Συνέχεια από: Σάββατο 18 Απριλίου 2026
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΟΠΩΣ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΤΟΥ «ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ» ΤΟΥ ΩΣ «ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΥ»
Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ Σωκράτους ὅτι «δὲν γνωρίζει» (τὸ «οὐδὲν οἶδα») εἶναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεῖ πλήρως, ὄχι τόσο ὡς τεχνική τῆς καταρριπτικῆς διαλεκτικῆς ὅσο ὡς πρὸς τὴν ἀξιολογικὴ ἔννοιά του, δηλαδὴ τὴν ἠθικὴ ἀξία του, ὅπως αὐτὴ ἀναδεικνύεται μέσω τῆς εἰρωνείας.
Ο Nietzsche ἑρμήνευσε τὴν τακτικὴ αὐτὴ τοῦ Σωκράτους, ὅπως ἐξ ἄλλου καὶ τὴ διαλεκτική στο σύνολό της, μὲ ἀπολύτως ἀρνητικό τρόπο, καθώς τὴν ἐξέλαβε ὡς «χυδαία»: «Η πονηρή ὑποβάθμιση τοῦ ἑαυτοῦ του, ὥστε ὁ ἀνυποψίαστος ἀντίπαλός του νὰ νιώσει ἀσφαλής καὶ νὰ ἀφεθῆ νὰ πῆ ὅ,τι ἀκριβῶς σκέπτεται: εἶναι ἕνα χυδαῖο τέχνασμα! Ἀπό λογική δὲν ἔχουν ἰδέα στην πόλη τῶν Ἀθηνῶν»15.
Ἀκριβῶς ἀντίθετη ἦταν ἡ ἑρμηνεία ποὺ ἔδωσε ὁ Kierkegaard. Aὐτὸς θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀνώτερη στιγμή μεταξύ δύο ἀνθρώπων εἶναι ἐκείνη κατά τὴν ὁποία ὁ μαθητής γίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ κατανοήσει ὁ δάσκαλος τὸν ἑαυτό του, καὶ ἀντιστρόφως. Ἡ εὐκαιρία, ὅμως, αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἀποδειχτεῖ ἐπωφελής μόνο στην περίπτωση που μεταξύ δασκάλου καὶ μαθητή θὰ ὑπάρχει ἑνότητα, ἑνότητα, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτευχθεί μόνο μέσω τοῦ ἔρωτος τοῦ δασκάλου πρὸς τὸ μαθητή. Ο Σωκράτης, δηλώνοντας τὴν ἄγνοιά του, προσπαθοῦσε νὰ ἐφαρμόσει ἀκριβῶς αὐτό: «Γιατί τί ἄλλο ἐξέφραζε ἡ ἄγνοιά του, ἐὰν ὄχι αὐτὴν τὴν ἑνοποιὸ βάση ποὺ ἀπαιτοῦσε ὁ ἔρωτάς του γιὰ τὸ μαθητή;»16. «Εάν λοιπὸν ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἐφικτὴ διὰ τῆς ἀνύψωσης τοῦ ἑνός, ἐπιβάλλεται νὰ τὴν ἐπιχειρήσουμε διὰ τῆς ταπείνωσης τοῦ ἄλλου»17: προφανῶς διὰ τῆς ὑποβάθμισης του δασκάλου στὸ ἐπίπεδο τοῦ μαθητή, μὲ σκοπὸ ἀκριβῶς τὴν ἀνύψωση τοῦ τελευταίου. Ἡ ὑποβάθμιση, ὡς ἐκ τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ πράξη ἐρωτική.
Εἶναι προφανές ὅτι ὁ δάσκαλος, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ προσωπεῖο τῆς «ἄγνοιας» θέλει νὰ πλησιάσει ὅσον τὸ δυνατόν περισσότερο τὸ μαθητή, γιὰ νὰ τὸν ἀπελευθερώσει ἀπὸ τὴν ἄγνοια, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀρνηθεῖ ὅτι εἶναι δάσκαλος. Σὲ ἀξιολογικό ἐπίπεδο, συνεπῶς, ὅπως ὁ ἰσχυρισμός ὅτι δὲν εἶναι σοφὸς ἀνήκει στὸν ἀληθινὸ σοφό (ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς «ἀνθρώπινης σοφίας», τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης ὑποστηρίζει ὅτι κατεῖχε), ἔτσι καὶ ὁ ἰσχυρισμός «δὲν εἶμαι δάσκαλος» ἀνήκει στὸν ἀληθινὸ δάσκαλο· μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ μαθητής κυριεύεται ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς γνώσεως.
Ἀς ἰδοῦμε μὲ ποιον τρόπο ὁ Βλαστός ὑποστηρίζει τὰ ἴδια πράγματα, ἂν καὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς αὐστηρῆς λογικῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν ἀναλυτικὴ φιλοσοφία:
Ὅταν [ὁ Σωκράτης] ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔχει γνώση, καὶ ἐννοεῖ ἀλλὰ καὶ δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ λέει. Μὲ αὐτὸ θέλει νὰ διαβεβαιώσει τοὺς ἀκροατές του ὅτι στὴν περιοχὴ τῆς ἠθικῆς δὲν ὑπάρχει οὔτε μία ἀπόφανση ποὺ νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι τὴν γνωρίζει μὲ βεβαιότητα. Ἀλλὰ μὲ μιὰν ἄλλη σημασία τῆς λέξης «γνώση», ὅπου αὐτὴ ἀναφέρεται σὲ δικαιολογημένη ἀληθὴ πεποίθηση – δικαιολογήσιμη μέσω τῆς ἰδιότυπης σωκρατικῆς μεθόδου ἐλεγκτικῆς ἐπιχειρηματολογίας – ὑπάρχουν πολλὲς ἀποφάνσεις τὶς ὁποῖες ἰσχυρίζεται ὅτι γνωρίζει. Κατὰ τὴ γνώμη μου καὶ ἡ ἀνάλογη ἄρνησή του ὅτι διδάσκει θὰ ἔπρεπε ἐπίσης νὰ ἐννοηθεῖ ὡς σύνθετη εἰρωνεία. Μὲ τὴ συμβατική σημασία, ὅπου τὸ «διδάσκω» δηλώνει ἁπλῶς τὴ μεταβίβαση τῆς γνώσης ἀπὸ τὸν νοῦ τοῦ δασκάλου σὲ αὐτὸν τοῦ μαθητῆ, ὁ Σωκράτης ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ λέει: δὲν κάνει τέτοιου είδους διδασκαλία. Μὲ τὴν ἔννοια ὅμως ποὺ αὐτὸς ἀπέδιδε στὸν ὅρο «διδασκαλία» – τὴν ἐμπλοκὴ τῶν ἐπίδοξων μαθητῶν σὲ ἐλεγκτική ἐπιχειρηματολογία ὥστε νὰ συνειδητοποιήσουν τὴ δική τους ἄγνοια καὶ νὰ μπορέσουν νὰ ἀνακαλύψουν οἱ ἴδιοι τὴν ἀλήθεια ποὺ ὁ δάσκαλος ἀπέκρυψε – μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια τοῦ «διδάσκω» ὁ Σωκράτης θὰ ἤθελε νὰ πεῖ ὅτι εἶναι δάσκαλος, ὁ μόνος ἀληθινὸς δάσκαλος: ὁ διάλογός του με τοὺς συντρόφους του ἐπιδιώκει νὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, καὶ τὸ ἔχει πράγματι, νὰ προκαλέσει καὶ νὰ ὑποβοηθήσει τὴν προσπάθεια τῶν ἴδιων νὰ βελτιώσουν ἠθικὰ τοὺς ἑαυτούς τους18.
Ὁ Βλαστὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει μὲ καλλίτερο τρόπο τὴν ἔννοια τῆς «σύνθετης εἰρωνείας» τοῦ Σωκράτους, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὅσα ἰσχυρίζεται κανείς δὲν ἀντιστοιχοῦν σὲ ὅσα προτίθεται να πεῖ, καθ' ὅσον τὸ περιεχόμενό τους, ἂν ἐννοηθεῖ κατὰ μία ἔννοια, εἶναι ψευδές (δήλωση), ἐνῶ κατά μία ἄλλη εἶναι ἀληθές (συνδήλωση).
Ήδη ἀναφέραμε παραπάνω ὅτι ὁ διπλός χαρακτήρας τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας, πέραν τῆς «σύνθετης εἰρωνείας», πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ τῆς προσδίδει ὁ Patočka, δηλαδὴ ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς ἀμφισημίας καὶ τῆς ἀμφισθένειας, οἱ ὁποῖες, ὅπως καταδεικνύει τὸ χωρίο ποὺ ἀναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο19, κρύβουν καὶ ταυτόχρονα ἀποκαλύπτουν μία «καθ' ἑαυτὴ ὑπερεκτίμηση τῶν ἀξιών».
Πολὺ εὔστοχη μᾶς φαίνεται, ἐπίσης, μιὰ παρατήρηση τοῦ Maier: ἡ σωκρατική ἄγνοια εἶναι μία κραυγή ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀφύπνιση καὶ στὴν ὤθηση τῶν ἐρωτηθέντων πρὸς τὴν προφητεία: «Εἶναι προφητικός λόγος, ποὺ θυμίζει το “μετανοεῖτε” τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ. Ἀσφαλῶς, ἡ μεταβατική ζέση, ἡ ἀσκητική σκυθρωπότητα, τὸ πάθος τοῦ ἱεροκήρυκα τῆς ἀνατολικῆς ἐρήμου μεταφράζονται μὲ τὸν λόγο τοῦ γήινου προσανατολισμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς ἀνθρωπότητας ποὺ εἶναι ἀνοιχτὴ πρὸς τὸν κόσμο, τοῦ ἀττικοῦ ἄλατος καὶ τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας: ἐν ὀλίγοις, στη θέση τοῦ Ἑβραίου προφήτη συναντοῦμε ἐδῶ τὸν Ἀττικό διαλεκτικό. Καὶ στὸν τελευταῖο, ὅμως, ἀντηχεῖ ἀκατάπαυστα, μαζὶ μὲ τὸ πνευματώδες παίγνιο τοῦ ἀστείου καὶ τῆς εἰρωνείας, ἡ σοβαρή προτροπή πρὸς τὴ “μετάνοια”20.
Σημειώσεις
15. F. NIETZSCHE, Frammenti postumi 1884-1885, OFN, VI 3, σ. 119.
16. S. KIERKEGAARD, Φιλοσοφικά ψιχία, ΙΙ, σ. 57.
17. Αὐτόθι, ΙΙ, σ. 59.
18. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 71.
19. J. PATOČKA, Socrate, σ. 399.
20. H. MAIER, Sokrates, σ. 59.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου