Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Περί αναλογίας και ιεραρχίας 1 Χρήστου Γιανναρά

Περί αναλογίας και ιεραρχίας 1
Χρήστου Γιανναρά
Περιλαμβάνεται στο «Το πρόσωπο και ο έρως», Μέρος Τρίτο: Η “σημαντική” της προσωπικής φανέρωσης, κεφ. 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΠΕΡΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ

§ 70. Ἡ ὁδὸς τῆς ἀναλογικῆς γνώσης.

Ἡ ἐκδοχὴ τῆς γνώσης ὡς ὑπαρκτικοῦ προβλήματος, ἡ σύνδεση τῆς γνώ-στικῆς δυνατότητας μὲ τὴ δυναμικὴ τῆς σχέσης ὡς «τρόπου τῆς ὑπάρ-ξεως», μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια τῆς ἱεραρχίας, ποὺ εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ ὁ τρόπος γιὰ τὴν ἄρθρωση τῆς σχέσης (τὴ μετάδοση καὶ οἰκείωση τῆς γνώσης), ἡ ἀναφορὰ τῆς γνωστικῆς δυνατότητας στὰ διαδοχικὰ στάδια ἢ ἐπίπεδα τῆς ὑπαρκτικῆς γνησιότητας ἢ πνευματικῆς τελειότητας τοῦ ἀνθρώπου.[ΑΥΤΗ Η ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ ΆΦΗΣΕ ΣΆΝ ΣΤΉΛΗ ΆΛΑΤΟΣ ΤΟΎΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑ ΑΤΕΝΙΖΟΥΝ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΑ ΣΟΔΟΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΚΑΘΟΤΙ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΝΑ ΚΥΤΤΑΞΟΥΝ ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΝ ΠΡΙΝ ΧΡΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟΥΣ , ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΗΤΟΥ. ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΝΑ ΑΡΝΗΘΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΟΠΩΣ Ο ΟΡΦΕΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΙΔΙΚΗ.]

α. Ἡ πλατωνικὴ ἀναλογία.

Ἡ ἀλήθεια τῆς ἱεραρχίας ἑρμηνεύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κατανόησε ἡ χριστιανικὴ ᾿Ανατολὴ τὴν ἀναλογικὴ μετοχὴ στὴ γνώση, τὴν ἀναλο-γικὴ ὁδὸ γνώσεως. Ἡ ἀναλογικὴ δυνατότητα τῆς γνώσης ἔχει, ὁπωσδή-ποτε, τὴν ἀφετηρία τῆς νοηματικῆς της διατύπωσης στὸν Πλάτωνα. Σύμφωνα μὲ τὴν πλατωνικὴ ἀντίληψη, κάθε ὂν μετέχει «ἀνὰ τὸν λόγον» στὴν ἰδέα του καὶ κάθε ἰδέα εἶναι «τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον, ὃν τἀγαθὸν ἐγέννησεν ἀνάλογον ἑαυτῷ». Ὁ λόγος ἀντιπροσωπεύει τὴ δυνατότητα γνωστικῆς μετοχῆς στὴν ἀλήθεια τοῦ ὄντος μέσω τῆς ἀναλογίας ὄντων καὶ ἰδεῶν (τὸ ὃν ἔχει «τὸν αὐτὸν λόγον» μὲ τὴν ἰδέα του), ἑπομέ-νως ἀντιπροσωπεύει καὶ τὴ δυνατότητα μετοχῆς στὸ ἀγαθὸ μέσω τῆς ἀναλογίας ἰδεῶν καὶ ἀγαθοῦ. Ἡ πρόσβαση στὴν ἀναλογία ὄντων καὶ ἰδεῶν γίνεται ἀμεσότερα προσιτὴ μὲ κάθε δημιουργικὴ πράξη. Κάθε δη-μιουργικὴ πράξη φανερώνει (φέρνει στὸ φῶς) τὸν κοινὸ λόγο ἰδέας καὶ ποιήματος, δηλαδὴ προϋποθέτει τὴ «θέα» τῆς ἰδέας τοῦ ποιήματος, ἐνῶ ἡ ἴδια ἡ ἰδέα παραμένει «ἐπέκεινα» ἀπὸ κάθε δημιουργικὴ δυνατότητα: «Οὐκοῦν καὶ εἰώθαμεν λέγειν ὅτι ὁ δημιουργὸς ἑκατέρου τοῦ σκεύους πρὸς τὴν ἰδέαν βλέπων οὕτω ποιεῖ ὁ μὲν τὰς κλίνας ὁ δὲ τὰς τραπέζας, αἷς ἡμεῖς χρώμεθα, καὶ τἆλλα κατὰ ταὐτά· οὐ γάρ που τήν γε ἰδέαν αὐτὴν δημιουργεῖ οὐδεὶς τῶν δημιουργῶν»1.[ΤΌ ΑΝΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ; ΑΧ ΧΡΗΣΤΟ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΕΙΧΕ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙ ΛΟΓΟΥΣ ΚΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΥΣ ΣΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΑ. ΤΗΝ ΜΙΜΗΘΗΚΕ ΚΑΙ Ο ΚΑΝΤ]

(1. Ἡ ἀναλογία, ὡς γνωστικὴ δυνατότητα καὶ μέθοδος, ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν ᾿Αριστοτέλη ὡς τὸν Θωμᾶ ᾿Ακινάτη καὶ τοὺς Νεοθωμιστές, εἶναι ἕνα θέμα τόσο ἐκτεταμένο, ποὺ ἡ συστηματικὴ καὶ ἱστορική του ἐξέταση θὰ ἀπαιτοῦσε μιὰ Ξεχωριστὴ ἐκτενέστατη μελέτη. Ἐδῶ περιοριζόμαστε στὴν ἁπλὴ ἐπισήμανση ὁρι-σμένων πλευρῶν τοῦ θέματος, ποὺ βοηθοῦν, θετικὰ ἢ ἀντιθετικά, στὴν προσέγγι-ση τῆς ἀλήθειας τῆς ἱεραρχίας.

2. Πολιτεία ΣΤ, 508b 12-13.)

Γνωρίζοντας τὸν λόγο τῶν ὄντων «θεωροῦμε» τὴν ἀλήθεια τῶν ἰδεῶν, μετέχουμε ἀναλογικὰ στὸν χῶρο τῶν ἄφθαρτων καὶ αἰώνιων ἀληθειῶν. Αὐτὴ ἡ «θεωρία» εἶναι μέ-θεξη στὸ ἀγαθό, γιατὶ τὸ ἀγαθὸ εἶναι «τὸ τὴν ἀλήθειαν παρέχον τοῖς γιγνωσκομένοις καὶ τῷ γιγνώσκοντι τὴν δύναμιν ἀποδιδόν». Τὸ ἀγαθὸ μετέχεται «ἀναλόγως» μέσω τῆς θεωρίας τῶν ἰδεῶν ἢ οὐσιῶν, γιατὶ εἶναι αὐτὸ ἡ αἰτία τόσο τῶν οὐσιῶν ὅσο καὶ τῆς «θεωρίας» τους, ὄντας τὸ ἴδιο «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας» – «ἀμήχανον κάλλος». Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ «ἀνὰ τὸν λόγον» γνώση της καὶ οἱ «οὐσιώδεις» φανερώσεις της εἶναι «προϊόντα» τοῦ ἀγαθοῦ καὶ δυνατότητες ἀναλογικῆς μέθεξης στὸ ἀγαθό.[ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΓΑΘΟ ΘΕΣ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΝΑ ΤΟ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ. ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΙΡΕΣΕ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ  ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΑΓΑΘΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΡΥΝΗ. . ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ]

(1. Πολιτεία Ι, 596b 6-10. Καὶ αὐτὸς ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ποὺ ἐμφανί-ζεται στὸν Τίμαιο, «ὡς πρὸς τὸ ἀΐδιον ἔβλεπεν», θεωροῦσε τὶς προϋπάρχουσες ἰδέες προκειμένου νὰ δημιουργήσει τὰ ὅσα συνθέτουν τὸν κόσμο (βλ. Τίμ. 29a 3).

2. Πολιτεία ΣΤ, 508e 1-2.

3. Πολιτεία ΣΤ, 509b 6-10: Καὶ τοῖς γιγνωσκομένοις τοίνυν μὴ μόνον τὸ γιγνώσκεσθαι φάναι ὑπὸ τοῦ ἀγαθοῦ παρεῖναι, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναί τε καὶ τὴν οὐσίαν ὑπ᾽ ἐκείνου αὐτοῖς προσεῖναι, οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλ᾽ ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβείᾳ καὶ δυνάμει ὑπερέχοντος.

4. Οὕτω τοίνυν καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ὧδε νόει· ὅταν μὲν οὗ καταλάμπει ἀλήθειά τε καὶ τὸ ὄν, εἰς τοῦτο ἀπερείσηται, ἐνόησέν τε καὶ ἔγνω αὐτὸ καὶ νοῦν ἔχειν φαί-νεται· ὅταν δὲ εἰς τὸ τῷ σκότῳ κεκραμένον, τὸ γιγνόμενόν τε καὶ ἀπολλύμενον, δο-ξάζει τε καὶ ἀμβλυώττει ἄνω καὶ κάτω τὰς δόξας μεταβάλλον καὶ ἔοικεν αὖ νοῦν οὐκ ἔχοντι. Πολιτεία ΣΤ, 508d 4-9.)

Τὸ ὄργανο ἢ ὁ τρόπος γιὰ τὴ γνώση – θεωρία καὶ τὴ μέθεξη εἶναι ὁ νοῦς, καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι ἐδῶ ὁ νοῦς δὲν περιορίζεται στὴ διανοητικὴ ἁπλῶς ἱκανότητα, ἀλλὰ ἀντιπροσωπεύει τὴν καθολικὴ γνωστικὴ δυνατότητα τῆς ψυχῆς. Ὁ νοῦς μετέχει στὸ ἀγαθὸ μὲ τρόπο ἀνάλογο μὲ αὐτὸν ποὺ ἡ ὅραση μετέχει στὴ θέα τοῦ ἥλιου: Ἡ ὅραση τοῦ ἥλιου δὲν εἶναι ἡ ἴδια ἥλιος, ἀλλὰ εἶναι ἡ «ἡλιοειδέστατη» αἴσθηση, καὶ ὁ ἥλιος δὲν εἶναι ὅραση, ἀλλὰ ἡ αἰτία τῆς ὅρασης¹. Ἔτσι καὶ ὁ νοῦς δὲν εἶναι τὸ ἀγαθό, ἀλλὰ «ἀγαθοειδής»· εἶναι ἡ κατεξοχὴν δυνατότητα «θέας» τοῦ ἀγαθοῦ, καὶ τὸ ἀγαθὸ δὲν εἶναι νοῦς, ἀλλὰ ἡ αἰτία τοῦ νοῦ.[ΕΦΟΣΟΝ ΑΤΕΝΙΣΕΙ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΑΓΑΘΟ. ΑΥΤΗ Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΙΣ ΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ]

Ἡ ἀναλογία ποὺ συνδέει τὴν «ἡλιοειδέστατη» ὅραση μὲ τὸν ἥλιο καὶ τὸν «ἀγαθοειδὴ» νοῦ μὲ τὸ ἀγαθό, εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς γνωστικῆς «μέθεξης», δυνατότητα δεδομένη ἀλλὰ καὶ δυναμικὰ ἐνδεχόμενη: Ἡ ἀναλογία ἀντιπροσωπεύει τὸν λόγο τῆς ἐπιτηδειότητας τῶν ὀφθαλμῶν νὰ δεχθοῦν τὸ φῶς ἢ τῆς ἐπιτηδειότητας τοῦ νοῦ νὰ ἀναγνωρίσει τὸ ἀγαθό. «Οἱ ὀφθαλμοί, ὅταν πιὰ κανεὶς δὲν τοὺς κατευθύνει ἐπάνω σὲ πράγματα ποὺ τὰ χρώματά τους τὰ χτυπᾶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀλλὰ ἡ ἀστροφεγγιὰ τῆς νύχτας, χάνουν τὴν ξαστεράδα τους καὶ δείχνονται σχεδὸν τυφλοί, ὡσὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε μέσα τους καθαρὴ ὄψη. Ὅταν ὅμως τοὺς κατευθύνει ἐπάνω σὲ πράγματα φωτισμένα ἀπὸ ὁλόλαμπρον ἥλιο, βλέπουν ξεκάθαρα, καὶ τὰ ἴδια αὐτὰ μάτια δείχνονται πὼς ἔχουν μέσα τους καθαρὴ ὄψη. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ψυχή· ὅταν στηρίξει τὴ ματιά της ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἁπλωμένη ἡ λάμψη τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ ὄντος, τότε μὲ μιᾶς τὸ ἀντιλαμβάνεται, τὸ γνωρίζει καὶ δείχνεται πὼς ἔχει νοῦ· ὅταν ὅμως ἡ ματιά της πέσει ἐπάνω στὴν περιοχὴ ποὺ εἶναι ἀνακατωμένη μὲ τὸ σκότος, στὸ γεννώμενο καὶ ἀφανιζόμενο, τότε μπλέ-κεται σὲ δοξασίες καὶ δείχνεται μυωπική, φέρνει ἄνω-κάτω τὶς δοξασίες καὶ μοιάζει μὲ ὂν ποὺ δὲν ἔχει νοῦ»².

(1. Οὐκ ἔστιν ἥλιος ἡ ὄψις οὔτε αὐτὴ οὔτ᾽ ἐν ᾧ ἐγγίγνεται, ὃ δὴ καλοῦμεν ὄμμα.

- Οὐ γὰρ οὐν. – ᾿Αλλ᾿ ἡλιοειδέστατόν γε οἶμαι τῶν περὶ τὰς αἰσθήσεις ὀργάνων. Πολύ γε. Οὐκοῦν καὶ τὴν δύναμιν ἣν ἔχει ἐκ τούτου ταμιευομένην ὥσπερ ἐπίρρυ-τον κέκτηται; Πάνυ μὲν οὖν. – ᾿Αρ᾿ οὖν οὐ καὶ ὁ ἥλιος ὄψις μὲν οὐκ᾿ ἔστιν, αἴτιος δ᾽ ἂν αὐτῆς ὁρᾶται ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης; – Οὕτως ἡ δ᾽ ὅς. Τοῦτον τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, φάναι με λέγειν τὸν τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον, ὃν τἀγαθὸν ἐγέννησεν ἀνάλογον ἑαυτῷ, ὅτιπερ αὐτὸ ἐν τῷ νοητῷ τόπῳ πρός τε νοῦν καὶ τὰ νοούμενα, τοῦτο τοῦτον ἐν τῷ ὁρατῷ πρός τε ὄψιν καὶ τὰ ὁρώμενα. Πολιτεία ΣΤ, 5088 11-c2.

2. Πολιτεία ΣΤ, 508c 4-d9, στὴ μετάφραση Κ.Δ. Γεωργούλη, Πλάτωνος Πολιτεία, Β΄ Ἔκδοσις, ᾿Αθῆναι (Εκδ. Σιδέρη) 1963.)

Ἡ πλατωνική, λοιπόν, ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας δὲν εἶναι συγκριτική ποσοτήτων ἢ μεγεθῶν, δὲν εἶναι ἀναλογία ἀριθμητικῶν σχέσεων καὶ μετρητῶν λόγων ὁμοιότητας. Ἡ ἀναλογία εἶναι εἰκονιστικὴ σχέση, σχέση τῆς εἰκόνας μὲ τὸ εἰκονιζόμενο, καὶ ἡ γνώση αὐτῆς τῆς σχέσης εἶναι δυναμικό γεγονός, προϋποθέτει τὴ γνωστικὴ ἐπιτηδειότητα τοῦ νοῦ, τὴ μετοχὴ ἢ μέθεξη τοῦ νοῦ στὸ εἰκονιζόμενο μέσω τῆς εἰκόνας του.

Μὲ ἄλλα λόγια: ἡ ἀναλογία, ὡς εἰκονιστικὴ σχέση,[Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΕΡΩΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΓΕΜΙΖΕ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΦΡΟΥΝΤ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΕ ΣΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ] προϋποθέτει γενικότερα τὸν λόγο ὡς γνωστικὴ δυνατότητα μετοχῆς καὶ μέθεξης, καὶ ὄχι τὸν λόγο ὡς ἀποδεικτικὴ διαπίστωση μετρητῶν – ποσοτικῶν σχέσεων. Τὸ κλασικὸ παράδειγμα ἀναλογίας στὸν Γοργία («δ κομμωτική πρὸς γυμναστικήν, τοῦτο σοφιστικὴ πρὸς νομοθετικήν, καὶ ὁ ὀψοποιικὴ πρὸς ἰατρικήν, τοῦτο ρητορικὴ πρὸς δικαιοσύνην»1) προϋποθέτει, ἀκρι-βῶς, τὴν ἐμπειρία τῆς ταυτότητας τῶν λόγων, τὴ βιωματικὴ γνώση τῶν ἀναλογικῶν αὐτῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὁ Πλάτων φαίνεται νὰ εἶχε σαφὴ ἐπίγνωση τῶν κινδύνων πλάνης ποὺ ἐγκυμονεῖ ἡ ἀποδεικτικὴ ἀπολυτοποίηση τῆς ἀναλογικῆς σχέσης, γι' αὐτὸ καὶ σημειώνει στὸν Σοφιστή: «Τὸν δὲ ἀσφαλῆ δεῖ πάντων μάλιστα περὶ τὰς ὁμοιότητας ἀεὶ ποιεῖσθαι τὴν φυλακήν· ὀλισθηρότατον γὰρ τὸ γένος»1.

β. Ἡ ἀριστοτελικὴ ἀναλογία.

Ἡ ἀντικειμενική, ὡστόσο, διατύπωση τῆς ἀναλογικῆς σχέσης («ἀνα-λογίαν ἔχειν πρός τι = τὸν αὐτὸν λόγον ἔχειν») ἰσχύει, ὁπωσδήποτε, καὶ γιὰ τὶς καθαρὰ μετρικὲς – ποσοτικὲς σχέσεις· ἴσως ἡ ἴδια ἡ προέλευση τῆς ἀναλογίας νὰ εἶναι καταρχὴν μαθηματικὴ καὶ ὄχι συγκριτική ποιοτικῶν ὁμοιοτήτων. Πάντως, στὰ χρόνια τοῦ Πλάτωνα, οἱ Ἕλληνες γνωρίζουν τὴ μαθηματικὴ ἔννοια τῆς ἀναλογίας – τὴ σχέση α:β= γ:δ (π.χ. 2:3=4:6) καὶ τὰ παράγωγα αὐτῆς τῆς σχέσης.

(1. Γοργίας 465c 1-3.

2. Σοφιστής 231a 6-8.

3. Ἡ θεωρία τῶν μαθηματικῶν ἀναλογιῶν λέγεται πὼς ὀφείλεται στὸν Ἕλληνα μαθηματικὸ Εὔδοξο τὸν Κνίδιο (408-355 π.Χ.). Βλ. Arpad Szabo, ᾿Απαρχαὶ τῶν ῾Ἑλληνικῶν Μαθηματικῶν, ἑλλην. μτφρ. Τεγοπούλου - Σταθακοπούλου, ᾿Αθῆναι (Ἔκδ. Τεχν. Επιμελητηρίου) 1973, σελ. 143 κ.ἑ. Ἡ ἔννοια πάντως τῆς ἀναλο-γίας ἀπαντᾶται καὶ σὲ προγενέστερους Ἕλληνες φιλοσόφους (βλ. Diels-Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, ΙΙΙ, σελ. 43). ῾Ο Szabo (σελ. 205 καὶ 219) ση-μειώνει, σχετικὰ μὲ τὴ μαθηματικὴ προέλευση τῆς ἀναλογίας: «Ἡ ἰδία αὐτὴ λέξις (ἀναλογία) δὲν ἦτο ἀρχικῶς γραμματικὴ ἢ γλωσσολογικὴ εἰδικὴ ἔκφρασις, ἀλλὰ μαθηματικὴ ἔκφρασις. Εἶναι πράγματι κατάδηλον ὅτι ἡ λέξις ἀναλογία εἶναι μία ἐξέλιξις τῆς εἰς τὰ Μαθηματικὰ χρησιμοποιουμένης ἐκφράσεως λόγος. Διότι ἀφοῦ εἰς τὰ Μαθηματικὰ λόγος ἦτο ἡ πρὸς ἀλλήλους σχέσις δύο ἀριθμῶν ἢ μεγεθῶν (α:β), καὶ ἡ ἀναλογία ἐξέφραζε τὸ ζεῦγος τῶν σχέσεων, δηλ. αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἐπο-χῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐπρότεινεν ὁ Κικέρων, μεταφράζεται λατινιστί propor-tio (a:b=c:d)... Παρὰ Πλάτωνι (ἤδη) ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι πλέον μαθηματική μόνον ἔκφρασις. Φαίνεται ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἡ καθαρῶς μαθηματικὴ εἰδι-κὴ ἔκφρασις παρελήφθη ἤδη ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῶν μορφωμένων. Καὶ τελικῶς ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἀναλογία παρὰ ᾿Αριστοτέλει εἶναι μία 'φιλοσοφική ἔκφρασις'.)

Τὸ κρίσιμο γιὰ τὴ φιλοσοφία πρόβλημα εἶναι ἡ μεταφορὰ τῆς μαθηματικῆς ἀναλο-γίας, ὡς γνωσιοθεωρητικῆς καὶ ἀποδεικτικῆς ἀρχῆς, στὸν χῶρο διερευ-νήσεως τῆς ἀλήθειας. Πρῶτος ὁ ᾿Αριστοτέλης μεταφέρει τὴ μαθηματι-κὴ ἔννοια τῆς ἀναλογίας στὸν χῶρο τῆς ᾿Ἠθικῆς, γιὰ νὰ ἀποδείξει «τὸ δίκαιον ἀνάλογον», «τὸ δὲ ἄδικον τὸ παρὰ τὸ ἀνάλογον». Ὁρίζει τὴν ἀναλογία ὄχι ὡς ταυτότητα (ποιοτικῶν) λόγων, ἀλλὰ ὡς ἰσότητα (πο-σοτικῶν) λόγων, γιατί μόνο στὴν ποσοτική – μετρητὴ ἀναλογία εἶναι δυνατὸ νὰ στηριχθεῖ ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου στὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας.[ΑΝΑΛΟΓΟΝ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΧ ΧΡΗΣΤΟ]

Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητας ὁδηγεῖ τὸν ᾿Αριστοτέλη νὰ εἰσαγάγει στὸν χῶρο τῆς ᾿Ἠθικῆς τὴν ἔννοια τοῦ «τρίτου τῆς συγκρί-σεως» (tertium comparationis), δηλαδὴ ἑνὸς ἀντικειμενικοῦ μέτρου γιὰ τὴν ποιοτικὴ ἐξίσωση καὶ τὴν ἀντικειμενικὴ μέτρηση τοῦ παραγό-μενου ἀπὸ κάθε μέλος τῆς κοινωνίας ἔργου καὶ τὴν ἀναλογικὴ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου. Τὸ συγκεκριμένο αὐτὸ μέτρο συγκρίσεως στὸν χῶρο τῆς κοινωνικῆς συναλλαγῆς εἶναι τὸ νόμισμα (τὸ χρῆμα). Τὸ νόμισμα ἐξι-σώνει καὶ μετράει τὴν παραγωγὴ ἔργου, εἴτε γιὰ τὰ ὑποδήματα πρόκειται, ποὺ κατασκευάζει ὁ σκυτοτόμος, εἴτε γιὰ τὴν οἰκία, ποὺ χτί-ζει ὁ οἰκοδόμος.

(1. Ἔσται ἄρα ὡς ὁ α ὅρος πρὸς τὸν β, οὕτως ὁ γ πρὸς τὸν δ, καὶ ἐναλλὰξ ἄρα ὡς ὁ α πρὸς τὸν γ, ὁ β πρὸς τὸν δ, ὥστε καὶ τὸ ὅλον πρὸς τὸ ὅλον· ὅπερ ἡ νομὴ συνδυάζει, κἂν οὕτω συντεθῇ, δικαίως συνδυάζει. Ἡ ἄρα τοῦ α ὅρου τῷ γ καὶ ἡ τοῦ β τῷ δ σύζευξις τὸ ἐν διανομῇ δίκαιόν ἐστι, καὶ μέσον τὸ δίκαιον τοῦτ᾽ ἐστί, (τὸ δ᾽ ἄδικον) τὸ παρὰ τὸ ἀνάλογον· τὸ γὰρ ἀνάλογον μέσον, τὸ δὲ δίκαιον ἀνάλογον. Η-θικά Νικομάχεια V 3, 1131b 5-12.

2. Ἡ γὰρ ἀναλογία ἰσότης ἐστὶ λόγων. Ηθικά Νικομάχεια V 3, 11312 31.

3. ᾿Ηθικά Νικομάχεια V 5, 11338 16-24: Οὐ γὰρ ἐκ δύο ἰατρῶν γίνεται κοι-νωνία, ἀλλ᾽ ἐξ ἰατροῦ καὶ γεωργοῦ καὶ ὅλως ἑτέρων καὶ οὐκ ἴσων· ἀλλὰ τούτους δεῖ ἰσασθῆναι διὸ πάντα συμβλητὰ δεῖ πως εἶναι, ὧν ἐστὶν ἀλλαγή, ἐφ᾿ ὁ τὸ νόμισμα ἐλήλυθε, καὶ γίνεταί πως μέσον· πάντα γὰρ μετρεῖ, ὥστε καὶ τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν ἔλλειψιν, πόσα ἄττα δὴ ὑποδήματ᾽ ἴσον οἰκίᾳ ἢ τροφῆ δεῖ τοίνυν ὅπερ οἰκοδόμος πρὸς σκυτοτόμον, τοσαδὶ ὑποδήματα πρὸς οἰκίαν ἢ τροφήν.)

Εἶναι συμβατικὸ μέτρο συγκρίσεως τὸ νόμισμα, «ὑπάλ-λαγμα τῆς χρείας γέγονε κατὰ συνθήκην· καὶ διὰ τοῦτο τοὔνομα ἔχει νόμισμα, ὅτι οὐ φύσει ἀλλὰ νόμῳ ἐστί»¹. ᾿Αντιπροσωπεύει, ὡστόσο, τὴν ἀντικειμενικὴ δυνατότητα γιὰ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀναλο-γικῆς ἰσότητας. Τὸ ἔργο ποὺ προσφέρει ὁ οἰκοδόμος στὸν σκυτοτόμο, πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογο μὲ τὸ ἔργο ποὺ προσφέρει ὁ σκυτοτόμος στὸν οἰκοδόμο – «ποιεῖ δὲ τὴν ἀντίδοσιν τὴν κατ᾿ ἀναλογίαν ἡ κατὰ διά-μετρον σύζευξις· οἰκοδόμος ἐφ᾽ ᾧ α, σκυτοτόμος ἐφ᾽ ᾧ β, οἰκία ἐφ᾽ ᾧ γ, ὑπόδημα ἐφ᾽ ᾧ δ. δεῖ οὖν λαμβάνειν τὸν οἰκοδόμον παρὰ τοῦ σκυτοτόμου τὸ ἐκείνου ἔργον, καὶ αὐτὸν ἐκείνῳ μεταδιδόναι τὸ αὑτοῦ». Τὴν ἀναλογικὴ αὐτὴ ἀντίδοση ἐξασφαλίζει ἡ κοινὴ ἀναφορὰ τοῦ ἔργου καὶ τῶν δύο στὸ ἀντικειμενικὸ μέτρο τοῦ νομίσματος, ποὺ εἶναι τὸ «τρίτον τῆς συγκρίσεως» ὑποδημάτων καὶ οἰκιῶν – ἡ δυνατότητα νὰ ἐξισωθοῦν ἀναλογικὰ ὑποδήματα καὶ οἰκίες. Στὴ σχέση α:β=γ:δ, ἡ ἀμοιβὴ τοῦ γεωργοῦ σὲ νόμισμα (α) καὶ τὸ παραγόμενο ἀπὸ τὸν γεωργὸ ἔργο (γ) πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογα μὲ τὴν ἀμοιβὴ τοῦ σκυτοτόμου (β) καὶ τὸ παρα-γόμενο ἔργο του (δ) ὅπου «γεωργός α, τροφή γ, σκυτοτόμος β, τὸ ἔργον αὐτοῦ τὸ ἰσασμένον δ... ὥστε ὅπερ γεωργὸς πρὸς σκυτοτόμον, τὸ ἔργον τὸ τοῦ σκυτοτόμου πρὸς τὸ τοῦ γεωργοῦ».

(1. ᾿Ηθικά Νικομάχεια V 5, 1133a 29-31.

2. ᾿Ηθικά Νικομάχεια V 5, 1113a 5-10.

3. ᾿Ηθικά Νικομάχεια V 5, 1133a 32-33, 1133b 4-5. - Βλ. καὶ Προτάσεις κριτικῆς ὀντολογίας, σελ. 107-109.)

Ωστόσο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μεταφορὰ τῆς μαθηματικῆς ἀναλογίας στὸν χῶρο τῆς ᾿Ἠθικῆς, ὁ ᾿Αριστοτέλης δὲν ἀγνοεῖ καὶ τὴν εἰκονιστικὴ ἀνα-λογία. Τὴ χρησιμοποιεῖ πολὺ χαρακτηριστικὰ στὴν Ποιητική του, προ-κειμένου νὰ ἑρμηνεύσει τὸ φαινόμενο τῆς ποιητικῆς «μεταφορᾶς»: «Με-ταφορὰ δὲ ἐστιν ὀνόματος ἀλλοτρίου ἐπιφορά... κατὰ τὸ ἀνάλογον... ὅταν ὁμοίως ἔχῃ τὸ δεύτερον πρὸς τὸ πρῶτον καὶ τὸ τέταρτον πρὸς τὸ τρίτον· ἐρεῖ γὰρ ἀντὶ τοῦ δευτέρου τὸ τέταρτον ἢ ἀντὶ τοῦ τετάρτου τὸ δεύτερον. καὶ ἐνίοτε προστιθέασιν ἀνθ᾽ οὗ λέγει πρὸς ὅ ἐστι. λέγω δὲ οἷον ὁμοίως ἔχει φιάλη πρὸς Διόνυσον καὶ ἀσπὶς πρὸς ῎Αρη· ἐρεῖ τοίνυν τὴν φιάλην ἀσπίδα Διονύσου καὶ τὴν ἀσπίδα φιάλην "Αρεως. ἢ ὁ γῆρας πρὸς βίον, καὶ ἑσπέρα πρὸς ἡμέραν· ἐρεῖ τοίνυν τὴν ἑσπέραν γῆρας ἡμέρας ἢ ὥσπερ Εμπεδοκλῆς, καὶ τὸ γῆρας ἑσπέραν βίου ἢ δυ-σμὰς βίου»1.[Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΧ ΧΡΗΣΤΟ, ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΑΝ ΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ ΣΟΥ ΠΕΤΑΓΜΑΤΑ]

Καὶ στὴν ποιητική, λοιπόν, μεταφορὰ ἰσχύει ἡ σχέση α:β-γ:δ, καὶ μὲ τὸ συγκεκριμένο παράδειγμα, βίος : γῆρας = ἡμέρα : ἑσπέρα. Ἡ σχέση τοῦ γήρατος πρὸς τὸν βίο εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴ σχέση τῆς ἑσπέρας πρὸς τὴν ἡμέρα. Ἡ ἀναλογία ἐπιτρέπει τὴν ποιητική μεταφορά, δηλαδὴ ἐπιτρέπει τὴ σχέση β:γ=α:δ· ἔτσι, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε «κατὰ λόγον» γιὰ τὸ γῆρας τῆς ἡμέρας ἢ γιὰ τὴν ἑσπέραν τοῦ βίου.

Τὴν ἀναλογία τῆς ποιητικῆς μεταφορᾶς θὰ χρησιμοποιήσουν καὶ οἱ σχολαστικοὶ θεολόγοι τοῦ μεσαίωνα, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν εἰκο-νιστικὴ ἀναλογία (τὴν externa analogia proportionalitatis impro-priae) ὡς μεταφορὰ (translatio) τῆς εἰκονιστικῆς σχέσης σὲ ἀμοιβαία ἀντιστοιχία κυριολεκτικῶν ἐννοιῶν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐ-τῆς τῆς μεταφορᾶς εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ (1 Κορ. 12, 12): Ὅπως τὸ σῶμα εἶναι ἕνα, ἀλλὰ μὲ πολλὰ μέλη, ἔτσι καὶ τὰ μέλη τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινό-τητας ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο ὅλον, καὶ αὐτὸ τὸ ὅλον εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ἀναλογικὴ σχέση σώματος καὶ μελῶν, ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καὶ μελῶν, ἐπιτρέπει τὴ μεταφορὰ (translatio) τῆς εἰκόνας (imago - σῶμα) στὴν ἔννοια (notio -᾿Εκκλησία), τὴν ἀμοιβαία κυριολεκτικὴ ἀντιστοι-χία εἰκόνας καὶ ἔννοιας, μὲ κοινὴ ἀναφορὰ στὰ μέλη, ποὺ εἶναι τὸ «τρίτον τῆς συγκρίσεως» (tertium comparationis) σώματος καὶ Ἐκκλησίας.

(1. Περὶ Ποιητικῆς 21, 1457b 6-25.

2. Solche Metapher und Analogie bezeichnen und bewerten die Thomi-sten als externa analogia proportionalitatis impropriae, um so von ihr abzu-heben die innere Entsprechung der eigentlichen Verhältnisgleichheit, nach der nicht bildlich, uneigentlich, sondern auf beiden Seiten eigentlich, streng begrifflich geredet werde. G. Söhngen, Analogie, στὸ Handbuch theologischer Grundbegriffe, I, München (Kösel-Verl) 1962, σελ. 57. – H externa analogia proportionalitatis impropriae διαστέλλεται ἀπὸ τὴν interna analogia propor-tionalitatis propriae (dicta).)

γ. Analogia entis.


᾿Αλλὰ ἡ σημαντικότερη, ὡς πρὸς τὶς ἱστορικές της συνέπειες, ἐφαρμογὴ τῆς ἀναλογικῆς σχέσης, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐπιχειρήθηκε στὸν χῶρο τῆς ὀντολογίας: Πρόκειται γιὰ τὴν ἀναλογικὴ σχέση ὄντων καὶ Εἶναι ἢ ὄντων καὶ οὐσίας, τὴ γνωστὴ ἀπὸ τὸ μεσαίωνα ὡς analogia entis.

Ἡ ἀφετηρία βρίσκεται καὶ πάλι στὸν ᾿Αριστοτέλη. Πρῶτος αὐτὸς ξεκινάει ἀπὸ τὴ διαπίστωση ὅτι «τὸ ὂν λέγεται μὲν πολλαχῶς, ἀλλὰ πρὸς ἓν καὶ μίαν τινὰ φύσιν καὶ οὐχ ὁμωνύμως»1. Γιὰ νὰ προσδιορίσουμε τὸ ὂν χρησιμοποιοῦμε τὸ ρῆμα εἶναι (ἐστί), ποὺ πιστοποιεῖ τὴν ὀντότητα, τὴ μετοχὴ στὸ Εἶναι – καὶ τὸ χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ προσ-διορίσουμε τὸ ὂν «πολλαχῶς»: ὡς ποιότητα, ποσότητα, τόπο, χρόνο, σχέσης. Λέμε: ὁ ἵππος εἶναι λευκός, ὁ ἵππος εἶναι δύο μέτρα, ὁ ἵππος εἶναι ἐδῶ κλπ. Εἶναι φανερὸ ὅτι προσδιορίζοντας τὸν ἵππο· «πολλαχῶς», χρησιμοποιοῦμε τὸ ρῆμα εἶναι πάντοτε ἀναλόγως πρὸς μία ἀρχή: Ὁ ἵππος εἶναι λευκός, σὲ ἀναλογικὴ σχέση μὲ τὴ λευκότητα καθόλου, ἢ τὸ δέντρο εἶναι ψηλό, σὲ ἀναλογικὴ σχέση μὲ τὸ ὕψος καθόλου. Ἑπομέ-νως, ἡ γνώση ποὺ ἔχουμε τῆς ὀντότητας τοῦ συγκεκριμένου ἵππου ἢ τοῦ συγκεκριμένου δέντρου, εἶναι ἀναλογικής, βασίζεται στὴν ἀναλογία τῶν ἰδιοτήτων του · ἀναλογία ποιότητας, ποσότητας, τόπου, χρόνου, σχέσης (analogia attributionis, ὅπως θὰ ποῦν οἱ σχολαστικοί).[ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΛΕΕΙ ΤΟ ΔΥΝΑΜΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΜΕ ΜΑΤΑΝΟΗΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΕΚΤΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΟΣ]

᾿Αλλά, ἂν καὶ χρησιμοποιοῦμε τὸ ρῆμα εἶναι (ἐστὶ) γιὰ νὰ προσδιορί-σουμε «πολλαχῶς» τὴν ὀντότητα τοῦ ὑποκειμένου μὲ βάση τὴν ἀνα-λογία τῶν ἰδιοτήτων του, ὡστόσο ὁ καταρχὴν προσδιορισμὸς τῆς ὀντό-τητας τοῦ ὄντος γίνεται πάντοτε μὲ ἀναφορὰ «πρὸς ἕν», δηλαδὴ μὲ ἀνα-φορὰ στὸ «τί ἐστιν» τὸ συγκεκριμένο ὑποκείμενο: Λέμε καταρχὴν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἵππος καὶ αὐτὸ εἶναι δέντρο. Προσδιορίζουμε τὸ συγκεκρι-μένο ὑποκείμενο μὲ ἀναφορὰ στὸν ἕνα ἵππο καὶ στὸ ἕνα δέντρο, δηλαδή στὴν οὐσία ἵππος καὶ στὴν οὐσία δέντρο: «Τοσαυταχῶς δὲ λεγομένου τοῦ ὄντος φανερὸν ὅτι τούτων πρῶτον ὂν τὸ τί ἐστιν, ὅπερ σημαίνει τὴν οὐσίαν» – «ἡ δ᾽ ἑκάστου οὐσία ἕν ἐστιν».

(1. Μετὰ τὰ φυσικὰ Γ΄ 2, 1003a 33-34.

2. Ὁσαχῶς γὰρ λέγεται, τοσαυταχῶς τὸ εἶναι σημαίνει· ἐπεὶ οὖν τῶν κατη-γορουμένων τὰ μέν τί ἐστι σημαίνει, τὰ δὲ ποιόν, τὰ δὲ ποσόν, τὰ δὲ πρός τι, τὰ δὲ ποιεῖν ἢ πάσχειν, τὰ δὲ πού, τὰ δὲ ποτέ, ἑκάστῳ τούτων τὸ εἶναι ταὐτὸ σημαίνει.

Μετὰ τὰ φυσικὰ Δ 7, 10172 23-27.

3. Βλ. Φυσικά Α 7, 1918 7-8: ἡ ὑποκειμένη φύσις ἐπιστητὴ κατὰ ἀναλογίαν.

4. Μετὰ τὰ φυσικά Ζ Ι, 1028a 13-15.

5. Μετὰ τὰ φυσικά Γ΄ 2, 1003b 32.)

Καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ συγκεκριμένου ὑποκειμένου στὸ «πρῶτον ἕν», δηλαδὴ στὴν οὐσία, εἶναι ἐπίσης ἀναλογική: Τὸ κάθε συγκεκριμένο ὑποκείμενο μετέχει «κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον» στὴν κοινὴ οὐσία, ἔχει τὸν ἴδιο λόγο μὲ τὴν οὐσία - «κα-τὰ γὰρ τὸν τῆς οὐσίας λόγον λέγεται τἆλλα ὄντα... πάντα γὰρ ἔξει τὸν τῆς οὐσίας λόγον»1.

Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ὑποκειμένου τόσο μὲ βάση τὴν ἀναλογία τῶν ἰδιοτήτων του ὅσο καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸν λόγο τῆς οὐσίας του, ἐξαντλεῖ τὴν ἀναλογική σχέση ὡς δυνατότητα ὁρισμοῦ, δη-λαδὴ γνώσεως τοῦ ὄντος. Ὁ ᾿Αριστοτέλης χρησιμοποιεῖ τὴν ἔννοια τῆς ἀναλογίας γιὰ νὰ διασφαλίσει τὴν ἑνότητα τοῦ ὑποκειμένου· δὲν προεκτεί-νει τὴν ἀναλογία ὡς σχέση ὀντολογικῆς ταυτότητας, ὡς μετοχὴ τῶν ὄντων στὸ Εἶναι καθόλου. Ἡ σχέση τῶν ὄντων μὲ τὸ Εἶναι εἶναι γιὰ τὸν ᾿Αρι-στοτέλη σχέση αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος – σχέση μετάβασης ἀπὸ τὸ «δυνάμει ὂν» στὸ «ἐνεργείᾳ ὄν», σχέση κινουμένων καὶ κινοῦντος («ὅθεν ἡ κίνησις»)2 – καὶ ὄχι σχέση ἀναλογικῆς μετοχῆς στὸ Εἶναι. Ἡ ὀπι-σθοβατικὴ ἀλληλουχία ἀποτελέσματος καὶ αἰτίας, κινουμένου καὶ κινοῦν-τος, ἀναφέρει τὸ Εἶναι - καθόλου τῆς φύσης σὲ μιὰν ἀρχὴ ποὺ ὑπερ-βαίνει τὴ φύση, στὸ «πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον», «ὃ οὐ κινούμενον κι-νεῖ, ἀΐδιον καὶ οὐσίᾳ καὶ ἐνέργεια οὖσα».

(1. Μετὰ τὰ φυσικὰ Θ 1, 1045b 29-31.

2.Βλ. Μετὰ τὰ φυσικὰ Λ 6, 1071b.

3. Μετὰ τὰ φυσικὰ Γ 8, 1012b 31.

4. Μετὰ τὰ φυσικά Λ 7, 1072a 25-26.)

Πρῶτοι οἱ σχολαστικοὶ χρησιμοποιοῦν τὴν ἀναλογικὴ σχέση ὄντων καὶ Εἶναι προκειμένου νὰ προσδιορίσουν τὸ Εἶναι καθεαυτό, δηλαδὴ τὸν Θεό, τὸ «πρῶτον κινοῦν», τὴν ὑπερβατικὴ Πρώτη Αἰτία τοῦ Εἶναι. Κάθε ὂν μετέχει στὸ Εἶναι, εἶναι ens per participationem, ἐνῶ ὁ Θεός, τὸ «πρῶτον καὶ ἀκρότατον» ὄν, τὸ «ἀΐδιον καὶ ἄριστον», δὲν μετέχει στὸ Εἶναι, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸ Εἶναι καθεαυτό, ens per essentiam, τὴν αὐτοΰπαρξη, ἀναλόγως πρὸς τὴν ὁποία εἶναι ὅ,τι εἶναι.

Ἡ σχέση τῶν ὄντων μὲ τὸ Εἶναι – καθόλου τῆς φύσης, καὶ ἡ σχέση τοῦ Εἶναι – καθόλου τῆς φύσης μὲ τὸν Θεό, τὴν Αἰτία τοῦ Εἶναι, μπορεῖ, κατὰ τοὺς σχολαστικούς, νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀναλογικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σχέση εἶναι ἀναλογική, μὲ ἕνα μόνο ἄγνωστο ὅρο (τὸν Θεό): Τὸ Εἶναι – καθόλου τῆς φύσης ἔχει τὴ θέση τοῦ «τρίτου τῆς συγκρίσεως» (tertium comparationis) ὄντων καὶ Θεοῦ. Οἱ σχο-λαστικοὶ χρησιμοποιοῦν ὡς πρότυπο τὴ μαθηματικὴ ἀναλογία α:β=γίδ (2:3=4:6), στὴν ὁποία, ὅταν ὁ ἕνας ὅρος εἶναι ἄγνωστος μπορεῖ νὰ προσδιοριστεῖ μὲ τὸν παραγωγικὸ συνδυασμὸ τῶν ὑπόλοιπων τριῶν ὅρων.

Ἐὰν ὁ ἄγνωστος εἶναι ὁ δ, ἔχουμε τὴ σχέση α:β-γ:χ (2:3=4:x, 2.x=3.4, x=3-4/2=6)1.

Ἔτσι, ἡ σχέση ὄντων καὶ Εἶναι, Εἶναι καὶ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ διατυ-πωθεῖ, κατὰ τοὺς σχολαστικούς, μὲ τὴν ἀκρίβεια τῆς μαθηματικῆς ἀνα-λογίας· ὄντα : Εἶναι – Εἶναι : χ, ὅπου ὁ χ ἀντιπροσωπεύει τὴν Αἰτία τοῦ Εἶναι, τὸν Θεό. Στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ ἀναλογικὴ μετοχὴ τῶν ὄντων στὸ Εἶναι ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἀναλογικῆς μετο-χῆς τοῦ Εἶναι τῶν ὄντων στὴ θεία Αἰτία του, καὶ ὁ Θεός, ἡ Αἰτία τοῦ Εἶναι, προσδιορίζεται ἀναλόγως πρὸς τὸ Εἶναι, τὴν αἰτία τῶν ὄντων.

Εἴδαμε ὅτι ἡ μετοχὴ τῶν ὄντων στὸ Εἶναι προσδιορίστηκε ἀπὸ τὸν ᾿Αριστοτέλη ὡς ἀναλογικὴ ἀναφορὰ τοῦ ὑποκειμένου στὴν οὐσία του, καὶ ὡς ἀναλογία τῶν ἰδιοτήτων τοῦ ὑποκειμένου πρὸς τὶς ἰδιότητες τοῦ Εἶναι – καθόλου.

Στὴν πρώτη περίπτωση, τὸ ὑποκείμενο «λέγεται» (γνωρίζεται) «κατὰ τὸν λόγον» τῆς οὐσίας του· ἡ μετοχὴ τοῦ ὑποκειμένου στὸ Εἶναι ὁρίζεται ὡς ἀναλογικὴ μετοχὴ στὴν οὐσία του. Μὲ βάση αὐτὸ τὸν ὁρι-σμὸ τῆς σχέσης ὑποκειμένου καὶ οὐσίας, μποροῦμε ἀναλογικὰ νὰ ποῦμε ὅτι στὸν Θεὸ αὐτὴ ἡ σχέση εἶναι σχέση ταυτότητας: Τὸ ὑποκείμενο ποὺ μετέχει στὴν οὐσία εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία. Τὸ Εἶναι τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή του.

(1. Βλ. G. Söhngen, Analogie, ἔ.ἀ. σελ. 53.

2. Ce que l'on nomme essence dans les autres êtres est en lui l'acte même

d'exister: (κατὰ τὸν Θωμᾶ ᾿Ακινάτη). Étienne Gilson, La Philosophie au Moyen Age, Paris (Payot) 1962, σελ. 532. – Nihil igitur est in Deum praeter essentiam eius. Thomas de Aquino, Summa contra Gentiles I, 21.)

Στὴ δεύτερη περίπτωση, τὸ ὑποκείμενο «λέγεται» (γνωρίζεται) «πολλαχῶς», μὲ βάση τὴν ἀναλογία τῶν ἰδιοτήτων του πρὸς τὶς ἰδιότητες τοῦ Εἶναι – καθόλου (ποιότητα, ποσότητα, τόπο, χρόνο, σχέση). Ἡ ἀνα-λογικὴ μετοχὴ τοῦ ὑποκειμένου στὶς ἰδιότητες τοῦ Εἶναι – καθόλου ἐξαντλεῖ, ὁπωσδήποτε, τὴ γνώση τοῦ Εἶναι στὰ ὅρια τῆς κοσμικῆς ἐμπειρίας ἀφοῦ ἡ ἐμπειρία τῆς ποιότητας, τῆς ποσότητας, τοῦ τόπου, τοῦ χρόνου καὶ τῆς μετρικῆς σχέσης ἀναφέρεται πάντοτε στὴν αἰσθητὴ πραγμα-τικότητα τοῦ κόσμου. Εἶναι ὡστόσο δυνατὸ νὰ ἀναγνωρίσουμε στὰ ἐπι-μέρους ὄντα ὁρισμένες ἰδιότητες ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ ἀριστοτελικὰ κατη-γορήματα τοῦ ὄντος: Οἱ ἰδιότητες αὐτὲς μποροῦν, μὲ τὴ νοητικὴ ἀνα-γωγὴ στὸ ἀπόλυτο (regressus in infinitum), νὰ φανερώσουν τὶς τε-λειότητες τοῦ Εἶναι, μποροῦν δηλαδὴ νὰ μᾶς γνωστοποιήσουν ἀναλογι-κὰ τὶς ὑπερβατικὲς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θωμᾶς ᾿Ακινάτης καὶ ὁ Albertus Magnus συνόψισαν αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, ποὺ μποροῦν νὰ θεμε-λιώσουν τὴν ὑπερβατικὴ ἀναλογία, στὰ κατηγορήματα: unum, verum, bonum, res, aliquid (ἕν, ἀληθές, ἀγαθόν, πράγμα, κάτι)2. Τὸ ὂν κα-θεαυτὸ εἶναι πραγματικό, ἕνα πράγμα (res)· μὲ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἐπι-μέρους, εἶναι πάντοτε ἕνα (unum)· σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὰ ἄλλα ὄντα, εἶναι τί, κάτι (aliquid)· ὡς πρὸς τὴ γνώση ποὺ ἔχουμε γι᾿ αὐτό, εἶναι ἀληθὲς (verum) καὶ ὡς πρὸς τὴ θελητικὴ σκοπιμότητα, ἀγαθὸ (bonum).

Τὰ πέντε αὐτὰ κατηγορήματα τοῦ ὄντος τὰ ὀνομάζουν οἱ σχολαστι-κοὶ ὑπερβατικά (transcendentalia). ῾Η ἀναφορά τους στὸν Θεὸ δὲν συνιστᾶ μιὰν ἐμπειρικὴ ἀναλογία, ἀλλὰ μιὰν ὑπερβατικὴ ἀναλογία, μιὰ νοητικὴ ἐπέκταση (extensio) τῶν κατηγορημάτων αὐτῶν πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς κοσμικῆς ἐμπειρίας, στὸν χῶρο τοῦ ὑπερβατικὰ ἀπολύτους.

(1. On peut suivre une deuxième (voie) et chercher à nommer Dieu d'après les analogies qui subsistent entre les choses et lui... En ce sens, nous attribue-rons à Dieu, mais en les portant à l'infini, toutes les perfections dont nous aurons trouvé quelque ombre dans la créature. E. Gilson, La Philosophie au Moyen Age, σελ. 533.

2. Vom (induktiven) Analogieschluss ist wohl zu unterscheiden der (de-duktive) Syllogismus mit analogem Mittelbegriff. Gibt es das, dann wäre solcher Mittelbegriff nicht empirisch-analog, sondern transzendental-analog, wie der Transzendentalbegriff des Seins (ens) und die darin beschlossenen fünf Transzendentalien: res, aliquid, unum, verum, bonum. G. Söhngen, Analo-gie, ἔ.ἀ., σελ. 56.

3. Le procédé analogique en général consiste en une extension du con-cept: un concept tiré des sujets donnés dans l'expérience, et de soi représen-tatif de la perfection telle qu'elle se trouve en ces sujets, est étendu à un sujet situé hors de mon expérience, me permet d'atteindre ce sujet, et simultané-ment devient représentatif de la perfection telle qu'elle se trouve en lui. C'est de cette manière, que par le moyen de concepts tirés des créatures et repsésen-tatifs de perfections créées, la raison peut réellement atteindre le Créateur et connaître, encore que très imparfaitement, ses attributs essentiels. J.-H. Ni-colas, Dieu connu comme inconnu, Paris (Desclée de Brouwer) 1966, σελ. 237.

1. Βλ. Thomas de Aquino, De Veritate 10, 6. Καὶ Summa Theologica 1, 79, 2, 3, 4.)

Ἔτσι, μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τὰ ἰδιώματα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, τὴν ἑνότητα, τὴν ἀγαθότητα, τὴν ἀλήθεια, τὴν κατεξοχὴν ὀντότητα καὶ τὴν κατεξοχὴν ἑτερότητα, μὲ τὴ βοήθεια τῆς διάνοιας (per lumen intellectus)1, μέσω τῆς ἀναλογικῆς ἀναγωγῆς τῶν τελειοτήτων τῶν ὄντων στὴν ἀπόλυτη καὶ ὑπερβατικὴ τελειότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Αἰτία κάθε τελειότητας.

§ 71. Ἡ σχολαστικὴ ἀναλογία ὡς θεολογικὴ γνωσιολογία.

ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑΔΟΥΜΕ ΠΑΡΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ sola scriptura.

Δεν υπάρχουν σχόλια: