Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ

 Στις Πηγές τής Νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙ)

Η δύναμις τού διαφωτισμού αποκαλύπτεται πλήρως στον στοχασμό τού Kant. Ο φιλόσοφος τού Könisberg είχε συναίσθηση τού γεγονότος πως χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τις αρχές τού διαφωτισμού στο πεδίο τής θρησκείας. Υπάρχει επίσης ξεκάθαρη και η κληρονομιά τού Λούθηρου και η αδιαφορία του για το εις εαυτόν τού θεού. «Σε μας δηλώνει, δεν ενδιαφέρει καθόλου να μάθουμε τι είναι ο θεός ο ίδιος (στην Φύση Του), αλλά τι είναι για μας, που είμαστε ηθικά όντα». Η θρησκεία για τον Kant δεν πρέπει να αποθησαυρίζεται σε δόγματα και κανόνες αλλά στην διάθεση τής καρδιάς, να σέβεται όλες τις ανθρώπινες υποχρεώσεις σαν θείες εντολές. Η θρησκεία υπάρχει μόνον εφόσον είναι «ηθική θρησκεία». Ο φιλόσοφος τής κριτικής τής καθαρής νοήσεως, πιστός στις οικογενειακές θρησκευτικές του ρίζες, θέλει έναν θεό προϋπόθεση τής «πρακτικής νοήσεως» και μόνον. Για να συμβαδίσει δε η πίστη με την ανάγκη αυτής τής πρακτικής νοήσεως πρέπει να συμμαζευτεί σε μία minimum πίστη, καθολικά αποδεκτής σαν πίστη σ’ έναν θεό Summum ens, Summa Intelligentia, Summum Bonum! Μια λογική έννοια τού θεού, κατά την κρίση τού Kant, προϋποθέτει ένα υπέρτατο μοναδικό ον (Summum ens), υπέρτατα έξυπνο (Summa Intelligentia), πηγή όλων όσων μπορούν απροϋπόθετα να αποτελέσουν ένα σκοπό ή νόημα (Summum Bonum). Ένα ιδανικό τής πρακτικής νοήσεως και όλων όσων χρειάζεται η πρακτική αυτή νόηση για την επιτυχία της, αρχέτυπο και αρχιτέκτων τού κόσμου. Σ’ αυτή την ελάχιστη πίστη στηρίζεται η «καθαρή ηθική θρησκεία» του Kant.

Την 1η Οκτωβρίου 1794 ο Kant κατηγορήθηκε από τις Αρχές πως εκμεταλλεύθηκε τις φιλοσοφικές του αρχές για να απορρίψει μετά βδελυγμίας μερικά βασικά δόγματα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Οι κατηγορίες αφορούσαν ειδικά το βιβλίο του: «Η θρησκεία εντός των ορίων τής νοήσεως και μόνον» του 1793. Ο Kant υπεραμύνθηκε τής κατηγορίας εξηγώντας πως το βιβλίο του δεν περιείχε ούτε την αποδοχή ούτε βεβαίως και την απόρριψη τού Χριστιανικού δόγματος. Το βιβλίο του δεχόταν μόνον την «Φυσική θρησκεία» και αυτή εκθείαζε. Μάλιστα δε τόνισε την χρησιμότητα τής αποκαλύψεως, διότι αυτή συμπλήρωνε την θεωρητική ανεπάρκεια τής καθαρής λογικής πίστεως, ανεπάρκεια η οποία φανερωνόταν στα θέματα τού κακού, στις αμφιβολίες τού κάθε ανθρώπου αν βρίσκεται στην θέση τού αγαθού κ.τ.λ.

Σαν φιλόσοφος ο Kant παραμένοντας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως και στοχαζόμενος την θρησκεία σαν ηθική θρησκεία θα ‘πρεπε να ασχοληθεί με την φυσική πίστη σε ένα Summum ens, σε μία Summa Intelligentia, σε ένα Summum Bonum. Παρόλα αυτά δεν ικανοποιείται ούτε ο ίδιος να μείνει μέσα στα όρια που έθεσε και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να στριμώξει ολόκληρο το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης στο θρησκευτικό του σύστημα, το οποίο κατασκεύασε με την νόηση και μόνον.

Και νά λοιπόν που ο Kant, στο τέλος κάθε κεφαλαίου τού βιβλίου του γύρω από την θρησκεία συμπληρώνει μερικές “γενικές σημειώσεις” που θα μπορούσαν να έχουν τούς εξής τίτλους: 1) τα αποτελέσματα τής Χάρης 2) περί θαυμάτων 3) για τα Μυστήρια 4) τα μέσα τής Χάριτος. Η τρίτη του σημείωση λοιπόν αποτελεί ένα αληθινό δοκίμιο περί Αγίας Τριάδος, παρότι ασχολείται με τα ουσιώδη. Ο ίδιος ο Kant ονομάζει αυτές τις σημειώσεις πάρεργα τής θρησκείας μέσα στα όρια τής καθαρής νοήσεως, καθότι δεν αφορούν την ίδια αλλά συνορεύουν μαζί της. Βεβαίως δηλώνει καθησυχαστικά πως δεν επιθυμεί να κατακτήσει το έδαφος τής πίστεως και μάλιστα σέβεται την αυτονομία της. Δεν επιθυμεί να εξάγει δι’ απαγωγής την θρησκεία από μόνη την νόηση, θέλει απλώς να την ελέγξει στο εσωτερικό της νοήσεως, αλλά δυστυχώς καταργεί κάθε όριο που είχε θέσει ο ίδιος. Έτσι κρίνει τήν τριάδα στο φως τής «αναστοχαστικής πίστεως» για την οποία είχε ήδη μιλήσει στην κριτική τής κρίσεως.

Για τον Kant δεν είναι η θρησκεία που οδηγεί στην ηθική, αλλά η ηθική στην θρησκεία. Η ηθική μάς οδηγεί στην «Ιδέα ενός παντοδύναμου ηθικού Νομοθέτη, πάνω από την ανθρωπότητα, στην θέληση τού οποίου ενυπάρχει ο τελευταίος σκοπός (τής δημιουργίας τού κόσμου) ο οποίος μπορεί και πρέπει να είναι ο τελευταίος σκοπός τού ανθρώπου. Ο θεός, όπως απαιτεί η καθαρή νόηση, πρέπει να είναι αναγκαίως άγιος, αγαθός, δίκαιος. Αυτή είναι και η τριάδα για την οποία μιλά το εκκλησιαστικό δόγμα σαν τρία θεία πρόσωπα. Αυτά τα ιδιώματα δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ηθική διάθεση τού θεού προς την ανθρωπότητα. Αυτή η τριπλή ποιότητα τού θεού συναντάται εξάλλου σε πάμπολλες θρησκείες όπως αυτή του Ζωροάστρου, των Αιγυπτίων, των Γότθων. Ακόμη και οι Εβραίοι δεν διαφώνησαν στο γεγονός πως ο θεός έχει ένα υιό, αλλά στο ότι αυτός ο υιός ήταν ο Ιησούς Χριστός».

Ο Χριστός για τον Kant δεν είναι τίποτε παραπάνω από έναν «θεϊκό άνθρωπο», το υπέρτατο ιδεώδες τής αρετής, «προσωποποιημένη ιδέα τής Αγαθής αρχής». Μπορούμε να κάνουμε και χωρίς το ιστορικό του γεγονός. «Τα πρόσωπο του Χριστού διαλύεται στην ιδέα: ο Χριστός τής Βίβλου εκκοσμικεύεται σαν ιδέα τής ανθρωπότητος».

Υπάρχει μόνον ένα πρόσωπο θεού, Persona Dei. Έτσι ο Kant ερμηνεύει το τριαδικό δόγμα με τους όρους μιας τριπλής ηθικής ποιότητος τού μοναδικού υπέρτατου Είναι, που η πρακτική νόηση τού επιτρέπει να δεχθεί. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίζεται πως μπορούμε να λατρέψουμε τον πατέρα σαν εκείνο το ον που αγαπά τους ανθρώπους οι οποίοι τηρούν τον Νόμο του, πως μπορούμε να λατρέψουμε τον υιό σαν μοντέλο τής ανθρωπότητος και πως μπορούμε να λατρέψουμε και το Άγιο πνεύμα διότι καθώς μας διδάσκει, ταυτοχρόνως μάς ζωοποιεί με Αρχές για τις πράξεις μας!

Σύμφωνα με τον Kant, ο θεός σαν Άγιο πνεύμα είναι αυτός που κατορθώνει να χωρέσει όλη την αποκάλυψη σε εκείνη την καθαρή ηθική πίστη, την οποία ο ίδιος επεξεργάστηκε σαν φιλόσοφος και σε εκείνη την αυθεντική θρησκεία, την οποία πρέπει να αφαιρέσουμε από την Εκκλησιαστική πίστη, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ο Kant δηλαδή ομολογεί πως είναι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος τού Αγίου πνεύματος. Όχι το νεκρό γράμμα τού εκκλησιαστικού δόγματος, αλλά το ζωοποιό πνεύμα που φτερουγίζει μέσα στα όρια τής νοήσεως. «Αυτή είναι στ’ αλήθεια μια πραγματική θρησκεία», αναφωνεί υπερήφανα, ο ταπεινός Kant.

Η Persona Dei, το πρόσωπο θεού, δεν ανήκει στην τάξη τών όντων, αλλά στην ηθική πράξη. Δεν είναι παρά η προσωποποίηση της ιδέας του θεού. «Η έννοια τού θεού είναι εκείνη μιας Persona, ενός όντος το οποίο έχει δικαιώματα και προς το οποίο κανείς άλλος δεν διαθέτει δικαιώματα». Διότι η «προσωπικότης είναι η ιδιότης ενός όντος που έχει δικαιώματα, δηλαδή ηθική ποιότητα». Ο Kant διαθέτει μόνον στην κατηγορία της ελπίδος αυτό που αρνείται στην ύπαρξη του θεού.

Ο Δυτικός άνθρωπος καταλήγει μέτρο τής θρησκείας και θέλει πλέον να δώσει στον θεό μόνον αυτό που η Νόηση κρίνει απαραίτητο.

Ο Kant φοβήθηκε μέχρι αγωνίας ότι θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στον θεό η δυνατότης να είναι και να πράττει ελεύθερα και αυτόνομα, διότι ήθελε με αληθινό πάθος να τα δωρίσει στον άνθρωπο.

«Μια θρησκεία που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην νοημοσύνη δεν θα αντέξει για πολύ», έγραφε ο Kant.

Αλλά και μια νοημοσύνη που κηρύττει απερίσκεπτα τον πόλεμο στην θρησκεία, μπορεί να επιβιώσει για πολύ και η ίδια; Ο Μηδενισμός τής σύγχρονης σκέψης μάς δίνει την θλιβερή επιβεβαίωση τής αποτυχίας τών συλλογισμών τού κυρίου Kant.

Αμέθυστος

Εξωγήϊνοι κόσμοι, Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου

 Συνέχεια από:Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Η ανακάλυψη ενός μεγαλύτερου Θεού
Του Ernst Benz, από το βιβλίο:
Außerirdische Welten, Von Kopernikus zu den Ufos (Εξωγήινοι κόσμοι, Από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000

Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου
Περί της διάδοσης της αμαρτίας στον κόσμο των πλανητών


Εμμανουήλ Καντ β 

Αυτή η τοποθέτηση επιτρέπει να βγουν συμπεράσματα περί των διαφορών στις πνευματικές καταβολές και ικανότητες που παρουσιάζουν τα σκεπτόμενα πνευματικά όντα των διάφορων πλανητών, τα οποία όντα, όπως και οι άνθρωποι αυτής της γης, εξαρτώνται από το υλικό θεμέλιο στο οποίο είναι δεσμευμένοι. «Αν λοιπόν οι πνευματικές ικανότητες παρουσιάζουν μια αναγκαία εξάρτηση από την ύλη της μηχανής την οποία κατοικούν, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε με μια περισσότερο από πιθανή βεβαιότητα, πως όλο το φάσμα της τελειότητας των όντων αυτών ακολουθεί ένα κανόνα: οι ικανότητες αυτές γίνονται πιο τέλειες, σύμφωνα με την αναλογία των αποστάσεων των πλανητών από τον ήλιο»26. Σύμφωνα με αυτά ισχύει και το αξίωμα: «η τελειότητα του πνευματικού αλλά και του υλικού κόσμου, από τον Ερμή μέχρι τον Κρόνο, και ίσως και πέρα από αυτόν (όπου υπάρχουν και άλλοι πλανήτες), αυξάνεται με μια βαθμιαία ακολουθία, βάσει της αναλογίας της απόστασης από τον ήλιο»27.
Ο Καντ αισθάνεται πως πρέπει να βγάλει συμπεράσματα, τα οποία τον φέρνουν πολύ κοντά στις υποθέσεις του Swedenborg περί πνευματικής σωματικότητας των κατοίκων του κόσμου των πνευμάτων. Όσο πιο λεπτή η υλικότητα, που αποτελεί το υπόστρωμα του οργανισμού ενός πνευματικού όντος, τόσο πιο εκλεπτυσμένη η ικανότητα πρόσληψης που έχει, τόσο πιο ακριβείς οι αντιλήψεις του, τόσο πιο πλαστική η δυνατότητα του στο να αναπαριστά προς τα έξω την εσωτερική του ουσία, τόσο πιο  καθαρές οι θεωρήσεις και οι ιδέες του, τόσο πιο τέλεια η φύση του. Ναι, ο Καντ δεν διστάζει να υποθέσει, πως τα πνευματικά όντα τα οποία βρίσκονται μακρύτερα από τον ήλιο, και επομένως έχουν πιο εκλεπτυσμένα σώματα, έχουν επίσης μακρύτερη διάρκεια ζωής. «Αν και η χρονική περατότητα ροκανίζει ακόμα και τις πιο τέλειες φύσεις, πρέπει να πιστέψουμε πως η διάρκεια των πλασμάτων είναι ανάλογη της τελειότητας τους, όπως και η καχεξία της ανθρώπινης ζωής βρίσκεται σε μια σωστή αναλογία προς τον τιποτένιο χαρακτήρα της»28.
Αν και ο Καντ στο κύριο μέρος του δοκιμίου του για τους κατοίκους των πλανητών, έφτασε σε επιστημονικά αποδεκτά συμπεράσματα, ακολουθώντας την ίδια του την απαίτηση για υψηλά επίπεδα πιθανότητας των θεωρήσεων του, στο τέλος χαλαρώνει αυτές τις απαιτήσεις, και μπαίνει στο πεδίο των υποθέσεων, που τον οδηγούν κατευθείαν στα θεοσοφικά προβλήματα του Oetinger και του Swedenborg. Πρέπει να σημειώσουμε πως θέτει απλώς ερωτήματα, τα οποία καθοδηγούν την ανθρώπινη φαντασία σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν ισχυρίζεται πως υπάρχουν επιστημονικά αποδεκτές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Τολμά όμως να διαπραγματευθεί διεξοδικά ένα από αυτά τα ερωτήματα, που προφανώς απασχολούσε περισσότερο από τα άλλα την φαντασία του: το ερώτημα περί του βεληνεκούς της αμαρτίας στα διάφορα επίπεδα των κατοίκων των πλανητών.
«Τις μέχρι τώρα υποθέσεις μας τις εκθέσαμε μένοντας πιστοί στην γραμμή των φυσικών συσχετίσεων, πράγμα που κράτησε τις υποθέσεις σε ένα δρόμο λογικής αξιοπιστίας. Θέλουμε να επιτρέψουμε μια παρεκτροπή στο πεδίο της φαντασίας; Ποιος μας δείχνει το όριο, όπου παύει η θεμελιωμένη πιθανότητα και αρχίζουν οι αυθαίρετοι λογισμοί; Ποιος είναι τόσο τολμηρός ώστε να δώσει μια απάντηση στο ερώτημα: αν η αμαρτία ασκεί την εξουσία της και σε άλλες σφαίρες του κοσμικού οικοδομήματος, ή μόνη της η αρετή διοικεί;»
«Τα άστρα είναι έδρα λαμπρών πνευμάτων,
Και όπως εδώ το πάθος κυριαρχεί, εκεί αρχηγός είναι η αρετή». Haller
«Δεν ταιριάζει κάποια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της σοφίας και της βλακείας που χαρακτηρίζει την άτυχη ικανότητα προς αμαρτίαν; Ποιος ξέρει, μήπως οι κάτοικοι των άλλων πλανητών δεν είναι τόσο ανώτεροι και τόσο σοφοί, ώστε να κατέβουν στο επίπεδο της τρέλας που βρίσκεται στην αμαρτία, εκείνοι όμως που ζουν τους κατώτερους πλανήτες, είναι πολύ ισχυρά δεμένοι με την ύλη, και έχουν πολύ χαμηλή πνευματική ικανότητα, ώστε δεν είναι σε θέση να φέρουν ευθύνη ενώπιον του δικαστηρίου της δικαιοσύνης; Με τον τρόπο αυτό θα ήταν η γη και ίσως και ο Άρης (ώστε να μην μας λείπει και η άθλια παρηγοριά ότι δεν είμαστε μόνοι μας) μόνοι πάνω στον μεσαίο αυτό δρόμο, όπου οι πειρασμοί των αισθητηριακών ερεθισμάτων έχουν μια ισχυρή ικανότητα παράσυρσης, σε σχέση με την εξουσία του πνεύματος;»29
Και αν οι στοχασμοί αυτοί συσχετίζονται ακόμα με την θεώρηση περί σχέσης πνεύματος και ύλης, όπως την καθορίζει η υπόθεση του Καντ περί σχέσης και επιπέδου των κατοίκων των πλανητών, προς το τέλος ο Καντ αναφέρεται σε καθαρά θεοσοφικά ερωτήματα, που φέρνουν την διδασκαλία περί κατοίκων των πλανητών σε συσχέτιση με τις υποθέσεις περί του επέκεινα και της ζωής μετά θάνατον. Στο σημείο αυτό επισημαίνει και το πρόβλημα στο οποίο το γραπτό τού Swedenborg ισχυρίζεται πως δίνει απάντηση: αν τα αστέρια είναι φυτώρια των πνευμάτων, όπου τα πνευματικά όντα αυτής της γης, όταν τους αφαιρεθεί με τον θάνατο η γήινη ύπαρξη, και όπου τιμώνται με μια ανώτερη θεώρηση του σύμπαντος και καθαρότερη γνώση περί Θεού.
«Δεν είναι καν γνωστό τι είναι πραγματικά ο άνθρωπος, αν πρέπει με αυτά να διδάξουμε την συνείδηση και τις αισθήσεις. Πόσο λιγότερα θα μαντέψουμε, σε σχέση με εκείνα που θα έπρεπε. Η δίψα της ανθρώπινης ψυχής για γνώση είναι μεγάλη, γι' αυτό, το απομακρυσμένο από αυτήν αντικείμενο, και προσπαθεί να αποκτήσει λίγο φως για αυτές τις σκοτεινές γνώσεις».
«Θα πρέπει η αθάνατη ψυχή, σε όλη την άπειρη μελλοντική της διάρκεια, την οποία δεν διακόπτει ο τάφος, να μείνει προσκολλημένη  στην γη; Δε θα πρέπει να δει και τα υπόλοιπα θαύματα της δημιουργίας; Ποιος ξέρει αν δεν της έχει οριστεί να γνωρίσει από κοντά εκείνες τις άλλες σφαίρες; Ίσως για τον λόγο αυτό να σχηματίζονται και άλλες σφαίρες του πλανητικού συστήματος, για να προετοιμάσουν για μας νέες κατοικίες;...»30.
Ο Καντ αναφέρεται σε  μια θεοσοφική ερμηνεία του σύμπαντος, αλλά αμέσως υποδεικνύει την αβεβαιότητα της. Παρουσιάζει μια άλλη διδασκαλία περί των τελευταίων γεγονότων, και μια άλλη πίστη περί ζωής μετά τον θάνατον, που ταιριάζουν πιο πολύ στην φιλοσοφία του. Ο θάνατος δεν μας οδηγεί σε κάποιον άλλον πλανήτη αυτού του γήινου σύμπαντος. Η στενή μας σχέση με το ανώτατο ον, στην οποία σχέση εισερχόμαστε μετά την ελευθέρωση της ψυχής από τα υλικά της δεσμά, έχει ως συνέπεια μια εντελώς νέα και διαφορετικής φύσεως σχέση προς το σύνολο της φύσεως, και μας οδηγεί πέραν των δεδομένων που ισχύουν στις συνθήκες της γήινης ζωής μας. Η νέα κατάσταση λοιπόν, σε σύγκριση και με τις συνθήκες των πιο τέλειων κατοίκων των πλανητών, θα είναι εντελώς διαφορετική, και η μακαριότητα της δε θα εξαρτάται από την όποια κατάλληλη μείξη πνεύματος και ύλης, ούτε από την τέλεια θεώρηση των αντικειμένων έξω από την ίδια. «Η πηγή της μακαριότητας της βρίσκεται μέσα στην ίδια».
«Μας επιτρέπεται να αστειευόμαστε με τέτοιες αντιλήψεις. Κανένας δε θα στήριζε την ελπίδα σε τόσο αβέβαιες εικόνες της φαντασίας. Όταν η αυταρέσκεια θα έχει πάρει το μερίδιο της, το αθάνατο πνεύμα θα συνεχίσει την ύπαρξη του, αφού θα έχει εκτιναχθεί  πάνω από όλα, και θα βρίσκεται σε μια νέα σχέση προς την φύση, η οποία σχέση πηγάζει από την στενή του σχέση με το ανώτερο ον. Από το σημείο αυτό, η ανυψωμένη φύση, η οποία έχει την πηγή της μακαριότητας της μέσα της, δε θα αποσπάται πια από τα εξωτερικά αντικείμενα, για να ζητήσει σε αυτά την ηρεμία της...»31.

(Συνεχίζεται)

Σάν νά λέμε, ότι μετά θάνατον τό εργαλείο με τό οποίο προσλαμβάναμε τίς κτιστές ενέργειες, η νοημοσύνη, θά προσλαμβάνει τίς άκτιστες ενέργειες. (Γιανναράς)

ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΔΕΝ ΕΙΔΑΜΕ ΤΙΠΟΤΕ. ΚΑΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΟ!!! 

Οι εξωγήινοι του Kant (1) Η Ανθρωπολογία και οι άλλοι της(οι Ετερότητες)

Οι εξωγήινοι του Kant 1

Η Ανθρωπολογία και οι άλλοι της

David L. Clark
Πανεπιστήμιο McMaster

Στην Eve Kosofsky Sedgwick

«Ας πιστέψουμε λοιπόν στην αστρική μας φιλία, ακόμη κι αν αναγκαστούμε να είμαστε επίγειοι εχθροί».
—Friedrich Nietzsche, Η χαρούμενη επιστήμη

ΟΣΑ ΜΕΛΛΟΥΝ ΝΑ ΕΡΘΟΥΝ: ΤΟ ΕΞΩΓΗΙΝΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

Ο τίτλος μου εμπνέεται από μια εύγλωττα αναστοχαστική στροφή που πραγματοποιεί ο Kant στις τελευταίες σελίδες του τελευταίου βιβλίου που πρόλαβε να δει δημοσιευμένο, της Ανθρωπολογίας από πραγματολογική άποψη [Anthropologie in pragmatischer Hinsicht] (1798). Η καταληκτική επιχειρηματολογία του Kant, με τίτλο «Για τον χαρακτήρα του είδους», αρχίζει παραδεχόμενη απερίφραστα την αδυναμία ολοκλήρωσης του εγχειρήματος στο οποίο, σε αυτό το προχωρημένο πλέον στάδιο, έχει ήδη αφιερώσει σημαντικό χρόνο και ενέργεια. «Για να σκιαγραφηθεί ο χαρακτήρας του είδους ενός ορισμένου πλάσματος», ξεκινά, «είναι αναγκαίο το είδος αυτό να συγκριθεί με άλλα είδη που μας είναι ήδη γνωστά και να προσδιοριστεί σε σχέση με αυτά» [1]. Ως γενική διαπίστωση για την εμπειρική μέθοδο και το αντικείμενο των ταξινομικών αναλύσεων, η παρατήρηση του Kant φαίνεται αρκετά αθώα. Όμως το ιδιαίτερο εκείνο ον, το Wesen που αποκαλείται «άνθρωπος», παρουσιάζει ένα μοναδικό επιστημολογικό και ταξινομικό πρόβλημα, αφού «αυτός» δεν έχει —ακόμη— με τι να συγκριθεί μέσα στην τάξη των πραγμάτων:
«Η ανώτατη έννοια του είδους μπορεί να είναι εκείνη ενός επίγειου έλλογου όντος [eines irdischen vernünftigen], αλλά δεν θα μπορέσουμε να περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά του, επειδή δεν γνωρίζουμε κάποιο μη επίγειο έλλογο ον [nichtirdischen Wesen], το οποίο θα μας επέτρεπε να αναφερθούμε στις ιδιότητές του και, κατά συνέπεια, να ταξινομήσουμε εκείνο το επίγειο ον ως έλλογο. Φαίνεται, επομένως, ότι το πρόβλημα της περιγραφής του χαρακτήρα του ανθρώπινου είδους είναι εντελώς άλυτο [sie schlechterdings unauflöslich], επειδή θα μπορούσε να λυθεί μόνο με τη σύγκριση δύο ειδών έλλογων όντων βάσει της εμπειρίας, αλλά η εμπειρία δεν μας έχει προσφέρει μια σύγκριση ανάμεσα σε δύο είδη έλλογων όντων» (AP, 237–238· VIII, 215).[ΚΑΙ Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΥΡΙΟΣ; ΔΕΝ ΠΡΟΦΤΑΣΕ ΝΑ ΩΡΙΜΑΣΕΙ ΚΑΙ ΕΜΕΙΝΕ ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΛΕΙΜΜΕΝΟΣ;ΕΔΩ ΕΧΟΥΜΕ ΝΕΟ ΑΘΕΙΣΜΟ!]

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν γι’ αυτό το αξιοσημείωτο απόσπασμα, την πρώτη από δύο νύξεις σε εξωγήινους άλλους που στοιχειώνουν το τέλος της Ανθρωπολογίας, και την τελευταία εκδήλωση ενός ενδιαφέροντος για ό,τι βρίσκεται πέρα από τη Γη, το οποίο ανάγεται στο πρώτο σημαντικό έργο του Kant, την κοσμολογική πραγματεία του 1755 με τίτλο Γενική φυσική ιστορία και θεωρία του ουρανού [Allgemeine Naturgeschichte und Theorie des Himmels], ένα κείμενο στο οποίο θα επανέλθω. Καθεμία από αυτές τις νύξεις απαιτεί μια αργή ανάγνωση, και αυτό θα είναι το έργο και η μέθοδός μου σε αυτό το δοκίμιο: να αναλύσω το σώμα —και τα σώματα— των κειμένων του Kant, τόσο ως προς τα πολιτισμικά συμφραζόμενα που καθορίζουν και υπερκαθορίζουν τις αναφορές του σε μη επίγεια έλλογη ζωή όσο και ως προς τα διαφορετικά και αλληλεπικαλυπτόμενα πολιτικά ασυνείδητα που αυτά προσφέρουν προς στοχασμό. Αυτές οι νύξεις συγκροτούν μια οπτική μέσα από την οποία μπορούμε να διακρίνουμε εκείνο που, όπως θα υποστηρίξω, αποτελεί τη βίαια «πραγματολογική» διασταύρωση γνώσης και εξουσίας στην οποία τοποθετείται η Ανθρωπολογία και από την οποία αντλεί τη ζωτικότητά της: για τον Kant, το έργο του προσδιορισμού τού «τι φτιάχνει ο άνθρωπος από τον εαυτό του» (AP, 2) δεν διακρίνεται από ό,τι ο ανθρωπολόγος φτιάχνει επανειλημμένα —και, ορισμένες φορές, με αισθητό άγχος— από τους άλλους, ιδίως από εκείνους τους άλλους που θεωρούνται λίγο πολύ μη επίγειοι, λίγο πολύ μη αληθινοί κάτοικοι μιας φαντασιακής, κοσμοπολιτικής Γης. Ο Kant απορρίπτει χωρίς μεγάλη αποφασιστικότητα την εργαλειοποίηση του «ανθρώπου» από τον «άνθρωπο» ως απλή «επιτηδειότητα», ως «τεχνικοπρακτική χρήση του λόγου» [technisch-praktischen Vernunft] (AP, 179· VIII, 162), κι ωστόσο το ίδιο του το κείμενο ζωογονείται πέρα ως πέρα από αυτή την τάση και αυτή την παραγωγικότητα. Η λαχτάρα ή η επιδίωξη της δύναμης να ασκεί κανείς «επιρροή στους άλλους» είναι, όπως παραδέχεται ο Kant, θεμελιώδης για τη φιλόδοξη συγκρότηση της ανθρωπότητας (AP, 179).

Ασφαλώς είναι θεμελιώδης για την ομαλή λειτουργία της αναδυόμενης πρωσικής αστικής τάξης, της Bürgertum, της οποίας τα συμφέροντα υπηρετεί η Ανθρωπολογία και για τις προκαταλήψεις της οποίας λειτουργεί ως άλλοθι. Εκείνο που με ενδιαφέρει εδώ, λοιπόν, είναι το σύνολο των έλλογων όντων που ο Kant επιστρατεύει για να μιλήσουν εξ ονόματος του «ανθρώπου». Ονειρευόμενος μη επίγεια ζωή προκειμένου να κατονομάσει και να γνωρίσει την ανθρωπότητα, ο Kant επιβεβαιώνει με εντυπωσιακό τρόπο την υποψία του Derrida ότι «το έργο της ανθρωπολογίας πραγματοποιεί τη φαντασιακή παραλλαγή αναζητώντας το ουσιώδες αμετάβλητο στοιχείο» [2]. Ωστόσο, αυτή η χειρονομία κυριαρχίας έχει σύνθετα κίνητρα και εκτελείται με αμφιθυμία, κάτι που γίνεται αισθητό καταρχάς στον μεικτό λόγο της παρουσίασής της, ο οποίος είναι συγχρόνως φανταστικός και πραγματολογικά εύλογος. Για μια στιγμή, η Ανθρωπολογία, της οποίας ο λόγος ύπαρξης είναι ακριβώς η περιγραφή του χαρακτήρα του ανθρώπινου είδους και της οποίας η θεμελιώδης παραδοχή είναι ότι, ως έλλογα όντα, «εμείς» διαθέτουμε την ικανότητα να γίνουμε τα υποκείμενα της ίδιας μας της γνώσης, αρνείται όχι μόνο την ολοκλήρωσή της αλλά και τον ίδιο τον όρο της δυνατότητάς της. Διότι η ορθολογικότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό του είδους ανάμεσα σε πολλά, αλλά η παραδειγματική αρχή και ο σκοπός του, το ίδιο το ανθρώπινο είναι της ανθρωπότητας. Αν η επίγεια ορθολογικότητα δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με το εξωγήινο αντίστοιχό της, αν δηλαδή ο ανθρωπολόγος δεν μπορεί να επιβεβαιώσει εμπειρικά την ταξινόμηση «εκείνου του επίγειου όντος ως έλλογου», τότε τι μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε γι’ αυτό το ον;

Πρόκειται για ένα σχεδόν νιτσεϊκό ερώτημα —ένα ερώτημα που, όπως ίσως θυμόμαστε, έθεσε ο Friedrich στο δοκίμιο «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια», το οποίο αρχίζει με έναν απόκοσμο τρόπο, φανταζόμενο πώς θα μπορούσε να φαίνεται ο «άνθρωπος» μέσα από τα ανελέητα μάτια ενός εξωγήινου ζωολόγου. Είναι αλήθεια ότι ο Kant αντιμετωπίζει συχνότερα την απουσία ενός άλλου έλλογου όντος, με το οποίο θα μπορούσε να συγκριθεί ο «άνθρωπος», ως προτέρημα και όχι ως πρόβλημα. Η μη επίγεια έλλογη ζωή αναμφίβολα υπάρχει —ο Kant κάθε άλλο παρά μόνος ήταν σε αυτή την πεποίθηση—, αλλά η απουσία εμπειρικής απόδειξης καθιστά απλώς το παρόν έργο, «να προσδιορίσουμε τη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύστημα της έμβιας φύσης και, με αυτόν τον τρόπο, να τον χαρακτηρίσουμε», ακόμη πιο μοναχικό, με μια μοναχικότητα που το εξυψώνει. Σε κάθε περίπτωση, είναι πάντοτε προτιμότερο να είμαστε προσεκτικοί: «Το μόνο που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια είναι ότι έχει έναν χαρακτήρα τον οποίο δημιουργεί ο ίδιος… Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος, ως ζώο προικισμένο με την ικανότητα του λόγου (animal rationabile), μπορεί να καταστήσει τον εαυτό του έλλογο ζώο (animal rationale)» (AP, 238). Χωρίς το συμπλήρωμα του εξωγήινου, ο «άνθρωπος» αφήνεται στις δικές του δυνάμεις· δηλαδή, ρίχνεται στη μοναχική αλλά αρρενωπή και αυτάρκη κατάσταση που ταιριάζει περισσότερο στον φιλόσοφο. Χωρίς να γνωρίζει κανένα υπόδειγμα και χωρίς να έχει κανέναν όμοιο, το ανθρώπινο αποτελεί τον ίδιο τον ορισμό του μεγαλείου και του υψηλού. Όπως λέει ο Kant νωρίτερα στην Ανθρωπολογία, «δεν μπορούμε να σκεφτούμε καμία μορφή καταλληλότερη για ένα έλλογο ον από τη μορφή ενός ανθρώπινου όντος» (AP, 68), μια αδυναμία την οποία αποδίδει στην ένδεια της φαντασίας, χωρίς να λυπάται ούτε στιγμή γι’ αυτή την έλλειψη. Κι ωστόσο ο Kant φαντασιώνεται άλλες «μορφές» έλλογης ζωής, όχι μόνο στην Ανθρωπολογία, αλλά και σε πολυάριθμα άλλα σημεία του έργου του, όπως θα δούμε. Το γεγονός ότι το έργο της Ανθρωπολογίας συνεχίζεται αμείωτο υποδηλώνει ότι το «άλυτο» πρόβλημα που παίρνει μορφή μέσω των εξωγήινων έχει ενσωματωθεί σκόπιμα στο εγχείρημα: ένα σκηνοθετημένο εμπόδιο γύρω από το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο σχηματίζεται και ρέει σαν δίνη. Αναγκαίοι κι ωστόσο εξωτερικοί, απόντες κι ωστόσο συνυπολογισμένοι, οι εξωγήινοι παραπέμπουν σε άλλες ανθρώπινες ή οιονεί ανθρώπινες ετερότητες, που δεν βρίσκονται αλλού, σε έναν μακρινό κόσμο, αλλά εδώ, στη Γη — και που απειλούν να μετατρέψουν το εδώ σε ένα αλλού. Σε έναν στοχαστή θεμελιωδώς προσηλωμένο στον διαχωρισμό όσων έχουν αναμειχθεί, ίσως περισσότερο από οπουδήποτε αλλού σε ένα επιτακτικά κανονιστικό κείμενο όπως η Ανθρωπολογία, το μη επίγειο έλλογο ον βρίσκεται συγχρόνως υπερβολικά μακριά και υπερβολικά κοντά για να επιτρέπει τον εφησυχασμό· δεν σηματοδοτεί τόσο τα εξωτερικά όρια του ανθρωπολογικού εγχειρήματος όσο αποτελεί τον παράξενο τρόπο με τον οποίο ο Kant λέει ότι αυτό είναι ανεξάλειπτα στοιχειωμένο εκ των έσω. Όπως είπε κάποτε ο Roland Barthes, «πιθανότατα, αν προσεδαφιζόμασταν με τη σειρά μας στον Άρη που έχουμε κατασκευάσει, θα βρίσκαμε απλώς την ίδια τη Γη, και ανάμεσα σε αυτά τα δύο προϊόντα της ίδιας Ιστορίας δεν θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ποιο είναι το δικό μας» [3]. Στον καθρέφτη του ανθρωπολογικού φαντασιακού του Kant, θα υποστηρίξω, οι εξωγήινοι είναι πάντοτε πιο κοντά απ’ όσο φαίνονται.

Ας φανταστούμε λοιπόν για μια στιγμή το παράξενο δράμα που έχει σκηνοθετήσει για εμάς ο Kant στις τελευταίες πνοές της έρευνάς του. Σχολαστικός μέχρις υπερβολής συλλέκτης και επιμελητής των ανθρώπινων μικρολεπτομερειών, ο Kant κοιτάζει την τελική διάταξη του πίνακα φυσικής ιστορίας του —σκεφτείτε τον Nietzsche ως εξωγήινο να περιεργάζεται τον άνθρωπο που έχει απαγάγει, «απλωμένο σαν μέσα σε φωτισμένη γυάλινη προθήκη»— και, κάτω από το γένος «έλλογα όντα», βλέπει ότι απομένει μία κενή θέση, ένα τελευταίο δείγμα που πρέπει να στερεωθεί και να παγώσει σε μια αιώνια στιγμή διαφωτιστικής παράθεσης σε πίνακα [4]. Κατά τη δική του μαρτυρία, ο Kant ήταν ένας εμμονικά οργανωμένος άνθρωπος, του οποίου η προσοχή μπορούσε να διασπαστεί ακόμη και από τη θέα ενός κουμπιού που έλειπε από το πανωφόρι κάποιου άλλου· θα πρέπει να επανέλθουμε σε αυτό. Εδώ ίσως αισθάνεται τις οδύνες μιας πολύ πιο βαρύνουσας ασυμμετρίας, το αίσθημα του ανολοκλήρωτου που βιώνει ο ψυχαναγκαστικός και που απειλεί να αμαυρώσει τόσο τη συγκριτική τάξη του ταξινομικού του οικοδομήματος όσο και την ευχαρίστηση που μπορεί να αντληθεί από αυτό. Επιπλέον: το έλλογο ον για το οποίο διαθέτει πράγματι εμπειρική γνώση —ο «άνθρωπος»— δεν μπορεί παρά να αρχίσει να ξεθωριάζει και να τρεμοπαίζει, καθώς τα ουσιώδη «χαρακτηριστικά» «του» καθίστανται τώρα απροσδιόριστα, εφόσον δεν υπάρχει διαθέσιμο ένα εξωγήινο δείγμα μέσω του οποίου να αναδειχθούν ευκρινώς τα ειδικά ανθρώπινα γνωρίσματά τους. Ίσως αυτά τα «χαρακτηριστικά» να μην ήταν ποτέ εξαρχής σαφή· πάντως, ασφαλώς όχι τόσο σαφή όσο τα παρουσιάζει ο Kant. Ο «άνθρωπος», θα πει ο Kant στις τελευταίες προτάσεις της έρευνάς του, πρέπει «να μην αποκαλύπτει πλήρως τον εαυτό του» (AP, 250) — ίσως ιδίως στο σκοποφιλικό βλέμμα του ίδιου του ανθρωπολόγου. Θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα «να ταξινομηθούν… τα επίγεια όντα ως έλλογα», ο Kant ρίχνει αναπόφευκτα μια παράξενη σκιά τόσο στην Ανθρωπολογία, η οποία προϋποθέτει εκείνο που τώρα λέει ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, όσο και στον σχολαστικά ορθολογικό εαυτό με τον οποίο ο Kant ταυτίζεται σαφώς σε αυτό το συχνά αυτοβιογραφικό κείμενο. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο τι είναι ο «άνθρωπος» μπροστά σε αυτό το «άλυτο» πρόβλημα, αλλά και ποιος είναι ο άνθρωπος που ονομάζεται «Kant»;

Μόλις το 1877, όταν ο Giovanni Schiaparelli διακρίνει τα cannali, δηλαδή τα κανάλια, που διασταυρώνονται στην επιφάνεια του Άρη, θα υπάρξει εμπειρική «απόδειξη» της ύπαρξης μη επίγειων έλλογων όντων. (Είναι αποκαλυπτικό ότι το πρώτο πρόσωπο που παρουσιάζουν οι εξωγήινοι στην ανθρωπότητα είναι εκείνο των θριάμβων της μηχανικής στην υπηρεσία του εμπορίου.) Αλλά ακόμη κι αν για τον Kant αυτά τα πλάσματα δεν είναι ακόμη ορατά, αντανακλούν τον «άνθρωπο» με τη φαντασματική μορφή μιας υπόσχεσης ότι θα καταστήσουν ορατή τη μοναδικότητά του. Με μια παράξενη χρονική τροπή —φαίνεται πως οι εξωγήινοι συνδέονταν ανέκαθεν με ρήγματα στον χρόνο—, το μη επίγειο κατονομάζει το μελλοντικό σημείο στο οποίο η πρωτοτυπία του ανθρώπινου θα συγκροτηθεί εκ των υστέρων. Θα έρθει άραγε εκείνη η ημέρα; Κατά μία έννοια, έχει ήδη συμβεί, διότι, όσο μακρινοί κι αν είναι, οι εξωγήινοι διασαλεύουν την καταλληλότητα του ονόματος «άνθρωπος» τη στιγμή που ο Kant θέτει σε λειτουργία το σύστημά του των διαπλανητικών διαφορών και ονομάτων. Τα μη επίγεια όντα αποτελούν μέρος ενός συνεχούς πεδίου νοήματος, το οποίο υποβάλλει το ανθρώπινο σε μια ορισμένη «βία της διαφοράς» (OG, 110), μια ταξινομική επιβολή που ο Kant αποτυπώνει στην απόρριψη του «Mensch» υπέρ του ψυχρότερα ταξινομικού και εμφατικά σχεσιακού όρου «επίγειο ον». Αυτή η δέσμευση της ανθρωπότητας προς τον άλλο —η «δέσμευση» φαίνεται εδώ αναγκαία για να αποδώσει το πώς αυτή η συγκροτητική διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη για τον Kant· το ανθρώπινο είναι, ως προς την ορθολογικότητά του, είναι ένα είναι δεσμευμένο με υπόσχεση προς τον άλλο— παρουσιάζει, βέβαια, ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον προερχόμενη από τον φιλόσοφο που τόσο περίφημα διακήρυξε την απομονωτική ανεξαρτησία του «ανθρώπου». Αυτός είναι το πλάσμα που μόνο του αισθάνεται τη σκληρή προσταγή να γεννήσει τον εαυτό του, που δικαίως αγωνίζεται να κόψει τους «ιμάντες καθοδήγησης» που το δένουν με τη φύση και με τον πλανήτη στον οποίο κατοικούν οι γυναίκες και οι μητέρες. Παρά την αξίωσή του για την «ανώτατη έννοια του είδους», υποδηλώνει ο Kant, ο «άνθρωπος» είναι αυτό που είναι χάρη σε έναν άλλο, ο οποίος παραμένει πάντοτε ήδη δίπλα του μέσα στο σύμπαν. Είναι το πλάσμα του οποίου η μοναδικότητα έγκειται τελικά στο ότι είναι μοναδικό και εξαρτημένο, μόνο και πολίτης μιας κοσμοπολιτικής κοινότητας που τώρα τη φανταζόμαστε να εκτείνεται μέχρι τα άστρα [5].

Αν η σχέση της Ανθρωπολογίας με τον εξωγήινο δομείται ως υπόσχεση, το ίδιο ισχύει και για τη σχέση της με τον άνθρωπο, εφόσον, ελλείψει εμπειρίας μη επίγειων έλλογων όντων, ο Kant πρέπει να προχωρήσει σαν το υποκείμενο του κειμένου του να ήταν εμπειρικά προσιτό στη γνώση. Αυτή όμως η διπροσωπία έχει μια ιστορία μέσα στην Ανθρωπολογία, ή μάλλον μια γενεαλογία που γίνεται εμφανής όταν εξετάζουμε τα προσχέδια του κειμένου. Ο Kant αναγνωρίζει τον προσωρινό χαρακτήρα —ή τον χαρακτήρα του «ως εάν»— του ανθρώπου, αλλά το κάνει μόνο στο χειρόγραφο:

«Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του μέσω της εμπειρίας, επειδή η εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να του διδάξει την απόλυτη αναγκαιότητα αυτού που οφείλει να είναι. Η εμπειρία μπορεί μόνο να του διδάξει εμπειρικά τι είναι ή τι οφείλει να είναι υπό εμπειρικές συνθήκες. Ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του μόνο μέσω του καθαρού λόγου (a priori)· αναγνωρίζει το ιδεώδες της ανθρωπότητας, το οποίο, σε σύγκριση με τον ίδιο ως ανθρώπινο ον, καθιστά τον χαρακτήρα του είδους του ορατό και περιγράψιμο μέσω των αδυναμιών της φύσης του που περιορίζουν την αρχετυπική εικόνα. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του είδους, είναι αναγκαία μια σύγκριση με μια οντότητα που δεν μπορεί να βρεθεί πουθενά αλλού παρά μόνο στην τέλεια ανθρωπότητα» (AP, 287, σημ. 108).

Στη δημοσιευμένη μορφή του, το ανθρωπολογικό εγχείρημα αντιμετωπίζει ένα εμπειρικό πρόβλημα του οποίου η λύση είναι απίθανη αλλά όχι αδύνατη, καθώς αναβάλλεται μέχρι ο «άνθρωπος» να συναντήσει το έλλογο ομόλογό του από έναν άλλο πλανήτη. (Ας θυμηθούμε ότι ο Kant έζησε σε μια εποχή που ελάχιστα αμφιταλαντευόταν ως προς την πίστη της στην ύπαρξη έλλογης ζωής σε άλλους πλανήτες. Το ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν υπήρχε τέτοια ζωή, αλλά πόση υπήρχε και ποιες μορφές θα μπορούσε να πάρει.) Στο χειρόγραφο, από την άλλη πλευρά, ο «άλυτος χαρακτήρας» του προβλήματος που αντιμετωπίζει ο Kant είναι εντελώς διαφορετικής τάξης, γεγονός που καθιστά τη διαγραφή αυτού του αποσπάσματος εξίσου σημαντική με το περιεχόμενό του. Διότι εδώ ο Kant αναγνωρίζει ότι οι περιορισμοί της ανθρωπολογικής έρευνας είναι από τη φύση τους δομικοί ή μη αναγώγιμοι. Ως εμπειρική και όχι υπερβατολογική ανάλυση, η Ανθρωπολογία μπορεί να εξετάσει μόνο ιδιότητες που γνωρίζονται εκ των υστέρων (a posteriori), για παράδειγμα τεκμήρια αντλημένα από τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές συνθήκες της ανθρώπινης ζωής. Αυτές είναι πράγματι οι εμπειρίες που γεμίζουν τις σελίδες της ανάλυσης του Kant και εξηγούν την ιδιόρρυθμη ιδιαιτερότητά της. Ωστόσο, για να γνωρίσει ο «άνθρωπος» ορθά και πλήρως τον εαυτό του, χρειάζεται μια άλλη μορφή σύγκρισης, η οποία ούτε είναι διαθέσιμη σε μια εμπειρικά θεμελιωμένη έρευνα —έστω κι αν καθιστά το περίγραμμα ή τα όρια αυτής της έρευνας προσιτά στη σκέψη— ούτε, αυστηρά μιλώντας, την ενδιαφέρει. Ο Kant φροντίζει πάντοτε να επαναβεβαιώνει τα όρια ανάμεσα στα δύο εγχειρήματα, καθώς μόνο μέσω μιας τέτοιας επαναβεβαίωσης καθίσταται δυνατό κάτι όπως η πραγματολογική ανθρωπολογία. Η Μεταφυσική των ηθών (1797), που δημοσιεύθηκε έναν χρόνο πριν από την Ανθρωπολογία, επιμένει στον αυστηρό διαχωρισμό της ανθρωπολογίας από την ηθική φιλοσοφία:

«Όπως ακριβώς σε μια μεταφυσική της φύσης πρέπει να υπάρχουν αρχές για την εφαρμογή εκείνων των ύψιστων καθολικών αρχών μιας φύσης εν γένει σε αντικείμενα της εμπειρίας, έτσι και μια μεταφυσική των ηθών δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αρχές εφαρμογής… Αυτό όμως δεν θα μειώσει με κανέναν τρόπο την καθαρότητα αυτών των αρχών ούτε θα θέσει υπό αμφισβήτηση την a priori πηγή τους. Αυτό σημαίνει, ουσιαστικά, ότι μια μεταφυσική των ηθών δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην ανθρωπολογία, μπορεί ωστόσο να εφαρμοστεί σε αυτήν» [6].

Συνεχίζεται

Σημειώσεις:

[1]. Immanuel Kant, Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη, μτφρ. Victor Lyle Dowdell (Carbondale: Southern Illinois University Press, 1978), σ. 237. Στο εξής οι παραπομπές δίνονται παρενθετικά μέσα στο κείμενο με τη συντομογραφία AP.
[2]. Jacques Derrida, Περί γραμματολογίας, μτφρ. Gayatri Chakravorty Spivak (Baltimore: The Johns Hopkins University Press, 1974), σ. 335, σημ. 4. Στο εξής οι παραπομπές δίνονται παρενθετικά μέσα στο κείμενο με τη συντομογραφία OG.
[3]. Roland Barthes, «Αρειανοί», στο Ο Πύργος του Άιφελ και άλλες μυθολογίες, μτφρ. Richard Howard (Νέα Υόρκη: Hill and Wang, 1979), σ. 28.
[4]. Friedrich Nietzsche, «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια», μτφρ. Ronald Speirs, στο Η γέννηση της τραγωδίας και άλλα κείμενα, επιμ. Raymond Guess και Ronald Speirs (Cambridge: Cambridge University Press, 1999), σ. 142.
[5]. Ο Kant εκφράζεται ρητά γι’ αυτό το διαπλανητικό αίσθημα σε μια σημείωση στην «Ιδέα μιας καθολικής ιστορίας με κοσμοπολιτικό σκοπό», στο Πολιτικά κείμενα του Kant, επιμ. Hans Reiss, μτφρ. H. B. Nisbet (Cambridge: Cambridge University Press, 1991), σ. 47. Οφείλω να αφήσω τη συζήτηση των σύνθετων πτυχών του για μια άλλη περίσταση.
[6]. Kant, Η μεταφυσική των ηθών, μτφρ. Mary Gregor (Cambridge: Cambridge University Press, 1991), σ. 44. Στο εξής οι παραπομπές δίνονται παρενθετικά μέσα στο κείμενο με τη συντομογραφία MM.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΛΟΙΠΟΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΒΕΝΤΕΜΠΟΡΓΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΝΤ. ΤΟ ΗΞΕΡΑΝ ΑΥΤΟ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ;

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 19

Συνέχεια από  Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 19
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI


Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, ΑΓΟΡΕΣ, ΤΡΟΦΗ, ΦΑΡΜΑΚΑ.
ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ

Όταν ο άνθρωπος δεν πειθαρχείται από τον Θεό, θα φροντίσουν οι δαίμονες να τον πειθαρχήσουν.

Nicolás Gómez Dávila


§ 2. Η μανία των αγορών, η μετατροπή του εαυτού σε εμπορικό σήμα

Η ωνιομανία (αγοραμανία), ευρύτερα γνωστή ως καταναγκαστικές αγορές, είναι μια διαταραχή των παρορμήσεων που χαρακτηρίζεται από ακατανίκητη επιθυμία αγοράς συχνά άχρηστων αγαθών, μια πράξη που προκαλεί προσωρινή ανακούφιση, ακολουθούμενη από αίσθημα ενοχής. Πρόκειται για ψυχολογική εξάρτηση που χαρακτηρίζεται από έμμονη και διαρκή σκέψη, αδυναμία αντίστασης στην παρόρμηση για αγορά και, φυσικά, υπερβολικές αγορές, με συσσώρευση αχρησιμοποίητων αγαθών. Συναισθηματικά, το άτομο βιώνει ένταση και άγχος πριν από την αγορά, ευχαρίστηση ή άμεση ανακούφιση κατά τη διάρκειά της, και στη συνέχεια μεταμέλεια, ντροπή ή απελπισία. Συνέπεια είναι η διατάραξη της καθημερινής ζωής, με υπερχρέωση, οικογενειακά προβλήματα και κοινωνική απομόνωση. Η ωνιομανία συνοδεύεται συχνά από ψέματα για την απόκρυψη των αγορών και των δαπανών. Όπως κάθε εξάρτηση, συνδέεται με άλυτες συναισθηματικές δυσκολίες, με την προσπάθεια να καλυφθεί ένα εσωτερικό κενό, να αντιμετωπιστούν το στρες, η πλήξη, η κατάθλιψη και το άγχος. Στην Ιταλία εκτιμάται ότι προσβάλλει περίπου το πέντε τοις εκατό του πληθυσμού. Η διαταραχή εμφανίζεται κυρίως στις γυναίκες —75–80% των περιπτώσεων—, με κορύφωση μεταξύ τριάντα και σαράντα ετών και τάση να εκδηλώνεται στη νεότητα.

Μια ιδιαίτερη πλευρά είναι η εξάρτηση από τις μάρκες, η ανάγκη αγοράς «επώνυμων» προϊόντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις παρατηρούμε ένα διπλό αρνητικό φαινόμενο: απεκδύεται κανείς την προσωπική του ταυτότητα για να την παραδώσει σε αντικείμενα των οποίων το χαρακτηριστικό δεν είναι η ποιότητα ή η αισθητική, αλλά η επώνυμη υπογραφή, το σήμα εκείνου που τα παράγει ή, ακριβέστερα, εκείνου που κατέχει τα δικαιώματα πώλησης και αναπαραγωγής. Επακόλουθο της απώλειας της ατομικής ταυτότητας είναι η μετατροπή του εαυτού σε εμπορικό σήμα: γίνομαι ο ίδιος η μάρκα, η οποία με αντιπροσωπεύει και με σηματοδοτεί ως μέλος μιας συγκεκριμένης καταναλωτικής φυλής. Στην ωνιομανία είναι σαφής η ολέθρια επίδραση του συστήματος των εξαρτήσεων: ο δύστυχος «πρέπει» να καταναλώνει, να αγοράζει χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη χρησιμότητα ή την ομορφιά· τα αγαθά είναι προγραμματισμένα να μη διαρκούν· ο αγοραστής δεν διατυπώνει καμία αξιολογική κρίση για τα προϊόντα. Είναι «στη μόδα», φέρουν την υπογραφή της συγκεκριμένης εταιρείας, επομένως «πρέπει» να τα αποκτήσει. Θα αρκέσει μια σύντομη περίοδος για να τον κάνει να τα περιφρονήσει. Η διαφήμιση θα αναλάβει να επαναπροσανατολίσει τις επιθυμίες και τις αγοραστικές του τάσεις, χωρίς να διατυπωθεί καμία κριτική σκέψη από τον τέλειο μεταμοντέρνο δούλο, τον καταναλωτή. Ο homo consumens είναι προσαρμοστικός και αδιάφορος απέναντι στα κριτήρια της δικαιοσύνης, της ηθικής και του ορίου, επειδή το φαντασιακό του έχει αποικιοποιηθεί από το σύστημα των αντικειμένων. Το διατύπωσε θεωρητικά ο Serge Latouche [235]: ζούμε σε μια κοινωνία της σπατάλης, στην οποία έχουμε την υποχρέωση να επιθυμούμε διαρκώς καινούρια πράγματα, να τα λατρεύουμε στην τελετουργία της αγοράς και να τα πετάμε αμέσως, καθώς αντικαθίστανται από άλλα.

Η αποαποικιοποίηση του φαντασιακού σημαίνει την πραγματοποίηση μιας πράξης εξέγερσης, για παράδειγμα μαθαίνοντας την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στα αγαθά και στα εμπορεύματα. Εμπορεύματα είναι όλα όσα πωλούνται· αγαθά είναι τα αντικείμενα και οι υπηρεσίες από τα οποία αποκομίζουμε πραγματική χρησιμότητα [236]. Έννοιες δύσπεπτες για τον homo consumens, που υποβάλλεται στη θυσία να εργάζεται όλο και περισσότερο για να καταναλώνει πράγματα, εμπειρίες, συναισθήματα, τα οποία μια στιγμή αργότερα το σύστημα θα τον κάνει να θεωρήσει άσχημα, παρωχημένα, εκτός μόδας. Κάτι σαν το τρέξιμο του χάμστερ στον τροχό μέσα στο κλουβί. Ο εξαρτημένος από τις καταναγκαστικές αγορές είναι ένα εξημερωμένο ανθρώπινο ζώο που δεν σκέφτεται, πεπεισμένο ότι το υπερκείμενο σύστημα είναι ουδέτερο. Δεν υποψιάζεται καν ότι αποτελεί αντικείμενο νοητικού ελέγχου· η εξουσία έχει γενικεύσει την πεποίθηση ότι οι επιλογές είναι ελεύθερες, καρπός ατομικών προτιμήσεων. Ο Giorgio Agamben υποστηρίζει ότι έχει αναδυθεί μια νέα ανθρωπολογική μορφή, ο «συνένοχος», το κανονιστικό, λειασμένο ανθρώπινο ον, στο οποίο η βαρύτητα του κανόνα υποκαθιστά το πρόσωπο [237]. Η εκχώρηση δεν είναι εξαναγκαστική αλλά επιθυμητή, το αποκορύφωμα της ήπιας ισχύος· η προσχώρηση στην κυρίαρχη ιδεολογία είναι άκριτη, σχεδόν ενστικτώδης: υπήκοος ως συνένοχος.

Το σύστημα των αγορών προϋποθέτει μια περαιτέρω εξάρτηση: τη λατρεία του καινούριου, που συνδέεται με την υποχρεωτική νεολατρία, μια μορφή ηδονισμού διαποτισμένου από ναρκισσιστική εξωτερικότητα. Η λατρεία του καινούριου —η πεποίθηση ότι το «τώρα» είναι πάντοτε καλύτερο από το «πριν»— προδιαθέτει να ακολουθεί κανείς κάθε μόδα. Ο όρος προέρχεται από το λατινικό modus, μορφή, τρόπος, και αρχικά είναι ουδέτερος. Στη συνέχεια απέκτησε θετικό, αισιόδοξο περιεχόμενο. Το να είσαι στη μόδα σημαίνει να είσαι στοιχισμένος στις γραμμές, πιστός στο πνεύμα της εποχής, που είναι η βούληση των κυρίαρχων. Την ίδια σημασιολογική πορεία έχει και η λέξη «μοντέρνος», της οποίας η σημασία είναι αξιολογικά ουδέτερη: κατά τον σημερινό τρόπο. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει την υποχρέωση να είναι στη μόδα, δηλαδή «μοντέρνος». Ένα μεγάλο πλεονέκτημα για όσους κατευθύνουν τον άνθρωπο προς το σύστημα των πραγμάτων, προς την κούρσα των αγορών που έχει μετατραπεί σε μανία. Δεν προκαλούν πια έκπληξη οι ουρές για την απόκτηση της νέας έκδοσης μιας υπολογιστικής ή τηλεφωνικής συσκευής, η οποία μέσα σε έναν χρόνο θα καταστεί παρωχημένη, πυροδοτώντας την κούρσα για το επόμενο «τελευταίο μοντέλο».

Δεν διαφέρει η νοσηρή επιθυμία κατοχής ενδυμάτων και αξεσουάρ που μόλις κυκλοφόρησαν στην αγορά. Μια προσωπική ανάμνηση πιστοποιεί τη βαθιά ψυχική μεταβολή ήδη από την παιδική ηλικία: η παλιά σάκα για τα σχολικά βιβλία έπρεπε να είναι γερή, ώστε να διαρκεί πολλά χρόνια. Σήμερα κυριαρχεί το σακίδιο πλάτης, του οποίου το σχήμα, το χρώμα και το ύφος αλλάζουν ελαφρώς από χρόνο σε χρόνο· τα ίδια τα παιδιά επιβάλλουν την αγορά του. Μικροί καταναλωτές μεγαλώνουν, πρόωρα εξαρτημένοι από το συγκαταβατικό, σαγηνευτικό και ύπουλο σύστημα της διαφήμισης, απέναντι στο οποίο δεν διαθέτουν κανένα φίλτρο. Ο Aldous Huxley διέβλεψε την τεράστια δύναμη της προπαγάνδας, της πλύσης εγκεφάλου των γενεών. «Οι νέοι και τα παιδιά είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στην προπαγάνδα. Άπειροι από τον κόσμο, είναι εντελώς ανυποψίαστοι· η κριτική τους σκέψη δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί· οι μικρότεροι δεν έχουν φτάσει στην ηλικία της λογικής· οι μεγαλύτεροι δεν έχουν αποκτήσει την εμπειρία πάνω στην οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν την ικανότητα συλλογισμού που μόλις ανακάλυψαν. Στην Ευρώπη, οι στρατεύσιμοι που καλούνταν στους πολέμους ονομάζονταν κρέας για τα κανόνια. Τα μικρά αδελφάκια τους έχουν τώρα γίνει κρέας για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Στη δική μου παιδική ηλικία μάς μάθαιναν να τραγουδάμε τραγουδάκια χωρίς νόημα ή, στις ευσεβείς οικογένειες, ύμνους. Σήμερα τα μικρά κελαηδούν τραγουδώντας διαφημίσεις» [238]. Η πολιτική του νοητικού ελέγχου παράγει μια ψευδή κοινή λογική, επικίνδυνα απομακρυσμένη από την αλήθεια.

Η εξάρτηση από τις αγορές είναι η κυριαρχία του έχειν πάνω στο είναι, ιδιαίτερα της κατοχής πραγμάτων, «μεταβατικών» αντικειμένων με τα οποία συνδεόμαστε προσωρινά για να αποκτήσουμε ασφάλεια [239]. Στην ωνιομανία τα πράγματα συσσωρεύονται και αντικαθίστανται διαρκώς. Η αγορά δεν ικανοποιεί ποτέ πλήρως το άτομο, που έχει αποικιοποιηθεί από τον μύθο του καινούριου και από το σύστημα των αντικειμένων. Δύσκολα το γνωρίζει ή το παραδέχεται, ωστόσο είναι ο προνομιακός στόχος και το πρώτο θύμα των υποσυνείδητων μηνυμάτων. Ο όρος αναφέρεται σε αισθητηριακά ερεθίσματα —οπτικά ή ακουστικά— που χρησιμοποιούνται στη μουσική, στις ταινίες και στη διαφήμιση και φτάνουν κάτω από το συνειδητό «κατώφλι» (sub limen) του εγκεφαλικού φλοιού. Ο εγκέφαλος καταγράφει αυτές τις πληροφορίες, οι οποίες επηρεάζουν σκέψεις ή συμπεριφορές χωρίς το άτομο να το αντιλαμβάνεται. Ο Vance Packard αποκάλυψε τον μηχανισμό στο I persuasori occulti: «Δεν αγοράζουμε πια πορτοκάλια, αλλά ζωτικότητα. Δεν αγοράζουμε αυτοκίνητα, αλλά κύρος. Με τη βότκα και το ουίσκι δεν αγοράζουμε οινόπνευμα, αλλά εγκαρδιότητα, δεσμούς, ζεστασιά, ασφάλεια. Το βιβλίο με τις περισσότερες πωλήσεις του μήνα μάς εξασφαλίζει με λίγα χρήματα καλλιέργεια και τον εξαιρετικά ευπρόσδεκτο φθόνο των λιγότερο διανοούμενων γειτόνων μας» [240].

Οι πιο ευάλωτοι μετατρέπουν τις αγορές σε λόγο ύπαρξης και αγοράζουν οποιοδήποτε αντικείμενο, μέχρι να φτάσουν στην υπερχρέωση, στη διαταραχή της συμπεριφοράς, στην εξάρτηση. Οι καθοδηγητές της πειθούς δεν είναι πια κρυφοί, αλλά δυστυχώς είναι ασύγκριτα ισχυρότεροι. Η μόδα, ιδιαίτερα στα ενδύματα, στις κομμώσεις, στα αξεσουάρ και στα τατουάζ, αποτελεί αποτελεσματικό στοιχείο γνωστικής χειραγώγησης, πέρα από την παρακίνηση σε άχρηστες αγορές. Η μόδα δεν εξαντλεί το ζήτημα της ωνιομανίας, στην οποία επιδρά έντονα η «επιθυμία της επιθυμίας», ενισχυμένη από μια κοινωνική οργάνωση όπου τα εμπορικά κέντρα, από μη τόποι, έχουν μετατραπεί σε καθησυχαστικά, φιλόξενα περιβάλλοντα, ζεστά τον χειμώνα και δροσερά το καλοκαίρι. Όχι όμως σε χώρους συνάντησης ή συντροφικότητας, αφού ο τέλειος καταναλωτής —που έχει δρομολογηθεί προς την εξάρτηση— έχει μία και μοναδική συντρόφισσα: την παρόρμηση για αγορά.

Ένας ολόκληρος κλάδος του marketing και της ψυχολογίας που συνδέεται με αυτό αφιερώνεται στη μελέτη της ψυχικής διάθεσης που παρακινεί περισσότερο στις αγορές, των καταλληλότερων χρωμάτων στους εμπορικούς χώρους, της μουσικής που μπορεί να ευνοήσει την κίνηση να αρπάξει κανείς ένα προϊόν. Η συνενοχή πολλών επιστημών με το σύστημα των εξαρτήσεων αποτελεί κηλίδα για τον ελεύθερο πολιτισμό. Η χειραγώγηση των συναισθημάτων που οδηγούν στην αγορά αρχίζει από την αναζήτηση της κατάστασης που προτιμά ο καθένας. Οι αγχώδεις λαχταρούν τη γαλήνη, οι πλήττοντες τη διέγερση. Οι ειδικοί γνωρίζουν καλά ότι η ουδέτερη διάθεση είναι η λιγότερο κατάλληλη για αγορές. Λειτουργούν καλύτερα η θετική και η αρνητική διάθεση. Η πρώτη για να παραταθεί, η δεύτερη επειδή απαιτεί μια ικανοποιητική αντιστάθμιση. Η ψυχολογία του καταναλωτή έχει εισαγάγει ορισμένες ειδικές παραμέτρους: usability —ο βαθμός στον οποίο ένα προϊόν είναι επιθυμητό με ηδονιστικούς όρους· utility —ευχαρίστηση κατά τη χρήση· effect intensity —ένταση της αντίδρασης στο διαφημιστικό ερέθισμα [241]. Νέες επιστήμες που έχουν σκοπό να φυλακίσουν μέσα στο δίχτυ των εξαρτήσεων.

Απλοποιώντας στο έπακρο, ο στόχος είναι να χορηγηθεί μεγάλος αριθμός ενδιαφερόντων ερεθισμάτων, ώστε να κουραστεί ο προμετωπιαίος φλοιός του εγκεφάλου και κατόπιν «να κατακλυστεί από έναν καταιγισμό δεδομένων, συνθημάτων, δογμάτων ή επιχειρημάτων, τα οποία —ήδη κουρασμένος— δεν θα μπορεί πλέον να αναλύσει και να αποδομήσει. Ο έλεγχος του εγκεφάλου θα περάσει στα μεταιχμιακά κυκλώματα, που είναι πιο πρωτόγονα και συναισθηματικά, επομένως πιο ευάλωτα στην υποβολή και απροστάτευτα» [242]. Ο μηχανισμός είναι εγκληματικός και η μόνη άμυνα είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεχόμαστε επίθεση, ότι είμαστε στόχοι ενός γνωστικού πολέμου. Στη χειραγώγηση μπορούμε να αντισταθούμε μόνο αν την αναγνωρίσουμε. Η επίθεση στο ασυνείδητο —μια πράξη δειλή— αρχίζει από το ψέμα στο οποίο μας συνηθίζουν: ο καταναλωτής είναι οξυδερκής, ανεξάρτητος και συνειδητοποιημένος, επαναλαμβάνουν, ενώ εργάζονται για να αποδομήσουν την ελεύθερη βούληση και την ορθολογικότητα. Μας κατακτούν μέσω παράλογων υποβολών, χειραγώγησης των συμβόλων, διέγερσης και εκμετάλλευσης των ψυχικών διαθέσεων, ασφαλώς όχι χάρη στην ποιότητα ή τη χρησιμότητα των προϊόντων. Το αποκορύφωμα της παραποίησης είναι η λογική του εμπορικού σήματος: αγοράζουμε ακριβά και επιδεικνύουμε προϊόντα συχνά μέτρια, αποκλειστικά και μόνο χάρη σε μια ετικέτα. Ανασφάλεια, απουσία προσωπικής ταυτότητας, θέληση συμμόρφωσης προς τα επιβεβλημένα πρότυπα, ασυγκράτητη επιθυμία για τη φευγαλέα στιγμή του έχειν, μέσω της αγοράς. Homo sapiens;

§ 3. Διατροφικές διαταραχές· εξάρτηση από φάρμακα: οι κατά φαντασίαν υγιείς

Σημειώσεις:

235 S. Latouche (1940), Γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος. Θεωρητικός της αποανάπτυξης και της λιτότητας. Trattato sulla decrescita felice. Usa e getta, le follie dell’obsolescenza programmata. L’invenzione dell’economia.
236 Η διάκριση μεταξύ αγαθών και εμπορευμάτων διατυπώθηκε θεωρητικά από τον Ιταλό δοκιμιογράφο Maurizio Pallante (1947).
237 G. Agamben, στο www.quodlibet.it/giorgio-agamben-il-complice.e-il-sovrano.
238 A. Huxley, Ritorno al mondo nuovo, Arnoldo Mondadori Editore, 1961. Ό.π.
239 Η έννοια του μεταβατικού αντικειμένου εισήχθη από τον ψυχολόγο Dennis W. Winnicott (1896–1971). Δηλώνει ένα υλικό αντικείμενο που παρέχει ψυχολογική παρηγοριά στο παιδί, υποκαθιστώντας τον συμβιωτικό δεσμό γονέα και παιδιού.
240 V. Packard, I persuasori occulti, Einaudi, 2015. Ό.π.
241 M. Della Luna – P. Cioni, Neuroschiavi, Macro Edizioni, 2009, σσ. 155–156.
242 Στο ίδιο, σ. 196.

Η ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ, Η ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΟΠΩΣ Ο ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΣ ΛΟΓΙΣΜΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΑΝ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟΔΕΚΤΟΣ ΓΕΝΝΑ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΔΗΛ. ΑΠΩΘΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. 
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΚΑΝΤ. ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΟΤΙ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ  ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ, ΠΟΥ ΤΟΣΟ ΑΠΩΘΕΙΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΛΕΞΗ -ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ- ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ.

Giorgio Agamben
Πολιτικές εκλογές ή δημοσκοπήσεις;


Το ότι αυτό που συνεχίζουμε να αποκαλούμε δημοκρατία έχει χάσει το νόημά του αποδεικνύεται από την αδιάκριτη χρήση των δημοσκοπήσεων, οι οποίες αποκαλύπτουν το πλέον προφανές γεγονός ότι οι εκλογές είναι απλώς μια έρευνα γνώμης και όχι η έκφραση πολιτικής βούλησης. Οι δημοσκοπήσεις, καταδεικνύοντας καθημερινά την αριθμητική δύναμη των κομμάτων μέσω των διακυμάνσεων στις απόψεις των ερωτηθέντων, δημιουργούν ένα είδος συνεχούς εκλογής, ανεξέλεγκτης από οποιονδήποτε και ως εκ τούτου μπορούν, όπως πράγματι συμβαίνει, να χειραγωγηθούν για να επηρεάσουν τη γνώμη που υποτίθεται ότι εκφράζουν. Ονομάζουμε δημοκρατία μια διακυβέρνηση της κοινής γνώμης - δηλαδή, κάτι πολιτικά εντελώς ασυνεπές, που δεν έχει άλλη πραγματικότητα από τις δημοσκοπήσεις, οι οποίες, τη στιγμή που φαίνεται να την καταγράφουν, την δημιουργούν, την αλλοιώνουν και την χειραγωγούν αδιάκοπα. Η διαδικασία με την οποία η «γενική βούληση» του Ρουσσώ, η οποία δεν μπορεί να μετρηθεί, έχει σταδιακά μετατραπεί σε κοινή γνώμη, η οποία είναι απλώς ζήτημα αριθμών, καθορίζει το πεπρωμένο των δυτικών δημοκρατιών.

Βρισκόμαστε στην εποχή των ταραχών του τίποτα

Martino Mora - 03/11/2026

Βρισκόμαστε στην εποχή των ταραχών του τίποτα


Πηγή: Μαρτίνο Μόρα

Η μισή Δυτική Ευρώπη, από το Παρίσι μέχρι το Μιλάνο και τη Βαρκελώνη, έχει καταστραφεί από τους Maranza και τις φοιτητικές εξεγέρσεις (κυρίως τους Maranza).
Καμία από αυτές δεν είναι ούτε θα είναι επανάσταση, με τη συμβατική έννοια του όρου. Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να τις κάνει.
Επειδή δεν είναι πλέον ικανή να αναπτύξει νέα συλλογικά έργα.
Οι Maranza, στην πραγματικότητα, ξέρουν μόνο πώς να καταστρέφουν και να λεηλατούν, συνδυάζοντας τη μηδενιστική παρόρμηση με τον βανδαλισμό και τον χουλιγκανισμό και την υλιστική παρόρμηση με την υπερτροφική κατανάλωση πολυτελών αγαθών μέσω λεηλασίας, ακολουθώντας τις υποκινήσεις των βρώμικων αρχηγών τους που επιτίθενται και παγιδεύουν το οργιαστικό-εμπορικό σύστημα.

Ένα συλλογικό έργο (είτε κομμουνιστικό, εθνικιστικό είτε δημοκρατικό) είναι πλέον αδύνατο.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το όνειρο της Παδανίας του Μπόσι* απέτυχε. Είχε περάσει η εποχή του.
Μια κοινωνία ηλικιωμένων δεν κάνει πλέον πολιτικές επαναστάσεις.
Και ούτε μπορεί μια κοινωνία ατόμων, που δεν ενώνεται πλέον από τίποτα, ούτε από τη θρησκεία, πόσο μάλλον από κανένα συλλογικό έργο.
Και ακόμη λιγότερο μπορεί μια κοινωνία με λίγους νέους, επιπλέον έκπληκτη από τα ναρκωτικά, την πορνογραφία και τα κινητά τηλέφωνα.

Η εποχή των πολιτικών επαναστάσεων (που δεν πρέπει να συγχέεται με την Επανάσταση ή την Ανατροπή, μια διαδικασία αιώνων που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, της οποίας οι επαναστάσεις ήταν μόνο μία πτυχή, αν και η πιο ορατή) έχει πλέον τελειώσει για πάντα.
Όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός.
Η εποχή της πλουτοκρατίας και του ατομικιστικού μηδενισμού δεν επιτρέπει πλέον συλλογικά έργα.

Όπως γράφει ο ιστορικός και δημογράφος Εμμάνουελ Τοντ, οι μεγάλες επαναστάσεις, για να λάβουν μορφή, χρειάζονταν παραδόξως την παρουσία της χριστιανικής θρησκείας, την οποία οι ίδιες αμφισβητούσαν ή καταδίωκαν και της οποίας αποτελούσαν μια διεστραμμένη μίμηση, εντελώς πολιτική και εντελώς έμφυτη.
Τώρα που ζούμε σε μια μεταχριστιανική κοινωνία, δεν υπάρχει πλέον καμία θρησκευτική ενέργεια μετατρέψιμη σε έμφυτους στόχους, ούτε κανένας κοινωνικός δεσμός μεταξύ των ανθρώπων.

Η δημοκρατική πλουτοκρατία, ως ένα σύνολο ατόμων ελεύθερα να αυταπατώνται πιστεύοντας ότι μπορούν να πραγματοποιήσουν τον εαυτό τους ακόμη και υποβαθμίζοντας τον εαυτό τους, να επιδιώκουν αποκλειστικά τα δικά τους υλικά συμφέροντα και τις ακόρεστες επιθυμίες, που συχνά αποκαλούνται δικαιώματα, δεν είναι ουτοπία αλλά δυστοπία.
Δεν επιτρέπει την κατασκευή κανενός κοινοτικού μοντέλου κοινωνίας και έτσι πνίγεται σε μηδενιστική αποστασία χωρίς την ανάδυση συλλογικών σχεδίων κοινωνικής ανανέωσης.

Η εποχή των επαναστάσεων έχει τελειώσει.
Βρισκόμαστε στην εποχή των εξεγέρσεων Maranza. Δηλαδή, της ανυπαρξίας.


* Το «όνειρο της Παδανίας» αναφέρεται στην πολιτική επιδίωξη του Ουμπέρτο Μπόσι (Umberto Bossi), ιδρυτή του ιταλικού κόμματος Λέγκα του Βορρά (Lega Nord), να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο ή ευρέως αυτονομημένο κράτος στον πλούσιο βιομηχανικό βορρά της Ιταλίας. Ο όρος Παδανία (Padania) προέρχεται από τον ποταμό Πάδο (Po) και χρησιμοποιήθηκε από τον Μπόσι τη δεκαετία του 1990 για να περιγράψει τις βόρειες ιταλικές περιφέρειες (όπως η Λομβαρδία, το Βένετο και το Πεδεμόντιο), τις οποίες θεωρούσε πολιτισμικά και οικονομικά διακριτές από την υπόλοιπη Ιταλία. Ο Μπόσι κεφαλαιοποίησε την οργή των κατοίκων του Βορρά, οι οποίοι ένιωθαν ότι οι υψηλοί φόροι τους κατέληγαν στη διαφθορά της Ρώμης («Roma ladrona» - Ρώμη η κλέφτρα) και στην οικονομική στήριξη του λιγότερο αναπτυγμένου ιταλικού Νότου. Για να στηριχθεί το εγχείρημα, επιστρατεύτηκαν θεωρίες περί «κελτικής» καταγωγής των βορειοϊταλών, σε αντίθεση με τη μεσογειακή ταυτότητα των νοτίων. Με την πάροδο των ετών, η στρατηγική της Λέγκας μετατοπίστηκε. Η πλήρης απόσχιση αποδείχθηκε ανέφικτη και στερούταν ευρύτερης διεθνούς ή νομικής βάσης. Το κόμμα στράφηκε αρχικά προς το αίτημα του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίησης) και της οικονομικής αυτονομίας εντός του ιταλικού κράτους, συμμετέχοντας σε κυβερνητικούς συνασπισμούς με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Σήμερα, υπό την ηγεσία του Ματέο Σαλβίνι, η Λέγκα έχει μετατραπεί από ένα τοπικιστικό, αυτονομιστικό κίνημα του Βορρά σε ένα εθνικό, δεξιό-λαϊκιστικό κόμμα με κεντρικό σύνθημα «Πρώτα οι Ιταλοί». Το «όνειρο της Παδανίας» του Μπόσι έχει εγκαταλειφθεί οριστικά στην πράξη, παραμένοντας απλώς ένα ιδεολογικό αποτύπωμα στην ιστορία της σύγχρονης ιταλικής πολιτικής σκηνής.

Τα Βαλκάνια: Μια πυριτιδαποθήκη στα σύνορα της Ιταλίας

 Salvo Ardizzone

Τα Βαλκάνια: Μια πυριτιδαποθήκη στα σύνορα της Ιταλίας


Πηγή: Italicum

Η τραγωδία της συντριβής του CH-47 στη Βοσνία επανέφερε την προσοχή στην πρώην Γιουγκοσλαβία, μια ανεπίλυτη μαύρη τρύπα στα σύνορα της Ιταλίας, στην οποία οι διαδοχικές κυβερνήσεις στη Ρώμη διοχέτευαν πόρους επί δεκαετίες χωρίς ποτέ να καθορίσουν μια στρατηγική. Μια σειρά από κρίσεις συσσωρεύονται χωρίς κανείς να ασχοληθεί σοβαρά με το ζήτημα.

Η πρόσφατη καταδίκη του πρώην προέδρου του Κοσσυφοπεδίου Χασίμ Τάτσι για εγκλήματα πολέμου από το Δικαστήριο της Χάγης άνοιξε ξανά πληγές που δεν έχουν επουλωθεί ποτέ: το Κοσσυφοπέδιο το είδε ως προσβολή, η Σερβία ως επιβεβαίωση ότι είχε υποστεί μια αδικία και τον ακρωτηριασμό του εθνικού της εδάφους, ενώ η Κροατία με ανησυχία ότι θα μπορούσε να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για τις ενέργειές της στη Βοσνία κατά τη διάρκεια του πολέμου, ιδίως τις μεθόδους της αμφιλεγόμενης επιχείρησης «Καταιγίδα». Ήταν ένας πυροκροτητής που έφερε στο προσκήνιο προηγουμένως ανεπίλυτες εντάσεις και αντιπαλότητες, επιβεβαιώνοντας ότι σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη, η ιστορία παραμένει ακίνητη (η Ιστορία δεν γίνεται ποτέ παρελθόν) και ότι η σταθερότητα είναι τόσο φαινομενική όσο και ψευδής, επειδή στηρίζεται από παγωμένες συγκρούσεις έτοιμες  να αναζωπυρωθούν και να εκραγούν ξανά.

Αυτό που ξεχωρίζει και προκαλεί περισσότερο εντύπωση, περισσότερο από την έλλειψη κατανόησης, είναι η απόρριψη και η η απώθηση μιας κατάστασης που διαρκώς επιδεινώνεται, με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα να ανταγωνίζονται, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες, όπως συνήθως, αναλώνονται σε άκαρπα διπλωματικά μινουέτα (γαλλικοί αριστοκρατικοί χοροί του 17ου και 18ου αιώνα - σημειώση: ο συγγραφέας ειρωνεύεται τις άκαρπες, τελετουργικές διπλωματικές κινήσεις των Ευρωπαίων). Για να απλοποιήσουμε - πολύ απλά - μια πολύπλοκη εικόνα, η σκηνή περιστρέφεται γύρω από τη Σερβία, με την προβολή της ταυτότητάς της στο Μαυροβούνιο και τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (Republika Srpska), η οποία έχει ρωσικά συμφέροντα από πίσω της. Αυτό ανεξάρτητα από τις τελευταίες εκλογικές εξελίξεις, που σημαδεύτηκαν από την ήττα του πρώην προέδρου Βούτσιτς και του μπλοκ εξουσίας του. Αυτό αντισταθμίζεται από έναν κροατικό άξονα, ο οποίος ανταγωνίζεται τη Σερβία για επιρροή στα Βαλκάνια και την Αδριατική, λειτουργώντας ως πιόνι των Ηνωμένων Πολιτειών και της ΕΕ. Και για να δώσει στον εαυτό της βάρος, η Κροατία έχει υπογράψει μια στρατιωτική συμμαχία με την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο, την οποία χειροκρότησε το ΝΑΤΟ, για να ανταγωνιστεί το Βελιγράδι για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και να μπλοκάρει την πορεία της προς το Κοσσυφοπέδιο, τα δύο μεγαλύτερα κέντρα αστάθειας στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Το Κοσσυφοπέδιο είναι δημιούργημα της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών. Παρά την επίσημη αφήγηση, είναι η φτωχότερη περιοχή της Ευρώπης, παρουσιάζει όμως εξαιρετικά μεγάλη συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων και αγαθών πολυτελείας. Αυτή η αντίφαση αποκαλύπτει μια οικονομία που είναι υποτιμητική, μια οντότητα στα χέρια εγκληματικών δικτύων που την έχουν μετατρέψει σε δική τους Τορτούγκα. Αλλά αντί να διατηρούν χαμηλό προφίλ, για να διατηρήσουν ευρεία λαϊκή υποστήριξη, από το 2022 οι κυβερνήσεις του έχουν εκμεταλλευτεί τον εθνικισμό, αναλαμβάνοντας μια σειρά μονομερών ενεργειών που έχουν προκαλέσει μια ασαφή κλιμάκωση με τη Σερβία. Αυτό έχει θέσει την ηγεσία του Κοσσυφοπεδίου σε τροχιά σύγκρουσης με το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τους συνεργάτες τους, οι οποίοι ενδιαφέρονται αντίθετα για την αποκλιμάκωση της κρίσης . Έτσι, έχει αποδειχθεί ένας ανεξέλεγκτος αποσταθεροποιητικός παράγοντας στα μάτια των δικών της προστάτων. Και, ένα ασυγχώρητο λάθος, δεν έχει λάβει υπόψη τη Ρωσία και την Κίνα.

Η Μόσχα είναι βασικός παράγοντας στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου: το 2008, η μονομερής αναγνώριση της ανεξαρτησίας της πρώην σερβικής επαρχίας από τη Δύση ήταν πράγματι ένα χαστούκι στο πρόσωπο της Ρωσίας, αλλά έθεσε επίσης ένα προηγούμενο που αργότερα χρησιμοποίησε στη Γεωργία την ίδια χρονιά, στην Κριμαία το 2014 και στη συνέχεια στο Ντονμπάς. Αν η Δύση μπορούσε να επέμβει στρατιωτικά και να αναγνωρίσει ένα κράτος που δημιουργήθηκε με βία ενάντια στις συμβουλές του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τότε θα μπορούσε και η Μόσχα. Επομένως, οποιαδήποτε οριστική λύση στην κρίση (αν υποθέσουμε ότι είναι δυνατή) θα πρέπει να περιλαμβάνει τους Ρώσους, με κάποιο κόστος. Για να μην αναφέρουμε τους Κινέζους.

Το Πεκίνο θεωρεί το Κοσσυφοπέδιο σύμβολο αυτού που δεν θέλει: μια αποσχιστική οντότητα μονομερώς αναγνωρισμένη από τη Δύση, μεταφερμένη στη Θάλασσα της Κίνας, δηλαδή την Ταϊβάν. Ως εκ τούτου, η Κίνα θα αντιταχθεί στην επισημοποίηση της ανεξαρτησίας με κάθε βέτο και κάθε μέσο, ​​εκτός εάν υπάρξει μια αντιστάθμιση ασφαλείας μεταξύ των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ασίας. Στην πραγματικότητα, δεδομένων των εντελώς διαφορετικών διακυβευμάτων μεταξύ Ταϊβάν και Κοσσυφοπεδίου, αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί.

Η κατάσταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι χειρότερη, μια συμβολική αποτυχία μιας προσπάθειας επιβολής εξωτερικής σταθεροποίησης στα εδάφη. Οι Συμφωνίες του Ντέιτον πάγωσαν μια σύγκρουση χωρίς να αντιμετωπίσουν καμία από τις αιτίες της, δημιουργώντας το εκτόπλασμα ενός κράτους καταδικασμένου στην καλύτερη περίπτωση σε παράλυση, πολύ πιο πιθανό σε μια νέα σύγκρουση. Αυτό επιδεινώνεται από το γεγονός ότι η περιοχή είναι ο στρατηγικός κόμβος από τον οποίο ελέγχονται οι γύρω περιοχές, η πρόσβαση στη θάλασσα και η Δαλματία. Επομένως, χωρίς τη σταθερότητά της, δεν υπάρχει σταθερότητα για τους άλλους. Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί σε ένα μπλοκαρισμένο σύστημα, διαιρεμένο μεταξύ τριών πληθυσμών (Σέρβων, Κροατών και Βοσνίων), με τρεις ξεχωριστούς πολιτισμούς και θρησκείες, κατακερματισμένο μεταξύ δύο βίαια ομόσπονδων κρατών και δέκα καντόνων. Επομένως, σήμερα η Βοσνία είναι ένα προτεκτοράτο που εξαρτάται από μια αόριστη διεθνή αρχή, η οποία δεν υπάρχει πλέον στο νέο παγκόσμιο πλαίσιο.

Η Συνθήκη του Ντέιτον πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί από την αρχή, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα και, για μια φορά, την πραγματική αυτοδιάθεση των λαών. Είναι κρίμα που είναι μια διεθνής συνθήκη και, ως τέτοια, απαιτεί την έγκριση της Ρωσίας, η οποία υπέγραψε αυτές τις συμφωνίες. Υπάρχει λοιπόν ένα παράδοξο: για να σωθεί η περιοχή από την κατάρρευση, μια συνθήκη που έχει σχεδιαστεί για να κρατήσει τη Ρωσία έξω πρέπει να ξαναγραφτεί. Αλλά για να ξαναγραφτεί, η Ρωσία πρέπει να συμφωνήσει, δηλαδή να αποδεχτεί την επιρροή της στην περιοχή. Τουλάχιστον, πρέπει να έχει ισχυρά αντεπιχειρήματα σε άλλα ανοιχτά ζητήματα, ειδικά στην Ουκρανία.


Αν σε αυτούς τους δύο κύριους παράγοντες της κρίσης - το Κόσοβο και τη Βοσνία - προσθέσουμε την αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ του πρωθυπουργού του Κοσσυφοπεδίου, Άλμπιν Κούρτι, και του Αλβανού ομολόγου του, Έντι Ράμα, για τον έλεγχο αυτής της εθνοτικής ομάδας στα Βαλκάνια, με ένα κρυφό σχέδιο για μια Μεγάλη Αλβανία· τις δυσκολίες της πΓΔΜ με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τώρα με την ταραγμένη αλβανική μειονότητα· το Μαυροβούνιο διχασμένο μεταξύ Σερβίας και Κροατίας· τη Σλοβενία ​​διχασμένη μεταξύ Μόσχας και Δύσης και με τις αυξανόμενες συγκρούσεις με την Κροατία σχετικά με την οριοθέτηση της πρόσβασής της στη θάλασσα, έχουμε μια πυριτιδαποθήκη στα σύνορα της Ιταλίας. Όπως έχουν τα πράγματα, το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε, θα εκραγεί.

Το θέμα είναι ότι, παρά το γεγονός ότι τα Βαλκάνια αποτελούν το κύριο θέατρο ανάπτυξης ιταλικών στρατιωτικών πόρων και αποσπασμάτων για τριάντα πέντε χρόνια, η Ιταλία δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποια στρατηγική θα υιοθετήσει πέρα ​​από τη δέσμευσή της στα αμφίβολα έργα άλλων. Είναι γεγονός ότι η οικονομία δεν επαρκεί εκεί. Εκτός από τις σαφείς ιδέες για τα εθνικά συμφέροντα που πρέπει να επιδιωχθούν (που προς το παρόν απουσιάζει) , χρειάζεται ένα όραμα, όπως αυτό που παρέχουν οι Τούρκοι εκεί. ή μια ρεαλιστική προσέγγιση που να εξυπηρετεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα, όπως αυτό που εφαρμόζεται στα Βαλκάνια από τους Κινέζους. ή να χτυπήσει μια χορδή με μια αφήγηση, όπως κάνουν οι Ρώσοι. Η Ιταλία δεν προσφέρει τίποτα από αυτά και φαίνεται να περιμένει να πάνε όλα χαμένα. στην καλύτερη περίπτωση, απολύτως στην καλύτερη περίπτωση, να μείνει απέξω επιλέγοντας να μην επιλέξει, επιλέγοντας να μην έχει καμία στρατηγική.

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΗΤΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

                            Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


"Η ιστορική αλήθεια απέναντι στους σύγχρονους μύθους των εθνομηδενιστών"
"Το εκχριστιανισθέν Ρωμαϊκό κράτος του Ελληνικού έθνους"
~Ernst Heisenberg για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας (Γερμανός βυζαντινόλογος του περασμένου αιώνα)~

Σε μια εποχή που η ιστορική ταυτότητα αμφισβητείται ή αναπλάθεται με ιδεολογικά φίλτρα, επανέρχεται συχνά ο ισχυρισμός ότι το Βυζάντιο υπήρξε εχθρικό προς την ελληνική παράδοση ή ότι αποτέλεσε ένα "ξένο σώμα" στην ιστορία της Ελλάδας. Τέτοιες απόψεις συνήθως εκκινούν από νεοπαγανιστικούς και κατ'εξοχήν αντιθρησκευτικούς κύκλους, είτε αγνοώντας (επιτηδευμένα, εννοείται για να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς σκοπούς) είτε μην γνωρίζοντας καν τη σύνθετη πραγματικότητα του Βυζαντίου. Μιας αυτοκρατορίας ρωμαϊκής θεσμικά, χριστιανικής θεολογικά και βαθύτατα ελληνικής γλωσσικά, πολιτισμικά και φιλοσοφικά. Στην ουσία, το Βυζάντιο είναι η Ελλάδα του Μεσαίωνα και η άρνηση αυτής της συνέχειας δεν στηρίζεται στην ιστορική έρευνα, αλλά σε ιδεολογικά κατασκευάσματα.


Η ΡΩΜΗ ΚΑΤΑΚΤΗΘΗΚΕ ΠΟΛΥ ΓΡΗΓΟΡΑ. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΕΦΥΓΑΝ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΝ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΑΛΛΑ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΥΠΕΡΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΛΑΟ  ΨΕΥΤΟΜΥΗΜΕΝΟ ΣΤΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΑΛΑ. ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΛΑΒΕΙ ΤΟΥΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ.  Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ. ΓΙ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ. ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Το πολωνικό πραξικόπημα είναι το λάθος βήμα της ΕΕ


Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Πολωνία βρίσκεται σε εξέλιξη πραξικόπημα: σύμφωνα με το Σύνταγμα και ακόμη και τους κοινούς νόμους, η κυβέρνηση δεν μπορεί να απορρίψει το Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως έχει επιχειρήσει να κάνει. Στην πραγματικότητα, η διαμάχη για τους πολιτικά διορισμένους δικαστές του Δικαστηρίου συνεχίζεται εδώ και αρκετό καιρό, αλλά μέχρι τώρα, ο Πρωθυπουργός Τουσκ δεν είχε ποτέ προωθήσει το ζήτημα των δικαστών. Μάλιστα, φαινόταν να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να το επιλύσει. Επομένως, το ερώτημα είναι γιατί, πέρα ​​από την επίσημη επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας στη Σενεγάλη, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, χάρη και στα λόγια του Τουσκ, ο οποίος τελικά κατάφερε να θέσει το ζήτημα του Πούτιν και των φερόμενων ως bots του. Αλλά αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι καινούργιο. Η Ευρώπη μπορεί να είναι κυνική και παιδαριώδης, και σε αυτή την περίπτωση σαφώς είχε το χεράκι της στο θέμα, αποδεσμεύοντας κεφάλαια που είχαν προηγουμένως παγώσει λόγω του ζητήματος της δικαιοσύνης. Εν τω μεταξύ, η αιώνια φον ντερ Λάιεν μίλησε για ένα νέο κεφάλαιο για την Πολωνία, αναφερόμενη στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι το πολωνικό Σύνταγμα υπερισχύει της νομοθεσίας της ΕΕ. Απόλυτο δηλητήριο για τις Βρυξέλλες.

Κι όμως, η Ρωσία εμπλέκεται πλήρως σε αυτή την τρομακτική υπόθεση. Αν όλη αυτή η ευρω-πολωνική λάσπη έρχεται τώρα στο φως, είναι επειδή υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια στην Πολωνία για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τον ρόλο της Βαρσοβίας στην πρώτη γραμμή εναντίον της Μόσχας. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τελευταία, συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων για διάλογο στη Νορβηγία και τη Φινλανδία, των εξεγέρσεων που προκαλούνται έμμεσα από την ανάγκη εφοδιασμού του Κιέβου με δισεκατομμύρια και όπλα, και του γεγονότος ότι ακόμη και η πολωνική στρατιωτική ηγεσία δεν φαίνεται να συμφωνεί απόλυτα με αυτή την επιθετικότητα με κάθε κόστος. Είναι σαφές ότι αν χαθεί ο ρόλος της Πολωνίας, ολόκληρη η δομή κινδυνεύει να καταρρεύσει. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕ έχει καταβάλει σημαντικές αντιδημοκρατικές προσπάθειες σε όλες τις γειτονικές χώρες της Ρωσίας, τις ίδιες χώρες μέσω των οποίων διέρχονται όπλα προς το Κίεβο, τη Ρουμανία και τώρα την Πολωνία, για να μην αναφέρουμε την Ουγγαρία. Η ανάγκη το ευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον να συνεχίσει τον πόλεμο χρησιμοποιώντας την Ουκρανία είναι επιτακτική: μια ρωσική νίκη, ειδικά μια που θα επικυρωθεί απουσία των Ευρωπαίων, θα ήταν το οριστικό τέλος της. Και έτσι επιδιώκει πάση θυσία να διατηρήσει το μέλλον της, τα πιθανά μέλλοντά της, και να αποτρέψει τις αντιπολεμικές δυνάμεις από το να αποκτήσουν τον έλεγχο της πολιτικής σκηνής. Αυτό χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι οι Βρυξέλλες θέλουν πάση θυσία την είσοδο της Πολωνίας στην ευρωζώνη για να διαχειριστούν τα αποθέματά της σε χρυσό, τα οποία ανέρχονται σε 90 δισεκατομμύρια ευρώ - το ίδιο ποσό που η ΕΕ αποφάσισε να διαθέσει στο Κίεβο. Μπορεί σίγουρα να είναι σύμπτωση, αλλά για την πολωνική οικονομία, η οποία ευδοκιμεί ακριβώς από τη διαφορά μεταξύ του ζλότι και του ευρώ, θα ήταν καταστροφή, όπως έχει ήδη συμβεί για πολλές χώρες στην ήπειρο.

Ναι, είναι πράγματι ένα ανοιχτά αντιδραστικό σχέδιο, που επιδιώκεται με τον χειρισμό της δημοκρατίας και όλων των άλλων καθαρά ονομαστικών αξιών που διαφημίζονται ρητορικά. Αλλά πίσω από το θέατρο των ωραίων λόγων, αναδύεται ξεκάθαρα το περίγραμμα των κυρίαρχων ολιγαρχιών και των συμφερόντων τους. Αυτή η ΕΕ είναι πλέον μια χαμένη υπόθεση, ένας διφορούμενος μηχανισμός ανήθικης κυριαρχίας. Αυτό είναι τόσο σαφές που ακόμη και στην αριστερά, η ιδέα της ύπαρξης μέσα σε μια οπισθοδρομική κατασκευή κερδίζει σιγά σιγά έδαφος, ακόμη και καθώς φαντασιώνονται μια διαφορετική Ευρώπη, αν και δεν είναι σαφές πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Και εδώ πρέπει να επισημάνουμε τον εντελώς αρνητικό ρόλο που έχει αναλάβει η ουτοπία: αντί να είναι ένα όραμα πέρα ​​από τον ορίζοντα που διεγείρει συγκεκριμένες βελτιώσεις, χρησιμεύει τώρα ως μια έκκληση τύπου Λεοπάρδαλης για να μην αλλάξει τίποτα. Σε κάθε περίπτωση, η πολωνική έξαψη θα μπορούσε εύκολα να εκραγεί επειδή η πλειοψηφία των Πολωνών δεν θέλει ούτε επιθετικότητα εναντίον της Ρωσίας ούτε να κυβερνάται από αυταρχικούς ηγέτες των Βρυξελλών. Και σε αυτή την περίπτωση, έχουν και τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλευρό τους. Προς το παρόν, η έγκαιρη παρέμβαση του Προέδρου Ναβρόκι έχει αποτρέψει το πραξικόπημα που είχε ήδη κινητοποιήσει δυνάμεις κατά του Τουσκ. Για την ΕΕ και τη διακυβέρνησή της, αυτό θα μπορούσε να είναι το λάθος βήμα που θα πυροδοτήσει την πτώση της.

Ιράν, ο πόλεμος γίνεται παγκόσμιος


Καθώς οι Αμερικανοί κατευθύνονται στις κάλπες, πλησιάζει η ώρα για την απειλούμενη δεύτερη επίθεση στο Ιράν, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δηλώσεις του Τραμπ. Όσον αφορά την ειρήνη, είναι ελάχιστα αξιόπιστος, αλλά όταν πρόκειται για πόλεμο, είναι σίγουρος. Εν τω μεταξύ, ενδιαφέροντα νέα έρχονται από την Τεχεράνη: το περασμένο Σάββατο, ο Μουτζτάμπα Χαμενεΐ ανακοίνωσε μια αλλαγή στο αμυντικό δόγμα του Ιράν και διέταξε τους ανώτερους διοικητές του στρατού να διασφαλίσουν ότι κάθε επίπεδο ή τύπος εχθρικής απειλής θα λάβει μια «άμεση, αποφασιστική και γεωγραφικά απεριόριστη απάντηση». Όχι μόνο αυτό, αλλά σε μια άλλη ομιλία του είπε ότι είχε διατάξει μια πλήρη ενημέρωση της βάσης δεδομένων στρατιωτικών στόχων για να διασφαλίσει ότι «όλοι οι φυσικοί και άυλοι πόροι του σιωνιστικού-αμερικανικού εχθρού θα τεθούν στη διάθεση των Ενόπλων Δυνάμεων». Έτσι, τώρα τίθεται το ερώτημα σχετικά με την έννοια των γεωγραφικά απεριόριστων και άυλων πόρων. Την Κυριακή, ένας από τους στενότερους συμβούλους του Χαμενεΐ, ο Μοχάμεντ Μόχμπερ, δήλωσε ότι το Ιράν τροποποιεί γρήγορα τις στρατηγικές στρατιωτικής αποτροπής του για να είναι σε θέση να χτυπήσει στόχους πολύ πέρα ​​από την περιοχή της Δυτικής Ασίας, σε απάντηση σε μια πιθανή νέα πράξη επιθετικότητας. Η γεωγραφία της απειλής δεν καθορίζει πλέον τη γεωγραφία της αντίδρασης: ο επαναπροσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής της αποτροπής έχει ξεπεράσει το περιφερειακό πλαίσιο και η προέλευση, το πεδίο εφαρμογής και η τοποθεσία μιας απειλής δεν επιβάλλουν πλέον κανένα όριο στους υπολογισμούς αποτροπής του Ιράν.

Πού θα μπορούσε λοιπόν να χτυπήσει το Ιράν; Από όσο γνωρίζουμε, οι πύραυλοι της Τεχεράνης θα μπορούσαν ενδεχομένως να χτυπήσουν τη βάση Ντιέγκο Γκαρσία, τις αγγλοαμερικανικές βάσεις στην Κύπρο, οι οποίες είναι απαραίτητες για την άμυνα του Ισραήλ, και σίγουρα θα μπορούσαν να φτάσουν στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο έχει γίνει κόμβος πετρελαίου και φυσικού αερίου που καταλήγει στην Ουκρανία και το Ισραήλ. Δεν είναι γνωστό αν έχουν αναπτύξει όπλα που μπορούν να χτυπήσουν περαιτέρω, απειλώντας, για παράδειγμα, ορισμένες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην Ευρώπη, όπως το Cay Kaserne στο Βισμπάντεν, ή το Bondsteel, τη μεγαλύτερη αμερικανική βάση στα Βαλκάνια, ή το Sigonella, ή ακόμα και το αρχηγείο του ΝΑΤΟ στη λεωφόρο Léopold III στις Βρυξέλλες. Και η λίστα θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει τα δύο κέντρα Aegis στην Πολωνία και τη Ρουμανία. Χωρίς να γνωρίζουμε την αυτονομία των ιρανικών εκτοξευτών, κινδυνεύουμε να ψάξουμε με δεκάδες υποθέσεις.

Τι σημαίνει όμως ο όρος «άυλα περιουσιακά στοιχεία»; Πιθανότατα αναφέρονται στα κέντρα δεδομένων των αμερικανικών πολυεθνικών στη Μέση Ανατολή και στα υποθαλάσσια καλώδια στο Στενό του Ορμούζ, μέσω των οποίων διαπερνά το διαδίκτυο. Αυτό θα ήταν ένα καταστροφικό πλήγμα για τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες είναι ήδη βαθιά χρεωμένες και για τις οποίες η καταστροφή των κέντρων δεδομένων τους θα αποτελούσε ένα δυνητικά μοιραίο οικονομικό πλήγμα. Και ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να το αγνοήσει, δεδομένου ότι ουσιαστικά θα έπρεπε να προχωρήσει σε ένα πακέτο διάσωσης αξίας τρισεκατομμυρίων. Κάποιοι εικάζουν για κάποιο είδος επιχείρησης hacking που θα μπορούσε να διαταράξει τις χρηματιστηριακές αγορές ή για μια κυβερνοεπίθεση σε μηχανήματα POS, απαραίτητα για το λιανικό εμπόριο ή ακόμα και για τα κρυπτονομίσματα, αν και σε αυτήν την περίπτωση το Ιράν θα έπρεπε να στραφεί στις δυνατότητες κβαντικής πληροφορικής της Κίνας. Με λίγα λόγια, ένα πλήγμα στο ίδιο το σύστημα ή/και στον «τρόπο ζωής», όπως αρέσκονται να λένε όσοι δεν ξέρουν τι να πουν.

Κάποιος μπορεί μόνο να κάνει εικασίες, αλλά σε κάθε περίπτωση, οι ιρανικές δηλώσεις καταδεικνύουν ξεκάθαρα την επίγνωση ότι η Τεχεράνη δέχεται επίθεση όχι μόνο από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά και από μια ευρύτερη Δύση που αρνείται να εγκαταλείψει την ικανότητά της να επιβάλλεται στους άλλους και τον έμφυτο ιμπεριαλισμό της. Εν ολίγοις, η επίθεση στο Ιράν είναι μέρος ενός παγκόσμιου πολέμου που διεξάγεται σε πολλά μέτωπα και η υποκείμενη λογική της πρέπει να σπάσει: ουσιαστικά, να πειστούν οι δυτικοί πληθυσμοί ότι είναι ασφαλείς.