*Ὁ Ἀνδρέας Βιτούλας εἶναι διδάκτωρ Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ὑποψ. δρ. Φιλοσοφίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ ἐκπαιδευτικός.
Ἔχει κατατεθεῖ ἡ βαρύνουσα θέση ὅτι στὸν ἱερὸ Αυγουστῖνο ἐντοπίζονται ὅλες οἱ εὐρωπαϊκὲς δυνατότητες1. Τὸ ἔργο του συνιστᾶ τὸν πυρῆνα ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐκτυλίχθηκε στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων τὸ δυτικὸ παράδειγμα, ἡ ἐνύλωση τοῦ ὁποίου φανερώνεται σὲ ἕναν σαρωτικὸ πολιτισμικὸ τρόπο, ἀναγνωρίσιμο σήμερα ὡς παγκοσμιοποίηση. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ σύγχρονη συνθήκη μορφώθηκε καὶ ἀπὸ τὴ συγκλονιστικὴ κραυγὴ τοῦ Νίτσε, ὡς μία ἰδιαίτερη καὶ ἐκρηκτικὴ καμπὴ στὴν πνευματικὴ ἱστορία τῆς Δύσεως, ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον ἡ ψηλάφηση τῶν ἰχνῶν ποὺ ὁδήγησαν στὴ νιτσεϊκὴ διάγνωση τοῦ μηδενισμοῦ.
Στὸ ἔργο του Περὶ Τριάδος ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος –μεταξὺ ἄλλων– καταθέτει πολλὲς φορὲς τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ σχέση Θεοῦ-κόσμου, ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσει μία ἀγεφύρωτη διαφορὰ ἀπὸ σχετικὲς θέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ καὶ προγενεστέρων του Πατέρων τῆς Δύσεως (καὶ ὄχι μόνον). Ἡ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιὰ τὴ σχέση ἀκτίστου-κτιστοῦ ἀποτέλεσε ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς τὸ ριζικὸ σύστημα, ἡ θαυμαστὴ ἐξέλιξη τοῦ ὁποίου καρποφόρησε τὸν πολυώνυμο δυτικὸ τρόπο, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι δυσδιάκριτος ὁ μίτος τῆς αὐγουστίνειας ἀφετηρίας ἐντὸς τῆς μακρᾶς καὶ σύνθετης ποικιλίας του.
Θέλοντας λοιπὸν ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος νὰ ἐξηγήσει τὴν ἐπικοινωνία τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀναφέρει ὅτι αὐτὴ συντελεῖται «δι’ ὑποκειμένου κτίσματος, καὶ τοῦτου σωματικοῦ»2. Κάθε Θεοφάνεια, πρὶν ἀπὸ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου, εἶναι διὰ τοῦ κτίσματος μία ὁρατὴ καὶ αἰσθητὴ προσαγωγή «πρὸς τὸ δηλῶσαι τὸν ἀόρατόν τε καὶ νοητὸν Θεόν»3. Αὐτὴ δὲ ἡ πεποίθηση κρίνεται ἀπὸ τὸν Αὐγουστῖνο ἀπαραίτητη προκειμένου νὰ διαφυλαχθεῖ ἔναντι τῶν «φρενοβλαβῶν»4 αἱρετικῶν ἡ ἀπρόσιτη ἀτρεπτότητα τῆς οὐσίας του Θεοῦ5. Ἐπειδὴ συνεπῶς ἡ Θεία φύση «κατ’ οὐδένα δύναται τρόπον αὐτὴ καθ’ αὐτὴν ὁρατὴ εἶναι»6, γι’ αὐτὸ μεταχειρίζεται κτιστὰ μέσα, ὥστε τοιουτοτρόπως νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ Θεοῦ συνεχίζεται καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπηση, ὁδηγώντας τὸν Αὐγουστῖνο στὸ ἀναγκαῖο κατὰ τὸν ἴδιο συμπέρασμα ὅτι: «εἰ δὲ ζητεῖται μετὰ τὴν (τοῦ λόγου) σάρκωσιν πῶς γέγονεν ἢ ἡ τοῦ Πατρὸς φωνὴ ἢ τὸ σωματικὸ εἶδος, καθ’ ὃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐδείχθη, διὰ κτίσματος μὲν γεγονέναι ταῦτα οὔκ ἀμφιβάλλω […]. Πῶς μέντοι ταῦτα δίχα λογικοῦ ἢ νοεροῦ κτίσματος ἠδυνήθη γενέσθαι οὐ συνορῶ»7. Ἡ διευκρίνιση δὲ ποὺ παρέχει ὁ ἱερὸς συγγραφέας ὅτι οἱ διὰ τοῦ τρεπτοῦ κτίσματος ὁράσεις ἔγιναν «οὐ κυρίως καθάπερ ἐστίν, ἀλλὰ σημαντικῶς ὡς ἔδει κατὰ τὰς τῶν πραγμάτων αἰτίας καὶ τοὺς καιροὺς δεικνύουσαι τὸν Θεόν»8, χωρὶς νὰ διαθέτουν δηλαδὴ κυριολεκτικὸ χαρακτῆρα ἀλλὰ ὑποταγμένο ἁπλῶς στὴ χρονικὴ συγκυρία, δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ μετριάσει τὸν ἀπαραγράπτως κτιστὸ χαρακτῆρα τους.
Οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς μοναδικῆς μέχρι τότε στὴ Δύση ἀντίληψης δημιουργοῦν ἕνα πλέγμα σοβαρότατων ἀποκλίσεων ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Τὸ πλέγμα αὐτὸ ἀποτέλεσε τὸ εὔφορο ἔδαφος γιὰ τὴν ἐκβλάστηση μιᾶς ἀπολύτως διακριτῆς θεολογικῆς καὶ φιλοσοφικῆς μαρτυρίας ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη τοῦ βυζαντινοῦ τρόπου. Βασικὴ ὅμως –καὶ μάλιστα ἀνεπίγνωστη– ἀπόληξη τῆς θεώρησης ὅτι ὁ Θεὸς σχετίζεται μέσω κτισμάτων μὲ τὴ δημιουργία Του εἶναι τελικὰ ἡ παντελὴς ἀπουσία Του ἀπὸ αὐτή. Ὡς νομοτελειακὴ σχεδὸν συνέπεια ἀκολουθεῖ ὁ πειρασμὸς τοῦ πανθεϊσμοῦ, ποὺ σὲ πολλὲς καὶ διαφορετικὲς μεταξύ τους περιπτώσεις ἀπασχόλησαν τὴ δυτικὴ σκέψη· ἐνδεικτικὰ παραδείγματα ὁ Ἐριγένης, ὁ Ἔκχαρτ καὶ ὁ Σπινόζα9. Κι ἂν ὁ σκόπελος τοῦ πανθεϊσμοῦ ξεπεράστηκε, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ναῦς τῆς Δύσεως διαφυλάχθηκε ἀπὸ τὸν ἀνθεκτικώτερο, ὅπως ἀποδείχθηκε, πειρασμὸ τῆς αὐτονόμησης τῆς λογικῆς ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ ἑνότητα τῆς σωματοψυχῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ δημιουργία μιᾶς θαυμαστῆς κατὰ τὰ ἄλλα καὶ μὲ σπουδαία κατορθώματα νοησιαρχίας σὲ ποικίλες ὅσες ἐκδοχὲς καὶ πολύτιμους σταθμοὺς στὴν ἱστορία τῆς σκέψεως. Τελευταῖο, ἀλλὰ καθόλου ἀμελητέο γέννημα τῶν αὐγουστίνειων ὑποκειμένων κτισμάτων εἶναι ἡ ὑποκατάσταση τῆς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἠθική.
Εἰδικώτερα, ἡ ἀπουσία τῆς θεμελιώδους πατερικῆς διακρίσεως μεταξὺ τῆς ἀμεθέκτου θείας οὐσίας καὶ τῶν μεθεκτῶν οὐσιωδῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο καὶ τὴ σύνολη μετέπειτα δυτικὴ παράδοση, ὑπὸ τὸ ἐπιχείρημα τῆς διαφύλαξης τῆς θείας ἑνότητος καὶ ἁπλότητος, σημαίνει ὄχι μόνο τὴν ἀναγκαία καὶ παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία κατ’ οὐσίαν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν ἀπουσία τῆς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεώς Του μὲ αὐτόν. Οἱ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες εἶναι ἡ μοναδικὴ γέφυρα ἀκτίστου-κτιστοῦ κι αὐτὸ ἀποτέλεσε τὸ συντριπτικώτερο πλῆγμα στὰ νεοπλατωνικὰ διάμεσα, εὐδιάκριτα ψήγματα τῶν ὁποίων ἀνιχνεύονται στὸν Αὐγουστῖνο. Ἡ μέχρι τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο ὅμως κοινὴ θεολογικὴ μαρτυρία ὁμονοεῖ στὸ ὅτι τίποτε δὲν παρεμβάλλεται μεταξὺ Θεοῦ καὶ κτίσεως, παρὰ μόνον ἡ ἀμερίστως μεριζομένη ἄκτιστη δημιουργικὴ ἐνέργεια. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς διασαφηνίζει ὅτι κατὰ τὴν ἀφαίρεση τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες οἰκειώνονται στόν «μεταξὺ τοῦ ἀμεθέκτου καὶ τῶν μετεχόντων»10 «τόπο», εὐθύνεται γιὰ τὴν ἀποστασιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, καθὼς δημιουργεῖ μεταξύ τους «χάσμα μέγα καὶ ἀδιάβατον»11. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος μά λιστα δὲν διστάζει νὰ διαγνώσει στὴν ἀπουσία τῶν ἀκτίστων ἐνερ γειῶν τὴν ἀνυπαρξία τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ12.
Μία τέτοια ὑπαρκτικὴ καὶ ὄχι διανοητικὴ σύλληψη γίνεται περισσότερο κατανοητὴ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τὸν Θεὸ ὡς μία ἀκόμη παράσταση τοῦ νοῦ συλλογιστικὰ ἀποδεδειγμένη ἀλλὰ μεταλαμβάνοντας τὶς μεθεκτὲς ἐνέργειές Του. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ δὲν προϋποθέτει τὴ δυνατότητα τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ διαρκῶς μεταποιούμενη ὕπαρξη κατὰ τὴ μετοχή της στὴ σοφοποιὸ καὶ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τὸ γεγονὸς τῆς γνώσεως συνιστᾶ πνευματική «συνουσία»13 καὶ ὄχι μία αὐτόνομη στοχαστικὴ διεργασία. Στὴν ἴδια γνωσιοθεωρητικὴ καὶ κυρίως ὑπαρκτικὴ ὁδὸ οἱ ἀρεοπαγιτικὲς συγγραφὲς καταθέτουν ὅτι: «πάντα γὰρ τὰ θεῖα καὶ ὅσα ἡμῖν ἐκπέφανται, ταῖς μετοχαῖς μόναις γινώσκεται»14. Πρόκειται γιὰ τὴ γνώση ποὺ μεταλαμβάνεται κατὰ τὸν κάματο τῆς ὕπαρξης νὰ καθίσταται δεκτικὴ τῆς παρουσίας τοῦ Λόγου καὶ ὄχι γιὰ τὴ γνώση ποὺ ἁλώνει μὲ τὸν λόγο ἕνα ἀντικείμενο. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι γεγονὸς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεως δύο κατὰ φύση ἀκοινώνητων ὑπάρξεων. Ἡ ἀγεφύρωτη λοιπὸν ἄβυσσος μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπερβαθεῖ μὲ κτιστὰ μέσα. Κανένας λογικὸς συμπερασμὸς τῆς εὐφυέστερης διανοίας δὲν δύναται νὰ προσπελάσει στὸ ἐλάχιστο τὸ μυστήριο μιᾶς κτιστῆς ἑτερότητας, πόσῳ μᾶλλον αὐτῆς τοῦ ἀκτίστου. Ἂν σχέση εἶναι ὁ τόπος συνάντησης δύο ἀλληλενεργουσῶν φύσεων, τότε ἡ νοητικὴ λειτουργία δὲν εἶναι παρὰ μία μόνο πτυχὴ τῆς ἐνεργούσης ὑπάρξεως. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν γνωρίζει τὸν Θεό, καθ’ ὅσον ἀσκεῖ τὶς φυσικές του ἐνέργειες ὤστε νὰ συντονίζονται μὲ αὐτὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ πείρα αὐτῆς τῆς ὑπαρκτικῆς γυμνασίας, πρὸς δεξίωση τῆς ἀπόλυτης καὶ παντελῶς ἀνυπέρβατης μὲ κτιστὰ μέσα ἄκτιστης ἑτερότητας, συγκεφαλαιώνεται στὴν αἱμάσσουσα μαρτυρία: «ἱδρῶτι μᾶλλον, καὶ μὴ ψιλῷ λόγῳ, τὰ θεῖα μανθάνειν σπουδάσωμεν»15[ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ].
Ὁ «ψιλὸς λόγος» ὅμως ἔμελλε νὰ παίξει καθοριστικὸ ρόλο στὴν πορεία τῆς δυτικῆς σκέψεως. Θεμελιώδης ἀφετηρία του ὑπῆρξε ἡ αὐγουστίνεια ταύτιση νοῦ καὶ εἶναι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ προϋποθέτει ἢ καὶ ἔχει ὡς ἄμεση συνέπεια τὸν πλήρη διαχωρισμὸ νοῦ καὶ σώματος16. Τὸ κατ’ εἰκόνα ὅμως, γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς, ἀνήκει στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου17, ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι τὸ συναμφότερον ψυχῆς καὶ σώματος18. Ὁ Αὐγουστῖνος λοιπόν, θεωρώντας ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μόνον ὁ λογικὸς καὶ νοερὸς νοῦς19, ἀναγνωρίζει, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου συγκεφαλαιώνεται στὸν νοῦ· ὅτι ὁ νοῦς εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι: «ἡ ψυχὴ συνιστᾶ τὴν ἴδια στιγμὴ Εἶναι καὶ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ της, καὶ ὅτι ὡς Εἶναι καὶ γνώση ἀποτελεῖ αὐτοκατάφαση»20.Ἔτσι, ἡ πίστη γίνεται ὑπόθεση τῆς σκέψεως διὰ τῆς ὁποίας «ἀποκτᾶται» ὁ Θεός21. Γι’ αὐτὸ τὸ Περὶ Τριάδος πόνημα τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου τελειώνει ἐξομολογητικὰ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια: «ἐζήτησά σε καὶ ἐπεθύμησα τῇ διανοίᾳ ἰδεῖν ὅπερ ἐπίστευσα»22. Ἡ πίστη ζητεῖ νὰ κατανοήσει. Κατὰ τὸν στοχασμό της δὲ ἀνακαλύπτει ἀμετάβλητες ἀλήθειες μὲ αἰώνια καὶ καθολικὴ ἰσχύ, ποὺ ἀποτελοῦν μεταφυσικὸ ἔρεισμα καὶ ὁδοδείκτη πρὸς τὸν Θεό.[ΤΟ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ ΚΑΤΗΡΓΗΘΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ. Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΦΑΝΕΡΩΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠ. ΠΑΥΛΟ]
Ἡ ἐπιβίωση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ εἶναι ἐπίσης φανερὴ στὴν ἀντίληψη ὅτι στὸν Θεὸ ὑπάρχουν αἰώνιες ἰδέες ὡς ἀρχέτυπα τῆς δημιουργίας τοῦ κτιστοῦ. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πλωτινικοῦ φωτισμοῦ-ἐλλάμψεως, ὁ Αὐγουστῖνος ἐξηγεῖ τὴν ἱκανότητα νὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰώνιες ἀλήθειες καὶ νὰ προβαίνει σὲ κρίσεις στὴ βάση τῶν αἰώνιων προτύπων-ἰδεῶν, οἱ ὁποῖες «μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἀπόλυτης καὶ ἀντικειμενικῆς Ἀλήθειας, καθὼς καὶ τὴν παρουσία της μέσα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο»23. Ἐφ’ ὅσον ἡ πηγὴ τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ πηγὴ τῆς προελεύσεως τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Θεός, «κάθε γνώση τῶν νοητῶν, ἀποτελεῖ –κατὰ τὸ μερίδιο ποὺ τῆς ἀναλογεῖ– θέαση τοῦ Θεοῦ, θεοπτία, τρόπον τινὰ ἄγγιγμα καὶ ψηλάφισμα τῆς θείας διάνοιας στὴν αἰώνια δομή της»24. Ἔτσι ὁ Αὐγουστῖνος μπορεῖ νὰ ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ψυχή: «εἰ καὶ ταῦτα μάλιστα τρεπτὴ ὅμως μέντοι δυναμένη τῆς ἀτρέπτου σοφίας ἐκείνης μετέχειν»25. Ἐλλείψει ὅμως τῆς παρουσίας τῆς ἄκτιστης οὐσιώδους ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς μετοχῆς ἀνακαλεῖ καὶ πάλι νεοπλατωνικὰ δόγματα. Ἄλλωστε, ἡ δυνατότητα ποὺ παρέχει ἡ θεία ἔλλαμψη (στὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἡ ἔλλαμψη ὡς ἄκτιστη ἐνέργεια συνιστᾶ τὴν ἀκρώρεια τῆς μετοχῆς) ὥστε νὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰώνιες ἀλήθειες, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζεται χωρὶς τὴν ὑπόθεση τῆς κοινῆς λογικῆς ὅτι ἡ αἰώνια ἀμεταβλησία, γιὰ παράδειγμα, τῶν μαθηματικῶν προτάσεων μπορεῖ νὰ συλληφθεῖ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἕναν ἀμέτοχο ἄπιστο26. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ γενικὲς αὐτὲς ἀλήθειες, ὡς τύπος καὶ γνώμονας κάθε πραγματικότητας, εἶναι «καθορισμοὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ […] κάθε λογικὴ γνώση εἶναι γνώση τοῦ Θεοῦ»27.
(Συνεχίζεται)
Σημειώσεις
1. π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, Ἡ κλειστὴ πνευματικότητα καὶ τὸ νόημα τοῦ ἑαυτοῦ. Ὁ μυστικισμὸς τῆς ἰσχύος καὶ ἡ ἀλήθεια φύσεως καὶ προσώπου, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 1999, σ. 33.
2. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος βιβλία πεντεκαίδεκα ἅπερ ἐκ τῆς Λατίνων διαλέκτου εἰς τὴν Ἑλλάδα μετήνεγκε Μάξιμος ὁ Πλανούδης, Μ. Παπαθωμόπουλος – Ἰσαβέλλα Τσαβαρῆ – G. Rigotti (ἐπιμ.), ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1995, σ. 171.
3. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 175.
4. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π.
5. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 177: «τὸν μὲν Θεὸν ἐκεῖ φανέντα γινώσκομεν οὐ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν τὴν ἀόρατόν τε καὶ ἄτρεπτον μένουσαν ἀλλὰ δι’ ἐκείνης τῆς ἰδέας τοῦ κτίσματος».
6. Βλ. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 243.
7. Βλ. ὅ.π., σ. 339.
8. Βλ. ὅ.π., σ. 191.
9. Γιὰ τὴ συγκεκριμένη θεώρηση ἔχει διατυπωθεῖ καὶ ὁ σχετικὸς αντίλογος, τοῦ ὁποίου ἡ διεξέταση ὑπερβαίνει τὸν σκοπὸ τοῦ παρόντος ἄρθρου.
10. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων λόγος, ἐπιμ. Παν. Χρήστου, ἐκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 3, 2, 24, 28.
11. Ὅ.π., 3, 2, 24, 30.
12. Ὅ.π., 3, 3, 6, 7-9: «ἢ γὰρ οὐκ ἔχει φυσικὰς καὶ οὐσιώδεις ἐνεργείας ὁ θεὸς καὶ ἄθεός ἐστιν ὁ τοῦτο λέγων - τοῦτο γὰρ ἄντικρυς, φησίν, ὅτι οὐκ ἔστι θεός […]».
13. Βλ. ἐνδεικτικὰ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1364D: «καὶ πληθυνόμενος τοῖς πνευματικοῖς θεωρήμασι, καὶ ἀκατάσβεστον τὸν καυστικώτατον τῆς πρὸς τὴν θείαν συνουσίαν ἀπαθοῦς ἐφέσεως ἔρωτα κεκτημένος». Ἐπίσης βλ. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, SC 196, σ. 116: «ἄφατον ἐμποιοῦσαν μοι ἡδονὴν συνουσίας καὶ γάμου πόθον ἄπειρον, ἑνώσεως ἐνθέου».
1. π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, Ἡ κλειστὴ πνευματικότητα καὶ τὸ νόημα τοῦ ἑαυτοῦ. Ὁ μυστικισμὸς τῆς ἰσχύος καὶ ἡ ἀλήθεια φύσεως καὶ προσώπου, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 1999, σ. 33.
2. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος βιβλία πεντεκαίδεκα ἅπερ ἐκ τῆς Λατίνων διαλέκτου εἰς τὴν Ἑλλάδα μετήνεγκε Μάξιμος ὁ Πλανούδης, Μ. Παπαθωμόπουλος – Ἰσαβέλλα Τσαβαρῆ – G. Rigotti (ἐπιμ.), ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1995, σ. 171.
3. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 175.
4. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π.
5. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 177: «τὸν μὲν Θεὸν ἐκεῖ φανέντα γινώσκομεν οὐ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν τὴν ἀόρατόν τε καὶ ἄτρεπτον μένουσαν ἀλλὰ δι’ ἐκείνης τῆς ἰδέας τοῦ κτίσματος».
6. Βλ. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 243.
7. Βλ. ὅ.π., σ. 339.
8. Βλ. ὅ.π., σ. 191.
9. Γιὰ τὴ συγκεκριμένη θεώρηση ἔχει διατυπωθεῖ καὶ ὁ σχετικὸς αντίλογος, τοῦ ὁποίου ἡ διεξέταση ὑπερβαίνει τὸν σκοπὸ τοῦ παρόντος ἄρθρου.
10. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων λόγος, ἐπιμ. Παν. Χρήστου, ἐκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 3, 2, 24, 28.
11. Ὅ.π., 3, 2, 24, 30.
12. Ὅ.π., 3, 3, 6, 7-9: «ἢ γὰρ οὐκ ἔχει φυσικὰς καὶ οὐσιώδεις ἐνεργείας ὁ θεὸς καὶ ἄθεός ἐστιν ὁ τοῦτο λέγων - τοῦτο γὰρ ἄντικρυς, φησίν, ὅτι οὐκ ἔστι θεός […]».
13. Βλ. ἐνδεικτικὰ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1364D: «καὶ πληθυνόμενος τοῖς πνευματικοῖς θεωρήμασι, καὶ ἀκατάσβεστον τὸν καυστικώτατον τῆς πρὸς τὴν θείαν συνουσίαν ἀπαθοῦς ἐφέσεως ἔρωτα κεκτημένος». Ἐπίσης βλ. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, SC 196, σ. 116: «ἄφατον ἐμποιοῦσαν μοι ἡδονὴν συνουσίας καὶ γάμου πόθον ἄπειρον, ἑνώσεως ἐνθέου».
14. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ θείων ὀνομάτων, PG 3, 645A.
15. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, PG 88, 1021B.
16. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., τ. Β´, σ. 663: «μὴ κατὰ τὴν μορφὴν τοῦ σώματος τὸν ἄνθρωπον γενέσθαι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἀλλὰ κατὰ τὸν λογικὸν νοῦν».
17. Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ τῆς γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλία Α´, PG 44, 273Α.
18. Γρηγορίου Παλαμᾶ, PG 150, 1361C.
19. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., τ. Β´, σ. 819: «Ἔστι τοιγαροῦν φύσις ἄκτιστος ἡ κτίσασα πάσας τὰς λοιπὰς μικράς τε καὶ μείζονας φύσεις καὶ τούτων ὧν ἔκτισε ἀναντιῤῥήτως ὑπεροχικωτέρα, ἀμέλει καὶ τούτου μὲν περὶ οὗ διαλεγόμεθα τοῦ λογικοῦ καὶ νοεροῦ τοῦ ἀνθρώπου νοός, ὃς κατ’ εἰκόνα τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν γέγονεν».
20. Χ. Χάιμζετ, Τὰ ἕξι μεγάλα ἐρωτήματα τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς καὶ οἱ ρίζες τῆς νεότερης φιλοσοφίας, μετάφρ. Μ. Παπανικολάου, ἐκδ. Π.Ε.Κ., Ἡράκλειο 2020, σ. 171. 21. π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, Ἡ κλειστὴ πνευματικότητα…, ὅ.π., σσ. 36, 40. 22. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., τ. Β´, σ. 993.
Πηγή: Περιοδικό Θεολογία
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου