Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Ευχαριστιακή και μοναστική πνευματικότητα - Θεόφιλος Αμπατζίδης

Ευχαριστία και άσκηση, ευχαριστιακή και μοναστική πνευματικότητα

(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 1 Μαρτίου 2008)

Θεόφιλος Αμπατζίδης
 
Οφείλω θερμές ευχαριστίες στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών και στον φίλο κ. Καλαϊτζίδη προσωπικά, όχι μόνον για την πρόσκληση και την συμμετοχή στην αποψινή πολύ ενδιαφέρουσα βραδιά, αλλά και για την ευκαιρία που, για μια ακόμη φορά, δίδει σ’ όλους εμάς, να εντρυφήσουμε σ’ ένα δύσκολο, διαχρονικό και ταυτόχρονα πολύ σημερινό ζήτημα, όπως αυτό της σχέσης Ευχαριστίας και Άσκησης. Η επιλογή, άλλωστε, για τη φετινή ακαδημαϊκή χρονιά του θέματος: «Ευχαριστία – Εκκλησία – Κόσμος», καταδεικνύει τις ευαισθησίες της Ακαδημίας για πραγμάτευση των ουσιωδών της θεολογίας και μια προώθηση της εκκλησιολογικής σκέψης μέχρι τη συνάντησή της με τον κόσμο, την αλήθειά του και τις προοπτικές του.[OYTE O AMΠΑΤΖΙΔΗΣ OYTΕ Ο ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗΣ, ΟΥΤΕ Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΕΧΕΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΑΛΛΑ ΠΟΛΥ ΦΟΒΟΥΜΑΣΤΕ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΗΝ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.]

****
Στη σημερινή μας παρουσίαση θα επιχειρήσουμε, όχι μόνον τη σύνθεση Ευχαριστίας και Άσκησης, την υπέρβαση της πολωτικής και διαζευκτικής τους τοποθέτησης στη θεολογική προβληματική, [ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΟΛΩΤΙΚΗ. ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ. ΕΥΘΕΙΑΣ ΠΟΙΕΙ ΤΑΣ ΟΔΟΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΩΣΤΕ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΘΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΕΡΧΟΥ ΚΥΡΙΕ] αλλά τη θεώρηση της άσκησης ως αναπόσπαστου στοιχείου για την ορθή κατανόηση της ευχαριστίας, την τοποθέτησή της στην «καρδιά» του ευχαριστιακού γεγονότος.[ΙΔΟΥ ΑΝΤΙΣΤΡΕΦΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ΠΟΙΟΣ ΑΡΑΓΕ;] 
Στην προσπάθειά μας αυτή θα ξεκινήσουμε από την σημαντικότατη ανάπτυξη των εκκλησιολογικών σπουδών κατά τις τελευταίες δεκαετίες στον ορθόδοξο χώρο, τις διάφορες «τάσεις» που καταγράφηκαν, καθώς και την ξεχωριστή θέση που η ευχαριστία καταλαμβάνει μέσα σ’ αυτές.

Η ανάπτυξη των εκκλησιολογικών σπουδών στον ορθόδοξο χώρο κατά την νεώτερη περίοδο, είναι συνυφασμένη με τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς των Ρώσων θεολόγων.[Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ. ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΣΤΑ ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΓΡΑΙΚΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΤΙ Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΑΣ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑΜΑΖΩΦ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΦΥΛΑΕΙ ΤΟ ΧΩΜΑ]. 
Μετά από μακρά ύφεση αιώνων εκκλησιολογικής απραξίας, η σπουδή, από μέρους Ρώσων ορθοδόξων θεολόγων και διανοητών, της νεωτερικής φιλοσοφίας αλλά και της ετερόδοξης θεολογίας, παρουσιάζει έναν δυναμισμό διαλόγου και προώθησης της θεολογίας της Ανατολής,[ΠΟΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ, ΤΟΥ ΖΕΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ;] στην συνάντησή της με τη δυτική. Η πραγματικότητα αυτή θα καλλιεργηθεί ακόμη περισσότερο, με την έκρηξη της ρωσικής διασποράς στη δυτική Ευρώπη και την Αμερική, μετά από την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Η συνάντηση του «ορθόδοξου πνεύματος» με το πνεύμα του ρωμαιοκαθολικού χριστομονισμού στην εκκλησιολογία, απετέλεσε, μαζί με την ποιότητα της ρωσικής ψυχής και τις ποικίλες θεολογικοπολιτικές τάσεις, την αιχμή του δόρατος για την ανάπτυξη πνευματοκρατικών τάσεων από τη μεριά των ορθοδόξων.

Είναι αδύνατο να παρακολουθήσουμε, στα στενά πλαίσια αυτής της παρουσίασης, όλο το φάσμα στο οποίο αναπτύχθηκε η συνάντηση και ο διάλογος της ορθόδοξης με τη ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία και τις πνευματοκρατικές τάσεις που δημιουργήθηκαν. Έτσι θα περιοριστούμε σε μια απολύτως γενικόλογη, αναφορά σε πρόσωπα και ιδέες, τόσο όσο είναι αρκετό για τον μεγαλύτερο φωτισμό και την πληρέστερη κατανόηση του ζητήματος που εξετάζουμε.

Με συμβατικό ορόσημο τη θεολογική σκέψη του Vl. Soloviov αναφαίνεται τόσο η αντίδραση της ορθόδοξης θεολογίας προς τον Χριστομονισμό της ρωμαιοκαθολικής σκέψης, όσο και ο επηρεασμός της ορθόδοξης σκέψης από τον γερμανικό Ιδεαλισμό. Ο ανωτέρω στοχαστής, στα πλαίσια ανάπτυξης του Σοφιολογικού κινήματος και με έκδηλο τον επηρεασμό από τον Ioachim da Fiore, θα αναζητήσει την πτώση των τειχών που χωρίζουν τις Εκκλησίες, στην μελλοντική «Θρησκεία του Αγίου Πνεύματος» (1). Στην ίδια γραμμή σκέψης θα κινηθούν οι: P. Florensky, ο οποίος θεωρούσε υπανάπτυκτη τη θεολογία του Πνεύματος και αναζητούσε έναν ανεξάρτητο λειτουργικό κύκλο γι’ αυτήν, S. Boulgakov και N. Berdiaeff του οποίου η σχέση με τον γερμανικό Ιδεαλισμό (ιδιαιτέρως του Jacob Boehme) είναι πρόδηλη και τον οδήγησε, σχεδόν νομοτελειακά, σε πνευματοκρατικές τάσεις.

Την ίδια σχέση με τον γερμανικό Ιδεαλισμό, ιδιαίτερα με τον Schelling τη φορά αυτή, θα παρουσιάσει η σκέψη ενός ακόμη σημαντικού Ρώσου θεολόγου, του Αλέξιου Komiakov (2). Η παρέμβασή του κατάληξε ακραία όταν έφτασε στο σημείο να κατανοεί την Εκκλησία ως «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος», ανεξάρτητα από το σώμα του ιστορικού Χριστού (3). Η παρέμβαση του Βλαδίμηρου Lossky κινείται, παρά τις όποιες συμβιβαστικές της προσπάθειες, στην ίδια λογική αντιπαράθεσης της Χριστολογίας με την Πνευματολογία. Ο Lossky διέγνωσε επαρκώς το αδιέξοδο μεταξύ χριστομονισμού και των σπιριτουαλιστικών διαστάσεων της ομοεθνούς και ομόδοξής του Σοφιολογίας. Γι’ αυτό κινήθηκε με συμβιβαστικές και συνθετικές προθέσεις. Το πρόβλημα του Filioque, και η συναφής υποτίμηση του Πνεύματος ήταν βασικός μοχλός στην κίνηση της σκέψης του προς την διπλή Οικονομία. Έτσι, διακρίνει την χριστολογική από την πνευματολογική «όψη» της Εκκλησίας, σε βαθμό που να εισηγείται ξεχωριστή Οικονομία του Πνεύματος (4). Μάλιστα, θεωρεί τις απαρχές της Οικονομίας αυτής να εμφανίζονται στην «βυζαντινή θεολογία», στη σκέψη του αγίου Συμεών του Ν. Θεολόγου, ο οποίος και εγκαινιάζει την «ησυχαστική πνευματικότητα» (5)!!!

Τον κατ’ εξοχήν αντίπαλο των ιδεών του Komiakov και του Lossky καθώς και των ομοϊδεατών τους, συναντούμε στο πρόσωπο του π. Γεωργίου Florovsky. Όμως, και ο κορυφαίος αυτός ορθόδοξος θεολόγος, παρ’ ό,τι ενωρίτατα ανέπτυξε τις εκκλησιολογικές του απόψεις μακριά από τον σχολαστικισμό της ακαδημαϊκής θεολογίας (6), δεν απέφυγε τον πειρασμό να οδηγηθεί στο άκρο της υπαγωγής της Πνευματολογίας στη Χριστολογία. Η θέση του αυτή ουσιαστικά δημιούργησε μια «εξαρτημένη Πνευματολογία» με ευδιάκριτα τα σωτηριολογικά της κενά. Εκείνος, όμως, που ανέδειξε τη σημασία της Ευχαριστίας ως του κατ’ εξοχήν μυστηρίου της Εκκλησίας εγκαινιάζοντας την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», όπως ο ίδιος ονόμασε την προσέγγισή του αυτή, είναι ο Afanassieff. Την σημασία των θέσεών του και τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε, ακόμη και για την Β΄ Βατικανή Σύνοδο, παρακολουθήσαμε κατά την προηγούμενη συνεδρία στον χώρο αυτό, από τον π. Legrand. [Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΣΑΝ ΥΠΑΙΤΙΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΝΑ ΔΗΛΩΝΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΥΠΑΡΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΙΔΡΩΣΕΙ ΤΟ ΑΥΤΙ ΤΟΥ]. Ο π. Afanassieff είναι ο πρώτος που θα συνδέσει την καθολικότητα και πληρότητα της Εκκλησίας με την Ευχαριστιακή Σύναξη υπό έναν προεστώτα, αντιθέτοντας την πραγματικότητα αυτήν προς την «οικουμενική» λεγόμενη εκκλησιολογία, η οποία κατανοεί την εκκλησιαστική καθολικότητα ως το άθροισμα των επιμέρους γεωγραφικών εκκλησιών (7). Οι παρατηρήσεις του για την Εκκλησία ως χαρισματική κοινωνία, η αναγνώριση ιδιαιτέρου χαρίσματος σε κάθε πιστό, η διάγνωση της σταδιακής υποτίμησης της αξίας του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, η αραίωση στην προσέλευση στην θ. Μετάληψη, η εκθεολόγηση του λειτουργήματος του Πρώτου, είναι από τα ουσιαστικότερα σημεία της σκέψης του, που θα σημαδέψουν το περιεχόμενο της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας». Στην ίδια βασική γραμμή σκέψης, παρ’ όλες τις διαφοροποιήσεις τους από τον Afanassieff, θα ακολουθήσουν και άλλοι δύο μεγάλοι θεολόγοι της ρωσικής διασποράς, ο π. Ιωάννης Meyendorff και ο π. Αλέξανδρος Schmemann. Ο τελευταίος, με τις θεολογικές και ιστορικές επισημάνσεις του στην ορθόδοξη λατρεία, θα αναδείξει την σημασία της ευχαριστίας στην πνευματική ζωή, «αποκαθαρμένης» από τα, κατ’ αυτόν, περιττά στοιχεία του «βυζαντινισμού». Η ταύτιση του κανόνα της προσευχής και της λατρείας, μ’ εκείνον της πίστεως (Lex orandi lex est credendi), της αρχαίας εκκλησίας, απετέλεσε, μετά τον Schmemann, κεντρική διήκουσα της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας. [ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΓΕΙΛΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΕΡΩΣΕ ΤΗΝ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΝ ΠΟΘΩΝ ΤΟΥ Afanassief. ΤΑ ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ ΦΑΝΤΑΣΙΟΚΟΠΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΣΥΝΕΧΙΣΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ]. 

Η συζήτηση αυτή μεταφέρθηκε στην νέα ελληνική θεολογική πραγματικότητα, από δύο μαθητές του π. Γεωργίου Florovsky, τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) και τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη. Ανέδειξε όντως λησμονημένες παραμέτρους της εγχώριας θεολογικής και εκκλησιαστικής μας ζωής, εξ αιτίας της «βαβυλώνιας αιχμαλωσίας» της στη δυτική θεολογική σκέψη. Κατέδειξε την ευχαριστιοκεντρική συγκρότηση της Εκκλησίας έναντι της ιδρυματικής, η οποία κατέκλυζε με την παρουσία της ακόμη και τα ελληνικά – ορθόδοξα δογματικά εγχειρίδια. Φανέρωσε την εσχατολογική διάσταση της ευχαριστιοκεντρικής ζωής, ως τη διαλεκτική του «ήδη και όχι ακόμη» και πλούτισε με ιστορικά και θεολογικά επιχειρήματα τον διαχριστιανικό διάλογο. Στην δε αντίθεσή της προς την «θεραπευτική» λεγόμενη εκκλησιολογία, στην «ρωμανίδεια εκδοχή της», στιγμάτισε ενδεχόμενες μονομέρειές της, που μπορούν να οδηγήσουν είτε σε «τεκμαρτή», όπως λέγεται, «θεοπτία», είτε σε μα άσαρκη και εξωιστορική κατανόηση της Εκκλησίας. Ακόμη, εξέφρασε τον έντονο αλλά και γόνιμο προβληματισμό της απέναντι στο φαινόμενο του γεροντισμού, που μεταπλάθοντας τον ιεραποστολικό ζήλο των θρησκευτικών οργανώσεων σε φιλομοναχική πνευματικότητα, αναστάτωνε την μοναχική ζωή.[ ΑΝΤΙ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙ ΤΑΠΕΙΝΑ ΤΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΕ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΧΘΡΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ, ΚΑΘΑΡΣΗ, ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΣΗ]

Εκεί όμως που συνεισέφερε τις πλέον γόνιμες παρατηρήσεις της είναι στο ζήτημα της προτεραιότητας ανάμεσα στην Χριστολογία και στην Πνευματολογία, που προέρχεται και πάλι μέσα από την πόλωση του ρωμαιοκαθολικού χριστομονισμού και της προτεσταντικής πνευματοκρατίας. Η ορθόδοξη παρέμβαση από τους Ρώσους της διασποράς, την οποία συνοπτικά εκθέσαμε παραπάνω, δεν ήταν απαλλαγμένη προβλημάτων που μάλλον οδηγούσαν σ’ έναν πνευματομονισμό. Στο σημείο αυτό η παρέμβαση του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη, είχε αποφασιστική σημασία. Η θεμελίωση της Εκκλησίας σε τριαδοκεντρική βάση, με την κατανόηση του αποφασιστικού ρόλου του Αγίου Πνεύματος από τις απαρχές της σωτηριώδους Οικονομίας, συνιστούν ουσιαστική προσπάθεια σύνθεσης της Χριστολογίας με την Πνευματολογία στη νεώτερη Εκκλησιολογία (8). Αναφερόμαστε στην Εκκλησιολογία και όχι στην Εκκλησία διότι η καθαυτό ζωή της Εκκλησίας και η θεολογία των πατέρων της, πέρα από κάποιες ιστορικές περιόδους δυτικότροπου επηρεασμού, δεν αντιμετώπισε το πρόβλημα (9). [ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΠΟΤΕ ΤΟΥ Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΕΙ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΝ ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ]

Εν τούτοις, η ανάδειξη των ζητημάτων αυτών με την μορφή μιας πόλωσης μεταξύ θεραπευτικής και ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, χρειάζεται να απασχολήσει σε βάθος, τόσο τους πρωτεργάτες της, όσο και τη νεώτερη θεολογία στον τόπο μας. Και αυτό γιατί, ανεξαρτήτως προθέσεων, ενδέχεται να παραθεωρεί πτυχές της πνευματικής ζωής, αλλά και της δράσης του Πνεύματος στην Εκκλησία που αφορούν στην πορεία του προσωπικού αγιασμού ενός εκάστου των πιστών της (10). [ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ, ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΜΑΣ, ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΥΛΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ].

Αναμφίβολα, είναι ανεπίτρεπτο να εμφιλοχωρήσει στην Εκκλησία ένας επικίνδυνος πνευματικός ατομισμός ή, πολύ περισσότερο, μια «πνευματικότητα» ερήμην της χάριτος των μυστηρίων. Τον πειρασμό αυτόν αντιμετώπισε η Εκκλησία σε ποικίλες αιρέσεις του παρελθόντος όπως ο Μοντανισμός, πτυχές και τάσεις του Γνωστικισμού, ο Μεσσαλιανισμός, κ. ά. Κυρίως, όμως, ο πειρασμός αυτός εκφράστηκε από την αλεξανδρινή θεολογία, ιδιαιτέρως του Ωριγένη, και την ευαγριανή μεταφορά της στην μοναχική ζωή.[ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΦΙΛΕ. Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΒΟΥΝΟ ΚΑΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ]

Ο Μητροπολίτης Περγάμου θα αναπτύξει, σε πολλά του κείμενα, την ουσιαστική στροφή που συντελείται στην αλεξανδρινή θεολογία και θα εστιάσει περισσότερο στην ανταλλαγή της εσχατολογικής προσδοκίας, που ως ευχαριστιακή εμπειρία ήταν στο κέντρο της εν Χριστώ ζωής, με την επιστροφή στην αρχική–προπτωτική κατάσταση (11). Αν και θα θεωρήσει τον μοναχισμό, μαζί φυσικά με την Ευχαριστία, έναν από τους δύο πυλώνες της Εκκλησίας, δεν θα ξεκαθαρίσει αν συνιστά, εν συνόλω, φορέα της ωριγενικής και της ευαγριανής παραδόσεως. [ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΗ ΤΟΥ. ΕΥΤΥΧΩΣ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΤΟ ΑΦΡΟΖΟ] Αντίθετα, θα τον θεωρήσει ως τον κατ’ εξοχήν φορέα της «θεραπευτικής» λεγόμενης εκκλησιολογίας που ασχολείται με την κάθαρση από τα πάθη και τη σύναψη της ψυχής (και μόνον) με τον Λόγο του Θεού, όπως γράφει (Θέματα Εκκλησιολογίας, σελ. 10), και όχι με τον Χριστό. [ΤΟΣΟ ΑΝΩΜΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΕΩΡΕΙ ΤΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΩΔΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΞΑΝΑΕΜΦΑΝΙΣΘΕΙ]. Η πραγματικότητα αυτή συνιστά αντίθεση προς την συνείδηση της αρχαίας Εκκλησίας και μας υποχρεώνει να ιεραρχήσουμε την θεραπευτική εκκλησιολογία σε θέση κατώτερη από την ευχαριστιακή και να την θεωρήσουμε στα όρια της δογματικής ορθότητας. [ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΔΕ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΟΣ]. Σ’ ό,τι δε αφορά το ενδεχόμενο της σύνθεσης, της πιθανότητας δηλαδή να συναποτελούν και η Ευχαριστία και η Άσκηση στοιχεία που συνιστούν από κοινού την ταυτότητα της Εκκλησίας, θεωρείται για τον Μητροπολίτη Περγάμου ως «άποψη που δεν ικανοποιεί τον σκεπτόμενο άνθρωπο» (όπ. π., σελ.10).[ΜΗΠΩΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ, ΜΙΤΡΟΠΟΛΙΤΑ;] - ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ;

Οι παρατηρήσεις αυτές θα ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου σε σημαντική μερίδα Ελλήνων νεώτερων ορθοδόξων θεολόγων οι οποίοι κατανοούν πλέον την ορθόδοξη Εκκλησιολογία ως διπλή Εκκλησιολογία σε μόνιμη αντίθεση. Έτσι, θα δουν το φως της δημοσιότητας ποικίλες θεολογικές πραγματείες που, είτε ρητά θα θέτουν το δίλημμα Ευχαριστίας ή άσκησης, είτε υπόρρητα θα αντιπαραθέτουν την λατρευτική με την μοναχική πνευματικότητα, την ευχαριστιακή Τράπεζα με το μοναστήρι, τη θέωση με την εσχατολογική προσδοκία. Κάποιες μάλιστα απ’ αυτές δεν θα διστάσουν να θεωρήσουν την προσπάθεια του προσωπικού αγιασμού ως απάδουσα προς την εσχατολογική συνείδηση της Ευχαριστίας και την ίδια την ύπαρξη του μοναχισμού ως de facto αντιστρατευόμενη την λατρευτική συνείδηση της αρχαίας Εκκλησίας (12). Πάντως δεν έλειψαν και μελέτες συνθετικού χαρακτήρα.[ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΛΙΓΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ ΤΖΑΜΠΑΤΖΙΔΗ;]

Βασικές θέσεις της ορθόδοξης σωτηριολογίας όπως: η απαρασάλευτη τήρηση όλων των εντολών, η κάθαρση από τα πάθη, η αναγωγική πορεία πνευματικής τελείωσης μέχρι τη θέωση, στην καλύτερη περίπτωση παραθεωρήθηκαν ως αυτονόητα, αν δεν θεωρήθηκαν ύποπτα μιας λαθραίας εισαγωγής του πλατωνισμού και του νεοπλατωνισμού, κατ’ αρχήν στην αλεξανδρινή πνευματικότητα και κατόπιν στην πνευματικότητα σύνολου του μοναχισμού. Έτσι, και μόνον το άκουσμα των όρων κάθαρση, φωτισμός, θέωση, παραπέμπει αυτονόητα στην «ρωμανίδεια» τεκμαρτή θεοπτία και ως εκ τούτου στην θεραπευτική εκκλησιολογία. Και όλα αυτά, ανεξάρτητα από την καταιγιστική παρουσία των όρων αυτών, όχι φυσικά με την έννοια του ευαγριανού και του ρωμανίδειου τριπτύχου, σ’ όλους σχεδόν τους μεγάλους πατέρες, ακόμη και τους πιο θεωρητικούς.  ΠΟΛΥ ΘΑ ΘΕΛΑΜΕ ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΒΕΒΑΙΩΘΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ "ΓΥΝΑΙ ΙΔΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ" ΗΤΑΝ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ]

Δεν έχουν άραγε ωριμάσει οι συνθήκες να αναρωτηθούμε εάν η αντιθετική αυτή πρόταξη της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας προς την θεραπευτική πνευματικότητα και το αντίστροφο, συνεισφέρουν στην ουσιαστικότερη κατανόηση του ρόλου που καλείται να παίξει η θεολογία στις μέρες μας; Αν πράγματι συνεισφέρουν στην διασάφηση του εκκλησιαστικού γεγονότος στον ορθόδοξο, τουλάχιστον, κόσμο; Μήπως σήμερα είναι, περισσότερο από ποτέ άλλοτε επιβεβλημένη η σύνθεση; Και μήπως τελικά, η σύνθεση αυτή μπορεί να φωτίσει και να εξομαλύνει, ακόμη περισσότερο, την ήδη ικανοποιητικότατη βάση διαλόγου μεταξύ των εκκλησιών, που συνιστά η ευχαριστιακή εκκλησιολογία; [Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΦΘΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΙΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΒΕΛ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ. ΤΕΤΟΙΑ ΜΙΚΡΟΝΟΙΑ]. 

Στην προοπτική της σύνθεσης, καλύτερα στην προοπτική της υπέρβασης του δίπολου μεταξύ θεραπευτικής και ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, φιλοδοξεί να συνεισφέρει με την ελάχιστη συνεισφορά της και η μελέτη αυτή. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να κατανοήσουμε, να περιγράψουμε και να προτείνουμε την Ευχαριστία ως το κέντρο της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής, αξεδιάλυτα ενωμένης με την άσκηση και με όσα αυτή συνεπάγεται, την τήρηση των εντολών, την εμπροϋπόθετη συμμετοχή στην θ. Μετάληψη και την αιμάτινη πορεία του προσωπικού αγιασμού των πιστών.[ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΙ ΣΟΥ]. Στην προσπάθειά μας αυτή θα ξεκινήσουμε από κάποιες παρατηρήσεις που αφορούν στην κατανόηση της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας. Πρέπει προκαταβολικά να σημειώσουμε ότι κινούμαστε πέρα από διαζευκτικούς συλλογισμούς και ιεραρχικές προκατανοήσεις. [ΠΩΣ ΒΡΕ ΜΑΥΡΕ ΑΦΟΥ ΕΧΕΙΣ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΝΤΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ]. Αν αναπτύσσουμε αυτές τις κριτικές μας παρατηρήσεις με βάση την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», αυτό γίνεται για δύο λόγους. Πρώτα και κύρια διότι η Ευχαριστία αποτελεί, στη συνείδηση της Εκκλησίας και τη θεολογία, τη βάση της σύνθεσης ή της οικοδομής της εκκλησιαστικής ζωής. Και δεύτερον διότι η «θεραπευτική εκκλησιολογία», κυρίως στην ρωμανίδεια εκδοχή της, έχει ικανοποιητικά κριθεί στις μέρες μας. [ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΒΡΕ ΜΑΥΡΕ; ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΕΠΕΒΑΛΛΑΝ ΣΑΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΟΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.ΠΟΙΟΝ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ; ΕΜΑΣ ΟΧΙ.]

Βασική, λοιπόν, αρχή της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, όπως τουλάχιστον αναπτύχθηκε παρ’ ημίν, είναι η αδιάρρηκτη, μέχρις ταυτίσεως;;; σχέση Ευχαριστίας και Εκκλησίας. Αν και στην πατερική, τουλάχιστον, γραμματεία δεν μπορούμε να βρούμε κάποιον ορισμό της Εκκλησίας, ούτε, πολύ περισσότερο, της εκκλησιολογίας ως απηρτισμένου κλάδου της δογματικής, μια και η προβληματική αυτή είναι κάτι που συναντάται από τη Μεταρρύθμιση και μετά, εν τούτοις η στενότατη, μέχρις ταυτίσεως, σχέση της Ευχαριστίας με την Εκκλησία, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. [Ο ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΦΙΛΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟ, ΟΠΩΣ ΟΙ ΚΑΘΟΛΙΚΟΙ. ΤΙ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΤΣΑΜΠΟΥΝΑΣ;]. Όπως καίρια παρατηρεί ο Μητροπολίτης Περγάμου, ήδη από την εποχή της Κ. Διαθήκης, στα αρχαιότερα μάλιστα μέρη της, δηλαδή στις επιστολές του Παύλου, «ο όρος Εκκλησία χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τοπική Εκκλησία, όχι δε οποιαδήποτε μορφή της, αλλά στη Σύναξή Της για τη θ. Ευχαριστία»(13). [ΓΑΛΑ ΤΟΥΣ ΤΑΙΖΕ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΕ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΜΟΛΙΣ ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΒΑΠΤΙΣΕΙ. ΤΙΣ ΚΡΕΜΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΙΣ ΕΙΧΕΣ ΚΟΨΕΙ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ].  Η πραγματικότητα αυτή συνεχίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και στην πατερική γραμματεία, όχι μόνον την πρώιμη αλλά και την μετέπειτα. Δεν είναι τυχαίο, όπως ο ίδιος θεολόγος επισημαίνει (14), ότι και στην ώριμη πατερική γραμματεία π.χ. στον Μάξιμο ή τον Αναστάσιο Σιναΐτη, ο όρος «Σύναξις» δήλωνε, χωρίς καμία επεξήγηση τη Θ. Ευχαριστία. Άλλωστε, η ενότητα αυτή διαιωνίζεται μέχρι τις μέρες μας, όταν στην καθημερινή χρήση της γλώσσας ταυτίζουμε π.χ. τον ναό, όπου τελείται η Ευχαριστία με την Εκκλησία ή όταν για να δηλώσουμε πως πηγαίνουμε στην Ευχαριστία λέμε: «Πάω στην Εκκλησία»! Συνεπώς, η ταυτότητα της Εκκλησίας εκφράζεται στην Ευχαριστία, η Εκκλησία συνιστά την Ευχαριστία, ενώ την ίδια στιγμή συνίσταται από αυτήν (15). Η θέση αυτή είναι ιδιαζόντως σημαντική προκειμένου να αποδεσμεύσει την Εκκλησία από την ιδρυματική της κατανόηση, πίσω από την οποία βρίσκεται η άποψη ότι η Χριστολογία προηγείται της Πνευματολογίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Άρα, Ευχαριστία και Εκκλησία ταυτίζονται, η Ευχαριστία συνιστά το «είναι» της Εκκλησίας.

Στο σημείο όμως αυτό υπάρχει ένας φραστικός, κατ’ αρχήν, κίνδυνος. Ο κίνδυνος να ορίσουμε και να εξαντλήσουμε την ταυτότητα της Εκκλησίας στην Ευχαριστία. Στην περίπτωση αυτή, εξετάζοντας τις συνέπειες από μια τέτοια, μέχρις εξαντλήσεως ταύτιση, δεν μπορούμε παρά να βρεθούμε αντιμέτωποι με τα ακόλουθα ερωτήματα: Δηλαδή η εν Χριστώ φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη (ως έμπρακτη αγάπη και κοινωνία), η τήρηση των εντολών, η μετάνοια, ο αγώνας εναντίων των παθών και της αμαρτίας, η θέα του ακτίστου Φωτός, η Θέωση, βρίσκονται στο περιθώριο της Εκκλησίας; Ή ανήκουν σε μια δεύτερης τάξης εκκλησιαστική πραγματικότητα, κατώτερη και υποδεέστερη της καθαυτό Εκκλησίας, η οποία εξαντλείται στην Ευχαριστία; Πρέπει, επιτέλους, να ξεφύγουμε από αυτήν την τεχνητή διελκυστίνδα που μας κληρονόμησε η νεώτερη θεολογία και κυρίως η Εκκλησιολογία. Ή ετούτο ή εκείνο! Ή ευχαριστιακή ή θεραπευτική εκκλησιολογία. Ή Ευχαριστία ή Άσκηση. Ή το θυσιαστήριο ή το μοναστήρι. Πρέπει, ακόμη, να ξεφύγουμε από την ψυχολογική ανάγκη της ιεράρχησης. Προηγείται η Ευχαριστία και έπεται η άσκηση. Ή η Ευχαριστία θα είναι μέσο προς σκοπόν ή η άσκηση. Ή το ένα θα εκφράζει την ταυτότητα της Εκκλησίας ή το άλλο. Η λογική αυτή είναι αδύνατο να οδηγεί σε ουσιώδη και πραγματική σύνθεση! Κατά συνέπεια, προκειμένου να εννοήσουμε ορθότερα την ταύτιση Ευχαριστίας και Εκκλησίας, θα πρέπει να διευρύνουμε την έννοια της πρώτης, ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει όλα τα στοιχεία της πνευματικής ζωής που περιγράψαμε παραπάνω. Η διεύρυνση αυτή συνιστά sine qua non όρο μιας ουσιαστικής σύνθεσης.[ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΟΡΟΣ ΑΓΑΠΗΤΕ. ΟΛΟΙ ΔΗΛ. ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΕΧΕΤΕ ΔΙΕΥΡΥΝΘΕΙ;]

Στο σημείο αυτό μπορούμε να θέσουμε το ακόλουθο ερώτημα: Αν η Ευχαριστία συνιστά το «είναι» της Εκκλησίας, τι είναι εκείνο που συνιστά το «είναι» της Ευχαριστίας; Ή, για να παραφράσουμε μια προσφυή παρατήρηση του Μητροπολίτη Περγάμου: από τον Afanassieff και μετά γίνεται πολύς λόγος για τις ευχαριστιολογικές προϋποθέσεις της εκκλησιολογίας. Ποιες είναι, όμως, οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Ευχαριστίας (16);[ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΜΙΑ ΚΟΠΕΡΝΙΚΕΙΟΣ ΠΛΑΝΗ-ΤΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ]

Η απάντηση, στοιχώντας κατ’ αδήριτη αναγκαιότητα προς τις παρατηρήσεις του Ιωάννη Ζηζιούλα, δεν μπορεί παρά να μη θεωρεί ως εκκλησιολογικές προϋποθέσεις τα κάτωθι: Κατ’ αρχήν τη Σύναξη του διεσκορπισμένου λαού του Θεού επί το αυτό, εικόνα της εσχατολογικής ενότητας και πληρότητας της Εκκλησίας. Την ενότητα στην πίστη. Την προσφορά σύνολης της κτιστής δημιουργίας στον Θεό με τη μορφή των ευχαριστιακών ειδών. Το λειτούργημα του Πρώτου, του Επισκόπου ως εκφραστή της ενότητας του Κυριακού σώματος, αλλά και ως αναφορέα του. Το λειτούργημα των πρεσβυτέρων που, εικονίζοντας τους Αποστόλους, περιστοιχίζουν το θυσιαστήριο. Το λειτούργημα της Συνόδου που διασφαλίζει την ενότητα των επιμέρους Εκκλησιών σε παγκόσμιο επίπεδο κ. ά.

Είναι στο σημείο αυτό που χρειάζεται να εισαχθεί η Άσκηση ως απαραίτητη εκκλησιολογική προϋπόθεση της Ευχαριστίας. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις συνιστούν τις «δομικές», θα λέγαμε παραμέτρους των εκκλησιολογικών προϋποθέσεων της Ευχαριστίας. Η εισαγωγή της Άσκησης στην καρδιά του ευχαριστιακού γεγονότος επαληθεύει την λειτουργία του Αγίου Πνεύματος στην Ευχαριστία, [ΠΟΤΕ ΕΝΕΡΓΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ; ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΟΝΑΤΑΙ ΣΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ] βοηθά σε μια μη μηχανική ή φονξιοναλιστική κατανόησή του (ότι δηλ. απλώς μεταβάλει τα τίμια δώρα), μας απαλλάσσει από μια ex opere operato κατανόηση της αποτελεσματικότητας του μυστηρίου και ενεργοποιεί την ενσυνείδητη μετοχή των πιστών στο Ευχαριστιακό σώμα, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι επώδυνα ασκητική. Η κατανόηση αυτή της Άσκησης ως της «άλλης όψης της Ευχαριστίας» θεμελιώνεται στην ιστορία της Εκκλησίας και τη θεολογία των Πατέρων της σε τρία επίπεδα: Πρώτον ως απαραίτητη προϋπόθεση για την όντως συμμετοχή στο ευχαριστιακό γεγονός και την οικειοποίηση της αγιαστικής χάρης του μυστηρίου. Δεύτερον ως αυστηρή προϋπόθεση συμμετοχής στην θεία μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού, που από την εποχή ήδη της Κ. Διαθήκης κάθε άλλο παρά απροϋπόθετη είναι και, Τρίτον ως προϋπόθεση για την διατήρηση της μυστηριακής χάριτος στην μετέπειτα ζωή των πιστών, στην «εξωλειτουργική» ζωή των πιστών, για να χρησιμοποιήσουμε μιαν έκφραση του π. Αθανασίου Γιέφτιτς (17). [ΚΑΙ Ο ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ;]

Η αδήριτη αναγκαιότητα της Άσκησης για την ενσωμάτωση των πιστών στο Κυριακό σώμα είναι διάχυτη από τις απαρχές της πατερικής γραμματείας. Ήδη από την εποχή της Κ. Διαθήκης κατανοήθηκε η αμαρτία ως απαγορευτικός παράγοντας για την συσσωμάτωση του χριστιανού στο σώμα του Χριστού. [ΚΑΛΑ ΠΟΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΔΙΑΒΑΖΕ Ο ΜΙΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ;] Αν ο Χριστός με τον θάνατό του νίκησε τη σάρκα και την αμαρτία,[ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ; Η ΣΑΡΚΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑ ΠΑΘΗ; Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΑΔΙΑΒΛΗΤΗ ΦΥΣΗ;]οι δυνάμεις αυτές που σταύρωσαν τον Χριστό αποδυναμώθηκαν (1 Κορ. 2, 6-8 / Κολ. 2, 15). Καταδίκασε λοιπόν την αμαρτία (Ρωμ. 8,3), μετατρέποντας την κατάρα του νόμου σε ευλογία, καλώντας όλους τους πιστούς να θριαμβεύσουν πάνω στις δυνάμεις στις οποίες άλλοτε ήταν υποταγμένοι (Ρωμ. 6,6 / Κολ. 2,11). Ολόκληρη την πορεία του Χριστού που την επαναλάμβανε ο χριστιανός καθώς δεχόταν το Βάπτισμα, οφείλει να την ακολουθήσει στη ζωή του μέρα με την ημέρα και να προσφέρει το σώμα του θυσία ζωντανή (Ρωμ. 12,1). Είναι γι’ αυτό που ο απόστολος Παύλος θα διερωτηθεί με δριμύτητα για το πώς είναι δυνατό κάποιος που είναι μέλος του σώματος του Χριστού, να παίρνει ένα μέλος του σώματός του και να το κάνει πόρνης μέλος (1 Κορ. 6,15). Αργότερα η Διδαχή θα εκφράσει μια πραγματικότητα έντονα λησμονημένη σήμερα και θα εξαρτήσει προϋποθετικά την ευχαριστιακή πράξη από την εξομολόγηση και την κάθαρση!!! Αξίζει να διαβαστεί το ίδιο το κείμενο: «Κατά Κυριακήν δε Κυρίου συναχθέντες κλάσατε άρτον και ευχαριστήσατε, προεξομολογησάμενοι τα παραπτώματα ημών, όπως καθαρά η θυσία υμών » (18). Στην ίδια λογική θα κινηθεί και ο Κλήμης Ρώμης, ο οποίος στην δεύτερή του επιστολή θα επισημάνει ότι μόνον αν κάνουμε το θέλημα του Θεού είμαστε μέλη της πρώτης Εκκλησίας, όπως λέει, της πνευματικής. Στην αντίθετη περίπτωση ανήκουμε σ’ εκείνους που μετατρέπουν τον οίκο του Θεού σε «σπήλαιον ληστών» (19). Και ο Κύριλλος Ιεροσολύμων θα παρατηρήσει παρόμοια: Ερμηνεύοντας το «τα άγια τοις αγίοις» θα πει πως αληθώς ο μόνος φύσει άγιος είναι ο Χριστός, εμείς οι υπόλοιποι είμαστε άγιοι, όμως «ου φύσει αλλά μετοχή και ασκήσει και ευχή» (20). Ο δε άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής όρισε με σαφήνεια στο έργο του Προς Θαλάσσιον (21), τους αγώνες για τον εξαγνισμό, σε σύνδεσμο με το βάπτισμα, και την ικανότητα να πεθάνει κανείς για την αρετή, σε σύνδεσμο με τη θ. Κοινωνία.

Ο πλούτος της ευχαριστιακής Τράπεζας συνιστά εφαλτήριο έμπρακτης αγάπης, φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, κατά τον θεολόγο Γρηγόριο (22), ενώ ο εξεικονισμός του Χριστού από μέρους του κλήρου δεν αποσοβεί την κριτική προς τον τελευταίο και την απαίτηση της ηθικής τελειότητος, προκειμένου να καταστούν οι κληρικοί ικανοί να προσφέρουν θυσία υπέρ του λαού. Στο ζήτημα αυτό την ίδια αλλά σκληρότερη κριτική θα εκφράσει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Με διάνοια λευκή πρέπει να παριστάμεθα ενώπιον του αγίου θυσιαστηρίου, στα άγια των αγίων, θα τονίσει ο ιερός Χρυσόστομος (23), την ίδια στιγμή που, όχι μόνον θα αποτρέψει τους ακαθάρτους να προσεγγίσουν το θυσιαστήριο, αλλά θα τους χαρακτηρίσει και χριστοκτόνους και ενόχους του σώματος και του αίματος του Κυρίου (24). Ως προς το θέμα της συχνότητος προσέλευσης στη θ. Μετάληψη θα τονίσει ο ιερός πατήρ: «Χρόνος προσόδου έστω ημίν το καθαρόν συνειδός» (25). Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλάμας θα απαιτήσει προκάθαρση δια της εξομολογήσεως και της έμπρακτης μετανοίας, προκειμένου να προσεγγίσει κανείς το μυστήριο της σωτηρίας και της θεώσεως, παρατηρώντας ότι τον αναξίως προσερχόμενο το θείο δώρο θα τον εγκαταλείψει αφανώς χωρίς ασφαλώς, ως απαθές, να προσβληθεί από την ένωση μαζί του (26). Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι επισημαίνει, κάτι που θα συναντήσουμε εντονότερα στον Καβάσιλα και τον Νέο Θεολόγο, ότι το μυστήριο για τον αναξίως μετέχοντα καθίσταται ανενεργό.

Εκείνος όμως που αποτελεί έκπληξη για την δριμύτητα ταυτόχρονα όμως και την σαφήνεια των θέσεων είναι ο λειτουργιολόγος της Κωνσταντινούπολης άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας. «Δεν είναι δυνατόν, όχι, απολύτως όχι, (θα αποφανθεί ο Καβάσιλας) να είναι γόνιμο και καρποφόρο το μυστήριο, όταν οι πιστοί που κοινωνούν έχουν σχέση με οποιαδήποτε αμαρτία. Γιατί; Διότι αυτό σημαίνει να είναι γόνιμο και καρποφόρο το μυστήριο: Να μη λείπει δηλαδή απ’ αυτούς που κοινωνούν καμιά αρετή» (27). Ο υπομνηματιστής αυτός της θ. Ευχαριστίας θα καταστήσει σαφές ότι «…όταν εμείς αμαρτάνουμε, Εκείνος μένει ασύνδετος και ασυγκόλλητος με εμάς, διότι τότε απλώς δεν υπάρχει τίποτε κοινό ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ Εκείνον» (28), υποδηλώνοντας ότι η ευχαριστιακή συσσωμάτωση, ως όντως ένωση με τη χάρη του Αναστάντος, προϋποθέτει, εκτός από το βάπτισμα, και την άσκηση, τον αγώνα εναντίον των παθών και της αμαρτίας. Ο ίδιος θεολόγος δεν θα διστάσει να χαρακτηρίσει το μυστήριο της Ευχαριστίας, φως για τους καθαρούς, κάθαρση για όσους αγωνίζονται ακόμη και προπονητής τους στον αγώνα εναντίον του πονηρού και των παθών (29).

Στην παρατήρηση πώς είναι δυνατό η Ευχαριστία που είναι το μυστήριο των μυστηρίων να μην απελευθερώνει χωρίς άλλο από την ευθύνη της αμαρτίας, κάτι που φαίνεται πως κάνει το βάπτισμα, ο «βυζαντινός λειτουργιολόγος» θα απαντήσει βαδίζοντας στα ίχνη του Συμεώνος του Νέου Θεολόγου. Όντως συμβαίνει αυτό, διότι το βάπτισμα μας παρέλαβε χωρίς να έχουμε ακόμη αποκτήσει την πνευματική μας ύπαρξη και άρα χωρίς την ευθύνη της αμαρτίας, δίδοντάς μας τα εφόδια της μετάνοιας και της άσκησης. Στην Ευχαριστία προσερχόμαστε όμως με απηρτησμένη την πνευματική μας συνείδηση και με τα αμαρτήματα που διαπράξαμε στο μεταξύ, αφού δεν φυλάξαμε αμόλυντη τη χάρη του βαπτίσματος (30). Οι ομοιότητες εδώ με ανάλογη διδασκαλία του Νέου Θεολόγου είναι περισσότερο και από προφανής. Άλλωστε, τόσο η προβαπτισματική νηστεία, όπως ο κ. Μιλόσεβιτς μπορεί να μας βεβαιώσει, όσο και η τήρηση των εντολών και ο εν γένει ευαγγελικός βίος, ήταν απαραίτητα χαρακτηριστικά όσων οδηγούνταν προς το βάπτισμα. Για τον Καβάσιλα αλλά και για όλους τους Πατέρες, η άσκηση απαιτείται, πέρα από προϋπόθεση συμμετοχής, και ως παράγοντας για την διατήρηση της χάρης των μυστηρίων, τόσο της Ευχαριστίας όσο και του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.

Οι μαρτυρίες είναι πληθωρικές και περισσότερη επιμονή σ’ αυτές θα καταντούσε μάλλον κουραστική. Από τις ελάχιστες, όμως, αυτές αλλά διαφωτιστικές πατερικές μαρτυρίες κατέστη μάλλον προφανές πως η άσκηση ανήκει στην καρδιά της ευχαριστιολογίας, στο κέντρο του ευχαριστιακού γεγονότος. Αν η παρατήρηση αυτή αληθεύει τότε, ως επόμενο βήμα θα πρέπει να σημειώσουμε, έστω και επιγραμματικά, τις συνέπειες αυτής της συνθέσεως. [Η άσκηση της υπακοής δεν είναι μόνον πόλεμος εναντίον της αμαρτίας αλλά υπακοή για το ξερίζωμα της υπερηφανείας]

Η αντιθετική ή διαζευκτική διαπραγμάτευση της Εκκλησιολογίας κρίνεται ατελέσφορη. Ούτε συνεισφέρουν σε κάτι οι ιεραρχικές προκατανοήσεις: προηγείται το α και έπεται το β. Στα πλαίσια του εκκοσμικευμένου τρόπου της ζωής μας, ακόμη και στον ορθόδοξο χώρο, οποιαδήποτε κατανόηση της Εκκλησιολογίας πέρα από την ασκητικολειτουργική της διάσταση συσκοτίζει το περιεχόμενο της σωτηρίας. Είναι, επίσης, αυτονόητο πως κάθε αυτονόμηση ή ακόμη και υπερέξαρση της «θεραπευτικής» λεγόμενης εκκλησιολογίας βρίσκεται, εξ ορισμού, στα όρια της δογματικής ορθότητας. Με το δεδομένο ότι, τόσο η «θεραπευτική» όσο και η «ευχαριστιακή» εκκλησιολογία, αποτελούν σύγχρονες ακαδημαϊκές διακρίσεις, που στην ελλαδική, τουλάχιστον, πραγματικότητα εισήχθησαν με διαλεκτικό και αντιθετικό τρόπο, ίσως χρειάζεται να προβληματιστούμε για την αντικατάστασή τους από έναν πιο σύνθετο όρο: π.χ. «ασκητικολειτουργική εκκλησιολογία».
Σύνολος ο μοναχισμός κάθε άλλο παρά μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντιπροσωπευτικός της «θεραπευτικής» εκκλησιολογίας, τόσο στην ιστορία όσο και στη θεολογία του!!!. Οι περιπτώσεις μιας αυτονομημένης από την Ευχαριστία και τις εκκλησιαστικές δομές, κάθετης μυστικιστικής σωτηριολογίας, μπορεί κατά καιρούς να εκφράστηκε μέσα από μοναχικά κινήματα, συνιστά, όμως, διεγνωσμένη από την εποχή της παραχάραξη, συνοδικά καταδικασμένη. Συνεπώς, δεν είναι ακριβές να την χρεώνεται σύνολος ο μοναχισμός. Ακόμη, η έννοια της «θεραπείας» ή της «ιατρείας», πληθωρική στην πατερική σκέψη, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ταυτίζεται με την «θεραπευτική» εκκλησιολογία. Η τελευταία ανήκει είτε στις προαναφερόμενες αιρετικές αποκλίσεις, είτε στην σύγχρονη θεραπευτική εκκλησιολογική τάση που εκφράστηκε παρ’ ημίν από τον, κατά τα άλλα διαπρεπή θεολόγο, π. Ιωάννη Ρωμανίδη.
Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και διαπραγμάτευση η θέση κάποιων πατέρων (π.χ. Καβάσιλας, Συμεών ο Ν. Θεολόγος, Χρυσόστομος), ότι τα μυστήρια, ακόμη και αυτό το μυστήριο των μυστηρίων που συνιστά η Ευχαριστία, μπορεί να καταντήσει ατελέσφορο, αν όχι επιβλαβές, όταν προσεγγίζεται άνευ προϋποθέσεων. Κατά συνέπεια η παρατήρηση ότι: η Χάρη του Θεού μας αξιώνει στη συμμετοχή μας στην θ. Ευχαριστία και όχι τα ασκητικά μας κατορθώματα, ενώ είναι κατά βάση ορθή, δεν επιτρέπεται να σημαίνει παραθεώρηση ή υποτίμηση της άσκησης στην εκκλησιολογία.
Δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε την παροχέτευση του Α. Πνεύματος (άρα και τη δράση και λειτουργία Του), από μόνα τα μυστήρια. Αναμφίβολα, η κάθε ευχαριστιακή πράξη συνιστά «θεοφάνεια»! Και η αναπόφευκτη συμμετοχή του κάθε πιστού σ’ αυτήν, προϋποθετική αρχή μιας γνήσιας πνευματικής ζωής. Όμως κάθε θεοφάνεια, κάθε επίσκεψη της Χάρης του Πνεύματος στον πιστό, δεν είναι αναγκαίο να συμβαίνει στην Λειτουργία. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα ήμασταν αναγκασμένοι να αποκλείσουμε, ως νόθες και ψευδαισθητικές ευάριθμες αποκαλύψεις της Χάρης, στους σημαντικότερους των πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας. Άρα, η κάθε μυστική εμπειρία του ασκητή στο κελί του δεν είναι αναγκαία νεοπλατωνική. Οι όποιες επιφυλάξεις απέναντι στη μυστική εμπειρία του ασκητή, από την ευχαριστιακή εκκλησιολογία και όχι μόνον, οφείλουν να επικεντρώνονται στην «ποιότητα», θα λέγαμε, της θεοφάνειας και όχι σ’ αυτό καθαυτό το γεγονός.
Συναφής με τα παραπάνω είναι και η πιστοποίηση ότι δεν υφίσταται διάσταση ή αντίθεση μυστικής-ασκητικής εμπειρίας και εμπειρίας του ευχαριστιακού σώματος. Αν η άσκηση [ΜΑΛΛΟΝ ΥΠΗΡΞΕ ΘΥΜΑ ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΥΡΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΟΝΤΡΑΔΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΑ ΤΗΝ ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΙΑ] βρίσκεται, όπως ευελπιστούμε ότι δείξαμε, στην καρδιά του ευχαριστιακού γεγονότος, τότε η γνήσια μυστικοασκητική εμπειρία είναι προέκταση, ανάπτυξη, εκδίπλωση του πλούτου της ευχαριστιακής εμπειρίας της χάριτος σε κάθε πτυχή της προσωπικής ζωής. Ούτε η ευχαριστιακή εμπειρία διεκδικεί την αποκλειστικότητα στην μέριμνά της για την μεταμόρφωση του κόσμου και της ιστορίας, ενώ η ασκητική είναι δήθεν εμπειρία φυγής στο εξωκοσμικό και υπεριστορικό. Όπως κατέδειξαν νεώτερες μελέτες (π.χ. του PeterBrown, Η κοινωνία και το άγιο στην ύστερη αρχαιότητα), ο μοναχισμός, κατά περιοχές και κατά περιόδους αναλάμβανε έντονη ακτιβιστική δράση για την προστασία των αδυνάτων, για έναν κόσμο όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη του Θεού. Κάτι που, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει ακόμη και σήμερα. Ακόμη και ο εξεικονισμός των εσχάτων δεν είναι κάτι που απουσιάζει από τον μοναχισμό. Αν εξαιρέσει κανείς τον μυστηριακό εσχατολογικό εξεικονισμό της Ευχαριστίας, τι εξεικονίζει καλύτερα τα έσχατα από την ακτημοσύνη, την τήρηση των εντολών, την καθαρότητα από την αμαρτία, την αυτοθυσία και την αγάπη; Αλλά και καθαυτή η μυστικοασκητική εμπειρία είναι εμπειρία εσχατολογική. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι το περιεχόμενο της Εσχατολογίας από την κατ’ ενέργειαν προσωπική μας επαφή με τον Τριαδικό Θεό;
Στα πλαίσια αυτά χρειάζεται να διευκρινισθεί η θέση ότι: οι πιστοί καλούνται να γίνουν άγιοι, όχι ως άτομα αλλ’ ως συλλογική εκκλησιαστική οντότητα. Η θέση αυτή, κατά βάση ορθή, με τον τρόπο, όμως, που εκφέρεται στα πλαίσια της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, αντιπροσωπεύει μάλλον μιαν αμοιβαία καχυποψία μεταξύ των δύο εκκλησιολογικών τάσεων. Τι θα μπορούσε να σημαίνει λοιπόν η έκφραση αυτή; Αναμφίβολα, κάθε πιστός, ο οποίος καλείται να γίνει άγιος, είναι αναπόσπαστο μέλος κάποιας ευχαριστιακής κοινότητας, μέλος ενός ευχαριστιακού σώματος. Κάθε περίπτωση ασκητικής επιδίωξης της αγιότητας, αποκομμένης από το ευχαριστιακό σώμα συνιστά αυτόχρημα, είτε αιρετική παραχάραξη είτε εξωχριστιανική διαδικασία. Όπως προσφυώς παρατηρεί ο Μητροπολίτης Περγάμου, ακόμη και η οσία Μαρία η Αιγυπτία, μετά από σαράντα χρόνια άσκησης, αναζήτησε τον Ζωσιμά για την πλήρη συσσωμάτωσή της στο σώμα του Χριστού. Όμως, η ευχαριστιακή μας συσσωμάτωση προϋποθέτει απαρέγκλιτα, όπως δείξαμε παραπάνω, την επώδυνη και διαρκή ασκητική μας πορεία. Δεν είναι μια μηχανική ή μαγική πράξη. Έτσι, οι πιστοί καλούνται να γίνουν άγιοι, αυτονόητα στα πλαίσια της ευχαριστιακής τους κοινότητας, μέσα από μια επώδυνη και διαρκή πορεία προσωπικού (και όχι ατομικού) τους αγιασμού. Η συλλογική εκκλησιαστική οντότητα δεν μπορεί να παρακάμψει ή να υποβαθμίσει την προσωπική ετερότητα του κάθε πιστού, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει τον προσωπικό αγώνα εναντίων των παθών, τον αγώνα για την τήρηση των εντολών, την διαρκή μετάνοια, την ταπείνωση και την ελεημοσύνη, που θα ανοίξουν την πόρτα στην ευχαριστιακή του συσσωμάτωση.
Τέλος, η ευχαριστιακή μας συσσωμάτωση στο Κυριακό σώμα δεν μπορεί παρά να κατορθώνεται εντός των πλαισίων της θ. Μετάληψης. Στα πλαίσια της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, αξιοποιήθηκε περισσότερο η έννοια της συσσωμάτωσής, δια της Αναφοράς, στο «συλλογικό πρόσωπο του Χριστού», στον Χριστό ως «συλλογική προσωπικότητα» και από εκεί η αναφορά μας στον Πατέρα. Αυτή η έννοια της corporatepersonality, δανεισμένη από την νεώτερη βιβλική ερμηνευτική, αξιοποιήθηκε ιδιαιτέρως από τον Μητροπολίτη Περγάμου, προκειμένου να εξηγήσει το πώς στην Ευχαριστία προσεύχεται ο ίδιος ο Χριστός στον Πατέρα και όλοι μας συμπροσευχόμαστε μαζί του. Αυτός είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος κ.τ.λ. Η θεώρηση αυτή έχει έναν εξειδικευμένο θεολογικό χαρακτήρα και μια αναμφίβολη σπουδαιότητα. Δεν πρέπει όμως να παρακάμψει ή να παραγκωνίσει την θεολογία της θ. Μετάληψης, ως αναγκαία και αναπόφευκτη προϋπόθεση ευχαριστιακής συσσωμάτωσης. Έτσι προβάλλει αμείλικτο το ερώτημα: Είναι δυνατόν να μετέχουμε ευχαριστιακά στο σώμα του Χριστού όταν ουσιαστικά δεν κοινωνούμε; Το ερώτημα έχει και σοβαρότατο ποιμαντικό χαρακτήρα δεδομένου ότι σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη δεν μετέχει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού σχεδόν κανείς, με εξαίρεση κάποια ελάχιστα παιδιά. Η συμμετοχή, όμως, των πιστών στη θ. Μετάληψη, μόνον εμπροϋπόθετη μπορεί να είναι. Συνεπώς είναι αναγκαίο να επανεκτιμήσουμε τον ευχαριστιακό χαρακτήρα της άσκησης και από ποιμαντική σκοπιά.
Μόλις είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι, στη σημερινή μας παρουσίαση, εκφράσαμε θέσεις και απόψεις που, παρά την προσπάθεια θεολογικής και γραμματειακής τους κατοχύρωσης, δεν διεκδικούν την αυθεντία της ορθότητας και της Ορθοδοξίας. Προσπαθήσαμε, περισσότερο, να καταθέσουμε την πενιχρή μας προσφορά, στην υπέρβαση του διλήμματος της διπλής εκκλησιολογίας στον τόπο μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θέσαμε υπό το φως της κριτικής σκέψης θέσεις της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, καθώς και σκοτεινά σημεία που προκύπτουν από την διελκυστίνδα των δύο εκκλησιολογιών, εκφράζοντας απόψεις ανοικτές στον διάλογο, την διόρθωση, την επαλήθευση ή και την διάψευση. Ας μας επιτραπεί, λοιπόν, να κλείσουμε μ’ ένα προσφιλές σ’ εμάς χωρίο του Γρηγορίου Νύσσης, που εκφράζει τις ίδιες ιδέες, παραφράζοντάς το ελάχιστα: «Ει δ’ ελλιπώς έχει τα ειρημμένα, φθόνος ουδείς παρά τε της εν υμίν συνέσεως και παρ’ εκάστου των εντυγχανόντων εξεργασθήναι τα λείποντα».

ΣΙΧΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙ ΤΗΝ ΣΥΣΣΩΜΑΤΩΣΗ ΜΕ ΤΟΣΗ ΑΝΩΜΑΛΙΑ.

Υποσημειώσεις

ΤΟ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ (24)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

ΤΟ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ 
Η Ιεραρχικη δομή τού κόσμου σύμφωνα με τόν ψευδο Διονύσιο Αρεοπαγίτη.
Του Rene Roques.
                                                                 Κεφ. Τρίτο. 
                                                                 Η ιεραρχική δραστηριότης.
                             

3. Οι νόμοι τής ιεραρχικής δραστηριότητος!(συνέχεια)
          
Στην αναγωγική μεσολάβηση, όπως και στην καταγωγική όλα ήλθαν από ψηλά. Δεν υπάρχει λοιπόν παρά μία και η αυτή δραστηριότης (ενέργεια), η θεαρχική ενέργεια. Και όλο το νόημα τής υπάρξεως τών ιεραρχιών είναι η συμμετοχή τους σ’αυτή! (Ούρ Ιερ. 165 Β : Έστι γάρ εκάστω των Ιεραρχίαν κεκληρωμένων  η τελείωσις, το κατ’οικείαν αναλογίαν επί το θεομίμητον αναχθήναι. Και το δή πάντων Θειότερον, ώς τα Λόγιά φησι, Θεού συνεργόν γένεσθαι (1 Κορ. ΙΙΙ, 9: Και δείξαι την Θείαν ενεργείαν εν εαυτώ κατά το δυνατόν αναφαινομένην). Έτσι εννοημένη η αναγωγή κάνει όλους τούς βαθμούς συνεργούς και εκφαντορικούς τής Θείας ενέργειας. Eίναι λοιπούν διαυγές πόσο αδιαχώριστα βρίσκονται δεμένα η Θεία δωρεά και η προώθησις τών νόων.
          Η ένταση τού πρώτου μετρά τήν ιεραρχική άνοδο και αντιστόφως η ιεραρχική άνοδος καθορίζει και κατά κάποιο τρόπο προκαθορίζει το δώρο τού Θεού. Θα ήταν ανόητο να αναπαραστήσουμε στον διασκορπισμό τού χώρου ή στην ακολουθία τού χρόνου δύο κινήσεις ακριβέστατα ταυτόχρονες οι οποίες είναι σε αμοιβαία αιτιότητα, και τών οποίων η φύση είναι ολοκληρωτικώς πνευματική.
          Εξίσου, οι ιεραρχικοί νόμοι τής αναγωγικής μεσολαβήσεως είναι οι ίδιοι με εκείνους τής καταγωγικής. Στην μία και στην άλλη ο νόμος τών τάξεων, που είναι εκείνος τών αναλογιών ή τών συμμετριών, θα είναι σεβαστός με ακρίβεια. Στην μία και στην άλλη, κάθε τάξις θα είναι ταυτοχρόνως φιλοδώρημα και αμοιβή, ανέβασμα και ανεβασμένη. Ανεβασμένη και ανταμοιβή διά τής ανώτερης τάξεως, ανέβασμα και δώρο για εκείνη που ακολουθεί. [Ούρ. Ιερ. 240 Α : αυτός ο νόμος όμως δεν επαληθεύεται στην Εκκλησιαστική Ιεραρχία παρά μόνον για τις τάξεις του κλήρου. Οι μοναχοί οι οποίοι έχουν φθάσει στην πιο μεγάλη κατάσταση τελειότητος (Εκκλ. Ιερ. 532 D) δεν πραγματοποιούν καμία Ιεραρχική λειτουργία σχετικά με την τάξη που τους ακολουθεί (Επιστ. VIII στον Δημόφιλο). Ο Λαός τού Θεού παραδίδεται στην διακονία τών Ιερέων, όπως η τάξη των μαθητευομένων στους διακόνους]. Σύμφωνα με την ανάβασή μας ή την κάθοδό μας στην Ιεραρχική κλίμακα, οι Θείες ενέργειες θα είναι εντατικές, ο φωτισμός θα είναι πάνω κάτω πνευματικός, η κάθαρση ολοκληρωμένη. Δεν πρέπει βεβαίως να κατηγορήσουμε την Θεία ενέργεια για ανισότητα ή για έλλειψη. Ούτε πρέπει να κατηγορήσουμε κάποιον από τούς διαμεσολαβητές. Το Θείο φως είναι πάντοτε το ίδιο και οι διαμεσολαβτητές μπορούν να είναι τέλειοι στην τάξη τους : για καθέναν από αυτούς, η τελειότης αντιστοιχεί πάντοτε σε μία περιορισμένη ικανότητα τού Θείου (ακόμη και λόγω αμαρτίας).
          Αυτή είναι λοιπόν η ενέργεια τής Ιεραρχίας κάτω από την διπλή όψη, αναγωγική και καταγωγική (κατιούσα). Ουσιαστικά ρυθμιζόμενη από τον νόμο τής μεσολαβήσεως, λιγότερο τέλεια, λιγότερο νοητή και λιγότερο καθαρή όσο εκτείνεται προς τους τελευταίους νόες οι οποίοι αυξάνουν τις εσωτερικές τους αντιστάσεις, πιο τέλεια, πιο νοητή και πιο καθαρή στην αντίστροφη πορεία, η Ιεραρχική δραστηριότης κάτω από τις πολλαπλές της μορφές παραμένει πάντοτε μία μετοχή αναλογική στην ενέργεια τής Θεαρχίας η οποία “ενεργεί τα πάντα στα πάντα” (1 Κορ. XV, 28, όπως αναφέρεται στο Θείων Ονομ. 596 C : “Όταν δε υποταγή αυτώ τα πάντα, τότε και αυτός ο Υιός υποταγήσεται τω υποταξάντι αυτώ τα πάντα, ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν”. Θα μπορούσαμε δε να πούμε ότι όλη η ανάπτυξη του έργου τού Αρεοπαγίτη είναι αυτή η σκέψη και παρόμοιες οι οποίες σημειώνουν και αναπτύσσουν το Κολ. 1,17: τα πάντα εν αυτώ συνέστηκεν)!
        
  4. Η Θεαρχία υπερβατική αιτία τής Ιεραρχικής δραστηριότητος.
          
Κατ’αρχάς, το έχουμε ήδη υπογραμμίσει, η Θεαρχία είναι αιτία κάθε θεώσεως: Θεαρχία σημαίνει αρχή του Θείου. Στο Αρεοπαγίτικο σύμπαν, πράγματι, η θέωση μπορεί να έλθει μόνον από τον Θεό. Είναι ένα έργο τής αγάπης (έρως-αγάπη). Και η αγάπη έχει την πηγή της και το τέλος της στον Θεό.
          Εάν από τον καθολικό όρο της θεώσεως περνούμε στον υπολογισμό τών βασικών της όψεων: της κάθαρσης, του φωτισμού και της τελειώσεως, κατανοούμε ότι είναι επιπλέον τρείς ενέργειες καθαρά θεαρχικες ή ακριβέστερα, τρείς όψεις τής ίδιας θεαρχικής δραστηριότητος (η Θεαρχία τούς εν οίς αν εγγένηται νόας αποκαθαιρεί πρώτον, είτα φωτισθέν τας αποτελειοί προς Θεοειδή τελεσιουργίαν. Εκκλ. Ιερ. 508 D. Οι τρείς δραστηριότητες είναι ταυτόχρονες, δεν κατανοούνται με χρονολογική σημασία, αλλά λογική). Στο περί Θείων ονομάτων αφθονούν τα χωρία τα οποία περιγράφουν την Θεαρχία σαν αιτία τής καθολικής ενέργειας και τον Θεό σαν παρόντα σε όλα τα όντα μέσω αυτής τής δραστηριότητος. Θ. Ον. 693 Β: διά ταύτας (τής αγαθότητος ακτίνας) υπέστησαν αί νοηταί και νοεραί πάσαι και ουσίας και δυνάμεις και ενέργειαι. 705 C : εξ’αυτού και δι’αυτού… πάσα δύναμις, πάσα ενέργεια!
          Παρ’όλα αυτά πάρα πολλά χωρία μοιάζουν να αφαιρούν κάποια μέρη δραστηριότητος από το Θείο έργο. Ο νεοβαπτισθείς, για παράδειγμα, πρέπει να νικήσει τις ενέργειες που αντιστρατεύονται την θέωσί του (τάς προς Θέωσιν ενάντιας αυτώ καταπαλαίσας ενεργείας τε και ύπαξεις). Εκκλ. Ιερ 404 Α!  Και όσοι εγκαταλείπουν την Θεία ζωή εγκαταλείπονται με την σειρά τους στην πιο βάρβαρη δραστηριότητα (ενεργουμένους εναγεστάτην ενέργειαν! Εκκλ. Ιερ. 433 D).
Θα έπρεπε να δούμε μία πολλαπλότητα πηγών ενεργείας ανεξαρτήτων από την θεαρχική ενέργεια, οι οποίες θα μπορούσαν να την εκμηδενίσουν;

Συνεχίζεται

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΦΘΗ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΟΡΑΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ, ΕΤΕΘΗ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. 

Αμέθυστος.

Γεώργιος Α. Τσανανάς - «Τα εν τη Εκκλησία χαρίσματα του Αγ. Πνεύματος κατά τον Μέγα Βασίλειον»(2)

Συνέχεια από: Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

 Β. Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΦΥΣΙΝ, ΤΟΝ ΣΚΟΠΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΥΤΩΝ


1. Η φύσις και ο ρόλος ή σκοπός των χαρισμάτων

Το σημείον τούτο διαφωτίζει σημαντικώς το κάτωθι χωρίον «Ηδη δὲ καὶ ὡς ὅλον ἐν μέρεσι νοεῖται τὸ Πνεῦμα κατὰ τὴν τῶν χαρισμάτων διανομήν. “Πάντες γὰρ ἀλλήλων ἐσμὲν μέλη͵ ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα”(Ρωμ. 12, 5-6). Δια τούτο “οὐ δύναται δὲ ὀφθαλμὸς εἰπεῖν τῇ χειρί· χρείαν σου οὐκ ἔχω...”(Α' Κορ. 12, 21)... Ἀλλὰ πάντα μὲν ὁμοῦ συμπληροῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ἑνότητι τοῦ Πνεύματος· ἀλλήλοις δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐκ τῶν χαρισμάτων ἀντιδίδωσιν ὠφέλειαν. “Ὁ μὲν Θεὸς ἔθετο τὰ μέλη ἐν τῷ σώματι͵ ἓν ἕκαστον αὐτῶν καθὼς ἠθέλησε” (Α' Κορ. 12, 18). Τὰ μέντοι μέλη τὸ αὐτὸ μεριμνῶσιν ὑπὲρ ἀλλήλων͵ κατὰ τὴν πνευματικὴν κοινωνίαν τῆς συμπαθείας αὐτοῖς ὑπαρχούσης. “Διόπερ εἴτε πάσχει ἓν μέλος͵ συμπάσχει πάντα τὰ μέλη... ”(Α' Κορ. 12, 26).  Καὶ ὡς μέρη δὲ ἐν ὅλῳ͵ οἱ καθ΄ ἕνα ἐσμὲν ἐν τῷ Πνεύματι· ὅτι “οἱ πάντες ἐν ἑνὶ σώματι͵ εἰς ἓν Πνεῦμα ἐβαπτίσθημεν”(Α' Κορ. 12, 26)»22. 

Δι’ άλλων λόγων· το Άγιον Πνεύμα ενοικεί εν τη Εκκλησία καθόλου και εις τα μέλη αυτής καθ’ έκαστον, συνέχον αυτά εις έν. Τα χαρίσματα συνιστούν τον τρόπον παρουσίας και ενεργείας του Πνεύματος, ώστε δι’ αυτών να διεξάγηται η ζωή της Εκκλησίας, οικοδομουμένης εις σώμα δια της αλληλεγγύης των μελών μεταξύ των κατά την αντίδοσιν των χαρισμάτων.

Η οικοδομή λοιπόν της Εκκλησίας είναι ο λόγος υπάρξεως και ενεργείας ήτοι ο σκοπός των χαρισμάτων. Τούτο εκτίθεται σαφέστατα πολλαχού εις τούς Όρους κατά Πλάτος και κατ’ Επιτομήν, όπου το χάρισμα παρουσιάζεται ωργανωμένον εν πάση συνεπεία και πειθαρχία ως «διακόνημα» εν στενή μοναχική έννοια. Επ’ αυτού όμως θα επανέλθωμεν κατωτέρω.

2. Οι όροι και τα όρια υπάρξεως και ενεργείας των χαρισμάτων εν τη Εκκλησία

Ταύτα είναι τα εξής τρία· η καθαρότης του βίου, η αγάπη και η πιστότης και πειθαρχία εις το χάρισμα.

α) Η καθαρότης. Ως προς την ύπαρξιν και παρουσίαν των τα χαρίσματα είναι κατ’ αρχήν άσχετα προς την ηθικήν ποιότητα του φορέως αυτών. Διότι, ως λέγει, «το χάρισμα Θεού ή δωρεάν λαμβάνειν και τον ανάξιον ουδέν παράδοξον». Τούτο είναι αφ’ ενός μεν ίδιον του αγαθού Θεού (βλ. Ματθ. 5, 45), αφ’ ετέρου δε δύναται να ωφελήση τον λαβόντα αυτό, «εάν άρα δυσωπηθείς την του Θεού χρηστότητα, προτραπή εις επιμέλειαν της προς αυτόν ευαρεστήσεως», όπως επίσης δύναται να ωφελήση άλλους, καθ’ ά διδάσκει ο απόστολος Παύλος (Φιλιπ. 1, 15-18)23. Ομαλώς όμως εχόντων των πραγμάτων τα χαρίσματα διανέμονται, λειτουργούν και διακονούν εις οικοδομήν κατά την «κατ' αναλογίαν της πίστεως»24 δεκτικότητα, πνευματικήν προκοπήν και την ηθικήν καθαρότητα των δεχομένων αυτά. Λέγει λ.χ. «Το Πνεύμα το άγιον, εκ της πίστεως τών εις Χριστόν πιστευόντων εγγινόμενον τοις αξίοις»25· «τω δικαίω διαρκής έστιν η θεία και επουράνιος ευφροσύνη, διότι άπαξ αυτώ ενοικεί το Πνεύμα»26. Μεταξύ των κατηγορημάτων του Αγ. Πνεύματος τυγχάνει και ότι τούτο είναι «πάντα πληρούν τη δυνάμει, μόνοις δε όν μεθεκτόν τοις αξίοις, ουκ εν ενί μέτρω μετεχόμενον, αλλά κατ' αναλογίαν της πίστεως διαιρούν την ενέργειαν... εκάστω των δεκτικών, ως μόνω παρόν, διαρκή τοις πάσι την χάριν ολόκληρον επαφίησιν· ου απολαύει τα μετέχοντα, όσον αυτά πέφυκεν, ούχ όσον εκείνο δύναται»27. Και αυτοί ούτοι οι μαθηταί έτυχον της παρά του Κυρίου εκλογής, της συν αυτώ διαγωγής, της παρ’ αυτού αποστολής, της των πνευματικών χαρισμάτων διανομής, «μετά το άξιοι φανήναι»28. Αντιθέτως, «έως ου τηρούμεν πάσας τας εντολάς του Κυρίου... Πνεύματος άγιου καταξιωθήναι μη προσδοκήσωμεν»29· «όπου έχθραι, έρεις, θυμοί, εριθείαι, φιλονικίαι, θορύβους ασιγήτους ταις ψυχαίς εμποιούντα, εκεί το Πνεύμα της πραότητος ουκ αναπαύεται»30· «χαρίσματα δε πνευματικά αποδιώκει κραιπάλη»31· «τίς εν τροφή δαψιλεί και τρυφή διηνεκή εδέξατό τινα κοινωνίαν χαρίσματος πνευματικού;»32. Αλλαχού δε, τέλος, λέγει δι’ αναλογιών τα εξής χαρακτηριστικά· Όπως η «δύναμις του οράν» εξαρτάται εκ του υγιαίνοντος οφθαλμού, τοιουτοτρόπως και η ενέργεια του Πνεύματος εκ της κεκαθαρμένης ψυχής. Όπως η τέχνη υπάρχει μεν εις τον τεχνίτην δυνάμει, ενεργεία δε τότε, όταν ενεργή κατ’ αυτήν, τοιουτοτρόπως και η χάρις του Πνεύματος εις τον υποδεξάμενον αυτήν· «το Πνεύμα αεί μεν συμπάρεστι τοις αξίοις, ενεργεί δε κατά την χρείαν, η εν προφητείαις, η εν ιάμασιν, η εν άλλοις τισί δυνάμεων ενεργήμασιν». Η παρουσία Του όμως μένει ανενέργητος, όταν δι’ αναξιότητα απωθήται33.

β) Η αγάπη. Αν η καθαρότης αποτελή όρον διά την κατ’ άνθρωπον ενεργόν και θετικήν παρουσίαν των χαρισμάτων, η ανιδιοτελής αγάπη είναι το κριτήριον, διά του οποίου ίσταται ή πίπτει η αξία αυτών.
Κατ’ αρχήν πάντα τα μέλη της Εκκλησίας είναι φορείς ενός ή πλειόνων χαρισμάτων. Ταύτα είναι διάφορα· δεν εξαρκεί δε ο εις «υποδέξασθαι πάντα τα πνευματικά χαρίσματα»34. Τα χαρίσματα όμως ταύτα δίδονται όχι προς το «συμφέρον» των δεξαμένων αυτά, αλλά χάριν της κοινότητος. Δεν είναι ατομικού, αλλά κοινωνικού, συλλογικού χαρακτήρος. Περί αυτού λέγει ρητώς· «Εν τη της ζωής κοινωνία το εκάστου ίδιον χάρισμα κοινόν των συμπολιτευομένων γίνεται», και «ων (χαρισμάτων) έκαστον ου μάλλον δι’ εαυτόν ή δια τους άλλους ο λαμβάνων έχει… εν δε τη των πλειόνων συμβιώσει και του ιδίου απολαύει, πολυπλασιάζων αυτό τη μεταδόσει, και τα των άλλων ως εαυτού καρπούται»35. Η χαρισματική ιδιοτέλεια δεν έχει χώρον εις μίαν κοινωνίαν αγάπης, όπως είναι η Εκκλησία. Επ’ αυτού είναι κατηγορηματικός ο ιερός Πατήρ, ομιλών την βιβλικήν γλώσσαν· η απολογία λ.χ. των ες αριστερών του Κυρίου κατά την μέλλουσαν κρίσιν («Κύριε, Κύριε, ου τω σω ονόματι προεφητεύσαμεν... δαιμόνια εξεβάλομεν... δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν;» (Ματθ. 7,22) δεν είναι ψευδής, δικαιολογούσα το «ουκ οίδα υμάς»· η μη αναγνώρισις έχει την αιτίαν της εις το ότι «τη του Θεού χάριτι προς τα ίδια θελήματα απεχρήσαντο, όπερ της προς Θεόν αγάπης αλλότριον»36. Κατηγορηματικώτερον λέγει αλλαχού, ότι «χωρίς αγάπης καν γένηται τα προστάγματα και τα δικαιώματα, και φυλαχθώσιν αι εντολαί του Κυρίου, και τα μεγάλα χαρίσματα ενεργηθή ανομίας έργα λογισθήσεται· ου τω ιδίω λόγω των χαρισμάτων και των δικαιωμάτων, αλλά τω σκοπώ των τούτοις χρωμένων προς τα ίδια θελήματα»37. Ο Κύριος δεν απήτησε παρά των μαθητών σημεία και δυνάμεις παραδόξους, καίτοι και τούτων εν Πνεύματι αγίω χαρισάμενος την ενέργειαν, αλλά την αγάπην προς τους αδελφούς (Ιω. 13, 15. Ματθ. 25, 35. 40)38.

γ) Η πιστότης και πειθαρχία εις τα δοθέντα χαρίσματα. Η ειρήνη και η ενότης της Εκκλησίας απειλούνται ήδη από της αποστολικής εποχής λόγω του αριθμού, του είδους και του μεγέθους των χαρισμάτων μεταξύ των μελών αυτής (βλ. Α' Κορ. 12, 12-28). Το αυτό πρόβλημα αντιμετωπίζει και ο Μ. Βασίλειος. Πρωτίστως τονίζει ότι εις έκαστος πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι τα χαρίσματα είναι διάφορα· ούτε εις μόνος δύναται να υποδεχθεί τα πάντα ούτε οι πάντες το αυτό χάρισμα. Δια τούτο πρέπει «σωφρόνως και ευχαρίστως έκαστον εμμένειν τω δεδομένω, και συμφωνεί αλλήλοις προς πάντας εν αγάπη Χριστού, ώσπερ μέλη εν σώματι», ώστε να μη καταλαμβάνηται εξ απογνώσεως ο έχων μικρότερον χάρισμα, συγκρίνων τούτο προς τον μεγαλύτερον έχοντα, ούτε δε ο τελευταίος ούτος να καταφρονή του ελάττονος, διότι τούτο αποτελεί κατάστασιν διαλυτικήν39. Τα διάφορα χαρίσματα εκάστου είναι χαρίσματα πάντων· «σον έστι το αγαθόν, και σοι επέμφθη δια του αδελφού»· διά τούτο δεν υπάρχει λόγος διά φθόνον, αλλά δι’ ευφροσύνην λόγω της ωφελείας40. Ουδείς έχει την εξουσίαν να λάβη δι’ εαυτόν την εις άλλον δοθείσαν χάριν, «αλλ’ έκαστος των πιστών εν τοις ιδίοις όροις μένει της δωρεάς του Θεού»41.

Τα εν τη Εκκλησία χαρίσματα απάντων των μελών αυτής είναι διακονίαι42. Η καρποφορία αυτών, ήτοι η οικοδομή της Εκκλησίας, εξαρτάται εκ της τηρήσεως της ευσχημοσύνης και της τάξεως (Α' Κορ. 14, 10). Όπου δεν κατορθούται η ομόνοια, δεν τηρείται ο σύνδεσμος της ειρήνης, δεν φυλάσσεται η εν Πνεύματι πραότης, χρειάζεται πολλή τόλμη δια να καλέση τις τους ούτω ζώντας μέλη Χριστού43. Αν η Εκκλησία δεν είναι συνδεδεμένη δια του συνδέσμου της ειρήνης και της αγάπης, δεν δύναται να αυξηθή εις ύψος44. Ενώ εξ αντιθέτου «εν τη ευσχημοσύνη της Εκκλησίας» δύναται να «πλεονάζη και πληθύνη το της αγάπης καλόν»45.

Απαιτείται άοκνος επιμέλεια και συνέπεια περί το ίδιον χάρισμα εν τη Εκκλησία. Διότι «επικατάρατος πας ο ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς» (Ιερεμ. 48, 10)46. Έκαστος πρέπει «ιδία κλήσει μένειν καί κατορθούν επιμελέστερον το υπό του Κυρίου πιστευθέν»47. Μόνον ούτως επιτυγχάνεται η ευάρεστος τω Θεώ ευταξία εν αγάπη Χριστού εν τη διαφορά των χαρισμάτων και η ευαρέστησις προς τον Θεόν, η οποία δεν επιτρέπει «τον ίδιον τόπον του χαρίσματος υπερβαίνειν», διότι «η παρά τόπον ενέργεια εις το εναντίον του προκειμένου σκοπού περιτρέπει το τέλος»48.

Έμβλημα ισχύον προς επιτυχίαν των σκοπών του της κοινοβιακής οργανώσεως του μοναχικού βίου αλλά και γενικώτερον εν τη Εκκλησία εφαρμοζόμενον, είναι κατά τον Μ. Βασίλειον το του Παύλου· «Έκαστος εν ω εκλήθη, αδελφοί, εν τούτω μενέτω» (Α' Κορ. 7, 24). Τα διάφορα «διακονήματα» εν τω κοινοβίω έχουν ως βάσιν το χάρισμα ή τα χαρίσματα των αδελφών, εις τους όποιους μετά δοκιμασίαν ανατίθενται αι «οικονομίαι». Έκαστος κατά τοιούτον τρόπον τοποθετούμενος είναι «εμπεπιστευμένος» ή «εγκεχειρισμένος» ταύτην ή εκείνην την διακονίαν (του λόγου, του κηρύγματος, της «προστασίας», ταύτης ή εκείνης της εργασίας, της φιλοξενίας κ.λ.π.). Ενταύθα η πειθαρχία των ούτως ειπείν χαρισματικών διακονημάτων είναι αυστηρά, συντελούσα εις την κατ’ άριστον δυνατόν τρόπον «οικοδομήν της πίστεως» και των «αδελφοτήτων» εις πάσαν εκδήλωσιν, και την ελαχίστην ακόμη49.

Σχόλιο: [ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΠΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΚΑΘΟΤΙ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΟΣΩΝ ΕΓΡΑΦΕ, 
Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΝΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ, ΜΕΤΑΛΛΑΞΕ ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΣΕ ΔΙΑΚΟΝΗΜΑΤΑ.
ΑΥΤΗ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΕ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΥΠΗΡΞΕ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΠΛΕΟΝ, ΑΦΟΥ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΛΑΟ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ].

Σημειώσεις

22. Περί Αγ. Πνεύματος, κεφ. 26, 61. PG 32, 181ΑΒ.
23. Όροι κατ' επιτομήν, ερώτ. 179. PG 31, 1201C. 1204Α. Το προφητικόν χάρισμα, λέγει αλλαχού, κατείχε μεν λ.χ. ο Δανιήλ, το ευρίσκομεν όμως και εις τον Φαραώ και τον Ναβουχοδονόσορα· προφητεύει μεν ο Βαρλαάμ, προφητεύει όμως και ο Καϊάφας (Ιω. 11, 50). Τούτο εξηγεί ο Βασίλειος λέγων ότι «οικονομικώς εν αυτοίς ο λόγος, ου κατά την αξίαν, αλλά προς τον καιρόν». Υπόμν. εις προφ. Ησαΐαν 4. Trevisan I, σ. 13, 15· πρβλ. αυτόθι 2. σ. 7, 9 και 6. σ. 19, 21.
24. Βλ. Ηθικά, όρος 58. κεφ. 1. PG 31, 789Α· Όροι κατά πλάτος, ερ. 7, 2. 932.Α· Όροι κατ' επιτομήν, ερ. 303, 1297Α· Περί βαπτίσματος, λόγος 2, ερ. 8. 3. 1604ΑΒ.
25. Ομιλία εις 45 Ψαλμόν 4. PG 29, 421C.
26. Ομιλία εις 32 Ψαλμόν 1. PG 29. 324C.
27. Περί Αγ. Πνεύματος, κεφ. 9, 22. PG 32, 108C. 109Α· πρβλ. αυτόθι, 23. 109ΑΒ. κεφ. 22, 53. 168BC και κεφ. 26, 63. 184Β.
28. Περί πίστεως 2. PG 31, 681C.
29. Όροι κατ' επιτομήν, ερ. 204. PG 31, 1217Β.
30. Ομιλ. 10 Κατά οργιζομένων 7. PG 31, 372Α.
31. Περί νηστείας, λόγος 1,11. PG 31, 184ΑΒ.
32. Αυτόθι, 9. 180Β.
33. Περί Αγ. Πνεύματος, κεφ. 26, 61. PG 32, 180CD. 181Α. Πρβλ. αυτόθι, 63. 184CD. Περί της καθαρότητος ως όρου λειτουργίας και επωφελούς ενεργείας των διαφόρων χαρισμάτων βλ. κατ' εξοχήν  Υπόμν. εις προφ. Ησαΐαν 1 καί 3. Trevisan I, σ. 5, 9, 11 (χάρισμα προφητείας), ένθα μ.ά. λέγεται· «Πάσι μέν πάρεστι τό Άγ. Πνεύμα· άλλά τοΐς καθαρεύουσι τών παθών τήν Ιδίαν έμφαίνει δύναμιν» (3, σ. 9) και 2, σ. 7, 9 (χαρίσματα σοφίας, γνώσεως καί διδασκαλίας).
34. Όροι κατά πλάτος, ερ. 7, 2. PG 31, 932Α. Πρβλ. Ηθικά, όρ. 60. PG 31, 793Α.
35. Όροι κατά πλάτος, ένθ’ αν., 932ΑΒ.
36. Όροι κατ' επιτομήν, ερ. 179. PG 31, 1201BC.
37. Περί βαπτίσματος Α', λόγος 2, 25. PG 31, 1568Β. Πρβλ. αυτόθι, 24. 1565CD και λόγον 3, 3. 1577C.
38. Όροι κατά πλάτος, ερ. 3, 1. PG 31, 917AΒ.
39. Ηθικά, όρ. 60. PG 31, 793ΑΒ. Πρβλ. αυτόθι. 7, κεφ. 1. 712Β.
40. Ομιλία 11 Περί φθόνου 5. PG 31, 384ΑΒ. Πρβλ. Λόγος ασκητικός και παραίνεσις..., 8. PG 31, 644Β.
41. Περί βαπτίσματος, λόγος 2, ερ. 8, 3. PG 31, 1601C
42. «Έκαστος γαρ ημών των μαθητευομένων τω λόγω μιας τίνος πράξεως έστιν υπηρέτης των κατά το Ευαγγέλιον διατεταγμένων ημίν. Εν γαρ τη μεγάλη οικία τη Εκκλησία ταύτη σκεύη εστί παντοδαπά...». Ομιλία εις το Πρόσεχε σεαυτω 4, PG 31. 205Β. Πρβλ. Ομιλίαν Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός 5. PG 31, 340BC.
43. Περί κρίματος Θεού 3. PG 31, 660ΑΒ.
44. Προς τους συκοφαντούντας ημάς, ότι τρεις θεούς λέγομεν 1. PG 31, 1489Α.
45. Επιστολή 222. Εκδ. R. Deferrari (London 1953). τoμ. III, σ. 284 (PG 32, 820Β).
46. Όροι κατά πλάτος, ερ. 24. PG 31, 984ΑΒ.
47. Όροι κατ’ επιτομήν, ερ. 303. PG 31, 1297Α.
48. Περί βαπτίσματος Β’, ερ. 8,3 και 4, PG 31, 1604ΑΒ.
49. Βλ. ενδεικτικώς Όροι κατά πλάτος, ερ. 30, 32 (2), 35 (2, 3), 39, 40· Όροι κατ’ επιτομήν, ερ. 45, 87, 91, 154, 187, 189 (άπαντα εν PG 31, 993Α εξ.). Βλ. Π. Χρήστου, Η κοινωνιολογία του Μ. Βασιλείου, Αθήναι 1951, σ. 33-40, 78-82. Κατά τον Η. Dörries (De Spiritu Sancto. Der Beitrag Basilius des Grossen zum Abschluss des trinitarisclien Dogmas, Göttingen 1956, σ. 160) «o μοναχισμός ανανέωσε τα χαρίσματα». Προσθετέον πάντως, κατά Μ. Βασίλειον, εφ’ όσον ή «επί το αυτό ζωή» (κοινοβιακή μοναχική) είναι «μίμημα της αποστολικής πολιτείας». Επιστ. 295. Deferrari, τόμ. IV (London 1950), σ. 206.

Μ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΕΓΙΝΕ Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
 Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΑΣΙΜΗ ΔΙΟΤΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΠΡΟΣ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΛΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΒΡΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ.

Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

Η  ΙΑΤΡΙΚΗ  ΕΠΙΣΤΗΜΗ 
ΔΩΡΟ  ΤΟΥ  ΘΕΟΥ  ΣΤΗΝ  ΑΔΥΝΑΜΙΑ  ΤΗΣ  ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ  ΦΥΣΗΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


       Πρωτοχρονιά 2022, με «την ελπίδα που ου «καταισχύνει» -Ρμ.5,5- για καλύτερες μέρες, όσο κι αν μαίνεται η θανατερή Πανδημία Κόβιτ19, δεύτερη στη συνέχεια χρονιά. Όσο κι αν «το ζηλωτικό κομμάτι της Εκκλησίας φωνασκεί» - οι «ζήλον Θεού έχοντες, αλλ’ ου κατ’ επίγνωσιν, αγνοούντες την δικαιοσύνην του Θεού και ζητούντες την ιδίαν δικαιοσύνην στήσαι» -Ρωμ.10,3- και ενεργεί ωσάν να έχουν τα πράγματα αντιστραφεί. Σήμερα που είναι σπουδαία γιορτή, του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου, στον οποίο ανήκει ως εκκλησιαστική θέση και συναγωγή η επιγραφή του γραπτού που ακολουθεί! Αλλά και, ευκαιρία να φανεί ευρύτερα η αλήθεια σφραγισμένη με την από τότε βαριά δική του υπογραφή, και την πρόσφατη του Ομολογητή ως και Μάρτυρα Αγίου Λουκά, του ιατρού :

1.                 α. «Ώσπερ εκάστη των τεχνών βοήθεια ημίν προς το της φύσεως ασθενές υπό του Θεού κεχάρισται … ούτω και ιατρική».

β.   «Επειδή το εμπαθές ημών σώμα ποικίλαις … βλάβαις υπόκειται, η ιατρική τέχνη εις τύπον της κατά ψυχήν θεραπείας … υπό του πάσαν ημών την ζωήν οικονομούντος Θεού συγκεχώρηται».

γ.  «Τους τα σώματα νοσούντας τοσούτον τοις ιατροίς καταπιστεύειν, ώστε καν τέμνωσιν, αν καίωσιν, και πικροίς φαρμάκοις ανιώσιν ευεργέτας λογίζεσθαι».

     Απλά και καθαρά ο Μέγας Βασίλειος παραδίδει ως θέση εκκλησιαστική για την ασθένεια του σώματος τα εξής. 1. Η Ιατρική επιστήμη είναι δώρο του Θεού στην ασθενική ανθρώπινη φύση. 2. Είναι κυρίαρχα ως και αποκλειστικά αρμόδια και υπεύθυνη για του σώματος τη θεραπευτική, με επιβλέποντα το Θεό αγαπητικά, ως προς την έκβαση όμως ανεξιχνίαστα. 3. Ο ασθενών  σωματικά χριστιανός απευθύνεται στο γιατρό, ακολουθεί τη θεραπευτική του, και τον θεωρεί ευεργέτη της ζωής του. 

  1. Ερχόμαστε στον Άγιο Ομολογητή ΅ως και Μάρτυρα Λουκά, τον ιατρό, που η θεραπευτική του δένει αρμονικά πίστη και ιατρική επιστήμη, δώρο του Θεού. Αντιγράφω  από ανάρτηση-16.12.21-του Μητροπολίτη Αργολίδος Νεκτάριου.

α.  Ο άγιος Λουκάς δε φοβόταν ούτε τη λογική, ούτε την επιστήμη. Ήταν ένας τέλειος συνδυασμός πίστης και επιστήμης. Το αρχαίο ρητό: «συν Αθηνά και χείρα κίνει», βρήκε στο πρόσωπό του την τέλεια εφαρμογή.

β. … Μέσα στο χειρουργείο είχε κρεμασμένη στον τοίχο την εικόνα της Παναγίας. Άναβε το καντήλι, προσευχόταν λίγα λεπτά και ζητούσε την άνωθεν βοήθεια. Έπειτα με τις γάζες και το ιώδιο σχημάτιζε το σημείο του σταυρού στο σώμα του ασθενούς, και μόνον τότε έπαιρνε το νυστέρι για να ξεκινήσει την εγχείρηση.

γ.   Η βαθιά πίστη του δεν τον εμπόδισε στην επιστημονική έρευνα. Όλα τα «τάλαντα» που του χάρισε ο Θεός τα χρησιμοποίησε για την προώθηση της επιστήμης και τη θεραπεία των ασθενών.

******   ***   *****

       Τι όμως είδαμε στον εκκλησιαστικό χώρο της τυπικά Ορθόδοξης Ελλάδας από την επέλαση Πανδημίας Κόβιτ19 μέχρι σήμερα. Μετά τον αρχικό και φυσικό αιφνιδιασμό, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος εξέδωσε εγκύκλιο σύμπλευσης με τις αποφάσεις που θα ελάμβανε η Πολιτεία ύστερα από γνωμάτευση της αρμόδιας ιατρικής. Πράγμα που δέχτηκαν με μισή καρδιά ελάχιστα ευτυχώς μέλη της όλης Ιεραρχίας, αλλά στάθηκε απέναντι το ζηλωτικό μέρος όχι λίγων Ιερέων, και Γεροντάδων τινών μετά των συν αυτοίς πιστών. Δεν ξέρω εγώ, ξέρει όμως ο Θεός, ως ποιο βαθμό «ζήλον Θεού έχοντες, αλλ’ ου κατ’ επίγνωσιν». Επίσης δεν ξέρω εγώ, ξέρει όμως ο Θεός, ως ποιο βαθμό «απατηθέντες από τον μετασχηματιζόμενο σε άγγελο φωτός» ακατονόμαστο, και το χειρότερο, ποια οικογενειακά και άλλα δράματα προκάλεσαν! 

        Πιο ανοιχτά, πιο καθαρά. Ξέρουμε όλοι, ξέρει όμως πολύ πιο καλά ο Θεός, ότι  οφείλει κάθε χριστιανός να τον ευχαριστεί για το θείο δώρο της υγείας και της ζωής, και να το προστατεύει όσο πιο καλά μπορεί.  Να μην αφήνει διόδους από όπου μπορεί να φανεί, ότι του επιστρέφει με όση πολλή αχαριστία κατάμουτρα το δώρο. Τέλος ξέρουμε όλοι πια, και καταλαβαίνουμε που πάει το πράγμα στη γη και στον ουρανό πιο πολύ, αν έβαλε το χεράκι του εδώ, Ιερουργός του Θεού που «αγάπη εστί»!!

      Κατά ταύτα δεν είναι τυχαίες, θαρρώ, οι ακόλουθες διαπιστώσεις και συναγωγές.

1.       «Η πανδημία αφήνει πίσω της αποκαλυπτικά σημεία λαλίστατης αθεολογησίας, που πρέπει να μας προβληματίσουν … Είδαμε μια ανόητη άρνηση της πραγματικότητας του κορωνοιού, μαζί με μια αδιάκριτη πεποίθηση στην αναγκαστική βοήθεια του Θεού χωρίς καμιά δική μας συν-ενεργητική προφύλαξη»! -πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος.

2.       Ακρόαση διαδικτυακής συζήτησης με επίκεντρο το βιβλίο του Καθηγητή της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου κ. Χρυσόστομου Σταμούλη, «Φάγαμε Ήττα», και συνοψισμένη από τον γράφοντα ως εξής. «Το ουσιαστικό μήνυμα είναι ότι η Πανδημία Κοβιτ19 αποκάλυψε πόσο φοβερά κακοχωνευμένη χριστιανική ορθόδοξη Αλήθεια-πίστη ως ζωή «πνευματική», έχει αποτεθεί και επικαθήσει ανεπαίσθητα στη χριστιανική ορθόδοξη λαϊκή, και όχι μόνο, ψυχή.

3.       Ανάρτηση α. «Εκκλησία και Πανδημία: Η επόμενη μέρα. Ή μήπως η επόμενη νύχτα», και β. «’Έχει πάτο ο εξευτελισμός;», από όπου η παράθεση. «Μειοψηφία παραμένουν εντός των πιστών οι νηφάλιοι, οι συστηματικά και σφαιρικά σκεπτόμενοι, οι διαθέτοντες θεσμική συνείδηση και συλλογική-σ. κοινωνική-ευαισθησία. Πλεονάζουν οι ατομικιστές, όσοι λένε «αντί» σε όλα, οι τζάμπα αντιστασιακοί … Καμαρώνουμε που οι ναοί μας γεμίζουν στις μεγάλες γιορτές … επιχαίρουμε για τη διαχρονική ευλάβεια του λαού μας. Και ήρθε η πανδημία να αποκαλύψει το πραγματικό μας πρόσωπο». Και η μνήμη του, ομολογία τραγική. «Θυμάμαι από ιερατικές συνάξεις ανά την Ελλάδα … Κανένας προβληματισμός για το τι είδους χριστιανούς φτιάχνουμε»! Και σε επίμετρο, ερώτημα κατάμεστο αγωνία. «Άραγε υπάρχει καιρός ακόμα, ώστε να μην ηττηθούμε οριστικά;»-πατήρ Βασίλειος Θερμός. .

******   ***   ******

        Από δω και εξής μπορεί κανείς προχωρήσει ως μοναχικός οδοιπόρος, ν’ απορήσει και να πει. Πώς μπορεί να εξηγηθεί ότι τα τοιαύτα συμβαίνουν εξήντα χρόνια μετά την αποτίναξη «της εκδυτικισμένης Ορθοδοξίας», και «τη στροφή» στην «πούρα», την καθαρή, την αυθεντική! Που, βέβαια, δεν άργησαν να μας πουν υπογραφές βαριές ότι. «Επρόκειτο απλώς για μια κατά γράμμα απομίμηση των τύπων εκφράσεως του βυζαντινού παρελθόντος»-Περγάμου Ιωάννης. Που τελικά «δεν την πήρε είδηση κανείς»-Χ. Γιανναράς.

      Προτιμώ όμως να περάσω στο επίμαχο σημείο από άλλη, μη θεολογική, αλλά όχι τυχαία υπογραφή, μάλιστα απλά, καθαρά, συγκεκριμένα. «Ο Μέγας Βασίλειος είχε αφιερώσει τη μεγάλη καρδιά του στο Θεό, στη φύση και στους γύρω του ανθρώπους, στους άρρωστους και τους φτωχούς. Ωστόσο από την εποχή των πρώτων αναχωρητών ως τις μέρες των «ησυχαστών» του Αγίου Όρους, η βασική στάση των αγίων της χριστιανικής Ανατολής ήταν η αποστροφή των ματιών τους από τα εγκόσμια και καθημερινά.»-Παναγιώτης Κανελλόπουλος. «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος»,τ.1.σ.299,

     Τουτέστιν τότε  ακριβώς, από την αρχή της στροφής που το δεύτερο-«Ωστόσο από την εποχή των πρώτων αναχωρητών …» -πέρασε στην πρώτη θέση, και το πρώτο, ας πούμε έτσι, το Βασιλειανό μοντέλο Ορθοδοξίας, αυτό της έμπρακτης Αγάπης στη δεύτερη, μάλιστα ως κοινός, κοινότατος ακτιβισμός. Και χριστιανός ορθόδοξος έπιασε να λογίζεται αυτός που άρχιζε κομποσκοίνι και προσευχή της καρδίας του Ιησού Χριστού, κι έφτανε στους θείους έρωτες, τις θεώσεις, τις θεοπτίες κλπ. Και έβαζε στο πλάι ως κοινό ηθικισμό, ας πούμε. «Το λοιπόν αδελφοί, όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα … ταύτα λογίζεσθε και ταύτα πράττετε» -Φλπ.4,8-9- και δε χρειαζόταν να ανοιχτεί στην αγάπη του Θεού, από την έμπρακτη αγάπη στον ελάχιστο αδελφό του Χριστού!

      Αυτά δε σημαίνουν ότι είναι μικρή η προσφορά «της στροφής στην Ορθοδοξία» σε πολλούς και ουσιαστικούς τομείς της λατρευτικής και άλλης εκκλησιαστικής ζωής και της Θεολογίας, μπορούν όμως να απαντήσουν σε μεγάλο βαθμό στην αγωνία της  ομολογίας. «Κανένας προβληματισμός για το τι είδους Χριστιανούς φτιάχνουμε». Προσθέτω, πρώτα, βέβαια, τι Κληρικούς και Γεροντάδες, πάνω και πέρα από το «πείθεσθε τοις ηγουμένοις και υπείκετε» της Συνοδικής έκφρασης, γραμμής, απόφασης, εντολής της Εκκλησίας ! Και από αυτούς λαϊκούς πιστούς, μακριά από το «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»-Εφ.4,13. Απλοελληνικά, ανώριμους και από τούτο πνευματικά εξαρτημένους ολοκληρωτικά από αυτούς, και για φαντάσου, όχι σπάνια, «και από το βασιλιά πιο βασιλικούς»!

     Όντως! «Η πανδημία αφήνει πίσω της αποκαλυπτικά σημεία λαλίστατης αθεολογησίας, που πρέπει να μας προβληματίσουν»!!

Ευλογημένο από το Θεό 2022,
με ολόθερμη θερμή ικεσία, η ανεξιχνίαστη Ευσπλαχνία του.
να δώσει τέλος στην Κόβιτ19 δοκιμασία.

 Αθανάσιος Κοτταδάκης

Αναστάσιος: Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ (anastasiosk.blogspot.com)

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ. Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΙΠΟΤΕ. ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΙΠΟΤΕ. Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΙΠΟΤΕ. Η ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΙΠΟΤΕ. ΟΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΙΠΟΤΕ. ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ. ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΔΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ, ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΝΟΕΙΤΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Ο ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΙΠΟΤΕ. 
Ο ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ. ΑΣ ΤΟ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΑΣΧΟΛΙΑΣΤΟ.
χαλαρωσε είπε...

ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΟΤΙ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ. ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ Η ΦΟΒΕΡΗ ΣΥΓΧΥΣΗ ΘΑ ΕΠΙΤΕΙΝΕΤΑΙ. ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΙΑΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙ-ΓΕΝΙΚΩΣ ΕΧΟΥΝ ΦΑΕΙ ΤΗΝ ΣΑΡΚΑ ΜΑΣ. ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΑΔΥΝΑΤΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΟΥΝ ΤΟΝ ΒΗΜΑΤΙΚΟ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ-ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ. ΜΑΛΩΝΟΥΝ ΟΧΙ ΣΕ ΞΕΝΟ ΑΧΥΡΩΝΑ ΑΛΛΑ ΕΠΙΝΟΟΥΝ ΤΟΝ ΑΧΥΡΩΝΑ ΕΜΜΕΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΩΣ ΕΙΧΑΝ. ΚΑΝΕΙ ΕΝΤΥΠΩΣΗ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. ΥΙΟΘΕΤΕΙΤΑΙ ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟ ΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΑΦΗΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ Η ΟΝΤΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΚΙ ΕΝΩ ΤΟ ΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΠΙΚΟΥΡΟΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΕΛΑΥΝΟΝΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟ ΕΧΕΙ ΜΕΤΑΣΗΜΑΤΙΣΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΜΕΙΣ ΕΜΜΕΝΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΝΑ ΤΟ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΩΣ ΑΕΑΝΩΣ ΑΔΙΑΜΟΡΦΩΤΟ ΚΑΙ ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΟ. ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΤΡΥΧΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΤΙΣΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΕΠΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΟΤΑΝ ΘΕΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑ ΕΠΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΥΠΟΨΙΝ ΤΟΥ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΡΙΣΤΗΚΕ ΩΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΡΙΣΤΗΚΕ ΩΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ. ΚΙ ΕΝΩ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΠΝΕΕΙ ΤΑ ΟΛΙΣΘΙΑ, ΚΑΤΑ ΓΑΠ, Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΟΝΙΜΩΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ. ΚΟΥΛΟΥΒΑΧΑΤΑ ΑΔΕΡΦΙΑ. ΚΑΛΗ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ αμεθυστο ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ. ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΣΦΙΞΕΙ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΤΟΥ. ΕΝΙΟΤΕ ΔΕ ΝΑ ΤΑ ΑΚΟΝΗΣΕΙ ΚΙΟΛΑΣ.

Ανώνυμος είπε...

Η εκκλησία δηλαδή ένας οργανισμός παραγωγής υπεύθυνων πολιτών.Αυτό που δεν μας λέει ο συντάκτης του άρθρου είναι αν εμείς ως υπεύθυνοι πολίτες θα πρέπει να εξετάζουμε τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων γίνονται κάποιες δηλώσεις που ωθούν σε επιλογές συγκεκριμένες. Ο Αρχιεπίσκοπος είπε λοιπόν στο πνεύμα της σύμπλευσης με την επιστημονική γνώση του σήμερα "Απο έδώ το εμβόλιο και από εκεί ο τάφος". Εμείς πρέπει να εξετάσουμε με ποιες προϋποθέσεις φτάσαμε να στεκόμαστε μπροστά εκ των δύο αυτών επιλογών ή όχι; Πρέπει να εξετάσουμε αν π.χ. υπήρχε δυνατότητα παραγωγής φαρμάκων πολύ νωρίτερα από το 2022 αλλά κατ επιλογή κάποιων αποφασίστηκε να προωθηθούν τα εμβόλια καινούργιας τεχνολογίας και μόνον;Παραδοσιακά εμβόλια μπορούσαν να παρασκευασθούν ή όχι; Σε καιρό πανδημίας ήταν φρόνιμο να εφαρμοσθεί εμβολιασμός με αδοκίμαστα προϊόντα και νέας τεχνολογίας; Ποιος πήρε αυτή την απόφαση και γιατί; Ποιος δηλαδή παρασκεύασε και για ποιον λόγο τα δεδομένα έτσι ώστε να φθάσουμε στο σημείο να έχουμε μπροστά μας αυτές τις δύο επιλογές; Τα δεδομένα έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν ήρθαν από μόνα τους ή ευθύνονται συγκεκριμένες επιλογές;
Όταν ο Σχοινάς για παράδειγμα αναφέρει πως υπάρχουν 8 με 9 θεραπείες εγκεκριμένες αλλά η ΕΕ δεν τις προωθεί γιατί κάτι τέτοιο θα εξωθούσε τους ανθρώπους να μην εμβολιαστούν, τότε πρέπει κύριοι της επίσημης εκκλησίας να αναρωτηθούμε αν σκοπός είναι να σωθούμε από τον ιό ή να εμβολιαστούμε; Εμείς ποια στάση πρέπει να κρατήσουμε απέναντι σε αυτήν την επιλογή της ΕΕ; να την επιδοκιμάσουμε; να πούμε ευχαριστώ; Τι ακριβώς; Αλλά τι να λέμε τώρα, εδώ δεν τόλμησε καν ο Αρχιεπίσκοπος να συστήσει στους πιστούς την έμπονη προσευχή για να φωτισθεί ο κάθε πιστός τι είναι προς το πνευματικό και σωματικό του συμφέρον να πράξει.Τί φοβήθηκε, τον Μόσιαλο; Για ποια εκκλησία μιλάμε; Δημοκρατία τι ακριβώς σήμερα σημαίνει; Δικαίωμα να διαφοροποιούμαι στα επουσιώδη; Στο τί χρώμα μπλουζάκι θα φοράω;

Podcast με τον Πέτρο Αργυρίου | Συνέντευξη με τον Δημήτρη Κούβελα - Μέρος Α'


«Που είστε μωρέ Δεσποτάδες...»: Άστραψε και βρόντηξε ο π. Ευάγγελος Παπανικολάου