Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 12 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από  Πέμπτη 4. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 12

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025

Ο πόλεμος κατά του Φυσικού Νόμου

Η απάντηση στην ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα έπρεπε να αναζητηθεί στο κλασικό φυσικό δίκαιο. Υπάρχει πράγματι μια αξιοσημείωτη συγγένεια ανάμεσα στον βιβλικό Δεκάλογο, ή τουλάχιστον στο μέρος του που αφορά τον άνθρωπο, από την τέταρτη εντολή και έπειτα, και σε εκείνο που οι κλασικοί και οι μεσαιωνικοί ονόμαζαν φυσικό νόμο. Οι πρώτοι που θεωρητικοποίησαν προσεκτικά τον φυσικό νόμο ήταν οι Στωικοί, αλλά ήδη στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη υπήρχαν σημαντικά ίχνη φυσικού νόμου. Πρόκειται για εκείνον τον νόμο με τον οποίο ο Θεός, ή πάντως η ανώτερη νοημοσύνη —ο Νους για τους Στωικούς— έδωσε τάξη και μορφή στον κόσμο, και βασίζεται σε μια τελεολογική θεώρηση ενός οργανωμένου κόσμου. Κάθε ον, δηλαδή κάθε πρόσωπο και κάθε πράγμα, έχει έναν σκοπό, και η ικανότητα του ανθρώπινου λόγου είναι να συλλαμβάνει αυτούς τους σκοπούς και, με βάση αυτούς τους σκοπούς, να καθορίζει μια σειρά κανόνων και καθηκόντων συνεπών προς τους σκοπούς που η Υπερβατικότητα είχε δώσει στον κόσμο.

Η ενόραση του φυσικού νόμου υπάρχει και στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη, έστω κι αν δεν διατυπώνεται ρητά ως τέτοια. Είναι οι εκπρόσωποι του στωικισμού που διέδωσαν την έννοια, η οποία στη συνέχεια προσλήφθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας στο όνομα του χριστιανικού Λόγου και οδηγήθηκε στην ανώτατη θεωρητική της κορύφωση από τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη (1224-1274). Βασίζεται πρωτίστως στα καθήκοντα και όχι στα δικαιώματα, ακριβώς όπως κάνουν οι δέκα εντολές: μη σκοτώσεις, μη κλέψεις, μη μοιχεύσεις, μη επιθυμήσεις τη γυναίκα του άλλου, μη επιθυμήσεις τα πράγματα του άλλου, μη ψευδομαρτυρήσεις, κ.ο.κ. «Μη ψευδομαρτυρήσεις»· τι σημαίνει; Ότι πρέπει να λέω την αλήθεια, πάντοτε, σταθερά. «Μη κλέψεις»· ότι πρέπει να σέβομαι τα πράγματα των άλλων, ακόμη και να μην τα επιθυμώ. Υπάρχει λοιπόν πολύ ισχυρή συγγένεια ανάμεσα στις δέκα εντολές και το κλασικό φυσικό δίκαιο: το καθήκον δεν είναι ατομικιστικό· το καθήκον έχει πάντοτε να κάνει περισσότερο με το εμείς παρά με το εγώ.

Η νεωτερική σκέψη, αντίθετα, ανατρέπει όλα αυτά, επειδή τείνει να επενδύει τα πάντα στο εγώ. Εγώ δεν έχω πλέον το καθήκον, αλλά έχω το δικαίωμα: έχω το δικαίωμα, για παράδειγμα, στην ιδιοκτησία μου· ασφαλώς αυτό συνεπάγεται το καθήκον των άλλων να τη σέβονται. Εγώ έχω το δικαίωμα στη ζωή μου· ασφαλώς αυτό συνεπάγεται το δικαίωμα των άλλων να τη σέβονται. Αλλά στην πράξη η έμφαση δεν τίθεται πλέον στο καθήκον, αλλά στο δικαίωμα· δεν τίθεται πλέον στο εμείς, δηλαδή στην κοινοτική σχέση, αλλά στο εγώ. Το νεότερο φυσικό δίκαιο είναι, από ορισμένες απόψεις —η διακηρυγμένη καθολικότητά του— κληρονόμος του κλασικού και χριστιανικού φυσικού δικαίου, αλλά από άλλες, τις πιο σημαντικές, είναι έντονα άπιστο προς αυτό, επειδή ανατρέπει το νόημά του: πρόκειται για υποκειμενικό δίκαιο, επικεντρωμένο στο ατομικό υποκείμενο, το οποίο παίρνει τη θέση του αντικειμενικού δικαίου, που είναι το κλασικό φυσικό δίκαιο.

Ορισμένοι μελετητές, όπως ο Michel Villey (1914-1988) και ο Leo Strauss (1899-1973), ανέδειξαν καθαρά πώς το νεότερο φυσικό δίκαιο είναι από πολλές απόψεις η στρέβλωση, η παρέκκλιση του κλασικού φυσικού δικαίου. Είναι ακριβώς το νεότερο φυσικό δίκαιο, ή ο νεότερος φυσικοδικαιϊσμός, που επεξεργάζεται τη σύλληψη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την οποία συμμεριζόταν μεγάλο μέρος των εγκυκλοπαιδιστών και μεγάλο μέρος των μασόνων. Ο ίδιος ο κύριος συντάκτης της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, ο μαρκήσιος de Lafayette, προσωπικός φίλος του Jefferson και του Franklin, ήταν μασόνος.

Σχετικά με αυτό είναι δίκαιο να σημειωθεί η αφροσύνη του συνοδικού κλήρου, ο οποίος, ξεκινώντας από τη Gaudium et Spes (1965), Σύνταγμα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, και ακόμη νωρίτερα από την Pacem in Terris (1963), εγκύκλιο του Ιωάννη ΚΓ΄, ενσωμάτωσε τα δικαιώματα του ανθρώπου, έστω με κάποια επιφύλαξη, στη νέα του διδασκαλία: θυμάμαι προσωπικά τον Ιωάννη Παύλο Β΄, καταγεγραμμένο στο αεροπλάνο που τον μετέφερε στην Κούβα (1998), να εκφωνεί μια μακρά αγόρευση προς τους δημοσιογράφους, στην οποία δήλωνε ότι είχε αναλάβει ως καθήκον, ως ποντίφικας, να μεταφέρει παντού τα δικαιώματα του ανθρώπου. Από την ίδια του την αποστολή, το ουσιώδες καθήκον του Πάπα θα έπρεπε να είναι να μεταφέρει παντού το Ευαγγέλιο, ή τουλάχιστον τις δέκα εντολές. Στην ίδια ομιλία στο αεροπλάνο προς την Κούβα δήλωνε ότι είναι αντίθετος στον φιλελεύθερο ατομικισμό· ίσως κάποιος θα έπρεπε να του εξηγήσει υπομονετικά ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι, στην ουσία τους, φιλελεύθερος ατομικισμός.

Η Νεογλώσσα

Η γλώσσα των δικαιωμάτων βρίσκει το έδαφος της προέλασης και της υποβολής της στη νεογλώσσα, αρκετά οργουελιανή, του πολιτικά ορθού. Σε αυτή τη νεογλώσσα ανήκουν οι δυσφημιστικοί όροι, αυθεντικά λεξιλογικά ρόπαλα για να εκφοβίζουν και να διαπομπεύουν όποιον δεν συμμερίζεται την επέκταση του δικαιωματισμού. Υπάρχει η ομοφοβία, η ξενοφοβία, η ισλαμοφοβία, κάποιος μίλησε ακόμη και για ευρωφοβία, έπειτα προφανώς παραμένουν ακλόνητοι ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός και ο σεξισμός μονής κατεύθυνσης —για την κυρίαρχη ιδεολογία ένας άνδρας είναι σχεδόν πάντοτε σεξιστής, μια γυναίκα ποτέ. Με μια άθλια πράξη, προερχόμενη όπως τόσες άλλες από την άλλη πλευρά του ωκεανού, οι φοβίες λαμβάνονται αυθαίρετα από τη γλώσσα της ψυχιατρικής και εισάγονται στη γλώσσα της πολιτικής και της ηθικής. Είναι σαφές ακόμη και στα παιδιά ότι αυτή η νεογλώσσα χρησιμεύει για να προωθείται ανενόχλητα η βιοπολιτική της κοινωνικής διάλυσης. Σήμερα όλα είναι δικαίωμα και, αν οι επιθυμίες τύπου Νέρωνα ή Ηλιογάβαλου αρέσουν στην πλουτοκρατική ελίτ που διοικεί τον δυτικό κόσμο —και αρέσουν πάντοτε—, τότε γίνονται αυτομάτως δικαιώματα.

Γιατί όλα αυτά; Διότι το αληθινό πρόβλημα της σημερινής Δύσης είναι ο πνευματικός σκοταδισμός. Όλες οι ιδεολογίες της νεωτερικότητας, από τον φιλελευθερισμό —του οποίου ο δικαιωματισμός είναι κεντρική όψη— έως τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον εθνικισμό, τον φασισμό, τον εθνικοσοσιαλισμό, είναι λανθασμένες ιδεολογίες. Δεν υπάρχει καμία που να αντιστοιχεί στην αλήθεια για τον Θεό, για τον άνθρωπο, για την κοινωνία. Μπορούμε νόμιμα να σκεφτούμε ότι κάποια είναι λίγο καλύτερη από τις άλλες ή, αντίθετα, ότι είναι λίγο χειρότερη, αλλά καμία από αυτές τις ιδεολογίες δεν είναι αληθινή· από όλες λείπει η αλήθεια για τον άνθρωπο. Όλες ταυτόχρονα έχουν κάποιο στοιχείο αλήθειας, διότι πάνω στην απόλυτη ψευδότητα δεν θα μπορούσαν ούτε καν να αρχίσουν, αλλά αυτά τα αληθινά θραύσματα είναι αναμεμειγμένα με μια άπειρη σειρά σφαλμάτων, με καταστροφικές εκβάσεις.

Πώς βγαίνει κανείς από τη λαβή των ιδεολογιών της νεωτερικότητας; Βγαίνοντας πραγματικά από τη νεωτερικότητα, δηλαδή επαναοικειοποιούμενοι εκείνη την υπερβατική θεώρηση που μόνη αποτελεί αυθεντικό αντίδοτο στον πνευματικό και διανοητικό σκοταδισμό. Η πνευματική άγνοια είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του νεωτερικού ανθρώπου· πλέον είναι βαθιά νύχτα. Η ιεραρχία της Εκκλησίας, η οποία ήταν και θα έπρεπε ακόμη να είναι το αντίδοτο και η σωτηρία, ακόμη και με κατεχοντική έννοια, απέναντι στην προέλαση του πνευματικού σκοταδισμού, ευνοεί πλέον εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια, ξεκινώντας από τα ανώτατα επίπεδά της, αυτή τη γενικευμένη άγνοια, την οποία φαίνεται να συμμερίζεται με ολόκληρο τον σημερινό αντι-πολιτισμό της Δύσης. Όχι μόνο δεν την πολεμά, αλλά μάλιστα την ευνοεί.

Σε καιρούς όπως οι δικοί μας, τόσο εχθρικούς προς τους λόγους του πνεύματος, πρέπει τουλάχιστον να μαρτυρούμε ενεργά, διότι, όπως έλεγε η κόρη της Ορλεάνης, η Αγία Ιωάννα της Λωραίνης: «Πρέπει να δώσει κανείς μάχη, για να χαρίσει ο Θεός τη νίκη».

Η δυστυχής παγκοσμιοποίηση


Είδαμε ότι με την πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού —1989-1991— ολοκληρώθηκε η παγκόσμια διάταξη του Ψυχρού Πολέμου, σε σχέση με την οποία δύο διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά μοντέλα ανάπτυξης, το αμερικανικό φιλελευθεροκαπιταλιστικό και εκείνο του λεγόμενου σοβιετικού κολεκτιβιστικού υπαρκτού σοσιαλισμού, έπαψαν να διεκδικούν τον κόσμο. Η διάλυση των μονοκομματικών δικτατοριών των κομμουνιστικών χωρών και της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης πιστοποίησε τη θριαμβευτική νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της μοναδικής υπερδύναμης που απέμεινε στη σκηνή. Το μοντέλο που αυτές αντιπροσώπευαν —καπιταλιστικό, τυπικά φιλελεύθερο-δημοκρατικό, στην πραγματικότητα φιλελεύθερο-πλουτοκρατικό, καταναλωτικό, ηδονιστικό— επιβλήθηκε ως νικηφόρο σε παγκόσμια κλίμακα. Στο μεταξύ, η τεχνολογική ανάπτυξη, ολοένα πιο ορμητική, επέτρεπε να παράγονται και να διαδίδονται σε ολόκληρη την υφήλιο οι πληροφορίες με μεγαλύτερη ταχύτητα και επίδραση, επηρεάζοντας ακόμη πιο συνεχώς την καθημερινή ζωή των μαζών.

Ακόμη έως τη δεκαετία του ενενήντα, για να μάθει κανείς τι είχε συμβεί στον κόσμο, περίμενε τα ραδιοφωνικά δελτία ειδήσεων ή τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, τα οποία μπορούσε να παρακολουθήσει σε συγκεκριμένες χρονικές ζώνες, ή αγόραζε από τα περίπτερα τις έντυπες εφημερίδες. Η έλευση του διαδικτύου κατέστησε δυνατή τη συνεχή αφήγηση σε πραγματικό χρόνο όσων συνέβαιναν σε μακρινούς τόπους. Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν επιβλήθηκε και μέσω της τεχνολογικής προόδου των μέσων ενημέρωσης.

Όσον αφορά τη φυσική μετακίνηση των μαζών, ορισμένες καινοτομίες κατέστησαν ευκολότερη την κινητικότητα —και με ολοένα χαμηλότερες τιμές— μέσα στην υφήλιο. Εδραιώνεται η μόδα του ευτυχισμένου νομαδισμού.

Ας σκεφτούμε την καταναλωτική εμμονή για τον τουρισμό των ταξιδιών, η οποία στη μάζα έχει πλέον φθάσει σε παθολογικές κορυφές. Αλλά και τα μεταναστευτικά κύματα που η Ευρώπη έζησε με σκανδαλωδώς παθητικό τρόπο, παρότι αντιπροσώπευαν ολοένα πιο φανερά μια κοινωνική αναστάτωση, είναι ουσιώδες στοιχείο του παγκόσμιου κόσμου. Προφανώς το διαδίκτυο ευνόησε και τη μετακίνηση κεφαλαίων, πρωταρχικό στοιχείο στην τεχνικο-εμπορευματική ομοιομορφοποίηση του κόσμου, πραγματοποιώντας με τρόπο ολοένα πιο φανερό εκείνη τη δικτατορία των χρηματοπιστωτικών αγορών που υπέταξε πλήρως την κυριαρχία των Κρατών.

Έτσι προχώρησε με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα το τρένο αυτού του εκριζωτικού φαινομένου για τους λαούς και τους πολιτισμούς, που είναι ακριβώς η παγκοσμιοποίηση: για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά, η ολοκληρωμένη παγκοσμιοποίηση επιβλήθηκε πάνω στα ερείπια του Τείχους του Βερολίνου· ο ένας κόσμος παίρνει τη θέση του δυϊσμού του Ψυχρού Πολέμου. Ο καπιταλισμός κατόρθωσε, μέσω της παγκοσμιοποίησης, να φέρει εις πέρας εκείνη τη διαδικασία, ήδη από καιρό δρομολογημένη, ομολογοποίησης των λαών σε καταναλωτική μάζα και να ξεκινήσει και στην Ευρώπη μια διαδικασία εθνοτικής και πολιτισμικής ανάμειξης.

Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν εγκαινιάζει και σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιεί την τεχνικο-εμπορευματική ομοιομορφοποίηση του κόσμου και την καταστροφή της ταυτότητας των λαών και των διαφορών τους, στο όνομα μιας οικονομιστικής ισοπέδωσης όπου τελικά, όπως δηλώνει και ένας κριτικός της παγκοσμιοποίησης —αν και καλά ενταγμένος στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας— όπως ο Giulio Tremonti, εκείνο που διοικεί είναι η διεθνής του χρήματος, είναι ο Κροίσος, ο πλούτος. Η διεθνής του χρήματος φθάνει στην εξουσία ή την ενισχύει περαιτέρω μέσω εκείνης της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που ο Tremonti ονομάζει επίσης, με έναν νεολογισμό, αγορατισμό, ο οποίος είναι έπειτα ο παγκόσμιος καπιταλισμός και συγχρόνως η οικονομιστική ουτοπία που τον στηρίζει.

Και αυτή η διαδικασία, η οποία εκδηλώνεται πλήρως μετά την πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού και τη γέννηση του WTO —Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου— από το 1995, είναι στην πραγματικότητα η έκβαση μιας μακράς πορείας πολλών αιώνων. Πράγματι, αυτό που ορίζουμε ως παγκοσμιοποίηση είναι στην πραγματικότητα μόνο η τελική της φάση, καθόσον, αν σταθούμε μόνο στον 20ό αιώνα, η μετάβαση από τον ακόμη χριστιανό άνθρωπο στον καταναλωτή άνθρωπο, οικονομικοποιημένο και αποϊεροποιημένο, συμβαίνει στην Ιταλία τουλάχιστον από την οικονομική έκρηξη —1958-1963— και έπειτα. Η διάδοση της οικονομικής ευημερίας και του μαζικού καταναλωτισμού, που προηγείται κατά μερικές δεκαετίες της κυριολεκτικής παγκοσμιοποίησης, είχε αρχίσει να εξασθενεί το θρησκευτικό αίσθημα ενός σημαντικού μέρους του λαού, που μέχρι τότε είχε παραμείνει καθολικό. Σε αυτή την αρχική διάβρωση του θρησκευτικού αισθήματος είχε προστεθεί, σε απόσταση ελάχιστων ετών, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού —1962-1965— και η συνακόλουθη κρίση στην Εκκλησία. Πάλι σε μικρή απόσταση, το ’68 εγκαινιάζει επίσης εκείνη τη σεξουαλική επανάσταση που διαρκεί ακόμη σήμερα και φαίνεται πολύ μακριά από το να τελειώσει, δηλαδή εκείνη τη ριζική διάλυση των ηθών που βρίσκει πιθανότατα τη ρίζα της, τουλάχιστον όσον αφορά τις μάζες, ακριβώς στην οικονομική έκρηξη της μεταπολεμικής περιόδου.

Ως συμβολικό στοιχείο που σηματοδοτεί την αρχή αυτής της διαδικασίας, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τη γέννηση της πρώτης μεγάλης αλυσίδας διανομής τροφίμων, δηλαδή του πρώτου σούπερ μάρκετ Esselunga, στο Μιλάνο τον Νοέμβριο του 1957, με χρηματοδότηση της οικογένειας Rockefeller.

Κατά βάθος, όμως, ολόκληρη η νεωτερική εποχή αντιπροσωπεύει μια αργή πρόοδο προς την παγκοσμιοποίηση. Στις Observations sur l’ouvrage de Madame la baronne de Staël —1818—, ο Louis de Bonald, αμφισβητώντας τις φιλελεύθερες θέσεις της διάσημης συγγραφέως, κόρης του Jacques Necker, κάνει μια σύντομη ιστορία εκείνης της φρενίτιδας του εμπορίου που αρχίζει με την ανακάλυψη της Αμερικής και διαδίδεται σαν πυρετός σε όλη την Ευρώπη από τον 16ο αιώνα και εξής, επιτελώντας μια πραγματική αξιακή ανατροπή με οικονομιστική κατεύθυνση. Η Ιταλία και η Φλάνδρα είχαν ήδη υπάρξει, προηγουμένως, το επίκεντρο εκείνης της μεγάλης εμπορικής επανάστασης η οποία, από τον 13ο αιώνα και έπειτα, έθεσε τις βάσεις της νέας καπιταλιστικής οικονομίας· αλλά ασφαλώς ήταν η ανακάλυψη της Αμερικής, όπως υπογραμμίζει ο de Bonald, που άνοιξε την Ευρώπη στο μεγάλο ωκεάνιο εμπόριο.

Όπως έπειτα επισημαίνει και ο μεγάλος νομικός Carl Schmitt στο Γη και Θάλασσα —1942—, η Αγγλία παίρνει με τον χρόνο τα ηνία αυτής της διαδικασίας, τίθεται στην πρωτοπορία της. Σύμφωνα με την περίφημη σμιττιανή μεταφορά, είναι «το νησί που έγινε ψάρι», αφιερωμένο ολοκληρωτικά στην οικονομική ανάπτυξη μέσω της κυριαρχίας στις θάλασσες και της κατάκτησης των ωκεάνιων οδών. Ιδρύει έναν νέο τύπο πολιτισμού, όχι πλέον καθολικό αλλά προτεσταντικό, που θέτει στο κέντρο των πάντων την οικονομία —η οποία υποτάσσει και την πολιτική— και τη συνεχή τεχνολογική καινοτομία που πραγματοποιήθηκε από τα μέσα του 18ου αιώνα με τη βιομηχανική επανάσταση.
Αυτή η μορφή πολιτισμού, μέσω των πολιτικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα και των δύο παγκοσμίων πολέμων, γίνεται ηγεμονική σε ολόκληρη τη Δύση, παρά τη σταδιακή απώλεια της ευρωπαϊκής και ακόμη και της βρετανικής κεντρικότητας. Βρίσκει το νέο της κέντρο στις νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, για να προβληθεί, μέσω της οικονομίας και της τεχνικής, στην κατάκτηση ολόκληρης της υφηλίου.

Στο Μανιφέστο των Κομμουνιστών του 1848, ο ίδιος ο Karl Marx διαπίστωνε πώς η αστική τάξη, κυρίως μέσω της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, είχε ήδη εγκαινιάσει μια μεγάλη παγκόσμια αγορά: έλειπε ακόμη εκείνη η τεχνολογική πρόοδος που γνωρίζουμε εμείς σήμερα.

Οι τελευταίες δεκαετίες της ολοκληρωμένης παγκοσμιοποίησης είναι κάπως η τελική έκβαση αυτής της πολυαιώνιας διαδικασίας. Και ο μαζικός καταναλωτισμός δεν είναι παρά η τελευταία φάση της διαδικασίας αντικατάστασης των πνευματικών αρχών από υλικές αξίες, που άρχισε ήδη από το τέλος του Μεσαίωνα. Το τέλος του κομμουνιστικού ολοκληρωτικού καθεστώτος υπήρξε αναμφίβολα κάτι καλό για όσους ζούσαν κάτω από τις δικτατορίες των χωρών της Ανατολής —τουλάχιστον εκεί όπου, σε αντίθεση με τη Ρωσία της δεκαετίας του ενενήντα, δεν έπεσαν έπειτα στο χάος—, λιγότερο καλό για εμάς τους Δυτικοευρωπαίους, που βρεθήκαμε ελεγχόμενοι και αποικισμένοι από έναν μοναδικό κύριο του κόσμου, την αστερόεσσα πλουτοκρατία, και από μια μοναδική μορφή πολιτισμού που επιχειρεί να διαδοθεί λίγο-πολύ παντού, εκριζώνοντας τις άλλες.

Υπάρχει κάτι βαθιά αντίχριστο σε αυτό το κυρίαρχο μοντέλο πολιτισμού. Μπορούμε να πάρουμε τα πλεονεκτήματά του, για παράδειγμα μέσω του διαδικτύου μπορούμε να απολαύσουμε μια κάπως πιο πλουραλιστική πληροφόρηση σε σχέση με την κυρίαρχη αφήγηση των επίσημων μέσων ενημέρωσης, καθόσον στο διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης, έστω κι αν δεν είναι πάντοτε αξιόπιστες. Υπάρχουν και θετικές όψεις, αλλά ασφαλώς δεν αρκούν, διότι η παγκοσμιοποίηση είναι, στην κατανοητή της ουσία, η μονοσήμαντη επιβολή ενός μοναδικού μοντέλου κατανόησης της πραγματικότητας, που γεννιέται από την απόρριψη τόσο του ελληνικού λόγου όσο και του χριστιανικού Λόγου, οι οποίοι αντικαθίστανται από τις υλικές και απατηλές αξίες της ολοκληρωτικής, αποκτητικής και καταναλωτικής οικονομικοποίησης, και τέλος από τη νεοφυλετική μαζική ενστικτοκρατική παρέκκλιση. Υλικές και εγωτικές αξίες εκείνης της civitas terrena που είναι η αντίθεση της civitas του Ευαγγελίου.

Και η δημιουργία νέων μεγάλων κέντρων λήψης αποφάσεων της παγκόσμιας εξουσίας, όπως συνέβη με τη γέννηση του ΟΗΕ —1945— και στη συνέχεια των οργανισμών του, μεταξύ των οποίων ο ΠΟΥ και η UNESCO, και έπειτα της ΕΟΚ —1957— και συνεπώς της ΕΕ —1992— σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και με την παραμονή του ΝΑΤΟ —1949— ακόμη και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν το τέλος του κομμουνιστικού κινδύνου δεν δικαιολογούσε πλέον την ύπαρξή του, είναι όλα στοιχεία επιτάχυνσης της εκκένωσης της αποφασιστικής εξουσίας των επιμέρους Κρατών. Με τις συμφωνίες του Bretton Woods —1946— γεννήθηκαν η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ το 1995 γεννιέται ο WTO.

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Αμερική, καθαρή πλουτοκρατία, έγινε «κυρία του κόσμου» και αποφάσισε ότι η ηγεμονία της, σε έναν κόσμο πλέον μονοπολικό, δεν έπρεπε να αποκλείει στρατιωτικές επεμβάσεις νοούμενες ως παγκόσμια ανθρωπιστική αστυνόμευση: ο Πρώτος Πόλεμος του Κόλπου —1990—, ο πόλεμος του Κοσόβου —1999, με τους βομβαρδισμούς στο Βελιγράδι—, η εισβολή στο Αφγανιστάν —2001—, ο Δεύτερος Πόλεμος του Κόλπου —2003—, η επίθεση στη Λιβύη —2011. Ακόμη και αν παραλείψουμε τα έμμεσα επεισόδια —αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας, της Συρίας, οι αραβικές ανοίξεις και οι έγχρωμες επαναστάσεις—, υπάρχουν αρκετά για να κατανοήσουμε ότι ο παγκόσμιος κόσμος δεν είναι ένας ειρηνευμένος κόσμος, τουλάχιστον έως ότου πραγματοποιηθεί μια πολυπολική παγκόσμια τάξη, η οποία δεν θα βλέπει πλέον μία μοναδική δύναμη απολύτως ηγεμονική.

Οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις θεωρούν ανέκαθεν τους πληθυσμούς ως μάζες προς ομολογοποίηση, σύμφωνα με τις επιταγές ενός εμπορευματικού και υπολογιστικού λόγου που βλέπει μόνο άτομα, πολίτες-καταναλωτές και ηδονιστές χωρίς Θεό, ανίκανους να δημιουργήσουν κοινοτικό δεσμό και ακόμη και να γεννήσουν απογόνους. Από εδώ προκύπτει η ανάληψη, από την καπιταλιστική και πλουτοκρατική πλευρά, ως υπαρξιακού αντιπάλου, όλων όσων δίνουν αρχές και ταυτότητα στο ανθρώπινο πρόσωπο, πρώτα απ’ όλα της θρησκευτικής πίστης, η οποία παιδαγωγεί το μεμονωμένο άτομο να θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο πρόσωπο, ανοιχτό στην υπερβατικότητα, επιτρέποντάς του να εξέλθει από την αποκλειστική αγάπη για τον εαυτό του και για τις επιθυμίες του. Επομένως, ο κοινωνικός δεσμός, η οικογένεια, η γειτονιά, η μικρή πατρίδα, η περιοχή καταγωγής, τα ενδιάμεσα σώματα και κάθε σταθερός δεσμός που σχετικοποιεί την αποκλειστική αγάπη για τον εαυτό. Τέλος, η μελέτη της ιστορίας και η αγάπη για το παρελθόν, που υπενθυμίζουν στο μεμονωμένο άτομο την ένταξή του σε μια συλλογική ιστορία —όσο κι αν αυτή έχει συχνά χειραγωγηθεί και αντιμετωπιστεί με ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Καθώς δεν αρκούσε πλέον η βοοειδής εξάρτηση του ατόμου-μάζας από το κινητό του τηλέφωνο, εισήχθη μέσω των κοινωνικών δικτύων η ατομική θεαματοποίηση: μια περαιτέρω αποδόμηση των κοινωνικών σχέσεων με ναρκισσιστική κατεύθυνση, η οποία ευνοεί και εξυψώνει την εκθεσιοποίηση του μεμονωμένου ατόμου με όρους εφήμερης επικοινωνίας. Τα νέα ηλεκτρονικά και πληροφορικά εργαλεία ωθούν τα μαζικοποιημένα άτομα να ζουν σε μια αιώνια διαδικτυακή βιτρίνα, φτιαγμένη από στιγμές, για να ικανοποιούν, τουλάχιστον προσωρινά, τις διάφορες μορφές επιδειξιομανίας. Ως συνέπεια, μειώνεται η ανάγκη να σχετίζεται κανείς με τον άλλον με συγκεκριμένο, φυσικό και άμεσο τρόπο. Παρατηρήστε και στα μέσα μαζικής μεταφοράς οποιασδήποτε πόλης τις μάζες των ηλεκτρονικών καταναλωτών, πάντα σκυμμένων πάνω από το κινητό τους, ολοένα πιο απομονωμένων, ολοένα πιο ανίκανων ακόμη και να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον στα μάτια: είναι ένα αποθαρρυντικό θέαμα.

Η ολοκληρωμένη παγκοσμιοποίηση έκανε τις νέες τεχνολογίες αντικείμενα ατομικής κατανάλωσης και εργαλεία ναρκισσιστικής έκφρασης της ίδιας της ατομικότητας: στα κοινωνικά δίκτυα, με το διαδίκτυο, όλοι μπορούν να πουν αυτό που σκέπτονται, μέχρι να παρέμβουν μορφές πολιτικώς ορθής λογοκρισίας· όλοι μπορούν να εκθέτουν εικόνες, μπορούν να δημιουργούν νέες αμειβόμενες δραστηριότητες, όπως έκαναν οι διαβόητοι influencer. Αλλά τελικά όλη αυτή η μάζα ευκαιριών που προσφέρονται στους χρήστες —το άνοιγμα ενός προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα είναι εντελώς δωρεάν— τους καθιστά στην πραγματικότητα προϊόντα, επειδή οι δωρεάν διαδικτυακές υπηρεσίες παρέχονται από ιδιωτικές εταιρείες που αποθηκεύουν όλα τα δεδομένα τους: όσα λένε, όσα γράφουν, όσα μοιράζονται με άλλους. Η συνέπεια είναι η πλουτο-τεχνοκρατική χειραγώγηση, αφού οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν την ιδιοκτησία των διαδικτυακών πλατφορμών, οι οποίες καθιστούν δυνατή την καταγραφή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Τα δεδομένα που αποθηκεύονται για τα άτομα-καταναλωτές του διαδικτύου έχουν γίνει πολύτιμο εμπόρευμα, ολοένα περισσότερο διεκδικούμενο από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Όλα αυτά δεν είναι απαλλαγμένα από κινδύνους.

Η ιδέα ενός ενωμένου, ομοιόμορφου και ομογενούς κόσμου, τόσο από πολιτική όσο και από κοινωνικοοικονομική άποψη, ήταν ήδη πολύ σαφής στη σκέψη του Αμερικανού προέδρου Woodrow Wilson και των άλλων νικητών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου: ένας κόσμος όλος φιλελεύθερος-δημοκρατικός, στον οποίο το εμπόριο θα επεκτεινόταν χωρίς όρια, εκφραζόταν ήδη στα Δεκατέσσερα Σημεία —1918— του Αμερικανού προέδρου. Σε αυτόν, ο κομμουνισμός του Lenin, επαναστατικά νικητής στη γη των τσάρων, αντέτασσε το μοντέλο ενός κόσμου εξίσου ενοποιημένου και τεχνολογικοποιημένου, ολόκληρου κομμουνιστικού, στον οποίο η οικονομία θα ήταν αυστηρά σχεδιασμένη. Επρόκειτο για δύο διαφορετικούς παγκοσμισμούς, εξίσου υλιστικούς, εξίσου προσανατολισμένους στη λατρεία της τεχνολογικής προόδου, εξίσου επιθυμούντες, πέρα από τις διακηρύξεις αρχών, να ομολογοποιήσουν και να μαζικοποιήσουν τους λαούς.

Η τρίτη οδός ανάμεσα σε αυτά τα δύο πολιτικά και οικονομικά μοντέλα φάνηκε να είναι, για δύο δεκαετίες το πολύ, εκείνη του ιταλικού φασισμού, και για ακόμη μικρότερο διάστημα εκείνη του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Αλλά, παρότι υπερασπιζόταν την εθνική κυριαρχία απέναντι στα μεγάλα σχέδια παγκοσμιστικής ομολογοποίησης, και ο φασισμός υπήρξε, σε στενότερη, εθνική κλίμακα, ένα ακόμη φαινόμενο ομολογοποίησης και μαζικοποίησης: για παράδειγμα, ο ιταλικός φασισμός όχι μόνο έβλεπε με μεγάλη καχυποψία τις διαλέκτους, δηλαδή τις τοπικές γλώσσες, αλλά είχε επιβάλει και στις παραμεθόριες ζώνες μια αυστηρή πολιτιστική ιταλοποίηση, έως την απαγόρευση να μιλούν άλλες γλώσσες, ακόμη και όταν επρόκειτο για τις μητρικές γλώσσες. Έφερνε επίσης στα άκρα την νομαρχιακή διοικητική συγκεντροποίηση του φιλελεύθερου Κράτους. Εξέφραζε λοιπόν έναν ιακωβίνικο συγκεντρωτισμό, και αυτός εχθρικό προς την πολλαπλότητα των διαφορετικών συλλογικών ταυτοτήτων των παραδοσιακών ιταλικών λαών και πολιτισμών.

Επιπλέον, με εντελώς λανθασμένο τρόπο, ακολουθώντας τον actualista φιλόσοφο Giovanni Gentile και άλλους, ο Mussolini ερμήνευε το Risorgimento ως κεντρικό μέρος της ιταλικής παράδοσης, ενώ αντίθετα το Risorgimento υπήρξε η άρνηση της ιταλικής παράδοσης, καθολικής και πλουραλιστικής, εδαφικής, τόσο πλούσιας σε πολιτισμικές διαφορές. Το Risorgimento υπήρξε μάλιστα από πολλές απόψεις η ιταλική αντι-παράδοση.

Θέλοντας να είναι κληρονόμος, όπως άλλωστε και οι αντιφασίστες, της κληρονομιάς του Risorgimento —στην οποία πρόσθεσε εκείνη του επεμβατισμού και του εθνικισμού του Μεγάλου Πολέμου—, ο φασισμός συνέχισε το έργο της ομολογοποίησης. Ασφαλώς οι φασισμοί ήταν αντίθετοι στις διάφορες παγκόσμιες μορφές κατανόησης της πολιτικής, στον αναδυόμενο διεθνισμό και παγκοσμισμό: επρόκειτο για την άρνηση της πρακτικής υπέρβασης, την οποία ο μεγάλος Γερμανός ιστορικός Ernst Nolte απέδωσε στον φασισμό στις διάφορες όψεις του, συμπεριλαμβανομένου του χιτλερικού ναζισμού —Τα τρία πρόσωπα του φασισμού, Ο ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος. Αλλά, με τη σειρά τους, και οι φασισμοί είναι τέκνα της νεωτερικότητας, του ιακωβίνικου εθνικισμού, καθώς και του νεωτερικού υποκειμενισμού: στο ατομικό υποκείμενο, το Εγώ που ο φιλελευθερισμός υψώνει σε απόλυτο κέντρο του κοινωνικού και του πολιτικού, ο εθνικισμός και ο φασισμός αντικαθιστούν το Εμείς του έθνους. Είναι ένα βουλησιαρχικό Εμείς όπως το φιλελεύθερο Εγώ. Γι’ αυτό στους φασισμούς υπάρχει ένα προφίλ μεγάλης νεωτερικότητας και λίγο αυθεντικά παραδοσιακό στοιχείο, παρά την ευφυή βούληση του Mussolini να συμφιλιώσει το Κράτος με την Εκκλησία μέσω των Λατερανών Συμφώνων του 1929.

Συνεχίζεται με: Εκκλησία και παγκοσμιοποίηση

Δεν υπάρχουν σχόλια: