Του Karl Rahner
Με εισαγωγή του Michael Seewald
HERDER
FREIBURG BASEL WIEN
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Michael Seewald
FREIBURG BASEL WIEN
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Michael Seewald
Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία
Karl Rahner
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ;
Ανάλυση της κατάστασης
Εκκλησία του μικρού ποιμνίου
Εκκλησία της μη συγχρονικότητας
Εκκλησία της πόλωσης και της ομαδοποίησης
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;
Μεθοδολογικές προκαταρκτικές σκέψεις
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
Μια αποκληρικοποιημένη Εκκλησία
Εκκλησία διακονική και μεριμνώσα
Ηθική χωρίς ηθικολογία
Εκκλησία των ανοιχτών θυρών
Εκκλησία των συγκεκριμένων οδηγιών
Εκκλησία πραγματικής πνευματικότητας
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΝΟΗΘΕΙ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ;
Ανοιχτή Εκκλησία
Οικουμενική Εκκλησία
Εκκλησία από τη βάση
Δημοκρατική Εκκλησία
Κοινωνιοκριτική Εκκλησία
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Karl Rahner για την Καθολική Εκκλησία στη Γερμανία. Μια κριτική αποτίμηση
Karl Rahner
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ;
Ανάλυση της κατάστασης
Εκκλησία του μικρού ποιμνίου
Εκκλησία της μη συγχρονικότητας
Εκκλησία της πόλωσης και της ομαδοποίησης
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;
Μεθοδολογικές προκαταρκτικές σκέψεις
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
Μια αποκληρικοποιημένη Εκκλησία
Εκκλησία διακονική και μεριμνώσα
Ηθική χωρίς ηθικολογία
Εκκλησία των ανοιχτών θυρών
Εκκλησία των συγκεκριμένων οδηγιών
Εκκλησία πραγματικής πνευματικότητας
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΝΟΗΘΕΙ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ;
Ανοιχτή Εκκλησία
Οικουμενική Εκκλησία
Εκκλησία από τη βάση
Δημοκρατική Εκκλησία
Κοινωνιοκριτική Εκκλησία
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Karl Rahner για την Καθολική Εκκλησία στη Γερμανία. Μια κριτική αποτίμηση
Michael Seewald
[Ο Michael Seewald είναι Γερμανός καθολικός θεολόγος, γεννημένος το 1987 στο Saarbrücken. Είναι ειδικός στη Δογματική και στην Ιστορία των Δογμάτων (Dogmatik und Dogmengeschichte). Σπούδασε Καθολική Θεολογία, Φιλοσοφία και Πολιτική Επιστήμη, και έκανε διδακτορικό και υφηγεσία στο Μόναχο.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός επειδή το 2016/2017 ανέλαβε πολύ νέος —περίπου στα 29 του— την έδρα Δογματικής και Ιστορίας των Δογμάτων στο Πανεπιστήμιο του Münster, μια έδρα με μεγάλη παράδοση, συνδεδεμένη και με ονόματα όπως ο Karl Rahner και ο Joseph Ratzinger. Από το 2024 είναι επίσης Permanent Fellow στο Wissenschaftskolleg zu Berlin.
Τα βασικά του ενδιαφέροντα είναι η ερμηνεία του δόγματος, η σχέση παράδοσης και μεταρρύθμισης, η δυνατότητα δογματικής αλλαγής μέσα στην Καθολική Εκκλησία και η συζήτηση για τη μορφή της Εκκλησίας σήμερα. Γι’ αυτό είναι πολύ σχετικός με την εισαγωγή στο βιβλίο του Rahner Strukturwandel der Kirche als Aufgabe und Chance. Ανάμεσα στα έργα του είναι τα Reform. Dieselbe Kirche anders denken, Dogma im Wandel και Einführung in die Systematische Theologie.]
1. Ένα βιβλίο με σημαντικές συνέπειες
Δεν μπορεί να αποσιωπηθεί, υπενθύμιζε ο Karl Lehmann με αφορμή τα 80ά γενέθλια του Rahner και λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατο του μεγάλου Ιησουίτη, «ότι ο Karl Rahner τα τελευταία χρόνια έχασε ορισμένους φίλους». Ο λόγιος, που λίγο νωρίτερα είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Mainz και που υπήρξε βοηθός του Rahner στο Μόναχο και στο Münster, αποδίδει αυτή την απώλεια και στο μικρό βιβλίο για τη Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία.
Οι μεταρρυθμιστικές ιδέες που διατυπώθηκαν εκεί έγιναν «για πολλούς μέχρι σήμερα η κύρια απόδειξη μιας απομάκρυνσης του Karl Rahner από τη θεολογία μιας υγιούς μεσότητας». Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να βρει παλαιότερους συνοδοιπόρους και μεταγενέστερους κριτικούς του Rahner που του προσάπτουν ακριβώς αυτό: ο Joseph Ratzinger, για παράδειγμα, επικρίνει ότι ο Rahner, μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, αφέθηκε σε μεγάλο βαθμό να ορκισθεί πίστη στα προοδευτικά συνθήματα και «παρασύρθηκε και σε περιπετειώδεις πολιτικές θέσεις», πράγμα που απομόνωσε τον Rahner στη Διεθνή Θεολογική Επιτροπή σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποχώρησε από την Επιτροπή, «επειδή αυτή δεν ήταν διατεθειμένη να προσχωρήσει κατά πλειοψηφία σε ριζοσπαστικές θέσεις».³
Ο ίδιος ο Rahner, σε μια απάντηση στους κριτικούς του "Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία", δήλωσε ότι το έργο αυτό οφείλεται σε δύο περιστάσεις — στη θεολογική εργασία του Rahner στη Σύνοδο του Würzburg και «στο αίτημα του εκδοτικού οίκου Herder να πει κάτι για τη Σύνοδο».⁴ Ο ίδιος εκδοτικός οίκος αποφάσισε τώρα να επανεκδώσει σε εύκολα προσβάσιμη μορφή το κείμενο που προέκυψε με δική του παρότρυνση, και μου ζήτησε να συντάξω μια εισαγωγή.
Το κάνω αυτό από την προοπτική ενός μεταγενέστερου, ο οποίος δεν είναι πλέον σύγχρονος του Rahner, αλλά τον εκτιμά και τον λαμβάνει σοβαρά ως θεολογικό συνομιλητή του παρόντος· γι’ αυτό και απέναντι στις ιδέες του Rahner σημειώνω επίσης κριτικά όσα μου φαίνονται εύλογα από τη σημερινή προοπτική. Η αλληλεπίδραση ιστορικής ένταξης, αναπαράστασης της σκέψης και κριτικού σχολιασμού αποσκοπεί να προσφέρει στους αναγνώστες ορισμένες υποδείξεις για τη σημερινή σημασία του βιβλίου του Rahner.
2. Για τη γένεση του έργου: Η Σύνοδος του Würzburg
Στο διάταγμά της Christus Dominus για την ποιμαντική αποστολή των επισκόπων, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού τιμά τη συνοδική κληρονομιά της Εκκλησίας και εκφράζει την επιθυμία αυτή η κληρονομιά να καλλιεργηθεί εκ νέου με μεγαλύτερη ένταση, όχι μόνο στο επίπεδο της παγκόσμιας Εκκλησίας με τη μορφή μιας λεγόμενης Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και στο τοπικό επίπεδο.
Ήδη στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού «πραγματοποιούνταν σύνοδοι, επαρχιακές σύνοδοι και τελικά ολομέλειες συνόδων, στις οποίες οι επίσκοποι καθόριζαν ενιαία ρύθμιση για διάφορες Εκκλησίες, τόσο ως προς τη διακήρυξη των αληθειών της πίστης όσο και ως προς την εκκλησιαστική πειθαρχία. Αυτή η Αγία Οικουμενική Σύνοδος επιθυμεί οι σεβάσμιοι θεσμοί των συνόδων και των συμβουλίων να ανθίσουν με νέα δύναμη· μέσω αυτών θα πρέπει να μεριμνάται καλύτερα και αποτελεσματικότερα για την αύξηση της πίστης και τη διατήρηση της πειθαρχίας στις διάφορες Εκκλησίες, σύμφωνα με τις συνθήκες του χρόνου» —CD 36. Παρά την μάλλον περιθωριακή τοποθέτηση αυτού του θέματος στο διάταγμα περί των επισκόπων, η ενθάρρυνση για τη διεξαγωγή συνόδων έγινε δεκτή στη Γερμανία ως κίνητρο.
Αυτό είχε κυρίως δύο λόγους: πρώτον, έπρεπε να εξεταστεί πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι πολυάριθμες μεταρρυθμιστικές παρορμήσεις της Συνόδου —για παράδειγμα όσον αφορά την αναδιοργάνωση της λειτουργίας, τη δυνατότητα ενός μόνιμου διακονάτου ή τη συνεργασία κλήρου και λαϊκών. Δεύτερον, η Σύνοδος δεν έγινε αντιληπτή εντός της Εκκλησίας μόνο ως παραγωγός μιας «συλλογής κειμένων», την οποία έπρεπε να ερμηνεύσει κανείς ορθά και τις οδηγίες της να ακολουθήσει, αλλά και ως «γεγονός» που είχε ζωοποιητική επίδραση πάνω στην εκκλησιαστική ζωή. Αυτή η όψη μού φαίνεται μεγάλης σημασίας για την κατανόηση της κατάστασης της συζήτησης στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα.
Για πρώτη φορά πολλοί Καθολικοί στη Γερμανία είχαν την αίσθηση ότι η Εκκλησία τους δεν πόνταρε πλέον σε έναν διαχωρισμό ειδικό του περιβάλλοντος ή, όσον αφορά για παράδειγμα τις εκκλησιαστικές θέσεις για τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της συνείδησης, δεν διατηρούσε δογματικές επιφυλάξεις απέναντι στο δημοκρατικό κράτος, αλλά ότι μπορούσε κανείς ταυτόχρονα να είναι πιστός Καθολικός και στο ύψος της εποχής. Εκεί όπου η Εκκλησία προηγουμένως γινόταν αντιληπτή ως άκαμπτη και αυστηρή, φαινόταν ξαφνικά δυνατή μια δυναμοποίηση, η οποία απαιτούσε αναδιαμόρφωση όσων ίσχυαν μέχρι τότε. Ο επιδραστικός δημοσιολόγος Otto Karrer ζητούσε, ως ένας από πολλούς που επεδίωκαν κάτι παρόμοιο, «η ζωή ολόκληρης της Εκκλησίας πρέπει να ανανεωθεί από το πνεύμα της Συνόδου».⁷ Αυτή την ορμή, η οποία, ενόψει της για ορισμένους απογοητευτικής μετασυνοδικής δογματικής εξέλιξης —ας σκεφθεί κανείς την εγκύκλιο Humanae Vitae— απέκτησε και έναν μαχητικό τόνο,⁸ προσπάθησε η Σύνοδος του Würzburg να την αναλάβει και να την καταστήσει γόνιμη για την εκκλησιαστική ζωή στη Γερμανία.
Τον Φεβρουάριο του 1969, η Γερμανική Επισκοπική Διάσκεψη αποφάσισε να συγκαλέσει μια Κοινή Σύνοδο όλων των επισκοπών της τότε Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Αυτή η ολομέλεια σύνοδος, η οποία —κυρίως όσον αφορά την ένταξη των λαϊκών— διέθετε καταστατικά εξαιρετικά ασυνήθιστα σε επίπεδο παγκόσμιας Εκκλησίας, συνήλθε τον Ιανουάριο του 1971 στην ιδρυτική της ολομέλεια στο Würzburg. Το φθινόπωρο του 1970, τα μοναχικά τάγματα, που διέθεταν συνολικά δέκα αντιπροσώπους, εξέλεξαν τον Ιησουίτη Karl Rahner ως έναν από τους εκπροσώπους τους. «Η πρωτοβουλία για αυτή τη Σύνοδο, η οποία θα έπρεπε να υπηρετήσει την εφαρμογή της Β΄ Συνόδου του Βατικανού στη Γερμανία, έδωσε στον Rahner νέα ώθηση, ενόψει ορισμένων απογοητεύσεων του τελευταίου καιρού. Τόσο εντονότερα αφιερώθηκε σε αυτό το γεγονός, το οποίο κατά την προετοιμασία του συνοδεύθηκε πολύ κριτικά από τις πιο διαφορετικές ενδοεκκλησιαστικές ομάδες. [...] Οι ρωμαϊκές εμπειρίες του Rahner στη Διεθνή Θεολογική Επιτροπή τον έκαναν να εναποθέσει τις ελπίδες του περισσότερο στην ανανέωση στον πολιτισμικά ελέγξιμο χώρο της Εκκλησίας της πατρίδας του, πολύ περισσότερο εφόσον εδώ βρισκόταν στο προσκήνιο η συγκεκριμένη ποιμαντική οπτική και κατά κάποιον τρόπο εξανάγκαζε σε διαμορφώσεις και αλλαγές, μπροστά στις οποίες φαίνονταν να φοβούνται στο επίπεδο της παγκόσμιας Εκκλησίας».⁹ Το βιβλίο Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία, που εκδόθηκε το 1972, είναι έκφραση της ελπίδας του Rahner στη διαμορφωτική δύναμη της Συνόδου, αλλά διατυπώνει επίσης τις όχι μικρές προσδοκίες του από αυτή τη συνέλευση.
3. Τι σημαίνει «δομική μεταβολή»;
Μετά τις πρώτες εντυπώσεις που είχε αποκτήσει στο Würzburg, ο Rahner έτρεφε τον φόβο ότι η Σύνοδος, ενόψει της «πληθώρας επιμέρους ερωτημάτων» που έπρεπε να αντιμετωπίσει, «από τα πολλά δέντρα δεν βλέπει πια το δάσος· ότι οι ενδιαφερόμενοι και οι ειδικοί ενός επιμέρους ζητήματος είναι τυφλοί για το ένα όλον του καθήκοντος της Εκκλησίας, μέσα στο οποίο και μόνο μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα και το επιμέρους καθήκον».¹⁰ —158 κ.ε. Ο Rahner δεν έβλεπε λοιπόν τη Σύνοδο του Würzburg ως όργανο μιας απλώς τεχνικής εφαρμογής των αποφάσεων της Συνόδου, αλλά ως μια συνέλευση που θα έπρεπε με θάρρος να αναπτύξει ένα δικό της θεολογικό προφίλ της Καθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία, το οποίο θα ανταποκρινόταν στο πνεύμα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού και σε ορισμένα πράγματα θα ήταν έτοιμο να υπερβεί ό,τι στο επίπεδο της παγκόσμιας Εκκλησίας εκείνη την εποχή φαινόταν δυνατό. Με άλλα λόγια: για τον Rahner επρόκειτο για την ανάπτυξη μιας εκκλησιολογίας της τοπικής Εκκλησίας, την οποία δεν κατανοούσε ως αντίπαλο μοντέλο προς μια καθολική, συνολικά καθολική εκκλησιολογία, αλλά ως θεολογικά δικαιολογήσιμη μορφή μιας ομάδας μερικών Εκκλησιών, «μέσα» στις οποίες και «από» τις οποίες υφίσταται «η μία και μοναδική Καθολική Εκκλησία» —LG 23.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Rahner είναι της άποψης ότι στην Καθολική Εκκλησία υπάρχουν συνταγματικές αρχές που πρέπει να παραμένουν αμετάβλητες, επειδή αποτελούν μέρη «μιας δεσμευτικής καθολικής διδασκαλίας της πίστης»· αναφέρει, για παράδειγμα, «το πρωτείο του Πάπα ή την επισκοπική συγκρότηση της Εκκλησίας».¹¹ Αυτές τις όψεις τις αφήνει άθικτες. «Όταν μιλούμε για δομική μεταβολή της Εκκλησίας, δεν εννοούμε λοιπόν, ή δεν εννοούμε άμεσα, αυτές τις καθαυτό συνταγματικές δομές, αλλά απλώς πραγματικότητες της Εκκλησίας στην κατανόηση της πίστης, στη ζωή της Εκκλησίας, στη σχέση της με τον κόσμο, πραγματικότητες δηλαδή των οποίων η δυνατότητα και η ανάγκη μεταβολής δεν μπορούν, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να αμφισβητηθούν»¹², ακόμη κι αν, ενόψει συγκεκριμένων ζητημάτων που πρέπει να διευκρινιστούν, υπάρχουν πάντοτε αντιπαραθέσεις σχετικά με το πώς ακριβώς θα έπρεπε να μεταβληθούν αυτές οι «πραγματικότητες».
Μια τέτοια κατανόηση της αλληλοπεριχώρησης και, ωστόσο, της παραμένουσας διαφοροποίησης ανάμεσα, από τη μια πλευρά, στις μη μεταβλητές, με την αυστηρή έννοια δογματικές κατασκευαστικές αρχές της Εκκλησίας, και, από την άλλη, στις μεταβλητές δομές της Εκκλησίας, οι οποίες ιστορικά μπορεί να προέκυψαν για κατανοητούς λόγους, αλλά πάντως συγκυριακά, μπορεί δικαίως να επικαλεστεί τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού. Στη δογματική διάταξη περί Εκκλησίας Lumen Gentium λέγεται:
Η κοινωνία που είναι εφοδιασμένη με ιεραρχικά όργανα και το μυστικό σώμα του Χριστού, η ορατή σύναξη και η πνευματική κοινότητα, η επίγεια Εκκλησία και η Εκκλησία που έχει προικιστεί με ουράνια δώρα δεν πρέπει να θεωρούνται ως δύο διαφορετικά μεγέθη, αλλά σχηματίζουν μία μοναδική σύνθετη πραγματικότητα, η οποία συνυφαίνεται από ανθρώπινο και θείο στοιχείο. Γι’ αυτό είναι, με μια όχι ασήμαντη αναλογία, όμοια με το μυστήριο του σαρκωμένου Λόγου. Διότι, όπως η προσληφθείσα φύση υπηρετεί τον θείο Λόγο ως ζωντανό όργανο σωτηρίας, αδιάλυτα ενωμένο μαζί Του, έτσι, με πολύ όμοιο τρόπο, το κοινωνικό σύμπλεγμα της Εκκλησίας υπηρετεί το Πνεύμα του Χριστού, που το ζωοποιεί, για την αύξηση του σώματός Του» —LG 8.
Η Σύνοδος απορρίπτει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο κοινωνικό σύμπλεγμα της Εκκλησίας και στη θεολογική της ουσία ως ζωντανού σώματος του Χριστού. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Η Εκκλησία μπορεί να ενεργεί σωτηριωδώς μόνο εκεί όπου λαμβάνει μέσα στην ιστορία μια συγκεκριμένη, κοινωνικά προσδιορισμένη μορφή. Συγχρόνως, όμως, η θεολογική ουσία της Εκκλησίας ποτέ δεν εξαντλείται πλήρως στις ιστορικές μορφές εκδήλωσης μιας ομολογιακής Εκκλησίας.¹³ Διότι η Εκκλησία είναι διαποτισμένη από μια αποστολή που υπερβαίνει τη θεσμική της τάξη και η οποία μπορεί ακόμη και να στραφεί κριτικά εναντίον της ίδιας, επειδή η Εκκλησία πρέπει κατά καιρούς να μεταβάλει ριζικά τα μέσα της, για να ανταποκριθεί στον ίδιο τον αυθεντικό της σκοπό: να είναι «σημείο και όργανο» «για την πιο εσωτερική ένωση με τον Θεό, όπως και για την ενότητα ολόκληρης της ανθρωπότητας» —LG 1.
Ακριβώς για αυτό το πρόβλημα πρόκειται στον Karl Rahner: Πώς πρέπει να είναι συγκροτημένη η Εκκλησία ώστε να γίνει κατάλληλο όργανο για το σωτήριο θέλημα του Θεού, και ποια μορφή πρέπει να λάβει, ώστε να ανταποκριθεί στην αποστολή της στο εδώ και τώρα; Ο Rahner προσεγγίζει αυτά τα ερωτήματα με κατανοητή γλώσσα. Γι’ αυτό θα επιλεγούν εδώ μόνο τρεις όψεις από το Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία, οι οποίες, ακόμη και ύστερα από απόσταση πολλών δεκαετιών, αξίζουν να αποτιμηθούν κριτικά.
4. Θεολογικές βασικές μέριμνες του βιβλίου
4.1. Χωρίς θεσμό καμία σωτηρία;
Ασφαλώς δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι λείπει από την Καθολική Εκκλησία η αυτοπεποίθηση. Και η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού διδάσκει ότι αυτή η οδοιπορούσα Εκκλησία είναι «αναγκαία για τη σωτηρία» —LG 14. Αν αυτή η φράση παρεξηγηθεί αυτοαναφορικά και δεν νοηθεί με αφετηρία την οργανικά υπηρετική σχέση της Εκκλησίας προς τον Χριστό, ο οποίος είναι «ο μόνος μεσίτης και δρόμος προς τη σωτηρία» και «γίνεται παρών σε εμάς μέσα στο σώμα Του, που είναι η Εκκλησία» —εδώ εννοούνται μόνο οι «καθολικοί πιστοί» (LG 14)· για χριστιανούς άλλων ομολογιών, Εβραίους ή οπαδούς άλλων θρησκειών δεν γίνεται λόγος, ούτε καν με αποκλείουσα έννοια— προκύπτει μια θριαμβολογική εικόνα της Εκκλησίας. Υπάρχει ο κίνδυνος η Εκκλησία να υψώσει τη ρητή προσφυγή στις μυστηριακές υπηρεσίες μεσιτείας της ή τη δογματική συγκατάθεση στη διδασκαλία της πίστης της σε αναντικατάστατους όρους για την απόκτηση της σωτηρίας όλων των ανθρώπων — μια αντίληψη την οποία απορρίπτει η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού.¹⁴ Ο Karl Rahner αντιτίθεται σε αυτή την εκκλησιαστική κατάληψη του γεγονότος της σωτηρίας.
Επισημαίνει ότι η «συχνά θρηνούμενη υποχώρηση της χριστιανικότητας και της πίστης» δεν είναι πράξη «σκοτεινών δυνάμεων», ούτε επίσης «υποχώρηση μιας πραγματικά απολύτως αναγκαίας και σωτηριοποιού πίστης —αν και σε ποιο βαθμό υπάρχει μια τέτοια, δεν μπορούμε καθόλου να το γνωρίζουμε—, αλλά υποχώρηση των προϋποθέσεων εκείνου του εντελώς συγκεκριμένου είδους πίστης και χριστιανισμού, που δεν είναι καθόλου ταυτόσημο με την ουσία της πίστης και του χριστιανισμού, και το οποίο ήταν δεδομένο με εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που σήμερα απλώς παρακμάζουν» —43. Ο Rahner προειδοποιεί να μη συγχέεται η εμπειρία κρίσης που χαρακτήριζε την Εκκλησία της εποχής του με κρίση σωτηρίας.
Από τη σημερινή οπτική, σε μερικούς το αίσθημα κρίσης της άμεσης μετασυνοδικής περιόδου, δεδομένου του τότε ακόμη υπάρχοντος αριθμού ιερέων, αυτόνομων ενοριών και τακτικών εκκλησιαζομένων, μπορεί να φαίνεται σαν θρήνος σε παραδεισένιο επίπεδο. Αυτή η αναχρονιστική εντύπωση όμως δεν πρέπει να αποκρύπτει πόσο δραματική γινόταν αντιληπτή η κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα από πολλούς Καθολικούς —παράλληλα με την αφύπνιση που συνδεόταν με τη Σύνοδο. Από το 1962 έως το 1976, για να αναφέρουμε μόνο έναν δείκτη, ο αριθμός των νεοχειροτονηθέντων ιερέων μειώθηκε κατά δύο τρίτα· η μείωση επιταχύνθηκε ιδιαίτερα μετά το 1968, όταν μέσα σε πέντε χρόνια ο αριθμός των νέων ιερέων σχεδόν υποδιπλασιάστηκε.¹⁵ Η σαφής ανάκαμψη των αριθμών χειροτονιών στη δεκαετία του ογδόντα έκανε αυτή την ατμόσφαιρα κρίσης σχεδόν να λησμονηθεί από τη σημερινή προοπτική, αλλά τότε προφανώς έβλεπε κανείς τον εαυτό του μπροστά στο ερώτημα: «Πεθαίνουν οι ιερείς;»¹⁶
Ο Rahner συμβουλεύει να μη θεολογικοποιούνται υπερβολικά ούτε να δαιμονοποιούνται δογματικά οι κοινωνικές μεταβολές των ενοριών, της ενοριακής διοίκησης και της ενοριακής συμμετοχής, αλλά απλώς να ερμηνεύονται ως μεταβολές της κοινωνικής δομής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας —και όχι συνολικά ως αποστασία από την αληθινή πίστη. Με αυτόν τον τρόπο ο Rahner αντιτάχθηκε τόσο στους ενδοεκκλησιαστικούς θεωρητικούς της παρακμής όσο και στους εξωεκκλησιαστικούς θεωρητικούς της εκκοσμίκευσης, οι οποίοι συμφωνούσαν στο ότι ερμήνευαν τις δομικές μεταβολές των θρησκευτικών θεσμών ως εξαφάνιση της θρησκείας καθαυτής, πράγμα που από τους μεν θρηνούνταν, από τους δε χαιρετιζόταν.¹⁷
Η εξέλιξη της μεταγενέστερης κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας της θρησκείας επρόκειτο να δικαιώσει τον Rahner: όποιος μπορεί να ομολογεί τον Θεό μόνο ως τον «εκκλησιαστικό Θεό του ρωμαιοπαπικού διδακτικού αξιώματος, δεσμευμένο σε ιεραρχικά οργανωμένες διαδικασίες επικοινωνίας»,¹⁸ τον καθιστά μικρότερο από ό,τι θα μπορούσε να είναι. Και όποιος μετρά τη ζωτικότητα της θρησκείας αποκλειστικά με βάση τη δύναμη κινητοποίησης που μπορεί να αποτυπωθεί θεσμικά, παραβλέπει σημαντικές όψεις των θρησκευτικών φαινομένων.¹⁹
Ο Rahner προσπαθεί, χωρίς να αρνείται το αίσθημα κρίσης της εποχής του —το οποίο άλλωστε τον ώθησε εξαρχής στη συγγραφή του βιβλίου του για τη δομική μεταβολή—, να μην ερμηνεύει την πλουραλιστικοποίηση της θρησκείας μόνο ως μια κακή κατάσταση που πρέπει να καταπολεμηθεί από την πλευρά της Εκκλησίας. Διότι, κατά τον Rahner, τα «θεολογικά σημαντικά» όρια, δηλαδή όχι απλώς τα κοινωνικά όρια που μπορούν να εφοδιαστούν με σαφείς δείκτες, «των Εκκλησιών και της Εκκλησίας είναι σκοτεινά και ασφαλώς πολύ ρευστά» —92. Αυτό, χωρίς αμφιβολία, θέτει τις Εκκλησίες ως θεσμούς μπροστά σε πολυάριθμα προβλήματα, ανοίγει όμως και νέες προοπτικές.
Έτσι, ο Hans Joas βλέπει ήδη εδώ και μερικές δεκαετίες έναν διπλό μετασχηματισμό των έως τώρα υφιστάμενων θρησκευτικών περιβαλλόντων: ενώ αυτά τα περιβάλλοντα λιώνουν ως προς την ειδικά ομολογιακή τους διαμόρφωση, «γινόμαστε σήμερα μάρτυρες της διαμόρφωσης ενός υπερομολογιακά χριστιανικού περιβάλλοντος στη Γερμανία», το οποίο θέτει στη θεολογία το καθήκον να ξανασκεφθεί τη «σημασία του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής συνεργασίας».²⁰
4.2. Οικουμενισμός ως απτή, θεσμική ενότητα της Εκκλησίας
[Ο Michael Seewald είναι Γερμανός καθολικός θεολόγος, γεννημένος το 1987 στο Saarbrücken. Είναι ειδικός στη Δογματική και στην Ιστορία των Δογμάτων (Dogmatik und Dogmengeschichte). Σπούδασε Καθολική Θεολογία, Φιλοσοφία και Πολιτική Επιστήμη, και έκανε διδακτορικό και υφηγεσία στο Μόναχο.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός επειδή το 2016/2017 ανέλαβε πολύ νέος —περίπου στα 29 του— την έδρα Δογματικής και Ιστορίας των Δογμάτων στο Πανεπιστήμιο του Münster, μια έδρα με μεγάλη παράδοση, συνδεδεμένη και με ονόματα όπως ο Karl Rahner και ο Joseph Ratzinger. Από το 2024 είναι επίσης Permanent Fellow στο Wissenschaftskolleg zu Berlin.
Τα βασικά του ενδιαφέροντα είναι η ερμηνεία του δόγματος, η σχέση παράδοσης και μεταρρύθμισης, η δυνατότητα δογματικής αλλαγής μέσα στην Καθολική Εκκλησία και η συζήτηση για τη μορφή της Εκκλησίας σήμερα. Γι’ αυτό είναι πολύ σχετικός με την εισαγωγή στο βιβλίο του Rahner Strukturwandel der Kirche als Aufgabe und Chance. Ανάμεσα στα έργα του είναι τα Reform. Dieselbe Kirche anders denken, Dogma im Wandel και Einführung in die Systematische Theologie.]
1. Ένα βιβλίο με σημαντικές συνέπειες
Δεν μπορεί να αποσιωπηθεί, υπενθύμιζε ο Karl Lehmann με αφορμή τα 80ά γενέθλια του Rahner και λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατο του μεγάλου Ιησουίτη, «ότι ο Karl Rahner τα τελευταία χρόνια έχασε ορισμένους φίλους». Ο λόγιος, που λίγο νωρίτερα είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Mainz και που υπήρξε βοηθός του Rahner στο Μόναχο και στο Münster, αποδίδει αυτή την απώλεια και στο μικρό βιβλίο για τη Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία.
Οι μεταρρυθμιστικές ιδέες που διατυπώθηκαν εκεί έγιναν «για πολλούς μέχρι σήμερα η κύρια απόδειξη μιας απομάκρυνσης του Karl Rahner από τη θεολογία μιας υγιούς μεσότητας». Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να βρει παλαιότερους συνοδοιπόρους και μεταγενέστερους κριτικούς του Rahner που του προσάπτουν ακριβώς αυτό: ο Joseph Ratzinger, για παράδειγμα, επικρίνει ότι ο Rahner, μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, αφέθηκε σε μεγάλο βαθμό να ορκισθεί πίστη στα προοδευτικά συνθήματα και «παρασύρθηκε και σε περιπετειώδεις πολιτικές θέσεις», πράγμα που απομόνωσε τον Rahner στη Διεθνή Θεολογική Επιτροπή σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποχώρησε από την Επιτροπή, «επειδή αυτή δεν ήταν διατεθειμένη να προσχωρήσει κατά πλειοψηφία σε ριζοσπαστικές θέσεις».³
Ο ίδιος ο Rahner, σε μια απάντηση στους κριτικούς του "Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία", δήλωσε ότι το έργο αυτό οφείλεται σε δύο περιστάσεις — στη θεολογική εργασία του Rahner στη Σύνοδο του Würzburg και «στο αίτημα του εκδοτικού οίκου Herder να πει κάτι για τη Σύνοδο».⁴ Ο ίδιος εκδοτικός οίκος αποφάσισε τώρα να επανεκδώσει σε εύκολα προσβάσιμη μορφή το κείμενο που προέκυψε με δική του παρότρυνση, και μου ζήτησε να συντάξω μια εισαγωγή.
Το κάνω αυτό από την προοπτική ενός μεταγενέστερου, ο οποίος δεν είναι πλέον σύγχρονος του Rahner, αλλά τον εκτιμά και τον λαμβάνει σοβαρά ως θεολογικό συνομιλητή του παρόντος· γι’ αυτό και απέναντι στις ιδέες του Rahner σημειώνω επίσης κριτικά όσα μου φαίνονται εύλογα από τη σημερινή προοπτική. Η αλληλεπίδραση ιστορικής ένταξης, αναπαράστασης της σκέψης και κριτικού σχολιασμού αποσκοπεί να προσφέρει στους αναγνώστες ορισμένες υποδείξεις για τη σημερινή σημασία του βιβλίου του Rahner.
2. Για τη γένεση του έργου: Η Σύνοδος του Würzburg
Στο διάταγμά της Christus Dominus για την ποιμαντική αποστολή των επισκόπων, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού τιμά τη συνοδική κληρονομιά της Εκκλησίας και εκφράζει την επιθυμία αυτή η κληρονομιά να καλλιεργηθεί εκ νέου με μεγαλύτερη ένταση, όχι μόνο στο επίπεδο της παγκόσμιας Εκκλησίας με τη μορφή μιας λεγόμενης Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και στο τοπικό επίπεδο.
Ήδη στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού «πραγματοποιούνταν σύνοδοι, επαρχιακές σύνοδοι και τελικά ολομέλειες συνόδων, στις οποίες οι επίσκοποι καθόριζαν ενιαία ρύθμιση για διάφορες Εκκλησίες, τόσο ως προς τη διακήρυξη των αληθειών της πίστης όσο και ως προς την εκκλησιαστική πειθαρχία. Αυτή η Αγία Οικουμενική Σύνοδος επιθυμεί οι σεβάσμιοι θεσμοί των συνόδων και των συμβουλίων να ανθίσουν με νέα δύναμη· μέσω αυτών θα πρέπει να μεριμνάται καλύτερα και αποτελεσματικότερα για την αύξηση της πίστης και τη διατήρηση της πειθαρχίας στις διάφορες Εκκλησίες, σύμφωνα με τις συνθήκες του χρόνου» —CD 36. Παρά την μάλλον περιθωριακή τοποθέτηση αυτού του θέματος στο διάταγμα περί των επισκόπων, η ενθάρρυνση για τη διεξαγωγή συνόδων έγινε δεκτή στη Γερμανία ως κίνητρο.
Αυτό είχε κυρίως δύο λόγους: πρώτον, έπρεπε να εξεταστεί πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι πολυάριθμες μεταρρυθμιστικές παρορμήσεις της Συνόδου —για παράδειγμα όσον αφορά την αναδιοργάνωση της λειτουργίας, τη δυνατότητα ενός μόνιμου διακονάτου ή τη συνεργασία κλήρου και λαϊκών. Δεύτερον, η Σύνοδος δεν έγινε αντιληπτή εντός της Εκκλησίας μόνο ως παραγωγός μιας «συλλογής κειμένων», την οποία έπρεπε να ερμηνεύσει κανείς ορθά και τις οδηγίες της να ακολουθήσει, αλλά και ως «γεγονός» που είχε ζωοποιητική επίδραση πάνω στην εκκλησιαστική ζωή. Αυτή η όψη μού φαίνεται μεγάλης σημασίας για την κατανόηση της κατάστασης της συζήτησης στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα.
Για πρώτη φορά πολλοί Καθολικοί στη Γερμανία είχαν την αίσθηση ότι η Εκκλησία τους δεν πόνταρε πλέον σε έναν διαχωρισμό ειδικό του περιβάλλοντος ή, όσον αφορά για παράδειγμα τις εκκλησιαστικές θέσεις για τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της συνείδησης, δεν διατηρούσε δογματικές επιφυλάξεις απέναντι στο δημοκρατικό κράτος, αλλά ότι μπορούσε κανείς ταυτόχρονα να είναι πιστός Καθολικός και στο ύψος της εποχής. Εκεί όπου η Εκκλησία προηγουμένως γινόταν αντιληπτή ως άκαμπτη και αυστηρή, φαινόταν ξαφνικά δυνατή μια δυναμοποίηση, η οποία απαιτούσε αναδιαμόρφωση όσων ίσχυαν μέχρι τότε. Ο επιδραστικός δημοσιολόγος Otto Karrer ζητούσε, ως ένας από πολλούς που επεδίωκαν κάτι παρόμοιο, «η ζωή ολόκληρης της Εκκλησίας πρέπει να ανανεωθεί από το πνεύμα της Συνόδου».⁷ Αυτή την ορμή, η οποία, ενόψει της για ορισμένους απογοητευτικής μετασυνοδικής δογματικής εξέλιξης —ας σκεφθεί κανείς την εγκύκλιο Humanae Vitae— απέκτησε και έναν μαχητικό τόνο,⁸ προσπάθησε η Σύνοδος του Würzburg να την αναλάβει και να την καταστήσει γόνιμη για την εκκλησιαστική ζωή στη Γερμανία.
Τον Φεβρουάριο του 1969, η Γερμανική Επισκοπική Διάσκεψη αποφάσισε να συγκαλέσει μια Κοινή Σύνοδο όλων των επισκοπών της τότε Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Αυτή η ολομέλεια σύνοδος, η οποία —κυρίως όσον αφορά την ένταξη των λαϊκών— διέθετε καταστατικά εξαιρετικά ασυνήθιστα σε επίπεδο παγκόσμιας Εκκλησίας, συνήλθε τον Ιανουάριο του 1971 στην ιδρυτική της ολομέλεια στο Würzburg. Το φθινόπωρο του 1970, τα μοναχικά τάγματα, που διέθεταν συνολικά δέκα αντιπροσώπους, εξέλεξαν τον Ιησουίτη Karl Rahner ως έναν από τους εκπροσώπους τους. «Η πρωτοβουλία για αυτή τη Σύνοδο, η οποία θα έπρεπε να υπηρετήσει την εφαρμογή της Β΄ Συνόδου του Βατικανού στη Γερμανία, έδωσε στον Rahner νέα ώθηση, ενόψει ορισμένων απογοητεύσεων του τελευταίου καιρού. Τόσο εντονότερα αφιερώθηκε σε αυτό το γεγονός, το οποίο κατά την προετοιμασία του συνοδεύθηκε πολύ κριτικά από τις πιο διαφορετικές ενδοεκκλησιαστικές ομάδες. [...] Οι ρωμαϊκές εμπειρίες του Rahner στη Διεθνή Θεολογική Επιτροπή τον έκαναν να εναποθέσει τις ελπίδες του περισσότερο στην ανανέωση στον πολιτισμικά ελέγξιμο χώρο της Εκκλησίας της πατρίδας του, πολύ περισσότερο εφόσον εδώ βρισκόταν στο προσκήνιο η συγκεκριμένη ποιμαντική οπτική και κατά κάποιον τρόπο εξανάγκαζε σε διαμορφώσεις και αλλαγές, μπροστά στις οποίες φαίνονταν να φοβούνται στο επίπεδο της παγκόσμιας Εκκλησίας».⁹ Το βιβλίο Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία, που εκδόθηκε το 1972, είναι έκφραση της ελπίδας του Rahner στη διαμορφωτική δύναμη της Συνόδου, αλλά διατυπώνει επίσης τις όχι μικρές προσδοκίες του από αυτή τη συνέλευση.
3. Τι σημαίνει «δομική μεταβολή»;
Μετά τις πρώτες εντυπώσεις που είχε αποκτήσει στο Würzburg, ο Rahner έτρεφε τον φόβο ότι η Σύνοδος, ενόψει της «πληθώρας επιμέρους ερωτημάτων» που έπρεπε να αντιμετωπίσει, «από τα πολλά δέντρα δεν βλέπει πια το δάσος· ότι οι ενδιαφερόμενοι και οι ειδικοί ενός επιμέρους ζητήματος είναι τυφλοί για το ένα όλον του καθήκοντος της Εκκλησίας, μέσα στο οποίο και μόνο μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα και το επιμέρους καθήκον».¹⁰ —158 κ.ε. Ο Rahner δεν έβλεπε λοιπόν τη Σύνοδο του Würzburg ως όργανο μιας απλώς τεχνικής εφαρμογής των αποφάσεων της Συνόδου, αλλά ως μια συνέλευση που θα έπρεπε με θάρρος να αναπτύξει ένα δικό της θεολογικό προφίλ της Καθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία, το οποίο θα ανταποκρινόταν στο πνεύμα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού και σε ορισμένα πράγματα θα ήταν έτοιμο να υπερβεί ό,τι στο επίπεδο της παγκόσμιας Εκκλησίας εκείνη την εποχή φαινόταν δυνατό. Με άλλα λόγια: για τον Rahner επρόκειτο για την ανάπτυξη μιας εκκλησιολογίας της τοπικής Εκκλησίας, την οποία δεν κατανοούσε ως αντίπαλο μοντέλο προς μια καθολική, συνολικά καθολική εκκλησιολογία, αλλά ως θεολογικά δικαιολογήσιμη μορφή μιας ομάδας μερικών Εκκλησιών, «μέσα» στις οποίες και «από» τις οποίες υφίσταται «η μία και μοναδική Καθολική Εκκλησία» —LG 23.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Rahner είναι της άποψης ότι στην Καθολική Εκκλησία υπάρχουν συνταγματικές αρχές που πρέπει να παραμένουν αμετάβλητες, επειδή αποτελούν μέρη «μιας δεσμευτικής καθολικής διδασκαλίας της πίστης»· αναφέρει, για παράδειγμα, «το πρωτείο του Πάπα ή την επισκοπική συγκρότηση της Εκκλησίας».¹¹ Αυτές τις όψεις τις αφήνει άθικτες. «Όταν μιλούμε για δομική μεταβολή της Εκκλησίας, δεν εννοούμε λοιπόν, ή δεν εννοούμε άμεσα, αυτές τις καθαυτό συνταγματικές δομές, αλλά απλώς πραγματικότητες της Εκκλησίας στην κατανόηση της πίστης, στη ζωή της Εκκλησίας, στη σχέση της με τον κόσμο, πραγματικότητες δηλαδή των οποίων η δυνατότητα και η ανάγκη μεταβολής δεν μπορούν, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να αμφισβητηθούν»¹², ακόμη κι αν, ενόψει συγκεκριμένων ζητημάτων που πρέπει να διευκρινιστούν, υπάρχουν πάντοτε αντιπαραθέσεις σχετικά με το πώς ακριβώς θα έπρεπε να μεταβληθούν αυτές οι «πραγματικότητες».
Μια τέτοια κατανόηση της αλληλοπεριχώρησης και, ωστόσο, της παραμένουσας διαφοροποίησης ανάμεσα, από τη μια πλευρά, στις μη μεταβλητές, με την αυστηρή έννοια δογματικές κατασκευαστικές αρχές της Εκκλησίας, και, από την άλλη, στις μεταβλητές δομές της Εκκλησίας, οι οποίες ιστορικά μπορεί να προέκυψαν για κατανοητούς λόγους, αλλά πάντως συγκυριακά, μπορεί δικαίως να επικαλεστεί τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού. Στη δογματική διάταξη περί Εκκλησίας Lumen Gentium λέγεται:
Η κοινωνία που είναι εφοδιασμένη με ιεραρχικά όργανα και το μυστικό σώμα του Χριστού, η ορατή σύναξη και η πνευματική κοινότητα, η επίγεια Εκκλησία και η Εκκλησία που έχει προικιστεί με ουράνια δώρα δεν πρέπει να θεωρούνται ως δύο διαφορετικά μεγέθη, αλλά σχηματίζουν μία μοναδική σύνθετη πραγματικότητα, η οποία συνυφαίνεται από ανθρώπινο και θείο στοιχείο. Γι’ αυτό είναι, με μια όχι ασήμαντη αναλογία, όμοια με το μυστήριο του σαρκωμένου Λόγου. Διότι, όπως η προσληφθείσα φύση υπηρετεί τον θείο Λόγο ως ζωντανό όργανο σωτηρίας, αδιάλυτα ενωμένο μαζί Του, έτσι, με πολύ όμοιο τρόπο, το κοινωνικό σύμπλεγμα της Εκκλησίας υπηρετεί το Πνεύμα του Χριστού, που το ζωοποιεί, για την αύξηση του σώματός Του» —LG 8.
Η Σύνοδος απορρίπτει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο κοινωνικό σύμπλεγμα της Εκκλησίας και στη θεολογική της ουσία ως ζωντανού σώματος του Χριστού. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Η Εκκλησία μπορεί να ενεργεί σωτηριωδώς μόνο εκεί όπου λαμβάνει μέσα στην ιστορία μια συγκεκριμένη, κοινωνικά προσδιορισμένη μορφή. Συγχρόνως, όμως, η θεολογική ουσία της Εκκλησίας ποτέ δεν εξαντλείται πλήρως στις ιστορικές μορφές εκδήλωσης μιας ομολογιακής Εκκλησίας.¹³ Διότι η Εκκλησία είναι διαποτισμένη από μια αποστολή που υπερβαίνει τη θεσμική της τάξη και η οποία μπορεί ακόμη και να στραφεί κριτικά εναντίον της ίδιας, επειδή η Εκκλησία πρέπει κατά καιρούς να μεταβάλει ριζικά τα μέσα της, για να ανταποκριθεί στον ίδιο τον αυθεντικό της σκοπό: να είναι «σημείο και όργανο» «για την πιο εσωτερική ένωση με τον Θεό, όπως και για την ενότητα ολόκληρης της ανθρωπότητας» —LG 1.
Ακριβώς για αυτό το πρόβλημα πρόκειται στον Karl Rahner: Πώς πρέπει να είναι συγκροτημένη η Εκκλησία ώστε να γίνει κατάλληλο όργανο για το σωτήριο θέλημα του Θεού, και ποια μορφή πρέπει να λάβει, ώστε να ανταποκριθεί στην αποστολή της στο εδώ και τώρα; Ο Rahner προσεγγίζει αυτά τα ερωτήματα με κατανοητή γλώσσα. Γι’ αυτό θα επιλεγούν εδώ μόνο τρεις όψεις από το Δομική μεταβολή της Εκκλησίας ως καθήκον και ευκαιρία, οι οποίες, ακόμη και ύστερα από απόσταση πολλών δεκαετιών, αξίζουν να αποτιμηθούν κριτικά.
4. Θεολογικές βασικές μέριμνες του βιβλίου
4.1. Χωρίς θεσμό καμία σωτηρία;
Ασφαλώς δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι λείπει από την Καθολική Εκκλησία η αυτοπεποίθηση. Και η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού διδάσκει ότι αυτή η οδοιπορούσα Εκκλησία είναι «αναγκαία για τη σωτηρία» —LG 14. Αν αυτή η φράση παρεξηγηθεί αυτοαναφορικά και δεν νοηθεί με αφετηρία την οργανικά υπηρετική σχέση της Εκκλησίας προς τον Χριστό, ο οποίος είναι «ο μόνος μεσίτης και δρόμος προς τη σωτηρία» και «γίνεται παρών σε εμάς μέσα στο σώμα Του, που είναι η Εκκλησία» —εδώ εννοούνται μόνο οι «καθολικοί πιστοί» (LG 14)· για χριστιανούς άλλων ομολογιών, Εβραίους ή οπαδούς άλλων θρησκειών δεν γίνεται λόγος, ούτε καν με αποκλείουσα έννοια— προκύπτει μια θριαμβολογική εικόνα της Εκκλησίας. Υπάρχει ο κίνδυνος η Εκκλησία να υψώσει τη ρητή προσφυγή στις μυστηριακές υπηρεσίες μεσιτείας της ή τη δογματική συγκατάθεση στη διδασκαλία της πίστης της σε αναντικατάστατους όρους για την απόκτηση της σωτηρίας όλων των ανθρώπων — μια αντίληψη την οποία απορρίπτει η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού.¹⁴ Ο Karl Rahner αντιτίθεται σε αυτή την εκκλησιαστική κατάληψη του γεγονότος της σωτηρίας.
Επισημαίνει ότι η «συχνά θρηνούμενη υποχώρηση της χριστιανικότητας και της πίστης» δεν είναι πράξη «σκοτεινών δυνάμεων», ούτε επίσης «υποχώρηση μιας πραγματικά απολύτως αναγκαίας και σωτηριοποιού πίστης —αν και σε ποιο βαθμό υπάρχει μια τέτοια, δεν μπορούμε καθόλου να το γνωρίζουμε—, αλλά υποχώρηση των προϋποθέσεων εκείνου του εντελώς συγκεκριμένου είδους πίστης και χριστιανισμού, που δεν είναι καθόλου ταυτόσημο με την ουσία της πίστης και του χριστιανισμού, και το οποίο ήταν δεδομένο με εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που σήμερα απλώς παρακμάζουν» —43. Ο Rahner προειδοποιεί να μη συγχέεται η εμπειρία κρίσης που χαρακτήριζε την Εκκλησία της εποχής του με κρίση σωτηρίας.
Από τη σημερινή οπτική, σε μερικούς το αίσθημα κρίσης της άμεσης μετασυνοδικής περιόδου, δεδομένου του τότε ακόμη υπάρχοντος αριθμού ιερέων, αυτόνομων ενοριών και τακτικών εκκλησιαζομένων, μπορεί να φαίνεται σαν θρήνος σε παραδεισένιο επίπεδο. Αυτή η αναχρονιστική εντύπωση όμως δεν πρέπει να αποκρύπτει πόσο δραματική γινόταν αντιληπτή η κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα από πολλούς Καθολικούς —παράλληλα με την αφύπνιση που συνδεόταν με τη Σύνοδο. Από το 1962 έως το 1976, για να αναφέρουμε μόνο έναν δείκτη, ο αριθμός των νεοχειροτονηθέντων ιερέων μειώθηκε κατά δύο τρίτα· η μείωση επιταχύνθηκε ιδιαίτερα μετά το 1968, όταν μέσα σε πέντε χρόνια ο αριθμός των νέων ιερέων σχεδόν υποδιπλασιάστηκε.¹⁵ Η σαφής ανάκαμψη των αριθμών χειροτονιών στη δεκαετία του ογδόντα έκανε αυτή την ατμόσφαιρα κρίσης σχεδόν να λησμονηθεί από τη σημερινή προοπτική, αλλά τότε προφανώς έβλεπε κανείς τον εαυτό του μπροστά στο ερώτημα: «Πεθαίνουν οι ιερείς;»¹⁶
Ο Rahner συμβουλεύει να μη θεολογικοποιούνται υπερβολικά ούτε να δαιμονοποιούνται δογματικά οι κοινωνικές μεταβολές των ενοριών, της ενοριακής διοίκησης και της ενοριακής συμμετοχής, αλλά απλώς να ερμηνεύονται ως μεταβολές της κοινωνικής δομής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας —και όχι συνολικά ως αποστασία από την αληθινή πίστη. Με αυτόν τον τρόπο ο Rahner αντιτάχθηκε τόσο στους ενδοεκκλησιαστικούς θεωρητικούς της παρακμής όσο και στους εξωεκκλησιαστικούς θεωρητικούς της εκκοσμίκευσης, οι οποίοι συμφωνούσαν στο ότι ερμήνευαν τις δομικές μεταβολές των θρησκευτικών θεσμών ως εξαφάνιση της θρησκείας καθαυτής, πράγμα που από τους μεν θρηνούνταν, από τους δε χαιρετιζόταν.¹⁷
Η εξέλιξη της μεταγενέστερης κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας της θρησκείας επρόκειτο να δικαιώσει τον Rahner: όποιος μπορεί να ομολογεί τον Θεό μόνο ως τον «εκκλησιαστικό Θεό του ρωμαιοπαπικού διδακτικού αξιώματος, δεσμευμένο σε ιεραρχικά οργανωμένες διαδικασίες επικοινωνίας»,¹⁸ τον καθιστά μικρότερο από ό,τι θα μπορούσε να είναι. Και όποιος μετρά τη ζωτικότητα της θρησκείας αποκλειστικά με βάση τη δύναμη κινητοποίησης που μπορεί να αποτυπωθεί θεσμικά, παραβλέπει σημαντικές όψεις των θρησκευτικών φαινομένων.¹⁹
Ο Rahner προσπαθεί, χωρίς να αρνείται το αίσθημα κρίσης της εποχής του —το οποίο άλλωστε τον ώθησε εξαρχής στη συγγραφή του βιβλίου του για τη δομική μεταβολή—, να μην ερμηνεύει την πλουραλιστικοποίηση της θρησκείας μόνο ως μια κακή κατάσταση που πρέπει να καταπολεμηθεί από την πλευρά της Εκκλησίας. Διότι, κατά τον Rahner, τα «θεολογικά σημαντικά» όρια, δηλαδή όχι απλώς τα κοινωνικά όρια που μπορούν να εφοδιαστούν με σαφείς δείκτες, «των Εκκλησιών και της Εκκλησίας είναι σκοτεινά και ασφαλώς πολύ ρευστά» —92. Αυτό, χωρίς αμφιβολία, θέτει τις Εκκλησίες ως θεσμούς μπροστά σε πολυάριθμα προβλήματα, ανοίγει όμως και νέες προοπτικές.
Έτσι, ο Hans Joas βλέπει ήδη εδώ και μερικές δεκαετίες έναν διπλό μετασχηματισμό των έως τώρα υφιστάμενων θρησκευτικών περιβαλλόντων: ενώ αυτά τα περιβάλλοντα λιώνουν ως προς την ειδικά ομολογιακή τους διαμόρφωση, «γινόμαστε σήμερα μάρτυρες της διαμόρφωσης ενός υπερομολογιακά χριστιανικού περιβάλλοντος στη Γερμανία», το οποίο θέτει στη θεολογία το καθήκον να ξανασκεφθεί τη «σημασία του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής συνεργασίας».²⁰
4.2. Οικουμενισμός ως απτή, θεσμική ενότητα της Εκκλησίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου