Συνέχεια από: Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ
Ἡ ἀντίληψη περί «ψυχῆς» κατὰ τοὺς προσωκρατικούς Ἕλληνες
ε) Ἡ σωκρατική ἀντίληψη περὶ «ψυχῆς» κατὰ τὶς μαρτυρίες του ΠλάτωνοςΈχουμε ἤδη ἀναφέρει (στὸ δεύτερο κεφάλαιο)75 τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὴν κεντρικὴ ἰδέα τοῦ σωκρατικοῦ μηνύματος, ὅπως αὐτὸ παρουσιάζεται στὴν ᾿Απολογία. Ἐδῶ θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ τὰ συνοψίσουμε.
Ὁ Σωκράτης διακρίνει μὲ σαφέστατο τρόπο αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα του καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του – δηλαδή ἡ ψυχή του – ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχει, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ ψυχὴ καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ψυχῆς εἶναι τὰ πιὸ πολύτιμα πράγματα, ἐνῶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὸ σῶμα εἶναι μικρότερης ἀξίας. Ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων φροντίζει σχεδόν μόνον αὐτὸ ποὺ ἔχει, τὸ σῶμα καὶ τὴν περιουσία. Δὲν φροντίζει ὅμως αὐτὸ ποὺ εἶναι, δηλαδὴ τὴν ψυχὴ, «ὅπως ὡς ἀρίστη ἔσται». Ἡ φροντίδα τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ εἶναι τὸ κύριο μέλημα τοῦ ἀνθρώπου, διότι «οὐκ ἐκ χρημάτων ἀρετὴ γίγνεται, ἀλλ' ἐξ ἀρετῆς χρήματα καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τοῖς ἀνθρώποις ἅπαντα καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ»76.
Στὸ κείμενο τῆς Ἀπολογίας οἱ ἔννοιες ποὺ ἐπισημάνθηκαν πιὸ πάνω χρησιμοποιοῦνται μόνον ἔμμεσα, ἐνῶ στὸν Ἀλκιβιάδη ἀποκτοῦν ἄμεση προτεραιότητα. Ὅπως ἤδη τονίσαμε, ἐμεῖς θεωροῦμε αὐθεντικό τὸν διάλογο (τὸ κείμενο παραμένει βασικό γιὰ τὴν κατανόηση τῆς σωκρατικῆς διανόησης, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ συγγραφεύς δὲν εἶναι ὁ Πλάτων). Πιστεύουμε, ἐπίσης, ὅτι στὸ χωρίο 127c-132c ὁ Πλάτων ἐκθέτει σαφεῖς σωκρατικές ἰδέες· ἀντιθέτως, στο χωρίο 132d-133c, δηλαδὴ στο σημεῖο ὅπου παρουσιάζεται ἡ μεταφορά περὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ, μεταφορά ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴ θεωρία ὅτι ἡ ψυχή, προκειμένου να γνωρίσει τὸν ἑαυτό της, ὀφείλει νὰ γνωρίσει τὸ θεῖο που φέρει μέσα της, ὁ συγγραφεὺς ἐκφράζει προσωπικές ἰδέες. Ὁ Σωκράτης, βέβαια, παρ' ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀναγνώριζε ὅτι μεταξὺ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ τοῦ θείου ὑφίσταται κάποια συγγένεια (τὸ συμπεραίνουμε ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ξενοφώντος ποὺ ἔπεται) 77, ἐν τούτοις δὲν προχώρησε περαιτέρω.
Στὸ σωκρατικό μέρος του κειμένου, λοιπόν, διακρίνεται αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα του ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι δικό του, αὐτὸ δηλαδή ποὺ τοῦ ἀνήκει. Ἡ ψυχή ταυτίζεται με αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα του ἐνῶ τὸ σῶμα μὲ αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀνήκει, ὑπὸ τὴν ἔννοια το πρὸς χρήσιν ἐργαλείου. Τὰ πλούτη καὶ τὰ ὑλικά αγαθά θεωρούνται ώς κάτι πολύ μακρινὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀνήκει στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος, συνεπώς, δὲν εἶναι τὸ σῶμα του εἶναι αὐτὸς ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ σῶμα του ὑποτάσσοντάς το στη βούλησή του.
Εἶναι σαφές ὅτι ἐν προκειμένῳ ὁ Πλάτων ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ παρουσιάσει τὸ σῶμα ὡς «φυλακή» ἢ «τάφο», ἢ ὡς «ὁστράκου κέλυφος» τῆς ψυχῆς, ὅπως κάνει στον Γοργία78, στὸν Φαίδωνα79, στον Κρατύλο80 καὶ στὸν Φαιδρο81. Τὸ σῶμα ὡς ἐργαλεῖο ἐπανεμφανίζεται μόνον στὸν μεταγενέστερο Τίμαιο ἀπὸ μία κοσμολογικὴ σκοπιά. Στὸν Ἀλκιβιάδη ἀναφέρεται σὲ συνάρτηση μὲ τὴν αὐθεντική σωκρατική διανόηση.
Ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἐκτιμήσεων αὐτῶν, προχωροῦμε στὴν ἀνάγνωση τοῦ κεντρικοῦ σημείου βάσει τοῦ ὁποίου ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἶναι σῶμα καθ' ἑαυτό, ψυχή ἢ ἀμφότερα:
ΣΩΚΡ. Παρεδέχθημεν ὅμως, (χωρίς ἀντίρρησιν), ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ κυριαρχεῖ ἐπὶ τοῦ σώματος, αὐτὸ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος;
ΑΛΚ. Τὸ παρεδέχθημεν.
ΣΩΚΡ. Ἆρα γε μήπως αὐτὸ τὸ ἴδιον τὸ σῶμα κυριαρχεῖ ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του;
ΑΛΚ. Ὄχι· ἀποκλείεται.
ΣΩΚΡ. Διότι ἐδέχθημεν ὅτι αὐτὸ τὸ (σώμα) ἐξουσιάζεται.
ΑΛΚ. Ναί.
ΣΩΚΡ. Δὲν μοῦ φαίνεται ὅμως αὐτὸ νὰ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦμεν;
ΑΛΚ. Βέβαια· δὲν φαίνεται νὰ εἶναι.
ΣΩΚΡ. Ἆρα λοιπὸν τὸ σύνολον κι ἀπὸ τὰ δύο μαζί ἐξουσιάζει το σῶμα, κι αὐτὸ συνεπῶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος;
ΑΛΚ. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα.
ΣΩΚΡ. Οὐδὲ κατ᾿ ἐλάχιστον. Διότι ὅταν δὲν συγκυριαρχῇ τὸ ἕν ἀπὸ τὰ δύο, εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ κυριαρχῇ τὸ σύνολον ἀπὸ τὰ δύο μαζί.
ΑΛΚ. Σωστά.
ΣΩΚΡ. Ἐπειδὴ ὅμως, οὔτε τὸ σώμα, οὔτε τὸ σύνολον κι ἀπὸ τὰ δύο μαζί δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀπομένει, μοῦ φαίνεται [ἢ αὐτό νὰ μὴ εἶναι τίποτε, ἢ κι ἂν εἶναι καὶ κάτι], νὰ μὴν εἶναι συνεπῶς τίποτε ἄλλο ὁ ἄνθρωπος παρά (μόνον) ψυχή.
ΑΛΚ. Βέβαια, ἐννοεῖται.
ΣΩΚΡ. Χρειάζεται μήπως καὶ τίποτ' ἄλλο, διὰ νὰ ἔχῃς σαφεστέραν ἀπόδειξιν ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ὁ ἄνθρωπος;
ΑΛΚ. Ὄχι, μὰ τὸν Δία· μοῦ φαίνεται πὼς ἀρκετὰ ἀπεδείχθη.
ΣΩΚΡ. Κι ἂν δὲν (ἀπεδείχθη) βέβαια τελείως, αὐτὸ πάντως μᾶς ἐξαρκεῖ· διότι τότε μόνον θὰ τὸ γνωρίσωμε αὐτὸ τελείως, ὅταν εὕρωμεν αὐτὸ ποὺ τώρα πρὸ ὀλίγου παρελείψαμε, διότι εἶχεν ἀνάγκην μακρᾶς ἐξετάσεως.
ΑΛΚ. Καὶ ποιὸ εἶν᾿ αὐτό;
ΣΩΚΡ. Αὐτὸ ποὺ πρωτύτερα κάπως ἔτσι ἐλέχθη (δηλαδή) ὅτι κατὰ πρῶτον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ αὐτὴ ἡ ἴδια (ἡ γενική) ἀρχὴ (που παραμένει ἀμετάβλητος)· τώρα ὅμως ἀντὶ τῆς (ἀναλλοιώτου) αὐτῆς ἀρχῆς, ἐξετάσαμε τὴν κάθε ἀτομικὴν περίπτωσιν χωριστά, τί δηλαδή εἶναι, καὶ ἴσως νὰ ἐξαρκέσῃ· διότι ποτέ δὲν ἠθέλαμεν ἰσχυρισθῇ ὅτι ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, ποὺ νὰ κυριαρχῇ εἰς τοὺς ἑαυτούς μας περισσότερον ἀπὸ τὴν ψυχήν.
ΑΛΚ. Δὲν ὑπάρχει βέβαια.
ΣΩΚΡ. Ὥστε, λοιπόν, καλὰ εἶναι ποὺ ἔχομεν τὴν ἰδέαν αὐτήν, δηλαδὴ ὅτι ἐγὼ καὶ σὺ προσεγγίζομεν πρὸς ἀλλήλους, χρησιμοποιώντας τοὺς λόγους, μὲ τὸ νὰ ἔρχεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἑνὸς εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὴν ψυχὴν τοῦ ἄλλου.
ΑΛΚ. Βεβαιότατα.
ΣΩΚΡ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, λοιπόν, ἦτο ἐκεῖνο, ποὺ καὶ ὀλίγον πρωτύτερα εἴπαμε, δηλαδή πώς ὁ Σωκράτης, χρησιμοποιῶν τὰ λόγια, συνομιλεῖ μὲ τὸν ᾿Αλκιβιάδην, ἀπευθύνων τὰ λόγια ὄχι πρὸς τὸ πρόσωπόν σου, φυσικά, ἀλλὰ πρὸς τὸν ᾿Αλκιβιάδην· αὐτὸ δὲ εἶναι ἡ ψυχή.
ΑΛΚ. Ἔτσι μοῦ φαίνεται κ᾿ ἐμένα.
ΣΩΚΡ. Αὐτὸς ἄρα ποὺ μᾶς διατάσσει νὰ γνωρίσωμε τὸν ἑαυτόν μας μᾶς παρακινεῖ νὰ γνωρισθοῦμε μὲ τὴν ψυχήν μας 82.
Ένα καίριο σημεῖο στὴν ἑρμηνεία τοῦ Σωκράτους ἔγκειται στη συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἀντίληψή του περί ψυχῆς διατηρήθηκε σὲ ένα ἐπίπεδο τὸ ὁποῖο σήμερα θὰ αποκαλούσαμε φαινομενολογικό ἢ ἂν προτιμάτε, λειτουργικό. Ἐν ολίγοις, μολονότι ὁ Σωκράτης θεώρησε τὴν ψυχὴ οὐσιαστικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ περιέγραψε τις λειτουργίες της ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀναγνώριση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ καὶ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν κατεύθυνση τῶν ἀνθρώπινων πράξεων, ἐν τούτοις δὲν ἔφθασε μέχρι τὸν ὁρισμὸ τῆς ὀντολογικής φύσεώς της.
Ὁ Σωκράτης, ἐπίσης, κατενόησε καὶ ὑποστήριξε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ὅ,τι πλησιέστερο στὸ θεῖο. Ἀναφορικώς μάλιστα μὲ τὸ θεῖο, προέβη σὲ ορισμένες σπουδαῖες ἐπισημάνσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως, γιὰ ἀκόμη μιὰ φορά, ἀποδεικνύονται φαινομενολογικῆς καὶ ὄχι ὀντολογικῆς φύσεως.
Αὐτὸς εἶναι, φαίνεται, ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν σὲ θέση να παράσχει μία θεωρητικὴ ἐξήγηση γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Πράγματι, γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει αὐτό, θὰ ἔπρεπε να κατακτήσει τις μεταφυσικὲς κατηγορίες, ποὺ μόνον ὁ Πλάτων ἐπρόκειτο να ἐπεξεργαστεί.
Στην Ἀπολογία, δηλαδή σὲ ἕνα κείμενο τὸ ὁποῖο ἀντικατοπτρίζει τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια, ὁ Πλάτων δὲν μᾶς ἐκθέτει μέσῳ τοῦ Σωκράτους τὴν ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Ὁ Σωκράτης δὲν ἀμφισβητοῦσε τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς· ἀπλῶς ἐδήλωνε ὅτι δὲν διαθέτει τὰ ἐργαλεῖα γιὰ νὰ ἐπιλύσει τὸ πρόβλημα σὲ καθαρὰ ὀρθολογικό ἐπίπεδο. Ήλπιζε – μᾶλλον ἐπίστευε – στὴν ἀθανασία, ὑπὸ τὴ μορφὴ όμως δόγματος.
Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἰσχυρίζεται ὁ Πλάτων εἶναι ὅτι, ἀπὸ ὀρθολογικῆς καὶ μόνον ἀπόψεως, ὁ θάνατος φαίνεται πὼς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο:
α) μια μετάβαση στὸ ἀπόλυτο κενό, σὲ μιὰ αἰώνια νύχτα.
β) μια μετάβαση σὲ ἄλλο τόπο, στὸν ὁποῖο ὑπάρχουν «ἀληθινοί» κριτές, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν να γίνουν ἀθάνατοι καὶ μὲ τοὺς ὁποίους μπορεῖ κανεὶς νὰ συνομιλεῖ καὶ νὰ ἐπιχειρηματολογεί.
Σε καμμία ἀπὸ τις δυὸ περιπτώσεις, όμως, δὲν πρόκειται για κάτι κακό: Στὴν πρώτη περίπτωση δὲν θὰ ὑπήρχαμε πιὰ καὶ, συνεπώς, δὲν θὰ νιώθαμε καμμία ταλαιπωρία· ὁ θάνατος θὰ ἦταν ἕνας αἰώνιος ὕπνος. Στὴ δεύτερη, θὰ ἐξακολουθούσαμε ὄχι μόνον να ζοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶμεθα εὐτυχισμένοι. Ἰδοὺ μὲ ποιον τρόπο ἐκφράζει τὴν «ἐλπίδα» αὐτὴ ὁ Πλάτων μέσῳ τοῦ Σωκράτους:
Ἂν κάτι τέτοιο εἶναι ὁ θάνατος, ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω ὅτι εἶναι ὄφελος. Γιατὶ ἔτσι ἡ αἰωνιότητα ὅλη δὲν φαίνεται παρὰ σὰν μία νύχτα. Ἂν πάλι ὁ θάνατος εἶναι ἀναχώρηση ἀπὸ ἐδῶ γιὰ ἕναν ἄλλον τόπο κι εἶναι ἀλήθεια τὰ λεγόμενα ὅτι ἐκεῖ βρίσκονται όλοι ὅσοι ἔχουν πεθάνει, τὶ μεγαλύτερο καλό θὰ ὑπῆρχε ἀπὸ αὐτό, ἄνδρες δικαστές; Ἂν κάπως, φτάνοντας στὸν Ἅδη, ἔχοντας ἀπαλλαγεῖ ἀπ' αὐτοὺς ἐδῶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι δικαστές, θὰ βρεῖ τοὺς ἀληθινούς δικαστές ποὺ λένε ότι δικάζουν ἐκεῖ, τὸν Μίνωα καὶ τὸν Ραδάμανθυ, τον Αἰακό καὶ τὸν Τριπτόλεμο καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς ημίθεους ποὺ ὑπῆρξαν δίκαιοι στη ζωή τους, θὰ ἦταν μήπως ἄσχημη αὐτὴ ἡ ἀναχώρηση. Ἢ πάλι, καὶ ποιος ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ ἔδινε ὁτιδήποτε γιὰ νὰ βρεθεῖ μὲ τὸν ᾿Ορφέα, τὸν Μουσαίο, τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Ὅμηρο. Εγώ πάντως πολλές φορές θα ἤθελα νὰ πεθάνω ἂν ὅλα αὐτὰ ἀληθεύουν, γιατί, σ' ἐμένα τουλάχιστον, φαίνεται θαυμαστή ἡ παραμονή σὲ μέρος ποὺ θὰ μποροῦσα να συναντήσω τὸν Παλαμήδη, τὸν Αίαντα τοῦ Τελαμώνα κι ὅσους ἄλλους ἀπὸ τοὺς παλιούς πέθαναν ἀπὸ ἄδικη κρίση, καὶ νὰ συγκρίνω τὰ παθήματά μου μὲ τὰ δικά τους. Νομίζω πὼς κάθε ἄλλο παρά δυσάρεστα θὰ μοῦ ἦταν ὅλα αὐτά. Καὶ μάλιστα, τὸ σπουδαιότερο, νὰ ἐξετάζω καὶ νὰ ἐρευνῶ, ὅπως κάνω καὶ γιὰ τοὺς ἐδῶ, ποιὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς εἶναι σοφὸς καὶ ποιος νομίζει ὅτι εἶναι ἀλλὰ δὲν εἶναι. Καὶ πόσα δὲν θὰ ἔδινε κανείς, ἄνδρες δικαστές, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐξετάσει ἐκεῖνον ποὺ ἡγήθηκε τῆς μεγάλης στρατιᾶς τῆς Τροίας ἢ τὸν ᾿Οδυσσέα ἢ τὸν Σίσυφο – ἢ καὶ χιλιάδες ἄλλους ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανείς, ἄνδρες καὶ γυναίκες – να μιλάει μ' αὐτοὺς καὶ νὰ βρίσκεται μαζί τους καὶ νὰ τοὺς ἐξετάζει; Δὲν θὰ ἦταν ὅλα αὐτὰ ἀνείπωτη εὐτυχία; Πάντως, γιὰ τέτοιες αἰτίες, ὅσοι βρίσκονται ἐκεῖ δὲν θανατώνουν. Ἐκεῖνοι, εἶναι καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπ᾿ τοὺς ἐδῶ, γιὰ τὸ λόγο ἀκόμα ὅτι τὸν ὑπόλοιπο χρόνο μένουν ἀθάνατοι, ἂν φυσικὰ ὅσα λέγονται εἶναι ἀλήθεια 83.
Πρόκειται πραγματικά γιὰ ἕνα ἐξαίσιο ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖο ἐκφράζει μία πνευματική θέση που κατά πάσα πιθανότητα ἐπρέσβευε ὁ ἱστορικός Σωκράτης, ἐκφράζει δηλαδὴ μία ἐλπίδα γιὰ τὸ ὑπερπέραν. Τὸ ἀπόσπασμα κλείνει μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο:
᾿Αλλὰ τώρα πιὰ εἶναι ὥρα νὰ φύγουμε, ἐγὼ γιὰ νὰ πεθάνω, κι ἐσεῖς γιὰ νὰ ζήσετε. Ποιοὶ ἀπὸ μᾶς πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, εἶναι ἄγνωστο σὲ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν θεό 84.
α) μια μετάβαση στὸ ἀπόλυτο κενό, σὲ μιὰ αἰώνια νύχτα.
β) μια μετάβαση σὲ ἄλλο τόπο, στὸν ὁποῖο ὑπάρχουν «ἀληθινοί» κριτές, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν να γίνουν ἀθάνατοι καὶ μὲ τοὺς ὁποίους μπορεῖ κανεὶς νὰ συνομιλεῖ καὶ νὰ ἐπιχειρηματολογεί.
Σε καμμία ἀπὸ τις δυὸ περιπτώσεις, όμως, δὲν πρόκειται για κάτι κακό: Στὴν πρώτη περίπτωση δὲν θὰ ὑπήρχαμε πιὰ καὶ, συνεπώς, δὲν θὰ νιώθαμε καμμία ταλαιπωρία· ὁ θάνατος θὰ ἦταν ἕνας αἰώνιος ὕπνος. Στὴ δεύτερη, θὰ ἐξακολουθούσαμε ὄχι μόνον να ζοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶμεθα εὐτυχισμένοι. Ἰδοὺ μὲ ποιον τρόπο ἐκφράζει τὴν «ἐλπίδα» αὐτὴ ὁ Πλάτων μέσῳ τοῦ Σωκράτους:
Ἂν κάτι τέτοιο εἶναι ὁ θάνατος, ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω ὅτι εἶναι ὄφελος. Γιατὶ ἔτσι ἡ αἰωνιότητα ὅλη δὲν φαίνεται παρὰ σὰν μία νύχτα. Ἂν πάλι ὁ θάνατος εἶναι ἀναχώρηση ἀπὸ ἐδῶ γιὰ ἕναν ἄλλον τόπο κι εἶναι ἀλήθεια τὰ λεγόμενα ὅτι ἐκεῖ βρίσκονται όλοι ὅσοι ἔχουν πεθάνει, τὶ μεγαλύτερο καλό θὰ ὑπῆρχε ἀπὸ αὐτό, ἄνδρες δικαστές; Ἂν κάπως, φτάνοντας στὸν Ἅδη, ἔχοντας ἀπαλλαγεῖ ἀπ' αὐτοὺς ἐδῶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι δικαστές, θὰ βρεῖ τοὺς ἀληθινούς δικαστές ποὺ λένε ότι δικάζουν ἐκεῖ, τὸν Μίνωα καὶ τὸν Ραδάμανθυ, τον Αἰακό καὶ τὸν Τριπτόλεμο καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς ημίθεους ποὺ ὑπῆρξαν δίκαιοι στη ζωή τους, θὰ ἦταν μήπως ἄσχημη αὐτὴ ἡ ἀναχώρηση. Ἢ πάλι, καὶ ποιος ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ ἔδινε ὁτιδήποτε γιὰ νὰ βρεθεῖ μὲ τὸν ᾿Ορφέα, τὸν Μουσαίο, τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Ὅμηρο. Εγώ πάντως πολλές φορές θα ἤθελα νὰ πεθάνω ἂν ὅλα αὐτὰ ἀληθεύουν, γιατί, σ' ἐμένα τουλάχιστον, φαίνεται θαυμαστή ἡ παραμονή σὲ μέρος ποὺ θὰ μποροῦσα να συναντήσω τὸν Παλαμήδη, τὸν Αίαντα τοῦ Τελαμώνα κι ὅσους ἄλλους ἀπὸ τοὺς παλιούς πέθαναν ἀπὸ ἄδικη κρίση, καὶ νὰ συγκρίνω τὰ παθήματά μου μὲ τὰ δικά τους. Νομίζω πὼς κάθε ἄλλο παρά δυσάρεστα θὰ μοῦ ἦταν ὅλα αὐτά. Καὶ μάλιστα, τὸ σπουδαιότερο, νὰ ἐξετάζω καὶ νὰ ἐρευνῶ, ὅπως κάνω καὶ γιὰ τοὺς ἐδῶ, ποιὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς εἶναι σοφὸς καὶ ποιος νομίζει ὅτι εἶναι ἀλλὰ δὲν εἶναι. Καὶ πόσα δὲν θὰ ἔδινε κανείς, ἄνδρες δικαστές, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐξετάσει ἐκεῖνον ποὺ ἡγήθηκε τῆς μεγάλης στρατιᾶς τῆς Τροίας ἢ τὸν ᾿Οδυσσέα ἢ τὸν Σίσυφο – ἢ καὶ χιλιάδες ἄλλους ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανείς, ἄνδρες καὶ γυναίκες – να μιλάει μ' αὐτοὺς καὶ νὰ βρίσκεται μαζί τους καὶ νὰ τοὺς ἐξετάζει; Δὲν θὰ ἦταν ὅλα αὐτὰ ἀνείπωτη εὐτυχία; Πάντως, γιὰ τέτοιες αἰτίες, ὅσοι βρίσκονται ἐκεῖ δὲν θανατώνουν. Ἐκεῖνοι, εἶναι καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπ᾿ τοὺς ἐδῶ, γιὰ τὸ λόγο ἀκόμα ὅτι τὸν ὑπόλοιπο χρόνο μένουν ἀθάνατοι, ἂν φυσικὰ ὅσα λέγονται εἶναι ἀλήθεια 83.
Πρόκειται πραγματικά γιὰ ἕνα ἐξαίσιο ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖο ἐκφράζει μία πνευματική θέση που κατά πάσα πιθανότητα ἐπρέσβευε ὁ ἱστορικός Σωκράτης, ἐκφράζει δηλαδὴ μία ἐλπίδα γιὰ τὸ ὑπερπέραν. Τὸ ἀπόσπασμα κλείνει μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο:
᾿Αλλὰ τώρα πιὰ εἶναι ὥρα νὰ φύγουμε, ἐγὼ γιὰ νὰ πεθάνω, κι ἐσεῖς γιὰ νὰ ζήσετε. Ποιοὶ ἀπὸ μᾶς πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, εἶναι ἄγνωστο σὲ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν θεό 84.
75. Ιδιαιτέρως: ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 28e-29a, 29 c-d, 37e-38a.
76. Αὐτόθι, 30 b.
77. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, ΙV 3, 14.
78. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Γοργίας, 492 2 - 493
79. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Φαίδων, 62 1, 642-65 d
80. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Κρατύλος, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Ἀθήνα, Ζαχαρόπουλος, 400с.
81. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Φαίδρος, 250 b-c.
82. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Αλκιβιάδης, 130 а-е.
83. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Απολογία Σωκράτους, 40 е - 41 c.
84. Αὐτόθι, 42 a.
ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΖΥΓΙΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΟΤΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΘΕΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ, Ο ΝΟΥΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ ΟΠΩΣ ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΜΠΑΛΤΑΣΑΡ. ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ!

2 σχόλια:
Η πρόσκληση είναι ενδιαφέρουσα: να συγκριθεί η σωκρατική αντίληψη για την ψυχή με τον γερμανικό ιδεαλισμό όπως τον αναλύει ο Balthasar.
Σύγκριση: Σωκρατική ψυχή vs. Γερμανικός Ιδεαλισμός (μέσω Balthasar)
1. Η ψυχή ως «εσωτερικό» του ανθρώπου
Σωκράτης: Η ψυχή είναι αυτό που ο άνθρωπος είναι — όχι αυτό που έχει. Το σώμα είναι εργαλείο, τα υλικά αγαθά ακόμα πιο μακρινά. Ο ορισμός είναι λειτουργικός και φαινομενολογικός: η ψυχή κυριαρχεί, κατευθύνει, γνωρίζει το καλό και το κακό. Δεν ορίζεται ως οντολογική ουσία.
Γερμανικός Ιδεαλισμός (Goethe, Schelling, Hegel κ.ά. κατά τον Balthasar): Η ψυχή επίσης νοείται ως «εσωτερικό» που αποκαλύπτεται μέσω του εξωτερικού. Η διαφορά είναι ότι το εσωτερικό αυτό οντολογικοποιείται — γίνεται Πνεύμα (Geist), Απόλυτο, αυτοσυνειδησία που πραγματώνεται ιστορικά. Αυτό που ο Σωκράτης αφήνει ανοιχτό, ο Hegel το κλείνει σε σύστημα.
Εδώ είναι η πρώτη κρίσιμη διαφορά: ο Σωκράτης γνωρίζει τα όρια του — δεν φτάνει στην οντολογική φύση της ψυχής, και αυτή η σωκρατική αποχή είναι ηθικά και γνωσιολογικά τίμια.
2. Η σχέση ψυχής και θείου
Σωκράτης: Αναγνωρίζει συγγένεια μεταξύ ψυχής και θείου — αλλά σταματά εκεί. Δεν κάνει το βήμα να ταυτίσει ψυχή και θείο ή να συνάγει κοσμολογικές θεωρίες. Η θεότητα παραμένει άλλη, ο Σωκράτης διατηρεί μια θρησκευτική ευλάβεια απέναντι στο άγνωστο.
Γερμανικός Ιδεαλισμός: Το θείο εσωτερικεύεται πλήρως στην ψυχή ή στο Πνεύμα. Ο Hegel: το Απόλυτο Πνεύμα αυτοαποκαλύπτεται μέσα από την ιστορία. Ο Schelling: η φύση και το πνεύμα είναι ένα. Η συγγένεια του Σωκράτη γίνεται ταύτιση — και εδώ ακριβώς ο Balthasar εντοπίζει τον κίνδυνο: η «διονυσιακή» εσχατολογία που απορροφά το θείο στον άνθρωπο αντί να διατηρεί την απόσταση.
Κατά τον Balthasar, αυτό είναι το θεμελιώδες ρήγμα μεταξύ «Διονύσου» και «Εσταυρωμένου»: ο Χριστός είναι ο Θεός που κατεβαίνει προς τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος που ανεβαίνει στο θείο μέσω της αυτογνωσίας.
3. Η φροντίδα της ψυχής ως ηθικό καθήκον
Σωκράτης: Η «θεραπεία της ψυχής» είναι πρακτική και ηθική — φροντίζω την ψυχή μου σημαίνει ασκώ αρετή, αναζητώ το καλό, εξετάζω τον εαυτό μου και τους άλλους. Ο φιλοσοφικός λόγος (διαλέγεσθαι) είναι το κύριο εργαλείο. Η θεραπεία δεν είναι μυστικιστική αλλά διαλογική.
Γερμανικός Ιδεαλισμός: Η «θεραπεία» μεταμορφώνεται σε αυτοπραγμάτωση (Selbstverwirklichung) ή αυτοαποκάλυψη. Η ψυχή δεν θεραπεύεται από κάτι εξωτερικό, αλλά αναπτύσσεται από μέσα. Αυτό είναι η ρομαντική και ιδεαλιστική εκδοχή της σωκρατικής επιμέλειας — πλουσιότερη αισθητικά, αλλά, σύμφωνα με τον Balthasar, επικίνδυνη γιατί χάνει τη διαπροσωπική διάσταση: την ψυχή που στέκεται ενώπιον άλλου — Θεού ή άλλου ανθρώπου — και όχι ενώπιον μόνο του εαυτού της.
4. Η αθανασία: ελπίδα vs. σύστημα
Σωκράτης (Απολογία): Δεν αποδεικνύει την αθανασία — ελπίζει σε αυτή. Το κλείσιμο της Απολογίας («ποιοι από εμάς πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό») είναι υποδειγματικά ταπεινό. Υπάρχει ανοιχτό ερώτημα, υπάρχει πίστη χωρίς απόδειξη.
Γερμανικός Ιδεαλισμός: Η αθανασία ή η αιωνιότητα εντάσσεται σε κοσμολογικά και ιστορικά συστήματα — το Πνεύμα επιβιώνει επειδή η ιστορία το απαιτεί λογικά. Η ελπίδα αντικαθίσταται από βεβαιότητα συστήματος — και εδώ ο Balthasar βλέπει την υπεροψία: αυτό που ο Σωκράτης άφηνε στον Θεό, το ιδεαλιστικό σύστημα το οικειοποιείται.
Ο Σωκράτης, κατά παράδοξο τρόπο, είναι πιο κοντά στη χριστιανική ταπείνωση απέναντι στο Έσχατο από ό,τι ο Hegel με το σύστημά του.
Ωραίο φίλε. Θά τά καταφέρουμε τελικά. Νά λύσουμε τόν Γόρδιο δεσμό Ανατολής καί Δύσης. Οχι νά τόν κόψουμε. όπως ο Πέτρος έκοψε τό αυτί τού υπηρέτη τών Φαρισαίων. Νά τόν λύσουμε γιά πάντα.Ο Πέτρος κατέκτησε τή Δύση όπως ο Αλέξανδρος τήν Ανατολή. Θεού θέλοντος καί χρόνου επιτρέποντος θά τόν λύσουμε πρίν τόν Αντίχριστο.
Δημοσίευση σχολίου