Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Ο άγιος Αυγουστίνος και η νιτσεϊκή διάγνωση του μηδενισμού (2)

 

Συνέχεια από: Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Ἀνδρέα Βιτούλα

Στὰ ὅσα συνοπτικὰ παρατέθηκαν παραπάνω ἀνιχνεύονται εὐκρινῶς  οἱ προϋποθέσεις μιᾶς χριστιανικῆς μεταφυσικῆς σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἀπουσία διάκρισης οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν καθιστᾶ τὸν κόσμο ἕνα ἀντίγραφο τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ· μάλιστα οἱ αὐγουστίνειες ἐν πολλοῖς προϋποθέσεις τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη θὰ βροῦν στὴ θεία οὐσία τὸ πρῶτο ἀρχέτυπο τῶν κτισμάτων. Συνέπεια τῆς ἀντίληψης αὐτῆς ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς αὐτοαναπαράγεται μὲ κτιστὰ μέσα· ὅτι ἡ δημιουργία δὲν εἶναι ἕνα γεγονὸς ἀνάδυσης μιᾶς ριζικῆς ἑτερότητας, ποὺ ἔχει κληθεῖ νὰ μετάσχει στὴν ἄκτιστη ἑτερότητα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἕνα κτιστὸ κάτοπτρο στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς  ἀντικρύζει τὴν ἀντανάκλασή Του. Στὴν προοπτικὴ αὐτὴ δὲν φύεται καμμία δυναμικὴ κοινωνίας, παρὰ μόνον ἡ διάχυση μιᾶς ἐρημίας. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ὑποκαθίσταται ἀπὸ τὸ διανοητικὸ κατόρθωμα συγκρότησης ἑνὸς συνεποῦς καὶ θαυμαστοῦ μεταφυσικοῦ συστήματος λογικὰ προσπελάσιμου καὶ ἐλέγξιμου28. Οἱ ἀξιώσεις αὐτὲς ὅμως βρίσκονται στὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς θεολογίας, ποὺ ἐξυφαίνουν οἱ ἄκτιστοι λόγοι τῶν ὄντων· τῆς ἐμπειρίας δηλαδὴ ὅτι ἡ δημιουργία δὲν  εἶναι μία κτιστή «αὐτοαναπαραγωγή» τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μία ἠθελημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπολύτως ἀνόμοιά Του παραγωγή, ἱκανὴ νὰ μετέχει στὴ διαρκῆ δημιουργική Του κλήση πρὸς συνεχῆ πρόοδο.[ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ; ΜΗΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ; 
"Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος. καὶ ἐγένετο οὕτως.
ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτον σπόριμον σπεῖρον σπέρμα, ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς, καὶ πᾶν ξύλον, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπὸν σπέρματος σπορίμου, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν· καὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ παντὶ ἑρπετῷ ἕρποντι ἐπὶ τῆς γῆς, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ ψυχὴν ζωῆς, καὶ πάντα χόρτον χλωρὸν εἰς βρῶσιν. καὶ ἐγένετο οὕτως.
  καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη. καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς"]

Ἡ ἀπουσία λοιπὸν τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἀπὸ τὸν κόσμο καθιστᾶ  τὸν Θεὸ μία ἀφηρημένη νοητὴ πραγματικότητα. Ἂν δὲ ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν  ἡ πατερικὴ συμφωνία στὴν Ἀνατολὴ ὅτι «μήτε εἶναι ἢ γινώσκεσθαι  χωρὶς τῆς οὐσιώδους αὐτῆς ἐνεργείας τὴν οἱανδήποτε φύσιν»29, τότε  ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι παρὰ μία διανοητικὴ σκιαμαχία. Ἡ κατ’  ἐνέργειαν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ ὅμως ἀπὸ τὸν κόσμο, ὡς ἀπουσία  τῆς δυνατότητας τῆς δημιουργίας, καὶ πρώτιστα τοῦ ἀνθρώπου, νὰ  μετέχει καὶ συνεπῶς νὰ μεταμορφώνεται καὶ ἀενάως προοδευτικὰ  νὰ ἐξελίσσεται στὴ δυναμικὴ τῶν ἐνεργούμενων σχέσεων, σημαίνει  αὐτόχρημα τὴν ἀνάγκη ἐφεύρεσης τῆς ἠθικῆς, διότι μὲ τὸν τρόπο  αὐτόν: «Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παρὼν μὲ τὶς ἀπολυτρωτικὲς ἐνέργειες, ἀλλὰ τὸ δικαιικὸ καὶ ἠθικὸ θέλημά του. Ἡ καθηκοντολογία ἀναπτύσσεται  στὸ ἔπακρο»30. [Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΔΕΝ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΗ ΠΡΟΟΔΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. ΑΛΛΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΛ. ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟ ΚΑΤΑ ΔΥΝΑΜΙΝ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΙΣΘΗΤΟ ΚΟΣΜΟ. ΑΥΤΟ ΔΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΚΑΙ  ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΑΣΤΟΧΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ , ΤΟΥ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΑΤΟΣ] 

Γιὰ τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο, «νὰ ἁμαρτάνει κανεὶς σημαίνει νὰ μιλάει, νὰ ἐνεργεῖ ἢ νὰ ἐπιθυμεῖ ἀντίθετα πρὸς τὸν αἰώνιο νόμο»31. Ὁ δὲ  αἰώνιος νόμος «εἶναι ὁ θεῖος λόγος, ἢ ἡ θεία βούληση, ποὺ ἐντέλλεται τὴ διατήρηση τῆς φυσικῆς τάξεως καὶ ἀπαγορεύει τὴ διατάραξή της»32. Ἂν τὰ ὄντα, ὅπως σημειώθηκε παραπάνω, ὡς ἀντίγραφα τῶν ἰδεῶν προτύπων τῆς θείας οὐσίας μετέχουν ἀναλογικὰ στὸ θεῖο εἶναι, τὸ  ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ἐγγεγραμμένο στὴν οὐσία τους κανόνα τῆς δράσεώς τους33. Ὑπάρχουν δηλαδὴ κανονιστικὲς μορφὲς καὶ αὐτὲς προκύπτουν ἀναλογικὰ ἀπὸ τὸν αἰώνιο νόμο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ  Θεός. Οἱ θεωρήσεις αὐτές, ἰδωμένες στὸ πλαίσιο ποὺ προδιαγράφει ἡ αὐγουστίνεια ἀντίληψη περὶ πλήρους διαφθορᾶς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μετὰ τὴν πτώση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι πλέον ἀδύνατο σὲ κάποιον νὰ μὴν ἁμαρτάνει, σκιαγραφοῦν ἕνα ἠθικὸ πλαίσιο, ἐντὸς τοῦ  ὁποίου ἡ ἐλευθερία ἀσφυκτιᾶ ἕως ἐκλείψεώς της.  

Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία τῆς Ἀνατολῆς, ἡ χάρις[Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΟΥΣΙΩΝΕΙ ΤΑ ΟΝΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΙ' ΑΥΤΗΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ, ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ. Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΗ.] ὡς ἄκτιστη ἐνέργεια[ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΟΠΩΣ Ο ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΗΡΥΞΕ] οὐσιοποιεῖ καὶ ζωοποιεῖ ἐλεύθερα ὄντα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐλεύθερα νὰ μετέχουν στὸν σοφοποιὸ καὶ θεοποιὸ[ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΕΣ] χαρακτῆρα τῆς μιᾶς  ἐνέργειας-χάριτος. Στὴν αὐγουστίνεια Δύση ἡ ἀνυπαρξία τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, κατὰ τὴν ταύτισή τους μὲ τὴ θεία οὐσία, [ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΔΥΣΗ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ] νομοτελειακὰ προκαθορίζει ἐκλεκτοὺς πρὸς σωτηρία καὶ ἀπωλεσμένους πρὸς καταδίκη. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενεσιουργὸς προϋπόθεση τῆς ἠθικῆς ὡς ἀναγκαίας συμμόρφωσης πρὸς τὶς κανονιστικὲς ἀρχές, οἱ ὁποῖες ἀναλογικά, ὅπως εἰπώθηκε, προκύπτουν ἀπὸ τὸν αἰώνιο νόμο, ποὺ  ταυτίζεται μὲ τὴ θεία οὐσία. Ἐδῶ οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ τὶς συνέπειες τῆς περίφημης ἀναλογίας τοῦ ὄντος, πρώιμες ἀποχρώσεις τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζονται ἤδη στὸ Περὶ Τριάδος τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου34.  
 
Ἡ analogia entis ἀναγνωρίζει ὁμοιότητα μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου,  στοὺς ἀντίποδες τῆς ἀπόλυτης ἀνομοιότητας μεταξύ τους, ὅπως  μαρτυρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς. Πιὸ συγκεκριμένα, ὅπως  ὁ ἄνθρωπος ὡς ὂν προικισμένο μὲ γνώση λαμβάνει φυσικὸ φῶς ἀπὸ  τὸν Θεό, ἔτσι λαμβάνει καὶ ἠθικὴ συνείδηση ὡς ὑποκείμενος στὴν  ἀνάγκη τῆς δράσεως. Ὁ αἰώνιος νόμος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, στὸν ὁποῖον  ὑπόκειται τὸ κτιστό. Ὁ νόμος αὐτός, ποὺ φωτίζει τὴ συνείδηση τοῦ  ἀνθρώπου, ὅπως τὸ θεῖο φῶς τὴ διαδικασία τῆς κατανόησης, ὁρίζει τὴ  φυσικὴ τάξη καὶ ἀπαγορεύει τὴ διασάλευσή της. Ὁ φυσικὸς ἑπομένως  νόμος στὸν ἄνθρωπο ἀντλεῖ τὴ βεβαιότητά του ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι  ἕνα εἶδος μεταγραφῆς τοῦ αἰωνίου νόμου, ποὺ ὑφίσταται ἀμετάβλητος  στὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐνάρετος συμμορφούμενος μὲ τὶς ἀρετὲς καὶ τοὺς κανόνες ποὺ κατοικοῦν αἰώνια μέσα στὸν Θεό35.  

Ἡ αὐτονόμηση τοῦ νοῦ καὶ ἡ ἠθικὴ σχέση ἀνάγουν τὸν Θεὸ ἀπὸ ζῶσα  παρουσία σὲ ὑπέρτατη ἀξία. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς μεταβάλλεται σὲ ἔννοια  καὶ ἡ σχέση μαζί Του προσδιορίζεται διανοητικά, τὸ ἦθος ὡς τρόπος  ὑπάρξεως μετασχηματίζεται νομοτελειακὰ σὲ ἠθικὸ σύστημα λογικὰ  ἱεραρχημένων ὑποχρεώσεων καὶ πρακτικὰ ἐπαληθεύσιμων ἀρχῶν. Ὁ  ἱ. Αὐγουστῖνος βεβαίως δὲν παρέδωσε ἕνα σύστημα ἠθικῆς, ὅμως ὅ,τι κυοφορήθηκε στὴ σκέψη του ὑπῆρξε θεμελιώδης προϋπόθεση γιὰ τὴ γένεση καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη ἑνὸς τέτοιου συστήματος στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν. Ὅμως οἱ αὐγουστίνειες ἀρχὲς τῆς στροφῆς στὴν ἐσωτερικότητα, τοῦ δυϊσμοῦ πνεύματος-ὕλης, τῆς ἐμφατικῆς  διαίρεσης φύσεως-χάριτος, τῆς συλλογιστικῆς βεβαίωσης τῆς ὑπάρξεως ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ συνείδηση, τῶν ψυχολογικῶν ἐρεισμάτων τῆς ὀντολογίας, τοῦ χρησιμοθηρικοῦ ὀφέλους τῆς πίστεως ἀποτελοῦν τοὺς βασικοὺς ἁρμοὺς γιὰ τὴ δυτικὴ θεολογικὴ καὶ φιλοσοφικὴ σύνθεση ἑνὸς ἐξαιρετικῆς ποικιλίας μωσαϊκοῦ, ἡ ἔκταση τοῦ ὁποίου φυσικὰ δὲν ἀποκλείει καὶ τὶς πλέον ἀντικρουόμενες μεταξύ τους ἀντιλήψεις. 

Σπουδαῖος κρίκος αὐτῆς τῆς μακραίωνης πνευματικῆς ἁλυσίδας  ὑπῆρξε καὶ ὁ Νίτσε. Ἂν ἐπιλέγεται ἐδῶ ὡς ἐξέχον βλάστημα τῆς πνευματικῆς φυτουργίας τῆς Δύσεως, εἶναι διότι ἀποπειράθηκε μὲ  πρωτόγνωρη εἰδωλοκλαστικὴ σφοδρότητα νὰ ξεθεμελιώσει τοὺς ἴδιους τοὺς πυλῶνες τοῦ κόσμου ποὺ τὸν γέννησε. Συγχρόνως προέβη σὲ μία πονετικὴ διάγνωση, ποὺ κανεὶς μέχρι τότε δὲν εἶχε τολμήσει: Ὅτι οἱ στιβαρὲς ἀντηρίδες τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι πιὰ τόσο σαθρές, ποὺ πρέπει λυτρωτικὰ καὶ ἀπελευθερωτικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ σαρωθοῦν μιὰ γιὰ πάντα, ἀφοῦ τὸ πάλαι ποτὲ κλέος τους δὲν εἶναι πλέον παρὰ ἕνα δουλοποιητικὸ σκιάχτρο, παντελῶς ἀνίκανο νὰ νοηματοδοτήσει τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. 

Ὁ Νίτσε διαγιγνώσκει μὲ ἀπαράμιλλη διαύγεια τὴν ἔλευση τοῦ  μηδενισμοῦ· τῆς ριζικῆς, ὅπως δηλώνει, ἀποκήρυξης τῆς ἀξίας καὶ τοῦ  νοήματος36, «ἐπειδὴ ὁ μηδενισμὸς εἶναι ἡ ἔσχατη λογικὴ κατάληξη τῶν μεγάλων ἀξιῶν καὶ ἰδανικῶν μας»37. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅλες οἱ  ἀξίες στὶς ὁποῖες μέχρι τώρα ἐπενδύσαμε, καὶ τελικὰ μέσῳ αὐτῶν ὁ  κόσμος ἀπαξιώθηκε, ἦταν «ἀποτελέσματα καθορισμένων προοπτικῶν χρησιμότητας, ποὺ ἀποβλέπουν στὴ διατήρηση καὶ στὴν ἐνδυνάμωση  ἀνθρώπινων μορφωμάτων κυριαρχίας: καὶ ἁπλῶς προβλήθηκαν ψεύτικα στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων»38. Ἡ ἀποκαλυπτικὴ αὐτὴ διάσταση, ποὺ συντελεῖται μόλις ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει ὅτι ὁ κόσμος αὐτὸς κατασκευάσθηκε ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ψυχολογικὲς ἀνάγκες, ὁδηγεῖ στὴν τελευταία φάση τοῦ μηδενισμοῦ, πού «περικλείει τὴν ἀπουσία πίστης σὲ ἕναν μεταφυσικὸ κόσμο καὶ ἀπαγορεύει στὸν ἑαυτό της κάθε πίστη σὲ ἕναν ἀληθινὸ κόσμο»39. Ὁ Νίτσε ἀνιχνεύει τὴν αἰτία τοῦ μηδενισμοῦ στὶς κατηγορίες τοῦ λογικοῦ40, οἱ ὁποῖες δὲν σχετίζονται μὲ τὴν ἀλήθεια, παρὰ ἐφευρέθηκαν μόνο γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν  χρησιμοθηρικὰ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ σιγουριά· μόνη τους ἀλήθεια εἶναι ἡ χρησιμότητά τους, ἡ ὁποία συνιστᾶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸ βασικό του ἔνστικτο41. Ὁ ἕτερος δὲ ἑδραῖος πυλώνας τῶν δυτικῶν  συστηματοποιήσεων, ἡ ἠθική, θεωρεῖται ἀσθένεια ποὺ προκύπτει ἀπὸ  τὴν ἀνηθικότητα. Ἡ ἠθικὴ συνιστᾶ πλάνη ἐπιζήμια γιὰ τὴ ζωή, καθὼς  μὲ τὴν ὑποκρισία της ἐπιβάλλει τυραννικὰ πάνω στην πραγματικὴ  φύση ἕνα κατασκευασμένο ἐπιθυμητὸ πρότυπο42. 

Ἡ σύνδεση ἀλήθειας καὶ ἠθικῆς στὸν Νίτσε εἶναι προφανής: Αὐτὸς  ποὺ θέλει τὴν ἀλήθεια σημαίνει ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐξαπατήσει καὶ νὰ  ἐξαπατηθεῖ. Στὴν οὐσία ὅμως ἔτσι ἐπιζητᾶ ἕναν κόσμο καλύτερο, ποὺ  ἀναγκαῖα ἀντιπαρατίθεται στὸν ὑπάρχοντα. Συνεπῶς «ὅλοι οἱ λόγοι γιὰ νὰ μὴν ἐξαπατήσει εἶναι ἠθικοί […]. Θέλει ἡ ζωὴ νὰ γίνει ἐνάρετη, νὰ αὐτοδιορθωθεῖ καὶ νὰ διορθώσει τὴ φαινομενικότητα, νὰ χρησιμεύσει  ὡς διάβαση πρὸς τὸν ἄλλο κόσμο»43. Ἡ καταγγελία τῆς ἀλήθειας, τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ ὑπερβατικοῦ γίνεται στὸ ὄνομα τοῦ ἀνυπότακτου σὲ συστηματοποιήσεις καὶ δογματικοὺς νάρθηκες γίγνεσθαι. Στὴν ἀέναη ροὴ τοῦ παντὸς δὲν ὑπάρχει ὄν. Συνεπῶς ὁ Θεὸς ὡς ὄντως Ὤν, ὡς πάγια  ὑπέρτατη ἀξία, εἶναι ἀνύπαρκτος. Κάθε μεταφυσικὴ ἀπόπειρα λοιπὸν δὲν εἶναι παρὰ ἡ χρήσιμη ἐκλογίκευση τοῦ φόβου ἔναντι ἑνὸς κόσμου ποὺ δὲν προσφέρει καμμία ἀσφάλεια. «Κύριοι» εἶναι οἱ ἀτρόμητοι, ποὺ ἀπεκδύονται τοὺς προστατευτικοὺς μανδύες ἐνώπιον τοῦ ρίγους τῆς ἀβύσσου. Ἀντίθετα, τὸ ἀγελαῖο ἔνστικτο τῶν «δούλων» ὑποχρεώνει στὴ μνησίκακη ἀναδίπλωση ἐμπρὸς στὴν ἰσχύ, τὴν ἐνεργητικὴ ζωντάνια τῆς ἀκάθεκτης ζωικῆς ὁρμῆς γιὰ τὴν κατάφαση τοῦ γίγνεσθαι. 

Ἡ πυρηνικὴ στοιχείωση τοῦ δυτικοῦ τρόπου: οὐσία πραγμάτων, λογική, ἠθική, ἀξίες, χρησιμότητα, κυριαρχία, ὡς οἰκοδομήματα τῆς  ἀπαράμιλλης διανοητικῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ δυτικοῦ παραδείγματος, κατακρημνίζονται μὲ τὸν μηδενιστικὸ πάταγο τῆς ἀπουσίας νοήματος. Ἡ ἐκρίζωση τῶν μεταφυσικῶν κατακτήσεων αἰώνων, ἢ τουλάχιστον  ἡ ἀπόπειρα γιὰ κάτι τέτοιο, ἂν λάβουμε στὰ σοβαρὰ τὶς ἀντιρρήσεις  τοῦ Χάιντεγκερ γιὰ τὴν ἐμβέλεια καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα τελικὰ τῆς ἀντιμεταφυσικῆς κριτικῆς τοῦ Νίτσε, εἶναι ὁλοκληρωτική. Ὅλες οἱ συνηρημένες στὸν Αὐγουστῖνο προϋποθέσεις τῆς Δύσεως σαρώνονται ὁλοκληρωτικὰ ὡς ἡ πλάνη ποὺ ἐπιχείρησε νὰ προσδώσει ὀντολογικὰ  ἐρείσματα σταθερότητας στὸ μόνο, κατὰ Νίτσε, ἀληθινὰ ὑπαρκτό: Τὸ  ἀέναο γίγνεσθαι, τὸ ὁποῖο ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴ γενναιότητα  τῆς ἀναγνώρισής του μακριὰ ἀπὸ τὴν ἔμπλεη εἰδώλων μακιγιαρισμένη  ἐπανάπαυση καὶ αὐτοαναφορικότητα ἑνὸς ἀνύπαρκτου «Εἶναι». Γιὰ  τὸν Νίτσε ὁ τακτοποιημένος κόσμος τῶν ἀξιῶν (κατὰ τὸ αὐγουστίνειο “ut omnia sint ordinatissima”) δὲν εἶναι παρὰ μία κληρονομικὴ τρέλα τῆς ἀνθρώπινης ἔπαρσης44. Στὸ ὕστερο ἔργο τοῦ Γερμανοῦ διανοητῆ, ἡ ἑρμηνεία τῆς μεταφυσικῆς ὡς ἀνάγκης ἔναντι τῆς ὁδύνης γιὰ τὶς  ἀστάθμητες ἀλλαγὲς καὶ ἀντιθέσεις τοῦ κόσμου λαμβάνει ἠθικο-κανονιστικὴ χροιά45: «Γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ  ἀρνηθοῦμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς συνολικῆς συνείδησης τοῦ γίγνεσθαι, ἑνὸς  “Θεοῦ” […]»46. 

Ἔτσι ἡ νιτσεϊκὴ διάγνωση τῆς ἔλευσης τοῦ μηδενισμοῦ φανερώνεται  ὡς ἡρωικὴ ἀπαίτηση ἀποτίναξης κάθε μεταφυσικοῦ ἐπιθέματος στὴ  ζέουσα ὑπαρκτικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ζωή, νόημα καὶ ἐλευθερία. Ἡ αὐγουστίνεια καταγωγὴ τῆς προσπάθειας νὰ ἀνευρεθεῖ τρόπος, ὥστε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πληρότητα τοῦ κτιστοῦ στὸ ἄκτιστο, ἔλαβε χώρα ἐντὸς τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν μεγαλειῶδες ἀλλὰ  καὶ αὐτοσυντριπτικὰ τραγικό. Δεκαπέντε αἰῶνες ἀργότερα ὁ Νίτσε κατέθεσε μὲ βίαιη καὶ σπαρακτικὴ ὁρμὴ τὸ ἀποτέλεσμα: «Ὁ Θεὸς εἶναι  νεκρός! […] Κι ἐμεῖς τὸν σκοτώσαμε! Πῶς νὰ παρηγορηθοῦμε, ἐμεῖς οἱ φονιάδες τῶν φονιάδων;»47. 

Αὐτὴ ἡ ἔμπονη κραυγὴ γνώσης καὶ αὐτεπίγνωσης ἀκούγεται σπαρακτική: «Ὁ Νίτσε μοιάζει ὅτι ἀξιώθηκε νὰ ποθήσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ πεῖ τὸν πόθο του σμπαραλιάζοντας τὴ γλωσσικὴ λογική»48. Ὅμως αὐτὸς  ὁ πόθος σίγουρα δὲν γυμνώθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς νέας  ἀξιοθέτησης. Κατὰ τὸν Νίτσε, ἡ ἰδέα τοῦ ἐσταυρωμένου Θεοῦ ἐνέπνευσε τούς «δούλους» νὰ ἀναγάγουν τὸν πόνο σὲ ὕψιστη θρησκευτικὴ ἀξία.  Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν τελικὴ ἐπικράτηση τῶν κατωτέρων,  τῶν ἀρρώστων καὶ ἀποκλήρων ἐνάντια στὴν εὐγενικὴ ἀνωτερότητα  τῶν καταπιεσμένων ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἰσχύ «ἀνωτέρων ἀνθρώπων», γιὰ  τοὺς ὁποίους ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἱστορικὴ εὐκαιρία ἀνάνηψής τους49: «Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος ἐκπροσωπεῖ πολὺ μεγαλύτερη ἀξία  ἀπὸ τόν “ἐπιθυμητό” ἄνθρωπο ὁποιουδήποτε ἰδεώδους»50. Χρειάζεται πλέον ἕνας καινούργιος σκοπός, «μία ἀντιστροφὴ τῶν ἀξιῶν»51. 

Τὸ ἔργο τοῦ Νίτσε, ἂν καὶ ναρκοθετημένο ἤδη ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις  τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς ποὺ ὁ ἴδιος θέλησε νὰ ὑπερβεῖ52, ἡχεῖ ὡς ἀντίλαλος αἰώνων ἀπὸ τὴν ἄρση τῶν μεταφυσικῶν ἐπικαλύψεων τῆς  ἐρημίας Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἠθική, ὡς ὑποκατάστατα τῆς παντελῶς ἀπρόσιτης καὶ ἀμέθεκτης οὐσίας τοῦ Θεοῦ, φανερώθηκαν καὶ οἱ ἴδιες ἀτελέσφορες, ἀφοῦ μόνο καθυστέρησαν ἀλλὰ δὲν θεράπευσαν τὴν ἀγωνία τῆς ὑπάρξεως. Στὴν ἐρημία τῆς ἀπουσίας τῶν  ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἡ αὐγουστίνεια Δύση ἀπάντησε μὲ  τὴν καταφυγὴ στὴν ἐνστικτώδη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἀσφάλεια καὶ χρησιμότητα· ὥσπου ὅλα ἀνέδειξαν τὸ μηδενιστικὸ ὑπόβαθρό τους, τὴν τόσο βαρύτιμη ἐπικάλυψη τῆς ἀπουσίας νοήματος. Διότι ἡ διάγνωση τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι «ἕνα ἀθεϊστικὸ δόγμα, ἀλλὰ  ἡ διατύπωση γιὰ τὴ θεμελιώδη ἐμπειρία ἑνὸς συμβάντος τῆς δυτικῆς  ἱστορίας»53.  

Τὸ μηδὲν τοῦ ἄδειου κόσμου ξεσκεπάστηκε. Ὅμως ἡ ἀποκάλυψη αὐτῆς  τῆς τραγικότητας ἀπὸ τὸν Νίτσε προσφέρει μία σπουδαία εὐκαιρία ἐπανεκκίνησης γιὰ τὰ στομωμένα ἀπὸ ὠφελιμιστικὴ βεβαιότητα κριτήρια  τοῦ ὑπάρχειν. Ὁ ἀφηρημένος Θεὸς τῆς συλλογιστικῆς ἀποδείξεως καὶ τῶν  κανονιστικῶν ἐκβολῶν της ἐξάντλησε κάθε δυνατότητα, ἀποστεώνοντας τὸν πνευματικὸ βίο τῆς Δύσεως σὲ ἀπισχνασμένα εἴδωλα, ἀνήμπορα νὰ κομίσουν νόημα. Ἔτσι ὅμως διανοίγεται ἡ προοπτικὴ μιᾶς δυνατότητας  ἱκανῆς νὰ ἀνακαινίσει τὴν ὑπαρκτικὴ ἀπορία, ὄχι ὅμως μὲ ὁδοδείκτη τὴ  νιτσεϊκὴ οἰκειοποίηση τοῦ κενοῦ, ποὺ ἄφησε ὁ νεκρὸς Θεός, καθὼς ἔτσι ἁπλῶς ἀνακυκλώνονται τὰ ὑλικὰ τῆς μηδενοποίησης: ἡ ἐμμεσότητα καὶ ἡ μερικότητα54 τοῦ νοησιαρχικοῦ μονισμοῦ. Ἀντιθέτως, ἡ δίψα γιὰ ὑπαρκτικὴ πληρότητα, σὲ σχέση μὲ τὴ νιτσεϊκὴ ἐκρίζωση τῶν  θεμελίων τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς, μπορεῖ νὰ ἐπανεύρει τὴ ζωογόνο  της ἱκμάδα στὴν τροχιὰ ποὺ διαγράφει ἡ χαϊντεγκεριανὴ ἑρμηνεία τῆς  νιτσεϊκῆς ὁρμῆς ὅτι «ἐκτὸς τοῦ Χαίλντερλιν, ὁ Νίτσε ἦταν ὁ μόνος  πιστὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔζησε τὸν 19ο αἰῶνα»55. Μία τέτοιου εἴδους ἀποτίμηση δύναται νὰ σπείρει στοὺς αὐχμηροὺς τόπους τῆς δυτικῆς  πνευματικῆς περιπέτειας, καὶ μάλιστα μὲ ὅρους οἰκείους σὲ αὐτήν, τὰ σπέρματα μιᾶς προσέγγισης ἀνθεκτικώτερης στοὺς πειρασμοὺς τοῦ  αὐτοβεβαιούμενου ὑποκειμένου καὶ γι’ αὐτὸ εὐπορώτερης ἀπό «τὰς  ἀγαθουργοὺς τῆς θεαρχίας προόδους»56.  [ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΘΕΟΛΟΓΟ Ο ΝΙΤΣΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΣΕΩ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΙ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΓΑΓΕ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Ο ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ] 
 
Σημειώσεις
28. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ ἔργο τοῦ Αὐγουστίνου De utilitate credendi, στὸ ὁποῖο  συνυφαίνεται ἡ ἀξία τῆς λογικῆς ἀπόδειξης τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ χρησιμότητα τῆς πίστεως.  
29. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ἐξήγησις τῆς κινήσεως, PG 90, 121C. Ἐπίσης, Μαξίμου  Ὁμολογητοῦ, Ζήτησις μετὰ Πύῤῥου, PG 91, 341C: «[…] ἄνευ δὲ τῆς κατὰ φύσιν ἐνεργείας, οὔτε εἶναι τὴν φύσιν, οὔτε γινώσκεσθαι δυνατόν». Τὴν ἴδια θέση καταθέτει  καὶ Ἰωάννης ὁ Δαμασηνὸς στὸ PG 94, 1056C: «[…] δῆλον ὅτι οὔτε εἶναι, οὔτε  γινώσκεσθαι τὴν φύσιν δυνατὸν ἄνευ τῆς κατὰ φύσιν ἐνεργείας». 
30. Ν. Ἀ. Ματσούκας, Δογματικὴ καὶ συμβολικὴ Θεολογία. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης  πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη, τ. Β´, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ,  Θεσσαλονίκη 1999, σ. 117. 
31. Ἐ. Ζιλσόν, Τὸ πνεῦμα τῆς μεσαιωνικῆς φιλοσοφίας, μετάφρ. Χ. Μαρσέλλος, ἐκδ.  Π.Ε.Κ., Ἡράκλειο 2019, σ. 366.  
32. Ἐ. Ζιλσόν, Τὸ πνεῦμα τῆς μεσαιωνικῆς φιλοσοφίας, ὅ.π., σ. 373. 33. Βλ. ὅ.π., σ. 380. 
34. J. R. Betz, “The analogia entis as a Standard of Catholic Engagement: Erich Przywara’s Critique of Phenomenology and Dialectical Theology”, Modern Theology 35, 1 (January  2019), σ. 87. Βλ. ἐπίσης ἀρχιμ. Πλακίδας Deseille, Ἡ πορεία μου πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία,  ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1993, σ. 81. 
35. É. Gilson, The Christian Philosophy of Saint Augustine, transl. L. E. M. Lynch, Vintage  Books Edition, New York 1967, σ. 130.
36. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, μετάφρ. Ζ. Σαρίκας, ἐκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη  2014, σ. 19. 
37. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, ὅ.π., σ. 16. 
38. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, ὅ.π., σ. 26. 
39. Βλ. ὅ.π., σ. 25. 
40. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, ὅ.π., σ. 26. 
41. Φρ. Νίτσε, ὅ.π., σσ. 313· 315· 316-317. 
42. Ὅ.π., σσ. 176, 181, 186, 202, 241. 
43. G. Deleuze, Ὁ Νίτσε καὶ ἡ φιλοσοφία, μετάφρ. Γ. Σπανός, ἐκδ. Πλέθρον, Ἀθήνα  2018, σσ. 166-167. 
44. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, ὅ.π., σ. 346. 
45. Π. Κονδύλης, Ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς στὴ νεότερη σκέψη, μετάφρ. Μ.  Παπανικολάου, τ. Β´, ἐκδ. Π.Ε.Κ., Ἡράκλειο 2020, σ. 206. 
46. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, ὅ.π., σ. 427. 
47. Φρ. Νίτσε, Ἡ χαρούμενη ἐπιστήμη, μετάφρ. Ζ. Σαρίκας, ἐκδ. Πανοπτικόν,  Θεσσαλονίκη 2010, σ. 182. 
48. Χρ. Γιανναρᾶς, Ἀντιχάρισμα στὸν Νίτσε, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 2020, σ. 80. 
49. Γ. Τζαβάρας, Ἡ ἀπαξίωση τῶν ἀξιῶν. Νίτσε καὶ Χάιντεγκερ, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα  2005, σσ. 72-73. 
50. Φρ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, ὅ.π., σ. 241. 
51. Νίτσε, ὅ.π., σ. 565. 
52. Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλᾶ, Heidegger. Ὁ φιλόσοφος τοῦ Λόγου καὶ τῆς  σιωπῆς, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 200-201. 
53. M. Heidegger, Νίτσε. Ἡ βούληση γιὰ ἰσχὺ ὡς τέχνη, μετάφρ. Γ. Ἠ. Ἡλιόπουλος,  ἐκδ. Πλέθρον, Ἀθήνα 2011, σσ. 255-256. 
54. Π. Δόικος, Ὁ «θάνατος» τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ μεταφυσικὸς ἄνθρωπος, ἐκδ. Ἴνδικτος,  Ἀθήνα 2008, σ. 43. 
55. M. Heidegger, Νίτσε. Ἡ βούληση…, ὅ.π., σ. 255. 
56. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ θείων ὀνομάτων, PG 3, 589D. 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο άγιος Αυγουστίνος και η νιτσεϊκή διάγνωση του μηδενισμού
Του Ανδρέα Βιτούλα, διδάκτορα
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Το θεμελιώδες έργο του Αυγουστίνος Ιππώνος για τη Δύση στερείται της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών. [ΤΟΥ ΘΕΟΥ] Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός μεταφυσικού συστήματος, μέσα στο οποίο καθίσταται αδύνατη η πραγματική σχέση μεταξύ Θεού και κόσμου. Έτσι, ο κόσμος καθίσταται αντίγραφο των αιωνίων ιδεών που βρίσκονται στην ουσία του Θεού. Η ορθολογική προσέγγιση του Θεού και τα ηθικά πρότυπα που απορρέουν από αυτήν αδυνατούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Χρειάστηκαν δεκαπέντε αιώνες διαφόρων δεσμεύσεων της δυτικής σκέψης σε αυτό το αυγουστινιανό σχήμα, ώστε ο Φρίντριχ Νίτσε να διαγνώσει τον μηδενισμό ως πλήρη απουσία νοήματος [ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΕΛΛΙΝΓΚ]. Η σφοδρότητα της επίθεσής του κατά του Χριστιανισμού, βασισμένη στο κριτήριο της απουσίας του Θεού που επιβάλλουν οι αυγουστινιανές προϋποθέσεις, θεωρείται ως μια εξαιρετική ευκαιρία για τον επαναπροσδιορισμό της δυτικής θεολογίας και φιλοσοφίας, με σκοπό την εκ νέου ανακάλυψη της αιτίας και του σκοπού του κόσμου.

Σε αυτή την υπαρξιακή προσπάθεια, η θεολογία των ακτίστων ενεργειών του Θεού, όπως μαρτυρείται από τους Ανατολικούς Πατέρες, προσφέρει τη δυνατότητα υπέρβασης της απουσίας του Θεού, την οποία διέγνωσε το νιτσεϊκό κήρυγμα του «θανάτου Του».[ΑΛΛΑ ΟΧΙ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ; ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΗΝ ΔΥΣΗ ΔΙΟΡΘΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ. ΕΝΩ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΚΗΡΥΞΕΙ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΕΟ ΟΠΩΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ.]
  

[Ακόμη εκ της ουσίας προέρχεται η ενέργεια, αλλά όχι εκ της ενεργείας η ουσία. Και η μία μεν είναι αιτία, η δε άλλη αιτιατή, η μία αυθυπόστατος, η δε άλλη καθ' εαυτήν ανυπόστατος· διότι όλες οι ενέργειες είναι περί (γύρω από) την υπερουσιότητα εκείνη. ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: