Συνέχεια από: Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας 2
Ιωάννου Ρωμανίδη
II.
α. Η ίδια η ιδέα ότι η Βίβλος μπορεί να ταυτιστεί με την αποκάλυψη δεν είναι μόνο γελοία από την Πατερική άποψη, αλλά είναι σαφώς αίρεση. Η Βίβλος δεν είναι αποκάλυψη, αλλά περί της αποκάλυψης. Η Βίβλος είναι το μοναδικό κριτήριο για την αυθεντική αποκάλυψη, αλλά η αποκάλυψη ασφαλώς δεν περιορίζεται, ούτε χρονικά, στη Βίβλο. Η Πεντηκοστή είναι η τελική και ύψιστη μορφή αποκάλυψης, όταν το Άγιο Πνεύμα οδήγησε τους Αποστόλους σε όλη την αλήθεια, όπως είχε υποσχεθεί ο Χριστός· αλλά η Πεντηκοστή δεν είναι ένα άπαξ εντός της ιστορίας γεγονός, αλλά μια συνεχής εμπειρία και μετοχή μέσα στην Εκκλησία στη δόξα του Χριστού και από τον Χριστό, η οποία παρέχεται ως δωρεά σε εκείνους που έχουν φθάσει σε διάφορα επίπεδα τελειότητας, έχοντας περάσει από την κάθαρση στον φωτισμό και κορυφούμενοι στις ανώτερες μορφές της θεωρίας*, δηλαδή στη θέωση ή δοξασμό.
Με άλλα λόγια, η πεντηκοστιανή εμπειρία των Αποστόλων παραδίδεται από τον Χριστό ως ο κεντρικός πυρήνας της παράδοσης από τη μία εποχή στην άλλη, κατά τέτοιον τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία πράγματι έχει στους κόλπους της ζωντανούς μάρτυρες της δοξασμού εν Χριστώ και μάρτυρες περί αυτού, οι οποίοι, επομένως, έχουν πλήρη κατανόηση της αποκάλυψης της δόξας του Θεού εν Χριστώ τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη.
Η ίδια η Βίβλος δεν είναι η άκτιστη δόξα του Θεού εν Χριστώ ούτε η δοξασμένη Του ανθρωπότητα· και, επομένως, η Βίβλος δεν είναι αποκάλυψη. Η Βίβλος δεν είναι, για παράδειγμα, η Πεντηκοστή, αλλά περί της Πεντηκοστής. Ωστόσο, ο δοξασμός των προφητών, των Αποστόλων και των αγίων στην ανθρωπότητα του Χριστού είναι Πεντηκοστή σε ποικίλα επίπεδα και, επομένως, είναι αποκάλυψη. Η Πεντηκοστή είναι για τον άνθρωπο η τελική μορφή δοξασμού εν Χριστώ, αλλά όχι μόνο μια παρελθούσα εμπειρία· μάλλον είναι μια συνεχής εμπειρία μέσα στην Εκκλησία, η οποία περιλαμβάνει λόγους και εικόνες και, ταυτόχρονα, υπερβαίνει λόγους και εικόνες. Δηλαδή περιλαμβάνει το σώμα, τον νου και τη νοερά δύναμη, αλλά ταυτόχρονα τα υπερβαίνει πλήρως. Γι’ αυτό η πλευρά της πεντηκοστιανής εμπειρίας που υπερβαίνει λόγους, εικόνες, σώμα και νου δεν μπορεί ούτε να συλληφθεί ούτε να εκφραστεί με λόγια. Επομένως, η σημαντικότερη πλευρά της πεντηκοστιανής αποκάλυψης δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη Βίβλο, η οποία αποτελείται από λόγους και εικόνες που φέρουν έννοιες. Γι’ αυτό η ίδια η πεντηκοστιανή εμπειρία περιέχεται στη Βίβλο, αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνει τη Βίβλο, αφού η Βίβλος δεν είναι η ίδια η πεντηκοστιανή αποκάλυψη της δόξας του Θεού εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος.
Για να θέσουμε το θέμα σε σχηματική μορφή από την άποψη της κατηχητικής μεθόδου που βρίσκεται σαφώς μέσα στην ίδια τη Βίβλο¹⁰ και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στην Εκκλησία, θα επισημαίναμε απλώς ότι οι λόγοι και οι εικόνες που φέρουν έννοιες χρησιμοποιούνται από τους προφήτες, τους Αποστόλους και τον ίδιο τον ενανθρωπήσαντα Λόγο για τη διδασκαλία εκείνων που βρίσκονται στα επίπεδα της κάθαρσης και του φωτισμού. Σε εκείνους που βρίσκονται έξω από τον εσωτερικό κύκλο των φωτιζομένων, δηλαδή σε εκείνους που καθαίρονται ή έχουν ανάγκη καθάρσεως, ο Χριστός κηρύττει την έλευση της βασιλείας του Θεού με παραβολές, αφού βλέποντας δεν μπορούν ακόμη να βλέπουν και ακούγοντας δεν μπορούν ακόμη να κατανοούν. Αυτό συμβαίνει επειδή η βασιλεία του Θεού αναλαμβάνει την κυριαρχία μέσα στη νοερά δύναμη του ανθρώπου στο μέτρο που εκδιώκεται η επιρροή του διαβόλου.
Καθώς εκδιώκεται η επιρροή του διαβόλου και αναλαμβάνει την κυριαρχία η βασιλεία ή η χάρη του Χριστού, η νοερά δύναμη αρχίζει να ελευθερώνεται από τη δουλεία στον νου, στο σώμα και στο περιβάλλον, και έτσι κανείς περνά από το επίπεδο της κάθαρσης στο επίπεδο του φωτισμού. Σε αυτό το επίπεδο φθάνει κανείς σε σαφή κατανόηση του τι προορίζονται να μεταδώσουν οι λόγοι και οι εικόνες της Βίβλου που φέρουν έννοιες, και ταυτόχρονα κατανοεί σαφώς τι δεν προορίζονται να μεταδώσουν.
Οι λόγοι και οι εικόνες που φέρουν έννοιες σχετικά με τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο εν Χριστώ και διά του Αγίου Πνεύματος είναι εκφράσεις της αποκάλυψης, οι οποίες προορίζονται για εκείνους που διέρχονται το στάδιο της κάθαρσης και εισέρχονται στα ανώτερα στάδια του φωτισμού. Ωστόσο, η αποκάλυψη της δόξας του Θεού εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι υπερβαίνει τον φωτισμό, ο οποίος είναι γνώση περί του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά όχι ακόμη γνώση της Αγίας Τριάδος στην αναληφθείσα και δοξασμένη ανθρωπότητα του Χριστού κατά και μετά την Πεντηκοστή.
Η αναληφθείσα και δοξασμένη ανθρωπότητα του Λόγου, η οποία κατοικεί μέσα στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα και φέρει τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, υπερβαίνει την ικανότητα των λόγων και των εικόνων που φέρουν έννοιες να τη μεταδώσουν. Αυτό συμβαίνει επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να συλλάβει ούτε να εκφράσει την Αγία Τριάδα και την Ενανθρώπηση του Λόγου. Αλλά ο άνθρωπος που δοξάζεται από και μέσα στην ανθρώπινη φύση του Χριστού μπορεί να εμπειραθεί όλη την αλήθεια που αποκαλύφθηκε στην Πεντηκοστή με μια εμπειρία υπεράνω εμπειρίας, μια όραση υπεράνω όρασης, μια ακοή υπεράνω ακοής, μια αίσθηση υπεράνω αίσθησης, μια γεύση υπεράνω γεύσης, μια όσφρηση υπεράνω όσφρησης, μια γνώση υπεράνω γνώσης και μια κατανόηση υπεράνω κατανόησης.
Ακριβώς επειδή η πεντηκοστιανή αποκάλυψη δεν μπορεί να αποκαλυφθεί με κτιστούς λόγους και εικόνες ή έννοιες, ο Χριστός είπε στους Αποστόλους Του, οι οποίοι είχαν πλέον γίνει φίλοι Του φθάνοντας στο στάδιο του φωτισμού, ότι «ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν. ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ ἐμά ἐστι· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με» (Ιω. 16,12–17).
Σε αντίθεση με τον Αυγουστίνο, οι Πατέρες της Εκκλησίας και κληρονόμησαν και μαρτυρούν την παράδοση και το παρόν γεγονός ότι η υπόσχεση του Χριστού πως το Άγιο Πνεύμα θα οδηγήσει τους Αποστόλους «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» εκπληρώθηκε κατά την Πεντηκοστή.
β. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νουν ότι, σε αντίθεση με τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, η αποκάλυψη δεν είναι η ίδια η μετάδοση λόγων και εικόνων που φέρουν έννοιες, οι οποίες είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από τους αποδέκτες της αποκάλυψης για να εκφράσουν τις ενέργειες και το θέλημα του Θεού στους ακολούθους τους που δεν έχουν ακόμη δοξασθεί. Επομένως, οι βιβλικές έννοιες είναι μόνο το προπαρασκευαστικό στάδιο της αποκάλυψης. Ακόμη και όλοι οι κτιστοί λόγοι του Χριστού που καταγράφονται στη Βίβλο αποτελούν ένα τέτοιο προπαρασκευαστικό στάδιο για την υποδοχή των άκτιστων λόγων του Θεού, οι οποίοι είναι άρρητοι λόγοι, ἅρρητα ῥήματα. Το ότι το Άγιο Πνεύμα οδηγεί τους Αποστόλους σε όλη την αλήθεια δεν σημαίνει ότι ορισμένες έννοιες περί του Θεού και της σχέσης Του με τον άνθρωπο και τον κόσμο εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος είχαν αποκαλυφθεί πριν από την Πεντηκοστή και ότι κατά την Πεντηκοστή αποκαλύπτονται πλέον όλες οι έννοιες που δεν είχαν ακόμη αποκαλυφθεί. Αν συνέβαινε αυτό, τότε η θεολογία των Πατέρων και των Συνόδων δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αποκλίσεις από την πλήρη αλήθεια που αποκαλύφθηκε κατά την Πεντηκοστή. Όπως ήδη είδαμε, η αυγουστίνεια παράδοση —για την οποία η αποκάλυψη είναι μόνο η μετάδοση εννοιών και αμετάβλητων ιδεών στον νου— εφαρμόζει την εν λόγω υπόσχεση του Χριστού στο υποτιθέμενο έργο του Αγίου Πνεύματος να οδηγεί τα άτομα και την Εκκλησία σε καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση αυτού που έχει αποκαλυφθεί. Με αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται κάπως το έργο των Πατέρων και των Συνόδων. Αυτή είναι η γραμμή που υιοθετήθηκε από τους Φράγκους και η οποία συνεχίζει να κυριαρχεί στη λατινική θεολογική κατανόηση μέχρι σήμερα.
Από αυτή την άποψη, η προτεσταντική παράδοση sola scriptura μοιάζει περισσότερο με την Πατερική παράδοση, αλλά διαφέρει ριζικά από τους Πατέρες ως προς το ότι ταυτίζει αυτή τη scriptura με τον λόγο του Θεού και την αποκάλυψη, όπως ήδη επισημάναμε.
γ. Εφόσον αναπτύξαμε το θέμα μας με βάση την παραδοχή ότι το Άγιο Πνεύμα, κατά την Πεντηκοστή και στη συνεχιζόμενη ζωή της Εκκλησίας, αποκαλύπτει στους φίλους του Χριστού την άκτιστη δόξα και βασιλεία του Θεού μέσω της ανθρωπότητας του Χριστού που κατοικεί μέσα τους, ίσως είναι κατάλληλο να εξετάσουμε ένα κλασικό παράδειγμα της Πατερικής παράδοσης, ώστε να δούμε καθαρά τη σχέση μεταξύ της συνεχιζόμενης ζωντανής παράδοσης της προσωπικής εμπειρίας του δοξασμού και του Ορθόδοξου δόγματος, καθώς και το πώς λειτουργεί το κλειδί που ανοίγει τα μυστικά της Βίβλου. Είναι προφανές ότι χωρίς τη γνώση αυτού του κλειδιού και της ορθής χρήσης του, η Βίβλος παραμένει κρυμμένο μυστήριο ακόμη και για βιβλικούς επιστήμονες που γνωρίζουν και χρησιμοποιούν κάθε ερευνητικό μέσο που χρησιμοποιείται και ελέγχεται από εκείνους που βρίσκονται έξω από τη μάνδρα της πνευματικής ζωής, όπως αυτή βιώνεται από τους Πατέρες.
Ακόμη και από μια καθαρά επιστημονική ερευνητική θέση, είναι εύλογο ότι ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς τις αποκαλύψεις της δόξας του Θεού μέσα στη Βίβλο είναι να διαπιστώσει αν εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα μια τέτοια παράδοση, ώστε να συγκρίνει τη μία με την άλλη και, ίσως, με αυτόν τον τρόπο να αποκαλύψει τα νοήματα και τους σκοπούς των όρων που χρησιμοποιούνται για την έκφραση αυτών των αποκαλύψεων στη Βίβλο, στους Πατέρες, στις Συνόδους και στους βίους των Αγίων.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τις επίσημες αποφάσεις και τα κείμενα που παρήχθησαν από τις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως / Νέας Ρώμης κατά τον 14ο αιώνα, προκειμένου να επισημάνει την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τα ζητήματα που έχουμε ενώπιόν μας. Είμαι βέβαιος ότι ορισμένοι θα αμφέβαλλαν αν αυτό θα ήταν μια πολύ κριτική και επιστημονική προσέγγιση του υπό εξέταση θέματος. Συμπλέγματα πολιτισμικής κατωτερότητας οδήγησαν ορισμένους Ορθοδόξους να πιστεύουν ότι είναι πράξη ταπεινοφροσύνης το να υιοθετεί κανείς προτεσταντικές και λατινικές ερευνητικές μεθόδους και πράξη υπερηφάνειας το να ακολουθεί μόνο τους Πατέρες στην ερμηνεία της Βίβλου, όπως απαιτείται από την Ορθόδοξη παράδοση γενικά και από τις Συνόδους ειδικότερα.
Έτσι θα παραθέταμε ως κλασικό παράδειγμα πατερικής θεολογικής ή βιβλικής μεθόδου τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος, όταν διαβάζεται μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης παράδοσης, δεν μιλά καθόλου για έναν εικοτολογούντα συστηματικό θεολόγο που προσπαθεί να κατανοήσει μια αποκάλυψη δοσμένη στο μακρινό παρελθόν, αλλά μάλλον για αποκάλυψη που δεν είναι διαφορετική από την κατανόηση, αλλά ταυτόσημη με αυτήν· και όχι μόνο στο μακρινό παρελθόν, αλλά ως παρούσα πραγματικότητα· και όχι μόνο ως εμπειρία άλλων, αλλά και ως δική του εμπειρία.
Παραθέτουμε τα εξής: «Δεν ανήκει σε όλους, ω τέτοιοι άνθρωποι, το να φιλοσοφούν περί Θεού· δεν ανήκει σε όλους· το πράγμα δεν είναι τόσο φθηνό και χαμηλό. Και θα προσθέσω: ούτε πάντοτε, ούτε με όλους, ούτε περί όλων, αλλά υπάρχει το πότε, και το με ποιους, και το περί τίνος. Δεν ανήκει σε όλους, διότι ανήκει σε εκείνους που έχουν εξεταστεί και έχουν προχωρήσει στη θεωρία, και πριν από αυτούς, [σε εκείνους που] έχουν καθαρίσει ή τουλάχιστον καθαίρουν την ψυχή και το σώμα»¹¹.
Έτσι, για τον άγιο Γρηγόριο, θεολόγος είναι εκείνος που έχει φθάσει στη θεωρία, όρος που κυριαρχεί στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και χρησιμοποιείται από τον Χριστό σε σχέση με το έργο του Αγίου Πνεύματος να οδηγήσει τους Αποστόλους σε όλη την αλήθεια. «…ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. μικρὸν καὶ οὐκέτι ἔχετε θεωρίαν μου· καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με». Κατά και μετά την Πεντηκοστή, το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει στους φίλους του Θεού τόσο εκείνο που ο Χριστός έχει από τον Πατέρα όσο και τον ίδιο τον Χριστό Λόγο μέσα από και διαμέσου της ανθρωπότητάς Του. Αυτοί οι φίλοι του Χριστού είναι οι θεολόγοι μας κατ’ εξοχήν, επειδή μετέχουν σε αυτή την πεντηκοστιανή εμπειρία, στην οποία η αποκάλυψη και η κατανόηση είναι ταυτόσημες.
Ωστόσο, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, φθάνοντας σε αυτή τη θεωρία, οι φίλοι του Θεού δεν ενώνονται μόνο με τη δόξα της Αγίας Τριάδος μέσα στην ανθρωπότητα του Λόγου, αλλά και μεταξύ τους. Η θεωρία είναι, επομένως, η ύψιστη μορφή ενότητας μέσα στη δόξα της ανθρωπότητας του Χριστού μεταξύ τους. Είναι, λοιπόν, κατανοητό ότι εκείνοι που έχουν αυτή την κοινή εμπειρία έχουν την ίδια γνώση του Θεού και, επομένως, την ίδια θεολογία περί του Θεού. Εξυπακούεται ότι μόνο εκείνος που πράγματι χαριτώνεται με αυτή την αποκάλυψη της δόξας του Θεού εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος γνωρίζει την ταυτόσημη ή ίδια εμπειρία των άλλων και κατανοεί τα γλωσσικά και εικονικά σύμβολα που χρησιμοποιούνται από τους δοξασμένους για να εκφράσουν αυτόν τον δοξασμό, και χρησιμοποιεί και ο ίδιος αυτά τα σύμβολα.
Αυτή η ενότητα στην αλήθεια της δόξας της Αγίας Τριάδος μεταξύ τους, δηλαδή αυτή η ενότητα στη θέωση ή τον δοξασμό, στην οποία όσοι δοξάζονται έτσι έχουν την ίδια πίστη και την ίδια κατανόηση της πίστης, βασισμένη στην ίδια εμπειρία της θέωσης ή του δοξασμού, είναι ο ίδιος ο πυρήνας και η κορυφή της διδασκαλίας και της ενέργειας του Χριστού, που οδηγούνται στην ύψιστη τελείωσή τους κατά την Πεντηκοστή.
«Ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστιν. καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον· καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα ὦσιν καὶ αὐτοὶ ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν· ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, ὃ δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, κἀκεῖνοι ὦσιν μετ’ ἐμοῦ, ἵνα ἔχωσι θεωρίαν τῆς δόξης τῆς ἐμῆς, ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. Πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι [οἱ μαθηταί] ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας· καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ιω. 17,17–26).
Αυτή προφανώς δεν είναι προσευχή για την ενότητα της Εκκλησίας στο μέλλον, αλλά η ενότητα μέσα στη δόξα του Χριστού, που δόθηκε στους Αποστόλους και στους πιστούς κατά την Πεντηκοστή. Η θεωρία ή όραση της δόξας του Πατρός εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος δεν είναι μόνο μια μελλοντική υπόσχεση, αλλά μια παρούσα πραγματικότητα που τελειώθηκε κατά την Πεντηκοστή και συνεχίζεται στους βίους των Αγίων. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, αυτή η θεωρία είναι που καθιστά ένα πρόσωπο θεολόγο και προκαλεί ταυτότητα στη διδασκαλία μεταξύ των θεολόγων της Εκκλησίας, από τους Προφήτες έως τους Αποστόλους και τους Αγίους της Εκκλησίας.
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΚΦΕΡΕΤΑΙ ΣΑΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΕΧΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΗ Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ ΤΟΝ ΣΥΣΚΟΤΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ. ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΝΙΚΗΣΕΙ ΚΑΙ ΣΩΘΕΙ.
Ιωάννου Ρωμανίδη
II.
α. Η ίδια η ιδέα ότι η Βίβλος μπορεί να ταυτιστεί με την αποκάλυψη δεν είναι μόνο γελοία από την Πατερική άποψη, αλλά είναι σαφώς αίρεση. Η Βίβλος δεν είναι αποκάλυψη, αλλά περί της αποκάλυψης. Η Βίβλος είναι το μοναδικό κριτήριο για την αυθεντική αποκάλυψη, αλλά η αποκάλυψη ασφαλώς δεν περιορίζεται, ούτε χρονικά, στη Βίβλο. Η Πεντηκοστή είναι η τελική και ύψιστη μορφή αποκάλυψης, όταν το Άγιο Πνεύμα οδήγησε τους Αποστόλους σε όλη την αλήθεια, όπως είχε υποσχεθεί ο Χριστός· αλλά η Πεντηκοστή δεν είναι ένα άπαξ εντός της ιστορίας γεγονός, αλλά μια συνεχής εμπειρία και μετοχή μέσα στην Εκκλησία στη δόξα του Χριστού και από τον Χριστό, η οποία παρέχεται ως δωρεά σε εκείνους που έχουν φθάσει σε διάφορα επίπεδα τελειότητας, έχοντας περάσει από την κάθαρση στον φωτισμό και κορυφούμενοι στις ανώτερες μορφές της θεωρίας*, δηλαδή στη θέωση ή δοξασμό.
Με άλλα λόγια, η πεντηκοστιανή εμπειρία των Αποστόλων παραδίδεται από τον Χριστό ως ο κεντρικός πυρήνας της παράδοσης από τη μία εποχή στην άλλη, κατά τέτοιον τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία πράγματι έχει στους κόλπους της ζωντανούς μάρτυρες της δοξασμού εν Χριστώ και μάρτυρες περί αυτού, οι οποίοι, επομένως, έχουν πλήρη κατανόηση της αποκάλυψης της δόξας του Θεού εν Χριστώ τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη.
Η ίδια η Βίβλος δεν είναι η άκτιστη δόξα του Θεού εν Χριστώ ούτε η δοξασμένη Του ανθρωπότητα· και, επομένως, η Βίβλος δεν είναι αποκάλυψη. Η Βίβλος δεν είναι, για παράδειγμα, η Πεντηκοστή, αλλά περί της Πεντηκοστής. Ωστόσο, ο δοξασμός των προφητών, των Αποστόλων και των αγίων στην ανθρωπότητα του Χριστού είναι Πεντηκοστή σε ποικίλα επίπεδα και, επομένως, είναι αποκάλυψη. Η Πεντηκοστή είναι για τον άνθρωπο η τελική μορφή δοξασμού εν Χριστώ, αλλά όχι μόνο μια παρελθούσα εμπειρία· μάλλον είναι μια συνεχής εμπειρία μέσα στην Εκκλησία, η οποία περιλαμβάνει λόγους και εικόνες και, ταυτόχρονα, υπερβαίνει λόγους και εικόνες. Δηλαδή περιλαμβάνει το σώμα, τον νου και τη νοερά δύναμη, αλλά ταυτόχρονα τα υπερβαίνει πλήρως. Γι’ αυτό η πλευρά της πεντηκοστιανής εμπειρίας που υπερβαίνει λόγους, εικόνες, σώμα και νου δεν μπορεί ούτε να συλληφθεί ούτε να εκφραστεί με λόγια. Επομένως, η σημαντικότερη πλευρά της πεντηκοστιανής αποκάλυψης δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη Βίβλο, η οποία αποτελείται από λόγους και εικόνες που φέρουν έννοιες. Γι’ αυτό η ίδια η πεντηκοστιανή εμπειρία περιέχεται στη Βίβλο, αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνει τη Βίβλο, αφού η Βίβλος δεν είναι η ίδια η πεντηκοστιανή αποκάλυψη της δόξας του Θεού εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος.
Για να θέσουμε το θέμα σε σχηματική μορφή από την άποψη της κατηχητικής μεθόδου που βρίσκεται σαφώς μέσα στην ίδια τη Βίβλο¹⁰ και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στην Εκκλησία, θα επισημαίναμε απλώς ότι οι λόγοι και οι εικόνες που φέρουν έννοιες χρησιμοποιούνται από τους προφήτες, τους Αποστόλους και τον ίδιο τον ενανθρωπήσαντα Λόγο για τη διδασκαλία εκείνων που βρίσκονται στα επίπεδα της κάθαρσης και του φωτισμού. Σε εκείνους που βρίσκονται έξω από τον εσωτερικό κύκλο των φωτιζομένων, δηλαδή σε εκείνους που καθαίρονται ή έχουν ανάγκη καθάρσεως, ο Χριστός κηρύττει την έλευση της βασιλείας του Θεού με παραβολές, αφού βλέποντας δεν μπορούν ακόμη να βλέπουν και ακούγοντας δεν μπορούν ακόμη να κατανοούν. Αυτό συμβαίνει επειδή η βασιλεία του Θεού αναλαμβάνει την κυριαρχία μέσα στη νοερά δύναμη του ανθρώπου στο μέτρο που εκδιώκεται η επιρροή του διαβόλου.
Καθώς εκδιώκεται η επιρροή του διαβόλου και αναλαμβάνει την κυριαρχία η βασιλεία ή η χάρη του Χριστού, η νοερά δύναμη αρχίζει να ελευθερώνεται από τη δουλεία στον νου, στο σώμα και στο περιβάλλον, και έτσι κανείς περνά από το επίπεδο της κάθαρσης στο επίπεδο του φωτισμού. Σε αυτό το επίπεδο φθάνει κανείς σε σαφή κατανόηση του τι προορίζονται να μεταδώσουν οι λόγοι και οι εικόνες της Βίβλου που φέρουν έννοιες, και ταυτόχρονα κατανοεί σαφώς τι δεν προορίζονται να μεταδώσουν.
Οι λόγοι και οι εικόνες που φέρουν έννοιες σχετικά με τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο εν Χριστώ και διά του Αγίου Πνεύματος είναι εκφράσεις της αποκάλυψης, οι οποίες προορίζονται για εκείνους που διέρχονται το στάδιο της κάθαρσης και εισέρχονται στα ανώτερα στάδια του φωτισμού. Ωστόσο, η αποκάλυψη της δόξας του Θεού εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι υπερβαίνει τον φωτισμό, ο οποίος είναι γνώση περί του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά όχι ακόμη γνώση της Αγίας Τριάδος στην αναληφθείσα και δοξασμένη ανθρωπότητα του Χριστού κατά και μετά την Πεντηκοστή.
Η αναληφθείσα και δοξασμένη ανθρωπότητα του Λόγου, η οποία κατοικεί μέσα στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα και φέρει τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, υπερβαίνει την ικανότητα των λόγων και των εικόνων που φέρουν έννοιες να τη μεταδώσουν. Αυτό συμβαίνει επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να συλλάβει ούτε να εκφράσει την Αγία Τριάδα και την Ενανθρώπηση του Λόγου. Αλλά ο άνθρωπος που δοξάζεται από και μέσα στην ανθρώπινη φύση του Χριστού μπορεί να εμπειραθεί όλη την αλήθεια που αποκαλύφθηκε στην Πεντηκοστή με μια εμπειρία υπεράνω εμπειρίας, μια όραση υπεράνω όρασης, μια ακοή υπεράνω ακοής, μια αίσθηση υπεράνω αίσθησης, μια γεύση υπεράνω γεύσης, μια όσφρηση υπεράνω όσφρησης, μια γνώση υπεράνω γνώσης και μια κατανόηση υπεράνω κατανόησης.
Ακριβώς επειδή η πεντηκοστιανή αποκάλυψη δεν μπορεί να αποκαλυφθεί με κτιστούς λόγους και εικόνες ή έννοιες, ο Χριστός είπε στους Αποστόλους Του, οι οποίοι είχαν πλέον γίνει φίλοι Του φθάνοντας στο στάδιο του φωτισμού, ότι «ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν. ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ ἐμά ἐστι· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με» (Ιω. 16,12–17).
Σε αντίθεση με τον Αυγουστίνο, οι Πατέρες της Εκκλησίας και κληρονόμησαν και μαρτυρούν την παράδοση και το παρόν γεγονός ότι η υπόσχεση του Χριστού πως το Άγιο Πνεύμα θα οδηγήσει τους Αποστόλους «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» εκπληρώθηκε κατά την Πεντηκοστή.
β. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νουν ότι, σε αντίθεση με τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, η αποκάλυψη δεν είναι η ίδια η μετάδοση λόγων και εικόνων που φέρουν έννοιες, οι οποίες είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από τους αποδέκτες της αποκάλυψης για να εκφράσουν τις ενέργειες και το θέλημα του Θεού στους ακολούθους τους που δεν έχουν ακόμη δοξασθεί. Επομένως, οι βιβλικές έννοιες είναι μόνο το προπαρασκευαστικό στάδιο της αποκάλυψης. Ακόμη και όλοι οι κτιστοί λόγοι του Χριστού που καταγράφονται στη Βίβλο αποτελούν ένα τέτοιο προπαρασκευαστικό στάδιο για την υποδοχή των άκτιστων λόγων του Θεού, οι οποίοι είναι άρρητοι λόγοι, ἅρρητα ῥήματα. Το ότι το Άγιο Πνεύμα οδηγεί τους Αποστόλους σε όλη την αλήθεια δεν σημαίνει ότι ορισμένες έννοιες περί του Θεού και της σχέσης Του με τον άνθρωπο και τον κόσμο εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος είχαν αποκαλυφθεί πριν από την Πεντηκοστή και ότι κατά την Πεντηκοστή αποκαλύπτονται πλέον όλες οι έννοιες που δεν είχαν ακόμη αποκαλυφθεί. Αν συνέβαινε αυτό, τότε η θεολογία των Πατέρων και των Συνόδων δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αποκλίσεις από την πλήρη αλήθεια που αποκαλύφθηκε κατά την Πεντηκοστή. Όπως ήδη είδαμε, η αυγουστίνεια παράδοση —για την οποία η αποκάλυψη είναι μόνο η μετάδοση εννοιών και αμετάβλητων ιδεών στον νου— εφαρμόζει την εν λόγω υπόσχεση του Χριστού στο υποτιθέμενο έργο του Αγίου Πνεύματος να οδηγεί τα άτομα και την Εκκλησία σε καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση αυτού που έχει αποκαλυφθεί. Με αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται κάπως το έργο των Πατέρων και των Συνόδων. Αυτή είναι η γραμμή που υιοθετήθηκε από τους Φράγκους και η οποία συνεχίζει να κυριαρχεί στη λατινική θεολογική κατανόηση μέχρι σήμερα.
Από αυτή την άποψη, η προτεσταντική παράδοση sola scriptura μοιάζει περισσότερο με την Πατερική παράδοση, αλλά διαφέρει ριζικά από τους Πατέρες ως προς το ότι ταυτίζει αυτή τη scriptura με τον λόγο του Θεού και την αποκάλυψη, όπως ήδη επισημάναμε.
γ. Εφόσον αναπτύξαμε το θέμα μας με βάση την παραδοχή ότι το Άγιο Πνεύμα, κατά την Πεντηκοστή και στη συνεχιζόμενη ζωή της Εκκλησίας, αποκαλύπτει στους φίλους του Χριστού την άκτιστη δόξα και βασιλεία του Θεού μέσω της ανθρωπότητας του Χριστού που κατοικεί μέσα τους, ίσως είναι κατάλληλο να εξετάσουμε ένα κλασικό παράδειγμα της Πατερικής παράδοσης, ώστε να δούμε καθαρά τη σχέση μεταξύ της συνεχιζόμενης ζωντανής παράδοσης της προσωπικής εμπειρίας του δοξασμού και του Ορθόδοξου δόγματος, καθώς και το πώς λειτουργεί το κλειδί που ανοίγει τα μυστικά της Βίβλου. Είναι προφανές ότι χωρίς τη γνώση αυτού του κλειδιού και της ορθής χρήσης του, η Βίβλος παραμένει κρυμμένο μυστήριο ακόμη και για βιβλικούς επιστήμονες που γνωρίζουν και χρησιμοποιούν κάθε ερευνητικό μέσο που χρησιμοποιείται και ελέγχεται από εκείνους που βρίσκονται έξω από τη μάνδρα της πνευματικής ζωής, όπως αυτή βιώνεται από τους Πατέρες.
Ακόμη και από μια καθαρά επιστημονική ερευνητική θέση, είναι εύλογο ότι ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς τις αποκαλύψεις της δόξας του Θεού μέσα στη Βίβλο είναι να διαπιστώσει αν εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα μια τέτοια παράδοση, ώστε να συγκρίνει τη μία με την άλλη και, ίσως, με αυτόν τον τρόπο να αποκαλύψει τα νοήματα και τους σκοπούς των όρων που χρησιμοποιούνται για την έκφραση αυτών των αποκαλύψεων στη Βίβλο, στους Πατέρες, στις Συνόδους και στους βίους των Αγίων.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τις επίσημες αποφάσεις και τα κείμενα που παρήχθησαν από τις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως / Νέας Ρώμης κατά τον 14ο αιώνα, προκειμένου να επισημάνει την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τα ζητήματα που έχουμε ενώπιόν μας. Είμαι βέβαιος ότι ορισμένοι θα αμφέβαλλαν αν αυτό θα ήταν μια πολύ κριτική και επιστημονική προσέγγιση του υπό εξέταση θέματος. Συμπλέγματα πολιτισμικής κατωτερότητας οδήγησαν ορισμένους Ορθοδόξους να πιστεύουν ότι είναι πράξη ταπεινοφροσύνης το να υιοθετεί κανείς προτεσταντικές και λατινικές ερευνητικές μεθόδους και πράξη υπερηφάνειας το να ακολουθεί μόνο τους Πατέρες στην ερμηνεία της Βίβλου, όπως απαιτείται από την Ορθόδοξη παράδοση γενικά και από τις Συνόδους ειδικότερα.
Έτσι θα παραθέταμε ως κλασικό παράδειγμα πατερικής θεολογικής ή βιβλικής μεθόδου τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος, όταν διαβάζεται μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης παράδοσης, δεν μιλά καθόλου για έναν εικοτολογούντα συστηματικό θεολόγο που προσπαθεί να κατανοήσει μια αποκάλυψη δοσμένη στο μακρινό παρελθόν, αλλά μάλλον για αποκάλυψη που δεν είναι διαφορετική από την κατανόηση, αλλά ταυτόσημη με αυτήν· και όχι μόνο στο μακρινό παρελθόν, αλλά ως παρούσα πραγματικότητα· και όχι μόνο ως εμπειρία άλλων, αλλά και ως δική του εμπειρία.
Παραθέτουμε τα εξής: «Δεν ανήκει σε όλους, ω τέτοιοι άνθρωποι, το να φιλοσοφούν περί Θεού· δεν ανήκει σε όλους· το πράγμα δεν είναι τόσο φθηνό και χαμηλό. Και θα προσθέσω: ούτε πάντοτε, ούτε με όλους, ούτε περί όλων, αλλά υπάρχει το πότε, και το με ποιους, και το περί τίνος. Δεν ανήκει σε όλους, διότι ανήκει σε εκείνους που έχουν εξεταστεί και έχουν προχωρήσει στη θεωρία, και πριν από αυτούς, [σε εκείνους που] έχουν καθαρίσει ή τουλάχιστον καθαίρουν την ψυχή και το σώμα»¹¹.
Έτσι, για τον άγιο Γρηγόριο, θεολόγος είναι εκείνος που έχει φθάσει στη θεωρία, όρος που κυριαρχεί στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και χρησιμοποιείται από τον Χριστό σε σχέση με το έργο του Αγίου Πνεύματος να οδηγήσει τους Αποστόλους σε όλη την αλήθεια. «…ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. μικρὸν καὶ οὐκέτι ἔχετε θεωρίαν μου· καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με». Κατά και μετά την Πεντηκοστή, το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει στους φίλους του Θεού τόσο εκείνο που ο Χριστός έχει από τον Πατέρα όσο και τον ίδιο τον Χριστό Λόγο μέσα από και διαμέσου της ανθρωπότητάς Του. Αυτοί οι φίλοι του Χριστού είναι οι θεολόγοι μας κατ’ εξοχήν, επειδή μετέχουν σε αυτή την πεντηκοστιανή εμπειρία, στην οποία η αποκάλυψη και η κατανόηση είναι ταυτόσημες.
Ωστόσο, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, φθάνοντας σε αυτή τη θεωρία, οι φίλοι του Θεού δεν ενώνονται μόνο με τη δόξα της Αγίας Τριάδος μέσα στην ανθρωπότητα του Λόγου, αλλά και μεταξύ τους. Η θεωρία είναι, επομένως, η ύψιστη μορφή ενότητας μέσα στη δόξα της ανθρωπότητας του Χριστού μεταξύ τους. Είναι, λοιπόν, κατανοητό ότι εκείνοι που έχουν αυτή την κοινή εμπειρία έχουν την ίδια γνώση του Θεού και, επομένως, την ίδια θεολογία περί του Θεού. Εξυπακούεται ότι μόνο εκείνος που πράγματι χαριτώνεται με αυτή την αποκάλυψη της δόξας του Θεού εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος γνωρίζει την ταυτόσημη ή ίδια εμπειρία των άλλων και κατανοεί τα γλωσσικά και εικονικά σύμβολα που χρησιμοποιούνται από τους δοξασμένους για να εκφράσουν αυτόν τον δοξασμό, και χρησιμοποιεί και ο ίδιος αυτά τα σύμβολα.
Αυτή η ενότητα στην αλήθεια της δόξας της Αγίας Τριάδος μεταξύ τους, δηλαδή αυτή η ενότητα στη θέωση ή τον δοξασμό, στην οποία όσοι δοξάζονται έτσι έχουν την ίδια πίστη και την ίδια κατανόηση της πίστης, βασισμένη στην ίδια εμπειρία της θέωσης ή του δοξασμού, είναι ο ίδιος ο πυρήνας και η κορυφή της διδασκαλίας και της ενέργειας του Χριστού, που οδηγούνται στην ύψιστη τελείωσή τους κατά την Πεντηκοστή.
«Ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστιν. καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον· καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα ὦσιν καὶ αὐτοὶ ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν· ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, ὃ δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, κἀκεῖνοι ὦσιν μετ’ ἐμοῦ, ἵνα ἔχωσι θεωρίαν τῆς δόξης τῆς ἐμῆς, ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. Πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι [οἱ μαθηταί] ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας· καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ιω. 17,17–26).
Αυτή προφανώς δεν είναι προσευχή για την ενότητα της Εκκλησίας στο μέλλον, αλλά η ενότητα μέσα στη δόξα του Χριστού, που δόθηκε στους Αποστόλους και στους πιστούς κατά την Πεντηκοστή. Η θεωρία ή όραση της δόξας του Πατρός εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος δεν είναι μόνο μια μελλοντική υπόσχεση, αλλά μια παρούσα πραγματικότητα που τελειώθηκε κατά την Πεντηκοστή και συνεχίζεται στους βίους των Αγίων. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, αυτή η θεωρία είναι που καθιστά ένα πρόσωπο θεολόγο και προκαλεί ταυτότητα στη διδασκαλία μεταξύ των θεολόγων της Εκκλησίας, από τους Προφήτες έως τους Αποστόλους και τους Αγίους της Εκκλησίας.
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΚΦΕΡΕΤΑΙ ΣΑΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΕΧΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΗ Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ ΤΟΝ ΣΥΣΚΟΤΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ. ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΝΙΚΗΣΕΙ ΚΑΙ ΣΩΘΕΙ.
δ. Έχοντας αυτό κατά νουν, αρχίζει κανείς να αντιλαμβάνεται την ενότητα και την ταυτότητα της πνευματικής εμπειρίας και της διδασκαλίας μεταξύ των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων ή, για να το θέσουμε με όρους που χρησιμοποιούνται στα σημερινά δογματικά εγχειρίδια, την ενότητα και την ταυτότητα της αποκάλυψης και του δόγματος και τη σαφή διάκρισή τους από την ορθολογική εικοτολογία.
Επίσης, βλέπει κανείς μια σαφή διάκριση μεταξύ της αποκάλυψης της μη εννοιολογικής ή υπερεννοιολογικής αλήθειας σε εκείνους που θεώθηκαν ή δοξάστηκαν εν Χριστώ, και της διατύπωσης αυτής της αποκαλυπτικής εμπειρίας σε δογματικά αξιώματα ή συμβολικές δηλώσεις, διαμορφωμένες με όρους που κατέστησαν αναγκαίοι όχι από μια θεωρητική προσπάθεια διανοητικής κατανόησης των υπέρλογων μυστηρίων που αποκαλύφθηκαν, αλλά από μια συγκεκριμένη αίρεση που εμφανίστηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση και απαιτούσε τη διατύπωση μιας έκφρασης της υπέρλογης αλήθειας με όρους κατανοητούς μέσα στη βιοτική κατάσταση που δημιούργησε η εν λόγω αίρεση.
Αυτό σημαίνει σαφώς ότι η διατύπωση δογματικών και συμβολικών δηλώσεων και η ανάπτυξη μιας επαρκούς ορολογίας, μέσα στην οποία διατυπώνονται αυτές οι δηλώσεις, δεν είναι αποτέλεσμα του ότι η Εκκλησία έφθασε σε μια καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση της αποκάλυψης μέσω των προσπαθειών εικοτολογούντων θεολόγων, οι οποίοι ερευνούν διανοητικά ένα υποτιθέμενο βαθύτερο νόημα της αποκάλυψης που δεν είχε κατανοηθεί πλήρως και ολοκληρωτικά από προηγούμενους θεολόγους.
Επίσης βλέπει κανείς καθαρά την ταυτότητα της αποκάλυψης και της ικανότητας να θεολογεί κανείς ορθά περί της αποκάλυψης με την πνευματική ζωή και την τελείωση εν Χριστώ, αφού ο φωτισμός προϋποθέτει την κάθαρση, αφού η θεωρία προϋποθέτει τον φωτισμό, αφού η θεωρία είναι αποκάλυψη της δόξας ή της αλήθειας εν Χριστώ, και αφού αυτό είναι εκείνο που καθιστά κάποιον ικανό να φιλοσοφεί ορθά περί Θεού, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.
ε. Δεν μπορεί να τονιστεί υπερβολικά ότι τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Αρειανοί συμφωνούσαν πλήρως με την κληρονομημένη βιβλική και πατερική παράδοση ότι μόνο ο Θεός γνωρίζει τη δική Του ουσία, δηλαδή ότι Εκείνος που γνωρίζει τη θεία φύση είναι ο ίδιος Θεός κατά φύσιν. Έτσι, προκειμένου να αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι κτίσμα, οι Αρειανοί υποστήριζαν ότι ο Λόγος δεν γνωρίζει την ουσία του Πατρός ούτε, άλλωστε, τη δική Του ουσία. Οι Ορθόδοξοι υποστήριζαν ότι ο Λόγος γνωρίζει την ουσία του Πατρός, η οποία είναι δική Του, και επομένως ο Λόγος είναι άκτιστος.
Οι Ευνομιανοί ανέτρεψαν τους συμφωνημένους κανόνες απόδειξης θέσεων με τον συγκλονιστικό ισχυρισμό τους ότι όχι μόνο ο Λόγος γνωρίζει την άκτιστη ουσία του Θεού, αλλά και ο άνθρωπος μπορεί επίσης να γνωρίσει αυτή την ουσία. Επομένως, ο Λόγος δεν χρειάζεται να είναι άκτιστος επειδή γνωρίζει αυτή την άκτιστη ουσία.
Εναντίον της αρειανικής και ορθόδοξης θέσης ότι τα κτίσματα δεν μπορούν να γνωρίσουν τη θεία άκτιστη ουσία, αλλά μπορούν να γνωρίσουν την άκτιστη ενέργεια ή το θέλημα του Θεού στις πολλαπλές αλλά αδιαίρετες φανερώσεις του, οι Ευνομιανοί υποστήριζαν ότι η θεία ουσία και η άκτιστη ενέργεια είναι ταυτόσημες, έτσι ώστε το να γνωρίζει κανείς τη μία σημαίνει να γνωρίζει και την άλλη.
Παραδόξως, ο Αυγουστίνος υιοθέτησε αυτές τις ευνομιανές θέσεις, δηλαδή ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τη θεία ουσία και ότι στον Θεό δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική διάκριση μεταξύ άκτιστης ουσίας και άκτιστης ενέργειας. Επομένως, όταν οι Φράγκοι εμφανίστηκαν στην Ανατολή με αυτές τις θέσεις, κατηγορήθηκαν ότι ήταν Ευνομιανοί.
Αυτές οι αυγουστίνειες θέσεις στα χέρια των Φράγκων μεταμόρφωσαν τον σκοπό της θεολογίας ως οδηγού προς τη θεωρία της δόξας του Θεού στην ανθρωπότητα του Χριστού σε μελέτη ή διερεύνηση της θείας ουσίας· και ως προς αυτό η σχολαστική παράδοση —στον νου των Φράγκων— ξεπέρασε κατά πολύ την παράδοση των λατινόφωνων και ελληνόφωνων Ρωμαίων Πατέρων, οι οποίοι, όπως είδαμε, δίδασκαν σταθερά ότι όχι μόνο ο άνθρωπος αλλά ούτε και οι άγγελοι γνωρίζουν ή θα γνωρίσουν ποτέ τη θεία ουσία, η οποία είναι γνωστή μόνο στην Αγία Τριάδα.
στ. Σε αντίθεση με την αυγουστίνεια και ευνομιανή προσέγγιση των Φράγκων στη γλώσσα και στις έννοιες περί Θεού, έχουμε την πατερική θέση που εκφράζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο εναντίον των Ευνομιανών.
Ο Πλάτων είχε ισχυριστεί ότι είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς τον Θεό, αλλά το να Τον ορίσει ή να Τον εκφράσει με λόγια είναι αδύνατο. Ο άγιος Γρηγόριος διαφωνεί με αυτό και τονίζει ότι «είναι αδύνατο να Τον εκφράσει κανείς, και ακόμη πιο αδύνατο να Τον συλλάβει. Διότι εκείνο που μπορεί να συλληφθεί μπορεί ίσως να καταστεί σαφές με τη γλώσσα, αν όχι αρκετά καλά, τουλάχιστον ατελώς...»¹².
Το σημαντικότερο στοιχείο στην πατερική γνωσιολογία είναι ότι η μερική γνωσιμότητα των θείων πράξεων ή ενεργειών και η απόλυτη και ριζική αγνωσία και αμεθεξία της θείας ουσίας δεν είναι αποτέλεσμα φιλοσοφικής ή θεολογικής εικοτολογίας, όπως συμβαίνει στον Παύλο Σαμοσατέα, στον Αρειανισμό και στον Νεστοριανισμό¹³, αλλά της προσωπικής εμπειρίας της αποκάλυψης ή της μετοχής στην άκτιστη δόξα του Θεού μέσω του φωτισμού και της θεωρίας. Η διαλεκτική εικοτολογία δεν μπορεί ποτέ να γίνει πηγή αυθεντικής διδασκαλίας, σαν να μπορούσε η Εκκλησία, είτε μέσω ενός Πάπα είτε μέσω Συνόδων είτε μέσω Προτεσταντών βιβλικών επιστημόνων, να μετατρέψει την έρευνα σε δόγμα, όπως πίστευαν οι Φράγκοι και οι διάδοχοί τους.
Η αυθεντία για τη χριστιανική αλήθεια δεν είναι οι ίδιοι οι γραπτοί λόγοι της Βίβλου, οι οποίοι δεν μπορούν αφ’ εαυτών ούτε να εκφράσουν τον Θεό ούτε να μεταδώσουν μια επαρκή έννοια περί του Θεού, αλλά μάλλον ο μεμονωμένος Απόστολος, Προφήτης και Άγιος, ο οποίος δοξάζεται εν Χριστώ και ενώνεται, σε αυτή την εμπειρία της δόξας, με όλους τους φίλους του Θεού όλων των αιώνων.
Έτσι η Βίβλος, τα συγγράμματα των Πατέρων και οι αποφάσεις των Συνόδων δεν είναι αποκάλυψη, αλλά περί της αποκάλυψης. Η ίδια η αποκάλυψη υπερβαίνει λόγους και έννοιες, αν και εμπνέει εκείνους που μετέχουν στη θεία δόξα να εκφράζουν με ακρίβεια και αλανθάστως εκείνο που είναι ανέκφραστο με λόγους και έννοιες. Αρκεί τούτο: υπό την καθοδήγηση των Αγίων, οι οποίοι γνωρίζουν εκ πείρας, οι πιστοί γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι ο Θεός δεν πρέπει να ταυτίζεται με βιβλικούς λόγους και έννοιες που δείχνουν προς Αυτόν, έστω και αλαθήτως, όταν μελετώνται υπό την καθοδήγηση εκείνων που έχουν φθάσει στη θεωρία. Οι πιστοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι αίρεση να πιστεύει κανείς ότι οι βιβλικές έννοιες που εκφράζονται με λόγια θα μπορούσαν να διαπεραστούν από τον πιστεύοντα νου για την απόκτηση μιας διανοητικής κατανόησης του Θεού υπό την καθοδήγηση των Πατέρων. Η βιβλική γνώση περί Θεού οδηγεί σε υπερνοερή, υπερδιανοητική και υπεραισθητή γνώση του Θεού, η οποία και περιέχεται στη Βίβλο, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται υπεράνω των εκφράσεων περί Θεού μέσα στη Βίβλο.
Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχουν επισημανθεί μέχρι τώρα σε αυτή την εργασία, επιστρέφουμε στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, προκειμένου να επισημάνουμε το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί μόνο βιβλικά χωρία για να αποδείξει θέσεις ούτε περιορίζεται στην αποκαλυπτική εμπειρία των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων για να εκθέσει τα θεολογικά θεμέλια της αναίρεσης των Αρειανών, των Ευνομιανών και των Μακεδονιανών, αλλά χρησιμοποιεί επίσης
τη δική του εμπειρία αυτής της ίδιας αποκάλυψης της θείας δόξας στην ανθρωπότητα του Λόγου, ακριβώς όπως γίνεται και από άλλους Πατέρες της Εκκλησίας.
«Τι είναι αυτό που μου συνέβη, φίλοι μου, μύστες και συνέραστοι της αλήθειας; Έτρεχα για να συλλάβω τον Θεό, και έτσι ανέβηκα στο Όρος και πέρασα μέσα από τη Νεφέλη και βρέθηκα μέσα, μακριά από την ύλη και τα υλικά πράγματα, και όσο μπορούσα αποσύρθηκα μέσα στον εαυτό μου. Και τότε, όταν κοίταξα, μόλις που είδα τα οπίσθια του Θεού· και αυτό επειδή ήμουν σκεπασμένος από την Πέτρα, τον Λόγο που έγινε σάρκα για χάρη μας. Και όταν κοίταξα λίγο πιο προσεκτικά, είδα όχι την πρώτη και αμιγή φύση, γνωστή στον εαυτό της —την Τριάδα εννοώ— όχι εκείνη που παραμένει μέσα στο πρώτο καταπέτασμα και είναι κρυμμένη από τα Χερουβείμ· αλλά μόνο εκείνη [τη φύση] που τελικά φθάνει ακόμη και σε εμάς. Και αυτή είναι, όπως γνωρίζω, η μεγαλειότης ή, όπως την αποκαλεί ο άγιος Δαβίδ, η μεγαλοπρέπεια, η οποία φανερώνεται στα κτίσματα, τα οποία παρήγαγε και κυβερνά. Διότι αυτά είναι τα οπίσθια του Θεού, τα μετά από Αυτόν, ως σημεία Του...»¹⁴.
ζ. Η παράδοση αυτής της διάκρισης μεταξύ της πρώτης φύσης και της άκτιστης δόξας του Θεού, εκ των οποίων η πρώτη είναι γνωστή μόνο στον Θεό και η άλλη σε εκείνους στους οποίους ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του, βρίσκεται όχι μόνο στη Βίβλο και στους Ορθοδόξους Πατέρες, αλλά επίσης στον Παύλο Σαμοσατέα, στους Αρειανούς και στους Νεστοριανούς, όπως ήδη επισημάνθηκε. Οι τρεις αυτοί έχουν μια κοινή φιλοσοφική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία ο Θεός σχετίζεται με τα κτίσματα μόνο διά του θελήματος ή της ενέργειας και ποτέ κατά φύσιν, αφού οι φυσικές σχέσεις σημαίνουν αναγκαίες σχέσεις, οι οποίες θα μείωναν τον Θεό σε ένα σύστημα απορροών. Ο Παύλος Σαμοσατεύς και οι Νεστοριανοί υποστήριζαν ότι στον Χριστό ο Θεός ενώνεται με την ανθρωπότητα όχι κατά φύσιν, αλλά κατά θέληση. Οι Αρειανοί υποστήριζαν ότι ο Θεός σχετίζεται με τον υποστατικό Λόγο όχι κατά φύσιν, αλλά κατά θέληση, ενώ, επειδή ο Λόγος λαμβάνει την ύπαρξή Του από το μη ον διά του θελήματος του Πατρός και επομένως είναι κτιστός, παθητός και μεταβλητός κατά φύσιν, είναι ενωμένος κατά φύσιν, δηλαδή με αναγκαιότητα επιβεβλημένη από τον Θεό, με την ακρωτηριασμένη ανθρώπινη φύση Του.
Εναντίον αυτών των θέσεων οι Ορθόδοξοι Πατέρες υποστήριζαν ότι στον Χριστό ο Λόγος είναι ενωμένος με την ανθρωπότητά Του κατά φύσιν ή υποστατικώς, και ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιό Του κατά φύσιν, χωρίς το θέλημα να βρίσκεται σε αντίθεση προς εκείνο που ανήκει στον Θεό κατά φύσιν. Έτσι ο Θεός γεννά τον Λόγο και προβάλλει το Άγιο Πνεύμα κατά φύσιν από τη δική Του υπόσταση, και η Αγία Τριάδα κατά θέληση δημιουργεί τα κτίσματα από το μη ον και κατά θέληση σχετίζεται με τα κτίσματα, με εξαίρεση τον Λόγο, ο οποίος ενώνει υποστατικώς τον εαυτό Του με τη δική Του ανθρωπότητα¹⁵.
η. Στο σημείο αυτό πρέπει να θίξουμε την πιο σημαντική και πιο κεντρική πτυχή της βιβλικής και πατερικής Θεολογίας, η οποία από την εποχή του Αυγουστίνου έχει αγνοηθεί πλήρως από τις φραγκολατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, ακόμη και από τους σύγχρονους Ορθοδόξους υπό την επίδραση της μεταμεσαιωνικής ρωσικής θεολογίας.
Επειδή ο Αυγουστίνος μετέτρεψε τη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος
σε μια εικοτολογική άσκηση φιλοσοφικής και θεολογικής έρευνας, σε μια προσπάθεια να κατανοήσει αυτό το μυστήριο ορθολογικά, η απλότητα και ο σχηματικός και βιβλικός χαρακτήρας της διδασκαλίας χάθηκαν από το οπτικό πεδίο εκείνων που μόλις αναφέρθηκαν. Έτσι η ιστορία της διδασκαλίας περί της Αγίας Τριάδος περιορίστηκε στην αναζήτηση της εξέλιξης τέτοιων εννοιών και ορολογίας, η οποία οδήγησε σε φράσεις όπως Τρία Πρόσωπα ή Υποστάσεις, μία ουσία ή φύση, ομοούσιος, προσωπικές ή υποστατικές ιδιότητες, τρόποι υπάρξεως, μία θέληση, μία ενέργεια, μία θεότητα κ.λπ.
Για τους Πατέρες, τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς, όμως, η διδασκαλία περί της Τριάδος και η Χριστολογία είναι ταυτόσημη με την εμφάνιση του Λόγου μέσα στη δόξα Του στους Προφήτες, στους Αποστόλους και στους Αγίους. Ο Λόγος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια που μεταδίδεται μέσω αποκεκαλυμμένων λόγων, κτιστών όντων ή εννοιών, αλλά ταυτίζεται πάντοτε με τον συγκεκριμένο Άγγελο του Θεού, Κύριο της Δόξης, Άγγελο της Μεγάλης Βουλής, Κύριο Σαβαώθ και Σοφία του Θεού, ο οποίος εμφανίστηκε ο ίδιος στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και έγινε Χριστός με τη δική Του γέννηση ως άνθρωπος από την Παρθένο Θεοτόκο. Κανείς δεν αμφέβαλε ποτέ και όλοι πίστευαν σταθερά σε αυτή την ταυτότητα του Λόγου με αυτό το συγκεκριμένο Πρόσωπο, το οποίο αποκάλυψε μέσα στον εαυτό Του τον αόρατο Θεό της Παλαιάς Διαθήκης στους Προφήτες, με την ιδιόμορφη εξαίρεση του Αυγουστίνου, ο οποίος ως προς αυτό επηρεάζεται από τις γνωστικές και μανιχαϊκές παραδόσεις.
Η διαμάχη μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών/Ευνομιανών δεν αφορούσε το Ποιος είναι ο Λόγος στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Συμφωνούσαν ότι ο Λόγος είναι Εκείνος που εμφανίστηκε στους Προφήτες και που γεννήθηκε ως άνθρωπος από την Παρθένο. Διέφεραν ως προς το τι είναι ο Λόγος και ποια είναι η σχέση Του με τον Πατέρα.
Οι Ορθόδοξοι επέμεναν ότι οι Προφήτες είδαν τον Λόγο ως άκτιστο, απαθή και αμετάβλητο, ο οποίος πάντοτε υπήρχε από τον Πατέρα, ο οποίος κατά φύσιν γεννά τον Λόγο από τον εαυτό Του προ των αιώνων.
Οι Αρειανοί/Ευνομιανοί επέμεναν ότι οι Προφήτες είδαν τον Λόγο ως κτιστό, παθητό και μεταβλητό, ο οποίος λαμβάνει την ύπαρξή Του από το μη ον προ των αιώνων διά του θελήματος του Θεού.
Έτσι το βασικό ερώτημα μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών ήταν: είδαν οι Προφήτες και οι Απόστολοι μέσα στην άκτιστη δόξα του Θεού έναν κτιστό, παθητό και μεταβλητό Λόγο ή έναν άκτιστο, απαθή και αμετάβλητο Λόγο; Έναν Λόγο που είναι Θεός κατά φύσιν και, επομένως, έχει όλες τις ενέργειες και δυνάμεις του Θεού κατά φύσιν, ή έναν Θεό κατά χάριν, ο οποίος έχει ορισμένες αλλά όχι όλες τις ενέργειες του Πατρός, και αυτές μόνο κατά χάριν και όχι κατά φύσιν, αφού δεν έχει την ίδια ουσία ή φύση, αλλά διαφορετική ή κτιστή;
Τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Αρειανοί/Ευνομιανοί συμφωνούσαν κατ’ αρχήν ότι, εάν ο Λόγος έχει κάθε δύναμη και ενέργεια του Πατρός κατά φύσιν, τότε είναι άκτιστος. Αν όχι, είναι κτίσμα.
Εφόσον η Βίβλος είναι μαρτυρία περί του Ποιον και Τι είδαν οι Προφήτες και
οι Απόστολοι μέσα στη δόξα του Πατρός, η ίδια η Βίβλος, αν και δεν είναι η ίδια αποκάλυψη, θα αποκαλύψει αν ο Λόγος έχει ή όχι όλες τις ενέργειες και δυνάμεις του Πατρός κατά φύσιν. Έτσι θα γνωρίσουμε αν οι Προφήτες και οι Απόστολοι είδαν έναν κτιστό ή έναν άκτιστο Λόγο, ομοούσιο με τον Πατέρα ή όχι.
Μπορεί κανείς να δει καθαρά πώς για τους Πατέρες η ομοουσιότητα του Λόγου με τον Πατέρα δεν είναι μόνο εμπειρία των Αποστόλων και των Αγίων, αλλά και των Προφητών. Η διαφορά είναι ότι οι Προφήτες στη θεωρία είδαν τον Θεό μέσα στον Λόγο ή Άγγελο χωρίς σάρκα διά του Πνεύματος, ενώ οι Απόστολοι έλαβαν την ίδια αποκάλυψη, αλλά μέσα στην ανθρωπότητα και διά της ανθρωπότητας του Λόγου, ο οποίος γεννήθηκε ως άνθρωπος από τη Θεοτόκο και έτσι έγινε ομοούσιος με εμάς, ενώ είναι ομοούσιος με τον Πατέρα.
Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί το γεγονός ότι τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Αρειανοί/Ευνομιανοί χρησιμοποιούν αδιακρίτως τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη. Η επιχειρηματολογία είναι πολύ απλή. Καταρτίζουν έναν κατάλογο όλων των δυνάμεων και ενεργειών του Πατρός που καταγράφονται στη Βίβλο. Το ίδιο κάνουν και για τον Λόγο/Άγγελο της Δόξας. Έπειτα τα συγκρίνουν για να δουν αν είναι ταυτόσημα ή όχι. Το σημαντικό είναι να μην είναι όμοια, αλλά ταυτόσημα.
Παράλληλα προς αυτό, τόσο οι Αρειανοί όσο και οι Ορθόδοξοι συμφωνούν εναντίον των Σαβελλιανών και των Σαμοσατέων ότι ο Πατήρ και ο Υιός έχουν ατομικές υποστατικές ιδιότητες και τρόπους υπάρξεως που δεν είναι κοινοί, αν και δεν συμφωνούν ως προς το ποιοι είναι αυτοί.
Όταν η διαμάχη επεκτείνεται στην Υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, χρησιμοποιείται η ίδια ακριβώς μέθοδος θεολογίας.
Οποιεσδήποτε δυνάμεις και ενέργειες έχουν κοινές ο Πατήρ και ο Υιός, πρέπει να τις έχει και το Άγιο Πνεύμα, τόσο κοινές όσο και κατά φύσιν, προκειμένου να είναι Θεός κατά φύσιν.
Η πατερική θεολογική μέθοδος είναι σαφώς μη εικοτολογική· είναι αυθεντικώς εμπειρική· δεν είναι αφηρημένη· είναι απλή και σχηματική.
Διατυπωμένη απλά, ολόκληρη η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος μπορεί σχηματικά να αναχθεί σε δύο απλές δηλώσεις:
Ό,τι είναι κοινό στην Αγία Τριάδα, δηλαδή η ουσία, το θέλημα, η ενέργεια και η δύναμη, είναι κοινό και ταυτόσημο και στις Τρεις Υποστάσεις.
Ό,τι είναι υποστατικό ή υποστατική ιδιότητα ή τρόπος υπάρξεως είναι ριζικά ατομικό και ακοινώνητο και ανήκει μόνο σε Ένα Πρόσωπο ή Υπόσταση.
Έτσι έχουμε τὰ κοινά και τὰ ἀκοινώνητα, εκείνο που είναι κοινό και εκείνο που είναι ακοινώνητα ατομικό.
Έχοντας αυτό κατά νουν, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί οι Ρωμαίοι δεν έπαιρναν πολύ στα σοβαρά το φραγκικό filioque ως θεολογική θέση, ιδίως ως θέση που υποτίθεται ότι θα βελτίωνε το Σύμβολο της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, και γιατί το διακωμωδούσαν με συλλογιστικά αστεία, έως ότου οι Φράγκοι μπόρεσαν να κατακτήσουν την Ανατολική Ρωμανία και να στηρίξουν τις φανταστικές θεολογικές τους αξιώσεις με μια απίστευτη αυτοπεποίθηση και με κοφτερό σπαθί.
θ. Σε κάθε περίπτωση, η επιχειρηματολογική διαδικασία της πατερικής θεολογικής μεθόδου είναι πάντοτε παράλληλη προς την εμπειρία της θεωρίας της δόξας του Θεού στην ανθρωπότητα του Χριστού και ελέγχεται από αυτήν. Αυτή η εμπειρία επαληθεύει και πιστοποιεί την ορθή ερμηνεία της μαρτυρίας της Βίβλου:
για την αποκαλυπτική συνάντηση μεταξύ του Λόγου και των φίλων Του, των Προφητών και των Αποστόλων, μέσα στους οποίους έρχεται και κατοικεί μαζί με τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι και αποκαλύπτει άκτιστους άρρητους λόγους που υπερβαίνουν τις έννοιες·
για το άκτιστο του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος και την ενότητά Τους κατά φύσιν με τον Πατέρα και την ταυτότητα της άκτιστης δόξας, βασιλείας, χάριτος, θελήσεώς Τους κ.λπ.· και
για το ακοινώνητο των υποστατικών ιδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του ακοινώνητου της ενανθρώπησης του Λόγου και της ατελεύτητης αιωνιότητας της ανθρωπότητας του Λόγου, μέσα στην οποία το Άγιο Πνεύμα οικοδομεί την Εκκλησία από την Πεντηκοστή έως τη συντέλεια.
Η αποκαλυπτική εμπειρία της δόξας του Θεού πιστοποιεί επίσης τη βιβλική διδασκαλία ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία ομοιότητα μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν άκτιστα καθόλου, των οποίων τα κτίσματα δήθεν είναι αντίγραφα. Κάθε μεμονωμένο κτίσμα εξαρτάται από την άκτιστη δόξα του Θεού, η οποία αφενός είναι απολύτως απλή, αλλά όμως διαιρείται αδιαιρέτως μεταξύ και εντός των επιμέρους κτισμάτων· και όλος ο Θεός είναι παρών σε κάθε ενέργεια ταυτοχρόνως, ενώ ο Θεός είναι επίσης κατά θέληση πανταχού παρών και, συγχρόνως, κατά φύσιν πανταχού απών, εκτός από την υποστατική ένωση του Λόγου με την ανθρώπινη φύση Του.
Το Άγιο Πνεύμα οδήγησε τους Προφήτες στην Αλήθεια και τους Αποστόλους σε όλη την Αλήθεια κατά την Πεντηκοστή, όχι με την αποκάλυψη εννοιοφόρων λογικών αληθειών που δεν ήταν προηγουμένως γνωστές, αλλά με την εμπειρία της νέας παρουσίας της ανθρωπότητας του Χριστού, η οποία συνέστησε και συνιστά την Εκκλησία νικήτρια επί του θανάτου και της δυνάμεως του διαβόλου, ώστε ο θάνατος να μην μπορεί πλέον να κατισχύει της Εκκλησίας, όπως συνέβαινε στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι όλος ο Χριστός, και όχι μέρος Του, είναι παρών σε κάθε φίλο του Θεού, όχι μόνο κατά την άκτιστη βασιλεία, δόξα ή θεότητα, αλλά και κατά την κτιστή ανθρωπότητα του Χριστού.
Από την άποψη της άκτιστης πραγματικότητας του Θεού, η οποία υπερβαίνει τις έννοιες, οι Προφήτες και οι Απόστολοι βίωσαν τον ίδιο δοξασμό μέσα στον Λόγο/Χριστό. Επομένως, από την άποψη της Ενανθρώπησης, του Θανάτου, της Αναστάσεως και της Αναλήψεως του Χριστού και της νέας παρουσίας Του εν Πνεύματι κατά την Πεντηκοστή, η οποία εγκαθιδρύει την Εκκλησία ως Σώμα Του, αποκαλύπτεται όλη η Αλήθεια από το Άγιο Πνεύμα στους Αποστόλους και σε όλους εκείνους που μετά από αυτούς μετέχουν στη θεωρία. Από την Πεντηκοστή και εξής, κάθε περίπτωση δοξασμού ενός Αγίου, με άλλα λόγια ενός Αγίου που έχει όραση της άκτιστης δόξας του Θεού μέσα στην ανθρωπότητα του Χριστού ως πηγή της, είναι επέκταση της Πεντηκοστής σε διάφορα επίπεδα εντάσεως.
Αυτή η εμπειρία περιλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνει ολόκληρο τον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένου του νου του ανθρώπου. Έτσι η εμπειρία παραμένει μυστήριο για τον νου που έχει θεωρία και δεν μπορεί να μεταδοθεί διανοητικά σε άλλον. Έτσι η γλώσσα μπορεί να δείχνει προς αυτή την εμπειρία, αλλά δεν μπορεί να τη μεταδώσει. Ο πνευματικός πατέρας μπορεί να οδηγήσει προς τη θεωρία, αλλά δεν μπορεί να την παραγάγει· η θεωρία είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος.
Όταν, επομένως, οι Πατέρες προσθέτουν όρους στη βιβλική γλώσσα που χρησιμοποιείται περί Θεού και της σχέσης Του με τον κόσμο, όπως υπόσταση, ουσία, φύση, ομοούσιος, ένωση κατά φύσιν, ένωση κατά θέληση κ.λπ., δεν το κάνουν επειδή βελτιώνουν την τρέχουσα κατανόηση σε αντίθεση με μια προηγούμενη εποχή. Η Πεντηκοστή δεν μπορεί να βελτιωθεί ούτε ως αποκάλυψη ούτε ως κατανόηση, οι οποίες για τους Πατέρες είναι το ίδιο, όπως είδαμε. Το μόνο που κάνουν είναι να υπερασπίζονται τη ζωντανή παράδοση της πεντηκοστιανής εμπειρίας, η οποία υπερβαίνει τους λόγους, στη γλώσσα της εποχής τους, επειδή μια συγκεκριμένη αίρεση οδηγεί τους πιστούς μακριά από αυτή την εμπειρία και όχι προς αυτήν· και αυτό σημαίνει πνευματικό θάνατο για εκείνους που παραπλανώνται.
Για τους Πατέρες, αυθεντία δεν είναι μόνο η Βίβλος, αλλά η Βίβλος μαζί με τους δοξασμένους, δηλαδή τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Αγίους. Η Βίβλος ως βιβλίο δεν είναι αφ’ εαυτής ούτε θεόπνευστη ούτε αλάθητη. Γίνεται θεόπνευστη και αλάθητη μέσα στην κοινωνία των Αγίων, οι οποίοι έχουν την εμπειρία της θείας δόξας που περιγράφεται, αλλά δεν μεταδίδεται, από τη Βίβλο. Για εκείνους που βρίσκονται έξω από τη ζωντανή παράδοση της θεωρίας, η Βίβλος είναι ένα Βιβλίο που δεν ξεκλειδώνει τα μυστήριά του.
Δεν μπορώ να δω πώς μπορεί κανείς να αποφύγει το συμπέρασμα ότι αυτό βρίσκεται σε τέλεια συμφωνία με την κατανόηση των επιστημονικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται σήμερα. Κάθε επιστήμη έχει τη δική της γλώσσα, η οποία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο από όσους έχουν μυηθεί στην εν λόγω ειδικότητα, από εκείνους που είναι ήδη ειδικοί. Πώς μπορεί κανείς να αρχίσει να κατανοεί τι σημαίνει θεωρία, αν δεν βρίσκεται σε επαφή με τη ζωντανή παράδοση της θεωρίας; Και η ζωντανή παράδοση της θεωρίας δεν αποτελείται μόνο από βιβλία περί θεωρίας, αλλά από εκείνους που έχουν θεωρία και, επομένως, γνωρίζουν και περί τίνος ομιλούν αυτά τα βιβλία και πώς να διδάξουν άλλους να τα διαβάζουν. Η Βίβλος είναι ένα τέτοιο βιβλίο, τα συγγράμματα των Πατέρων είναι τέτοια βιβλία, και οι αποφάσεις των Συνόδων ανήκουν επίσης σε αυτή την κατηγορία κειμένων, αφού παράγονται από τους Πατέρες που εργάζονται συλλογικά.
Συνεχίζεται με:
Β. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Επίσης, βλέπει κανείς μια σαφή διάκριση μεταξύ της αποκάλυψης της μη εννοιολογικής ή υπερεννοιολογικής αλήθειας σε εκείνους που θεώθηκαν ή δοξάστηκαν εν Χριστώ, και της διατύπωσης αυτής της αποκαλυπτικής εμπειρίας σε δογματικά αξιώματα ή συμβολικές δηλώσεις, διαμορφωμένες με όρους που κατέστησαν αναγκαίοι όχι από μια θεωρητική προσπάθεια διανοητικής κατανόησης των υπέρλογων μυστηρίων που αποκαλύφθηκαν, αλλά από μια συγκεκριμένη αίρεση που εμφανίστηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση και απαιτούσε τη διατύπωση μιας έκφρασης της υπέρλογης αλήθειας με όρους κατανοητούς μέσα στη βιοτική κατάσταση που δημιούργησε η εν λόγω αίρεση.
Αυτό σημαίνει σαφώς ότι η διατύπωση δογματικών και συμβολικών δηλώσεων και η ανάπτυξη μιας επαρκούς ορολογίας, μέσα στην οποία διατυπώνονται αυτές οι δηλώσεις, δεν είναι αποτέλεσμα του ότι η Εκκλησία έφθασε σε μια καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση της αποκάλυψης μέσω των προσπαθειών εικοτολογούντων θεολόγων, οι οποίοι ερευνούν διανοητικά ένα υποτιθέμενο βαθύτερο νόημα της αποκάλυψης που δεν είχε κατανοηθεί πλήρως και ολοκληρωτικά από προηγούμενους θεολόγους.
Επίσης βλέπει κανείς καθαρά την ταυτότητα της αποκάλυψης και της ικανότητας να θεολογεί κανείς ορθά περί της αποκάλυψης με την πνευματική ζωή και την τελείωση εν Χριστώ, αφού ο φωτισμός προϋποθέτει την κάθαρση, αφού η θεωρία προϋποθέτει τον φωτισμό, αφού η θεωρία είναι αποκάλυψη της δόξας ή της αλήθειας εν Χριστώ, και αφού αυτό είναι εκείνο που καθιστά κάποιον ικανό να φιλοσοφεί ορθά περί Θεού, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.
ε. Δεν μπορεί να τονιστεί υπερβολικά ότι τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Αρειανοί συμφωνούσαν πλήρως με την κληρονομημένη βιβλική και πατερική παράδοση ότι μόνο ο Θεός γνωρίζει τη δική Του ουσία, δηλαδή ότι Εκείνος που γνωρίζει τη θεία φύση είναι ο ίδιος Θεός κατά φύσιν. Έτσι, προκειμένου να αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι κτίσμα, οι Αρειανοί υποστήριζαν ότι ο Λόγος δεν γνωρίζει την ουσία του Πατρός ούτε, άλλωστε, τη δική Του ουσία. Οι Ορθόδοξοι υποστήριζαν ότι ο Λόγος γνωρίζει την ουσία του Πατρός, η οποία είναι δική Του, και επομένως ο Λόγος είναι άκτιστος.
Οι Ευνομιανοί ανέτρεψαν τους συμφωνημένους κανόνες απόδειξης θέσεων με τον συγκλονιστικό ισχυρισμό τους ότι όχι μόνο ο Λόγος γνωρίζει την άκτιστη ουσία του Θεού, αλλά και ο άνθρωπος μπορεί επίσης να γνωρίσει αυτή την ουσία. Επομένως, ο Λόγος δεν χρειάζεται να είναι άκτιστος επειδή γνωρίζει αυτή την άκτιστη ουσία.
Εναντίον της αρειανικής και ορθόδοξης θέσης ότι τα κτίσματα δεν μπορούν να γνωρίσουν τη θεία άκτιστη ουσία, αλλά μπορούν να γνωρίσουν την άκτιστη ενέργεια ή το θέλημα του Θεού στις πολλαπλές αλλά αδιαίρετες φανερώσεις του, οι Ευνομιανοί υποστήριζαν ότι η θεία ουσία και η άκτιστη ενέργεια είναι ταυτόσημες, έτσι ώστε το να γνωρίζει κανείς τη μία σημαίνει να γνωρίζει και την άλλη.
Παραδόξως, ο Αυγουστίνος υιοθέτησε αυτές τις ευνομιανές θέσεις, δηλαδή ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τη θεία ουσία και ότι στον Θεό δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική διάκριση μεταξύ άκτιστης ουσίας και άκτιστης ενέργειας. Επομένως, όταν οι Φράγκοι εμφανίστηκαν στην Ανατολή με αυτές τις θέσεις, κατηγορήθηκαν ότι ήταν Ευνομιανοί.
Αυτές οι αυγουστίνειες θέσεις στα χέρια των Φράγκων μεταμόρφωσαν τον σκοπό της θεολογίας ως οδηγού προς τη θεωρία της δόξας του Θεού στην ανθρωπότητα του Χριστού σε μελέτη ή διερεύνηση της θείας ουσίας· και ως προς αυτό η σχολαστική παράδοση —στον νου των Φράγκων— ξεπέρασε κατά πολύ την παράδοση των λατινόφωνων και ελληνόφωνων Ρωμαίων Πατέρων, οι οποίοι, όπως είδαμε, δίδασκαν σταθερά ότι όχι μόνο ο άνθρωπος αλλά ούτε και οι άγγελοι γνωρίζουν ή θα γνωρίσουν ποτέ τη θεία ουσία, η οποία είναι γνωστή μόνο στην Αγία Τριάδα.
στ. Σε αντίθεση με την αυγουστίνεια και ευνομιανή προσέγγιση των Φράγκων στη γλώσσα και στις έννοιες περί Θεού, έχουμε την πατερική θέση που εκφράζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο εναντίον των Ευνομιανών.
Ο Πλάτων είχε ισχυριστεί ότι είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς τον Θεό, αλλά το να Τον ορίσει ή να Τον εκφράσει με λόγια είναι αδύνατο. Ο άγιος Γρηγόριος διαφωνεί με αυτό και τονίζει ότι «είναι αδύνατο να Τον εκφράσει κανείς, και ακόμη πιο αδύνατο να Τον συλλάβει. Διότι εκείνο που μπορεί να συλληφθεί μπορεί ίσως να καταστεί σαφές με τη γλώσσα, αν όχι αρκετά καλά, τουλάχιστον ατελώς...»¹².
Το σημαντικότερο στοιχείο στην πατερική γνωσιολογία είναι ότι η μερική γνωσιμότητα των θείων πράξεων ή ενεργειών και η απόλυτη και ριζική αγνωσία και αμεθεξία της θείας ουσίας δεν είναι αποτέλεσμα φιλοσοφικής ή θεολογικής εικοτολογίας, όπως συμβαίνει στον Παύλο Σαμοσατέα, στον Αρειανισμό και στον Νεστοριανισμό¹³, αλλά της προσωπικής εμπειρίας της αποκάλυψης ή της μετοχής στην άκτιστη δόξα του Θεού μέσω του φωτισμού και της θεωρίας. Η διαλεκτική εικοτολογία δεν μπορεί ποτέ να γίνει πηγή αυθεντικής διδασκαλίας, σαν να μπορούσε η Εκκλησία, είτε μέσω ενός Πάπα είτε μέσω Συνόδων είτε μέσω Προτεσταντών βιβλικών επιστημόνων, να μετατρέψει την έρευνα σε δόγμα, όπως πίστευαν οι Φράγκοι και οι διάδοχοί τους.
Η αυθεντία για τη χριστιανική αλήθεια δεν είναι οι ίδιοι οι γραπτοί λόγοι της Βίβλου, οι οποίοι δεν μπορούν αφ’ εαυτών ούτε να εκφράσουν τον Θεό ούτε να μεταδώσουν μια επαρκή έννοια περί του Θεού, αλλά μάλλον ο μεμονωμένος Απόστολος, Προφήτης και Άγιος, ο οποίος δοξάζεται εν Χριστώ και ενώνεται, σε αυτή την εμπειρία της δόξας, με όλους τους φίλους του Θεού όλων των αιώνων.
Έτσι η Βίβλος, τα συγγράμματα των Πατέρων και οι αποφάσεις των Συνόδων δεν είναι αποκάλυψη, αλλά περί της αποκάλυψης. Η ίδια η αποκάλυψη υπερβαίνει λόγους και έννοιες, αν και εμπνέει εκείνους που μετέχουν στη θεία δόξα να εκφράζουν με ακρίβεια και αλανθάστως εκείνο που είναι ανέκφραστο με λόγους και έννοιες. Αρκεί τούτο: υπό την καθοδήγηση των Αγίων, οι οποίοι γνωρίζουν εκ πείρας, οι πιστοί γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι ο Θεός δεν πρέπει να ταυτίζεται με βιβλικούς λόγους και έννοιες που δείχνουν προς Αυτόν, έστω και αλαθήτως, όταν μελετώνται υπό την καθοδήγηση εκείνων που έχουν φθάσει στη θεωρία. Οι πιστοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι αίρεση να πιστεύει κανείς ότι οι βιβλικές έννοιες που εκφράζονται με λόγια θα μπορούσαν να διαπεραστούν από τον πιστεύοντα νου για την απόκτηση μιας διανοητικής κατανόησης του Θεού υπό την καθοδήγηση των Πατέρων. Η βιβλική γνώση περί Θεού οδηγεί σε υπερνοερή, υπερδιανοητική και υπεραισθητή γνώση του Θεού, η οποία και περιέχεται στη Βίβλο, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται υπεράνω των εκφράσεων περί Θεού μέσα στη Βίβλο.
Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχουν επισημανθεί μέχρι τώρα σε αυτή την εργασία, επιστρέφουμε στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, προκειμένου να επισημάνουμε το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί μόνο βιβλικά χωρία για να αποδείξει θέσεις ούτε περιορίζεται στην αποκαλυπτική εμπειρία των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων για να εκθέσει τα θεολογικά θεμέλια της αναίρεσης των Αρειανών, των Ευνομιανών και των Μακεδονιανών, αλλά χρησιμοποιεί επίσης
τη δική του εμπειρία αυτής της ίδιας αποκάλυψης της θείας δόξας στην ανθρωπότητα του Λόγου, ακριβώς όπως γίνεται και από άλλους Πατέρες της Εκκλησίας.
«Τι είναι αυτό που μου συνέβη, φίλοι μου, μύστες και συνέραστοι της αλήθειας; Έτρεχα για να συλλάβω τον Θεό, και έτσι ανέβηκα στο Όρος και πέρασα μέσα από τη Νεφέλη και βρέθηκα μέσα, μακριά από την ύλη και τα υλικά πράγματα, και όσο μπορούσα αποσύρθηκα μέσα στον εαυτό μου. Και τότε, όταν κοίταξα, μόλις που είδα τα οπίσθια του Θεού· και αυτό επειδή ήμουν σκεπασμένος από την Πέτρα, τον Λόγο που έγινε σάρκα για χάρη μας. Και όταν κοίταξα λίγο πιο προσεκτικά, είδα όχι την πρώτη και αμιγή φύση, γνωστή στον εαυτό της —την Τριάδα εννοώ— όχι εκείνη που παραμένει μέσα στο πρώτο καταπέτασμα και είναι κρυμμένη από τα Χερουβείμ· αλλά μόνο εκείνη [τη φύση] που τελικά φθάνει ακόμη και σε εμάς. Και αυτή είναι, όπως γνωρίζω, η μεγαλειότης ή, όπως την αποκαλεί ο άγιος Δαβίδ, η μεγαλοπρέπεια, η οποία φανερώνεται στα κτίσματα, τα οποία παρήγαγε και κυβερνά. Διότι αυτά είναι τα οπίσθια του Θεού, τα μετά από Αυτόν, ως σημεία Του...»¹⁴.
ζ. Η παράδοση αυτής της διάκρισης μεταξύ της πρώτης φύσης και της άκτιστης δόξας του Θεού, εκ των οποίων η πρώτη είναι γνωστή μόνο στον Θεό και η άλλη σε εκείνους στους οποίους ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του, βρίσκεται όχι μόνο στη Βίβλο και στους Ορθοδόξους Πατέρες, αλλά επίσης στον Παύλο Σαμοσατέα, στους Αρειανούς και στους Νεστοριανούς, όπως ήδη επισημάνθηκε. Οι τρεις αυτοί έχουν μια κοινή φιλοσοφική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία ο Θεός σχετίζεται με τα κτίσματα μόνο διά του θελήματος ή της ενέργειας και ποτέ κατά φύσιν, αφού οι φυσικές σχέσεις σημαίνουν αναγκαίες σχέσεις, οι οποίες θα μείωναν τον Θεό σε ένα σύστημα απορροών. Ο Παύλος Σαμοσατεύς και οι Νεστοριανοί υποστήριζαν ότι στον Χριστό ο Θεός ενώνεται με την ανθρωπότητα όχι κατά φύσιν, αλλά κατά θέληση. Οι Αρειανοί υποστήριζαν ότι ο Θεός σχετίζεται με τον υποστατικό Λόγο όχι κατά φύσιν, αλλά κατά θέληση, ενώ, επειδή ο Λόγος λαμβάνει την ύπαρξή Του από το μη ον διά του θελήματος του Πατρός και επομένως είναι κτιστός, παθητός και μεταβλητός κατά φύσιν, είναι ενωμένος κατά φύσιν, δηλαδή με αναγκαιότητα επιβεβλημένη από τον Θεό, με την ακρωτηριασμένη ανθρώπινη φύση Του.
Εναντίον αυτών των θέσεων οι Ορθόδοξοι Πατέρες υποστήριζαν ότι στον Χριστό ο Λόγος είναι ενωμένος με την ανθρωπότητά Του κατά φύσιν ή υποστατικώς, και ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιό Του κατά φύσιν, χωρίς το θέλημα να βρίσκεται σε αντίθεση προς εκείνο που ανήκει στον Θεό κατά φύσιν. Έτσι ο Θεός γεννά τον Λόγο και προβάλλει το Άγιο Πνεύμα κατά φύσιν από τη δική Του υπόσταση, και η Αγία Τριάδα κατά θέληση δημιουργεί τα κτίσματα από το μη ον και κατά θέληση σχετίζεται με τα κτίσματα, με εξαίρεση τον Λόγο, ο οποίος ενώνει υποστατικώς τον εαυτό Του με τη δική Του ανθρωπότητα¹⁵.
η. Στο σημείο αυτό πρέπει να θίξουμε την πιο σημαντική και πιο κεντρική πτυχή της βιβλικής και πατερικής Θεολογίας, η οποία από την εποχή του Αυγουστίνου έχει αγνοηθεί πλήρως από τις φραγκολατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, ακόμη και από τους σύγχρονους Ορθοδόξους υπό την επίδραση της μεταμεσαιωνικής ρωσικής θεολογίας.
Επειδή ο Αυγουστίνος μετέτρεψε τη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος
σε μια εικοτολογική άσκηση φιλοσοφικής και θεολογικής έρευνας, σε μια προσπάθεια να κατανοήσει αυτό το μυστήριο ορθολογικά, η απλότητα και ο σχηματικός και βιβλικός χαρακτήρας της διδασκαλίας χάθηκαν από το οπτικό πεδίο εκείνων που μόλις αναφέρθηκαν. Έτσι η ιστορία της διδασκαλίας περί της Αγίας Τριάδος περιορίστηκε στην αναζήτηση της εξέλιξης τέτοιων εννοιών και ορολογίας, η οποία οδήγησε σε φράσεις όπως Τρία Πρόσωπα ή Υποστάσεις, μία ουσία ή φύση, ομοούσιος, προσωπικές ή υποστατικές ιδιότητες, τρόποι υπάρξεως, μία θέληση, μία ενέργεια, μία θεότητα κ.λπ.
Για τους Πατέρες, τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς, όμως, η διδασκαλία περί της Τριάδος και η Χριστολογία είναι ταυτόσημη με την εμφάνιση του Λόγου μέσα στη δόξα Του στους Προφήτες, στους Αποστόλους και στους Αγίους. Ο Λόγος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια που μεταδίδεται μέσω αποκεκαλυμμένων λόγων, κτιστών όντων ή εννοιών, αλλά ταυτίζεται πάντοτε με τον συγκεκριμένο Άγγελο του Θεού, Κύριο της Δόξης, Άγγελο της Μεγάλης Βουλής, Κύριο Σαβαώθ και Σοφία του Θεού, ο οποίος εμφανίστηκε ο ίδιος στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και έγινε Χριστός με τη δική Του γέννηση ως άνθρωπος από την Παρθένο Θεοτόκο. Κανείς δεν αμφέβαλε ποτέ και όλοι πίστευαν σταθερά σε αυτή την ταυτότητα του Λόγου με αυτό το συγκεκριμένο Πρόσωπο, το οποίο αποκάλυψε μέσα στον εαυτό Του τον αόρατο Θεό της Παλαιάς Διαθήκης στους Προφήτες, με την ιδιόμορφη εξαίρεση του Αυγουστίνου, ο οποίος ως προς αυτό επηρεάζεται από τις γνωστικές και μανιχαϊκές παραδόσεις.
Η διαμάχη μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών/Ευνομιανών δεν αφορούσε το Ποιος είναι ο Λόγος στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Συμφωνούσαν ότι ο Λόγος είναι Εκείνος που εμφανίστηκε στους Προφήτες και που γεννήθηκε ως άνθρωπος από την Παρθένο. Διέφεραν ως προς το τι είναι ο Λόγος και ποια είναι η σχέση Του με τον Πατέρα.
Οι Ορθόδοξοι επέμεναν ότι οι Προφήτες είδαν τον Λόγο ως άκτιστο, απαθή και αμετάβλητο, ο οποίος πάντοτε υπήρχε από τον Πατέρα, ο οποίος κατά φύσιν γεννά τον Λόγο από τον εαυτό Του προ των αιώνων.
Οι Αρειανοί/Ευνομιανοί επέμεναν ότι οι Προφήτες είδαν τον Λόγο ως κτιστό, παθητό και μεταβλητό, ο οποίος λαμβάνει την ύπαρξή Του από το μη ον προ των αιώνων διά του θελήματος του Θεού.
Έτσι το βασικό ερώτημα μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών ήταν: είδαν οι Προφήτες και οι Απόστολοι μέσα στην άκτιστη δόξα του Θεού έναν κτιστό, παθητό και μεταβλητό Λόγο ή έναν άκτιστο, απαθή και αμετάβλητο Λόγο; Έναν Λόγο που είναι Θεός κατά φύσιν και, επομένως, έχει όλες τις ενέργειες και δυνάμεις του Θεού κατά φύσιν, ή έναν Θεό κατά χάριν, ο οποίος έχει ορισμένες αλλά όχι όλες τις ενέργειες του Πατρός, και αυτές μόνο κατά χάριν και όχι κατά φύσιν, αφού δεν έχει την ίδια ουσία ή φύση, αλλά διαφορετική ή κτιστή;
Τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Αρειανοί/Ευνομιανοί συμφωνούσαν κατ’ αρχήν ότι, εάν ο Λόγος έχει κάθε δύναμη και ενέργεια του Πατρός κατά φύσιν, τότε είναι άκτιστος. Αν όχι, είναι κτίσμα.
Εφόσον η Βίβλος είναι μαρτυρία περί του Ποιον και Τι είδαν οι Προφήτες και
οι Απόστολοι μέσα στη δόξα του Πατρός, η ίδια η Βίβλος, αν και δεν είναι η ίδια αποκάλυψη, θα αποκαλύψει αν ο Λόγος έχει ή όχι όλες τις ενέργειες και δυνάμεις του Πατρός κατά φύσιν. Έτσι θα γνωρίσουμε αν οι Προφήτες και οι Απόστολοι είδαν έναν κτιστό ή έναν άκτιστο Λόγο, ομοούσιο με τον Πατέρα ή όχι.
Μπορεί κανείς να δει καθαρά πώς για τους Πατέρες η ομοουσιότητα του Λόγου με τον Πατέρα δεν είναι μόνο εμπειρία των Αποστόλων και των Αγίων, αλλά και των Προφητών. Η διαφορά είναι ότι οι Προφήτες στη θεωρία είδαν τον Θεό μέσα στον Λόγο ή Άγγελο χωρίς σάρκα διά του Πνεύματος, ενώ οι Απόστολοι έλαβαν την ίδια αποκάλυψη, αλλά μέσα στην ανθρωπότητα και διά της ανθρωπότητας του Λόγου, ο οποίος γεννήθηκε ως άνθρωπος από τη Θεοτόκο και έτσι έγινε ομοούσιος με εμάς, ενώ είναι ομοούσιος με τον Πατέρα.
Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί το γεγονός ότι τόσο οι Ορθόδοξοι όσο και οι Αρειανοί/Ευνομιανοί χρησιμοποιούν αδιακρίτως τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη. Η επιχειρηματολογία είναι πολύ απλή. Καταρτίζουν έναν κατάλογο όλων των δυνάμεων και ενεργειών του Πατρός που καταγράφονται στη Βίβλο. Το ίδιο κάνουν και για τον Λόγο/Άγγελο της Δόξας. Έπειτα τα συγκρίνουν για να δουν αν είναι ταυτόσημα ή όχι. Το σημαντικό είναι να μην είναι όμοια, αλλά ταυτόσημα.
Παράλληλα προς αυτό, τόσο οι Αρειανοί όσο και οι Ορθόδοξοι συμφωνούν εναντίον των Σαβελλιανών και των Σαμοσατέων ότι ο Πατήρ και ο Υιός έχουν ατομικές υποστατικές ιδιότητες και τρόπους υπάρξεως που δεν είναι κοινοί, αν και δεν συμφωνούν ως προς το ποιοι είναι αυτοί.
Όταν η διαμάχη επεκτείνεται στην Υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, χρησιμοποιείται η ίδια ακριβώς μέθοδος θεολογίας.
Οποιεσδήποτε δυνάμεις και ενέργειες έχουν κοινές ο Πατήρ και ο Υιός, πρέπει να τις έχει και το Άγιο Πνεύμα, τόσο κοινές όσο και κατά φύσιν, προκειμένου να είναι Θεός κατά φύσιν.
Η πατερική θεολογική μέθοδος είναι σαφώς μη εικοτολογική· είναι αυθεντικώς εμπειρική· δεν είναι αφηρημένη· είναι απλή και σχηματική.
Διατυπωμένη απλά, ολόκληρη η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος μπορεί σχηματικά να αναχθεί σε δύο απλές δηλώσεις:
Ό,τι είναι κοινό στην Αγία Τριάδα, δηλαδή η ουσία, το θέλημα, η ενέργεια και η δύναμη, είναι κοινό και ταυτόσημο και στις Τρεις Υποστάσεις.
Ό,τι είναι υποστατικό ή υποστατική ιδιότητα ή τρόπος υπάρξεως είναι ριζικά ατομικό και ακοινώνητο και ανήκει μόνο σε Ένα Πρόσωπο ή Υπόσταση.
Έτσι έχουμε τὰ κοινά και τὰ ἀκοινώνητα, εκείνο που είναι κοινό και εκείνο που είναι ακοινώνητα ατομικό.
Έχοντας αυτό κατά νουν, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί οι Ρωμαίοι δεν έπαιρναν πολύ στα σοβαρά το φραγκικό filioque ως θεολογική θέση, ιδίως ως θέση που υποτίθεται ότι θα βελτίωνε το Σύμβολο της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, και γιατί το διακωμωδούσαν με συλλογιστικά αστεία, έως ότου οι Φράγκοι μπόρεσαν να κατακτήσουν την Ανατολική Ρωμανία και να στηρίξουν τις φανταστικές θεολογικές τους αξιώσεις με μια απίστευτη αυτοπεποίθηση και με κοφτερό σπαθί.
θ. Σε κάθε περίπτωση, η επιχειρηματολογική διαδικασία της πατερικής θεολογικής μεθόδου είναι πάντοτε παράλληλη προς την εμπειρία της θεωρίας της δόξας του Θεού στην ανθρωπότητα του Χριστού και ελέγχεται από αυτήν. Αυτή η εμπειρία επαληθεύει και πιστοποιεί την ορθή ερμηνεία της μαρτυρίας της Βίβλου:
για την αποκαλυπτική συνάντηση μεταξύ του Λόγου και των φίλων Του, των Προφητών και των Αποστόλων, μέσα στους οποίους έρχεται και κατοικεί μαζί με τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι και αποκαλύπτει άκτιστους άρρητους λόγους που υπερβαίνουν τις έννοιες·
για το άκτιστο του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος και την ενότητά Τους κατά φύσιν με τον Πατέρα και την ταυτότητα της άκτιστης δόξας, βασιλείας, χάριτος, θελήσεώς Τους κ.λπ.· και
για το ακοινώνητο των υποστατικών ιδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του ακοινώνητου της ενανθρώπησης του Λόγου και της ατελεύτητης αιωνιότητας της ανθρωπότητας του Λόγου, μέσα στην οποία το Άγιο Πνεύμα οικοδομεί την Εκκλησία από την Πεντηκοστή έως τη συντέλεια.
Η αποκαλυπτική εμπειρία της δόξας του Θεού πιστοποιεί επίσης τη βιβλική διδασκαλία ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία ομοιότητα μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν άκτιστα καθόλου, των οποίων τα κτίσματα δήθεν είναι αντίγραφα. Κάθε μεμονωμένο κτίσμα εξαρτάται από την άκτιστη δόξα του Θεού, η οποία αφενός είναι απολύτως απλή, αλλά όμως διαιρείται αδιαιρέτως μεταξύ και εντός των επιμέρους κτισμάτων· και όλος ο Θεός είναι παρών σε κάθε ενέργεια ταυτοχρόνως, ενώ ο Θεός είναι επίσης κατά θέληση πανταχού παρών και, συγχρόνως, κατά φύσιν πανταχού απών, εκτός από την υποστατική ένωση του Λόγου με την ανθρώπινη φύση Του.
Το Άγιο Πνεύμα οδήγησε τους Προφήτες στην Αλήθεια και τους Αποστόλους σε όλη την Αλήθεια κατά την Πεντηκοστή, όχι με την αποκάλυψη εννοιοφόρων λογικών αληθειών που δεν ήταν προηγουμένως γνωστές, αλλά με την εμπειρία της νέας παρουσίας της ανθρωπότητας του Χριστού, η οποία συνέστησε και συνιστά την Εκκλησία νικήτρια επί του θανάτου και της δυνάμεως του διαβόλου, ώστε ο θάνατος να μην μπορεί πλέον να κατισχύει της Εκκλησίας, όπως συνέβαινε στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι όλος ο Χριστός, και όχι μέρος Του, είναι παρών σε κάθε φίλο του Θεού, όχι μόνο κατά την άκτιστη βασιλεία, δόξα ή θεότητα, αλλά και κατά την κτιστή ανθρωπότητα του Χριστού.
Από την άποψη της άκτιστης πραγματικότητας του Θεού, η οποία υπερβαίνει τις έννοιες, οι Προφήτες και οι Απόστολοι βίωσαν τον ίδιο δοξασμό μέσα στον Λόγο/Χριστό. Επομένως, από την άποψη της Ενανθρώπησης, του Θανάτου, της Αναστάσεως και της Αναλήψεως του Χριστού και της νέας παρουσίας Του εν Πνεύματι κατά την Πεντηκοστή, η οποία εγκαθιδρύει την Εκκλησία ως Σώμα Του, αποκαλύπτεται όλη η Αλήθεια από το Άγιο Πνεύμα στους Αποστόλους και σε όλους εκείνους που μετά από αυτούς μετέχουν στη θεωρία. Από την Πεντηκοστή και εξής, κάθε περίπτωση δοξασμού ενός Αγίου, με άλλα λόγια ενός Αγίου που έχει όραση της άκτιστης δόξας του Θεού μέσα στην ανθρωπότητα του Χριστού ως πηγή της, είναι επέκταση της Πεντηκοστής σε διάφορα επίπεδα εντάσεως.
Αυτή η εμπειρία περιλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνει ολόκληρο τον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένου του νου του ανθρώπου. Έτσι η εμπειρία παραμένει μυστήριο για τον νου που έχει θεωρία και δεν μπορεί να μεταδοθεί διανοητικά σε άλλον. Έτσι η γλώσσα μπορεί να δείχνει προς αυτή την εμπειρία, αλλά δεν μπορεί να τη μεταδώσει. Ο πνευματικός πατέρας μπορεί να οδηγήσει προς τη θεωρία, αλλά δεν μπορεί να την παραγάγει· η θεωρία είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος.
Όταν, επομένως, οι Πατέρες προσθέτουν όρους στη βιβλική γλώσσα που χρησιμοποιείται περί Θεού και της σχέσης Του με τον κόσμο, όπως υπόσταση, ουσία, φύση, ομοούσιος, ένωση κατά φύσιν, ένωση κατά θέληση κ.λπ., δεν το κάνουν επειδή βελτιώνουν την τρέχουσα κατανόηση σε αντίθεση με μια προηγούμενη εποχή. Η Πεντηκοστή δεν μπορεί να βελτιωθεί ούτε ως αποκάλυψη ούτε ως κατανόηση, οι οποίες για τους Πατέρες είναι το ίδιο, όπως είδαμε. Το μόνο που κάνουν είναι να υπερασπίζονται τη ζωντανή παράδοση της πεντηκοστιανής εμπειρίας, η οποία υπερβαίνει τους λόγους, στη γλώσσα της εποχής τους, επειδή μια συγκεκριμένη αίρεση οδηγεί τους πιστούς μακριά από αυτή την εμπειρία και όχι προς αυτήν· και αυτό σημαίνει πνευματικό θάνατο για εκείνους που παραπλανώνται.
Για τους Πατέρες, αυθεντία δεν είναι μόνο η Βίβλος, αλλά η Βίβλος μαζί με τους δοξασμένους, δηλαδή τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Αγίους. Η Βίβλος ως βιβλίο δεν είναι αφ’ εαυτής ούτε θεόπνευστη ούτε αλάθητη. Γίνεται θεόπνευστη και αλάθητη μέσα στην κοινωνία των Αγίων, οι οποίοι έχουν την εμπειρία της θείας δόξας που περιγράφεται, αλλά δεν μεταδίδεται, από τη Βίβλο. Για εκείνους που βρίσκονται έξω από τη ζωντανή παράδοση της θεωρίας, η Βίβλος είναι ένα Βιβλίο που δεν ξεκλειδώνει τα μυστήριά του.
Δεν μπορώ να δω πώς μπορεί κανείς να αποφύγει το συμπέρασμα ότι αυτό βρίσκεται σε τέλεια συμφωνία με την κατανόηση των επιστημονικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται σήμερα. Κάθε επιστήμη έχει τη δική της γλώσσα, η οποία μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο από όσους έχουν μυηθεί στην εν λόγω ειδικότητα, από εκείνους που είναι ήδη ειδικοί. Πώς μπορεί κανείς να αρχίσει να κατανοεί τι σημαίνει θεωρία, αν δεν βρίσκεται σε επαφή με τη ζωντανή παράδοση της θεωρίας; Και η ζωντανή παράδοση της θεωρίας δεν αποτελείται μόνο από βιβλία περί θεωρίας, αλλά από εκείνους που έχουν θεωρία και, επομένως, γνωρίζουν και περί τίνος ομιλούν αυτά τα βιβλία και πώς να διδάξουν άλλους να τα διαβάζουν. Η Βίβλος είναι ένα τέτοιο βιβλίο, τα συγγράμματα των Πατέρων είναι τέτοια βιβλία, και οι αποφάσεις των Συνόδων ανήκουν επίσης σε αυτή την κατηγορία κειμένων, αφού παράγονται από τους Πατέρες που εργάζονται συλλογικά.
Συνεχίζεται με:
Β. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΗΝ ΠΑΙΖΕΙ ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ ΣΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ, ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΡΗΤΗ ΚΑΙ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΚΑΘΕ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΕΩΣ
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου