Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Κτιστό και Άκτιστο. Σειρά: Δογματική, 2ο


Σε αυτό το βίντεο ασχολούμαστε με μία βασική εννοιολογική δογματική διάκριση, αυτή ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο. Η κατανόηση της εν λόγω διάκρισης αποτελεί το εφαλτήριο για να προσεγγιστούν τα ονόματα του Θεού (Θεωνυμίες), αλλά και τα χαρακτηριστικά της φύσης των δημιουργημένων όντων.


ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ, ΣΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ ΟΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΔΕΝ ΗΛΘΑΝ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ. Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΜΕ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΠΙΝΟΟΥΝ ΤΗΝ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ.

Περί θείας ενώσεως και διακρίσεως - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (2)

   ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ

Και ότι ως προς τον Θεόν διδαχθήκαμε ότι υπάρχει διάκρισις, όχι μόνον κατά τις υποστάσεις, αλλά και κατά τις κοινές προόδους και ενέργειες, και ότι παραλάβαμε να φρονούμε αυτόν άκτιστον τόσο κατά την ένωσιν όσον και κατά την διάκρισιν, έστω και αν τούτο δεν αρέσει στον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο.



5.  Ας επαναλάβουμε λοιπόν και εμείς τις πρότερες θεολογικές διατυπώσεις τού μεγάλου θεολόγου, ας διευκρινίσουμε καθεμιά κατά δύναμιν και ας δώσουμε αληθινή πίστη στα δεικνυόμενα από αυτές. «Πράγματι σε όλη την θεολογία συμπλέκεται το ρητό με το άρρητο», για να εκφρασθούμε κατά τον ίδιον, «και το μεν ένα μέρος της ως μυστικό και τελετουργικό δρα και ενιδρύει στον Θεό με τις αδίδακτες μυσταγωγίες, το δε άλλο ως φιλόσοφο και αποδεικτικό πείθει και χρειάζεται την αλήθεια των λόγων», την οποία πρέπει να εμφανίσουμε εμείς τώρα κατά την δύναμίν μας με βάση τους λόγους τούτους τού μεγάλου ανδρός σαν αναπόδεικτες και αυτόπιστες αρχές. Διότι αυτός είναι περισσότερο από κάθε άλλον αξιόπιστος μυσταγωγός σε αυτά τα ζητήματα, και από αυτόν σχεδόν πρώτον, καθώς και τον συμφώνως προς αυτόν διδάξαντα Ιερόθεον, έχει μυηθεί τα στοιχεία τής θεολογίας η Εκκλησία, ώστε μερικά από αυτά να έχουν επιγραφεί και Στοιχειώδεις Θεολογίες. «Μετά την διαπραγμάτευση λοιπόν και ανάπτυξη κάθε πλευράς τής ενωτικής και τής διακριτικής θεολογίας», λέγει ο μέγας Διονύσιος, «έτσι σπεύδουμε εμείς να ενώσουμε και να διακρίνουμε τα θεία με τον λόγον», τα θεία μόνο, όχι τα θεία και τα κτίσματα. Πώς δε έτσι; «Όπως αυτά», λέγει, «τα θεία και ενώνονται και διακρίνονται», όχι τα κτίσματα και ο Θεός. Επομένως όλες οι διακρίσεις είναι αντίστοιχες με τις ενώσεις του Θεού και παραμένουν άκτιστες, εφ’ όσον οι ενώσεις είναι άκτιστες. Και κανείς φρόνιμος άνθρωπος δεν θα έλεγε κάποια από τις διακρίσεις αυτές κτιστή, πειθόμενος στον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο, για να μην υποβιβάσει σε κτίσμα και την αντίστοιχό της ένωσιν, μάλλον δε για να μην κηρύξει κτιστές όλες με την μία, και τις ενώσεις και τις διακρίσεις˙ διότι είναι ομοταγείς και για αυτές λέγεται συμπεριληπτικώς ότι είναι θείες, καθ' όσον ως προς το θείο δεν έχουν καμία διαφορά μεταξύ των.

Ο δε μέγας Διονύσιος αφαιρώντας και αυτήν την απροφάσιστο πρόφασίν του προσθέτει: «όσες λοιπόν θεοπρεπείς αιτίες, δηλαδή τρόπους, τούτων των ενώσεων και διακρίσεων βρήκαμε στα ιερά λόγια, εκθέσαμε σε ιδιαίτερα για την καθεμιά κεφάλαια». Επομένως επί του Θεού υπάρχουν διαφορετικές ενώσεις και διακρίσεις˙ όλες όμως είναι ομού θεοπρεπείς, δηλαδή παραπλησίως άκτιστες. Και στο προ αυτού χωρίο ο μέγας ονομάζει θεία διάκριση «την αγαθοπρεπή πρόοδο, καθ’ όσον η θεία ένωσις λόγω αγαθότητος πληθύνεται και πολλαπλασιάζεται υπερηνωμένως». Έπειτα δε και την γενική (καθόλου) λεγομένη αυτή πρόοδο διακρίνει σε πολλές προόδους, λέγοντας ότι αυτές είναι οι «ουσιώσεις», οι «ζωώσεις», οι «σοφοποιήσεις».
8. Πράγματι τί αντιλαμβανόμεθα εκ των κτισμάτων; Ότι δημιουργός τούτων ο Θεός. Εάν δε είναι δημιουργός τοιούτων (πραγμάτων), είναι επίσης αγαθός και σοφός και δυνατός. Ως προς αυτά λοιπόν γνωρίζουμε τον Θεό από τα κτίσματα του και όχι ως προς την ουσία, καθώς και ο Παύλος εδίδαξε εμάς, λέγοντας ότι «τα αόρατα του Θεού από της κτίσεως του κόσμου καθορώνται νοούμενα δια των ποιημάτων, τόσον η αΐδιος δύναμις αυτού όσον και η θειότης». Άραγε η ουσία του Θεού καθοράται νοούμενη διά των ποιημάτων; Όχι βεβαίως˙ διότι τούτο αποτελεί δείγμα τής παραφροσύνης του Βαρλαάμ και του Ακίνδυνου και πριν από αυτούς τής παραφοράς του Ευνομίου˙ πράγματι και αυτός πριν από αυτούς και σύμφωνα με αυτούς γράφει ότι εκ των ποιημάτων δεν νοείται τίποτε άλλο παρά η ίδια η ουσία του Θεού. Ο θείος απόστολος όμως παν άλλο παρά αυτά διδάσκει. Πράγματι προδιδάξας ότι «το γνωστόν του Θεού είναι φανερόν» και δείχνοντας ότι υπάρχει και κάτι άλλο επάνω από το γνωστόν τούτο του Θεού, το όποιον αυτός εφανέρωσε σε όλους τους έχοντας νουν, έπειτα προσέθεσε: «τα αόρατα αυτού (του Θεού) από της κτίσεως του κόσμου καθορώνται νοούμενα δια των ποιημάτων». Τί δε είναι το γνωστόν του Θεού, θα το μάθεις κατά τον εξής τρόπον.  Ερμηνεύοντες τούτο οι θεοφόροι πατέρες λέγουν˙ του θεού μέρος μεν είναι άγνωστον, δηλαδή η ουσία αυτού, μέρος δε γνωστόν, δηλαδή όλα τα γύρω από την ουσία, δηλαδή η αγαθότης, η σοφία, η δύναμις, η θειότης ή μεγαλειότης, τα οποία ο Παύλος χαρακτηρίζει και ως αόρατα, νοούμενα διά των ποιημάτων. Τα δε γύρω από την ουσία του Θεού ταύτα νοούμενα από των κτισμάτων, πώς θα ήσαν και αυτά πάλι κτίσματα;

9.  Έτσι λοιπόν ένας άκτιστος θεός υπάρχει εν μίαν ακτιστον θεότητα, διότι δεν είναι άκτιστος μόνον κατά την από πάσης πλευράς εντελώς ακατάληπτη ουσία, αλλά και κατά τα γύρω από την ουσία, τα οποία κατά τον θείο Παύλο νοούνται από τα κτίσματα. Ο Βαρλαάμ δε και ο Ακίνδυνος αποκαλούν κτιστά αυτά τα αόρατα, τα γύρω από την ουσία του Θεού, την αγαθότητα, την σοφία, την δύναμιν, την θειότητα ή μεγαλειότητα, και τα παραπλήσια με αυτά, επειδή είναι γύρω από την ουσία του Θεού, αλλά δεν είναι ουσία.
11. O Βαρλαάμ λοιπόν και o Ακίνδυνος, βλέποντες τα αποτελέσματα τών θείων ενεργειών υπό κατάσταση άκρας παραφροσύνης, αμβλυωπούν προς αυτές τις ενέργειες. Ο δε μέγας Διονύσιος εξυμνήσας αυτές σε δώδεκα βιβλία -διότι δεν υμνεί κενό ήχο ονομάτων αλλά τα υπ’ αυτών σημαινόμενα- λέγει και εδώ αφού διευκρινίσει την κατά τις υποστάσεις τού Θεού διάκρισιν «επειδή θεία διάκρισις είναι και η αγαθοπρεπής πρόοδος, οι ακατάσχετες (άσχετες) μεταδόσεις είναι ηνωμένες κατά την θείαν διάκρισιν». Μεταδόσεις δε εκάλεσε εδώ όλες μαζί τις προόδους και ενέργειες του Θεού. Προσέθεσε δε ότι αυτές είναι ακατάσχετες, για να μη νομίσει κανείς ότι είναι τα αποτελέσματα, όπως επί παραδείγματι η μερική ουσία εκάστου όντος ή η αισθητή ζωή στους ζώντες οργανισμούς ή ο λόγος και νους ο ευρισκόμενος μέσα στα λογικά και νοερά. Πώς θα ήταν δυνατόν να είναι αυτά στον Θεό και ακατάσχετα, αφού είναι κτιστά; Πώς δε οι ακατάσχετοι πρόοδοι και μεταδόσεις του Θεού θα ήσαν κτίσματα, αφού η ακατάσχετος μετάδοσις βρίσκεται φυσικώς μέσα στον μεταδίδοντα, ακριβώς όπως βλέπουμε επί του φωτός; Βαθμιαία δε ο μέγας (Διονύσιος) απαριθμεί λεπτομερώς τις μεταδόσεις αυτές. Πράγματι, αφού είπε «οι ακατάσχετες μεταδόσεις», λέγει στη συνέχεια «οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις, οι άλλες δωρεές τής αγαθότητος αίτιας των πάντων, κατά τις οποίες ξεκινώντας από τις μετοχές (άκτιστες θείες ενέργειες) και τους μετέχοντες (κτίσματα) υμνούνται τα αμεθέκτως μετεχόμενα». Ποια είναι αυτά; Ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.

12.  Υμνούνται λοιπόν αυτά υπό των θεολόγων εκ των μετεχόντων, δηλαδή εξ εκείνων τα όποια έχουν την ύπαρξιν εκ μετοχής, δηλαδή των κτιστών˙ άλλα και εκ των μετοχών, δηλαδή τών μεταδόσεων, οι οποίες δεν έχουν διά μετοχής την ύπαρξη, διότι τότε δεν θα ήσαν μετοχές αλλά μετέχοντα. Εάν δε δεν έχουν την ύπαρξη διά μετοχής, δεν είναι ούτε κτιστές˙ εφ’ όσον δε δεν είναι κτιστές, δεν είναι ούτε εκτός του Θεού, αλλά είναι εξ αυτού και εις αυτόν, όπως στην συνέχεια δεικνύει ο μέγας Διονύσιος. Επομένως το θείο δεν είναι άκτιστο μόνον κατά την ουσία και κατά την διάκριση των τριών υποστάσεων, αλλά και κατά την διάκριση των προόδων τούτων και ενεργειών, οι οποίες είναι μέτοχοι (μετοχές) των όντων, αλλά δεν έχουν την ύπαρξη διά μετοχής˙ διότι εάν η μετοχή έχει την ύπαρξη διά μετοχής, και αυτή πάλι θα έχει τούτο δι’ άλλης μετοχής, και αυτή πάλι θα έχει τούτο δι’ άλλης μετοχής, και αυτή πάλι δι’ άλλης και τούτο επ’ άπειρον.

13.  Επιπλέον το μετεχόμενο αναγκαίως προϋπάρχει των μετεχόντων. Οι δε μετοχές μετέχονται από όλα τα κτίσματα˙ επομένως προϋπάρχουν όλων των κτισμάτων δηλαδή είναι άκτιστες. Και όμως κανένα κτίσμα δεν είναι υπέρ τα όντα. Τις μετοχές δε αυτές και αρχές και θείες δωρεές, αν και τις ονομάζει όντα ο μέγας Διονύσιος, όμως σε πολλά σημεία (των συγγραμμάτων του) λέγει ότι είναι υπέρ τα όντα. Αλλά και παραδείγματα των όντων είναι αυτές προϋπάρχοντας στον Θεό καθ’ υπερούσιον ένωσιν. Πώς λοιπόν θα ήταν δυνατόν να είναι αυτές κτίσματα; Στην συνέχεια δε διδάσκων και τί είναι αυτά τα παραδείγματα επιλέγει˙ «παραδείγματα δε λέγομε ότι είναι οι στον Θεό (εν Θεώ) ουσιοποιοί και ενιαίως προϋπάρχοντες λόγοι των όντων, τους οποίους η θεολογία καλεί προορισμούς, καθώς επίσης και θεία και αγαθά θελήματα καθοριστικά και ποιητικά των όντων, σύμφωνα με τους οποίους ο υπερούσιος δημιουργός προώρισε και παρήγαγε όλα τα όντα». Πώς λοιπόν οι προορισμοί και τα θεία θελήματα, τα ποιητικά των όντων, είναι δυνατόν να είναι κτιστά; Και πώς δεν φανερώνονται ότι καταβιβάζουν την πρόνοια του Θεού σε κτίσμα όσοι θεωρούν κτιστές τις προόδους και ενέργειας αυτές; Διότι η ουσιοποιός και ζωοποιός και σοφοποιός, και απλώς η ποιητική και συνεκτική των κτιστώς όντων ενέργεια είναι αυτά ακριβώς τα θεία θελήματα και οι θείες δωρεές της αγαθότητος, αιτίας των πάντων, οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις.

14. Ας μαρτυρήσει δε με εμάς ο θείος Μάξιμος, ο οποίος γράφει στα Σχόλια ότι η ποιητική πρόνοια των όντων είναι οι πρόοδοι αυτές του Θεού˙ «είναι δε κοινές της τρισυποστάτου διακεκριμένης ενάδος οι δημιουργικές πρόνοιες και αγαθότητες», δηλαδή οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις. Με το να βεβαιώσει ότι αυτές είναι πολλές και διακεκριμένες έδειξε ότι αυτές δεν είναι η ουσία του Θεού διότι αυτή είναι μία και εντελώς αδιαίρετος. Επειδή δε επιβεβαίωσε και ότι είναι κοινές τής τρισυποστάτου διακεκριμένης ενάδος, παρέστησε σε εμάς ότι δεν είναι ούτε ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα˙ διότι κανένα από αυτά δεν είναι κοινή ενέργεια των τριών. Με το ότι δε δεν ονόμασε αυτές μόνον πρόνοιες και αγαθότητες, αλλά και δημιουργικές, έδειξε ότι είναι άκτιστες. Αλλιώς, το δημιουργικό θα είναι δημιουργημένο, επομένως θα είναι δημιουργημένο από άλλο δημιουργικό και εκείνο πάλι από άλλο, και τούτο προχωρούν στο έσχατο σημείο ουτοπίας δεν θα σταματήσει να βαδίζει προς το άπειρον.[Εδώ βρίσκεται φωτισμένη η νέα αίρεση τού spiritus creator]

ΣΧΟΛΙΟ:
Το Άγιο Πνεύμα ως «motor omnis creature» ενεργεί στην ιστορία της ανθρωπότητας με τρόπο διαλεκτικό: καταστρέφει και δημιουργεί, κινεί και δίνει ησυχία, σκοτώνει και ζωογονεί, είναι πόλεμος και ειρήνη, υποταγή και συμφιλίωση, οξύτητα και απαλότητα, τρόμος και χαρά, ανάθεμα και έλεος, κρίση και παρηγοριά. Αυτή η θεολογία του Πνεύματος δεν μπορεί να περιοριστεί  σε μια συγκεκριμένη μορφή έκφρασης του Πνεύματος: ο λόγος του Ευαγγελίου είναι μόνο μια από τις εμφανίσεις Του, όπως η εμφάνιση (γνωστοποίηση) στον λόγο της δημιουργίας, στην πολλαπλότητα των δωρεών της χάριτος, στην εσωτερική φωτιά της έμπνευσης. Κατά την έκπτυξη του Αγίου Πνεύματος αναδύεται ένα εξαιρετικά σημαντικό χαρακτηριστικό: πριν εμφανιστεί στις πολλαπλές μορφές των χαρισμάτων, διαποτίζει ενεργά το σύμπαν. Πριν ανυψώσει την ιστορία σε ιστορία της σωτηρίας, δίνει παλμό στην φύση. Πριν προβληθεί στην ιστορία της σωτηρίας ως δημιουργός του νέου, ως ο νικητής του θανάτου και ως ανανεωτής της ζωής, αποκαλύπτεται στο σύμπαν ως δημιουργός. Πριν κινηθεί στα πνεύματα των σοφών, αιωρείται πάνω από τα ύδατα. Πριν απευθυνθεί με τον λόγο του Ευαγγελίου στον κόσμο, μιλά δια των προφητών της παλιάς ανθρωπότητας. Όλα όμως στοχεύουν στην γέννηση της κοινότητας, στην οποία ο κόσμος θα βρίσκεται στην τάξη του Αγίου Πνεύματος. Εκείνης της κοινότητας που έχει ως χαρακτηριστικό το «pax, quies, gaudium» (ειρήνη, ησυχία, χαρά). Στην θεολογία αυτή περί Αγίου Πνεύματος βρίσκεται ένα πυρακτωμένο μεταρρυθμιστικό στοιχείο: γνωρίζει πως η ανανεωτική δύναμη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να στραφεί και εναντίον υφιστάμενων τάξεων (οργανώσεων), που εναντιώνονται στην πραγμάτωση του. Δεν πρέπει μάλιστα να διστάσει ούτε μπροστά στους θεσμούς εκείνους που κάποτε ιδρύθηκαν εν ονόματι του Θεού, ο χρόνος των οποίων τελείωσε και πρέπει να κάνουν τόπο για τις νέες δημιουργίες του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωακείμ λοιπόν, έγινε ο πατέρας των μεταρρυθμιστών. Στα μάτια όμως των δυνάμεων που απειλούνται από τους μεταρρυθμιστές αυτούς, είναι ο αιρετικός. 

Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΑΣΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Ουσία και Υπόσταση. Σειρά: Δογματική, 3ο


Στο 3ο αυτό μέρος της σειράς Δογματική παρουσιάζουμε το εννοιολογικό δίπολο "Ουσία - Υπόσταση", η κατανόηση του οποίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέγγιση των δογμάτων. Αναδεικνύουμε την καταγωγή των εννοιών αυτών στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και εξηγούμε πώς οι Πατέρες παρέλαβαν και διαφοροποίησαν τους όρους. Προβαίνουμε επίσης σε μια πρώτη αναφορά στους άμεσα σχετιζόμενους όρους "ομοούσιο" και ενυπόστατο.


Πολύ σημαντικά καί χρήσιμα αὐτά πού ἀναλύει θαυμάσια ὁ Παῦλος Κλιματσάκης. Θἄθελα καί ἐγώ νά κάνω τρεῖς-τέσσερις παρατηρήσεις, τίς ὁποῖες ἔχει ἤδη τονίσει ὁ Παῦλος.
Οἱ ἔννοιες οὐσία, φύση, ὑπόσταση, πρόσωπο, ἐνυπόστατο, ὁμοούσιο, ἐνέργεια κλπ. ἀποτελοῦν τήν αἰώνια καί ἀμετακίνητη φιλοσοφία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει τά ἑξῆς: «Οἱ λέξεις τῶν δογματικῶν ὁρισμῶν δέν εἶναι “ἁπλές λέξεις”, δέν εἶναι “τυχαῖες” λέξεις τίς ὁποῖες μπορεῖ κανείς νά ἀντικαταστήσει μέ ἄλλες λέξεις. Εἶναι αἰώνιες λέξεις, πού εἶναι ἀδύνατον νά ἀντικατασταθοῦν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁρισμένες λέξεις – ὁρισμένες ἔννοιες – ἔχουν γίνει αἰώνιες ἀπό αὐτό τοῦτο τό γεγονός ὅτι ἐκφράζουν τή θεία ἀλήθεια. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά αἰώνια φιλοσοφία (philosophia perennis), ὅτι ὑπάρχει κάτι τό αἰώνιο καί ἀπόλυτο στή σκέψη» (Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, μετάφραση Παναγιώτου Πάλλη, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 37).
Ὑπάρχει μία θεμελιώδης διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ὑποστάσεως, τήν ὁποία μάλιστα κάνει πρῶτος ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ ὑπόσταση, ὅπως ἤδη ἔχει ἀναφέρει ὁ Παῦλος, δηλοῖ τό μερικό, τό ἀτομικό ἐνῶ ἡ οὐσία τό κοινό, τό καθολικό. Η ταύτιση οὐσίας καί ὑποστάσεως ἀπό τούς αἱρετικούς εἶναι ἡ πηγή τῆς πλάνης. Ὁ Δαμασκηνός στήν Ἔκδοση ἀκριβῆ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως (Γ, 47) γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου: «Ἀλλά τοῦτό ἐστι τό ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τήν πλάνην, τό ταυτόν λέγειν τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν». Ὅθεν οἱ Μονοφυσῖτες ἐκκινοῦσαν, ὀρθῶς, ἀπό τή μία ὑπόσταση/πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί μή δυνάμενοι νά διακρίνουν μεταξύ οὐσίας καί ὑποστάσεως ἀλλά ταυτίζοντες, ἐσφαλμένως, τούς δύο ὅρους κατέληξαν, ἐσφαλμένως, σέ μία φύση/οὐσία. Ἀφ’ἑτέρου οἱ Νεστοριανοί ἐκκινοῦσαν, ὀρθῶς, ἀπό τίς δύο φύσεις/οὐσίες καί ταυτίζοντες τίς δύο ἔννοιες κατέληξαν, ἐσφαλμένως, σέ δύο ὑποστάσεις/πρόσωπα στόν Χριστό.Τά παραδείματα εἶναι πολλά∙ τά ἀναφέρει ὁ ἱερός Δαμασηνός στά ἔργα του.
Ὅμως προσοχή! Ὑπάρχει στίς ἔννοιες οὐσία/φύση καί ὑπόσταση/πρόσωπο διάκριση, καί καθοριστικῆς ἰσχύος διάκριση, ὅμως δέν ὑπάρχει καμμία ἐναντίωση, καμμία ἀντίθεση. Οἱ Πατέρες ἄλλοτε ξεκινοῦν ἀπό τήν οὐσία καί ἄλλοτε ἀπό τό πρόσωπο. Δέν νοεῖται καμμία πρόταξη τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς οὐσίας, ὅπως θεωρεῖ ὁ Χρ. Γιανναρᾶς οὔτε τό πρόσωπο ταυτίζεται μέ τή χάρη καί τήν ἐλευθερία, ἡ δέ φύση μέ τήν φθορά καί τήν ἀναγκαιότητα, ὅπως θεωρεῖ ὁ Μητροπολίτης Περγάμου π. Ἰωάννης Ζηζιούλας. Ὁ π. Νικόλαος Λουδοβίκος γράφει: «Εὐτυχῶς στό ἔργο τῶν Ἑλλήνων Πατέρων δέν ὑπάρχει “προτεραιότητα” οὔτε τοῦ προσώπου οὔτε τῆς φύσεως, ἀλλά συμπροτεραιότητα καί τῶν δύο, καθώς ἀρρήκτως καί ἀπολύτως καί ἀδιαστάτως συμπλέκονται ἀποδίδοντας τή συγκλονιστική καί ἀνεπανάληπτη πραγματικότητα τοῦ συγκεκριμένου καί πραγματικοῦ καί ἐνυποστάτου ὄντος» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, Οἱ τρόμοι τοῦ προσώπου καί τά βάσανα τοῦ ἔρωτα, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθῆνα 2009, σελ. 103-104). Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς ἀποφαίνεται: «Ὅθεν, οὐδέν τό θαυματόν ἐάν, κατά τόν Παλαμᾶν, δύναται νά λεχθῇ ὅτι ἡ οὐσία προηγεῖται τῶν ὑποστάσεων (ὅταν πρόκειται περί ἑνώσεων) καί συνάμα ὅτι τό τρισυπόστατον εἶναι ἡ ἀφετηρία ἐπί τοῦ Θεοῦ (ὅταν πρόκειται περί των διακρίσεων» (Ἀμφιλοχίου Ράντοβιτς, Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, ἔκδοσις Β′, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 190, ὑποσημείωση 3 τῆς προηγουμένης σελίδος).
Δέν πρέπει νά παραθεωροῦμε ὅτι οἱ ἔννοιες φύση/οὐσία καί ὑπόσταση/πρόσωπο εἶναι ἀρρήκτως συνημμένες καί ἀδιασπάστως ἑνωμένες. Ἔτσι ἡ ὑπόσταση/πρόσωπο εἶναι πάντοτε ἐνούσιος καί ἡ φύση/οὐσία ἐνυπόστατος (μπορεῖ νά μήν εἶναι αὐθυπόστος ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶχε ἰδιοσύστατη ὑπόσταση, ἀλλ’ἦταν ἐνυπόστατη ἔχουσα ὡς ὑπόσταση τήν προαιώνιο ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου).

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Άγιος Σωφρόνιος


Ὅταν ἔχουμε τὸ Χριστὸ μας καὶ τοὺς ἁγίους μας στὴν καρδιά μας, μᾶς τὴν κρατᾶνε ζεστὴ μὲ τὴν θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,κι ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ τὴν παγώσει τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας ποὺ πνέει παντοῦ. Εἶναι καταπληκτικὸ πόσο ὁ Θεὸς ταπεινώνεται μπροστά μας. Μᾶς ἀγαπᾶ μὲ μιὰ τρυφερὴ ἀγάπη, ὄχι ὑπεροπτικά, ὄχι χωρὶς τὴ συγκατάθεσή μας. Ὅταν τοῦ ἀνοίγουμε τὶς καρδιές μας, κυριαρχῇ μέσα μας ἡ πεποίθηση, ὅτι αὐτὸς εἶναι πράγματι ὁ Πατέρας μας.

Τι συμβαίνει στο Κόσοβο και στα Βαλκάνια; Τι περιμένει η Ελλάδα το 2023; Λ.Βατικιώτης


«Από μία κλωστή κρέμεται η ειρήνη στο ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο του Κοσόβου μετά τις αλλεπάλληλες προκλήσεις της Γερμανίας και των Αμερικανών που αμφισβητούν το μοναδικό διεθνώς αναγνωρισμένο και δεσμευτικό στάτους της περιοχής», έγραψε ο Λεωνίδας Βατικιώτης πριν μερικές ημέρες. Γνώστης των διεθνών εξελίξεων, ειδικά σε ότι μας αφορά, ο δημοσιογράφος Λεωνίδας Βατικιώτης μιλά στο militaire.gr για το Κόσοβο και όσα προσπαθούν να επιβάλουν εκεί ΗΠΑ και Γερμανία. Ποια είναι η στάση της Ελλάδας και πόσο μπορεί να πιεστεί για να συμπλεύσει με τη θρασύτατη Γερμανία που ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά της συμφέροντα; Τι συμβαίνει στα Βαλκάνια, απ΄ όπου η Ελλάδα περιέργως απουσιάζει και η Τουρκία αλωνίζει; Ο Λεωνίδας Βατικιώτης μιλά για το 2022 που φεύγει και το 2023 που έρχεται. Τι έχουμε να περιμένουμε σχετικά με τον πόλεμο και τις εξελίξεις στη «γειτονιά» μας; Ποια είναι τελικά η αποτίμηση της εξωτερικής μας πολιτικής;

Ζούμε και εμπορικό πόλεμο - Γ. Αδαλής


Εμείς και οι άλλοι – Walter Venchiarutti

Ετερότητα και ταυτότητα

Η έννοια της ετερότητας (αυτό που διακρίνει) και της ταυτότητας (αυτό που ενώνει)  δεν έχουν ποτέ μελετηθεί τόσο πολύ όσο σήμερα από κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και ανθρωπολόγους. Ο λόγος για αυτό το βασανιστικό ενδιαφέρον οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμη και οι σχέσεις συναναστροφής, ειδικά τον τελευταίο καιρό, έχουν υποστεί μια επιταχυνόμενη διαδικασία ρευστοποίησης. Από τον Διαφωτισμό και μετά: «θεωρούνταν κοινή λογική αλήθεια το γεγονός ότι η χειραφέτηση του ανθρώπου, η απελευθέρωση των πραγματικών δυνατοτήτων του, απαιτούσε να σπάσουν οι δεσμοί της κοινότητας  και και να απελευθερωθούν τα άτομα από τις συνθήκες της γέννησής τους» (Z. Bauman, Liquid life, Laterza, Bari 2006).

Η σύγχρονη οικονομία, που πέρασε από την αποικιοκρατία στην παγκοσμιοποίηση, συνέβαλε στη διάλυση των κοινωνικών δεσμών που κληρονομήθηκαν από την παράδοση που μέχρι χθες, επί αιώνες, είχαν αποτελέσει τη συγκολλητική ουσία πάνω στην οποία βασίζονταν οι σχέσεις συμβίωσης (συνύπαρξης). Η κατάρρευση των κοσμικών ιδεολογιών και θρησκειών, η κινητικότητα των αγορών, ο δυναμισμός των πολιτισμικών ανταλλαγών και των κινημάτων, η αμεσότητα των επικοινωνιών, όλα οδήγησαν σε έναν υπερβολικό κοινωνικό ατομικισμό. Ο σολιψισμός είναι η μεγάλη σύγχρονη ασθένεια που καταλαμβάνει το σενάριο των διαπροσωπικών σχέσεων. Τα συνηθισμένα συναισθήματα, αισιόδοξα και παθιασμένα, που κάποτε εμπλούτιζαν τη ζωή καλώς ή κακώς, έχουν αντικατασταθεί από εικονικές και άσηπτες (στείρες) εμπειρίες. Η απομόνωση που παρέχεται από την υπέρβαση των συναισθηματικών πραγματικοτήτων έχει δημιουργήσει αναμορφικά οράματα που διαστρεβλώνουν την άμεση αντίληψη των περιβαλλουσών κινήσεων. Αυτή η προστατευτική οθόνη αλληλεπιδρά και οι σχεσιακές επαφές με τον κόσμο των άλλων περιορίζονται σε απλά ολογράμματα. Η μετάβαση σε μια συνθήκη απελευθέρωσης από τις πρωταρχικές ανάγκες του σώματος και του πνεύματος οδήγησε σε μια σειρά από δευτερεύουσες ανάγκες, πραγματικές ή εικαζόμενες, με την επακόλουθη αποξένωση από τις συναισθηματικές πραγματικότητες που προορίζονται για τους άλλους.

Η φιγούρα του άλλου δεν υπάρχει πια ή μάλλον, εμείς είμαστε οι άλλοι. Αυτή η συνακόλουθη ταύτιση καθόρισε αναγκαστικά την παραδοχή στάσεων που, στον μικρόκοσμο (ατομική ταυτότητα) οδηγούν σε μια ψευδή αλτρουιστική κατανόηση με μορφές εγωιστικού ευσεβισμού. Ταυτόχρονα, σε μακροκοσμικό επίπεδο (συλλογική ταυτότητα), έχουν εμφανιστεί αισθήματα ρεβανσιστικής εκδίκησης και οι ιδιωτικές και δημόσιες ενέργειες περιορίζονται απλώς προς όφελος του ατόμου ή της ομάδας στην οποία ανήκει. Για παράδειγμα, όταν ο διπλανός μας υποφέρει, πεθαίνει ή χαίρεται, υποκαθιστούμε την αντίληψη του αισθήματός του μεταφέροντάς τη σε εμάς μέσω μιας διαδικασίας ταύτισης. Νιώθουμε πόνο ή ευτυχία για τον εαυτό μας, γιατί βλέπουμε την αντανάκλαση της μοίρας μας στον άλλον, δηλαδή μια απλή έγνοια (ενασχόληση) για τον εαυτό μας. Η υπεροχή του εγώ μπορεί να φτάσει στο σημείο να εμπλέξει ακόμη και θεσμούς, ενθαρρύνοντας συγκρούσεις και επιθετικότητα που μπορούν να διαταράξουν την ισορροπία της διεθνούς γεωπολιτικής.
Ο παλιός παροικισμός παίρνει τη μορφή ενός νέου υπερμεγέθους κυριαρχισμού. Η εξάλειψη της ταυτότητας περνά μέσα από μια προκαθορισμένη σειρά φάσεων που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: αρχική κριτική, διάλυση, δυσφήμιση (απαξίωση) των πολιτισμών του ανήκειν και σχέδιο αντικατάστασης με ρευστούς πολιτισμούς (διαπολιτισμικούς και παγκοσμιοποιητικούς), άνευ όρων υποστήριξη για το πολιτισμικό χωνευτήριο, αντικατάσταση των ιδανικών αξιών με τις οικονομικές, δημιουργία των βάσεων που οδηγούν σε μια ενιαία σκέψη, μάσκα φιλοξενίας και καλωσόρισμα για την κάλυψη της κερδοσκοπίας, αντικατάσταση της εκλογικής βάσης με την ένταξη νέων ομάδων.

Ελευθερία και κοινοτισμός

Το σύνθετο πλέγμα των προσφορών που προτείνει η αγορά απομακρύνεται από ένα σοβαρό οντολογικό όραμα και τις περισσότερες φορές η παρατήρηση γίνεται «reductio ad ventrem»[μείωση στήν κοιλιά]. Οι ανάγκες και η επισφάλεια που βάρυναν τους προγόνους μας ήταν σημαντικές, αλλά η ικανότητα για αντοχή και συλλογική αλληλεγγύη θα μπορούσε να τους εγγυηθεί ένα διακριτό κοινοτικό προπύργιο, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα (C. Preve,  Elogio del comunitarismo, Εκδ. Controcorrente, Νάπολη 2006). Ωστόσο, παρά τις τάσεις των τελευταίων χρόνων, είναι πάντα δύσκολο να σπάσει ο δεσμός που ενώνει την ατομικότητα με τη συλλογική συνείδηση. Ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ζώο, όποια και αν είναι η θέση του, κατανοεί ότι η επιβίωση δεν μπορεί να αγνοεί την κοινοτική σφαίρα. Δεν υπάρχει κανείς αν δεν υπάρχουν δύο. Κάθε άνθρωπος σχετίζεται πάντα ως μέλος μιας συγκεκριμένης ένωσης, είτε είναι πολιτική, πολιτιστική, γλωσσική, θρησκευτική κ.λπ. Η αναφορά σε έναν ορίζοντα αξιών είναι απαραίτητη για τον καθορισμό και την τοποθέτηση οποιουδήποτε, ανά πάσα στιγμή και σε οποιαδήποτε περίσταση.

Η προκαθορισμένη κληρονομιά που αποκτά ο καθένας εκούσια ή ακούσια είναι τέτοια που δεν μπορεί ποτέ να την αρνηθεί κανείς ή να την απορρίψει εντελώς. Το να ανακαλεί κανείς τα υπάρχοντά του στο όνομα της ελευθερίας είναι ουτοπία. Το να εγκαταλείπει κανείς τους μύθους, να τους θεωρεί όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, δεν σημαίνει να τους έχει ακυρώσει συνειδητά και για πάντα από τη μνήμη του. Εξάλλου, «[…] η άρνηση να ανήκεις (του ανήκειν) εξακολουθεί να είναι ένας τρόπος έκφρασης έκφρασής του» (A. de Benoist, Identity and community, Εκ. Guida, Νάπολη 2005).

Το να αναγνωρίζουμε μια ταυτότητα σημαίνει να παραδεχόμαστε ότι μοιάζουμε επειδή αναγνωρίζουμε ότι είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας. Ισότητα δικαιωμάτων δεν σημαίνει εξίσωση της ετερότητας με την ίδια, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα είναι θεμελιώδες μέρος κάθε ελευθερίας. Η αναγνώριση της διαφορετικότητας του καθενός είναι ο καλύτερος τρόπος, σύμφωνα με το ολιστικό όραμα του Durkheim, για να παραμείνουμε καλύτερα ενωμένοι. Σε κάθε περίπτωση, η ετερότητα είναι συμπληρωματική της ταυτότητας και αυτή η σχέση μπορεί να γίνει κατανοητή με ενσυναισθητική ή εχθρική έννοια. Είτε έτσι είτε αλλιώς είναι μια σχέση.

Το να δίνεις αναδεικνύει επίσης μια σχεσιακή αμοιβαιότητα αφού με αυτόν τον τρόπο χτίζεται ο κύκλος εναλλαγής της αμοιβαιότητας: δίνω→λαμβάνω→ανταποδίδω(M. Mauss, Δοκίμιο για το δώρο, Einaudi, Τορίνο 2002), το δώρο που δίνεται σε κάποιον που δεν μπορεί να το επιστρέψει συνεπάγεται ότι δεν αναγνωρίζεται η ταυτότητα του παραλήπτη. Βασικά, ο κοινοτισμός υποστηρίζει την υπεροχή του κοινού καλού έναντι της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ ο φιλελευθερισμός ευνοεί την έννοια του δικαιώματος που πιστεύει ότι πρέπει να υπερισχύει έναντι αυτής του κοινού καλού. Ο κοινοτικός υποθέτει τον άνθρωπο που εντάσσεται στην κοινότητα (οικογένεια, επάγγελμα, ιδεολογία, θρησκεία κ.λπ.) με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η ιδιότητα μέλους. Η φιλελεύθερη αντίληψη του εαυτού είναι ατομικιστική, ο άνθρωπος «χειραφετείται» από τους κανόνες και τις υποχρεώσεις απέναντι στην ομάδα για να μπορεί να επιδιώκει καλύτερα το προσωπικό όφελος.

Ο τόπος του μη τόπου
Σύμφωνα με τους προβληματισμούς του Marc Augé, ο άνθρωπος είναι τρισδιάστατος αφού παρουσιάζει: πρώτα απ' όλα την ατομική διάσταση που τον βλέπει ως συνειδητό υποκείμενο, την πολιτιστική διάσταση, που ενυπάρχει στα σύμβολα και τους κανόνες των σχέσεων με τους θεσμούς που οδηγεί στον ορισμό μιας πολιτικής, εθνικής κοινωνίας· τέλος, τη γενική διάσταση που προκύπτει από το να ανήκεις στο ανθρώπινο είδος (M. Augé, L'uno e l'altro, gli uni e gli altri, Massetti Rodella Εκ., Roccafranca 2013).

Και οι δύο έννοιες της ταυτότητας και της ετερότητας δεν μπορούν να διαχωριστούν από τη σωστή αντίληψη του χώρου (M. Augé, Nonluoghi - Introduction to anthropology of supermodernity, Elèuthera, Milan 2009) η οποία, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να γίνει ο κύριος  χώρος της σχέσης, της αλληλεπίδρασης ή της ανωνυμίας. Ο Γάλλος ανθρωπολόγος  την όρισε ως εξής: ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ: εκεί όπου ισχύουν οι σχεσιακοί κανόνες των κοινωνικών δεσμών κατοικίας, λατρείας και κοινής ιστορίας.

Η περίμετρός του χαρακτηρίζεται από τη στιγμιαία διαμόρφωση τριών θέσεων:
– Ταυτότητα, αφού αντιπροσωπεύει το σήμα της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, για παράδειγμα τον τόπο γέννησης.
– Η σχεσιακή ή κοινωνική πτυχή συνίσταται από τους κανόνες διαμονής που ορίζουν στο άτομο μια ακριβή θέση στην ομάδα με τους άλλους.
– Η ιστορική αξία, δηλαδή ένα ακριβές τελετουργικό ημερολόγιο που οργανώνεται για την αφύπνιση των κηδεμονικών δυνάμεων, αποτελούμενο από τελετές, γιορτές, επετείους κ.λπ.

Από την άλλη πλευρά, οι χώροι που χαρακτηρίζονται από το εφήμερο, από το πέρασμα, από τη μετάδοση, όπου η πιστοποίηση ταυτότητας γίνεται με χρήση καρτών, εισιτηρίων, πιστωτικών καρτών, εγγράφων, θεωρούνται ΜΗ ΤΟΠΟΙ. Δεν ενσωματώνουν τους τόπους της μνήμης και εκφράζουν το εγγενές (οικονομικό, παιγνιώδες, ωφελιμιστικό) με ομογενοποιημένο και μονομερές τρόπο. 
Με τη σειρά τους, οι μη τόποι χωρίζονται σε:
– Κατάλληλοι μη τόποι, που αντιπροσωπεύονται από χώρους ανωνυμίας, όπως προάστια, περιοχές σχεδιασμένες να ευνοούν την ταχεία κυκλοφορία των ανθρώπων (δρόμοι, αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια κ.λπ.), κόμβοι (σταθμοί, λιμάνια κ.λπ.).
– Υποχώροι, ταυτιζόμενοι με τις απαγορευμένες τοποθεσίες υποβάθμισης (στρατόπεδα προσφύγων, παραγκουπόλεις, χωματερές, συνοικίες κοιτώνων).
– Υπερχώροι, οι χώροι που ορίστηκαν να φιλοξενήσουν τις έδρες του ωφελιμισμού. Έχουν αντικαταστήσει τους συμβολικούς χώρους. Είναι γενικά αφιερωμένες στη χρηματοδότηση, τις πιστώσεις  (τράπεζες, χρηματοοικονομικούς οργανισμούς) και τη φιλοξενία της διοικητικής γραφειοκρατίας - αφορούν τους χώρους που διατίθενται για ψυχαγωγικές και αθλητικές δραστηριότητες (γήπεδα, γυμναστήρια, πισίνες, παιδικές χαρές) - τα εμπορικά καταστήματα του οικονομικού/εμπορικού τομέα (υπερμάρκετ, σούπερ μάρκετ, αγορές, πολυκαταστήματα κ.λπ.).
– Φανταστικοί μη τόποι, τεχνητά δημιουργημένοι από τα μέσα ενημέρωσης (τηλεοράσεις, υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα κ.λπ.) όπου το υποκείμενο ζει πέρα ​​από τις διαστάσεις της πραγματικότητας.

Ακόμη και ο ορισμός που δίνεται στην έννοια των "συνόρων" αποσαφηνίζει έμμεσα τις προοπτικές του αρχικού θέματος.  Ο Augé αναρωτιέται εάν το ιδεώδες ενός ισότιμου κόσμου δεν περνάει από την κατάργηση όλων των συνόρων, αλλά από την αναγνώρισή τους και συνεχίζει: « Το ιδανικό μας λοιπόν δεν πρέπει να είναι αυτό ενός κόσμου χωρίς σύνορα, αλλά ενός κόσμου στον οποίο αναγνωρίζονται όλα τα σύνορα, γίνονται σεβαστά  και βατά, δηλαδή ένας κόσμος στον οποίο ο σεβασμός των διαφορών ξεκινά με τον σεβασμό των ατόμων, ανεξάρτητα από την καταγωγή, το φύλο ή τις πολιτικές πεποιθήσεις τους».

Αληθινές και ψεύτικες προκαταλήψεις

Η λέξη ταυτότητα συνδέεται συχνά με αυτή της μετανάστευσης. Αν αυτό ίσχυε για τους ιθαγενείς Ινδιάνους, παραμένει ένας αστικός μύθος ότι σήμερα οι ρίζες των ιθαγενών έχουν υπονομευθεί ανεπανόρθωτα από την άφιξη των νεοφερμένων. Στην πραγματικότητα, η πραγματική απειλή της διαγραφής ταυτότητας, που βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι εις βάρος των αλλοδαπών μειονοτήτων που συχνά υποφέρουν από πιέσεις προσαρμογής, εργασιακής εκμετάλλευσης και κοινωνικού αποκλεισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν πολλές άλλες αιτίες που υπονομεύουν την επιβίωση των αυτόχθονων πολιτισμών. Η αποσύνθεση των συλλογικών ταυτοτήτων στην πραγματικότητα προκαλείται από ένα σύμπλεγμα εντελώς δευτερευόντων παραγόντων, οι οποίοι ανεξήγητα δεν λαμβάνονται υπόψη τόσο από τους ξενοφοβικούς όσο και από τους υποστηρικτές του κοσμοπολιτικού αγγελισμού.  Η απόρριψη του άλλου ή, ακόμη χειρότερα, η αποδοχή του με στόχο την ενσωμάτωσή του, μόνο και μόνο για να τον επαναφέρουμε στο ίδιο (αναγνωρίζοντάς τον όπως είμαστε) είναι δύο μόνο φαινομενικά αντίθετα λάθη.

Στις σύγχρονες εθνικές κοινωνίες, αυτό που διακυβεύει την ικανότητα να παράγει κανείς το δικό του μοντέλο ζωής και σκέψης δεν είναι τόσο η άφιξη των «νέων βαρβάρων» αλλά η υιοθέτηση εκείνων των νοητικών στάσεων που έχουν ανοίξει την πρωτοκαθεδρία της κατανάλωσης, την ιδεολογία των εμπορευμάτων και των εθίμων, την ομογενοποίηση των μέσων ενημέρωσης, συμβάλλοντας στην προώθηση της λατρείας του προσώπου, της επιτυχίας, της δικτατορίας του ιδιωτικού και των οικονομικών (A. de Benoist , Oltre il Moderno, Sguardi sulthird millennio, Arianna ed, Casalecchio 2005). Επιπλέον, δεν πρέπει να υποτιμάται το χειροκρότημα των μεσαίων οικογενειών και η γοητεία προς τις νεότερες συνειδήσεις που προσφέρουν τα εμπορικά κέντρα συνεδριάσεων και τα εικονικά λούνα παρκ (M. Augè, Disneyland και άλλοι μη τόποι), Boringhieri , Τορίνο 1999) που υποκινούν τις κυριακάτικες εξόδους και απασχολούν την περιήγηση των παραθεριστών.
Η απώλεια αγαθών και αξιών κοινωνικής αλληλεγγύης λόγω της ομοιομορφίας των συμπεριφορών δεν πρέπει να αναζητηθεί σε αποδιοπομπαίους τράγους, αλλά ν' αποδίδεται σε συμπεριφορές ακριβούς παραίτησης που αυξάνουν τον διαχωρισμό μεταξύ του ατομικού μέλλοντος και της κοινής μοίρας. Από την άλλη πλευρά, η επιβεβαίωση των εθνικών ατομικοτήτων δεν αποτελεί αναγκαστικά εμπόδιο στην ενσωμάτωση.

Οι αποσκευές της παράδοσης, που αποτελούνται από ένα σύνολο εθίμων και παραδόσεων, αντιπροσωπεύουν τη δυναμική κληρονομιά μιας κοινωνίας, ένα παράγωγο εμπειριών που, ως τέτοιες, δεν είναι καθόλου μονοδιάστατες και μονολιθικές. Οι αξίες του παρελθόντος αναγκαστικά προσαρμόζονται στις ανάγκες του παρόντος, ξορκίζοντας τις διαφορές, επιτρέποντας παράγοντες αλλαγής.

Η διάκριση που θεωρητικοποιήθηκε από τον Paul Ricoeur (P. Ricoeur, L'identitè narrative, στο Revue des Sciences Humaines, LXXXXV, 1991) συγκρίνει τις δύο επικαλυπτόμενες και διακριτές έννοιες που οι Λατίνοι απέδωσαν στον όρο ταυτόσημο: idem συνώνυμο με όμοιο, ανάλογο (ισότητα που συνεπάγεται αμετάβλητο στο χρόνο) και ipse ταυτότητα του εαυτού του, ipseity, που δεν προϋποθέτει προσήλωση στην μονιμότητα. Η μονιμότητα και η αλλαγή είναι συμβατές με την ταυτότητα. Όπως η προσωπικότητα των ατόμων αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου και δεν είναι ποτέ η ίδια, επειδή στην πορεία ο άνθρωπος αποκτά νέες δυνατότητες και παραμελεί ή χάνει τις παλιές (L. Pirandello, Ένας, κανένας, εκατό χιλιάδες, Εκδ. Einaudi, Τορίνο 2014).

Με τον ίδιο τρόπο, τα ιδανικά μιας κοινότητας συνδυάζουν παράγοντες μονιμότητας με παράγοντες αλλαγής, που προέρχονται από ενδογενείς ή εξωτερικές μεταλλάξεις. Οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν επιλύονται με την ακύρωση ή τη δαιμονοποίηση των διαφορών, αλλά με τη βελτιστοποίησή τους σε μια αντιπαράθεση αμοιβαίου σεβασμού. Το πέρασμα του χρόνου δείχνει με τη σειρά του ότι, παρά τη θέληση του ανθρώπου, η επιλογή των μεταδιδόμενων αξιών ακολουθεί μια φυσική διαδικασία. Οι ψευδοπροφήτες μπορούν να αλλάξουν προσωρινά τις προοπτικές, αλλά, από μια μακραίωνη σκοπιά, έρχεται πάντα η κρίση της ιστορίας που, πέρα ​​από τα άμεσα κομματικά συμφέροντα, διακρίνει το αληθινό από το ψεύτικο και αλλάζει το μέγεθος των αλαζονειών από όποια πλευρά και χρώμα προέρχονται.

Τα όρια της σημερινής προσωπικότητας

Τα ελεύθερα μέλη της ρωμαϊκής κοινωνίας για ταύτιση είχαν το tria nomina : – το praenomen. Ισοδύναμο με το πραγματικό όνομα. 
– το nomen. Το επώνυμο προσδιόριζε την ευρύτερη οικογένεια, που ανήκε στο γένος. 
– το cognomen. Το παρατσούκλι διέκρινε το υποκείμενο μέσα στην οικογένειά του.

Στην αγροτική κοινωνία της Crema κάθε άτομο ήταν προικισμένο με:
Nóm, το οποίο διέκρινε το ανήκειν που συνδέεται με το υποκείμενο. Cugnóm, που χρησιμοποιείται για να δηλώσει όλα τα μέλη της γενεαλογίας (άμεση ή επίκτητη συγγένεια αίματος). Στις πόλεις της περιοχής Crema, η ενδογαμική χρήση συχνά οδήγησε στη συνύπαρξη  πολλών ομάδων με το ίδιο επώνυμο που δεν αναγνώριζαν η μία την άλλη ως συγγενικές ομάδες. Στο κοινό επώνυμο προστέθηκε ένα διαλεκτικό επίθετο που συνέβαλε σε έναν επιπλέον προσδιορισμό της καταγωγής.

Scurmàgna, προσωνύμιο που χρησιμοποιείται στην κοινότητα, με άμεσο δεσμό (γέννηση) ή έμμεσο, του εδάφους (κατοικία). Το παρατσούκλι περιέγραφε έντονα την προσωπικότητα του ατόμου και η απόδοσή του προερχόταν από άτομα που γνώριζαν καλά τις συνήθειες, τις ηθικές και σωματικές του συμπεριφορές. Το παρατσούκλι θα μπορούσε πράγματι να αφορά ένα επαναλαμβανόμενο ψευδώνυμο  που χρησιμοποιούσε το υποκείμενο, υπογράμμιζε ένα έντονο φυσικό ελάττωμα, αναφερόταν στην εμπορική του δραστηριότητα, ένα προνόμιο του χαρακτήρα, τον τόπο καταγωγής ή μερικές φορές περιλάμβανε την προσθήκη του ονόματος του πατέρα του. Στη σύγχρονη κοινωνία η σφαίρα του ανήκειν έχει περιοριστεί σημαντικά.

Το προσωνύμιο (scurmagna) έχει εξαφανιστεί εντελώς αφού η προσεκτική παρατήρηση ατομικών ιδιαιτεροτήτων και αδυναμιών, χάρη στην απομόνωση που παράγει ο μαζικός πολιτισμός, έχει γίνει ανέφικτη.  Ακόμη και το επώνυμο πλαισιώνεται όλο και περισσότερο και αντικαθίσταται από ανώνυμους αλφαριθμητικούς κωδικούς που πιο γρήγορα, σε μια άκρως ψηφιακή εποχή, προσφέρουν τη δυνατότητα αγοράς, ανάληψης, ταυτοποίησης. Σήμερα το όνομα παραμένει, ίσως επειδή θεωρείται πιο δημοκρατικό από τα άλλα - με τη σειριακή του διάχυση, επιτρέπει μια απατηλή ιδιωτικότητα χωρίς ιθαγένεια και φαίνεται να εγγυάται την εμφάνιση μιας ανύπαρκτης ιδιωτικότητας. Το τελευταίο, στην πραγματικότητα, διακυβεύεται έντονα από τις πανταχού παρούσες κάμερες που βρίσκονται διάσπαρτες παντού, από την τελευταία γενιά δορυφορικών κινητών, από κατασκόπους και κοριούς έτοιμους να καταγράψουν όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές πράξεις της καθημερινής ζωής.

Υπήρξε μια εποχή που όχι μόνο τα άτομα συνοδευόταν κατά τη διάρκεια της ζωής τους από ένα παρατσούκλι, αλλά και όλες οι κοινότητες, οι κάτοικοι μεγάλων και μικρών δήμων, διακρίνονταν από ένα επίθετο που τους έκανε αδιαμφισβήτητα αναγνωρίσιμους. Το δημοφιλές έθιμο ήταν να ορίζονται τα ονόματα των κατοίκων των γύρω χωριών με υποβλητικά παρατσούκλια. Αυτοί οι σκανδαλώδεις και πικάντικοι ορισμοί προήλθαν από μια σειρά αληθινών ή φανταστικών πεποιθήσεων και γεγονότων που με την πάροδο του χρόνου είχαν καταλήξει να μπουν στη συλλογική φαντασία και συχνά χρησιμοποιούνταν με ειρωνική έννοια.

Ταυτότητα και παροικία (
τοπικότητα)

Οι λόγοι ταυτότητας μπορούν επίσης να εντοπιστούν σε αυτό που έχει οριστεί ως το πιο σημαντικό κοσμικό φεστιβάλ για τους Cremaschi: το καρναβάλι. Απηχεί τους ανταγωνισμούς που σημάδεψαν τη δύσκολη σχέση συμβίωσης μεταξύ χωρικών (gagèt) και πολιτών (schitì) από τον πρώιμο Μεσαίωνα. Δεν έλειψαν οι διαφωνίες και οι αμοιβαίες παρεξηγήσεις που δεν ήταν ποτέ αδρανείς μεταξύ γειτονικών πόλεων και χωριών. Στην ίδια πόλη, όπως και στα χωριά, η αντιπαράθεση επεκτάθηκε στις συνοικίες για πολιτικούς λόγους (οι περιφέρειες Guelph και Ghibelline στο Soncino), διοικητικές (οι περιφέρειες, που συνδέονται με το δημοτικό καταστατικό που ρύθμιζε τις τέσσερις πύλες πρόσβασης στην περιτειχισμένη πόλη), για αθλητικά και θρησκευτικά θέματα.

Παρά το πέρασμα των χιλιετιών, αυτοί οι ανταγωνισμοί συνέχισαν να επιμένουν, όπως για την τροφοδότηση της αίσθησης αμοιβαίας δυσπιστίας μεταξύ Cremaschi και Cremonesi. Οι τελευταίοι θεωρήθηκαν ένοχοι ως κληρονόμοι εκείνων που είχαν υποκινήσει τον Μπαρμπαρόσα στην πολιορκία και την καταστροφή της Κρέμα.  Είναι ενδεικτικές παρεξηγήσεις, αλλά που πιθανώς προέρχονται από την προϊστορία και ανάγονται στις διαφορετικές εθνοτικές καταβολές. Η δημοτική γλώσσα cremasco θα ήταν στην πραγματικότητα μια παράγωγη του λεξικού cenomane ενώ η Cremona θα ανήκε στην 
περιοχή Ιnsubre. Ακόμη και μέσα στην ίδια πόλη, συχνά προέκυπταν διαφωνίες μεταξύ γειτονιών λόγω της κεντρικής ή περιφερειακής τους θέσης, μεταξύ γειτονικών πόλεων και μεταξύ φατριών που συνέβαλαν στην υποδαύλιση αντιθέσεων από τις οποίες προέκυπταν διασκεδαστικές ιστορίες και τοπικιστικά ανέκδοτα που δεν ήταν πάντα επιβλαβή για το περιβαλλοντικό πλαίσιο των μικρών κοινοτήτων.
Υπάρχει συχνά μια παρεξήγηση  στο να συγχέεται ο παροικιακός χαρακτήρας (μια περιορισμένη συναισθηματική στάση που τείνει να μην υπερβαίνει τον ορίζοντα του δικού του καμπαναριού, να διατηρεί, να αναβιώνει και να ενισχύει τα λαϊκά ήθη και έθιμα) με το φαινόμενο του νατιβισμού (που αντιθέτως αποτελεί την πολιτική του εφαρμογή). Η οικονομική υποταγή συνεπάγεται αναγκαστικά γλωσσική έγκριση και η εξάρτηση γίνεται όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτιστική. Η ενεργειακή υποδούλωση από τις ανατολικές χώρες, καθώς και η υποταγή στη δυτική πολιτική σήμερα επιβαρύνουν πολύ τη δυνητική ανάπτυξη και την ανεξαρτησία της Ευρώπης και συνεπώς της Ιταλίας, και είναι απαραίτητο όχι μόνο να το συνειδητοποιήσουμε, αλλά κυρίως, πριν είναι πολύ αργά, να προσπαθήσουμε να το διορθώσουμε.

https://www-ereticamente-net.translate.goog/2022/12/noi-e-gli-altri-walter-venchiarutti.html?_x_tr_sl=it&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=wapp

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ SERGEI N. BULGAKOV (4)

  Συνέχεια απο : Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2022

Η ΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ.

Η δεύτερη μετα-πατερική σύνθεση, μετά τού Φλωρόφσκυ.


 ΠΕΡΙ  ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. 

Έχουμε ήδη στα χέρια μας μερικά σημαντικά στοιχεία τής μετα-πατερικής συνθέσεως του Μπουλγάκοφ και μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα. Ο Μπουλγκάκοφ λοιπόν είχε μερικές αισθητικές εμπειρίες, αρχιτεκτονικού τύπου, και βάσει αυτών, εκ του μηδενός δημιούργησε καινούργια Εκκλησία, την οποία εισάγουν στην Ορθοδοξία, οι Οικουμενιστές. ΤΗΝ ΝΕΟ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Γιατί λέμε εκ του μηδενός; Διότι το θρησκευτικό πρόβλημα που στηρίζει το σύστημά του, η θρησκευτική αντινομία όπως την ονομάζει, αποτελεί το πρόβλημα και την λύση της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, και συγκεκριμένα του Σωκράτη και του Πλάτωνος. Το πρόβλημα και η λύση, παρουσιάζονται στον Φαίδωνα. Χωρίς την βοήθεια κάποιας αντινομίας, όπως δοκίμασε ο Καντ, να το λύσει, και στην συνέχεια και ο Μπουλγκάκοφ. Στην φιλοσοφία ονομάζεται ο «δεύτερος πλους» και πρόκειται για την ανακάλυψη του νοητού κόσμου. Γιατί δεν γίνεται πλέον αποδεκτός ο δεύτερος πλους; Διότι το αντίθεο, στηριγμένο στην αμφιβολία, πνεύμα της νεωτερικότητος, επιθυμώντας να αρνηθεί τον Θεό, αναβαθμίζει τον νοητό κόσμο σε Θεότητα. Η φιλοσοφία τους λοιπόν είναι προ-σωκρατική, όπως λέγεται, και η Θεολογία τους δυστυχώς είναι ΠΡΟ-ΠΑΤΕΡΙΚΗ. Ας δούμε λίγα πράγματα από το κείμενο του Πλάτωνος, ιδιαιτέρως το Φαίδων, 99 Β2-D3. 

Πρίν φτάσει σ’αυτό το σημείο ο Σωκράτης, με την αφορμή του Αναξαγόρα, μας εξηγεί την ανεπάρκεια της προ-σωκρατικής Φυσικής φιλοσοφίας την επάρκεια τής οποίας επανέφερε στο προσκήνιο ο Σέλλινγκ και σήμερα ο Χάϊντεγκερ: η βεβαίωση πώς ο ΝΟΥΣ οργανώνει, θέτει τάξη και είναι αιτία όλων των πραγμάτων σημαίνει ότι δηλώνουμε πώς ο ΝΟΥΣ αυτός τοποθετεί όλα τα πράγματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό δέ σημαίνει πώς ο ΝΟΥΣ και το ΑΓΑΘΟ είναι δομικά συνδεδεμένα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε λοιπόν για τον Νού και την νόηση, χωρίς να μιλήσουμε για το Αγαθό. Έτσι τοποθετώντας τον ΝΟΥ σαν αιτία, αυτό συνεπάγεται την τοποθέτηση του Αγαθού σαν προϋπόθεση της γεννήσεως, της φθοράς και του Είναι των πραγμάτων.

Ειδικότερα ο Αναξαγόρας, υποστηρίζοντας τον νομοθέτη ΝΟΥ θα έπρεπε να είχε εξηγήσει το κριτήριο του καλύτερου, χάριν του οποίου ο ΝΟΥΣ λειτουργεί και βάσει αυτού του κριτηρίου θα έπρεπε να είχε εξηγήσει τις συνθήκες, δηλαδή τον τρόπο της ενεργητικότητος, της δεκτικότητος και του Είναι, της Γής, του ηλίου, της σελήνης και των άστρων, τις κινήσεις τους και τις σχέσεις αυτών των κινήσεων και τέλος πάντων, τα διάφορα φαινόμενα. Θα έπρεπε να είχε εξηγήσει πώς τα διάφορα φαινόμενα συστήνονται για να λειτουργήσουν ως προς το καλύτερο, και επομένως με μία ακριβέστατη γνώση του καλύτερου και  του χειρότερου. Ο Αναξαγόρας όμως, εισήγαγε τον ΝΟΥ, αλλά δεν του έδωσε τον ρόλο που τονίστηκε παραπάνω. Και αντί να αποδίδει την αιτία, στο καλύτερο, συνέχισε να την αποδίδει στα φυσικά στοιχεία. Εάν όμως αυτά τα φυσικά στοιχεία είναι απαραίτητα για να παράγουν την σύσταση των φαινομένων του σύμπαντος, τότε είναι μία συν-αιτία και δεν είναι η αληθινή αιτία. Η αληθινή αιτία είναι η νόηση η οποία εργάζεται λειτουργώντας για το καλύτερο.
Φαίδων: «Το γάρ μη διελέσθαι (να μην διακρίνουμε) ποιο είναι, ότι άλλο είναι το αίτιο του όντος, άλλο δε εκείνο άνευ ού το αίτιον ούκ αν ποτ’είη αίτιον ( δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αίτιο), αυτό έγινε αιτία να ξεκινήσει ο Σωκράτης τον δεύτερο πλου! Έτσι λοιπόν οι πολλοί βαδίζοντας με δυσκολία στο σκοτάδι, ονομάζουν μ’αυτόν τον τρόπο το μέσον (την Φύση ή το σώμα) σαν να εμπρόκειτο για το αίτιο το ίδιο». Και στον νοητό κόσμο βρήκε αυτή την αληθινή αιτία, τον νοητό κόσμο και το αγαθό, που είναι όμως επέκεινα της ουσίας. 

Η μοντέρνα φιλοσοφία, η κριτική φιλοσοφία, όχι η νοησιαρχική του Καρτέσιου, αλλά αυτή που έχει στο κέντρο της τον Καντ, ξεκινά όπως γνωρίζουμε από τον Χιουμ, ο οποίος εισήγαγε το ανορθολογικό στοιχείο στην επιστήμη, αναγκάζοντας τον Καντ να επινοήσει την επικρατούσα κριτική φιλοσοφία. Ο Χιουμ άσκησε κριτική στην ιδέα της αιτίας, παρατηρώντας πώς είναι παράνομο να ανταλλάσσουμε μία ακολουθία γεγονότων για (σάν) μία αναγκαία συνάφεια, έναν αναγκαίο σύνδεσμο. Αποδεικνύοντας ότι η εξήγηση με αιτιατούς όρους, που χαρακτηρίζει την επιστημονική έρευνα, αναλύεται τελικά σε μία απλή διαδικασία πίστης. Ο Καντ συμφώνησε εν μέρει όπως γνωρίζουμε με τον Χιουμ, αλλά δηλώνει εναντίον του πώς η έννοια της αιτίας δεν προέρχεται από μία παρόμοια ανταλλαγή, αλλά είναι μία έννοια της νοήσεως, και είναι επομένως a’priori, δεν προέρχεται δηλαδή από την εμπειρία. Αυτό δίνει στην εν λόγω έννοια, όπως και σε άλλες, μία καθολική και αναγκαία αξία, παρότι, για να υπάρξει αληθινή γνώση, πρέπει να εφαρμοσθούν στην εμπειρία, πρέπει να συστήσουν την λεγόμενη σύνθεση a’priori. 

Εάν προσέξουμε, στις λίγες αυτές γραμμές υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην Θεωρία του Αναξαγόρα που αναφέραμε και την κριτική του Σωκράτη και την κριτική κατασκευή του Καντ. Ο νοητός κόσμος εγκατελείφθη, διότι είχε χάσει κάθε αξιοπρέπεια και ύπαρξη από τα αντικειμενικά μοντέλα της σχολαστικής μεταφυσικής. Πάνω σ’αυτή την επανάληψη της προ-σωκρατικής σοφίας, στον Γερμανικό Ιδεαλισμό, στηρίζει ακριβώς την εξέλιξη της Θεολογίας ο Μπουλγκάκοφ, κατασκευάζοντας μία προ-πατερική σύνθεση, η οποία δεν έχει καμμία ανάγκη βεβαίως του Κυρίου. Ας συνεχίσουμε! 

Πέραν του Απολύτου. 

Η θρησκευτική εμπειρία σαν εμπειρία του αντινομικού συσχετισμού ανάμεσα στο Απόλυτο και στο σχετικό, διατρέχει όλο το έργο του Μπουλγκάκοφ. Πώς είναι δυνατόν να κατανοηθεί ένας δεσμός ανάμεσα στο Απόλυτο και στο σχετικό; Η σοφιολογία του προσπαθεί να απαντήσει σ’αυτό το ερώτημα. 

Δεν είναι εύκολο όμως να λογαριαστούμε κριτικά με το Απόλυτο, με ένα αντικείμενο το οποίο είναι αδύνατον να κυριευθεί. Ελεύθερο από κάθε δεσμό (λυμένο από κάθε δεσμό) με οτιδήποτε άλλο, το απόλυτο είναι ολοκληρωτικώς άρρητο. Αυτή η κατάσταση είναι η βάση κάθε αποφατικής θεολογίας, η οποία επιβάλλει να θεωρήσουμε το Απόλυτο με την συνειδητοποίηση τής ολοκληρωτικής του ετερότητος και καθορίζει τελειωτικά πώς το δημιούργημα, όσο και αν υψωθεί, δεν μπορεί να ακουμπήσει τον Ουρανό, το Απόλυτο, εκτός και αν κατασκευάσει το ίδιο την σκάλα του Ιακώβ που δένει τον ουρανό με την Γή. 

Πρέπει να προσέξουμε λοιπόν να μην υποτιμήσουμε την εμπειρία. Ένα απόλυτο που θεωρείται μόνον καθ’αυτό θα ήταν ένα αυθεντικό μηδέν, μία απουσία νοήματος της αφαιρέσεως και επομένως θα μεταμορφωνόταν τελικώς σε ένα μηδέν της σκέψης, σε ένα καθαρό κενό: μία μηδενική σκέψη προορισμένη να μεταστραφεί σε μία σκέψη του μηδενός. 

Στην πραγματικότητα όμως ένας λόγος για το Απόλυτο δίνεται αποκλειστικά στο εσωτερικό της θρησκευτικής εμπειρίας, η οποία σαν κάθε εμπειρία έχει να κάνει με ένα δεδομένο και όχι με μία παγωμένη αφαίρεση. «Το δεδομένο της θρησκευτικής εμπειρίας που έχει βιωθεί είναι μία άμεση επαφή με έναν άλλο κόσμο από τον δικό μας, με μία ανώτερη πραγματικότητα, Θεία, αλλά όχι γενικώς, αφηρημένα, αλλά έναν κόσμο για μένα ιδιαίτερο και συμπαγή. Ο Θεός είναι έξω από μένα, αλλά είναι και για μένα. Υπερβαίνει την υποκειμενικότητα μου, αλλά παρ’όλα αυτά μεταδίδεται σ’αυτή.
Το Απόλυτο επομένως-με την έννοια του Απολύτως Άλλου, είναι για τον άνθρωπο και για τον κόσμο, πάντοτε σχετικό. 

Συνεχίζεται 

ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, Ο ΚΟΙΝΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΝΟΥΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ, ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ Ο ΝΟΥΣ ΚΑΘΑΥΤΟΣ ΔΙΟΤΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΙΡΝΕΙ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ.
Αμέθυστος.

Η Σοφιολογία του Sergeii Bulgakov - Κριτική προσέγγιση (1)

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 Θεολογική Σχολή Τμήμα Θεολογίας 

Αξάρης Γεώργιος 

Η Σοφιολογία του Sergeii Bulgakov Κριτική προσέγγιση 

Σύμβούλος Καθηγητής: Δημήτριος Τσελεγγίδης 

Θεσσαλονίκη 2019 

Αφιερώνεται στον πνευματικό μου πατέρα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 

Πρόλογος

Εισαγωγή

Βιογραφία και Εργογραφία 

1.α Βιογραφία

1.β Εργογραφία

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ 

Η Σοφιολογία του Sergeii Bulgakov 

 1. Η έννοια της Σοφιολογίας

2. Παράγοντες επίδρασης στη θεολογική σκέψη Sergeii Bulgakov 

α) Θεολογικές

β)Υποκειμενικές βιωματικές εμπειρίες

γ) Φιλοσοφικές

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ 

Ανάλυση και κριτική προσέγγιση των σχετικών με τη Σοφιολογία θέσεων του Sergeii Bulgakov από Ορθόδοξη άποψη 

1.α. Οι περί ταυτίσεως της Σοφίας με την ουσία του Θεού θέσεις του S. Bulgakov

1.β. Το αμέθεκτο της Ουσίας του Τριαδικού Θεού

2.α. Περί θεοποίησης της Σοφίας-σχέσης με τις υποστάσεις του Τριαδικού Θεού

2.β. Τα κοινά των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και τα Υποστατικά τους ιδιώματα

3.α. Η Σοφία, ως δημιουργική αιτία

3.β. Η Αγία Τριάδα, Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου 

Συμπεράσματα

Βιβλιογραφία

Πηγές 

Βοηθήματα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 Η φιλοσοφική χροιά των έργων του Sergeii Bulgakov και η επίδραση της φιλοσοφίας γενικότερα στο έργο του και στη θεολογική του σκέψη συνιστούν τον κυριότερο πόλο έλξης ενός μελετητή του οποίου το ενδιαφέρον είναι διττό, φιλοσοφικό και θεολογικό. Το θεολογικό κείμενο του Ρώσου θεολόγου είναι αδύνατο να κατανοηθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ποικίλες φιλοσοφικές επιδράσεις, γεγονός που προσφέρει στο μελετητή ευρύ και ποικίλο έδαφος για μια φιλοσοφικό-θεολογική εξέταση των θεμάτων που πραγματεύεται ο συγγραφέας. 

Καθώς η φιλοσοφία γενικότερα, έτσι όπως διατυπώνεται από την κλασική εποχή μέχρι τις ημέρες μας, συνιστά έναν τομέα ο οποίος άπτεται των ενδιαφερόντων μου, το έργο του Ρώσου φιλόσοφου προκάλεσε τον θαυμασμό και την αναζήτηση της βαθύτερης φιλοσοφικής του σκέψης. Επιπροσθέτως, η παράλληλη έκφραση θεολογικών αληθειών μέσω της φιλοσοφίας προσφέρει τη δυνατότητα του συγκερασμού των δυο επιστημών στο σύνολο του έργου του, κάτι το οποίο αποτελεί το δεύτερο λόγο επιλογής του εν λόγω θέματος. Φιλοσοφία και θεολογία συνεξεταζόμενες μέσα στο ίδιο κείμενο έχουν ως αποτέλεσμα μια πλούσια σε απαιτήσεις όραση του έργου του. Αυτήν ακριβώς την οπτική, με τη βοήθεια των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας μας, επιχειρούμε με την παρούσα εργασία, στοχεύοντας στην ανάλυση κάποιων θεολογικών θέσεων του S. Bulgakov με τελικό σκοπό την αναίρεση αυτών υπό το φως της απλανούς Πατερικής θεολογίας. 

Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον σύμβουλο καθηγητή μου κ. Τσελεγγίδη για την αποδοχή του προτεινόμενου θέματος στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών του τμήματος Θεολογίας του πανεπιστημίου μας και τη βοήθειά του στην ολοκλήρωση της παρούσας εργασίας με τις επιστημονικές παρατηρήσεις του και την κριτική θεώρησή της με γνώμονα την Ορθόδοξη διδασκαλία. 

Πρωτίστως και κυρίως οφείλω ευγνωμοσύνη στον Τριαδικό Θεό για την φώτιση που μου προσέφερε πλούσια για την περάτωση της εν λόγω εργασίας, η οποία λόγω της δογματικής της φύσης ήταν αδύνατο να ολοκληρωθεί χωρίς τη βοήθειά Του. 

Θεσσαλονίκη, 30 Αυγούστου 2019

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Η προσωπικότητα και το έργο του Ρώσου S. Bulgakov υπήρξε αφορμή διενέξεων και μελετών, όχι μόνο στην εποχή του, αλλά μέχρι και σήμερα, όχι μόνο μεταξύ ομοεθνών του, αλλά και παγκοσμίως, όχι μόνο σε αμιγώς θεολογικό επίπεδο, αλλά και πολυεπίπεδα. Η επιστημονική του κατάρτιση σε ποικίλα επιστημονικά επίπεδα οδήγησε στη συγγραφή εκ μέρους του ποικίλων έργων με αποτέλεσμα και την ποικίλη εξέτασή τους. Στην παρούσα εργασία μας απασχολούν κυρίως τρείς θεματικές ενότητες σε συνεξέταση με τη Σοφιολογική του θεολογική θεωρία.

Στον Ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση με το διεθνή, είναι περιορισμένη η παραγωγή μελετών με αφορμή τα έργα του Ρώσου θεολόγου. Η μόνη διδακτορική1 που μελετά μέρος του έργου του είναι αυτή με θέμα: Η Σοφία του Θεού κατά την Πατερική Παράδοση και τα ρωσικά θεολογικά ρεύματα 19ου και 20ου αιώνα, στην οποία μελετάται σε ένα κεφάλαιό της οι σχετικές με τη Σοφία θέσεις του Ρώσου στοχαστή. Άρθρα με σχετικά θέματα στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχουν σε περιορισμένο αριθμό. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Παπουλίδη Κ., «Σοφιολογία και Πνευματολογία υπό S. Bulgakoff και VL. Lossky», στο Σεμινάριον θεολόγων Θεσσαλονίκης 5 Το Άγιον Πνεύμα, επιμ. Ιωάν. Ε. Αναστασίου, Θεσσαλονίκη, 1971, Νικόλαος Ασπρούλης, Σοφιολογία vs ΝεοΠατερική σύνθεση. Σχόλιο για τη σχέση κτιστού και Ακτίστου και τη Δημιουργία στους Bulgakov και Φλωρόφσκυ και το μεθοδολογικό ερώτημα στην θεολογία, στο Επιστημονική επιθεώρηση του μεταπτυχιακού προγράμματος, «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», τόμος Α΄, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Πάτρα 2010. Aristotle Papanikolaou, “Sophia! Orthoi! The Trinitarian theology of Sergei Bulgakov2. 

Στο διεθνή επιστημονικό χώρο πλούσια είναι η συγγραφή σχετικών μελετών για το έργο του. Ερευνήθηκε όχι μόνο η Σοφιολογία του, για την οποία είναι πρωτίστως γνωστός, αλλά και η Εκκλησιολογιά του, η Τριαδολογία του και η συνεισφορά του στο χώρο της Οικουμενικής Κίνησης. Στον τελευταίο θεματικό τομέα σχετική είναι η διατριβή: The Hour is Coming, and is Now Come: Sergei Bulgakov and the Search for the Ecumenical Future3. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται μια αναλυτική και αξιόλογη βιβλιογραφική ανασκόπηση των έργων με θέμα τα έργα του Ρώσου φιλοσόφου4, η οποία εστιάζεται κυρίως στην περί της Οικουμενικής Κίνησης βιβλιογραφία, ωστόσο προσφέρει μια σύνολη και χρήσιμη εικόνα για τα κείμενα του συγγραφέα ερευνητή. Κατά τον Sharman, η καλύτερη εισαγωγή στο έργο του S. Bulgakov είναι το έργο του Aidan Nichol Wisdom  from Above5 . Βεβαίως η συγγραφή επιστημονικών ερευνών συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με κεντρικό πάντα άξονα τα περί της Σοφίας του συγγραφέα, τα οποία απασχολούν και τη δική μας μελέτη. Π.χ. το άρθρο του Louth, The Sophiology of Father Bulgakov and the living tradition6, το βιβλίο του Robert F. Slesinski The Theology of Sergius Bulgakov (2017)7, το άρθρο Essential Bulgakov his ideas about Sophia, the Trinity, and Christ του Sakharov N 8, στο οποίο δίνονται βιβλιογραφικές πληροφορίες και παρουσιάζεται συνοπτικά οι κυριότερες ιδέες του συγγραφέα περί της Σοφίας, της Τριαδικότητας και του Χριστού. 

Στην παρούσα εργασία, με δεδομένη την ποικίλη θεματολογία των έργων του συγγραφέα μας, επιλέξαμε να εστιάσουμε στη μελέτη του θέματος της Σοφιολογίας, το οποίο βρίθει πολλών επιμέρους θεματικών αντικειμένων και αφορμών για αντίστοιχες θεολογικές εξετάσεις. Από την πληθώρα των θεμάτων των σχετιζόμενων με τη Σοφιολογία του επιλέξαμε τρεις θεματικές, τις οποίες προσπαθούμε σε πρώτο επίπεδο να αναλύσουμε, στηριζόμενοι κυρίως στο έργο του συγγραφέα. Η βασική πηγή της ανάλυσης και της παρουσίασης είναι τα έργα του S. Bulgakov Sophiologia9 , Bride of the Lamp10 , με κύρια το ομώνυμο με το θέμα μας έργο Sophiologia, στο οποίο ο Ρώσος θεολόγος αναπτύσσει διεξοδικά τον περί της Σοφίας λόγο. 

Μετά την παράθεση της βιογραφίας και της εργογραφίας του S. Bulgakov, η οποία είναι απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση του έργου του, αφού αναμφισβήτητα το επηρέασε και το διαμόρφωσε, παρατίθεται το πρώτο μέρος της μελέτης μας. Σε αυτό περιγράφεται η έννοια της Σοφιολογίας και οι βασικές της παράμετροι. Προς τούτο, στη συνέχεια εξετάζονται για την κατανόηση της εννοίας οι προϋποθέσεις της, έτσι όπως προκύπτουν μέσα από τις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του συγγραφέα, τις σπουδές του και τις μελέτες του. Πιο συγκεκριμένα, αρχικά μελετώνται οι προσωπικές εμπειρίες του, οι οποίες αποτελούν τον κύριο λόγο μεταστροφής του στη χριστιανική ζωή και την απόρριψη του μαρξισμού. Δεύτερον, παρουσιάζεται η επίδραση των φιλοσοφικών έργων -από την κλασική εποχή μέχρι και τις μέρες του- στη σκέψη του. Τρίτον, αναλύεται η επίδραση των βιβλικών κείμενων, και κυρίως αυτών που έχουν ως θέμα τη Σοφία.

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, έπεται το δεύτερο και κύριο μέρος της εργασίας, όπου αναλύονται τρία θέματα σχετικά με τη Σοφία. Η επιλογή τους στηρίζεται στο υψηλό σε αξία περιεχόμενο και στη θεολογική τους θεματική. Πρώτο αντικείμενο της έρευνας μας συνιστούν οι περί ταυτίσεως της Σοφίας με την ουσία του Θεού θέσεις του S. Bulgakov, οι οποίες προκύπτουν από την προσπάθεια κατανόησης και σύλληψης της έννοιας της Σοφίας και της υπερβάλλουσας θεώρησης αυτής. Επιχειρείται αρχικά η ανάλυση της  θεολογικής του σκέψης και επιχειρηματολογίας, η οποία οδηγεί στην περιπλοκή εννοιών που αναφέρονται στον Τριαδικό Θεό με τη Σοφία. Σε δεύτερο επίπεδο γίνεται προσπάθεια άρσης των εσφαλμένων του θέσεων, με κριτήριο τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και της εν γένει Ορθοδόξου διδασκαλίας.

Ως δεύτερο θέμα, ερευνάται η σχέση της Σοφίας με τις υποστάσεις του Τριαδικού Θεού. Η διαφορετική συσχέτιση της Σοφίας με κάθε μια υπόσταση ξεχωριστά, αλλά και εν συνόλω, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εκ νέου εσφαλμένων θέσεων, όσον αφορά στο περί Τριάδος δόγμα. Κατ’ αυτών των θέσεων απαντούν με τα δογματικά τους έργα οι Πατέρες, όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπου συνολικά στο έργο τους διατυπώνεται η περί των τριών προσώπων θέση της Ορθοδόξου διδασκαλίας. 

Το τρίτο θέμα, το οποίο συνιστά τον κύριο και βασικό άξονα του έργου του σχετικά με τη Σοφία, είναι η δημιουργία του κόσμου. Η Σοφία έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία και μάλιστα αναγκαίο. Αυτή η θέση περιγράφεται και παρουσιάζεται ενδελεχώς, έτσι ώστε να διατυπωθούν με ευκρίνεια οι σχετικές με τη δημιουργία και του ρόλου της Σοφίας εσφαλμένες θεολογικές τοποθετήσεις του S. Bulgakov. Στη συνέχεια με κριτήριο κυρίως τα σχετικά περί δημιουργίας έργα του Μεγάλου Βασιλείου Εἰς την ἐξαήμερον11 και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης Περί τῆς Ἑξαημέρου12 παρουσιάζεται η Ορθόδοξη διδασκαλία περί της δημιουργίας του κόσμου, και ειδικότερα ό,τι σχετίζεται με τις θέσεις του S. Bulgakov.

Στο τέλος, παρουσιάζονται ανά θεματική τα συμπεράσματα της παρούσας εργασίας και γίνονται σχετικές προτάσεις για περαιτέρω μελλοντική έρευνα. 

Σημειώσεις

1. Βλ. στο Πένο, Ζντράβκο Μάρκο, Η Σοφία του Θεού κατά την Πατερική Παράδοση και τα ρωσικά θεολογικά ρεύματα 19ου και 20ου αιώνα, διδ. Διατριβή, 2001. Βλ. https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14602.

2. Aristotle Papanikolaou, “Sophia! Orthoi! The Trinitarian theology of Sergei Bulgakov,” μη δημοσιευμένο άρθρο το οποίο παρουσιάστηκε στο Catholic Theological Society of America, στο συνέδριο στις 5 Ιουλίου 2009.

3. Scott Sharman, Doctor of Philosophy in Theology, University of St. Michael’s College, 2014 The Hour is Coming, and is Now Come: Sergei Bulgakov and the Search for the Ecumenical Future.

4. Scott Sharman, The Hour is Coming, and is Now…, ό.π. σελ.9-17.

5. Scott Sharman, The Hour is Coming, and is Now…, ό.π. σελ. 11. 

6. Louth, The Sophiology of Father Bulgakov and the living tradition, The Wheel, 2015. 

7. Robert F. Slesinski, The Theology of Fr Sergius Bulgakov. Yonkers, NY: SVS Press, 2017. 

8. Nikolai Sakharov Essential Bulgakov: his ideas about Sophia, the Trinity, and Christ, St Vladimir’s Theological Quarterly 55: 2 (2011) 165-208. 

9. Bulgakov, Sergei. Sophia, the Wisdom of God: An Outline of Sophiology. Hudson, N.Y.: Lindisfarne Press, 1993. 

10. Bulgakov, Sergius, The Bride of the Lamb. Boris Jakim, ed. and trans. Grand Rapids, MI: Eerdmans, 2002.

11. Βασιλείου Καισαρείας, Εἰς την Ἑξαήμερον, ΕΠΕ, Τόμος 4 

12. Γρηγορίου Νύσσης, Περί τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 69D.

Συνεχίζεται

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (153)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου  2022

                                      Jacob Burckhardt
                                           ΤΟΜΟΣ 3ος
                      ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ:
ΟΙ ΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
                                  IΙ. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

1. Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ - 5

Ένας μεγάλος αριθμός γλυπτών αναπαριστούσε ιερείς και ιέρειες· αρκετά από τα αγάλματα που φέρουν ενδύματα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Μπορεί η κεντρική μορφή του ναού να ήταν ένα ανούσιο ξόανο, αλλά τα αγάλματα που την πλαισίωναν δημιουργούσαν μιαν πολύ διαφορετική εντύπωση. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο ναός των Ευμενίδων στην αρχαία Κυρήνεια της Αχαΐας. Οι μορφές των θεοτήτων αυτών «δεν ήταν μεγάλου μεγέθους», ίσως μάλιστα να επρόκειτο για άθλιες κούκλες, αλλά στην είσοδο δέσποζαν μαρμάρινα αγάλματα αξιόλογης τέχνης, και οι κάτοικοι πίστευαν ότι ήταν τα αγάλματα ιερειών αυτών των θεοτήτων.

Στην πρώιμη αρχαιότητα είχαν ήδη απαθανατισθεί ολόκληρες ιερές χορωδίες με τη μορφή αγαλμάτων. Μετά από τη νίκη τους επί των Φοινίκων, οι κάτοικοι του Ακράγαντα χρησιμοποίησαν ένα μέρος από τα λάφυρα για να αφιερώσουν στους Δελφούς ένα χάλκινο σύμπλεγμα παιδιών που «απλώνουν τα χέρια», με τη μορφή παράκλησης προς τον θεό. Στα τείχη της Άλτεως υπήρχε ένα έργο που απέδιδαν στον αρχαίο γλύπτη Καλαμή· πρόκειται πιθανότατα για την απαθανάτιση του ιερού χορού που συνόδευε στην Ολυμπία την αναθηματική προσφορά. Ομοίως οι κάτοικοι της Μεσσήνης αφιέρωσαν στην Ολυμπία αγάλματα από χαλκό της παιδικής χορωδίας που χάθηκε σε ναυάγιο στα στενά, μαζί με τους χοράρχες και τους μουσικούς.

Οι αρχαιότερες δημιουργίες αυτής της τέχνης δεσπόζουν στην Ακρόπολη των Αθηνών. Υπάρχει η πομπή των Παναθηναίων στον Παρθενώνα, και στο στηθαίο του ναού της Απτέρου Νίκης, οι Νίκες που οδηγούν τον ταύρο στη θυσία, και εκείνες που ετοιμάζουν το τρόπαιο της νίκης. Πρόκειται για την τελειότερη ιδανική μεταφορά στην τέχνη μια λατρευτικής πράξης, για την ύψιστη αναπαράσταση της λατρείας εν γένει.

Αν θελήσουμε να περιγράψουμε τώρα τα εδώλια από άργιλο και χαλκό, σε μικρό ή μεγαλύτερο μέγεθος, μέσα από τα οποία η γλυπτική ανοίγεται σε έναν δεύτερο κόσμο, την μετάβαση από τις ανάγλυφες αναπαραστάσεις στο σκαλιστό ή το ανάγλυφο κόσμημα και στα νομίσματα, για να καταλήξουμε στα αγγεία και τα σκεύη από ευγενές μέταλλο, χαλκό, μάρμαρο και άργιλο, στις διαφορετικές εκδοχές και μορφές τους, όπως το μανουάλι και το τρίποδο με τις διαφορετικές χρήσεις τους, οδηγούμαστε σε μια πορεία χωρίς ορατό τέλος. Η απεριόριστη καλλιτεχνική δεινότητα είναι παντού ορατή, και ανάγεται επιπλέον ευθύς εξ αρχής στην ύψιστη τελειότητα.

2. Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Οι γνώσεις μας για την προ-ελληνική ζωγραφική περιορίζονται σε κάποια ίχνη αιγυπτιακής τέχνης, συνήθως εντελώς στερεότυπης και δουλικής, εκτός από τις περιγραφές της καθημερινής ζωής στη νεκρόπολη του Μπενί Χασσάν. Δεν έχουμε επίσης καμιά πληροφόρηση για την τέχνη στην Αρχαία Ανατολή, εκτός από τα ζωγραφιστά χαλιά της μεσοποτάμιας υφαντικής. Αντιθέτως, σε ότι αφορά την ελληνική ζωγραφική, εκτός από τις αναπαραστάσεις της στα αγγεία, στις τοιχογραφίες πόλεων στους πρόποδες του Βεζούβιου, και μερικά δείγματα ταφικής ζωγραφικής, διαθέτουμε τουλάχιστον και κάποιες επιπλέον γραπτές πληροφορίες· οι συγγραφείς μάλιστα αναφέρονται συχνότερα στα φημισμένα έργα ζωγραφικής τέχνης του χρυσού αιώνα, από τον Πολύγνωτο μέχρι τον Απελλή, από ότι στα γλυπτά. Ο Αθήναιος αναφέρει ένα έργο του Πολέμωνος αφιερωμένο στο Αντίγονο, με τίτλο Περί των ζωγράφων, ενώ κανένα αντίστοιχο έργο περί των γλυπτών δεν υπήρχε εκείνη την εποχή. Οι ζωγράφοι ίσως να υπήρξαν για τους Έλληνες πιο σημαντικοί απ’ ότι οι γλύπτες, ενδεχομένως επειδή δεν θεωρήθηκαν χειροτέχνες όπως αυτοί, δεδομένου ότι η ζωγραφική κατατάχθηκε αργότερα στις συνήθεις επιστήμες που προορίζονταν για ανθρώπους με ελεύθερο πνεύμα.

Μνημειώδη έργα ζωγραφικής τέχνης στην υπηρεσία του μύθου και της πολιτικής εμφανίζονται αρχικά σε περιστύλια, αίθουσες συμποσίων, στοές, και μέσα στους ναούς. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η τεχνοτροπία του Πολύγνωτου ήταν ανάλογη με αυτήν της σχολής του Τζιότο, και ίσως εμπνευσμένη από έναν έντονο τρόπο ζωής στους μεταγενέστερους ζωγράφους. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του Πολύγνωτου υπήρξαν οι τοιχογραφίες του «Θησαυρού των Κνιδίων» στους Δελφούς. Στην Αθήνα, ο ίδιος, καθώς και διάδοχοί του μεταξύ των οποίων ο Πρωτογένης και ο Ευφράνωρ απέκτησαν την μεγαλύτερη φήμη, φιλοτέχνησαν στην Βασίλειο Στοά μιαν αναπαράσταση του Δωδεκάθεου, τον Θησέα με τη Δημοκρατία και το Δήμο των Αθηναίων, τη Μάχη της Μαντίνειας, και στον παρακείμενο ναό τον Πατρώο Απόλλωνα, στο Βουλευτήριο τους Θεσμοθέτες του Πρωτογένη, και ένα μεταγενέστερο πορτραίτο στρατηγού· στην Ποικίλη Στοά, ένα Πίνακα μάχης του Πελοποννησιακού Πολέμου, έργο που ολοκληρώθηκε σταδιακά και από διάφορους καλλιτέχνες, χωρίς καμιά υποταγή σε συγκεκριμένη σχολή, μια Αναμέτρηση του Θησέα με τις Αμαζόνες, μια σκηνή από την πόλη της Τροίας μετά την πτώση, και τη Μάχη του Μαραθώνα με τη συμμετοχή επώνυμων ηρώων· στο Πομπείον, πίνακες από λιτανείες, ή φυσιογνωμίες γνωστών προσωπικοτήτων που συμμετείχαν σ’ αυτές, όπως και στις φλωρεντινές τοιχογραφίες· σε μια πτέρυγα των Προπυλαίων μερικές σκηνές σχετιζόμενες με το μύθο της Τροίας, και ασφαλώς τους δύο περίφημους ληστές: τον Διομήδη με το τόξο του Φιλοκτήτη, και τον Οδυσσέα με το παλλάδιον, καθώς και το σύμπλεγμα των Πάραλου και Αμμώνια, του Πρωτογένη, και ένα πλήθος από πίνακες και πορτραίτα: τον Αλκιβιάδη νικητή στη Νεμέα, τον Περσέα, τον Μουσαίο, και δευτερεύουσες μορφές, όπως ένας μεταφορέας κανίστρου και ένας παλαιστής. Πίνακες που αναπαριστούσαν μάχες υπήρχαν και σε άλλες πόλεις εκτός των Αθηνών. Στο Αρτεμίσιο της Εφέσου υπήρχε πίνακας μιας Ναυμαχίας με την παρουσία της μορφής της Διχόνοιας, και στην Πέργαμο μια Νίκη επί των Κελτών.

Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς ποιες αρχές απαθανατίσθηκαν επί των δημοσίων κτιρίων, όπως για παράδειγμα στην αίθουσα των Προπυλαίων, ποιοι καλλιτέχνες ανέλαβαν αυτά τα έργα και ποιο ήταν ακριβώς το περιεχόμενο. Είναι πάντως προφανές ότι η ζωγραφική ασχολήθηκε πιο επισταμένα από την γλυπτική με τα ιστορικά γεγονότα, και ότι υπήρξε ένας σημαντικός αριθμός πινάκων πολιτικής θεματικής.

Μαζί με την τοιχογραφία, την εποχή της ακμής του θεάτρου καλλιεργήθηκε η σκηνογραφία, μια τέχνη που εμφανίστηκε αρχικά ως ζωγραφική του θεάτρου, με πρώτο καθήκον τη διακόσμηση της σκηνής, ανάλογα με τις ανάγκες του έργου, αλλά επεκτάθηκε αργότερα σε κατοικίες και ανάκτορα. Φαίνεται ότι βαθμιαία εξελίχθηκε σε ένα είδος μόδας, και μάλιστα λέγεται ότι ο Αλκιβιάδης θέλησε να την εισάγει άμεσα στην κατοικία του. Με την υπερβολική αυτοπεποίθηση που τον χαρακτήριζε, συνέλαβε όπως λέγεται τον ζωγράφο Αγάθαρχο, και τον φυλάκισε στο σπίτι του ώσπου να ολοκληρώσει το έργο της ζωγραφικής διακόσμησης. Ο βασιλεύς Αρχέλαος της Μακεδονίας λέγεται ότι πλήρωσε τετρακόσιες μνες στον Ζεύξη για τη διακόσμηση του ανακτόρου του.

Ας δούμε τώρα σε ποιο βαθμό ο δημιουργικός αυτός οίστρος αντανακλάται στην Πομπηία. Η ιστορικο-πολιτική ζωγραφική μας είναι γνωστή από την θαυμάσια αναπαράσταση της Μάχης του Αλέξανδρου· μπορούμε εδώ να μιλήσουμε κυρίως για μυθολογία και ασφαλώς για σκηνογραφία: οι μεμονωμένες μορφές, η ομαδική δράση, κ.τ.λ. συνιστούν εν μέρει αναμφισβήτητα μνήμες του πλέον αξιοθαύμαστου στοιχείου σ’ αυτήν την κατηγορία της τέχνης, το ίδιο δε ισχύει και για πολλές άλλες σκηνές αυτού του είδους. Σημαντικό είναι ότι δεν αναπαρίσταται εδώ η καθημερινότητα, όπως στο Μπενί-Χασάν, αλλά το κάλλος που την περιβάλλει· οι καθ’ ημέραν ή κατ’ έτος υποχρεώσεις παραχωρούν τη θέση τους στη γοητεία της στιγμής: όπως η χαμηλόφωνη κουβέντα μιας μικρής ομάδας ανθρώπων, ο στοχασμός, ο καλλωπισμός, τα αθλήματα, οι θεατρικές πρόβες κ.τ.λ. Στην κυρίως Ελλάδα δε κυριάρχησαν οι αθλητικοί αγώνες, όπως μαρτυρούν και τα αγγεία.

Γεγονός παραμένει πάντως ότι τον μεγαλύτερο θαυμασμό απέσπασαν οι ζωγραφικοί πίνακες (τέμπερα, και εγκαυστική επίσης), των οποίων σπουδαιότεροι δεξιοτέχνες υπήρξαν ο Ζεύξις, ο Παρράσιος, ο Απελλής, ο Πρωτογένης, ο Τιμόμαχος, ο Θέων. Το καλλιτεχνικό είδος αυτό, που ήταν σε θέση να επηρεάσει αποφασιστικά την εξέλιξη της ελληνικής τέχνης στο σύνολό της, έλκοντας την ισχύ του από την ψευδαίσθηση, κατόρθωσε να εξασφαλίσει μια καθολική συναίνεση στις επιτυχείς προσπάθειές του να την κατοχυρώσει· τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι ζωγράφοι για την επίτευξη του στόχου τους ήταν το χρώμα, το μοντέλο και ο φωτισμός, καθώς και η συντόμευση (Παυσίας) και τέλος η λεπτότητα της σχεδίασης. Το αντίστοιχό αυτού του καλλιτεχνικού είδους στην μοντέρνα τέχνη μπορεί να το αναζητήσει κανείς στους Ιταλούς ρεαλιστές του 15ου αιώνα μέχρι και τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. Είναι χαρακτηριστικό το ότι εκτός από τους πλούσιους σε μορφές πίνακες όπως η Θυσία της Ιφιγένειας του Τιμάνθη, η Συκοφαντία του Απελλή, οι Γάμοι του Αλέξανδρου και της Ρωξάνης του Αετίωνος κ.τ.λ. αναφέρονται κυρίως ατομικοί πίνακες, στους οποίους αναπαρίσταται ένα μόνο κυρίαρχο πρόσωπο, και κάποια δευτερεύοντα· όπως μια Ελένη και μια Πηνελόπη του Ζεύξη· ο Δήμος των Αθηναίων, η Παρωδία της τρέλας του Οδυσσέα και ένας Φιλοκτήτης του Παρράσιου, ο Ιάλυσος του Πρωτογένους (για το οποίο εργάστηκε επτά έτη), ένας Αίαντας, μια Ιφιγένεια που οδηγείται στη θυσία και μία Μήδεια λίγο πριν το φόνο του Τιμόμαχου, και ένας Οπλίτης του Θέωνα.

Το ηθικό στοιχείο αυτού του είδους της ζωγραφικής διαφέρει από της γλυπτικής. Προορίζεται κυρίως για ιδιωτικές συλλογές και πολύ σπάνια θα αποτελέσει μέρος προσφορών σε κάποιο ναό· ζωγραφικοί πίνακες κοσμούσαν την ελληνική κατοικία στην οποία δύσκολα ένα μεγάλο γλυπτό από μάρμαρο θα έβρισκε τη θέση του. Κυρίως γι αυτό το λόγο, και επειδή αυτή η τέχνη προσφερόταν για αναπαραστάσεις που προσέδιδαν στην ψευδαίσθηση την εικόνα μιας πραγματικότητα, οι καλλιτέχνες επέλεγαν ως μοντέλα τους εταίρες, διαλέγοντας τις πλέον ευπαρουσίαστες, μια διαδικασία που ασφαλώς δεν είχε θέση στην γλυπτική.

Για αξία και πωλήσεις γίνεται λόγος μόνο σε σχέση με πίνακες. Έτσι λέγεται ότι ο Ζεύξις είχε καθιερώσει εισιτήριο για όσους επιθυμούσαν να θαυμάσουν την Ελένη του. Σε μεταγενέστερη εποχή οι φιλότεχνοι κλήθηκαν να πληρώσουν μεγάλα ποσά. Έτσι, σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, ο Άτταλος αγόρασε έναν πίνακα του Αριστείδη του Θηβαίου έναντι εκατό ταλάντων, και ο Ιούλιος Καίσαρας πλήρωσε τετρακόσια για την Μήδεια και τον Αίαντα του Τιμόμαχου, τα οποία πρόσφερε αργότερα στο ναό της Αφροδίτης Μητέρας. Λέγεται μάλιστα ότι ο λόγος για τον οποίο ο Δημήτριος ο Πολιορκητής δεν έκαψε τη Ρόδο, ήταν για να μην καταστραφεί ένας πίνακας του Πρωτογένη.

Εκτός όμως από τις παραπάνω διαφορές μεταξύ ζωγραφικής και γλυπτικής, όπως η επιλογή του ύφους, των μοντέλων και οι αγοραπωλησίες, ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πρώτης είναι ότι έδωσε λαβή στη διοργάνωση πραγματικών διαγωνισμών· κάτι σχετικό στην γλυπτική αναφέρεται μόνο για τα αγάλματα των Αμαζόνων του Πολυκλείτου, του Κρησίλα, και του Φειδία. Λέγεται ότι στην εποχή του ζωγράφου Πάναινου, αδελφού ή ανιψιού του Φειδία, διοργανώθηκαν στην Κόρινθο και τους Δελφούς διαγωνισμοί ζωγραφικής, ότι κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες ηττήθηκε από τον Τιμαγόρα της Χαλκίδας, και ότι το έργο του Παρράσιου η Πάλη Αίαντα και Οδυσσέα για τα άρματα του Αχιλλέα έχασε επίσης το έπαθλο σε αγώνες ζωγραφικής της Σάμου. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ζωγραφικούς πίνακες.

Σε μεταγενέστερη εποχή επικράτησαν γελοιογραφίες και σκηνές του είδους το μαγαζί του κουρέα και του τσαγκάρη του Πειραϊκού, και άλλες «ρυπαρογραφίες», όπως τις ονόμασαν οι σύγχρονοί του, καθώς και πίνακες της λεγόμενης νεκρής φύσης. Τα ψηφιδωτά στην κλασσική αρχαιοελληνική περίοδο περιείχαν ελάχιστα εικονικά στοιχεία· κατά την εποχή των Διαδόχων, λέγεται ότι ψηφιδωτό δαπέδου στις αίθουσες της ναυαρχίδας του Ιέρωνα του Νεώτερου αναπαριστούσε ολόκληρο το μύθο της Τροίας. Αυτού του τύπου η διακόσμηση δαπέδου ήταν πιθανότατα μια συνήθεια της εποχής. Με τη γραμμική τέχνη της ζωγραφικής σε αγγεία, λάρνακες και καθρέφτες, δεν θα ασχοληθούμε λεπτομερώς. Αρκεί να θυμίσουμε ότι και εδώ η ελληνική τέχνη κατέκτησε το απόγειό της και ότι σεβάστηκε, ως ώφειλε, τη σωφροσύνη που την χαρακτηρίζει.

(συνεχίζεται)

ΔΥΣΤΥΧΩΣ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Η ΚΑΘΑΥΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΧΕΙ ΞΕΧΑΣΤΕΙ ΠΑΝΤΕΛΩΣ. ΚΑΙ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΕΠΤΥΧΘΗ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ, ΙΣΩΣ ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΕΞΗΓΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΟΣ.