Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (25)

 Συνέχεια από : Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο FICHTE ΚΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΕΓΩ

Οι θεμελιώδεις αρχές του Fichte (Φίχτε)

Ο Fichte θέτει τρεις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες από κοινού συμπεριλαμβάνουν την ουσία της λογικής και της οντολογίας εν γένει. Η απολύτως απροϋπόθετη πρώτη αρχή που αποτελεί τη βάση κάθε πραγματικότητας είναι A = A (WL, SW, 1:92-93· SK, 94). Είναι η αρχή της ταυτότητας. Ό,τι είναι πραγματικό είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Ενώ ο Fichte επιλέγει αυτή την αφετηρία επειδή είναι καθολικά αποδεκτή αλήθεια, δεν ικανοποιείται με το υποτιθέμενο αυταπόδεικτό της και επιχειρεί να δείξει γιατί είναι αληθής. Για να αποδειχτεί, ωστόσο, κάτι τέτοιο, θα πρέπει να υπερβούμε την εμπειρία. Πώς όμως είναι δυνατόν να υπερβούμε την εμπειρία;

Ο Fichte ισχυρίζεται ότι γνωρίζουμε τα θεμέλια τέτοιων αρχών μέσω αυτού που αποκαλεί διανοητική ενόραση (WL, SW, 1:471· SK, 44). Εδώ φαίνεται να αντιτίθεται στον Kant, ο οποίος ισχυριζόταν ότι τέτοιου είδους ενόραση ήταν αδύνατη. Ο Fichte, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η φαινομενική διαφωνία τους είναι απλώς ζήτημα ορολογίας, ότι η διανοητική του ενόραση είναι ταυτόσημη με την καντιανή ενόραση για την υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης (apperception) ή με ό,τι θα έπρεπε να έχει διαβλέψει ο Kant εάν ανέλυε τη συνείδηση της κατηγορικής επιταγής (WL, SW, 1:472· SK, 46). Ο Pippin υποστηρίζει ότι ο Fichte προσεγγίζει εδώ ένα πραγματικό στοιχείο της καντιανής σκέψης. Ο Kant προσδιορίζει «τη δύναμη του νου να παράγει αναπαραστάσεις από τον εαυτό της» (KrV, A51/B75) ως «την αυθορμησία της γνώσης», και αυθορμησία είναι επίσης ο όρος που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την απροϋπόθετη αιτιότητα της ελευθερίας (KrV, A533/B561). 

Ο Fichte προσπαθεί να ενισχύσει το θεμέλιο της πρώτης αρχής μέσω μιας ανάλυσης των προϋποθέσεων της αλήθειας της. Το Α=Α, υποστηρίζει ο Fichte, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει Α· ειδάλλως η αρχή είναι ψευδής. Το Α υπάρχει, ωστόσο, μόνο επειδή τίθεται ή καθιδρύεται από το εγώ μέσα στη συνείδηση και για τη συνείδηση. Με βάση την αντίληψη ότι το αντικείμενο τίθεται (gesetzt), ο Fichte απομακρύνεται αποφασιστικά από την καντιανή κατανόηση του αντικειμένου ως δεδομένου (gegeben), στην κατεύθυνση μιας φιλοσοφίας της αυτοϊδρυόμενης ελευθερίας. Το εγώ θέτοντας το Α ισχυρίζεται ότι το Α είναι πραγματικό, και άρα ότι A=A. Ωστόσο ποιες είναι οι προϋποθέσεις της δυνατότητας τού εγώ να θέτει αυτή την ταυτότητα; Σύμφωνα με τον Fichte, αυτό είναι δυνατόν μόνο εάν το ίδιο το εγώ έχει ήδη την ικανότητα να επιβάλλει την ταυτότητα. Αυτή η ικανότητα, υποστηρίζει, απορρέει από το εγώ που αναγνωρίζει την ταυτότητα του εαυτού του, ότι «εγώ είμαι», ή ότι «εγώ είμαι εγώ», ή ότι «εγώ=εγώ». Η αναγνώριση αυτή, σύμφωνα με τον Fichte, είναι η απολύτως απροϋπόθετη πρώτη αρχή. Το A=A είναι απλώς αφαίρεση από το εγώ=εγώ. Το A=A αληθεύει μόνο εάν το Α υπάρχει, ενώ το εγώ=εγώ αληθεύει οποτεδήποτε κι αν διατυπωθεί, όπως απέδειξε ο Descartes (WL, SW, 1:100· SK, 100). Επιπλέον, αφού το A=A προσδιορίζει τι είναι πραγματικό, η κατηγορία της πραγματικότητας είναι απλώς προβολή του ουσιώδους χαρακτήρα του εγώ ως κριτηρίου για την πραγματικότητα των αντικειμένων.

Αφετηρία του Fichte ήταν η διανοητική ενόραση ότι «το εγώ αρχίζει θέτοντας με απόλυτο τρόπο την ύπαρξή του» (WL, SW, 1:98· SK, 99). [Ο Fichte διεύρυνε αυτή τη διατύπωση το 1797 γράφοντας: «Το εγώ αρχίζει θέτοντας απολύτως τη δική του ύπαρξη ως αυτοτεθειμένο» (SW, 1:528. Βλ. Henrich, «Einsicht», 202-203)]. Με αυτό τον ισχυρισμό ο Fichte έφερε το πάθος για ελευθερία που ανακάλυψε στον συνδυασμό καντιανισμού και Γαλλικής Επανάστασης στην πιο ακραία του έκφραση. Το εγώ είναι ελεύθερο και απόλυτο με την κυριολεκτική σημασία των λέξεων, δηλαδή αποδεσμεύεται από όλες τις σχέσεις πλην όσων καθιδρύει το ίδιο. Ο Fichte εδώ δίνει έκφραση σε μια επαναστατική ενόρμηση που απαλείφει όλους τους ξένους προσδιορισμούς και στηρίζει το εγώ στον εαυτό του και μόνο. [Ο Karl Löwith επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με τον Kant, ο Fichte δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως απλό σύνδεσμο ανάμεσα στον Θεό και στον κόσμο, αλλά ως την απόλυτη, δημιουργική πηγή του Θεού και του κόσμου. Συμπεραίνει, λοιπόν, ότι για τον Fichte ο ίδιος ο Θεός εξαφανίζεται στην ηθική παγκόσμια τάξη του αυτοτεθειμένου εγώ. Gott, Mensch und Welt, 92, 95].

Η ενέργεια της αυτοθεμελίωσης ή της αυτοΐδρυσης αποτελεί την ουσία του εγώ, το οποίο, έτσι, δεν κατανοείται ως κάποιο πράγμα ή αντικείμενο αλλά ως αρχέγονη δραστηριότητα (WL, SW, 1:440· SK, 21). Αυτή η έννοια του υποκειμένου ως δραστηριότητας ήταν ήδη παρούσα στη θεμελιώδη αρχή του Descartes ego cogito ergo sum, αλλά επισκιαζόταν από την περιγραφή για το εγώ ως res cogitans. Ο  χαρακτηρισμός του εγώ ως δραστηριότητας ήταν σαφέστερος στον Kant, ο οποίος αναγνώριζε την αυτοσυνείδηση ως ενέργεια του εγώ, και τίποτα παραπάνω. Ο Fichte, ωστόσο, κάνει ένα βήμα παραπέρα. Ενώ η βούληση για τον Kant είναι θεμελιώδης ως η υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης και ως πρακτικός Λόγος, οι δραστηριότητές της καθορίζονται από αμετάβλητους νόμους που απορρέουν από τη νοούμενη σφαίρα. Ο Fichte επιχειρεί να παραγάγει καθετί από την καθαρή δραστηριότητα του απολύτως απροϋπόθετου εγώ. Όπως απέδειξε ο George Kelly, με τον Fichte εισερχόμαστε στον Φάουστ του Goethe, ο οποίος διακηρύσσει ότι «στην αρχή ήταν η πράξη». Αυτή η θεμελιώδης ενέργεια της παραγωγής είναι η βάση κάθε άλλης ενέργειας, αφού στηρίζει την ελευθερία, και άρα την ίδια τη δημιουργία. Η πραγματικότητα είναι απλώς υποπροϊόν της δημιουργικής βούλησης που αναζητά μονάχα τον εαυτό της. 

Ο Dieter Henrich υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του εγώ ως αυτοϊδρυόμενου ήταν η θεμελιώδης ενόραση του Fichte. Σύμφωνα με τον Henrich, αυτό είναι έκφραση μιας νέας αντίληψης για την ελευθερία και συγχρόνως καθιδρύει μια νέα αντίληψη για την αυτοσυνείδηση. Η σύγχρονη φιλοσοφία από τον Descartes μέχρι τον Kant κατανοούσε την αυτοσυνείδηση ως αναστοχασμό ή περιστροφή της συνείδησης με την οποία συνήθως κανείς αντιλαμβάνεται αντικείμενα που στηρίζονται στον εαυτό του. Αυτή η αναστοχαστική θεωρία, ωστόσο, κατατρύχεται από μια καταστροφική αντίφαση: εάν το εγώ είναι αυτοσυνείδηση και η αυτοσυνείδηση είναι η αναγνώριση ότι «εγώ είμαι εγώ», τι είναι το εγώ που αναστοχάζεται τον εαυτό του όταν αναγνωρίζει πως «εγώ είμαι εγώ»; Δεν μπορεί να είναι αυτοσυνείδηση, διότι αυτή επέρχεται ως αποτέλεσμα του αναστοχασμού. Ούτε μπορεί να είναι κάποιο είδος προαναστοχαστικού εγώ, αφού το εγώ γεννιέται μόνο ως αποτέλεσμα αυτού του αναστοχασμού. Σύμφωνα με τον Henrich, ο Fichte ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε αυτή την αντίφαση και επιχείρησε να τη λύσει αναλύοντας την αρχέγονη δραστηριότητα που παράγει αυτοσυνείδηση (WL, SW, 1:459 - SK, 34-35). [Wikipedia: Ο Henrich εισήγαγε τον όρο «η αρχική διορατικότητα του Φίχτε» για να περιγράψει την ιδέα του Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε ότι ο εαυτός πρέπει να έχει ήδη κάποια προηγούμενη γνωριμία με τον εαυτό του, ανεξάρτητα από την πράξη του αυτοστοχασμού. Ο Χένριχ σημείωσε ότι ο Φίχτε έβλεπε το υπερβατικό υποκείμενο ως μια αρχέγονη ιδιότητα και προσδιόρισε τη δραστηριότητά του ως προγενέστερη του αυτοστοχασμού. Εισήγαγε επίσης τον όρο «Καντιανή πλάνη» για να περιγράψει την προσπάθεια του Immanuel Kant να γειώσει τον εαυτό σε καθαρό αυτοστοχασμό, θέτοντας τη στιγμή του αυτοστοχασμού ως την αρχική πηγή της αυτοσυνείδησης].

Σε αυτό το σημείο η επιχειρηματολογία του Henrich είναι ακαταμάχητη και διασαφηνίζει ένα σημαντικό στοιχείο στο πρόταγμα του Fichte. Ωστόσο ο Henrich δεν λαμβάνει υπ' όψιν ότι κάποιο παρόμοιο επιχείρημα θα μπορούσε να διατυπωθεί για τον Descartes (Ντεκάρτ). Η θεμελιώδης αρχή του Descartes (Καρτέσιου), όπως είδαμε, είναι μια βεβαίωση της βούλησης, μια αυτοθεμελιωμένη κρίση που στηρίζει κάθε άλλη κρίση. Η άποψη του Fichte για το «θέτειν» είναι εκπληκτικά όμοια με την καρτεσιανή έννοια της βούλησης. Αμφότεροι κατανοούν την ενέργεια ως αυτοθεμελιωμένη κρίση. Για τον Fichte το θέτειν εαυτόν του εγώ στον ισχυρισμό εγώ=εγώ είναι θετική κρίση ή κρίση του θέτειν. Το εγώ=εγώ υπ' αυτή την έννοια εδράζεται στην κρίση «εγώ είμαι». Ο Kant υποστήριζε ότι τέτοιες κρίσεις ήσαν αδύνατες επειδή το είναι δεν είναι κατηγόρημα, αλλά ο Fichte υποστηρίζει ότι σχετίζεται με ό,τι ο Kant αποκαλεί άπειρη κρίση, όπως «αυτό είναι ωραίο» (WL, SW, 1:117· SK, 115). Αντίθετα με τις αναλυτικές και τις συνθετικές κρίσεις, που είτε διαχωρίζουν είτε συνδυάζουν δύο διαφορετικές έννοιες αποδίδοντας κάποιο κατηγόρημα στο υποκείμενο, οι θετικές κρίσεις δεν συσχετίζουν την έννοια ή το υποκείμενο με κάποια άλλη έννοια, και άρα την αφήνουν εντελώς απροσδιόριστη. Τέτοιες κρίσεις είναι θεμελιώδεις κρίσεις που θέτουν μια ύπαρξη. Η ύπαρξη υπ’ αυτή την έννοια συλλαμβάνεται ως το προϊόν της βούλησης ή του εγώ. Το αρχέγονο ή απόλυτο εγώ που βεβαιώνει τον εαυτό του στην κρίση «εγώ είμαι» ή «εγώ=εγώ» είναι επομένως προκατηγοριακό. Μόλις συνδεθεί με αυτό κάποιο κατηγόρημα, παύει να είναι απόλυτο. Τέτοιου είδους κρίση είναι δυνατή επειδή το εγώ τού «εγώ είμαι» δεν είναι πράγμα ή κατηγορία αλλά η αρχέγονη δραστηριότητα που παράγει όλα τα πράγματα και τις κατηγορίες.

Για τους συγχρόνους του Fichte ο τρόπος τού είναι αυτού του αρχέγονου εγώ ήταν αμφιλεγόμενος. Όπως πρότεινε ο George Kelly, θα μπορούσε να ερμηνευτεί είτε ως κοσμολογικό ή θεϊκό, είτε ως το πεπερασμένο ανθρώπινο εγώ ή κάποιο σολιψιστικό εγώ, μια αμφιλογία που κατέστησε ευάλωτο τον Fichte σε πολλές ακούσιες ή εκούσιες παρανοήσεις. Ο Fichte επιχείρησε να διευκρινίσει αυτή την έννοια του εγώ και προασπίστηκε τη σκέψη του ενάντια σε παρερμηνείες στις δύο εισαγωγές του για την έκδοση του 1797. Εκεί βεβαιώνει ότι η διδασκαλία του για το απόλυτο εγώ δεν είναι διδασκαλία για τον ατομικισμό ή τον εγωισμό (WL, SW, 1:517· SK, 84). Η «Επιστήμη της γνώσης» αρχίζει με το απόλυτο εγώ ως διορατική ενόραση και τελειώνει με το απόλυτο εγώ ως πλήρως αρθρωμένη ιδέα· ως ενόραση το απόλυτο εγώ δεν είναι ακόμη ατομικό και ως ιδέα δεν είναι πλέον ατομικό (WL, SW, 1:516· SK, 84). Αυτό διευκρινίζεται περαιτέρω με τον ισχυρισμό του σε μια επιστολή προς τον Reinhold στις 21 Μαρτίου 1797 ότι δεν ήταν ο ίδιος εκείνος που συνέλαβε την «Επιστήμη της γνώσης» αλλά ο Θεός ή η φύση που έδρασε μέσω του ίδιου. Ομοίως, στην έκδοση της «Επιστήμης της γνώσης» του 1801 δήλωνε ότι το ατομικό εγώ δεν ενεργεί ποτέ, «μα με εμένα ενεργεί το σύμπαν». [Ο Leszeck Kolakowski υποστηρίζει ότι η φιχτιανή διαλεκτική της αυτοματαιούμενης εξωτερίκευσης εδράζεται στην ιστορία της νεοπλατωνικής θεογονίας και σε όσα δόγματα παρουσιάζουν τον Θεό να αποκτά υπόσταση μέσω της δικής του δημιουργικής δραστηριότητας. Στον Fichte, ωστόσο, τα χαρακτηριστικά του θεϊκού όντος μεταβιβάζονται στον ανθρώπινο νου. Αυτή η θεολογική στιγμή της φιχτιανής σκέψης απορρίπτεται σχεδόν εντελώς από μελετητές όπως οι Neuhouser και Luc Ferry, οι οποίοι παρουσιάζουν τον Fichte ως υπέρμαχο του ατομικισμού. Το «θέτειν εαυτόν» δεν αντιμετωπίζεται ως κάποια απόλυτη δραστηριότητα κατά την οποία τα μεμονωμένα ανθρώπινα όντα συμμετέχουν υπό μίαν έννοια, αλλά ως πνευματική λειτουργία μέσω της οποίας τα μεμονωμένα ανθρώπινα όντα δημιουργούν τις αξίες τους].

Καθόσον το απόλυτο εγώ θέτει και επομένως βούλεται μόνο τον εαυτό του, δηλαδή εφ’ όσον δεν είναι παρά η δραστηριότητα τής αυτοθεμελίωσης, παραμένει καθαρή, αδιαφοροποίητη καθολικότητα, ένα άπειρο επίπεδο (για να χρησιμοποιήσουμε μια αναλογία που ο Fichte δανείζεται από τον Descartes) που δεν αλλάζει διόλου. Πώς, λοιπόν, μπορεί ένα τέτοιο αδιαφοροποίητο εγώ να γεννήσει κάποιο διαφοροποιημένο κόσμο, όπως εκείνος τον οποίο βιώνουμε συνήθως; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρίσκεται στη δεύτερη αρχή του Fichte.

Ομοίως με την πρώτη αρχή, η δεύτερη αρχή του Fichte τίθεται απόλυτα, και κατά συνέπεια δεν αποδεικνύεται, ούτε παράγεται. Καθορίζεται, ωστόσο, όσον αφορά το περιεχόμενό της (όχι όμως και τη μορφή της) από την πρώτη αρχή. Αυτή η αρχή είναι ότι A≠ουκ A (WL, SW, 1:102· SK, 103). Είναι η αρχή της άρνησης, που αντιτίθεται (entgegengesetzt) στην αρχή της πραγματικότητας, δηλαδή στο A=A. Ο Fichte υποστηρίζει όμως ότι δεν παράγεται από την πρώτη αρχή, αφού συνεπάγεται αντίθεση, που απουσιάζει εντελώς στο A=A (WL, SW, 1:102· SK, 102). Εμφανίζεται μόνο επειδή και αυτή τίθεται απολύτως από το εγώ. Είναι ενέργεια της βούλησης, στιγμή της δραστηριότητας που επίσης θέτει τον εαυτό της ως εγώ. Η ικανότητα του εγώ να θέτει μια τέτοια αντίθεση, δηλαδή να αντιθέτει, πρέπει, σύμφωνα με τον Fichte, να εδράζεται στην ύπαρξη μιας τέτοιας αντίθεσης ή διαφοράς μέσα στο ίδιο το εγώ. Επομένως το Α≠ουκ Α εδράζεται στην αναγνώριση από το εγώ ενός ουκ εγώ και στο γεγονός ότι εγώ≠ουκ εγώ (WL, SW, 1:104· SK, 104).

Σύμφωνα με τον Fichte, η καταγωγή ενός τέτοιου άλλου για τη συνείδηση είναι ανεξήγητη. Η αυτοσυνείδηση, ωστόσο, θα ήταν αδύνατη χωρίς αυτό. Για την άπειρη και αδιαφοροποίητη δραστηριότητα του απόλυτου εγώ που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως εγώ πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο το οποίο το παρακινεί να αναστοχάζεται τον εαυτό του ως άλλο από αυτό το άλλο, και άρα ως ίδιο και απαράλλαχτο. Οι δογματικοί ιδεαλιστές πλανώνται, λοιπόν, όταν προσπαθούν να απορρίψουν την πραγματικότητα του ουκ εγώ και να δείξουν ότι αποτελεί πράγματι μια στιγμή της πεπερασμένης συνείδησής μας (WL, SW, 1:156· SK, 147). Δεν υποτάσσονται τα πάντα στην πεπερασμένη βούλησή μας. Οφείλουμε να αποδεχθούμε την ύπαρξη αναπαραστάσεων στη συνείδηση που υπακούν σε αντίθετο νόμο, τον νόμο της φυσικής αναγκαιότητας.
Η ύπαρξη του ουκ εγώ θέτει ένα αναπότρεπτο πρόβλημα για το εγώ. Το ουκ εγώ είναι το αντίθετο του εγώ και το εκμηδενίζει ολοκληρωτικά. Εκεί όπου υπάρχει το ουκ εγώ δεν υπάρχει το εγώ. Παρά ταύτα, το ουκ εγώ τίθεται επίσης από το εγώ, και επομένως το προϋποθέτει. Η αμοιβαία αναγκαιότητα και η αμοιβαία αντίφαση του εγώ και του ουκ εγώ είναι η ουσία του προβλήματος που εκφράζεται στις καντιανές αντινομίες (WL, SW, 1:246· SK, 217). Για τον ορθολογισμό ο καθοριστικός σύνδεσμος ανάμεσα στο εγώ και στον αντικειμενικό κόσμο (το ουκ εγώ) είναι ο Θεός. Ο Kant απορρίπτει αυτή την ιδέα της θεϊκής διαμεσολάβησης και στηρίζει αυτή τη σχέση στη σκοτεινή και δυσνόητη υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης. Οικοδομώντας πάνω σε αυτό το καντιανό θεμέλιο με τρόπο που ο Kant ποτέ δεν διανοήθηκε, ο Fichte θέτει μια εμμενή συμφιλίωση ή σύνθεση του εγώ και του ουκ εγώ. Αυτή η συμφιλίωση τίθεται από την τρίτη θεμελιώδη αρχή του Fichte, την αρχή του αμοιβαίου περιορισμού (WL, SW, 1:108· SK, 108).
Αυτή η αρχή προσδιορίζεται εξ ολοκλήρου από τις άλλες δύο. Καθόσον περιορίζονται αμοιβαία, ούτε το εγώ ούτε το ουκ εγώ τίθεται ως άπειρο ή απόλυτο, και αμφότερα είναι κατά συνέπεια «κάτι», δηλαδή πεπερασμένα όντα. Το απόλυτο εγώ δεν είναι κάτι –είναι καθαρή δραστηριότητα που είναι– άπειρη, αδιαφοροποίητη και απεριόριστη. Μονάχα με τον αμοιβαίο περιορισμό του εγώ και του ουκ εγώ γεννιέται ο κόσμος όπως τον βιώνουμε καθημερινά. Το άπειρο, απόλυτο εγώ που τίθεται στο εγώ=εγώ γίνεται έτσι ατομικό, εμπειρικό εγώ, και το αδιαφοροποίητο ουκ εγώ γίνεται τα ατομικά πράγματα τα οποία συγκροτούν τον αντικειμενικό κόσμο. Ο Fichte, ομοίως με τον Spinoza, τον οποίο θαύμαζε υπερβολικά, μετατοπίζεται, λοιπόν, από το απροσδιόριστο άπειρο στην άπειρη προσδιοριστία.

Οι τρεις αυτές αρχές είναι το αποτέλεσμα θεμελιωδών κρίσεων της βούλησης. Η πρώτη αρχή του Fichte είναι θετική κρίση, η δεύτερη αντιθετική κρίση και η τελευταία συνθετική κρίση, που θέτει τη βάση για τον πλήρως αρθρωμένο φυσικό κόσμο, και άρα για την επιστήμη. Όπως αναγνώρισε ο Hegel, η τελευταία αρχή είναι η θεμελιώδης αρχή. [Για τον Fichte, όμως, αυτή η αρχή δεν αποτελεί πραγματικό έρεισμα, αφού η τελική συμφιλίωση του εγώ και του ουκ εγώ είναι αδύνατη. Επ’ αυτού βλ. Pippin, Hegel's Idealism, 57]. Τέτοια θεμελιώδης σύνθεση, ωστόσο, είναι αδύνατη χωρίς την προηγούμενη αντίθεση, και αμφότερες εδράζονται στην αρχική θέση. Και οι τρεις αρχές είναι αμοιβαία αναγκαίες και συνακόλουθες (WI, SW, 1:114· SK, 113). Αυτή είναι η βάση για τον κατ' ουσίαν διαλεκτικό χαρακτήρα της σκέψης του Fichte.

Το υπόλοιπο μέρος της Επιστήμης της γνώσης είναι έρευνα γι' αυτή τη διαλεκτική συμφιλίωση ή τον αμοιβαίο περιορισμό του εγώ και του ουκ εγώ. Χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο εξετάζεται η πιθανότητα να περιορίζεται το εγώ από το ουκ εγώ, δηλαδή η πιθανότητα ο αντικειμενικός κόσμος να προσδιορίζει το σύνολο των δομών της υποκειμενικότητας. Αυτό το θεωρητικό μέρος αντιστοιχεί στην καντιανή Κριτική του καθαρού Λόγου. Το δεύτερο μέρος εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το ουκ εγώ περιορίζεται και προσδιορίζεται από το εγώ, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο ο αντικειμενικός κόσμος διαμορφώνεται από την υποκειμενικότητα. Αυτό το πρακτικό μέρος αντιστοιχεί στην καντιανή Κριτική του πρακτικού Λόγου.

ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ Ο ΣΟΦΟΣ ΦΙΧΤΕ ΗΘΕΛΕ ΚΙ ΑΥΤΟΣ. ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΑΝ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.
"Λέει ο κ. Ζηζιούλας: «Δεν μπορούμε να πούμε τί είναι κάθε πρόσωπο, μπορούμε να πούμε μόνο πώς είναι. Κάθε πρόσωπο στην Αγία Τριάδα είναι διαφορετικό, όχι λόγω διαφοράς των φυσικών ποιοτήτων αλλά λόγω του τρόπου της απλής καταφάσεως του ότι είναι αυτό που είναι! "

Sun Myung Moon (1920-2012) - Ένας ακόμη ψευδομεσσίας...

Sun Myung Moon (1920-2012) - Ένας ακόμη ψευδομεσσίας
SUN MYUNG MOON (1920-2012)
Τοῦ Πρωτ. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτωρος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ

Στίς 3-9-2012 ἡ παγκόσμια κοινή γνώμη πληροφορήθηκε τό θάνατο τοῦ ὑπερήλικα Nοτιοκορεάτη ψευδομεσσία Sun Myung Moon, ὁ ὁποῖος εἶχε ἰδρύσει μία ἀπό τίς μεγαλύτερες καί τίς πλέον ἀμφιλεγόμενες παραθρησκευτικές κινήσεις παγκοσμίως (κατʼ ἄλλους ἕνα νέο θρησκευτικό κίνημα) τή λεγόμενη Ἑνωτική Ἐκκλησία (Unification Church) γνωστή ἐπίσης καί ὡς σέκτα τοῦ Moon.

Ὁ ἀρχικός πυρήνας τῆς Ἑνωτικῆς Ἐκκλησίας (Unification hurch), δημιουργήθηκε τό 1954. Ἀνήκει στίς παραθρησκευτικές ὀργανώσεις, πού συνδυάζουν ταυτοχρόνως καί ἕνα ποικιλόμορφο οἰκονομικό ἀκτιβισμό [1] ἐνῶ δραστηριοποιεῖται διεθνῶς μέ περισσότερες ἀπό ἑκατό θυγατρικές ὀργανώσεις- δορυφόρους [2] .

Ἡ κίνηση τοῦ Sun Myung Moon ὀργανώθηκε καί λειτουργεῖ σάν μία πολυεθνική ὀργάνωση. Δρα- στηριοποιεῖται ταυτοχρόνως στό ἐμπόριο, ἵδρυσε ἑταιρεία παραγωγῆς ὅπλων, στίς ἐπενδύσεις, στά Μ.Μ.Ε, στό χρηματοοικονομικό καί πολιτικό ἐπίπεδο (π.χ. συστηματική καί ὀργανωμένη διεθνῶς ἀντικομμουνιστική δραστηριότητα) σέ συνδυασμό πάντα μέ τή δημιουργία θρησκευτικῶν, ἐκπαιδευτικῶν καί πολιτιστικῶν ὀργανισμῶν καί δράσεων καί ὅλα αὐτά μέ τή μορφή τῶν συγκοινωνούντων δοχείων [3] .

Ἐπίσημο κείμενο τῆς σέκτας ἀποτελεῖ τό βιβλίο τοῦ ψευδομεσσία «Θεϊκές Ἀρχές», μέ πολλές ἐκδόσεις μέχρι σήμερα καί διάφορες παραλλαγές. Ἀπό τό σύνολο τῶν θρησκευτικῶν δοξασιῶν τῆς ὀργάνωσης, θά αναφερθοῦμε συνοπτικά στίς θέσεις τοῦ ψευδομεσσία μόνο γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κατά τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Sun Myung Moon τοῦ ἀποκαλύφθηκε ὁ Χριστός σέ ηλικία 6 χρονῶν καί τοῦ ζήτησε νά ὁλοκληρώσει τό ἔργο Του [4] .

Ἔτσι ὁ Sun Myung Moon θεωρεῖται γιά τήν Ἑνωτική Ἐκκλησία καί κατά τίς διακηρύξεις του ὁ νέος Μεσσίας, πού θά ὁλοκληρώσει τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί θά ὑποτάξει τόν σατανᾶ πλήρως καί θά ἑνώσει τήν ἀνθρωπότητα σέ μία οἰκογένεια, γιατί τό σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἦταν κατ' αὐτόν ἀνεπαρκές [5] .

Τά θαύματα τοῦ Μωυσῆ ἦταν μεγαλύτερα ἀπό τοῦ Χριστοῦ [6] . Ὁ Χριστός ἀπέτυχε νά ὁλοκληρώσει τὀ ἔργο Του [7] . Ὁ ἴδιος ὁ Sun Myung Moon ἰσχυριζόταν ὅτι αὐτός εἶναι τό νέο ὄργανο, μέσω τοῦ ὁποίου ὁ Θεός ἀποκαλύπτει στόν κόσμο τήν οὐράνια ἀγγελία. Αὐτοχαρακτηριζόταν καί θεωρεῖται ἀπό τούς ὀπαδούς του ὡς "Τρίτος Ἀδάμ" καί Κύριος τῆς Δευτέρας Παρουσίας" [8] .

Ὁ Sun Myung Moon διαπίστωνε στή ζωή καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ δύο βασικά λάθη, τά ὁποῖα τόν ἐμπόδισαν νά ὁλοκληρώσει τήν ἀποστολή του. Τά δύο αὐτά λάθη ἦταν πρῶτον τό ὅτι δέν παντρεύτηκε καί ἔτσι δέν μπόρεσε νά δημιουργήσει τήν τέλεια καί ἰδανική οἰκογένεια [9] καί δεύτερον, τό ὅτι, δέν ἀπέφυγε τήν σταύρωση [10] . Τό πάθος τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει καμμία σωτηριολογική σημασία ἤ ἀξία, στερεῖται περιεχομένου, ἦταν ἁπλῶς, κατά τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Sun Myung Moon, μιά ἀποτυχία [11] .

Ἡ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ θέση της στό ὅλο σωτηριολογικό ἔργο Του αρακτηρίζεται ὡς τραγωδία. Ἡ πίστη σʼ αὐτήν εἶναι μιά πλάνη πάνω στήν ὁποία, ἔλεγε ὁ Sun Myung Moon, οἰκοδομήθηκε ὁ χριστιανισμός [12] .

Ἡ παραδοσιακή χριστιανική κατανόηση τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου τοῦ Θεανθρώπου, κατά τίς ἀντιλήψεις τῆς Ἑνωτικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ μιά μεγάλη παρεξήγηση τόσο τοῦ σκοποῦ τοῦ Θεοῦ, ὅσο καί τῆς ἀποστολῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὑποστήριζε μάλιστα ὅτι πρέπει οἱ χριστιανοί νά ἀπελευθερωθοῦν ἀπʼ αὐτές τίς ἐσφαλμένες κα τανοήσεις καί νά ἀποδεχθοῦν τό δικό του τρόπο ατανόησης τῶν γεγονότων [13] . Οὐδεμία ἐπίσης σημασία ἔχει στό σύστημα τοῦ Sun Myung Moon καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἐπιβεβλημένο νά ἐπισημανθεῖ κάτι ἀκόμα πιό παράδοξο. Ὁ ἱδρυτής τῆς Ἑνωτικῆς Ἐκκλησίας εἶχε συγκρίνει τόν Χριστό μέ τόν Χίτλερ. Κατά τόν Sun Myung Moon ὁ Χίτλερ εἶχε πάρα πολλές ὁμοιότητες μέ τόν Χριστό. Λόγῳ τῶν ὁμοιοτήτων τους ὁ Χίτλερ ἦταν ἕνας τύπος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στή σατανική του ἐκδοχή. Τούς διαφοροποιοῦσε μόνο ἡ θέλησή τους, πού ἦταν ἀντίθετες [14] .

Θά ὁλοκληρώσουμε τή μικρή αὐτή ἀναφορά μας μέ μία ἀκόμη καίρια ἐπισήμανση σχετικά μέ τό χριστιανικό προσωπεῖο, πού χρησιμοποιεῖ πρός τά ἔξω ἡ κίνηση. Οἱ προτεσταντικές Ὁμολογίες τῆς Κορέας στή διακήρυξή τους στίς 12-5-1975 ἀναφέρουν ὅτι ἡ Ἑνωτική Ἐκκλησία (Unification hurch) δέν ἀνήκει στόν χριστιανικό κόσμο καθώς ἀμφισβητεῖ τήν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, ή θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί σπουδαιότητα τῆς σταύρωσής Του [15] .

Καί στήν περίπτωση τοῦ Sun Myung Moon ἰσχύει στό ἀκέραιο ἡ θέση τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Φιλοσόφου καί Mάρτυρος, πολλοί γάρ καί ἄθεα καί βλάσφημα καί ἄδικα ἐν ὀνόματι αὐτοῦ παραχαράσσοντες ἐδίδαξαν, καί τά ἀπό τοῦ ἀκαθάρτου πνεύματος διαβόλου ἐμβαλλόμενα ταῖς διανοίαις αὐτῶν ἐδίδαξαν καί διδάσκουσι μέχρι νῦν» [16] .

Ὑποσημειώσεις:
1. Βλ. Νeue Jugendreligionen, Bewegungen indischer Herkunft, neue Weltanschauungsgruppen, 1986 3, σ.5.
2. Ἀναλυτικά τίς ὀργανώσεις - δορυφόρους τῆς Ἑνωτικῆς Ἐκκλησίας βλ. Jugendreligiöse Institutionen und deren Co-Organisationen, Guruistische Bewegungen und Psychokulte, 986, σ. 129 - 139. Fr - W. Haack, Jesus Christus und/ oder San Myung Mun, 1989, σσ. 37 -40.
3. λ. J.G. Melton, Encyclopedic Handbook of Cults in America,1992, σσ.301- 304.
4. Βλ. Georg Scmid - Georg Otto Scmid (Hrgs ), Kirchen - Sekten- Religionen, 2003, σ.231.
5. Ὅπ. π., σ. 31. Πρβλ. Fr - W. Haack, Die neuen jugendreligionen, 1979 [18], σσ .28, 32.
6. Βλ . Ein Prophet spricht heute. Die Worte des Rev.San Myung Mun, (Hrgs: Vereinigung Kirche e.V), 1976[2], σ. 119.
7. Βλ. Ein Prophet spricht heute, ὅπ.π., σ. 127.
8.Βλ. Nigel Scotlad, A Pocket Guide to Sects & New Religions , 2005, σ. 197.
9.Βλ. Ein Prophet spricht heute, ὅπ.π., σ. 127.
10. Βλ. Fr - W. Haack, Die neuen jugendreligionen, ὅπ. π., σσ. 29-20.
11. Bλ. Ein Prophet spricht heute, ὅπ.π., σ. 123.
12. Βλ. Rev.San Myung Mun, Die Zukunft des Christentums, 1975, σ.97.
13.Βλ. Rev.San Myung Mun, Die Zukunft des Christentums, ὅπ.π., σ. 97.
14. Βλ. Fr- W. Haack, Die neuen jugendreligionen,ὅπ.π., σ. 31.
15. Βλ. O Sek - Keun, Der Volksglauben und das Christentum in Korea, 1979, σ. 612. Πρβλ. Fr-W. Haack, Jesus Christus und/ oder San Myung
Mun, ὅπ.π., σ.15.
16. Βλ. Ἁγ.Ἰουστίνου, Διάλογος, 82 , PG 6,669 C.


Ενας αυτόκλητος Μεσσίας, ο αιδεσιμότατος Σουν Μιουνγκ Μουν, ο ακροδεξιός αρχηγός της Ενωτικής Εκκλησίας και των «Μούνις», όπως πολλοί αποκαλούν υποτιμητικά τους πιστούς του, απεβίωσε στις 3/9/2012 σε ηλικία 92 ετών από τις επιπλοκές μιας πνευμονίας. Οι προοπτικές της Εκκλησίας του δεν φαίνονται καλές μετά τον θάνατό του, όμως μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το μέλλον της διεθνούς επιχειρηματικής αυτοκρατορίας του ανθρώπου αυτού, ο οποίος επηρέασε σημαντικά την πολιτική των ΗΠΑ προς όσο το δυνατόν συντηρητικότερες κατευθύνσεις.
Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 ο Μουν ευλογούσε σωρηδόν ομαδικούς γάμους και οι μαθητές του εξαφάνιζαν νέους και νέες σε απομονωμένους καταυλισμούς όπου υφίσταντο πλύση εγκεφάλου για να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να αφιερωθούν ψυχή τε και σώματι στον Μουν και στην αίρεσή του. Καθώς οι προσφυγές στη Δικαιοσύνη πολλαπλασιάζονταν η Ενωτική Εκκλησία εγκατέλειψε αυτή τη μορφή στρατολόγησης, με αποτέλεσμα ο αριθμός των πιστών της να μειωθεί. Ομως η παγκόσμια επιχειρηματική αυτοκρατορία του, στην οποία ανήκαν κατά καιρούς εργοστάσια αυτοκινήτων και όπλων, ορυχεία, μεγάλες εκτάσεις γης στη Νότια Αμερική, ένα πανεπιστήμιο, εφημερίδες (ανάμεσά τους οι συντηρητικοί «Ουάσιγκτον Τάιμς»), παραμένει ισχυρή μέχρι σήμερα. Αναμένεται να γίνει το μήλον της Εριδος ανάμεσα στη χήρα του, τη Χακ Τζα Χαν, και στα παιδιά του, που υπολογίζονται από οκτώ ως δεκαέξι.
Ο Μουν γεννήθηκε σε μια χριστιανική οικογένεια στο φτωχό χωριό Σάνγκσα, που σήμερα ανήκει στη Βόρεια Κορέα, αλλά τότε ήταν ιαπωνική αποικία. Στα 15 του ισχυρίστηκε πως είδε τον Ιησού, ο οποίος του ζήτησε να αναλάβει το έργο Του... Το 1954 ίδρυσε την Ενωτική Εκκλησία. Το 1972 πήγε στις ΗΠΑ και οι Ρεπουμπλικανοί ενθουσιάστηκαν με τις ακροδεξιές απόψεις του. Ο Νίξον τον αγκάλιασε, ο Ρίγκαν του επέτρεψε να πλουτίσει, οι Μπους συνέχισαν να τον στηρίζουν. Επιτροπή του Κογκρέσου αποφάνθηκε ότι η Εκκλησία του είναι μια πολυεθνική εταιρεία, μια παραστρατιωτική οργάνωση και ένα αυστηρά πειθαρχημένο διεθνές πολιτικό κόμμα, όμως το αίτημά της για περαιτέρω έρευνα σε βάρος του εγκαταλείφθηκε μετά την εκλογή του Ρίγκαν το 1980.
Αν σκεφτεί κανείς τις ακροδεξιές θεοκρατικές πολιτικές θέσεις τού Μουν, τον αντισημιτισμό του, τις φήμες για σεξουαλικές απρέπειες και αδικήματα που δεν σταμάτησαν ποτέ να περιβάλλουν τον ίδιο και την Εκκλησία του, τη φυλάκισή του, το 1982, στις ΗΠΑ για φοροδιαφυγή και την προσβλητική για τους χριστιανούς θεολογία του, δύσκολα καταλαβαίνει πώς ο Μουν ήταν όχι μόνον ανεκτός, αλλά και ευπρόσδεκτος από προέδρους των ΗΠΑ, πολιτικούς, κληρικούς και ακαδημαϊκούς στην Αμερική, στην Ιαπωνία και στη Βρετανία. Για τον Κρίστοφερ Ριντ, της βρετανικής εφημερίδας «Γκάρντιαν», μια εξήγηση είναι τα δισεκατομμύριά του, την προέλευση των οποίων εξακολουθεί να καλύπτει μυστήριο, παρόλο που κάποια στιγμή, επί προεδρίας Ρίγκαν, υποστηριζόταν από δύο ιάπωνες δισεκατομμυριούχους που ήταν αμφότεροι δηλωμένοι φασίστες, ενώ υπήρξαν επίσης φήμες ότι χρηματοδοτούνταν από την κορεατική κεντρική υπηρεσία πληροφοριών.

Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΥΝ

Πρόκειται για τη λεγομένη 'Ενωτική Εκκλησία' του Κορεάτη ψευδομεσσία San Myung Mun, που ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1950 και λογίζεται “Θρησκεία της Νεότητας”, με απαίτηση για παγκόσμια κυριαρχία.

Κατά τον Μουν ο Ιησούς ο από την Ναζαρέτ ήλθε “σαν Χριστός” Δεύτερος Αδάμ και έγινε ένα με τον θεό. Όμως ο λαός τον σταύρωσε και δεν μπόρεσε να εγκαθιδρύσει τη βασιλεία του Θεού στη γη. Με τον θάνατο και την ανάστασή του νίκησε τον Σατανά. Άλλα η εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού δεν έλαβε χώρα με τον Ιησού. Η Δευτέρα παρουσία του Χριστού θα γίνει στη δική μας εποχή. Ο ''Χριστός'' θα έλθει προηγουμένως σαν άνθρωπος με σάρκα και αίμα και θα ιδρύσει μια οικογένεια, αφού θα τελέσει γάμο με μια γυναίκα, από σάρκα και αίμα. Αυτοί θα είναι οι ''αληθινοί γονείς'' ολόκληρης της ανθρωπότητας. Όταν οι άνθρωποι αναγνωρίσουν τους αληθινούς γονείς και υποταγούν σε αυτούς θα φτάσουν στο τελευταίο στάδιο της τελειότητας και τότε οι αληθινοί γονείς θα επιλέξουν για τον καθένα το συζυγικό ταίρι του και θα ευλογηθούν για να αποκτήσουν τέλεια τέκνα και να αυξήσουν την οικογένεια του Θεού.

Η εσχατολογία του Μουν δεν έχει ως κέντρο το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, αλλά τον ίδιο τον Σαν Μουν, τον οποίο θεωρεί Κύριο της Δευτέρας παρουσίας! Ο Κορεάτης ψευδομεσσιας ισχυρίζεται πως αυτό έγινε με εντολή του Χριστού ο οποίος τον παρακάλεσε να τελειώσει το έργο που ο ίδιος (ο Χριστός) δεν μπόρεσε να τελειώσει. Μόνο ο Μουν μπορεί να ενώσει και πάλι τους ανθρώπους με τον θεό για αυτό και η εκκλησία του ονομάζεται “ενωτική κίνηση”. Κυρίαρχος του κόσμου είναι, λέγει ο Μουν ο σατανάς. Όμως ο Κορεάτης Ψευδομεσσιας θα αποσπάσει από τον Σατανά την εξουσία και θα εγκαθιδρύσει την κυριαρχία του θεού. Ο ίδιος και η τέταρτη γυναίκα του λογίζονται αληθινοί γονείς.

Η οργάνωση του Μουν δεν αποδέχεσαι την δημοκρατία, το δημοκρατικό σύστημα "δεν είναι ιδεώδες σύστημα που σκέφτηκε ο Θεός..." Ο Μουν διακήρυξε πως είναι απεσταλμένος του θεού με αποστολή να ελευθερώσει τους λαούς από τον κομμουνισμό και να ενώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ήδη το 1976 δήλωσε: “Η Αμερική δεν είναι στόχος, η Μόσχα είναι ο στόχος, το σύμβολο του κομμουνισμού... Εαν ο Κομμουνισμός έρθει να καταστρέψει την ενωτική εκκλησία με όπλα θα πρέπει εμείς να πολεμήσουμε με όπλα... Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την κίνηση αυτή”... “Ο Θεός μου ζήτησε να κρατήσω την Αμερική, να φυλάξω την Αμερική ενωμένη με την Ασία, να αποκαταστήσω την ευλογία του σε όλο τον Χριστιανικά κόσμο ...Όταν με ακούνε να λέω ότι η Μόσχα είναι ο στόχος μας οι Κομμουνιστές γελούν...”

Ο Μουν κήρυξε επί πολλά χρόνια την αναγκαιότητα ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, αυτό ήταν αναπόσπαστο μέρος της ιδεολογίας του. Ο παγκόσμιος πόλεμος έπρεπε να γίνει για να συντριβεί ο άθεος κομμουνισμός. Ο Μουν επιδιώκει την ενότητα του κόσμου κάτω από την δική του ιδεολογία και την δική του ηγεσία. Επιδιώκει αλλαγή, τόσο στη δύση όσο και στο κομμουνιστικό κόσμο. Το μήνυμα λοιπόν του Μουν είναι Θεϊσμός αντί για Μαρξισμό-Λενινισμό και καπιταλισμό.

Ο κορεάτης ψευδομεσσιας πραγματοποιεί αυτή την “ένωση του κόσμου”, οικοδομώντας τεράστιο δίχτυ, στο οποίο ενώνονται σε συνεργασία παράγοντες της πολιτικής σκηνής, όλων των επιστημονικών κλάδων, ακόμη και από το χώρο των χριστιανικών εκκλησιών, και όλων των θρησκευτικών τάσεων σ' ολόκληρο τον κόσμο. Ο ΜΟΥΝ δίνει ιδιαίτερη σημασία στην προσπάθεια να ασκήσει επιρροή σε κυβερνητικά στελέχη και κυβερνήσεις.

Η έκταση της οργάνωσης του Μουν δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί έξω από την αυτοκρατορία του ψευδομεσσία. Είναι συγκλονιστικά τα στοιχεία που αναφέρει ο G.Racer(1989) : 50.000 έως 70.000 κληρικοί και χιλιάδες εκλεγμένοι επίσημοι, απόστρατοι στρατιωτικοί και άλλοι πολιτικοί ακτιβιστές εκπαιδεύονται ήδη στην CAUSA και σε άλλες οργανώσεις του Μουν…

Ο Μουν μίλησε στις 31.3.1987 σε εκατοντάδες βασικούς οπαδούς του. Είπε ότι ο Θεος του αποκάλυψε μια νέα πολιτική κίνηση, της οποίας ο καιρός έφτασε σήμερα. Σ΄αύτη την κίνηση, δεν θα υπάρχει πλέον δεξιά και αριστερά πτέρυγα. Θα υπάρχει μόνο η αρχηγικοί πτέρυγα. "Αρχηγική Πτέρυγα" θα ενώσει αυτές τις δυο κατευθύνσεις, κάτω από μια διεύθυνση.

Ο Μουν προχωρεί συστηματικά στην πραγμάτωση του σχεδίου του. Οι οπαδοί του μπήκαν στο Γαλλικό Κοινοβούλιο και στο Ευρωκοινοβούλιο. Στη συνδιάσκεψη έγινε σαφές ότι ο Μουν αποβλέπει στη διάβρωση των συντηρητικών κομμάτων. Ενδεικτικό των προθέσεων αυτών είναι η περίπτωση της CAUSA Γερμανίας (1987) και διευθύντριας της οργάνωσης CARP. Εγκατέλειψε την θέση αυτήν με εντολή του Μουν και έγινε υπεύθυνη του πολιτικού γραφείου του αρχηγού του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων στη Βαυαρία.

Επιδιώκεται η ένωση όλων των Χριστιανικών εκκλησιών και στη συνέχεια όλων των θρησκειών... αργά η γρήγορα όλοι οι επί της γης Άγιοι θα επακολουθήσουν τον Κύριο της Δευτέρας Παρουσίας και με τη βοήθεια των αγίων παράδεισου θα εκπληρώσουν το θέλημα του Θεού. Μ' αυτό τον τρόπο θα πραγματοποιηθεί η ένωση του Χριστιανισμού. Κατά τις θεϊκές αρχές του Μουν ο Κύριος της Δευτέρας Παρουσίας δεν θα έλθει μόνο σαν κύριος φορέας του χριστιανισμού αλλά θα εκπληρώσει και την αποστολή του βούδα και την αποστολή του αληθινού ανθρώπου, του οποίου την εμφάνιση αναμένουν οι οπαδοί του Κομφούκιου και την αποστολη του Chung Do Ryung, την αφιξη του οποιοι αναμένουν οι Κορεάτες.


Η ενότητα των θρησκειών είναι η προϋπόθεση για την ενότητα όλων των ιδεολογιών και για την ενότητα ολοκλήρου του κόσμου, προκειμένου να δημιουργηθεί ο παράδεισος στη γη.

Με εντολή του Κορεάτη Ψευδομεσσια Μουν δημιουργήθηκε ειδική συντακτική επιτροπή για την συγγραφή μιας "Παγκόσμιας Αγίας Γραφής" με βάση το πνεύμα του Μουν. Η παγκόσμιος Αγία Γραφή περιέχει όλα τα κοινά στοιχεία των θρησκειών του κόσμου όπως προσδιορίζονται στο πνεύμα της ιδεολογίας του Μουν και ολοκληρώνονται στο πρόσωπο του ψευδομεσσία. Η κύρια Μουν είπε: Ο Θεός έχει μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, και έχω την βεβαιότητα ότι η Ελλάδα θα έχει ένδοξο πεπρωμένο και θα παίξει σημαντικό ρόλο παγκόσμια…

Από την πλευρά της "Ορθοδοξίας" στο παραπάνω δαιμονικό πόνημα (σελ. 671):
Editorial Board (ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) & Advisors And Contributors (ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ και ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ)
Savas C. Agourides (Σάββας Αγουρίδης)
Professor of New Testament, School of Theology, University of Athens, Greece (Christianity, Orthodox)

Ο Μουν σχετικοποιεί το ψεύδος, αν πρόκειται να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. Το ψεύδος γίνεται αμαρτία αν κάποιος ευνοεί μ’ αυτό υπερβολικά έναν άλλο άνθρωπο. Αλλά αν κανείς θέλει να του κάνει καλό με την διήγηση ενός ψεύδους, αυτό δεν είναι αμαρτία. Ακόμη και ο Θεός λέγει πολύ συχνά ψέματα...και με το να ψεύδεται ο Θεός, θέλει να κάνει μεγαλύτερο καλό στον άνθρωπο από ότι ο άνθρωπος αναμένει.

Για τους "έξω" ο Μουν είναι ένας "προφήτης σήμερα". Για τα μέλη της "Ενωτικής Εκκλησίας" κηρύττεται σαν Μεσσίας και Lord of the Advent. Όμως για τον εσωτερικό κύκλο είναι ο ενσαρκωμένος Θεός Πατέρας.

Η διαδικασία της πλύσης εγκεφάλου των οπαδών πραγματώνεται σε τρία στάδια. Το πρώτο είναι η φυσική αδυναμία, που προέρχεται από ανεπάρκεια τροφής και ύπνου που ελαττώνεται συνεχώς....καταλήγει κανείς να είναι τόσο πεινασμένος και κουρασμένος, ώστε να μην μπορεί πια να σκεφτεί. Γίνεται φυσικό ερείπιο και καταλήγει σε μια κατάσταση, στην οποία βλέπει παντού τον Διάβολο: στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην κυβέρνηση, στις παραδοσιακές θρησκείες. Οι αξίες καταστρέφονται. Η δεύτερη φάση είναι η εξάρτηση από την οργάνωση. Όλες οι προηγούμενες φιλίες καταστρέφονται. Οι επιστολές λογοκρίνονται. Οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις παρακολουθούνται. Έτσι το θύμα, μπορεί πλέον να αποδεχτεί το κάθε τι που προέρχεται απ’ τον Μεσσία και να δώσει στο οικονομικό πρόγραμμα της κίνησης ακόμη και σωτηριολογική σημασία!

Θέλεις να κάνεις ευτυχισμένα τα πράσινα χαρτονομίσματα (δολάρια); Αν βρίσκονται πράσινα χαρτονομίσματα στα χέρια αμαρτωλών ανθρώπων, μπορούν τότε να είναι ευτυχισμένα; Γιατί δεν τα κάνεις ευτυχισμένα; Τόσα πράσινα χαρτονομίσματα κλαίνε. Τα άκουσες να κλαίνε; Όλα προορίζονται να πάνε στον Πατέρα, δηλαδή στα χέρια του Μουν.

Η τρίτη φάση της πλύσης εγκεφάλου είναι ο τρόμος. Τρόμος μπροστά στο Σατανά, τρόμος για την κόλαση, αν κανείς εγκαταλείψει την ομάδα θα φονευθούν οι γονείς, θα φονευτεί ο ίδιος. Για να τους δείξει την μέθοδο φωνάζει δυνατά: Είμαστε καταραμένοι. Ο Σατανάς βρίσκεται στην πόρτα! Αν εγκαταλείψετε την Ενωτική Εκκλησία θα καταδικαστείτε στην αιώνια κόλαση!

Πηγή

Διαβάστε επίσης:

Ήμουν αρχηγός στην καταστροφική λατρεία του Μουν - Τεχνικές προσηλυτισμού...

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΡΟΜΑΡΑ ΤΗΣ.

Η διάκριση εμπειρικής και ακαδημαϊκής θεολογίας - π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

 

 Στον σύγχρονο λόγο περί θεολογίας πολλές φορές δημιουργείται σύγχυση…

μεταξύ της εμπειρικής διάστασης της θεολογίας και του ακαδημαϊκού τύπου γνώσης της θεολογίας. Η μεν ασχολείται με το βίωμα μέσα στην Εκκλησία, το πως ο άνθρωπος θα βιώσει το μυστήριο του Σώματος της Εκκλησίας. Η δε, ασχολείται με τις ιδιαιτερότητες της πίστης μας. Τα στοιχεία της τα οποία χρήζουν εξήγησης και ανάλυσης που δεν μπορεί ο εκάστοτε πιστός να εξηγήσει μόνος του ή που χρήζουν μιας πιο επιστημονικής προσέγγισης από κάποιον ειδήμονα.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, δεν παύει να υφίσταται η ορθή πίστη του ανθρώπου που αποτελεί μέλος του Σώματος αυτού.

Σε κάθε από αυτές τις δύο μορφές θεολογίας πάντοτε προϋποτίθεται η πίστη ως μοχλός της κίνησης του ανθρώπου προς την Εκκλησία. Οι δύο αυτές μορφές θεολογίες συνεργούν από κοινού για την καλύτερη κατανόηση και προσέγγιση του ανθρώπου προς την Εκκλησία και την εν Χριστώ ζωή.

Με τον π. Βασίλειο Καλλιακμάνη, καθηγητή Ηθικής και Ποιμαντικής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το βίντεο πλαισιώνουν οι Αργές Καταβασίες της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σε ήχο α’
Ψάλλει ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Μ.τ.Χ.Ε. κ. Παναγιώτης Νεοχωρίτης
Πηγή: https://youtu.be/_wpEoBkS564

Αναστάσιος: Η διάκριση εμπειρικής και ακαδημαϊκής θεολογίας - π. Βασίλειος Καλλιακμάνης (anastasiosk.blogspot.com)

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ  ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΠΕΙΡΑ. Η ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝ/ΜΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟ ΕΚΤΑΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ. ΜΟΝΟ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΥΝ ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ. ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΛΠΙΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝ/ΚΩΝ.

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς - ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ(5)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

13. Έτσι λοιπόν και εκείνη η σοφία (των έξω σοφών), επειδή αντιτάχθηκε στη σοφία του Θεού, έγινε μωρία. Εάν όμως αυτή η σοφία ήταν διορατική και εξαγγελτική της σοφίας του Θεού στα κτίσματα, ως φανέρωση του αφανούς (αοράτου), όργανο της αληθείας αφανιστικό της άγνοιας, όμοιο κατά μέθεξη με το εξαγγελλόμενο, πώς θα ήταν δυνατόν να εμωρανθεί, και μάλιστα από εκείνον που έβαλε μέσα στην κτίση αυτή τη σοφία; Και πώς δεν θα προξενούνταν η βλάβη αυτή στην ίδια τη Σοφία του Θεού που εμφανίζεται μέσα στο σύμπαν; Πώς δεν θα μαχόταν ολοκάθαρα εναντίον του εαυτού του αυτός που είναι το στήριγμα της ειρήνης, τόσο της γενικής, όσο και της ατομικής, τη στιγμή που από τη μια με τη σοφία που εμφύτευσε μέσα τον κόσμο δίνει σοφία, και από την άλλη με την προσωπική του παρουσία μωραίνει και τη σοφία που έχει δώσει και εκείνους που έχουν λάβει αυτήν; Έπρεπε να έρθει όχι για να μωράνει αυτήν, αλλά για να την συμπληρώσει, όπως και τον παλαιό νόμο, για τον οποίο φωνάζει ο Παύλος λέγοντας· «Καταργούμε λοιπόν τον νόμο; Μη γένοιτο, αλλ’ ανυψώνουμε τον νόμο». Αυτό προτρέπει και ο Κύριος να ερευνούμε επειδή έχει μέσα του θησαυρισμένη την αιώνια ζωή, και λέγει επίσης· «εάν πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε και σε μένα». Βλέπεις υπερβολική συμφωνία του νόμου και της χάριτος; Γι’ αυτό, όταν φανερώθηκε το αληθινό φως, ο νόμος έγινε καλύτερος από ό,τι ήταν, αφού φανερώθηκε με σαφήνεια το κρυμμένο μέσα του κάλλος του. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τη σοφία των Ελλήνων. Αυτή, έχοντας κρυμμένη τη μωρία μέσα στην κομψότητα και ευγλωττία και πειστικότητα των λόγων, όταν φανερώθηκε το αίσχος, έγινε αισχρότερη και δίκαια έλαβε το όνομα της μωρίας, όχι εκείνης που υπερέχει, σαν να είναι υπέρ έννοιαν (γιατί αυτό είναι απόρρητη επωνυμία της σοφίας του Θεού), αλλά της γνώσεως εκείνης που χαρακτηρίζεται από έλλειψη αλήθειας, αφού υστέρησε ως προς τον πρέποντα σκοπό της με την κατ’ άνθρωπον σοφία, και δεν υστέρησε μόνο, αλλά και αποπλανήθηκε στο ακριβώς αντίθετο, και αποδέχεται το ψεύδος ως αλήθεια, ενώ την αλήθεια επιχειρεί να τη μεταστρέψει σε ψεύδος, και ξεσήκωσε την κτίση εναντίον του Κτίστη της, και τώρα έργο της έχει να εξεγείρει τις γραφές του Πνεύματος εναντίον του Πνεύματος και των πνευματικών έργων και ανδρών.

14. Δεν είναι επομένως διορατική και εξαγγελτική της σοφίας του Θεού η σοφία των έξω σοφών που μωράνθηκε. Πώς θα ήταν δυνατόν να είναι τέτοια αυτή με την οποία ο κόσμος δεν γνώρισε τον Θεό; Αν όμως ο Παύλος λέγει άλλου, ότι «ενώ γνώρισαν τον Θεό, δεν τον δόξασαν ως Θεό», δεν μάχεται εναντίον του εαυτού του ο μαθητής της ειρήνης, αλλά παρουσιάζεται κληρονόμος της υπερκόσμιας ειρήνης, η οποία δίδεται σε εμάς από μόνον τον Χριστό. Έφτασαν βέβαια, λέγει, στην έννοια τού Θεού, όχι όμως την πρέπουσα στον Θεό· γιατί δεν τον δόξασαν ως παντουργό, παντοδύναμο, παντεπίσκοπο, μόνον άναρχο και άκτιστο. Γι’ αυτό οι σοφοί, αφού εγκαταλείφθηκαν από τον Θεό ήδη από την εποχή τους, όπως έδειξε ο Παύλος, παρεδόθησαν δε αδόκιμο νου, λατρεύοντας την κτίση αντί τον κτίστη, και κυλιόμενοι μέσα στον βούρκο των αισχρών και πονηρών παθών. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και θέσπισαν νόμους και σύνταξαν λόγους (αλλοίμονο για το πάθος, αλλοίμονο για την άπατη) σύμφωνα προς τις υπαγορεύσεις των δαιμόνων και των συνηγόρων των παθών. Βλέπεις ότι η φιλοσοφία των κοσμικών φιλοσόφων έχει από την αρχή και από τον ίδιο τον εαυτό της τη μωρία και δεν την έλαβε κατόπιν συγκρίσεως; Εκείνος λοιπόν που αποδοκίμασε αυτήν τότε ενώ βρισκόταν στον ουρανό, επειδή εξέπεσε από την αλήθεια, και ήρθε τώρα στη γη, δικαίως την εμώρανε, επειδή αντιτάσσεται στην απλότητα του ευαγγελικού κηρύγματος· γι’ αυτό, αν κανείς αφοσιώνεται (προσέχει τον νουν) πάλι σ’ αυτήν, σαν να πρόκειται να οδηγηθεί από αυτήν στη θεογνωσία ή να λάβει κάθαρση ψυχής, παθαίνει αυτό ακριβώς, μωραίνεται, ενώ είναι σοφός. Και δείγμα σαφές ότι παθαίνει αυτό είναι κατά πρώτον αυτό, το ότι δεν δέχεται με πίστη τις παραδόσεις τις όποιες παραλάβαμε με απλότητα από τους άγιους πατέρες, γνωρίζοντας ότι είναι αυτές ανώτερες και σοφότερες από την ανθρώπινη διερεύνηση και επινόηση, και φανερώνονται με έργα, αλλά δεν αποδεικνύονται με λόγους. Και αυτό το γνωρίζουν και θα το επιβεβαιώσουν όλοι όσοι δεν τις αποδέχθηκαν μόνον, αλλά και καρπώθηκαν οι ίδιοι με την πείρα την ωφέλεια από αυτές και γνώρισαν μέσω του ίδιου του εαυτού τους έμπρακτα, ότι το «μωρό τού Θεού, είναι σοφότερο από τους ανθρώπους».

Αρχαίο κείμενο

Γεώργιος Ματουρέλι - Το Άγιο Όρος και οι ρώσοι ονοματολάτρες.


Το Άγιο Όρος ως θρησκευτικός και πολιτισμικός τύπος του Βυζαντίου έως σήμερα συνεχίζει να μεταδίδει το ορθόδοξο Βυζαντινό πνεύμα σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Διαδραμάτιζε και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή της Εκκλησίας και ως εκ τούτου της σωτηρίας του κόσμου. Αποτέλεσε Σχολή για τους σλαβικούς λαούς, ιδιαιτέρως για τους Ρώσους, τους Σέρβους και τους Βουλγάρους, με τους οποίους δημιουργήθηκαν στενοί πνευματικοί δεσμοί. Η μεγαλύτερη επίδραση του Αγίου Όρους παρατηρείται στην παιδεία και τον πνευματικό πολιτισμό των Ρώσων. Η στενή σχέση των Ρώσων με την αγιορείτικη χερσόνησο χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα. Ως καρπός αυτής της σχέσης μπορεί να χαρακτηριστεί ο ρωσικός μοναχισμός, ο ιδρυτής του οποίου άγιος Αντώνιος Πετσέρσκι (των Σπηλαίων) μόνασε στο Άγιο Όρος. Η στενή σχέση συνεχίσθηκε:
α) τον 14ο αι., με την διάδοση του Ησυχασμού, με κύριο πρωτεργάτη τον μητροπολίτη Κιέβου Κυπριανό
β) τον 16ο – 17ο αι., με την μετάφραση των ελληνικών κειμένων στα ρωσικά από τον Μάξιμο Γραικό και τον Διονύσιο Ιβηρίτη και την λειτουργική μεταρρύθμιση του πατριάρχη Νίκωνα
γ) τον 18ο αι., με την αναβίωση του Ησυχασμού, χάρη στην λαμπρή παρουσία του μοναχού Παισίου Βελιτσκόφσκι, ο οποίος, ιδρύοντας την Σκήτη του Προφήτου Ηλία, επανασύνδεσε την Ρωσία με τον Άθω.


Γνωρίζοντας τον ησυχασμό ο ρωσικός μοναχισμός, εντός και εκτός των ορίων του Αγίου Όρους, με ζήλο προσπάθησε να τον εφαρμόσει. Η εφαρμογή της ησυχίας προκάλεσε την σημαντική άνοδο του μοναχικού βίου, που εκδηλώθηκε με την ίδρυση πολλών νέων μοναστικών κέντρων και με την εισαγωγή του θεσμού των Στάρετς (Γερόντων).

Πολλά μοναστικά κέντρα ιδρύθηκαν και στο ρωσικό Καύκασο, οι ιδρυτές των οποίων, ως συνήθως, ήταν Γέροντες με αθωνίτικη εμπειρία. Πολλοί Ρώσοι μοναχοί μετά από την πολύχρονη άσκηση έφευγαν από το Άγιο Όρος για να μονάσουν στα όρη του Καυκάσου, αποκτώντας εκεί ευρύ κύκλο μαθητών. Μετά από χρόνια ησυχίας οι ασκητές έγραφαν και κάποια διδακτικά βιβλία. Ένα από αυτά ήταν το βιβλίο του πρώην αγιορείτου μοναχού Ιλαρίωνα "Επί των Ορέων του Καυκάσου", το οποίο έγινε αιτία σημαντικών διαταραχών στο Άγιο Όρος, στις αρχές του 20ου αιώνα. Το μέγεθος του προβλήματος που προκάλεσε το πόνημα του μοναχού Ιλαρίωνα, μας έπεισε με υπόδειξη της τριμελούς επιτροπής των καθηγητών να αφιερώσουμε την παρούσα μελέτη. Είναι μια προσπάθεια της ιστορικό – θεολογικής προσέγγισης του θέματος, με σκοπό την παρουσίαση της διδασκαλίας, οι οποία δίχασε την ρωσική αγιορείτικη κοινότητα φέροντας σ’αυτήν καταστροφικές συνέπειες. Αποφασίσαμε να συγγράψουμε την παρούσα εργασία λόγω της αδυναμίας πρόσβασης στη ρωσική γλώσσα του ευρύτερου κύκλου των ενδιαφερομένων ερευνητών και της ανυπαρξίας του μεταφρασμένου στα ελληνικά υλικού, που θα βοηθούσε τον κάθε ενδιαφερόμενο να αποκτήσει την αντικειμενική εικόνα περί του ζητήματος που έμεινε στην Ιστορία ως ονοματολατρικό. Έτσι, αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε διδασκαλία των ηγετών του κινήματος και των αντιπάλων τους, εμπλουτίζοντας την παρουσίαση του θέματος με αποσπάσματα από τα βιβλία και την αλληλογραφία τους, που κατά την άποψή μας φανερώνουν τις κύριες θέσεις τους.

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στην προσωπικότητα του μοναχού Ιλαρίωνα και μελετά βασικές πτυχές του βιβλίου Επί των Ορέων του Καυκάσου. Στη συνέχεια αναφέρουμε το πώς η εν λόγω διδασκαλία εμφανίσθηκε στο Άγιο Όρος και τις αντιδράσεις και τις συγκρούσεις που ακολούθησαν.


Στο δεύτερο κεφάλαιο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε καθαρή εικόνα για τον τρόπο με το οποίο οι οπαδοί του μοναχού Ιλαρίωνα μεταμορφώθηκαν σε οργανωμένο κίνημα, που πολύ σύντομα απορρόφησε σημαντικό μέρος Ρώσσων μοναχών, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια των εντός και εκτός των συνόρων του Αγίου Όρους εκκλησιαστικών αρχών. Θα ασχοληθούμε με την προσωπικότητα και τις θέσεις του ηγέτη του κινήματος, τον ιερομόναχο Αντώνιο Μπουλατόβιτς, όπως επίσης με τα συγγράμματά του, και κυρίως με την Απολογία του. Επίσης θα παρουσιάσουμε και τις θέσεις των αντιπάλων του κινήματος:
 α) του μοναχού Χρυσάνθου Γκριγκορόβιτς
β) του αρχιεπισκόπου Αντωνίου Χραποβίτσκι
γ) του αρχιεπισκόπου Νίκωνα Ροζντέστβενσκι
δ) του καθηγητή Σέργιου Τρόιτσκι.

Τέλος στο τρίτο κεφάλαιο εξιστορούνται οι συνέπειες της προαναφερόμενης σφοδρής σύγκρουσης και η τελική ήττα των ονοματολατρών. Στη συνέχεια περιγράφεται ο αγώνας των ονοματολατρών για να δικαιωθούν, και οι προσπάθειες των ονοματολατρών να επιβιώσουν την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917.


Παρουσιάζουμε τις θέσεις των διανοουμένων και φιλοσόφων (του Φλορένσκι, του Λόσεφ, του Μπουλγκάκοφ) οι οποίοι στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν το ονοματολατρικό κίνημα δημιούργησαν την φιλοσοφία του ονόματος. Και συμπερασματικά, διακρίνουμε σύνθετους λόγους που οδήγησαν στην τραγική εξέλιξη του εν λόγου ζητήματος.

Πηγή: https://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/16532

Αυτοαναφορά

Αυτοαναφορά
Του Pavel Florenskij
Περιέχεται στο έργο:
Pawel Florenskij, Ζωή και Σκέψη, edition tertium, Τόμος 1, Επιμέλεια Έκδοσης: Fritz και Sieglinde Mierau

Βιογραφικές πληροφορίες

Γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1882 στον μικρό τόπο Jewlach, διοικητική περιφέρεια Jelisawetpol, όπου ο πατέρας του συμμετείχε στην κατασκευή της διακαυκάσιας σιδηροδρομικής γραμμής. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Τιφλίδα και κυρίως στο Batum. Μέχρι το 1900 φοιτούσε στο 2ο Κλασσικό Γυμνάσιο της Τιφλίδας. Την περεταίρω εκπαίδευση του έλαβε στην Φυσικομαθηματική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, στο τμήμα Μαθηματικών. Εδώ ολοκλήρωσε το 1904 τις σπουδές του, ειδικευόμενος στα καθαρά Μαθηματικά, και έλαβε την προσφορά να παραμείνει στην έδρα των Μαθηματικών. Έγραψε την πτυχιακή του εργασία στο θέμα που ο ίδιος επέλεξε, «Περί των ιδιαιτεροτήτων επίπεδων καμπύλων ως τόπων διακοπής της συνέχειας τους». Η εργασία αυτή θα ήταν μέρος έργου με χαρακτήρα γενικώς φιλοσοφικό - «Η ασυνέχεια ως στοιχείο της κοσμοθεωρίας». Ο Florensky εργάστηκε στο πανεπιστήμιο κυρίως υπό την επίβλεψη του N. W. Bugajew, όπως και υπό την φιλική προστασία του N. J. Shukowski, μέσα σε μια πνευματική ατμόσφαιρα, διαποτισμένη από την θεωρία των συναρτήσεων ελεύθερων μεταβλητών. Παράλληλα προς την ενασχόληση του με τα Μαθηματικά και την Φυσική, σπούδασε Φιλοσοφία στην Ιστορική-Φιλολογική σχολή δίπλα στους S. N. Trubezkoi και L. M. Lopatin. Ο Florensky ήταν από το 1904 φοιτητής στην Πνευματική Ακαδημία της Μόσχας, και από εκείνη την εποχή ζούσε στο Sergijew Posad. Στην Ακαδημία σπούδασε εκείνα τα θέματα, τα οποία χρειαζόταν για την εκπόνηση μιας γενικής κοσμοθεωρίας -Φιλοσοφία, Φιλολογία, Αρχαιολογία, Ιστορία της Θρησκείας-, και συνέχισε παράλληλα τις μαθηματικές του εργασίες. Στο τέταρτο έτος των σπουδών του εκλέχτηκε στην έδρα Ιστορίας της Φιλοσοφίας, την οποία κατείχε ως λέκτορας από το 1908, και από το 1911, μετά την υπεράσπιση της μεταπτυχιακής του εργασίας, «Περί της πνευματικής αληθείας», ως έκτακτος καθηγητής.
Οι διαλέξεις και τα σεμινάρια του ήταν αφιερώμενα κυρίως σε ερωτήματα της ιστορίας της κοσμοθεωρίας. Παράλληλα προς την διδασκαλία της φιλοσοφίας, εργαζόταν και δίδασκε στον τομέα των Μαθηματικών και της Φυσικής. Το 1911 χειροτονήθηκε σε πρεσβύτερο, δεν είχε όμως ενορία. Από το 1911 μέχρι το 1917 εξέδιδε το ακαδημαϊκό όργανο «Ο θεολογικός αγγελιαφόρος», στον οποίο προσπάθησε να προσδώσει πνευματικό χαρακτήρα, όπου εξέδωσε μια σειρά εγγράφων, που φώτιζαν την ιστορία της κοσμοθεωρίας και τις σχολές του 18ου και 19ου αιώνα. Από το 1917, ο Florensky έδινε διαλέξεις περί Φυσικής και Μαθηματικών στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του Sergijew Posad, επεξεργάζονταν σειρές μαθημάτων για την μεθοδολογία της Γεωμετρίας, για μια εγκυκλοπαίδεια Μαθηματικών, κ. α. 
Ως συνεργάτης του μουσειακού τμήματος επεξεργάστηκε μια μεθοδολογία της αισθητικής ανάλυσης και περιγραφής των αντικειμένων παλαιάς τέχνης, όπου συμπεριέλαβε δεδομένα από την τεχνολογία και την Γεωμετρία. Το αποτέλεσμα αυτών των ενασχολήσεων ήταν μια σειρά διαλέξεων και περιγραφών, που μόνο εν μέρει εκδόθηκαν.

Κοσμοθεωρία


Ο Florensky θεωρεί ως έργο της ζωής του το να ετοιμάσει το δρόμο για μια μελλοντική ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία. Με αυτή την έννοια μπορεί να ονομαστεί φιλόσοφος. Σε αντίθεση όμως προς τις συνήθεις διαδικασίες της νεότερης εποχής, προσπαθεί να απομακρυνθεί από τις αφηρημένες κατασκευές και μια πληθώρα προβλημάτων που εξαντλούνται στα σχήματα. Από αυτή την οπτική γωνία πρέπει να θεωρηθεί ως ερευνητής. Μακρές προοπτικές είναι στον Florensky πάντα συνδεδεμένες με συγκεκριμένες, εγγύς προς τη ζωή έρευνες περιστασιακά με πολύ εξειδικευμένες ερωτήσεις. Ως συνέπεια αυτού, η κοσμοθεωρία την οποία ανέπτυξε την δόμησε μελωδικά από μια σειρά ερωτήσεων περί γνώσεως του κόσμου, διαλεκτικά, με ένα ιδιαίτερο τρόπο μεταξύ τους συνδεδεμένων. Αυτό όμως ξεπερνά μια σύντομη συστηματική παρουσίαση. Ο χαρακτήρας του οικοδομήματος του είναι οργανικός, όχι λογικός, και οι διατυπώσεις δεν μπορούν να χωριστούν από το συγκεκριμένο υλικό. Το κύριο θέμα των θεωρήσεων του στον τομέα της ιστορίας της τέχνης, είναι η άρνηση της κουλτούρας ως ενιαίας διαδικασίας μέσα στον χρόνο και τον χώρο, με την επακόλουθη άρνηση της εξέλιξης και προόδου της κουλτούρας. Σε ότι αφορά τη ζωή των μεμονωμένων πολιτισμών, ο Florensky αντιπροσωπεύει την σκέψη, πως αυτή υπόκειται στον ρυθμό, κατά τον οποίο ο ένας τύπος κουλτούρας αντικαθιστά τον άλλο, του μεσαιωνικού πολιτισμού και του πολιτισμού της Αναγέννησης. Ο πρώτος τύπος χαρακτηρίζεται από την οργανικότητα, αντικειμενικότητα, συγκεκριμένο χαρακτήρα, εσωτερική περισυλλογή, και ο δεύτερος τύπος χαρακτηρίζεται από διάσπαση, υποκειμενικότητα, αφηρημένο χαρακτήρα και προσανατολισμό στην επιφάνεια. Η ύπαρξη της ευρωπαϊκής κουλτούρας της Αναγέννησης έχει σύμφωνα με την πεποίθηση του Florensky ολοκληρωθεί με την έναρξη του 20ου αιώνα, από τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα παρατηρούνται σε όλους τους τομείς τα πρώτα σπέρματα της κουλτούρας ενός άλλου τύπου.
Ο Florensky βλέπει στη δομή της κοσμοθεωρίας του μια αντιστοιχία προς το ρωσικό μεσαιωνικό στιλ του 14ου μέχρι τον 15ο αιώνα, βλέπει όμως -και αυτό ανταποκρίνεται στην επιθυμία του- να αναδύονται άλλα οικοδομήματα σκέψης, που αντιστοιχούν σε μια επιστροφή του Μεσαίωνα με ένα πιο βαθύ τρόπο. Ο Florensky θεωρεί πως ο θεμελιώδης νόμος του κόσμου είναι ο δεύτερος νόμος της Θερμοδυναμικής, ο νόμος της Εντροπίας, με πιο πλατιά έννοια ο νόμος του χάους - σε όλους τους τομείς του κοσμικού οικοδομήματος. Απέναντι από τον κόσμο βρίσκεται ο λόγος, η αρχή της εκτροπίας. Η κουλτούρα είναι ο συνειδητός αγώνας με την ισοπέδωση των πάντων: κουλτούρα σημαίνει απομόνωση ως ένα φρενάρισμα της διαδικασίας ισοπέδωσης μέσα στο σύμπαν, σημαίνει την ανύψωση της έντασης σε όλους τους τομείς, ως συνθήκη της ζωής, σε αντίθεση προς την ισότητα, τον θάνατο.
Κάθε κουλτούρα αναπαριστά ένα σύστημα, με σκοπό και συνοχή, μέσων προς πραγμάτωση και αποκάλυψη μιας αξίας, η οποία προσλαμβάνεται ως θεμελιώδης και απροϋπόθετη, δηλαδή έχει ως αντικείμενο μια πίστη, την οποία υπηρετεί. Οι πρώτες διαθλάσεις αυτής της πίστης στις απαραίτητες λειτουργίες του ανθρώπου, καθορίζουν τις πτυχές των περιοχών που συνδέονται με τις λειτουργίες αυτές, δηλαδή ολόκληρου του Είναι, στο βαθμό που βρίσκεται σε κάποια σχέση προς τον άνθρωπο. Οι πτυχές αυτές είναι οι κατηγορίες, όχι αφηρημένες, αλλά συγκεκριμένες κατηγορίες (σύγκρινε την Kabbala), η δρώσα εμφάνιση τους είναι η λατρεία (Kult). Η κουλτούρα, όπως μαρτυρεί και η ετυμολογία, προέρχεται από την λατρεία (κουλτ), είναι δηλαδή τάξη ολόκληρου του κόσμου, βάσει των κατηγοριών της λατρείας. Η πίστη καθορίζει την λατρεία, η λατρεία την κατανόηση του κόσμου, από την οποία προκύπτει η κουλτούρα.
Απέναντι σε ένα νατουραλιστικό, ηθικό μονισμό με ταυτόχρονο μεταφυσικό δυϊσμό, ο Florensky τοποθετεί ένα ηθικό δυϊσμό και μεταφυσικό μονισμό. Από εδώ προκύπτει ο αγώνας με τα νεφελώματα του μανιχαϊσμού, γνωστικισμού, βογομιλισμού, … που διαποτίζουν ολόκληρη την κοινωνία.
Την ίδια θέση λαμβάνει ο Florensky και για την θεωρία της γνώσης. Απέναντι στον ψευδαισθησιασμό (illusionismus), την υποκειμενικότητα και τον ψυχολογισμό, τοποθετεί τον ρεαλισμό ως πεποίθηση περί μιας υπερυποκειμενικής πραγματικότητας του Είναι: Το Είναι αποκαλύπτεται άμεσα στην γνώση. Οι αντιλήψεις δεν είναι υποκειμενικές, αλλά συνδεδεμένες με το υποκείμενο, δηλαδή ανήκουν στο υποκείμενο αλλά βρίσκονται έξω από αυτό. Με άλλα λόγια, μέσα στην γνώση εκφράζεται η αληθινή επέκταση του υποκειμένου και αληθινή ένωση της ενέργειας του (σύμφωνα με την ορολογία του 14ου αιώνα) με την ενέργεια της προς γνώση πραγματικότητας. Από την άλλη, ο Florensky, σε αντίθεση προς ένα γενικά αποδεκτό ή επιθυμητό, ενιαίο, κλειστό σύστημα γνώσης (στο στιλ της γαλλικής και ιδιαίτερα της γερμανικής σκέψης), συμμεριζόμενος το αγγλο-αμερικάνικο και ιδαίτερα το ανατολικό στιλ σκέψης, θεωρεί κάθε σύστημα μη λογικό. Θεωρεί αντιθέτως πως κάθε σύστημα είναι τελεολογικά συνδεδεμένο και βλέπει στην λογική ασυνέχεια (αποσπασματικό χαρακτήρα) και αντιφατικότητα μια αναπόφευκτη συνέπεια της διαδικασίας της γνώσης, η οποία στα κατώτερα επίπεδα δημιουργεί μοντέλα και σχήματα και στα ανώτερα σύμβολα. Η γλώσσα της συμβολιστικής ανήκει στα ουσιαστικά ερωτήματα της θεωρίας της γνώσης.
Η δομή της γνωρίζουσας λογικής βρίσκεται πάνω από την λογική και περιλαμβάνει επομένως δυο αντιφατικές συστατικές τάσεις. Είναι περίπου το ίδιο είτε το ονομάζουμε Είναι και νοήματα, στάση και κίνηση, πεπερασμένο και άπειρο, είτε μιλούμε για τον νόμο της ταυτότητας (εννοώντας τον νόμο της ταυτότητας, αντιφάσεως και αποκλειόμενου τρίτου) και τον νόμο της επαρκούς αιτίας. Επειδή η διάνοια δεν μπορεί να δράσει χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία και των δυο τάσεων, κάθε πράξη της διάνοιας είναι ουσιαστικά αντινομική, και όλες οι κατασκευές της στηρίζονται στις αρχές οι οποίες καταπολεμούν και αποκλείουν η μια την άλλη. Μια αδιάσειστη αλήθεια είναι αυτό που συνδέει μεταξύ τους τη δυνατότερη κατάφαση και τη δυνατότερη άρνηση, δηλαδή μια ακραία αντίφαση: Η αντίφαση δεν μπορεί να καταρριφθεί, γιατί περιλαμβάνει ήδη την εξωτερική της άρνηση. Για τον λόγο αυτό, κάθε τι που θα μπορούσε να ειπωθεί κατά της αδιάσειστης αλήθειας, θα είναι πιο αδύνατο από την άρνηση την οποία η ίδια περιλαμβάνει. Το αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί σε αυτή την αντινομία, είναι προφανώς η αληθινή πραγματικότητα και η πραγματική αλήθεια. Το αντικείμενο αυτό, η πηγή του Είναι και του νοήματος, γίνεται αντιληπτό από την εμπειρία.
Η κοσμοθεωρία του Florensky σχηματίστηκε κυρίως στο έδαφος των Μαθηματικών και είναι υφασμένη από τις αρχές τους, αν και η κοσμοθεωρία αυτή δεν χρησιμοποιεί τη γλώσσα των Μαθηματικών. Το σημαντικότερο λοιπόν για τον Florensky ως προς την γνώση του κόσμου είναι η γενική κανονικότητα ως λειτουργική συνάφεια, με την έννοια της θεωρίας των συναρτήσεων και της αριθμολογίας. Στον κόσμο κυριαρχεί ασυνέχεια ως προς τις συνδέσεις και τη διακριτότητα της πραγματικότητας. Απαράδεκτη για τον θετικισμό και τον καντιανισμό, καθώς διαταράσσει τη συνέχεια, η ασυνέχεια δεν είναι λιγότερο νομοτελειακή, και αντιστοιχεί στις διακριτές, πολύσημες συναρτήσεις διασποράς χωρίς διαφοροποίηση (μαθηματική έννοια). Από την άλλη πλευρά, η διακριτότητα της πραγματικότητας οδηγεί στην επικράτηση της μορφής ή της ιδέας (με την έννοια του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη) ως ενός ενιαίου όλου, το οποίο βρίσκεται «πριν από τα μέρη του», καθορίζει τα μέρη, δεν αποτελείται όμως από τα μέρη του. Από εδώ προέρχεται το ενδιαφέρον για τις ολοκληρωματικές εξισώσεις και τις συναρτήσεις γραμμών, επιφανειών, κτλ. Από εδώ προέρχεται από την άλλη πλευρά, η πυθαγόρεια κλίση, η προσπάθεια να κατανοηθεί ο αριθμός ως μορφή. Σε συνάρτηση προς την αντίληψη περί του πολυεπίπεδου χαρακτήρα της πραγματικότητας, και το γεγονός πως το ένα επίπεδο είναι απροσπέλαστο για τα άλλα (υπό όρους υπερβατικότητα), βρίσκεται η προσπάθεια να φτάσει σε ένα παραστατικό μοντέλο φανταστικών μεγεθών.
Ως προς τον χώρο και τον χρόνο, ο Florensky αντιπροσωπεύει ένα εξειδικευμένο ατομισμό. Ο αγώνας με την καντιανή έννοια του χώρου και η συνείδηση περί του εξαρτώμενου χαρακτήρα και της ανεπαρκούς ελαστικότητας τής μη ευκλείδειας προβολικής γεωμετρίας, οδήγησε το ενδιαφέρον του Florensky στους μη προβολικούς χώρους και στην τοπολογία. Στο έδαφος αυτό αναπτύχθηκαν οι αισθητικές του απόψεις (Διαλέξεις με θέμα «Ανάλυση του χώρου στην εικαστική τέχνη», στις ανώτερες σχολές τεχνών).
Ο Florensky βλέπει στα Μαθηματικά την αναγκαία και πρώτη συνθήκη της κοσμοθεωρίας, βρίσκει όμως στην αυτάρκεια των Μαθηματικών την αιτία της πολιτισμικής τους στειρότητας: Τα Μαθηματικά πρέπει να λαμβάνουν τις κατευθυντήριες ωθήσεις κατά πρώτον από μια γενική κατανόηση του κόσμου, και κατά δεύτερον από την πειραματική μελέτη του κόσμου και από την τεχνολογία. Οι ενασχολήσεις του Florensky πάνε και προς τις δυο αυτές κατευθύνσεις. Το αντικείμενο του στην τεχνολογία είναι η ηλεκτροτεχνία, κυρίως τα ηλεκτρικά πεδία και τα υλικά μέσα τους (στα οποία αυτά σχηματίζονται, διαδίδονται…). Η θεωρία των πεδίων επεκτείνεται, και συνδέεται με την γεωμετρία, φυσική φιλοσοφία και την αισθητική, η γνώση περί των υλικών συνδέεται με την ιστολογία των υλικών ως ένα πεδίο εφαρμογής της θεωρίας των συνόλων και της θεωρίας των συναρτήσεων.
Ας αναφερθούμε τέλος στην ενασχόληση με την γλώσσα: Απορρίπτοντας το αφηρημένο-λογικό στοιχείο της σκέψης, ο Florensky βλέπει την αξία της σκέψης στην συγκεκριμένη εμφάνιση του ως αποκάλυψης της προσωπικότητος. Από εδώ προέρχεται το ενδιαφέρον για την στιλιστική διερεύνηση των προϊόντων της σκέψης. Επειδή ο Florensky δεν αποδέχεται την σκέψη χωρίς τη γλώσσα, βλέπει στη σπουδή του λόγου το κύριο εργαλείο, για να εισδύσει σε μια ξένη σκέψη και για να δώσει μορφή στη δική του σκέψη. Εδώ εδράζεται η ενασχόληση του με την ετυμολογία και τη σημασιολογία.

Έργα


Λόγω εξωτερικών, αλλά εν μέρει και εσωτερικών συνθηκών, ο Florensky δεν τύπωσε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του, τα δε τυπωμένα είναι κυρίως τυχαίες παρατηρήσεις ή παρεκβάσεις από το περιβάλλον των μεγαλύτερων έργων. Από τα μη τυπωμένα ας αναφέρουμε: «Στο μεταίχμιο της σκέψης», «Φιλοσοφία της λατρείας», «Ανάλυση του χώρου στην εικαστική τέχνη», «Ο αριθμός ως μορφή», «Αυτοβιογραφία», «Περί των ιδιαιτεροτήτων επίπεδων καμπύλων ως τόπων διακοπής της συνέχειας», «Υλικά για τη σπουδή της γλώσσας και της καθημερινότητας στη διοικητική περιφέρεια Kostroma», «Η ζωή και η προσωπικότητα του A. M. Bucharjow», «Η ζωή και η προσωπικότητα του αρχιμανδρίτη Serapion Maschkin», «Διαλέξεις περί μιας εγκυκλοπαίδειας των Μαθηματικών» (με μια νέα προσέγγιση ερωτημάτων της τοπολογίας), «Τα πρώτα βήματα της Φιλοσοφίας», «Λεξικό γραφικών συμβόλων» (μια εκτενής εργασία μαζί με τον A. I. Larionow), «Η τεχνολογία των ημιαγωγών», «Η πόρωση της μονωτικής πορσελάνης και μια μέθοδος μέτρησης και υπολογισμού της επιφάνειας ακανόνιστων σωμάτων», «Ένας ηλεκτρονικός ολοκληρωτής» «Μια υδροστατική και μια ηλεκτροστατική μηχανή για τη λύση αλγεβραϊκών και υπερβατικών εξισώσεων», «Τα παλαιορωσικά ονόματα των πολύτιμων λίθων», «Περί του ελέγχου ποιότητας των προϊόντων», «Χυτά μέρη για τις συνδέσεις των καλωδίων», και άλλα. Πέραν αυτών έδωσε σειρά διαλέξεων για τα ερωτήματα περί της ιδιότητας του δημιουργού.
Από το 1919 στενότερες σχέσεις προς την τεχνολογία. Ο Florensky δίνει μια σειρά διαλέξεων στην Πανρωσική Εταιρία Μηχανικών, στην Ρωσική Εταιρία Ηλεκτροτεχνίας, και άλλες εταιρίες, δημοσιεύει αρκετά άρθρα στο περιοδικό «Ηλεκτρισμός» και άλλα τεχνικά περιοδικά. Από την εποχή αυτή εργάζεται στο ανώτατο συμβούλιο οικονομίας, στην αρχή εργάζεται στο εργοστάσιο «Karbolit», αργότερα στην κεντρική διοίκηση της βιομηχανίας ηλεκτρισμού. Και στις δυο θέσεις καταπιάνεται με προβλήματα ηλεκτρικών πεδίων και ημιαγωγών. Από το 1921 και μετά, ο Florensky δίνει διαλέξεις στα Ανώτερα Καλλιτεχνικά Εργαστήρια και ετοιμάζει μια σειρά διαλέξεων για την ανάλυση του χώρου. Ταυτόχρονα διεξάγει έρευνες στο κρατικό ινστιτούτο πειραματικής ηλεκτροτεχνίας, και από το 1924 διοικεί το νεοπαγές εργαστήριο έρευνας των υλικών. Το 1924 εκλέγεται μέλος της κεντρικής επιτροπής ηλεκτροτεχνίας και εργάζεται στον τομέα της τυποποίησης στην ενιαία επιτροπή ηλεκτροτεχνικών προτύπων και κανονισμών. Παράλληλα διεξάγονται πειραματικές και εκδοτικές εργασίες συνδεόμενες με τη δραστηριότητα του στην ειδική επιτροπή για την βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων. (1924/25)

 


Γιατί ο λόγος, χωρίς τον Λόγο καταλήγει στο παράλογο

Η πεποίθηση των θεόπνευστων Πατέρων ότι ο άνθρωπος είναι το ανώτερο ον της Δημιουργίας, με λογική συνείδηση και ελευθερία και ότι, ως λογικό ον, συνδέεται με τον Λόγο του Θεού δίδει μια θετική διάσταση στη έλλογη λειτουργία του, δημιουργώντας σ’ αυτόν μια εύ-λογη αισιοδοξία, στην ασκητική του πορεία από τον θάνατο στη ζωή.

Έτσι, ο λογικός άνθρωπος μπορεί να έχει μια ένθεη βεβαιότητα πως, αν ακολουθήσει ελεύθερα τη λογικότητα που του έχει χαρίσει ο Θεός – Λόγος, στο πλαίσιο της θεολογικής του συστάσεως και αποστολής,αυτή η λογική αλλά και υπέρλογη, ταυτόχρονα, πνευματική του πορεία, θα τον κρατά εν τω Θεώ, σε μια, εν τω Λόγω, αγωνιστική πορεία πνευματικής ολοκληρώσεως.

Ο Άγιος Μάξιμος σημειώνει ότι ο άνθρωπος είναι «μοίρα του Θεού», δηλαδή κομμάτι ή μέρος ή τέκνο Θεού και συνεπώς συγγενής Του, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να διαμορφώνει έναν τρόπο ζωής με δόμηση συγγενική προς τον Θεό, έτσι ώστε ο λόγος του, ως μέρος του Θείου Λόγου, να σκέπτεται και να λειτουργεί, πάντοτε ως ελεύθερο ον και σύμφωνα με το πρότυπό του.

Ωστόσο, υπάρχει και ο κακός δαίμων, ο οποίος επιδιώκει την πτώση του ανθρώπου και τη μετατροπή του λογικού του σε παράλογο.
Εκείνος επιτίθεται διαρκώς στον άνθρωπο, προσπαθώντας να επηρεάσει το λογικό και το αυτεξούσιό του, έτσι ώστε, με τις αποφάσεις και τις πράξεις του, να απομακρύνεται από τον Θείο Λόγο και να παράγει κακούς και πτωτικούς, για την ανθρώπινη ύπαρξη, λογισμούς.

Ακολουθώντας τη δαιμονική α- λογία, μάλιστα, μέσω των κακών του λογισμών, αποφασίζει να ακολουθεί μια παράλογη και παρά φύση πορεία, καθώς όσο ζει μακράν του Θεού, απομακρύνεται από το δημιουργικό και ζωοποιητικό του κέντρο, κινείται δηλαδή στο πλαίσιο του παραλόγου, προς το μη ον, προς το χείρον, με αποτέλεσμα να πορεύεται διαρκώς σε μια πορεία αντίθετη προς την εν τω Λόγω του Θεού κατά χάρη θέωση.

Ο άνθρωπος, συνεπώς, όταν υποκύπτει στις αντίθεες δυνάμεις που τον πολιορκούν, κάνει κατάχρηση του λόγου του και αποστασιοποιείται από τον Θεό – Λόγο, επαναλαμβάνει, δηλαδή, τα ίδια λάθη της Πτώσεως των πρωτοπλάστων, καθώς χάνει την κατά φύσιν λογική δημιουργική αλλά και επιστρεπτική προς τον Λόγο της ζωής κίνηση, που αποτελεί θέλημα και σχέδιο του ίδιου του Θείου Λόγου.

Ουσιαστικά, μέσα από τους παράλογους λογισμούς και τις μακράν του Λόγου της ζωής επιλογές του, ο άνθρωπος, με δική του ευθύνη και υπαιτιότητα, χάνει τη σχέση του με τον Θεό, με αποτέλεσμα να μην εκλαμβάνει, πλέον,το Πρόσωπο του Λόγου, ως υπόδειγμα στη ζωή του.

Αν παρατηρήσει κανείς τον άνθρωπο της σύγχρονης εποχής, διαπιστώνει ότι, συνήθως, ζει και ενεργεί στα χνάρια ενός άθεου ορθολογισμού, καθώς ο εξ Αποκαλύψεως Θεός – Λόγος δεν θεωρείται, πλέον, γι’ αυτόν, μια αδιαμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα, αλλά ταυτίζεται με τον μύθο και τη λεγόμενη μεταφυσική (διανοητικές σκέψεις ή ιδέες περί ανώτατου όντος).

Με τον εγκλωβισμό του σύγχρονου ανθρώπου στον άθεο ορθολογισμό, συνεπώς, δημιουργείται ένα βαθύτατο ρήγμα ανάμεσα στον κόσμο και τον Λόγο, αφού, ουσιαστικά, η σχέση κόσμου (δημιουργίας) και Λόγου (Δημιουργού) απορρίπτεται και τη θέση της παίρνει ο κόσμος και ο ανθρώπινος λόγος.

Τα όντα και ο άνθρωπος, δεν θεωρούνται ότι είναι μέρος ή δημιουργήματα του Θεού, αλλά ότι είναι εγκόσμια και τυχαία όντα, ανεξάρτητα και αυτόνομα από οποιεσδήποτε υπερβατικές θεωρήσεις.

Μαζί με την απώλεια της συγγένειας με τον Θείο – Λόγο και Δημιουργό, χάνεται και η συγγένεια ανθρώπου και κτίσεως.

Για τον ορθολογιστή, ο άνθρωπος,δεν θεωρείται ότι είναι ο πλασθείς κατ’ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν του Θεού, αλλά ότι αποτελεί, όπως όλα τα φυσικά όντα, μια εύθραυστη μεταβλητή έννοια ή μια οργανωμένη σκέψη, που αναλύεται με διανοητικούς ορισμούς.

Τον 18ο αιώνα, ο διαφωτισμός είναι εκείνος που αναδημιούργησε τον άνθρωπο και τον διαμόρφωσε να ζει χωρίς Θεό, ως ένα απόλυτα αυτοδύναμο, αυτάρκες, λογικό και φυσικό ον, αυτονομημένο από κάθε υπερβατικότητα.


Οι ορθόδοξοι Πατέρες, πολλούς αιώνες πριν τον διαφωτισμό, χρησιμοποιούσαν τον ανθρώπινο λόγο, σε συνδυασμό, όμως, με όλες τις άλλες ψυχοσωματικές δυνάμεις και τα χαρίσματα του ανθρώπου και σε σχέση και αναφορά προς τον Θεό – Λόγο και Δημιουργό.

Ο στόχος ζωής του ορθόδοξου Χριστιανού, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ήταν και είναι να μπορεί, μέσα από την πίστη στον Θεό – Λόγο και την ισορροπία του λογικού και του υπέρλογου, να φτάνει στον προορισμό του, στην εμπειρία της αληθινής γνώσεως, που ταυτίζεται με την αληθινή κοινωνία με τον Θείο Λόγο.

Οι διαφωτιστές, αντίθετα, πρόδρομοι του παράλογου εκσυγχρονισμού και της αλλοπρόσαλλης προοδευτικότητας, ακύρωσαν όλες τις άλλες δυνάμεις και τα χαρίσματα του ανθρώπου και κράτησαν μόνο μία, τον ορθό – λόγο.

Στην ουσία, αρνήθηκαν και παρερμήνευσαν την ύπαρξη του ίδιου του Θεού και Λόγου, ενώ δεν παραχώρησαν στον άνθρωπο περιθώρια ελευθερίας, έτσι ώστε, ως το «κατ’ εξοχήν ιερό ον που είναι, με επίγνωση του ιερού» και ως ύπαρξη, που εκ φύσεως έχει την τάση επικοινωνίας με το πρότυπο της εικόνας του, να ιεροποιεί τη ζωή του για να μπορεί, όπως σημειώνει ο Άγιος Μάξιμος, να βρίσκει «εν τω λόγω» τον Θεό.

Η οντολογική αλλοτρίωση, στην οποία οδηγήθηκε το λογικό και το αυτεξούσιο του ευρωπαίου -και όχι μόνο- ανθρώπου, μέσω των υπαρξιακών διαστρεβλώσεων της φιλοσοφίας του διαφωτισμού, κατέληξε, σταδιακά και μεθοδευμένα, στην υποταγή του στον άθεο προοδευτισμό και στην άρνηση της σχέσεως του ανθρώπινου, με τον Θείο Λόγο.

Αυτό είχε ως συνέπεια, την απώλεια, της δυνατότητάς του να χρησιμοποιεί ορθά την ανθρώπινη λογική, γεγονός, όμως, που λειτούργησε αντίστροφα, αφού τελικά, κατέληξε, συν τω χρόνω, σε μια αμφισβήτηση της ορθότητας, όχι μόνον του περιεχομένου του ορθολογισμού, αλλά ακόμη και της ίδιας της ονομασίας του, καθώς, μέσω της αμείλικτης κριτικής, που δέχτηκε, έφτασε να θεωρείται, από ορθός λόγος, λόγος ψεύδους και απάτης.

Οι ορθόδοξοι Πατέρες, φιλοσόφησαν εντελώς διαφορετικά τη χρήση του ανθρώπινου λόγου, αποσοβώντας το ενδεχόμενο να μετατραπεί η χρήση του σε μια παραφυσική και παράλογη παράχρηση.

Ήδη (14) αιώνες, πριν από τον διαφωτισμό, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, υποστηρίζοντας την υγιή, σωτήρια και αρμονική συνεργασία του ανθρώπινου με τον Θείο Λόγο, συστήνει την «εν τω Χριστώ και Λόγω» λειτουργία της ανθρώπινης λογικής, ως εξής: «Συν Χριστώ γράφεις, συν Χριστώ ταλαντεύεις, συν κεφαλή δοκιμάζεις, μετά Λόγου λογίζεις».

Η απάντηση, συνεπώς στο ερώτημα, γιατί φτάνει ο λογικός άνθρωπος στο παράλογο, είναι: Διότι απομακρύνεται από το υπέρλογο του Θείου Λόγου.

Γιατί ο λόγος, χωρίς τον Λόγο καταλήγει στο παράλογο | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΜΩΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗΣ ΜΑΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΒΕΒΑΙΟΙ ΟΤΙ ΟΙ ΚΕΦΑΛΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΗΤΕΣ. ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΕΦΤΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ. ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΑΛΑΘΗΤΟΥΣ ΞΑΝΑΝΕΒΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ.

Ομιλία εις την Λιτανείαν του Σταυρού κατά την 1η Αυγούστου (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

 

Ομιλία εις την Λιτανείαν του Σταυρού: 
Θάνατο του σώματος ούτε έδωσε ο Θεός ούτε έκαμε, ούτε παρήγγειλε να συμβαίνει. Από πού λοιπόν προξενήθηκε; Τον εισηγήθηκε με δόλο ο Σατανάς και τον δέχθηκαν οι προπάτορές μας και απογυμνωθήκαμε από την ουράνια αίγλη των φωτεινών και ζωτικών ενδυμάτων. Άρα εμείς οι ίδιοι γίναμε γεννήτορες του θανάτου μας, γιατί εγκαταλείψαμε εκούσια τον κτίστη και ζωοποιό Δεσπότη. Κέντρο του θανάτου, σωματικού και ψυχικού, είναι η αμαρτία. Έτσι η φιλανθρωπία των Πατέρων όρισε τη νο­σηρή αυτή εποχή του έτους να τελείται ο αγιασμός του ραντισμού την πρώτη Αυγούστου, ώστε να μένομε απρόσβλητοι από τα προερχόμενα από την αμαρτία νοσήματα.

ΟΜΙΛΙΑ 31η: ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 1η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

1. Ο Θεός δεν έκαμε τον θάνατο, ούτε ευχαριστείται με την απώλεια των ανθρώπων». Εάν όμως δεν έκαμε ο Θεός τον θάνατο, ούτε και είναι αυτός αίτιος των φοβέρων δεινών που επακολούθησαν τον θάνατο, από που λοιπόν συμβαίνουν σε μας οι αρρώστιες και τα νοσήματα και τα άλλα δυσάρεστα, από τότε που υπάρχει ο θάνατος;Από που προέρχεται και ο θάνατος; Από την στην αρχή παρακοή μας προς τον Θεό, από την παράβαση της εντολής που μας δόθηκε από τον Θεό, από την προγονική μας αμαρτία στον παράδεισο. Ώστε και οι νόσοι και οι αρρώστιες και όλο το ποικίλο βάρος των πειρασμών προέρχονται από την αμαρτία· γιατί εξαιτίας αυτής ντυθήκαμε  τους δερμάτινους χυτώνες, το νοσηρό αυτό και θνητό και πάρα πολύ οδυνηρό σώμα, και μετοικισθήκαμε στον πρόσκαιρο και φθαρτό αυτό κόσμο και καταδικασθήκαμε να ζούμε βίο γεμάτο από πολλά πάθη και πολλές συμφορές. Είναι λοιπόν οδός κατά κάποιο τρόπο η νόσος, τραχεία και ανηφορική, στην οποία οδό εισήγαγε η αμαρτία το γένος των ανθρώπων, και της οδού αυτής ο τελευταίος σταθμός και το έσχατο καταγώγιο είναι ο θάνατος.
2. Και όχι μόνο δεν έκαμε ο Θεός τον θάνατο, αλλά και τον εμπόδισε να γίνει, αν και βέβαια, αφού έπλασε τον άνθρωπο αυτεξούσιο ζώο, δεν έπρεπε να τον εμποδίζει, για να μη αφανίσει το δικό του έργο, αφαιρώντας την από αυτόν δοσμένη σ’ εμάς αυτεξουσιότητα. Αλλά με τη σοφία και την αγαθότητά του βρήκε πώς να εμποδίσει από τον θάνατο τον άνθρωπο και να του συντηρήσει το αυτεξούσιο. Πώς λοιπόν το κατόρθωσε αυτό; Ευθύς αμέσως μόλις τον έπλασε και τον ζωοποίησε, έβαλε μέσα του συμβουλή που θα τον καθιστούσε αθάνατο, και ασφαλίζοντας από την αρχή πολύ δυνατά την ζωοποιό συμβουλή έδωσε εντολή και διακήρυξε φανερά, ότι η αθέτηση της ζωοποιού εντολής είναι θάνατος, και μάλιστα θάνατος όχι στην αρχή σωματικός, αλλά της ψυχής, λέγοντας προς εκείνο το ζεύγος των προπατόρων μας· «την ώρα που θα φάγετε από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού, θα πεθάνετε». Βλέπετε, δεν είπε προστακτικά, “την ημέρα που θα φάγετε θα πεθάνετε”· γιατί το πρόσταγμα αυτού είναι δημιουργία όλων των όντων, και αυτός παρήγγειλε τα πάντα και κτίσθηκαν, τον θάνατο όμως δεν τον παρήγγειλε, αλλά προανήγγειλε ότι θα συμβεί από παράβαση, λέγοντας, να μη φάγετε από το ξύλο, «γιατί την ημέρα που θα φάγετε, θα πεθάνετε», ώστε αποδεχόμενοι τη συμβουλή και αποφεύγοντας την παράβαση, να μη περιπέσομε στο θάνατο. Ότι όμως τότε δεν μίλησε για τον σωματικό θάνατο, αλλά για τον θάνατο της ψυχής, είναι φανερό· γιατί δεν πέθαναν σωματικά την ημέρα εκείνη κατά την οποία γεύθηκαν τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου.
3. Αλλά ποιός είναι ο θάνατος της ψυχής; Είναι η εγκατάλειψη του Θεού. Όπως δηλαδή όταν είναι παρόν το φως δεν είναι δυνατό να υπάρχει συγχρόνως και σκότος, αλλά αν το φως εγκαταλείψει τον τόπο, γίνεται σκότος, που δεν έχει τη γένεσή του από το φως, αλλά από αυτό που το φράσσει, από τη σκιά, έτσι και ο Θεός, που είναι αυτοζωή και ζωή όλων των ζώντων, όταν είναι παρών μέσα στην ψυχή μας, είναι αδύνατο να είναι σ’ αυτή παρών και ο θάνατος. Όταν όμως την εγκαταλείψει ο Θεός, επέρχεται σ’ αυτήν ο θάνατος, που δεν έχει τη γένεσή του από τον Θεό, αλλά από την αιτία της θείας εγκατάλειψης, που είναι η αμαρτία. Βλέπετε πως ο θάνατος δεν προέρχεται από τον Θεό, αλλά από την αμαρτία;
4. Αλλά πώς εγκαταλείπει την ψυχή αυτός που είναι πανταχού παρών, αυτός που από πουθενά δεν είναι απών; Επειδή αυτή εγκατέλειψε αυτόν προηγουμένως με τη θέλησή της και επειδή πλάσθηκε από αυτόν αυτεξούσια δεν την βιάζει· ώστε και της δικής μας εγκατάλειψης από τον Θεό εμείς είμαστε αίτιοι για τους εαυτούς μας, και όχι ό Θεός που μας έπλασε. Εμείς λοιπόν είμαστε, αλλοίμονο, γεννήτορες του θανάτου μας, επειδή εγκαταλείψαμε με τη θέλησή μας τον Δεσπότη που μας έκτισε για να ζούμε και είναι πάντοτε παρών και μας ζωοποιεί αφ’ εαυτού, όπως ακριβώς εκείνοι που ακριβώς κατά το μεσημέρι κλείνουν τα μάτια τους και απέχουν εκούσια από το φως, μολονότι αυτό είναι παρόν και λάμπει. Επειδή δηλαδή αθετήσαμε την ζωοποιό συμβουλή και με την αθέτηση εγκαταλείψαμε τον Θεό και αποστατήσαμε με τη θέληση μας από τη ζωή, δεχθήκαμε τη θανατηφόρο συμβουλή του Σατανά και με αυτήν φέραμε και εγκαταστήσαμε μέσα μας αυτόν, που είναι νεκρό πνεύμα, γιατί αυτό πρώτα εγκατέλειψε τον Θεό και έγινε ο ίδιος σ’ εμάς πρόξενος νεκρώσεως, και νέκρωση εννοώ πάλι την ως προς την ψυχή, η οποία όταν είναι χωρισμένη από τον Θεό, για να μιλήσω σύμφωνα με τον Παύλο, έχει πεθάνει ζωντανή. Μάλλον όμως η ζωή της είναι χειρότερη και από το θάνατο· γιατί, όντας αργή προς κάθε αγαθό, γίνεται ενεργή προς κάθε πονηρό, επιβουλευόμενη τον εαυτό της και με την αυτόφθονη κακία σπρώχνοντας διαρκώς τον εαυτό της προς τα χειρότερα.
5. Ίσως πολλοί κατηγορούν τον Αδάμ, για το πως πείσθηκε εύκολα στον πονηρό σύμβουλο και αθέτησε τη θεία εντολή και με αυτή την αθέτηση προξένησε σε μας το θάνατο. Αλλ’ όμως δεν είναι το ίδιο να θελήσει κανείς να γευθεί κάποιο θανατηφόρο βότανο πριν λάβει πείρα, και το να ποθεί να φάγει αυτό αφού με την πείρα μάθει ότι είναι θανατηφόρο· γιατί αυτός που μετά την πείρα πίνει από το δηλητήριο και επισύρει κατά τρόπο άθλιο στον εαυτό του τον θάνατο είναι περισσότερο αξιόμεμπτος από εκείνον που το κάνει αυτό και το παθαίνει πριν από την πείρα. Ο Αδάμ λοιπόν, αφού πείσθηκε πριν από την πείρα στον πονηρό σύμβουλο, παρέβηκε τη συμβουλή και εντολή του αγαθού, ο καθένας όμως από εμάς το κάνει αυτό, αλλοίμονο, μετά την πείρα και την πραγματοποίηση των απειλών γι’ αυτό και καθένας από μας είναι περισσότερο αξιόμεμπτος και αξιοκατάκριτος, παρά εκείνος ο Αδάμ. Αλλά δεν υπάρχει σε μας εκείνο το δένδρο, ούτε υπάρχει τώρα εντολή του Θεού προς εμάς που απαγορεύει τη γεύση εκείνου; Ίσως να μη υπάρχει σ’ εμάς εκείνο το ίδιο δένδρο, αλλ’ όμως η εντολή του Θεού υπάρχει και τώρα για μας, και εκείνους που πείθονται σ’ αυτήν και θέλουν να ζουν σύμφωνα μ’ αυτήν τους ελευθερώνει από την ευθύνη όλων των αμαρτημάτων τους και από την προγονική κατάρα και καταδίκη, ενώ αυτούς που και τώρα αθετούν αυτήν και προτιμούν αντί αυτής τη συμβουλή και προσβολή του πονηρού, τους παραπέμπει προς την απειλειμένη και προετοιμασμένη για τον διάβολο εκείνη την αιώνια γέεννα του πυρός.
6. Ποιά λοιπόν είναι αυτή η εντολή του Θεού που βρίσκεται τώρα μπροστά σε μας; Η μετάνοια, της οποίας το ουσιαστικότερο πράγμα είναι να μη εγγίζομε πλέον τα απαγορευμένα. Επειδή δηλαδή απομακρυνθήκαμε από τον τόπο της θεϊκής τρυφής και δίκαια αποκλεισθήκαμε από τον παράδεισο του Θεού και καταπέσαμε στο βάραθρο αυτό και καταδικασθήκα­με να κατοικούμε και να ζούμε μαζί με τα άλογα ζώα και χάσαμε τις ελπίδες μας, όσο εξαρτάται από μας, για την επάνο­δό μας στον παράδεισο, γι’ αυτό αυτός που με δικαιοσύνη μας επέβαλε την τιμωρία, ή καλύτερα που δίκαια επέτρεψε να επέλθει αυτή σε μας, από υπερβολική τώρα φιλανθρωπία και αγαθότητα, από μεγάλη ευσπλαγχνία του, κατέβηκε μέχρι σε μας για χάρη μας, και αφού έγινε παρόμοια με μας κατά τρόπο αναμάρτητο άνθρωπος, για να διδάξει και να σώσει με το όμοιο το όμοιο, μας έδωσε τη σωτήρια συμβουλή και εντολή της μετάνοιας, λέγοντας προς εμάς· «μετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία των ουρανών». Πριν από την ενανθρώπηση βέβαια του Λόγου του Θεού, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο μακριά από μας βρισκόταν η βασιλεία των ουρανών, όταν όμως επεδήμησε σε μας ο βασιλιάς των ουρανών και καταδέ­χθηκε την ένωσή του με μάς, ήρθε πλησίον όλων μας η βασιλεία των ουρανών.
7. Ας μετανοήσομε λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας παρουσιάσομε καρπούς άξιους της μετάνοιας, για να κληρονομήσομε τη βασιλεία των ουρανών· αυτή έφτασε πλησίον μας, ας μη απομακρύνομε τους εαυτούς μας από αυτήν με τα πονηρά έργα. Έλαμψε σε μας το ανέσπερο φώς· ας βαδίσομε προς τη λάμψη αυτού με τα αγαθά έργα. Φανερώθηκε η αιώνια ζωή· ας τη διεκδικήσομε, όσο μας είναι δυνατό, με τις αρετές. Ήρθε σε μας ο Χριστός που μας κάνει μακάριους· ας προσέλθομε σ’ αυτόν με προθυμία. Ας αποφύγομε την αθλιότητα αυτών που κάθονται στο σκότος και στη σκιά του θανάτου. Ας ποθήσομε και ας αποκτήσομε τα έργα της μετάνοιας, φρόνημα ταπεινό, κατάνυξη και πένθος πνευματικό, καρδιά γεμάτη από πραότητα και ευσπλαγχνία, που αγαπά τη δικαιοσύνη, που επιδιώκει την καθαριότητα, ειρηνική, ειρηνοποιό, ανεκτική, που αντιμετωπίζει με ευχαρίστηση τους υπέρ της αλήθειας και δικαιοσύνης διωγμούς και τις ζη­μίες και τις ύβρεις και τις συκοφαντίες και τα πάθη, ακούοντας εκείνον που λέγει· «είναι μακάριοι οι ταπεινόφρονες, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών· είναι μακάριοι αυτοί που πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν· είναι μακάριοι οι πραείς, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη· είναι μακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη», και όσα λέγονται στη συνέχεια.
8. Αλλά για ποιό λόγο ο Κύριος, αφού είπε, «είναι μακάριοι οι πτωχοί», πρόσθεσε, «κατά το πνεύμα»; Για να ξεχωρίσει από την άθλια πτωχεία τη μακάρια, και για να συμπεριλάβει μέσα σε λίγα όλη τη μακαριζόμενη πτωχεία, και επί πλέον για να μας δείξει το αίτιο τής μακαριότητας· γιατί όντας το πνεύμα μας αυτοτελές, όταν βρίσκεται σε καλή και θεοφιλή κατάσταση μας κάνει μακάριους, όταν όμως διάκειται με κακία και μίσος προς τον Θεό μας καθιστά άθλιους· και γι’ αυτό ο Κύριος από αυτό έκανε την αρχή των μακαρισμών. Τρεις είναι οι πτωχείες· μία είναι η σχετική με τον βίο και την περιουσία του καθενός, που είναι στενότητα των αναγκαίων για τη ζωή, στην οποία το εντελώς αντίθετο είναι ο πλούτος σύμφωνα μ’ αυτόν που είπε· «πλούτο και φτώχεια μη μου δώσεις». Άλλη πτωχεία είναι η σχετική με το σώμα του καθενός, όταν από την πολύ λιτή διατροφή και την ολιγοτροφία είναι αυτό πάρα πολύ ισχνό, σύμφωνα με αυτόν που είπε· «τα γόνατά μου αποδυνάμωσαν από τη νηστεία και η σάρκα μου αλλοιώθηκε από έλλειψη λαδιού». Άλλη πτωχεία είναι το μετριοπαθές και συνεσταλμένο φρόνημα της ψυχής, πράγμα που είναι η ταπείνωση του πνεύματος της ψυχής μας, αντίθετο της οποίας είναι η υπερηφάνεια.
9. Εκείνες λοιπόν οι πτωχείες, εννοώ οι σχετικές με την περιουσία στη ζωή και το σώμα, αν είναι ενωμένες με το ταπεινό φρόνημα της ψυχής είναι άξιες μακαριότητας, αν όμως είναι χωρισμένες από την ταπείνωση με υπερηφάνεια, είναι πραγματικά γεμάτες από αθλιότητα. Γιατί είναι κανείς φτωχός ως προς τον βίο ή ως προς το σώμα ή με τη θέλησή του ή χωρίς τη θέλη­σή του. Αν λοιπόν είναι κανείς φτωχός χωρίς τη θέλησή του και δεν έχει την από τη μετάνοια παραγόμενη στην ψυχή αγαθή διάθεση, την ταπείνωση, δεν υπομένει γενναία τη φτώχεια που υπάρχει σ’ αυτόν χωρίς τη θέλησή του, αλλά γογγύζει εναντίον του Θεού και καταφέρεται εναντίον της δικαιότατης πρόνοιάς του σα να μη είναι τέτοια, και κατατρέχει με πολλούς τρόπους τους ανθρώπους, χωρίς να αποβλέπει προς τον Θεό, και ξεχνώντας ότι κανένας δεν καταντροπιάσθηκε ποτέ που στήριξε τις ελπίδες του στον Θεό, ούτε και να περιορίζει τις δαπάνες του, και να εξασφαλίζει τη ζωή του με τα χέρια του ή ζητώντας με ταπείνωση από τους εύπορους, αλλά με το να γίνεται κλέπτης, λωποδύτης, τυμβωρύχος, άρπαγας, ή παράσιτος, συκοφάντης, ψεύστης, υποκριτής δείχνοντας αγενή και δουλοπρεπή στάση προς τους πλούσιους, προσδοκώντας να λάβει κάποια βοήθεια από αυτούς, άραγε δεν είναι αθλιώτατος ένας τέτοιος φτωχός, ή καλύτερα οι τέτοιοι φτωχοί, και τελείως ξένοι προς αυτούς που μακαρίζονται από τον Χριστό;
10. Εάν όμως βρεθεί κάποιος να είναι φτωχός με τη θέλησή του, αλλά που το κάνει αυτό από κάποια υπεροψία μάλλον και όχι με ταπείνωση, και δεν αποφεύγει την τρυφή και τον πλούτο εξαιτίας της επαινετής πτωχείας του πνεύματος, αυτός είναι παραπλήσιος σχεδόν με τους δαίμονες· γιατί εκείνων γνώρισμα είναι η με υπερηφάνεια ατροφία και ακτημοσύνη. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος, «είναι μακάριοι οι πτωχοί ως προς το πνεύμα», δηλαδή εκείνοι που εξαιτίας της εσωτερικής και μέσα τους ταπείνωσης του φρονήματος της ψυχής δέχονται και την από την εγκράτεια του σώματος προερχόμενη πτωχεία και θεωρούν την ακτημοσύνη πιο ποθητή από κάθε πλούτο. Αυτοί, και αν ακόμη τους συμβεί κάτι χωρίς να το θέλουν, με την υπομονή που δείχνουν και την ευχαριστία κάνουν εκούσιο το αγαθό για τον εαυτό τους, και σ’ αυτούς ακριβώς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
11. Ας φροντίσομε, αδελφοί, να γίνομε τέτοιοι πτωχοί και εμείς, για να αποκτήσομε την ουράνια βασιλεία· εάν όμως δεν θέλομε να γίνομε τέτοιοι πτωχοί, ας γίνομε τουλάχιστο με την ελεημοσύνη και τη μετάδοση από τα υπάρχοντά μας κοινωνοί των πτωχών αυτού του είδους. Ας αποκτήσομε «φίλους από τον Μαμωνά της αδικίας», δηλαδή από τα αγαθά που έχομε με περίσσεια, όσον καιρό βρισκόμαστε στην παρούσα ζωή, ώστε όταν φύγομε από την εδώ ζωή να μας δεχθούν εκείνοι στους αιώνιους τόπους διαμονής. Ήθελα βέβαια, αδελφοί, να σας φανερώσω τώρα το νόημα και όλων των στη συνέχεια μακαρισμών του ευαγγελίου του Κυρίου, αλλά ούτε ο παρών χρόνος θα αρκέσει και ο λόγος που έχει σχεδιασθεί από μας από την αρχή απαιτεί το συμπλήρωμα· γιατί πρόθεσή μας από την αρχή ήταν να δείξομε, ότι δεν έκαμε τον θάνατο ο Θεός, ούτε τα νοσήματα και τις ασθένειες, και το δείξαμε αυτό με τον σχετικό με την ψυχή θάνατο, του οποίου προηγουμένως κεντρί είναι η αμαρτία.
12. Πρέπει λοιπόν να αναζητήσομε και να μάθομε και για τον θάνατο σχετικά με το σώμα, από που έχει την ύπαρξή του· γιατί και αυτόν τον θάνατο ο Θεός, όντας αυτοζωή και απόλυτα ζωή και αίτιος της παντός είδους ζωής, τόσο της έγχρονης όσο και της αιώνιας, και μάλιστα της αιώνιας και του αυτού είδους ζωής με τον Θεό, και αυτόν λοιπόν τον θάνατο του σώματος ούτε τον έδωσε ούτε τον έκανε ούτε έδωσε προσταγή ο Θεός να γίνει. Αν όμως ούτε αυτόν τον θάνατο τον έκαμε ο Θεός, ούτε των σωματικών νοσημάτων αίτιος είναι αυτός, τότε από πού συμβαίνουν σε μας οι σωματικές αρρώστιες και τα νοσήματα, από πού και ο θάνατος του σώματος; Από πού προέρχεται ο θάνατος αυτός; Προσέχετε και θα καταλάβετε. Ο νοητός και αρχέκακος όφις, επειδή στην αρχή αυτομόλησε προς την κακία, στερήθηκε την αγαθή και αληθινή ζωή, και απομακρύνθηκε δίκαια από αυτήν, από την οποία προηγουμένως είχε αποδράσει ο ίδιος, και έγινε νεκρό πνεύμα, όχι ως προς την ουσία, γιατί η νεκρότητα δεν είναι ουσία, αλλά ως προς την αποβολή της αληθινής ζωής. Αυτός όμως, μη χορταίνοντας την προς την κακία ορμή, καθιστά τον εαυτό του και νεκροποιό πνεύμα, αφού, αλλοίμονο, με δόλο προσείλκυσε τον άνθρωπο προς κοινωνία της νέκρωσής του.
13. Αφού λοιπόν οι προπάτορες του γένους συμφώνησαν με τον Σατανά, παρά τη γνώμη του Κτίστη, αφού απογυμνώθηκαν από την ουράνια αίγλη των φωτεινών και ζωτικών ενδυμάτων, έγιναν, αλλοίμονο, και αυτοί νεκροί ως προς το πνεύμα, όπως και ο Σατανάς. Επειδή όμως ο Σατανάς δεν είναι μόνο νεκρό πνεύμα, αλλά και νεκροποιό εκείνων που το εγγίζουν, και καθένας από εκείνους που έγιναν μέτοχοι της νέκρωσης εκείνου είχε και σώμα, με το οποίο και πραγματοποιήθηκε με πράξη η νεκροποιός συμβουλή, τα νεκρά πνεύματα που έγιναν και νεκροποιά μεταδίδουν τη νέκρωση και στα σώματά τους, και θα διαλυόταν αμέσως επιστρέφοντας στη γη το ανθρώπινο σώμα, αν συγκρατούμενο από ανώτερη πρόνοια και δύναμη δεν ανέμενε την απόφαση εκείνου που με το λόγο του μόνο κυβερνά τα πάντα. Αυτός όμως, όπως είπαμε προηγουμένως, ανέβαλε και μετέθεσε την απόφασή του για τον ως προς το σώμα θάνατο, και όταν την εξέφρασε, σύμφωνα με το βάθος της σοφίας και την υπερβολή της φιλανθρωπίας του την έμπρακτη εφαρμογή αυτής την αποταμίευσε για το μέλλον. Γιατί δεν είπε προς τον Αδάμ, “επειδή έφαγες από το δέν­δρο που σε διέταξα να μη φάγεις, γύρισε εκεί από όπου εξήλθες”, αλλά, αφού προανέφερε πολλά ενδιάμεσα που δηλώνουν το διάστημα της εδώ ζωής, έπειτα πρόσθεσε, «γιατί χώμα είσαι και στο χώμα θα επιστρέψεις», μη προστάζοντας ούτε εδώ, αλλά προαναγγέλλοντας και δείχνοντας ανοχή και μη εμποδίζοντας αυτό που επρόκειτο να συμβεί με δίκη. Βλέπετε ότι ούτε ο σωματικός θάνατος προέρχεται από τον Θεό, αλλά από την αμαρτία και αυτός και από την ψυχή που διέπραξε την αμαρτία και από τον όφη που με δόλιο τρόπο την άρπαξε προς την αμαρτία; Άρα λοιπόν και τα σωματικά νοσήματα από αυτήν είχαν την είσοδο στον άνθρωπο.
14. Γι’ αυτό και ο πρώτος που απέκτησε νοσηρό σώμα, με το οποίο και συζούσε με συνεχή κλονισμό, ο Κάιν, από την αμαρτία περιήλθε σ’ αυτή την καχεξία· γιατί ο τρόμος, τον οποίο οι γιατροί ονομάζουν σπασμό, είναι αθέλητη κίνηση στα μόρια του σώματος που από τη φύση τους συγκροτούν και συνδέουν τα μέλη, και όταν αυτός επέλθει από έλλειψη του εμφύτου υγρού, ούτε υποχωρεί με την ιατρική τέχνη, ούτε επιδέχεται στο εξής θεραπεία. Επειδή λοιπόν ο Κάιν στο τέλος χρησιμοποίησε με κακό τρόπο τον από τη φύση ενυπάρχοντα σύνδεσμο προς τον αδελφό του, μετατρέποντας την αγάπη σε μίσος, που γεννήθηκε βέβαια από φθόνο, τελείωσε όμως σε φόνο, γι’ αυτό επειδή ο μαρασμός από τον φθόνο συνεργάζεται το πάθος, παιδεύεται με αθεράπευτη κατάλληλη νόσο, την πληγή στα νεύρα και τους μυς, τα οποία είναι σύνδεσμος του σώματος.
15. Βλέπετε ολοκάθαρα, ότι όχι μόνον ο θάνατος, αλλά και τα νοσήματα και οι αρρώστιες του σώματος είχαν αρχή από την αμαρτία; Αυτό δείχνοντάς μας και ο Κύριος στο ευαγγέλιο, την ώρα που επρόκειτο να θεραπεύσει στην Καπερναούμ τον παράλυτο που κατέβασαν μπροστά του τέσσερις άνδρες, του λέγει· «τέκνο μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες», αφαιρώντας κατά κάποιο τρόπο το κεντρί και απομακρύνοντας την αιτία της νόσου, και έπειτα προσφέρει τη θεραπεία. Επίσης στον κατακείμενο στην Ιερουσαλήμ κοντά στην προβατική κολυμβήθρα λέγει μετά τη θεραπεία· «να, έγινες υγιής, να μην αμαρτάνεις πλέον, για να μη σου συμβεί τίποτε το χειρότερο». Αυτό γνωρίζοντας και ο Παύλος, ότι δηλαδή τα περισσότερα νοσήματα προέρχονται από την αμαρτία, αφού είπε γι’ αυτόν που προσέρ­χεται στη μυστική τράπεζα, ότι «τρώγει και πίνει την σε βάρος του κατάκριση», στη συνέχεια προσθέτει· «γι’ αυτό υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι, και αρκετοί κοιμούνται». Αλλά και τα ελαττώματα της φύσεως, από τα οποία προέρχεται κάθε νόσημα, οπωσδήποτε έλαβαν την αρχή από την αμαρτία, σπάνιοι όμως είναι εκείνοι που πάσχουν προς δόξα του Θεού, όπως ο εκ γενετής τυφλός που θεραπεύθηκε από τον Κύριο.
16. Η φιλανθρωπία λοιπόν των θεοφόρων πατέρων, επειδή από τις τέσσερις εποχές του έτους νοσηρή είναι η θερινή, και από αυτήν περισσότερο ο ίδιος ο Αύγουστος μήνας (γιατί η ύλη μέσα μας, υπερθερμαινόμενη από την προηγηθείσα θέρμη και τα καύματα, οποιαδήποτε από τα μέσα μας στοιχεία τύχει να βρει, ένα ή δύο, τα αναχέει προς ολόκληρο το σώμα, και έτσι αχρηστεύοντας τα άλλα στοιχεία που είναι μέσα μας, προξενεί τις νόσους· η φιλανθρωπία λοιπόν των ιερών πατέρων, όπως είπα, βλέποντας νοσηρό αυτόν τον καιρό, για να μας ανακουφίσει τις ασθένειες, διέταξε να τελούμε αυτό το αγιασμένο νερό του ραντισμού, ώστε αγιαζόμενοι με αυτό όσοι προσερχόμαστε με πίστη, να παραμένομε ανώτεροι από τα νοσήματα που μας προσβάλλουν και προέρχονται από τα αμαρτήματα, και συγ­χρόνως μας διδάσκουν, αν συμβεί σε κάποιον νόσος, να μη τρέχει προς τους μάγους και γητευτές, αλλά προς τον Θεό, προς την πρεσβεία των αγίων, προς τις για χάρη μας ικεσίες και δεήσεις και προσευχές των αφιερωμένων και αφωσιωμένων σε όλη τη ζωή τους σ’ αυτόν· γιατί αυτοί που καταφεύγουν σε μαγείες και γητεύματα αθετούν την ύπαρξη του Θεού, συντάσσονται με τους δαίμονες, θανατώνουν τις ψυχές τους, και πολλές φορές τρυγούν από αυτά και αθεράπευτες ασθένειες και θάνατο. Πράγματι όταν κάποτε ο Οχοζίας, υιός του Αχαάβ, περιέπεσε σε ασθένεια, έστειλε, σύμφωνα με τη Γραφή, προς τον θεό της Ακκαρών, της οποίας οι κάτοικοι ήταν ειδωλολάτρες και καταγίνονταν με μαγείες και μαντείες· έστειλε λοιπόν ο υιός του βασιλιά Αχαάβ προς τους ειδωλολάτρες αυτούς ανθρώπους του για να μάθει τα σχετικά με την ασθένειά του. Όταν όμως συνάντησε τους απεσταλμένους ο προφήτης Ηλιού τους είπε· «επειδή τάχα δεν υπάρχει Θεός στον Ισραήλ, πηγαίνετε σεις να ζητήσετε θεό στον Βάαλ της Ακκαρών; Αυτά λέγει ο Κύριος· η κλίνη στην οποία ανέβηκες δεν πρόκειται να κατεβείς, αλλά θα πεθάνεις οπωσδήποτε».
17. Βλέπετε ότι αυτοί που ζητούν να μάθουν ή να πάθουν κάτι από γητευτές και μάντεις αρνούνται ότι υπάρχει ο Θεός σ’ εμάς και καρπούνται από εκεί θάνατο, κυρίως βέβαια τον της ψυχής, πολλές φορές όμως και τον του σώματος; Εκείνος όμως που στις ανάγκες και τις ασθένειες προστρέχει προς τον Θεό και τους αγίους του, εάν συμφέρει σ’ αυτόν, και από τις σωματικές ανάγκες ελευθερώνεται, και από τα νοσήματα απαλλάσσεται, αλλά και πετυχαίνει πάντοτε την ψυχική υγεία και την άφεση των αμαρτημάτων. Γιατί αυτό λέγει και ο απόστολος και αδελφός του Χριστού Ιάκωβος· «ασθενεί κάποιος ανάμεσά σας; Ας προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας και ας προσευχηθούν επάνω του, αλείφοντάς τον με λάδι στο όνομα του Κυρίου, και η προσευχή που έγινε με πίστη θα σώσει τον άρρωστο και θα τον ανορθώσει ο Κύριος, και αν έχει διαπράξει αμαρτίες, θα του συγχωρηθούν». Πρέπει όμως και σεις να συνεργείτε στις προσευχές για σας, με την επιστροφή, με την εξομολόγηση, με την ελεημοσύνη, με τα άλλα έργα της μετάνοιας· γιατί λέγει· «έχει μεγάλη δύναμη στα αποτελέσματά της η προσευχή που γίνεται από δίκαιο».
18. Εύχομαι όλοι εμείς, απαλλασσόμενοι από τα δεινά και της ψυχής και του σώματος, ζώντας τώρα με μετριοπάθεια, να διανύσομε με άνεση το διάστημα της παρούσας ζωής, και αφού το διανύσομε, να επιτύχομε στον κατάλληλο καιρό και την αιώνια και μακάρια και άφθαρτη ζωή, την απαλλαγμένη τελείως από πάθη και βλάβες, με τη χάρη του Χριστού του ιατρού και Θεού των ψυχών και των σωμάτων μας, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα μαζί με το άγιο Πνεύμα στους αιώνες. Γένοιτο.


(Πηγή: ΕΠΕ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΕΡΓΑ, τ. 10, Ομιλία 31η, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Ομιλία εις την Λιτανείαν του Σταυρού κατά την 1η Αυγούστου (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς) (paterikos.blogspot.com)