Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Άπαντα τα έργα Εισαγωγή 2

Συνέχεια από Σάββατο 16. Μαΐου 2026

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Άπαντα τα έργα-Εισαγωγή 2

Εκδόσεις Bompiani

Με το ελληνικό κείμενο αντικριστά

Εισαγωγή του Giovanni Reale

3. Ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες μιας τέτοιας εμβληματικής μυθοπλασίας

Πώς γίνεται ένας συγγραφέας που δείχνει ότι διαθέτει αξιοσημείωτη νοημοσύνη και βάθος σκέψης να προσποιείται ότι ήταν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, μαθητής του Παύλου και σύντροφος των Αποστόλων, και να επινοεί τη μάσκα ενός δασκάλου όπως εκείνη του Ιεροθέου, κάνοντας ένα άλμα πέντε αιώνων;

Οι αιτίες μπορούν να είναι μόνο οι ακόλουθες.


Ο συγγραφέας ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος, αλλά και πιστός, που ήθελε να αποδείξει τη σύγκλιση της πίστης με τη φιλοσοφική σκέψη της εποχής, η οποία θεωρούνταν κατεξοχήν αληθευτική, και ο οποίος, για να πείσει γι’ αυτή τη θέση του και τους άλλους πιστούς, κρύφτηκε κάτω από τη μάσκα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, σκηνοθετώντας μια ολόκληρη σειρά μυθοπλασιών, ώστε να αποκτήσει τη μέγιστη δυνατή αυθεντία.

Ο συγγραφέας ήταν ένας λόγιος χριστιανός που ήθελε να κερδίσει στην πίστη του τους λόγιους άπιστους εθνικούς, δείχνοντας με ποιον τρόπο αυτή μπορεί να συνδυαστεί τέλεια με τη φιλοσοφική σκέψη της εποχής, και κάνοντας τους άλλους να πιστέψουν ότι αυτή ήταν ακριβώς η σκέψη του Παύλου και των Αποστόλων.

Ο συγγραφέας ήταν ένας εθνικός νεοπλατωνικός που ήθελε να πολεμήσει τη χριστιανική σκέψη απορροφώντας την συστηματικά μέσα στις κατηγορίες του ύστερου νεοπλατωνισμού· η αυτοταύτιση με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, μαζί με τη σκηνοθεσία μιας ολόκληρης σειράς μυθοπλασιών συνδεδεμένων με αυτήν, αποτελεί ένα είδος εμπαιγμού, μελετημένου με αξιοσημείωτη νοημοσύνη.

Πιστεύουμε ότι είναι πολύ δύσκολο να λυθεί το πρόβλημα με καθαρό και ακριβή τρόπο, για τους λόγους που θα δούμε τώρα.

Φυσικά, το πρόβλημα δεν ετίθετο για όσους θεωρούσαν ότι ο συγγραφέας του Corpus ήταν πράγματι ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Σκώτος Εριγένης, ο Albertus Magnus, ο Θωμάς Ακινάτης, ο Νικόλαος Κουζάνος —που τον θεωρούσε μάλιστα Theologorum Maximus— και τόσοι άλλοι.

Το πρόβλημα ανέκυψε μετά την ανακάλυψη ότι τα έργα του Corpus Dionysiacum ήταν ψευδεπίγραφα, συντεθειμένα αιώνες μετά την εποχή στην οποία θα ήθελαν να ανήκουν.
Γιατί, λοιπόν, ο συγγραφέας δημιούργησε ένα τόσο βαρύ πλαστό έργο, και πώς μπορούν να λυθούν τα προβλήματα που τέθηκαν παραπάνω;

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των μελετητών αναδύεται όλο και περισσότερο η πεποίθηση ότι, σε κάθε περίπτωση, στα διάφορα κείμενα του Corpus Dionysiacum υπερισχύουν τα νεοπλατωνικά φιλοσοφικά στοιχεία, και ότι με όποιον τρόπο κι αν ερμηνευθούν αυτά τα στοιχεία, το μήνυμα της χριστιανικής πίστης, περισσότερο παρά να εξηγείται και να εμβαθύνεται, παραμένει ενσωματωμένο μέσα σε αυτά.
Ο πυρήνας του ζητήματος βρίσκεται, λοιπόν, σε αυτό: σε ποιον βαθμό συνέβη αυτό και με ποιον σκοπό;
Ας δούμε δύο από τις πιο πρόσφατες, σημαντικές και διεγερτικές λύσεις που προτάθηκαν.


4. Οι σχέσεις ανάμεσα στον Πρόκλο και στον ψευδο-Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη στην ερμηνεία του Werner Beierwaltes

Ας αρχίσουμε από τη θέση που έλαβε ο Werner Beierwaltes στο πυκνό δοκίμιό του Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης — ένας χριστιανικός Πρόκλος;

Ο Beierwaltes είναι ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του Πρόκλου —η μονογραφία του για τον φιλόσοφο παραμένει η καλύτερη που έχει γραφεί μέχρι σήμερα³— και γνώστης της ύστερης αρχαιοχριστιανικής σκέψης, και επομένως διαθέτει όλα τα εργαλεία για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και να αναζητήσει μια λύση του.
Ας θυμηθούμε ότι μόνο τις τελευταίες δεκαετίες ο Πρόκλος μελετήθηκε σε βάθος. Στην Ιταλία ειδικότερα έλειπαν για πολύ καιρό μελέτες γι’ αυτόν και μεταφράσεις των κειμένων του, οι οποίες σήμερα είναι διαθέσιμες κυρίως σε αυτή τη σειρά¹º. Και μόνο διαβάζοντας τον Πρόκλο και έχοντας κατά νου τη συστηματοποίηση που αυτός επέβαλε στον νεοπλατωνισμό μπορούν να κατανοηθούν οι γλωσσικές μορφές και οι βασικές έννοιες που τίθενται στο προσκήνιο στο Corpus Dionysiacum.

Ο Beierwaltes θεωρεί, ορθά, ότι οι εμφανείς και σημαντικές αντιστοιχίες της σκέψης του Πρόκλου με εκείνη του ψευδο-Διονυσίου δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξηγηθούν με την αντιστροφή της σχέσης ανάμεσα στους δύο φιλοσόφους, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να ήταν ο ίδιος ο Διονύσιος που επηρέασε τον Πρόκλο. Μια τέτοια αντιστροφή, λέει ο Beierwaltes, «είναι τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ιστορικά απαράδεκτη», όπως η πλειονότητα των μελετητών έχει πλέον πολύ καλά συνειδητοποιήσει¹¹.

Και τότε, ποιο συμπέρασμα πρέπει να εξαχθεί;


Η απάντηση του Beierwaltes είναι η ακόλουθη: «Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την ισχυρή επίδραση που άσκησε στον Διονύσιο μια φιλοσοφία την οποία αυτός κατανόησε με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο βαθύ και ακριβή, ανακύπτει το ερώτημα αν και σε ποιο μέτρο ό,τι θεωρείται από αυτόν χριστιανική σκέψη ή αποκάλυψη μπόρεσε να αποκτήσει δικό του περίγραμμα ακριβώς μέσω μορφών σκέψης και φιλοσοφικών αντιλήψεων, και αν αυτό το χριστιανικό στοιχείο, εξαιτίας της κυριαρχίας της φιλοσοφικής προ-κατανόησης, μήπως δεν ήταν καν σε θέση να επιβληθεί. Μπορεί κανείς να δει τη θεολογία του Διονυσίου ως μια επιτυχημένη σύνθεση, ή ακόμη και ως μια συμβίωση, ελληνικής μεταφυσικής και χριστιανικής θεολογίας; Μπορεί να ειπωθεί, πιστεύω, με βάσιμους λόγους, ότι αυτή η μορφή θεολογίας αντιπροσωπεύει το πιο ακραίο παράδειγμα μιας “ελληνοποίησης του χριστιανισμού”», εννοώντας την ελληνοποίηση όχι με αρνητική, αλλά με θετική έννοια, δηλαδή με την έννοια μιας προσπάθειας να μη μείνει κανείς σε μορφές ασύλληπτου εννοιολογικά φιντεϊσμού.

Ύστερα από μια συνοπτική και πυκνή αντιπαραβολή εννοιών-κλειδιών του Πρόκλου με τις αντίστοιχες έννοιες-κλειδιά του συγγραφέα του Corpus Dionysiacum, ο Beierwaltes, για να απαντήσει στο πρόβλημα αν και σε ποιο μέτρο ο Διονύσιος είναι ένας χριστιανικός Πρόκλος, καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: στον Διονύσιο η φιλοσοφική θεωρία, τόσο στην έννοια όσο και στη γλώσσα, επικράτησε πάνω στη χριστιανική σκέψη που ο Διονύσιος ήθελε βέβαια να αναπτύξει, έχοντας καλά υπόψη τις ιστορικές της απαρχές· αλλά, σε κάθε περίπτωση, για να κατανοήσει κανείς τον Διονύσιο, πρέπει να εισχωρήσει βαθιά στην κατανόηση της νεοπλατωνικής σκέψης.

Ο Beierwaltes κάνει επίσης πολύ λεπτές και διεισδυτικές διευκρινίσεις: «Το γνησίως χριστιανικό —όχι μόνο όπως το εννοούμε εμείς οι ίδιοι σήμερα, αλλά και όπως οι πρώτοι θεολόγοι όφειλαν να το δουν και πράγματι το είδαν— ο Διονύσιος δεν το συζήτησε με την ένταση που θα μπορούσε κανείς να αναμένει ή να επιθυμεί. Χρησιμοποιεί βέβαια, έστω και συχνά με παράδοξο τρόπο, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, με σκοπό να θεμελιώσει τα θεία κατηγορήματα· αλλά, σε άλλα συμφραζόμενα, στοχάζεται την πρόοδο του κόσμου από το Ένα —αιτία πέρα από το είναι— περισσότερο αντιπαρατιθέμενος με το νεοπλατωνικό μοντέλο της ανάπτυξης του Ενός/Αγαθού παρά ακολουθώντας την ιστορία της δημιουργίας της Γενέσεως· ξεκινώντας από τη δική του σκέψη περί ιεραρχίας, και έχοντας κατά νου τη νεοπλατωνική έννοια των “ενάδων”, δομεί την ιεραρχία των αγγέλων· σχεδιάζει επίσης με ευρύ και λεπτομερή τρόπο [...] ένα σύστημα ικανό να θεμελιώσει την Εκκλησία και τις τάξεις που τη δομούν, προσφεύγοντας σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη ιεραρχία· αναπτύσσει τις γραμμές μιας μοναστικής θεολογίας [...]»¹⁴.

Ιδίως, ο Beierwaltes αναγνωρίζει ότι «γι’ αυτόν το πάθος, ο σταυρός και η ανάσταση του Ιησού Χριστού δεν γίνονται ποτέ η κεντρική καθοδηγητική σκέψη»¹⁵. Επιπλέον, τα διάφορα χριστολογικά προβλήματα στα οποία στέκεται ο Διονύσιος και άλλα θεολογούμενα στα οποία αναφέρεται «είναι ριζικά επηρεασμένα στη σύλληψη και στη μορφή της έκθεσής τους από τη φιλοσοφική θεωρία, χωρίς όμως εξαιτίας αυτού το θεολογικό μήνυμα να αλλοιώνεται ριζικά· αυτό όμως δεν μπόρεσε ούτε να λάβει μορφή σύμφωνα με την αρχική του “βιβλική” πρόθεση»¹⁶. Ακόμη και η αναφορά στην ενσάρκωση του Ιησού, στην οποία παραπέμπει στην τρίτη επιστολή, θα μπορούσε ίσως να είναι μόνο ένα λογοτεχνικό τέχνασμα¹⁷.

Η διατύπωση του Marsilio Ficino, ο οποίος θεωρούσε τον Διονύσιο Platonicus primo ac deinde Christianus¹⁸, κατά τον Beierwaltes δεν θα ήταν αποδεκτή, διότι με εκείνο το deinde θα υπονοούνταν ότι το χριστιανικό στοιχείο στον Διονύσιο δεν θα ήταν παρά μια περιττή συνιστώσα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα ενοχλητικό επιπλέον στοιχείο. Ο σωστός χαρακτηρισμός του Διονυσίου θα ήταν αντίθετα ο εξής: Dionysius: Christianus simulque vere Platonicus. Αλλά με ποια έννοια και σε ποιον βαθμό μπορεί να ειπωθεί ότι ο Διονύσιος, όντας vere Platonicus, είναι ή μπορεί να είναι και vere Christianus;

5. Η ταύτιση του συγγραφέα του Corpus Dionysiacum με τον Δαμάσκιο κατά τον Carlo Maria Mazzucchi

Η θέση που παρουσίασε ο Carlo Maria Mazzucchi το 2006, όπως ήδη προαναγγείλαμε παραπάνω, είναι η εξής: η επιχείρηση μεταφοράς του νεοπλατωνισμού στον χριστιανισμό δεν ήταν μια προσπάθεια του συγγραφέα να δείξει ότι η ελληνική φιλοσοφία στον ανώτατο βαθμό της κατανοήθηκε, ολοκληρώθηκε και υπερβαίνεται μέσα στον Χριστιανισμό, αλλά η προσπάθεια ενός εθνικού να κάνει τον Νεοπλατωνισμό να γίνει η ουσία, η οὐσία, του Χριστιανισμού, σε σχέση με την οποία όλα τα υπόλοιπα —δόγματα, τελετές κτλ.— δεν θα ήταν παρά ένα «συμβεβηκός»²¹.

Η μυθοπλασία που έθεσε σε εφαρμογή ο συγγραφέας του Corpus, ταυτιζόμενος με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, με μια ολόκληρη σειρά ευρηματικών λεπτομερειών,
υπήρξε «το έσχατο όπλο στη μάχη εναντίον των Χριστιανών, η οποία πλησίαζε πλέον να ολοκληρωθεί με βέβαιη ήττα, εκτός αν ένα χτύπημα ιδιοφυΐας, μια σχολαστική προσπάθεια, η πιο ψυχρή αυτοπεποίθηση κατόρθωναν, την τελευταία στιγμή, να μεταμορφώσουν τους νικητές σε ηττημένους»²².

Και ο φιλόσοφος που επιχείρησε αυτό το έσχατο εγχείρημα θα ήταν ακριβώς ο Δαμάσκιος, στα χρόνια κατά τα οποία έζησε στην Αθήνα ως σχολάρχης της πλατωνικής Ακαδημίας —515-529. Ο φιλόσοφος δεν διέδωσε τα έργα που γράφτηκαν υπό το όνομα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη στην Αθήνα, μικρή πόλη όπου θα μπορούσε να αναγνωριστεί το πλαστό, αλλά στη μεγάλη πόλη της Αλεξάνδρειας. Ο ίδιος ο Δαμάσκιος θα είχε προωθήσει τη μετάφραση στα συριακά —λογοτεχνική γλώσσα της Ανατολής, η οποία ως τέτοια καθιέρωνε τη φήμη του συγγραφέα που μεταφραζόταν σε αυτήν— εκείνων των έργων του, ασφαλώς πριν από το 536, αμέσως μετά τη σύνθεσή τους²³.

Πρώτα απ’ όλα είναι πραγματικά εντυπωσιακή η δεξιοτεχνία και η ακρίβεια με την οποία ο συγγραφέας προσπάθησε να κάνει τους άλλους να πιστέψουν ότι ήταν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης· κάτι που μόνο ένας νους εξαιρετικής ευφυΐας μπορούσε να θέσει σε εφαρμογή με αυτόν τον τρόπο. Ο Mazzucchi αναλύει με πολύ ακριβή και λεπτομερή τρόπο όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία μέσω των οποίων ο Συγγραφέας ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως απόλυτη αυθεντία, και τα συνοψίζει έπειτα ως εξής: «Μαθητής του αγίου Παύλου· φίλος των Αποστόλων· μάρτυρας της διπλής έκλειψης που συνέβη κατά τη σταύρωση και του θανάτου της Παρθένου· γνώριμος τόσων προσώπων της Καινής Διαθήκης· δάσκαλος του Τιμοθέου και του Τίτου· αλάνθαστος προφήτης της μοίρας του αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή· τιμητής των μαρτύρων και αλληλογράφος δύο από τους πιο φημισμένους, του Ιγνατίου και του Πολυκάρπου· και ο ίδιος τόσο ερωτευμένος με τον Ιησού ώστε να ξεσπά στην επίκληση “Ας καθοδηγήσει τον λόγο ο Χριστός μου, αν μου επιτρέπεται να πω”· θεματοφύλακας μιας μυστικής αποστολικής διδασκαλίας προορισμένης για λίγους· μαθητής ενός εξαιρετικού αγίου θεολόγου, του Ιεροθέου, εντελώς άγνωστου σε εμάς, αλλά πολύ γνωστού στον Τιμόθεο και στις κορυφές της αρχέγονης Εκκλησίας· συνηθισμένος στις θεολογικές συζητήσεις· από μέλος του αρχαιότατου δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, πρώτος επίσκοπος Αθηνών· κατηγορημένος από τους Έλληνες για προδοσία εξαιτίας της μεταστροφής του· σεβάσμιος ακόμη και μόνο λόγω της μακροβιότητάς του»²⁴.

Κατά συνέπεια, ο Mazzucchi διευκρινίζει: «Βέβαια: αν πιστεύουμε ότι ο συγγραφέας είναι εκείνος που θέλει να πιστέψουμε ότι είναι, θα ερμηνεύσουμε αυτό που λέει και θα συμπληρώσουμε όσα αποσιωπά με τον πιο ορθόδοξο τρόπο, όπως ακριβώς έκαναν οι ερμηνευτές. Και δεν θα έλειπαν οι λόγοι για να προχωρήσει κανείς έτσι, διότι παντού, και ιδίως στο De ecclesiastica hierarchia, ο Διονύσιος αφθονεί σε εκφράσεις χριστιανικής ευσέβειας και ορθής διδασκαλίας. Αλλά εκείνος που κατασκεύασε με τόση προσοχή και τετράγωνη αναίδεια ένα τέτοιο ιστορικό πλαστό αξίζει τη μέγιστη εμπιστοσύνη ως προς την ικανότητα προσποίησης· και όπως κρύβει την ταυτότητά του πίσω από τη μάσκα του Διονυσίου, έτσι θα μπορούσε να υπαινίσσεται τη σκέψη του στον νου του αναγνώστη κάτω από την εμφάνιση της χριστιανικής ορθοδοξίας»²⁵.

Την εξαιρετική αυτοπεποίθηση που είχε ο Δαμάσκιος, πέρα από όσα έκανε και από τον τρόπο με τον οποίο τα έκανε, ο Mazzucchi σημειώνει ότι μπορεί κανείς κάλλιστα να τη συναγάγει από την κρίση που διατύπωνε γι’ αυτόν ο Φώτιος στη Βιβλιοθήκη του, όπου, μεταξύ άλλων, γράφει: «[...] καταρρίπτοντας και ρίχνοντας κάτω καθέναν από εκείνους που εξυμνούσε, υψώνοντάς τον ως τα άστρα, αποδίδει κρυφά στον εαυτό του υπεροχή πάνω σε όλους και σε όλα», πράγμα που συνοδευόταν —λέει ο Mazzucchi— από «ένα είδος ύπουλης και ειρωνικής κακοήθειας. Κατά τον Φώτιο, στον Βίο Ισιδώρου οι κριτικές κατά του Χριστιανισμού εκτίθεντο με μια δειλιώσῃ καὶ λαθραιοτέρα κακοφροσύνη».

Ο σκοπός των πλαστών συγγραμμάτων θα ήταν, λοιπόν, να μεταμορφώσουν τον Χριστιανισμό σε Νεοπλατωνισμό σε όλα τα επίπεδα.

Ο Συγγραφέας κατορθώνει, από ορισμένες απόψεις αλλά συχνά με εξαναγκασμένο και παράδοξο τρόπο, να εισαγάγει χριστιανικές έννοιες μέσα σε νεοπλατωνικές έννοιες· του διαφεύγει όμως εντελώς η δυνατότητα να απορροφήσει στις κατηγορίες της φιλοσοφίας του την έννοια του Θεού ως προσώπου, την εξήγηση του Πάτερ ἡμῶν, τις έννοιες της αμαρτίας και της λύτρωσης, και ιδίως την κεντρικότητα της μορφής του Χριστού και του Σταυρού.

Ο Mazzucchi παρέχει μια ολόκληρη σειρά στοιχείων προς υποστήριξη της θέσης του, τα οποία ο αναγνώστης θα βρει στο δοκίμιό του που αναδημοσιεύουμε στο παράρτημα.

Πρόκειται για μια «υπόθεση εργασίας» εξαιρετικής εμβέλειας, η οποία όμως, κατά την κρίση μας, θα απαιτούσε ακόμη, για να μπορέσει να γίνει δεκτή, έναν αναλυτικό έλεγχο των γλωσσικών και εννοιολογικών συμφωνιών και αντιστοιχιών του Corpus με το De principiis, αριστούργημα του Δαμασκίου —τη μετάφραση του οποίου ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε κάποτε να δημοσιεύσουμε σε αυτή τη σειρά.

Εν συντομία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι για τον Mazzucchi δεν μπορεί να ειπωθεί: Dionysius: Christianus simulque vere Platonicus, όπως λέει ο Beierwaltes. Αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί ούτε: Platonicus primo ac deinde Christianus, όπως έλεγε ο Ficino· πρέπει μάλλον να ειπωθεί: Dionysius: non Christianus sed vere Platonicus.

6. Ερμηνευτικές παρατηρήσεις για τη Wirkungsgeschichte ή ιστορία των επιδράσεων του Corpus Dionysiacum


Εδώ και καιρό έχει γενικά καθιερωθεί ότι, για την κατανόηση ενός συγγραφέα, θα ήταν σκόπιμο να μη στεκόμαστε μόνο στο έργο εκείνου του συγγραφέα, αλλά ότι θα ήταν ωφέλιμο να λαμβάνουμε υπόψη και την ιστορία της πρόσληψης και των επιδράσεων που παρήγαγε το έργο εκείνου του συγγραφέα. Αλλά ο Hans-Georg Gadamer, στο έργο του Αλήθεια και Μέθοδος²⁸, προχώρησε ακόμη περισσότερο, ακριβώς από ειδικά ερμηνευτική άποψη, υποστηρίζοντας ότι η ιστορία των επιδράσεων (Wirkungsgeschichte) «είναι πάντοτε απαραίτητη όταν θέλει κανείς να φέρει πλήρως στο φως το αυθεντικό νόημα ενός έργου», καθόσον είναι από πολλές απόψεις καθοριστική²⁹.

Ο Gadamer γράφει: «Είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για μια ερμηνευτική διαδικασία με την έννοια της παραδοσιακής έννοιας της ερμηνευτικής. Δεν θέλουμε δηλαδή να πούμε ότι η έρευνα πρέπει να αναπτύξει μια τέτοια ιστορία των επιδράσεων δίπλα στη μελέτη του έργου ως τέτοιου. Η αρχή έχει αντίθετα θεωρητική σημασία. Η ιστορική συνείδηση πρέπει να συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι, μέσα στην υποτιθέμενη αμεσότητα με την οποία αυτή τοποθετείται απέναντι στο έργο ή στο ιστορικό δεδομένο, ενεργεί πάντοτε επίσης, έστω και ασυνείδητα και άρα ανεξέλεγκτα, αυτή η δομή της ιστορίας των επιδράσεων. Όταν εμείς, από την ιστορική απόσταση που χαρακτηρίζει και καθορίζει στο σύνολό της την ερμηνευτική μας κατάσταση, προσπαθούμε να κατανοήσουμε μια ορισμένη ιστορική κατάσταση, είμαστε ήδη πάντοτε υποκείμενοι στις επιδράσεις της Wirkungsgeschichte. Αυτή αποφασίζει εκ των προτέρων για το τι παρουσιάζεται σε εμάς ως προβληματικό και ως αντικείμενο έρευνας, και εμείς λησμονούμε το μισό από αυτό που υπάρχει, ή μάλλον λησμονούμε ολόκληρη την αλήθεια του ιστορικού φαινομένου, αν λάβουμε αυτό το φαινόμενο, στην αμεσότητά του, ως ολόκληρη την αλήθεια. [...] Δεν θέλουμε λοιπόν να υποστηρίξουμε ότι η ιστορία των επιδράσεων πρέπει να αναπτυχθεί ως μια νέα βοηθητική επιστήμη των επιστημών του πνεύματος· αλλά ότι πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε καλύτερα τον εαυτό μας, αναγνωρίζοντας ότι σε κάθε κατανόηση, είτε το συνειδητοποιούμε ρητά είτε όχι, αυτή η ιστορία των επιδράσεων βρίσκεται πάντοτε σε ενέργεια».

Και ακριβώς αυτό είναι που συνέβη και συμβαίνει στην ερμηνεία του Corpus Dionysiacum: οι επιδράσεις που παρήγαγε η ψευδής ταύτιση του συγγραφέα με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, και η καθιέρωσή του από συγγραφείς ύψιστου κύρους όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Σκώτος Εριγένης, ο Albertus Magnus, ο Θωμάς Ακινάτης, ο Νικόλαος Κουζάνος, καθόρισαν την κατανόησή του, με τις διάφορες ερμηνευτικές συνέπειες που εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί.

Η ανακάλυψη της πλαστότητας του συγγραφέα και οι επιδράσεις που αυτή παρήγαγε ανέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση. Πριν από τον 6ο αιώνα το Corpus Dionysiacum ήταν άγνωστο —πριν από το 532 κανείς από τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν γνώριζε τον Διονύσιο, όπως αποδεικνύει ο Mazzucchi³¹. Μόνο από την εποχή της Αναγέννησης και έπειτα εξακριβώθηκε οριστικά ότι τα συγγράμματα του Corpus είναι ψευδεπίγραφα, και αυτό επιβεβαιώθηκε σταδιακά με μια σειρά ερευνών σχετικά με την πιθανή ταύτιση του συγγραφέα και τις πηγές του.

Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί την ερμηνευτική θέση στην οποία βρίσκεται ο αναγνώστης που σήμερα διαβάζει το Corpus Dionysiacum έχοντας συνείδηση ότι ο συγγραφέας του δεν είναι ο άγιος Διονύσιος αλλά ένας πλαστογράφος, και μάλιστα έχοντας στο βάθος την υπόθεση ότι δεν είναι καν χριστιανός, αλλά ακόμη και αντίπαλος του Χριστιανισμού, ή πάντως ένας συγγραφέας που σκόπευε να απορροφήσει τον Χριστιανισμό στον Νεοπλατωνισμό —ή τον Νεοπλατωνισμό στον Χριστιανισμό.

Και τότε, πέφτουν στο κενό όλες εκείνες οι σελίδες που στο παρελθόν ενθουσίασαν τόσους στοχαστές και αναγνώστες του Corpus Dionysiacum —στους νεότερους χρόνους ακόμη και την Edith Stein;

Πιστεύουμε ακριβώς πως όχι.


7. Οι επιδράσεις που παρήγαγε το Corpus Dionysiacum ξεπέρασαν κατά πολύ τις προθέσεις του συγγραφέα του


Ισχύει, στην πραγματικότητα, εκείνο που πάλι ο Gadamer διευκρίνισε: «Όχι μόνο περιστασιακά, αλλά πάντοτε είναι αλήθεια ότι το νόημα ενός κειμένου υπερβαίνει τον συγγραφέα του. Γι’ αυτό η κατανόηση δεν είναι ποτέ μόνο μια αναπαραγωγική πράξη, αλλά και μια παραγωγική πράξη»³².

Ένας συγγραφέας δεν μπορεί να έχει συνείδηση των επιδράσεων που μπορεί να παραγάγει το έργο του· και μάλιστα, σε όχι λίγες περιπτώσεις, δεν θα μπορούσε ούτε καν να αναγνωρίσει τον εαυτό του στις επιδράσεις που παρήχθησαν από αυτό. Ο Πλάτων δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του —ή θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει μόνο εν μέρει— στον Νεοπλατωνισμό· ο Αριστοτέλης δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του —παρά μόνο εν μέρει— στην ιστορία των επιδράσεων που παρήγαγε η Μεταφυσική του· ο Marx, όπως είναι γνωστό, δεν αναγνώριζε τον εαυτό του στον Μαρξισμό· και τα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν.

Έτσι και ο Συγγραφέας του Corpus Dionysiacum, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ήταν αντίπαλος του Χριστιανισμού, με το έργο του παρήγαγε επιδράσεις στους νόες χριστιανών στοχαστών και ανθρώπων τις οποίες δεν θα είχε με κανέναν τρόπο προβλέψει και στις οποίες δεν θα αναγνώριζε καθόλου τον εαυτό του.

Υπό αυτή την έννοια, ορισμένες σελίδες του παραμένουν υποδειγματικές, ανεξάρτητα από τις συνολικές του προθέσεις.


Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΥΠΗΡΞΕ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΣΗΓΑΓΕ ΜΕ ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΤΟΥ, ΞΑΝΑ, ΤΟΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Σημειώσεις:


7 W. BEIERWALTES, Platonismo nel Cristianesimo, εισαγωγή του G. Reale, μετάφραση της M. Falcioni, Milano 2000, σσ. 49-97.
8 W. BEIERWALTES, Proclo. I fondamenti della sua metafisica, εισαγωγή του G. Reale, μετάφραση της N. Scotti, Milano 1998, 1990².
9 Πρβλ. G. REALE, Introduzione a Proclo, Editori Laterza, Bari 1989.
10 Άρχισα την εργασία με το PROCLO, I Manuali. I testi magico-teurgici, Rusconi Libri, Milano 1985 —το έργο περιέχει Στοιχεία φυσικής, Στοιχεία θεολογίας, Ιερατική τέχνη και αποσπάσματα από τη Χαλδαϊκή φιλοσοφία, καθώς και τον Βίο του Πρόκλου του Μαρίνου της Νεαπόλεως, σε μετάφραση της Ch. Faraggiana di Sarzana, και μια δική μου εισαγωγική μονογραφία, Το έσχατο πνευματικό μήνυμα του αρχαίου κόσμου στη μεταφυσική και θεουργική σκέψη του Πρόκλου, άνω των διακοσίων σελίδων—· συνέχισα έπειτα τη δημοσίευση μεταφράσεων κειμένων του Πρόκλου σε αυτή τη σειρά των εκδόσεων Bompiani —στην οποία θα κυκλοφορήσει η προηγούμενη ανανεωμένη έκδοση— με το Υπόμνημα στην Πολιτεία του Πλάτωνα, σε επιμέλεια του M. Abbate, με αντικριστό κείμενο, που εκδόθηκε το 2004· με μια νέα μετάφραση των Tria opuscula. Πρόνοια, ελευθερία και κακό, με λατινικό κείμενο και ό,τι έχει διασωθεί από το ελληνικό κείμενο, σε επιμέλεια των F.D. Paparella και A. Bellanti, και, πάντοτε το 2004, με την Πλατωνική θεολογία, με αντικριστό ελληνικό κείμενο, σε επιμέλεια του M. Abbate, το 2005. Προώθησα επίσης τη μετάφραση δύο εκδόσεων των Εννεάδων του Πλωτίνου και διαφόρων έργων του Πορφυρίου και του Ιαμβλίχου. Και πολλά άλλα έργα του Πρόκλου και των Νεοπλατωνικών βρίσκονται υπό προετοιμασία.
11 BEIERWALTES, ό.π., σ. 54.
12 BEIERWALTES, ό.π., σ. 55.
13 BEIERWALTES, ό.π., σ. 87.
14 BEIERWALTES, ό.π., σ. 89.
15 BEIERWALTES, ό.π., σσ. 90-91.
16 BEIERWALTES, ό.π., σ. 91.
17 Στο ίδιο.
18 Marsilii Ficini Opera, Basilea 1561, αναστατική επανέκδοση Torino 1959, I, σ. 768.
19 BEIERWALTES, ό.π., σ. 97.
20 Πρβλ. παραπάνω, Avvertenza, σ. 7.
21 MAZZUCCHI, παρακάτω, σ. 736.
22 Στο ίδιο.
23 MAZZUCCHI, παρακάτω, σσ. 731 κ.ε.
24 MAZZUCCHI, παρακάτω, σσ. 720-721.
25 MAZZUCCHI, παρακάτω, σ. 724.
26 Cod. 181, σ. 126 a 18-30 Bekker, MAZZUCCHI, παρακάτω, σ. 747.
27 Cod. 181, σ. 126 a 16-18 Bekker, MAZZUCCHI, παρακάτω, σ. 747.
28 H.-G. GADAMER, Αλήθεια και Μέθοδος, με αντικριστό γερμανικό κείμενο, μετάφραση και υπομνηματισμός του G. Vattimo, εισαγωγή του G. Reale, Bompiani, Milano 2000, 2004.
29 GADAMER, Αλήθεια και Μέθοδος, σ. 621.
30 GADAMER, Αλήθεια και Μέθοδος, σσ. 621 κ.ε.
31 Πρβλ. MAZZUCCHI, παρακάτω, σ. 726.

8. Το νόημα και η αξία της αρνητικής θεολογίας που υπερασπίζεται ο ψευδο-Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλημερα . Ειχε βαλει το blog αρθρα του μητροπολιτη Ναυπακτου Ιεροθεου οπου ελεγε οτι οι 3 νεωτεροι θεολογοι υπηρξαν οι Γιανναρας Ρωμανιδης Ζηζιουλας . Πιθανως δεν ξερω i don t give a shit . Δεν μπορω να παρακολουθησω τις σεντονιαδες τους . Θα ηθελα να κανω μια παρατηρηση . Ο Ιεροθεος εκτος απο θεολογος εινα;ι και δεσποτης αρα εχει και ποιμαντικες ευθυνες . Ειχε πει παλια οτι δεν θελει Εκκλησια των καθαρων . Ισως να θελει εκκλησια των ακαθαρτων . Γιατι πριν μερικες μερες πιασαν τον μητροπολιτη Πτολεμαιδας Παντελεημονα του Πατριαρχειου Αλεξανδρειας στα Πετραλωνα με κατεβασμενο παντελονι να δειχνει σε γυναικες τα αρχιδια του . Μονο που δεν τον επαιζε . Βρε Ιεροθεε οταν δεν μπορεις να καταλαβεις οτι τους τετοιους ουτε καντηλαναφτες δεν τους κανουν οχι αρχιερεις τοτε να χεσω την υψιπετη σου θεολογια . Ενος εστι χρεια . Αυτα τα ολιγα . ΑΜ

amethystos είπε...

Τραγικοί άνθρωποι φίλε στά όρια τής παράνοιας.