αληθές να αναχθούν στο είναι με την έννοια της ουσίας. Κατά τον 19ο αιώνα, ιδίως στον Brentano, η τάση αυτή ενισχύθηκε, διότι το είναι, η δυνατότητα και η πραγματικότητα είχαν στο μεταξύ αναγνωρισθεί ως κατηγορίες. Από εκεί προέρχεται και η τόσο διαδεδομένη άποψη ότι η αριστοτελική διδασκαλία περί του ὄντος είναι μια «διδασκαλία της ουσίας». Πρόκειται για σφάλμα που προέρχεται εν μέρει από ανεπαρκή ερμηνεία του πολλαχῶς· ακριβέστερα: δεν έγινε αντιληπτό ότι αυτό που συντελείται εδώ είναι πρωτίστως η προετοιμασία ενός ερωτήματος.

Μόνον τώρα, λοιπόν, αναδύεται το αποφασιστικό ερώτημα: ποιας τάξεως είναι η ενότητα μέσα στην οποία περιέχεται το πολλαχῶς με την ευρεία σημασία — δηλαδή τὸ ὂν κατὰ τὰ σχήματα τῆς κατηγορίας, κατὰ δύναμιν ἢ ἐνέργειαν, ὡς ἀληθὲς ἢ ψεῦδος, κατὰ συμβεβηκός;

Είναι και εδώ η ενότητα μία ενότητα αναλογίας; Και αν ναι, τι είναι τότε το πρῶτον ὂν πρὸς ὃ λέγονται τα τέσσερα; Τι είναι, εν τέλει, αυτή η φύσις τις, εκείνο που καθορίζεται και κυριαρχεί εκ του εαυτού του; Εδώ όλα καθίστανται σκοτεινά. Δεν βρίσκουμε παρά μόνο αυτήν την απαριθμητική παράθεση και μαζί της την ισχυριζόμενη θέση ότι το ὄν έχει, ως προς την ποικιλία του (Vielfachheit), την ενότητα της αναλογίας.

Η «αναλογία του είναι» — αυτή η διατύπωση δεν αποτελεί λύση στο ερώτημα περί του είναι· δεν είναι καν μια γνήσια επεξεργασία της προβληματικής του, αλλά ο τίτλος της σκληρότερης απορίας, του αδιεξόδου (Ausweglosigkeit), μέσα στο οποίο εγκλωβίστηκε η αρχαία φιλοσοφία και μαζί της όλη η φιλοσοφία που ακολούθησε έως σήμερα.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθούν με σαφήνεια τα «όρια» της κριτικής του Heidegger απέναντι στην παραδοσιακή ερμηνεία, όπως αυτή εκφράζεται ακόμη στον Brentano: ο Heidegger προφανώς δεν αμφισβητεί, σε ένα ορισμένο επίπεδο, το πρωτείο της «ουσίας» ή της πρώτης οὐσίας. Παραπέμποντας όμως στη Μεταφυσική Ζ΄ 1, 1028a κ.ε.:
τοσαυταχῶς δὲ λεγομένου τοῦ ὄντος φανερὸν ὅτι τούτων πρῶτον ὂν τὸ τί ἐστιν, ὅπερ σημαίνει τὴν οὐσίαν, διακρίνει, όπως είδαμε, δύο σημασίες του αριστοτελικού πολλαχῶς.

Το πολλαχῶς μπορεί να δηλώνει μια πολλαπλότητα εντός της κατηγορίας· αυτή η πολλαπλότητα εμπεριέχει τότε μια ορισμένη τάξη και μια ορισμένη άρθρωση: την υπαγωγή όλων των άλλων κατηγοριών στην πρώτη. Όμως, απέναντι σε αυτό το περιορισμένο πολλαχῶς, που αφορά τις διάφορες κατηγορίες, αντιτίθεται ένα άλλο, ευρύτερο πολλαχῶς (το τετραχῶς). Το πολλαχῶς καθ’ εαυτό είναι, επομένως, και το ίδιο ένα διχῶς λεγόμενον· λέγεται δηλαδή με διπλό τρόπο.

Αυτό το διευκρινίζει ο Heidegger μέσω του ακόλουθου σχήματος:


Σχήμα γεμάτο από ερωτηματικά (GA 33, σ. [17]), το οποίο μπορεί να αντιπαραβληθεί με τα δύο σχήματα του Brentano¹:

Σχήμα γεμάτο από ερωτηματικά (GA 33, σ. [17]), το οποίο μπορεί να αντιπαραβληθεί με τα δύο σχήματα του Brentano¹:



Το θεμελιώδες σφάλμα της παραδοσιακής ερμηνείας, και ιδίως εκείνης του Brentano, συνίσταται λοιπόν στο ότι δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη αυτό το διπλό πολλαχῶς. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και στον Werner Jaeger, όπως σημειώνει ο Heidegger στο μάθημά του του 1931 (Όπ. παρ., σ. 51). Αν, επομένως, είναι θεμιτό να λέγεται ότι όλες οι κατηγορίες αναφέρονται στην οὐσία ως πρῶτον ὄν λεγόμενον, τότε πρέπει να βρεθεί το ισοδύναμο ενός νέου κύριου νοήματος (Grund-Leit-Bedeutung) για το τετραχῶς. Όπως ακριβώς οι κατηγορίες ενοποιούνται μέσα στην ουσία, έτσι και οι άλλες όψεις της πολλαπλότητας των σημασιών του είναι πρέπει να ενοποιηθούν σε ένα κύριο νόημα, το οποίο δεν μπορεί πλέον να είναι η οὐσία — τουλάχιστον όχι με την έννοια της πρώτης οὐσίας του πραγματείας Κατηγορίαι.

Το σημείο που παραμένει σχετικά δύσκολο να αποφασιστεί είναι αν ο Heidegger προτίθεται να ασκήσει κριτική στο πρωτείο της ουσίας ως πρώτου θεμελίου της αναλογίας (analogatum princeps) ή, πιο ριζικά, στην ίδια την ιδέα ενός πρώτου αναλόγου, μιας θεμελιώδους σημασίας ικανής να ενοποιήσει την πολλαπλότητα σύμφωνα με μια αναφορική δομή (πρὸς ἕν). Με άλλα λόγια: επιδιώκει ο Heidegger να αναδείξει έναν τρόπο ενοποίησης του πολλαχῶς με την ευρεία έννοια, ανάλογο προς εκείνον με τον οποίο λέγεται ότι οι κατηγορίες ενοποιούνται στην ουσία, αλλά μέσω ενός άλλου τρόπου ενοποίησης από το πρὸς ἕν, τον οποίο και η παράδοση ονομάζει αναλογία (με την έννοια της analogia attributionis);

Σε κάθε περίπτωση, ο Heidegger φαίνεται να αποκλείει εξαρχής την ιδέα ότι η σχέση αυτή, όσον αφορά το πολλαχῶς με την ευρεία έννοια, θα μπορούσε να είναι απλώς σχέση ισοσημίας (ὁμωνυμίας). Αν και ο Heidegger φροντίζει να διευκρινίσει ότι η νέα ενότητα ή ενοποίηση που αναζητεί δεν είναι αναλογικού τύπου (Βλ. στην επιστολή προς τον Richardson: «Ποια είναι η απλή και ενιαία καθόριση του είναι, η οποία διέπει τις πολλαπλές του σημασίες; Το ερώτημα αυτό εγείρει τα εξής: Τι σημαίνει “είναι”; Με ποιον τρόπο το είναι του όντος αναπτύσσεται — σύμφωνα με τους τέσσερις τρόπους που ο Αριστοτέλης δεν κατέγραψε πάντοτε, αφήνοντάς τους απροσδιόριστους ως προς την κοινή τους προέλευση; […] Ποιο νόημα του είναι διατρέχει αυτές τις τέσσερις εκδοχές; Πώς μπορεί να καταστεί κατανοητή αυτή η αρμονική συνάρθρωση; Δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε το πρόβλημα του είναι […] χωρίς να αναλάβουμε την υποχρέωση να κατανοήσουμε εκ νέου τον Αριστοτέλη. (Questions IV, Παρίσι: Gallimard, 1976 [1980]), σ. 180.»), εντούτοις αυτή διαμορφώνεται — κατ’ αναλογίαν, αν επιτρέπεται η έκφραση — κατά το πρότυπο εκείνης που η παράδοση ονομάζει «αναλογία».

Στο μάθημα του 1931, η «ισοδυναμία» ὄν – εἶναι – ἕν «θεμελιώνεται» με αφετηρία τον Παρμενίδη. Ο Heidegger συνοψίζει τη διδασκαλία του Παρμενίδη με τους εξής όρους: τὸ ὄν τὸ ἕν· «το ον είναι ακριβώς αυτό το Ένα: το Είναι. Το είναι είναι το Ένα που το ον, ως τέτοιο, είναι. […] Ο Παρμενίδης διατύπωσε την πρώτη αποφασιστική αλήθεια της φιλοσοφίας, και από τότε λαμβάνει χώρα στη Δύση η φιλοσοφική σκέψη. Η πρώτη αλήθεια όχι μόνο με τη χρονολογική έννοια της πρώτης που βρέθηκε, αλλά η πρώτη με την έννοια εκείνης που προηγείται κάθε άλλης και διαφαίνεται μέσα από όλες τις άλλες».

Αναφερόμενος έτσι στον Παρμενίδη, ο Heidegger δεν αποκρύπτει την εμβέλεια της αριστοτελικής κριτικής, για παράδειγμα στη Φυσική Α΄ 3. Υπό μία έννοια, ο Παρμενίδης παρανοεί την ουσία του Είναι, στο μέτρο που το λαμβάνει ἁπλῶς, ενώ αυτό λέγεται πολλαχῶς. Ο Παρμενίδης παραδέχεται ότι το ον λέγεται ἁπλῶς, απλώς, ως το ένα και μοναδικό Ένα, ενώ θα έπρεπε να νοείται με πολλαπλό τρόπο. Όμως — σχολιάζει ο Heidegger — λέγοντας αυτό, ο Αριστοτέλης δεν εγκαταλείπει την αποφασιστική αλήθεια της φιλοσοφίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Παρμενίδη, αλλά αντιθέτως την συλλαμβάνει κατ’ εξοχήν. «Το πολλαχῶς δεν απορρίπτει απλώς το ἕν και το απομακρύνει, αλλά μάλλον το εξαναγκάζει να φθάσει, μέσα στο πολλαπλό, στην ίδια του την αξία ως άξιο ερώτησης».

Θα μπορούσε, επομένως, να πει κανείς ότι με τον Αριστοτέλη — και ήδη με τον Πλάτωνα του Σοφιστή — συντελείται μια μεταμόρφωση ολόκληρου του παρμενίδειου ερωτήματος. Το νόημα του Είναι μεταμορφώνεται, στο μέτρο που εκείνο που είναι «δεμένο με το μηδέν» (das Nichthafte) εντάσσεται πλέον το ίδιο στην ουσία του Είναι. Διότι, εάν το Είναι είναι ανέκαθεν το Ένα (τὸ ἕν), αυτή η εισβολή του μηδενικού μέσα στην ενότητα σημαίνει το ξεδίπλωμα (Ausfaltung) της τελευταίας σε πολλαπλότητα (in die Vielheit). Με τον τρόπο αυτό, το πολλαπλό (το διάφορο — das Mannigfaltige) δεν αποκόπτεται πλέον απλώς από το Ένα, από το απλό, αλλά αντιθέτως και τα δύο αναγνωρίζονται στη συνανήκειά τους.

Στο επίμονο ερωτηματικό έργο του Αριστοτέλη ανήκει το ότι διέκρινε, ότι διείδε πως το Είναι, ως Ένα, είναι καθ’ εαυτό πολλαπλό […], ότι αυτή η πολλαπλότητα του Είναι (Mannigfaltigkeit des Seins) είναι πολλαπλώς αρθρωμένη (eine mehrfach gegliederte ist) και ότι αυτή η άρθρωση έχει τη δική της αναγκαιότητα. — Αυτό ακριβώς είναι που, έστω απορηματικά και εγκλωβισμένο σε αδιέξοδο, καθορίζει το πρόγραμμα της analogia entis.

Τέλος Εισαγωγής

Δεν υπάρχουν σχόλια: