ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' 2
Ἡ κίνηση μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους
Ἡ αἰτία πού πολλές ψυχές δὲν ἔχουν πνευματική προκοπή
Είναι πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ἐξ ὅσων ἐγώ γνωρίζω, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στον Θεό, ἐκκλησιάζονται, κοινωνοῦν, ἐξομολογοῦνται, καί οἱ ὁποῖοι, καθώς διαβάζουν το Εὐαγγέλιο, καθώς διαβάζουν πατερικά κείμενα καί βίους ἁγίων, θέλουν να προοδεύσουν στην πνευματική ζωή θέλουν κάτι να πάρουν καὶ οἱ ἴδιοι ἀπό αὐτὴ τὴν ἀγία ζωή, κάτι να δοκιμάσουν. Τελικά ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνουν τίποτε.
Τα πράγματα ἀποδεικνύουν ὅτι παρά τὴν ἐπιθυμία τους, παρά τον κόπο τους καὶ τὴν προσπάθειά τους, παρά το ὅτι διαβάζουν καὶ τοῦτο καὶ το ἄλλο, καὶ τὸν ἕναν ὁμιλητή ἀκοῦνε καὶ τὸν ἄλλο ἱεροκήρυκα παρακολουθοῦν, παρά τὸ ὅτι λοιπόν ἐνεργοῦν ἔτσι, δέν φθάνουν ἐκεῖ ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ φθάσουν, ἐκεῖ που πρέπει να φθάσουν, καὶ πού καλοῦνται να φθάσουν. Καί φυσικά, τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ κατάληξη αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπόγνωση· εἶναι μια ὑποσυνείδητη πεποίθηση πού δημιουργείται μέσα τους ὅτι δὲν γίνεται τίποτε. Μιά πεποίθηση που τους βεβαιώνει ὅτι δὲν ἔγινε σε κανέναν ποτέ τίποτε ἀπό αὐτά πού λέγονται στα βιβλία.
Ξέρετε, σήμερα αὐτό πάρα πολύ διαβιβρώσκει τις ψυχές τῶν χριστιανῶν. Μπορεί θεωρητικά, λογικά να πιστεύουμε τὰ ὅσα διαβάζουμε στα διάφορα πνευματικά βιβλία, ἀλλά μέσα μας, βαθιά στην καρδιά μας δὲν ἔχουμε πληροφορία, δέν ἔχουμε αὐτή τὴ βεβαιότητα ὅτι ὅντως ἐκεῖνος ἀγίασε, ὅτι ὄντως ὁ άλλος έζησε ἀγία ζωή· ὅτι ὄντως ὁ τάδε μεγάλος ἁμαρτωλός ἔγινε μεγάλος ἅγιος, ἡ μεγάλη ἐκείνη ἁμαρτωλὴ ἔγινε μεγάλη ἀγία. Αὐτό ὡς βεβαιότητα, ὡς πληροφορία μέσα μας δὲν τὸ ἔχουμε σήμερα.
Διαβιβρώσκεται λοιπόν αὐτή ἡ πίστη, και φθάνει κανείς στο σημείο βαθύτερα-βαθύτερα, στο ὑποσυνείδητό του, νὰ πιστεύει ὅτι ναἱ μὲν ἔτσι γράφουν τὰ βιβλία, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἔτσι. Η φθάνει κανείς στὸ σημεῖο -καί αὐτό ἐπίσης εἶναι πολύ συνηθισμένο- να βγάζει τὸν ἑαυτό του ἀπ᾿ ἔξω. Δηλαδή, γιά ὅλους τοὺς ἄλλους πιστεύει λίγο πολύ ὅτι ὁ Θεός ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα, ἀλλά γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀρχίζει να πιστεύει, ἀρχίζει να πείθεται ὅτι αὐτὸ τὸ θαῦμα δέν μπορεῖ νὰ γίνει.
Ἐφόσον, ὅπως εἴπαμε, πιστεύει στον Θεό, προσπαθεῖ, ἀγωνίζεται, διαβάζει, κοινωνεῖ, ἐξομολογεῖται καὶ δὲν βλέπει καμιά προκοπή, φθάνει στο σημείο να πείθεται γι' αὐτό: «Εντάξει γιὰ ἀνθρώπους ἄλλων ἐποχῶν ἢ γιὰ ἄλλους ἀνθρώπους που ζοῦν σήμερα, ἀλλά για μένα δὲν ὑπάρχει προκοπή, για μένα δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα να συντελεσθεῖ αὐτό τὸ θαῦμα» τὸ θαῦμα ποὺ ἦλθε να κάνει ὁ Χριστὸς σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καί στον καθένα χωριστά, ἑπομένως καί σ' αὐτόν. Καί ἔτσι, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει βαθύτερα -ἔστω ὑποσυνείδητα ἤ καὶ ἀσυνείδητα ἀκόμη- αὐτὴ τὴν ἐπιφύλαξη, αὐτή τὴν ἀμφιβολία ἢ αὐτὴ τὴν πεποίθηση ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό του, εἶναι ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ἐντελῶς κλειστή ἡ θύρα τῆς ψυχῆς του, το παράθυρο τῆς ψυχῆς του, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ περάσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐλευθερώσει, θὰ τὸν ἀναστήσει καὶ θὰ τὸν κάνει ἄνθρωπο πνευματικό. Σε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ὄντως δὲν ξεγελάει τὸν ἑαυτό του, ἀλλά ἀγωνίζεται πνευματικὰ καὶ πραγματικά κάτι κάνει, ὅμως τελικά δὲν φθάνει ἐκεῖ ποὺ καλείται νὰ φθάσει καὶ που πρέπει να φθάσει, προσωπικώς πιστεύω ότι κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει. Δηλαδή, καθώς ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει μέσα του ἀληθινή ἀγάπη, κινείται πρὸς τοὺς ἄλλους κατά λαθεμένο τρόπο: ἢ προσκολλάται σε κάποιον ἤ κάποιους, ἢ διατίθεται ἐχθρικά πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἢ ἡ ὕπαρξή του είναι κλειστή ἀπέναντι τῶν ἄλλων, εἶναι ἀπομονωμένη ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καί φωλιάζει μέσα του, μέσα στὴν ὕπαρξή του αὐτή ἡ φιλαυτία, φωλιάζει αὐτό τό δόσιμο στον ἑαυτό του καὶ ὄχι τὸ ἄνοιγμα πρὸς τοὺς ἄλλους. Αὐτό εἶναι κάτι που, ἐξ ὅσων ἐγώ γνωρίζω, μπορεῖ νὰ τὸ ἔχει κανείς, νὰ τὸ ζεῖ, νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρε ται ἀπὸ αὐτὸ καὶ νὰ εἶναι θύμα αὐτῆς τῆς βαθύτερης πραγματικότητος ποὺ ὑπάρχει μέσα του, καὶ παρ' ὅλα αὐτά νὰ μὴν ὑποπτεύεται τὴν ὕπαρξή του.
Καί αὐτός εἶναι ὁ λόγος ποὺ καὶ αὐτὴ τὴν ὥρα ποὺ ἀκοῦμε αὐτὰ τὰ λόγια, τὰ ἀκοῦμε μὲν ὅλοι, ἀλλά πιθανόν ὅλα αὐτὰ που λέμε νὰ μὴ φθάνουν μέχρι τη θύρα αὐτῆς τῆς ἀρρωστημένης καταστάσεως, γιὰ νὰ ἀνασύρουν ἀπό κεῖ ἕνα παραπέτασμα που σκεπάζει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, ὥστε νὰ φανερωθεί μπροστά στα μάτια μας ωμά-ὠμά αὐτή ἡ ἀρρωστημένη κατάσταση καὶ ἔτσι να ἀποφασίσει κανείς να ζητήσει θεραπεία καί τελικά νὰ θεραπευθεί, να γιατρευτεί, νὰ ἐλευθερωθεῖ ἑπομένως ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Καὶ ἔτσι μετά να πιάσουν, ἄν ἐπιτρέπεται νὰ πῶ, ὁ πόθος του, ἡ ἀγάπη του, ή προσπάθειά του καί ὁ ἀγώνας του, το διάβασμά του καὶ ὅ,τι ἀκούει καί βλέπει, ὥστε νὰ φέρουν ὅλα αὐτά καρπό μέσα στην ὕπαρξή του.
Υποκριτική καλλιέργεια τῆς ψυχῆς
Ὁπωσδήποτε θὰ ἔχετε διαβάσει ἢ θὰ ἔχετε ἀκούσει πῶς οἱ γεροντάδες ἐκεῖνα τὰ παλιά χρόνια –ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Παῦλος ὁ ἁπλοῦς, ὁ ἅγιος Παχώμιος καὶ οἱ ἄλλοι ἅγιοι πατέρες τῆς ἐρήμου– δοκίμαζαν τοὺς ὑποτακτικούς τους.
Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θα πάει στήν ἔρημο, ἤ θα τρελαθεῖ, ἐὰν δὲν πάρει τη σωστή στάση που πρέπει να πάρει ἐκεῖ ποὺ πῆγε, ἤ θα γίνει ἅγιος ἄνθρωπος. Διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἀτμόσφαιρα τέτοια, πού να τον βοηθάει να προσκολληθεῖ, ἤ ποὺ νὰ συμβάλλει, να συντελεί στο να πάρει στάση ἐχθρική πρός τοὺς ἄλλους, ἢ ποὺ θὰ τὸν κάνει να κλειστεί στον ἑαυτό του. Ἐκεῖ, ἡ ψυχή του εἶναι ἀνοικτή χαρτί καὶ καλαμάρι καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ γέροντός του.
Σήμερα ὅμως εἶναι τέτοιο γενικῶς τὸ ὅλο πνεῦμα τῆς κοινωνίας, τῆς σύγχρονης χριστιανικής κοινωνίας, που εὐνοεῖ στούς καλούς χριστανούς -σε ὅσους νομίζουμε ὅτι εἴμαστε καλοί χριστιανοί δὲν μιλοῦμε γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο- μιὰ ὑποκριτική στάση, μιὰ ὑποκριτική κατάσταση καί καλλιέργεια τῆς ψυχῆς. Καὶ ἔτσι, ἐνῶ κανείς προσκολλάται σε κάποιον γέροντα, πράγμα τὸ ὁποῖο στο βάθος εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἀρρώστια ἀλλά καί ἁμαρτία, αὐτὸ θεωρεῖται ἀρετή.
Στα μάτια τοῦ ἁγίου Αντωνίου, στα μάτια τοῦ ἁγίου Παύλου, τοῦ ἁγίου Παχωμίου, τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ ἄλλων νηπτικῶν πατέρων, ἀμέσως θα γινόταν αἰσθητό ὅτι αὐτὸ ὄχι μόνο δέν εἶναι ἀρετή, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἁμαρτία καί ἀρρωστημένη κατάσταση, και θὰ ἐλάμβαναν τα μέτρα τους. Σήμερα ὅμως εἶναι τόσο μπερδεμένα τα πράγματα, ὥστε κάτι πού κατά βάθος εἶναι ἀσθένεια καὶ ἐπομένως εἶναι καὶ ἁμαρτία -ἐφόσον ἀποξενώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἀγάπη, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν κάνει φίλαυτο- θεωρεῖται ἀρετή.
Ὅπως ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἕνας ἀπομονωμένος, ἕνας κλειστός ἄνθρωπος, ἕνας πού στρέφεται στὸν ἑαυτό του καὶ πνίγεται μέσα ἐκεῖ, πιθανόν νὰ θεωρεῖται ἀσκητικός τύπος, ησυχαστικός τύπος, μυστικιστής καί γενικά πολύ πνευματικός ἄνθρωπος, ἐνῶ κατά βάθος αὐτὸς ὄχι ἁπλῶς κάνει ἁμαρτία, ἀλλά ἡ ὅλη κατάστασή του εἶναι ἀρρωστημένη· εἶναι μιὰ ἐκδήλωση ἄλλοτε βαρύτερης καὶ ἄλλοτε έλαφρότερης ἀσθένειας.
Γιατί δὲν τὰ καταφέρνουμε να συνεννοηθούμε
Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν οἱ χριστιανοί τῶν ἡμερῶν μας να προσέξουν το τρίτο αὐτὸ σημεῖο: τὴν ὥρα ποὺ ἀποφεύγουν τάχα να προσκολληθούν στοὺς ἄλλους ἢ τὴν ὥρα ποὺ ἀποφεύγουν τάχα να ἔλθουν σε ἔριδες μὲ τοὺς ἄλλους, μήπως βαθύτερα ἐκείνη τὴν ὥρα ὠθοῦν τὴν ψυχή τους σ' αὐτὸ τὸ κλείσιμο, σ' αὐτὸν τὸν θάνατο, που κρύβεται μέσα στον ἑαυτό τους.
Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ἐδῶ νὰ πῶ ὅτι συμβαίνει τὸ ἐξῆς περίεργο: ὁ ἄνθρωπος πού κλείνεται στον ἑαυτό του, προσκολλάται κιόλας. Καί αὐτό διότι, κατά κανόνα, ὁ ἄνθρωπος πού κλείνεται στον ἑαυτό του –ὅπως καί ὁ ἄλλος πού προσκολλάται– εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νὰ ζήσει μόνος του. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξάρτηση ἀπὸ τοὺς ἄλλους, παρά το κλείσιμο στον ἑαυτό του ἔχει ἐξάρτηση, παρά το ὅτι ἀποσύρεται στον ἑαυτό του καί δὲν κάνει ἴσως συντροφιά με τοὺς ἄλλους ἢ καὶ ἀποφεύγει να συνομιλήσει μαζί τους. Γι' αὐτό ἔχουμε αὐτό το παράδοξο: ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος τόσο πολύ ἀποφεύγει τούς ἄλλους, ὥστε νὰ λέει κανείς ὅτι το μόνο που μένει σ' αὐτὸν εἶναι να σηκωθεῖ νὰ πάει στο μοναστήρι, ἀφοῦ δὲν μπο ρεῖ νὰ κάνει μὲ τοὺς ἄλλους, δέν τολμάει να πάει. Γιατί; Γιατί ἐκεῖ δὲν χωροῦν αὐτά, το ὅτι δηλαδή θέλει συγχρόνως κάπου να στηρίζεται, θέλει συγχρόνως ἀπὸ κάπου νὰ ἐξαρτᾶται.
Βέβαια, ἐὰν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, εἶναι ἔτσι δὲν μποροῦν νὰ ἀλλάξουν μεμιᾶς. Με μια μονοκονδυλιά δέν διορθώνεται ὁ ἄνθρωπος. Το πολύ κακό -όπως τόσες φορές το τονίζω- εἶναι τὸ νὰ ἀγνοεῖ κανείς τὴν κατάστασή του καὶ νὰ θεωρεῖ ἀρετὴ τὴν ἀρρώστια του, τὴν ἁμαρτία του, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, και να κάνει καὶ τοὺς ἄλλους να τη θεωροῦν ἀρετή. Αὐτό εἶναι πολύ κακό. Χρειάζεται να ξέρει κανείς τὸν ἑαυτό τους.
«Εγώ είμαι ἕνα φτωχό πλασματάκι καὶ δὲν μπορῶ μόνος μου νὰ τὰ βγάλω πέρα. Θέλω όπωσδήποτε κάποιον στὸν ὁποῖο να στηρίζομαι. Όμως, ἐνῶ αὐτό θέλω, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά δὲν ἀποφασίζω νὰ συνεργασθῶ μὲ τὸν ἄλλο πλήρως καὶ ἀνοικτά. Θέλω νὰ ἔχω καὶ τὸν ἑαυτούλη μου, θέλω νὰ εἶμαι και λίγο αὐτόνομος καθ' ἑαυτόν». Όταν λοιπόν το ξέρει κανείς αὐτό, θὰ πεῖ «ἐγώ εἶμαι ἕνα ἀνθρωπάκι» καί θά παρακαλεῖ τὸν Θεό, θα πάει νὰ βρεῖ καὶ ἄνθρωπο κατάλληλο, που νὰ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει, θα κάνει καὶ ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται, ὥστε σιγά-σιγά, ὅλο και περισσότερο, νὰ ἐλευθερώνεται ἀπό αὐτὴ τὴν κατάσταση και να προχωρεί πρός τὴν ὑγιὴ κατάσταση, να προχωρεῖ πρὸς τὴν ἀλήθεια. Ὅταν ὅμως δὲν τὸ γνωρίζει κανείς αὐτό, τότε τα πράγματα εἶναι πάρα πολύ ἄσχημα, καὶ γι' αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς γύρω του.
Καὶ ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι ὅλα τὰ δυσάρεστα, τὰ δράματα, ἂν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, ποὺ συμβαίνουν, ὅλη ἐκείνη ἡ δυσκολία πού παρουσιάζεται μέσα σε χριστιανικές οἰκογένειες, μέσα σε χριστιανικές ὁμάδες, ἀνάμεσα γενικά στούς χριστιανούς καί κάνει τη ζωή δύσκολη, ὅλα αὐτά προέρχονται ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ χριστιανοί βαθύτερα καὶ ἄρρωστοι εἶναι –κάτι δὲν πάει καλά σ' αὐτούς– καὶ ἐπιπλέον αὐτὸ τὸ ἀγνοοῦν, δὲν τὸ ξέρουν, και γι' αὐτὸ ὁ καθένας θέλει καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλει τὴν ἄρρωστη κατάστασή του στον ἄλλο θέλει καὶ προσπαθεῖ νὰ συμμορφωθεί ὁ ἄλλος καὶ νὰ συμφωνήσει μὲ τὴ δική του αρρωστημένη διάθεση και με τη δική του άρρωστημένη γνώμη.
Φυσικά, καὶ ὁ ἄλλος ἔχει τη δική του μή καλή κατάσταση, καὶ ἔτσι δημιουργεῖται σύγκρουση, ἔρις, πόλεμος, διαμάχη, ὑπάρχει ἀσυνεννοησία, καὶ τελικά οἱ καλοί χριστιανοί δὲν τὰ καταφέρνουν να συνεννοηθούν, νὰ συνεργασθοῦν· οἱ καλοί χριστιανοἱ δὲν τὰ καταφέρνουν να συμβιώσουν. Καθένας ἔχει τή «θρησκεία» του, καθένας ἔχει τον «θεό» του, καθένας λατρεύει ὅπως αὐτός νομίζει τον Θεό, καὶ δὲν αἰσθάνονται οἱ χριστιανοί βαθύτερα -γιατί λείπει ἡ ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε- ὅτι εἶναι πραγματικά ἀδέλφια, ὅτι εἶναι πραγματικά ἕνας ἄνθρωπος. Ἕνας ἄνθρωπος πού προέρχεται ἀπό τὸν πρῶτο Ἀδάμ καὶ ἀπὸ τὸν δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Ἰησοῦ Χριστό.
24-1-1971
1 σχόλιο:
Τι προσωπικοτητα και ποσο μεγαλη ειναι ακομη η προσφορα του ! Ευχομαι καλη Χρονια και Χρονια Φωτεινα - ευλογημενα.
AV
Δημοσίευση σχολίου