Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Η ήττα της Δύσης 6 Emmanuel Todd, με τη συνεργασία του Baptiste Touverey

Συνέχεια από Τετάρτη 27. Μαΐου 2026

Η ήττα της Δύσης 6

Emmanuel Todd, με τη συνεργασία του Baptiste Touverey

Εκδόσεις Gallimard, 2024

Κεφάλαιο 1

Ανισότητες, αλλά μια γενική συστράτευση με το καθεστώς

Η ιδιαιτερότητα μιας άμεσης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην εξουσία και στα λαϊκά στρώματα στη Ρωσία, όπως και η αναγνώριση κοινοτικών νοητικών ιχνών στο εσωτερικό των ανώτερων μεσαίων τάξεων, δεν πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε ότι η γενική αρχή ιεράρχησης, η οποία έπληξε όλες τις προηγμένες κοινωνίες μεταξύ 1960 και 2000, έφθασε και στη Ρωσία. Η νέα εκπαιδευτική διαστρωμάτωση αναπτύχθηκε εκεί πέρα από τα έτη 1985-1990, όταν ξεπεράστηκε το όριο του 20% ανώτατα εκπαιδευμένων ανά γενεακή ομάδα και μπλόκαρε την κομμουνιστική ιδεολογία.

Η κατάρρευση της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, η επιδρομή του πιο τολμηρού και αγοραίου τμήματος της νομενκλατούρας πάνω στα κρατικά αγαθά που βρίσκονταν υπό «ιδιωτικοποίηση» την εποχή του Γέλτσιν, παρήγαγαν μάλιστα μια έκρηξη των ανισοτήτων και μια ακραία συγκέντρωση του πλούτου και των εισοδημάτων. Αυτή η συγκέντρωση, αφού σταθεροποιήθηκε, διαχύθηκε προς τα κάτω και ευνόησε την ανάδυση μιας ανώτερης μεσαίας τάξης, της οποίας τα οικονομικά προνόμια δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από εκείνα των δυτικών ομολόγων της.

Η World Inequality Database αποκαλύπτει ότι, πριν από τη φορολογία, το μερίδιο των εισοδημάτων που λαμβάνεται από το ανώτερο 1% της πυραμίδας, έπειτα από το επόμενο 9%, ξεπερνά μάλιστα στη Ρωσία τα αμερικανικά αντίστοιχα μεγέθη το 2021: 24% των εισοδημάτων για το ανώτερο 1% στη Ρωσία έναντι 19% στις Ηνωμένες Πολιτείες, 27% για το επόμενο 9% στη Ρωσία όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γαλλία, συγκριτικά, διαθέτει μετριοπαθείς ανώτερες και ανώτερες μεσαίες τάξεις: το ανώτερο 1% λαμβάνει μόνο 9% των εισοδημάτων και το επόμενο 9% 22%. Η αντικειμενική ανισότητα στη Γαλλία είναι κοντά στη γενική ευρωπαϊκή ισορροπία, στην πιο δημοκρατική εκδοχή της, όπως την παρατηρεί κανείς στις σκανδιναβικές χώρες.

Η ρωσική μεσαία τάξη, κατασκευασμένη κατά το ουσιώδες από τον κομμουνιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό και τη σοβιετική αξιοκρατική εκπαίδευση, απολαμβάνει, όπως και ο υπόλοιπος πληθυσμός, την κοινωνική ειρήνη της εποχής Πούτιν, την οποία πιστοποιεί, όπως είδαμε, η πτώση των ποσοστών αυτοκτονίας, ανθρωποκτονίας και θανάτων από αλκοολισμό. Η μείωση της βρεφικής θνησιμότητας πρέπει να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα και σύμβολο μιας ειρηνικής νοητικής και οικονομικής ατμόσφαιρας, η οποία δεν είχε υπάρξει ποτέ στη Ρωσία.

Ο Shlapentokh υπογράμμιζε, από την πλευρά του, ότι ποτέ οι συνθήκες ζωής στη Ρωσία δεν είχαν υπάρξει τόσο καλές, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας, όσο υπό τον Πούτιν. Οι ανώτερες μεσαίες τάξεις αποδέχθηκαν λοιπόν το καθεστώς, όπως και οι ολιγάρχες παραιτήθηκαν από κάθε διάθεση να ασκήσουν αυτόνομη εξουσία. Η σύλληψη του Mikhaïl Khodorkovski τον Οκτώβριο του 2003 υπήρξε η ευκαιρία για το κράτος και τους ολιγάρχες να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Ο Πούτιν τους άφησε τα χρήματά τους, και μόνο τα χρήματά τους. Στην πραγματικότητα, η λέξη «ολιγάρχης», η οποία περιλαμβάνει την έννοια της εξουσίας (arkhè), δεν περιγράφει πλέον σωστά τη ρωσική πραγματικότητα.

Είναι διασκεδαστικό να διαπιστώνει κανείς ότι το κυνήγι των Ρώσων «ολιγαρχών», που εξαπολύθηκε στη Δύση από την αρχή της εισβολής στην Ουκρανία, γενίκευσε πέραν του Ατλαντικού την έννοια μιας Αμερικής πραγματικά ολιγαρχικής. Οι δικοί της ολιγάρχες μπορούν, αντίθετα από τους Ρώσους ομοίους τους, να παρεμβαίνουν —και μαζικά, όπως θα δούμε— στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.

Το «σύστημα Πούτιν» είναι σταθερό επειδή είναι προϊόν της ιστορίας της Ρωσίας και όχι έργο ενός ανθρώπου. Το όνειρο που κατατρύχει την Ουάσιγκτον, μιας αντιπουτινικής εξέγερσης, δεν είναι πράγματι παρά ένα όνειρο, που απορρέει από την άρνηση των Δυτικών να δουν ότι οι συνθήκες ζωής βελτιώθηκαν υπό την κυριαρχία του και να αναγνωρίσουν την ιδιαιτερότητα της ρωσικής πολιτικής κουλτούρας. Έρχομαι τώρα στην πραγματική ευθραυστότητα της Ρωσίας: τη δημογραφία της.

Η στρατηγική του σπάνιου ανθρώπου


Αν δεν υπήρχαν παρά μόνο τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί ως εδώ, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε ότι η Ρωσία θα έκανε κάτι περισσότερο από το να αντισταθεί στη Δύση· θα έπρεπε να εξετάσουμε την πιθανότητα ενός νέου ιμπεριαλισμού.

Αλλά η Ρωσία έχει μια θεμελιώδη αδυναμία, που είναι η χαμηλή της γονιμότητα, γνώρισμα το οποίο, για να πούμε την αλήθεια, το μοιράζεται με το σύνολο του πλέον ανεπτυγμένου κόσμου. Μεταξύ 1995 και 2000, κατά τα μαύρα χρόνια, η γονιμότητα είχε πέσει στο 1,35 παιδί ανά γυναίκα. Ανέβηκε στο 1,8 το 2016, πριν σταθεροποιηθεί στο 1,5. Αυτή η εξέλιξη προαναγγέλλει μια μείωση του συνολικού πληθυσμού, η οποία έχει ήδη αρχίσει, έστω κι αν, προς το παρόν, αντισταθμίζεται από προσαρτήσεις εδαφών και πληθυσμών που ανήκαν στην Ουκρανία.


Το 2021, η Ρωσία αριθμούσε 146 εκατομμύρια κατοίκους. Σύμφωνα με τις προβολές του ΟΗΕ, δεν θα ήταν πλέον παρά 143 εκατομμύρια το 2030 και 126 εκατομμύρια το 2050. Αν εξετάσει κανείς την πυραμίδα των ηλικιών το 2020, παραμονές του πολέμου, και ιδιαίτερα τον πληθυσμό που θα μπορούσε να στρατολογηθεί, οι άνδρες 35-39 ετών ήταν 6 εκατομμύρια, εκείνοι των 30-34 ετών 6,3 εκατομμύρια, εκείνοι των 25-29 ετών 4,6 εκατομμύρια, και εκείνοι των 20-24 ετών 3,6 εκατομμύρια. Αυτά δεν είναι προβολές, αλλά πραγματικοί και σημερινοί αριθμοί.

Η Ρωσία εισήλθε σε μια φάση συρρίκνωσης του ανδρικού πληθυσμού της που είναι δυνητικά επιστρατεύσιμος: κατά 40% για αυτές τις ηλικιακές ομάδες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το να γίνεται λόγος για μια κατακτητική Ρωσία, ικανή να εισβάλει στην Ευρώπη αφού θα έχει καταβάλει την Ουκρανία, ανήκει στη φαντασίωση ή στην προπαγάνδα. Η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία, με μειούμενο πληθυσμό και επιφάνεια 17 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, μακριά από το να θέλει να κατακτήσει νέα εδάφη, αναρωτιέται κυρίως πώς θα συνεχίσει να κατέχει εκείνα που ήδη διαθέτει.

Η ανησυχία που προκαλεί η δημογραφική κατάσταση είναι πανταχού παρούσα στους λόγους του Πούτιν και άλλων παραγόντων του καθεστώτος γενικότερα. Εξηγεί μια στρατιωτική στρατηγική που συχνά παρεξηγείται από τα μέσα ενημέρωσής μας, ή που κατανοείται υπερβολικά καλά αλλά αποκρύπτεται από τους αναγνώστες και τους ακροατές. Ο κυρίαρχος λόγος εξομοιώνει τον Πούτιν με τον Στάλιν. Αλλά επί Στάλιν, ο άνθρωπος ήταν άφθονος, η Ρωσία βρισκόταν σε δημογραφική επέκταση —ακόμη κι αν η γονιμότητα είχε αρχίσει να πέφτει γύρω στο 1928—, και ο Κόκκινος Στρατός μπορούσε επομένως να θυσιάζει ανθρώπους κατά εκατομμύρια, όπως έκανε κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το σημερινό ρωσικό στρατιωτικό δόγμα, αντίθετα, απορρέει από τη διαπίστωση ότι ο άνθρωπος έγινε σπάνιος. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ρωσία εισήλθε στην Ουκρανία μόνο με 120.000 στρατιώτες. Οι Ρώσοι υποτίμησαν πολύ προφανώς τον αντίπαλό τους —θα δούμε γιατί στο επόμενο κεφάλαιο— αλλά παρ’ όλα αυτά κατέκτησαν, πρέπει να το παραδεχθούμε, ένα σημαντικό τμήμα του ουκρανικού εδάφους κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας. Αντίθετα με όσα ακούστηκαν παντού, ο ρωσικός στρατός επέλεξε να διεξαγάγει έναν αργό πόλεμο για να εξοικονομήσει ανθρώπους. Ο σημαντικός ρόλος που έπαιξαν τα τσετσενικά συντάγματα και η πολιτοφυλακή Wagner κατά τα πρώτα στάδια της σύγκρουσης απορρέει από αυτή την επιλογή, όπως και οι μερικές, προοδευτικές επιστρατεύσεις, που πραγματοποιήθηκαν με φειδώ. Η προτεραιότητα των Ρώσων δεν είναι να καταλάβουν το μέγιστο δυνατό εδάφους, αλλά να χάσουν τον ελάχιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων. Κατά την ουκρανική αντεπίθεση του φθινοπώρου του 2022, η οποία διεξήχθη ύστερα από μαζική επιστράτευση, οι Ρώσοι, βρισκόμενοι σε αναλογία ένας προς τρεις, προτίμησαν να εγκαταλείψουν στα ανατολικά το τμήμα της περιφέρειας του Χάρκοβο που έλεγχαν, και στα νότια να υποχωρήσουν χωρίς μάχη στην αριστερή όχθη του Δνείπερου. Ο στρατηγός Σουροβίκιν, ο οποίος έλαβε αυτή την απόφαση, εξήγησε ότι ο πόλεμος θα κερδιζόταν με άλλον τρόπο και όχι θυσιάζοντας άσκοπα ανθρώπους. Ο πόλεμος έκτοτε εντάθηκε και οι ανθρώπινες απώλειες ακολούθησαν, και από τις δύο πλευρές. Δεν διαθέτουμε αξιόπιστους αριθμούς ούτε από την πλευρά των Ουκρανών ούτε από εκείνη των Ρώσων. Το τέλος της σύγκρουσης θα επιτρέψει να γίνει ένας ρεαλιστικός απολογισμός και νομίζω ότι οι περισσότεροι ιστορικοί περιμένουν με περιέργεια να μάθουν τον αριθμό των νεκρών και των τραυματιών του ενός και του άλλου στρατοπέδου.

Από την πτώση της ΕΣΣΔ και τη διάλυση εκείνου που υπήρξε η αυτοκρατορία τους, οι Ρώσοι γνωρίζουν ότι, απέναντι στο ΝΑΤΟ, του οποίου ο πληθυσμός, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι, ήταν το 2023 887 εκατομμύρια, δεν έχουν πλέον το ίδιο βάρος —δεν υπολόγισα την Τουρκία, για την οποία δεν ξέρει πλέον κανείς πολύ καλά πού βρίσκεται διπλωματικά.

Ο ρωσικός στρατός λοιπόν, σταδιακά, όρισε ένα νέο στρατιωτικό δόγμα το οποίο, πέρα από την επιταγή της εξοικονόμησης ανθρώπων, παρουσιάζει μια κεφαλαιώδη αλλαγή. Ξεκινώντας από μια ποσοτική υπεροχή σε συμβατικά μέσα, το σοβιετικό δόγμα απέκλειε την εξαπόλυση πρώτου πυρηνικού πλήγματος. Το νέο δόγμα, λαμβάνοντας υπόψη τη φτώχεια σε ανθρώπους, επιτρέπει, αυτό, τα τακτικά πυρηνικά πλήγματα, αν το ρωσικό έθνος και κράτος απειληθούν.

Οι Δυτικοί πρέπει να πάρουν την προειδοποίηση στα σοβαρά. Είναι, πιστεύω, μια άμεση πολωνική στρατιωτική επέμβαση εκείνο που φοβούνταν πάνω απ’ όλα οι Ρώσοι ηγέτες, διότι η μάζα της Πολωνίας θα τους ανάγκαζε σε πλήρη επιστράτευση και, επομένως, σε μια στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας που θα τους έκανε να χάσουν το όφελος της πολιτικής ειρήνης που ανακτήθηκε υπό τον Πούτιν. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ρωσικής διπλωματικής και στρατιωτικής πρακτικής —σε αντίθεση με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών— είναι η αξιοπιστία των δεσμεύσεών της. Έτσι, η Ρωσία είχε δεσμευθεί να υπερασπισθεί τον Bashar al-Assad· αυτός αποδείχθηκε ένας σφαγέας, του οποίου η περίπτωση φαινόταν απελπισμένη. Αλλά η Ρωσία δεν υπεκφυγε και ανέπτυξε στρατεύματα στη Συρία από τον Σεπτέμβριο του 2015. Αν θεωρητικοποίησε τη δυνατότητα τακτικών πυρηνικών πληγμάτων σε περίπτωση άμεσης απειλής της κυριαρχίας της, το ΝΑΤΟ πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη. Θα τηρήσει την υπόσχεσή της. Πρόκειται για ζοφερές σκέψεις, το αναγνωρίζω, αλλά οι ηγέτες μας πήραν σε αυτόν τον πόλεμο υπερβολικά πολλές αποφάσεις με απερίσκεπτο τρόπο και η προτεραιότητά μας ως πολιτών είναι επομένως να βεβαιωθούμε ότι γνωρίζουν το δόγμα του ρωσικού στρατού καλύτερα απ’ ό,τι γνώριζαν την ικανότητα αντίδρασης των ρωσικών τραπεζών στην περίπτωση που αυτές θα αποσυνδέονταν από το Swift.


Πέντε χρόνια για να κερδηθεί ο πόλεμος

Οι Ρώσοι προκάλεσαν το ΝΑΤΟ τον Φεβρουάριο του 2022 επειδή αισθάνονταν έτοιμοι. Από το 2018-2019, όπως ειπώθηκε, διαθέτουν υπερηχητικούς πυραύλους που τους εξασφαλίζουν αδιαμφισβήτητη υπεροχή ακόμη και απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες· μπορούν, όπως απέδειξαν, να αποκοπούν από το Swift. Τα πράγματα, άλλωστε, εξελίχθηκαν γι’ αυτούς καλύτερα απ’ ό,τι αναμενόταν, επειδή πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων ορισμένες πολύ σημαντικές, διαπιστώνοντας ότι άντεχαν το πρώτο σοκ και μη αντέχοντας πλέον οι ίδιες την αμερικανική κηδεμονία, συνέχισαν να εμπορεύονται μαζί τους και, στην πραγματικότητα, τους στήριξαν —θα επανέλθουμε σε αυτό στο κεφάλαιο 11. Αλλά αν ένα «παράθυρο ευκαιρίας» άνοιξε για τη Ρωσία το 2022, πρόκειται επίσης να κλείσει.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: