Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (9)

Συνέχεια από: Πέμπτη 1η Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γνωρίζεις τον εαυτό σου;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση



Κεφάλαιο B 5

Ἡ κίνηση πρός τούς ἀνθρώπους


Ἡ ἀγάπη ὡς νοσηρή ἐκδήλωση

Μιλούμε στις τελευταίες συνάξεις μας γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος, κατά κάποιον τρόπο, καὶ ὅταν ἀκόμη φαίνεται πώς είναι καλός χριστιανός, εἶναι προσβεβλημένος ἀπὸ κάποια ἀρρώστια ψυχική, ἀπό κάποια αρρώστια πνευματική, και πιο συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια ἐκείνη ποὺ τὸν κάνει να γυρεύει τὴν ἐπιδοκιμασία καὶ τὴν ἐκτίμηση τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἐξαρτᾶ τὴν εἰρήνη του ἀπό τοὺς ἄλλους, ἀπὸ τὸ τί στάση θα πάρουν οἱ ἄλλοι ἀπέναντί του.

Αξίζει σήμερα νὰ ποῦμε ἀκόμη δυό λόγια εἰδικότερα για το θέμα τῆς ἀγάπης, ὅπως παρουσιάζεται σ' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο.

Τι ἐπιζητεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει κατά ἀρρωστημένο τρόπο περί πολλοῦ τὴν ἀγάπη;


Οἱ νοσηροί αὐτοί τύποι -καὶ ἐπιτρέψτε μου να πῶ ἀκόμη μια φορὰ ὅτι ὄχι λίγοι ἄνθρωποι εἶναι προσβεβλημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια- οἱ νοσηροί αὐτοί τύποι ἔχουν περί πολλοῦ τὴν ἀγάπη. Και μάλιστα, ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι θεωροῦν ὅτι ἀσχολοῦνται μὲ κάτι πολύ ἱερό, πολύ ἅγιο, πολύ σημαντικό, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τριγύρω, καθώς τοὺς βλέπουν καὶ τοὺς παρακολουθοῦν, τους θαυμάζουν. Ἐνῶ στην πραγματικότητα, ἡ ἀγάπη αὐτή, που ἔχει γίνει σ' αὐτοὺς μιὰ ἰδεοληψία, εἶναι κάτι το νοσηρό, κάτι τὸ ἀρρωστημένο. Ἡ ἀγάπη βέβαια αὐτή καθ' ἑαυτὴν εἶναι ἐκεῖνο που μένει στον αἰώνα, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχουν καὶ ἐκδηλώνουν αὐτοί οἱ τύποι εἶναι ἕνα νοσηρό βίωμα, μια νοσηρή ἐκδήλωση καί μια νοσηρή δραστηριότητα.

Ὅπως εἴπαμε, οἱ νοσηροί αὐτοί τύποι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν ἀγάπη, τη στοργή, τὴν ἐπιδοκιμασία τῶν ἄλλων καὶ ἐξαρτῶνται πολύ ἀπὸ τὴν εὔνοια και την καλή στάση τῶν ἄλλων ἀπέναντί τους. Καί αὐτό, γιατί δέν μποροῦν νὰ σταθοῦν ἀλλιῶς στά πόδια τους· ή, καλύτερα, δέν μποροῦν κὰν νὰ ζήσουν. Γι' αὐτό τελικά φθάνουν σε ἕνα σημείο που μιλοῦν ὅλο γιὰ ἀγάπη, πού γυρεύουν ὅλο τὴν ἀγάπη, πού ἐκθειάζουν ὅλο τὴν ἀγάπη, μὲ ἀποτέλεσμα, ὅπως εἶπα, καὶ οἱ ἴδιοι να νομίζουν ὅτι βρήκαν τον δρόμο τους καί οἱ ἄλλοι νὰ νομίζουν ὅτι ὄντως αὐτός ἤ αὐτοί οἱ ἄνθρωποι βρῆκαν τον δρόμο τους. Ἄσχετα τώρα ἂν αὐτοί οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι ὅλο γυρεύουν καί ζητοῦν καὶ φαντάζονται τὴν ἀγάπη καί ὅλο μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη, δέν ἔχουν μέσα τους εὐτυχία, δέν ἔχουν μέσα τους χαρά, εἰρήνη, ἀλλὰ διαρκῶς ζοῦν μὲ ἕνα ἄγχος, με ἕνα κενό, που ποτέ δεν γεμίζει, διαρκῶς ζοῦν μὲ μια ἀναζήτηση, πού ποτέ δέν έκπληρώνεται.

Εἶναι λοιπόν ἡ τάση αὐτή μια ἀρρωστημένη κατάσταση. Ἕνα νευρωτικό ή νευρωσικό, ὅπως τὸν ὀνομάζουν οἱ ψυχολόγοι, τύπο τὸν ἐξυπηρετεῖ πάρα πολύ κάτι τέτοιο δηλαδή το να μιλάει κατά τέτοιον τρόπο γιὰ τὴν ἀγάπη, να γυρεύει κατά τέ τοιον τρόπο τὴν ἀγάπη καὶ νὰ ἀνεβάζει μέχρις οὐρανοῦ τὴν τέτοιου είδους ἀγάπη. Τον έξυπηρετεῖ πάρα πολύ. Εξυπηρετεί δηλαδή τις καταναγκαστικές καί ἀντιφατικές, τίς ἀρρωστημένες τάσεις ποὺ ἔχει μέσα του. Έναν τέτοιον τύπο ἡ ἀγάπη τὸν ἐξυπηρετεί, διότι ἔτσι θὰ ἀρέσει στοὺς ἄλλους -κάτι που το γυρεύει πάρα πολύ, τὸ ἐπιδιώκει πάρα πολύ- καί διότι συγχρόνως θὰ αἰσθάνεται ὅτι τοὺς ἐπιβάλλεται.

Ὅποιος ἔχει κουράγιο – ἂν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι ἄς παρατηρήσει τὸν ἑαυτό του ἢ τοὺς πλησιέστερους ἀνθρώπους ποὺ ἔχει. Θὰ δεῖ ὅτι πολλοί ἀπό αὐτούς, πού ἀνεβαίνουν και κατεβαίνουν σκάλες, που μπαίνουν καί βγαίνουν σε σπίτια, που τρέχουν με τη λέξη ἀγάπη στο στόμα, που κοντεύουν να λιώσουν γι' αὐτὴ τὴν ἀγάπη, πολλοί ἀπὸ αὐτούς κόπτονται και λιώνουν κυριολεκτικά γιὰ τὴν ἀγάπη, μὲ ἀπώτερο σκοπό αὐτὰ τὰ δύο: ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ ἀρέσουν στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν ἔτσι τὴν εὔνοιά τους καὶ νὰ μπορέσουν κάπου να ἀκουμπήσουν, νὰ στηριχθοῦν, γιὰ νὰ σταθοῦν στα πόδια τους, καὶ ἀπό τὸ ἄλλο μέρος να καμαρώσουν τὸν ἑαυτό τους, καθώς ἐπιβάλλεται στούς ἄλλους. Διότι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, πού βοηθάει ἕναν ἄλλο ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκη -πού ἔρχεται, π.χ., ἀρωγός σε ἕναν ἀνάπηρο- αἰσθάνεται ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἄλλος εἶναι τὸ ἀνθρωπάκι, καὶ αὐτός εἶναι ὁ ἀνώτερος, ποὺ μπορεῖ καὶ κάνει τοῦτο κι ἐκεῖνο.

Εξυπηρετείται λοιπόν πάρα πολύ ἀπὸ τὴν ἀγάπη, διότι ἐπιτυγχάνει νὰ ἀρέσει, πράγμα που πολύ το ζητάει ὁ ἑαυτός του καὶ τὸ ἔχει ἀνάγκη καὶ ἐπίσης ἐπιτυγχάνει μὲ τὴν ἀγάπη νὰ ἐπιβάλλεται στοὺς ἄλλους. Το αἰσθάνεται ὡς μεγάλη ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλλεται, τὸ ἐπιζητεῖ πάρα πολύ, καί δέν μπορεῖ νὰ ἀντέξει, ἐάν εἶναι πιὸ κάτω ἀπό τούς ἄλλους.

Είπαμε βέβαια τὴν ἄλλη φορά ὅτι ἕνας τέτοιος τύπος ὑποτάσσεται, ἐξαρτᾶται, τσακίζεται κυριολεκτικά μπροστά στούς ἄλλους, ἀλλά τελικά ὅλα αὐτὰ τὰ κάνει, για να μή χάσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργή τῶν ἄλλων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά ὅμως πρέπει νὰ βρεῖ καὶ ἄνθρωπο ἤ ἀνθρώπους τέτοιους ποὺ νὰ αἰσθάνεται ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πιο ψηλά ἀπό αὐτούς, ὅτι κυριαρχεῖ καὶ ἐπιβάλλεται σ' αὐτούς, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μπορεῖ νὰ τοὺς προσφέρει την ἄλφα ἢ τὴ βῆτα ὑπηρεσία, γιὰ νὰ ἀκούσει το «εύχαριστώ», καὶ νὰ ταπεινωθοῦν ἔτσι ἐκεῖνοι ἐνώπιόν του. Συγχρόνως, ἕνας τέτοιος τύπος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος, με τον τρόπο πού ἐκδηλώνει την ἀγάπη, που φροντίζει γιὰ τὴν ἀγάπη, που τη γυρεύει ἐδῶ κι ἐκεῖ, δείχνει ὅτι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ εἶναι σὲ δεύτερη θέση. Ποτέ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νὰ εἶναι σε πρώτη θέση, π.χ. νὰ εἶναι ὁδηγός, νὰ εἶναι ἀρχηγός, νὰ μπορεῖ νὰ ἀναλάβει ἐξ ολοκλήρου την εὐθύνη για ορισμένες πράξεις, ἐκδηλώσεις καὶ ἐνέργειες. Αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ εἶναι στη δεύτερη θέση, καὶ πιο πάνω νὰ εἶναι ἕνας ἄλλος, πού ἀναλαμβάνει τις εὐθύνες.

Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος λοιπόν θέλει νὰ εἶναι στη δεύτερη θέση ὅμως ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θέλει να εἶναι καὶ στὴν πρώτη θέση. Δηλαδή, μὲ τὴν ἀγάπη - ἔτσι ὅπως μιλήσαμε γι' αὐτήν- τα καταφέρνει, τρόπον τινά, ὥστε οἱ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ὑπηρετεῖ, γιὰ τοὺς ὁποίους φροντίζει, οἱ ἄλλοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ζητᾶ τὴν ἀγάπη καί στούς ὁποίους δίνει τὴν ἀγάπη, νὰ εἶναι πιὸ πάνω, καί ἑπομένως αὐτὸς νὰ εἶναι στη δεύτερη θέση. Συγχρόνως ὅμως αἰσθάνεται ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πιο πάνω. Ὅτι εἶναι δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος κατάλαβε τη ζωή -κατά τη γνώμη του βέβαια- βρήκε τον δρόμο, ἔπιασε το νόημα τῆς ἀγάπης καὶ βρῆκε τὸ πᾶν μέσα στὴν ἀγάπη καί, ἔχοντας αὐτό καί δίνοντας αὐτό, κατορθώνει τα πάντα. Καὶ ἔτσι καμαρώνει τον ἑαυτό του.

Ἀγάπη καὶ ἐχθρικότητα· ἕνας παράξενος συνδυασμός


Ὅμως, ὅπως λέγαμε τὴν ἄλλη φορά, οἱ ἄνθρω ποι αὐτοί, ἐνῶ ἀπό τὸ ἕνα μέρος ζητοῦν παντοῦ τὴν ἀγάπη, τη στοργή, τὴν εὔνοια τῶν ἄλλων, ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ἔχουν μέσα τους ἐπιθετικές και ἐχθρικές διαθέσεις πρὸς τοὺς ἄλλους· ἔχουν μέσα τους ὁρμή, εἰ δυνατόν, να κατασπαράξουν τον ἄλλο. Ἀλλὰ αὐτές τις ἐπιθετικές, τίς ἐχθρικές διαθέσεις τίς ἀπωθοῦν, τις καταχωνιάζουν μέσα τους καὶ οὔτε οἱ ἴδιοι δέν θέλουν να ξέρουν καν ὅτι ὑπάρχουν. Διότι, ἄν βγεῖ στὴ μέση ἕνα τέτοιο ἐπιθετικό, ἐχθρικό στοιχεῖο, τότε πάει ἡ στοργή ἀπό τοὺς ἄλλους, πάει ἡ ὅλη ἀγάπη καί ἡ ἐπιδοκιμασία που περιμένουν ἀπό τούς ἄλλους. Γι' αὐτό ἀκριβῶς τὰ καταχωνιάζουν ὅλα αὐτά μέσα τους.

Αὐτὰ ὅμως ὑπάρχουν, σύμφωνα μέ ὅσα ἔχουμε πεῖ ἄλλες φορές. Ὅσο καί ἄν ἀπωθήσει κανείς κάτι μέσα του, αὐτό ὑπάρχει καί δρᾶ ἀπό κεῖ.

Επομένως, οἱ ἐπιθετικές αὐτές τάσεις καί διαθέσεις ὑπάρχουν ἐκεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτόν καί θέλουν νὰ βγοῦν ζητοῦν καί αὐτές τα δικαιώματά τους. Μὲ τὸ νὰ μιλοῦν λοιπόν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί γιὰ τὴν ἀγάπη, μέ τό νά ἀνεβάζουν ψηλά καί νά ἔχουν ὡς ἰδανικό τήν ἀγάπη -τήν ἀρρωστημένη φυσικά ἀγάπη- τακτοποιούνται κάπως καί οἱ ἐπιθετικές αὐτές διαθέσεις πού ἔχουν· πού, ὅπως εἶπαμε, ἄν ὄχι φανερά, πάντως κρυφά μέσα τους ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τούς καταδικάζουν, τούς κατηγοροῦν, καὶ πιστεύουν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέν ἐνεργοῦν σωστά, ὅτι δὲν ἔχουν βρεῖ τόν δρόμο τους.

Καθώς αὐτοί πιστεύουν ὅτι τὸ ὑψηλότερο ιδανικό, τὸ πᾶν εἶναι ἡ ἀγάπη –ὄντως ἔτσι τὸ πιστεύουν, ἔτσι τὸ δέχονται στηριζόμενοι σ' αὐτό, τελεί-ως ἀνενόχλητα, μέ πολλή ἄνεση, χωρίς να το καταλαβαίνουν, καταδικάζουν τούς ἄλλους καί τούς κατηγορούν, πού δέν βρῆκαν αὐτό πού βρῆκαν αὐτοί, πού δέν κατάλαβαν αὐτό πού κατάλαβαν αὐτοί, πού δέν δουλεύουν σ' αὐτό τό ὑψηλό ἰδεῶδες που δουλεύουν αὐτοί. Καταφέρνουν λοιπόν καὶ τίς ἐπιθετικές αὐτές τάσεις πού ἔχουν μέσα τους νὰ τίς ἱκανοποιοῦν μὲ αὐτόν τον τρόπο. Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο σάν νά τούς δίνουν τροφή, ὅταν μι λοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη, ὅταν βάζουν στη ζωή τους ὡς ἰδανικό τὴν ἀγάπη αὐτή τήν ἀγάπη που είναι σαν ἕνα φάντασμα μπροστά τους. Όπου κι ἂν βρεθοῦν, ὅπου κι ἂν σταθούν, ὅταν κοιμούνται καί ὅταν σηκώνονται, αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο τούς συνέχει. Ἔχουν πάθει δηλαδή ἕνα εἶδος ψυχώσεως μὲ τὸ θέμα αὐτό τῆς ἀγάπης - τῆς ἀρρωστημένης, ἐπαναλαμβάνω, ἀγάπης καὶ ὄχι τῆς ὑγιοῦς ἀγάπης,

Ἀλλά αὐτό ὅμως δέν εἶναι θεραπεία αὐτό δέν εἶναι τακτοποίηση. Και γι' αὐτό, ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν οἱ συνέπειες πού δημιουργοῦν αὐτές οἱ ἐσωτερικές συγκρούσεις, αὐτές οἱ ἀπωθήσεις, αὐτή ἡ ἐν γένει ἀρρωστημένη κατάσταση. Καί τελικά ὁ ἄνθρωπος δέν βρίσκει τὴν εἰρήνη πού γυρεύει, μολονότι ἔχει μπροστά του ὡς φάντασμα την «αγάπη», καί μολονότι, ἀπό κάποια πλευρά, νομίζει πώς εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος πού βρῆκε τήν ἀλήθεια, ὁ μόνος πού ἐργάζεται σωστά. Ἔτσι, θέλει δέν θέλει, το κα ταλαβαίνει δέν το καταλαβαίνει, ζεῖ αὐτό τό δράμα, ζεῖ αὐτό τό κενό ζεῖ αὐτὴ τὴν ἄσχημη κατάσταση πού δημιουργοῦν οἱ ἐσωτερικές συγκρούσεις.

Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἐδῶ νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς: πάρα πολλές ψυχές, ταλαίπωρες ψυχές, καὶ ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν νέων καὶ ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν κοριτσιῶν –ἴσως πιο πολύ ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν κοριτσιῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν νέων, ἐξ ὅσων γνωρίζω– πάρα πολλές ψυχές, καθώς κυριεύονται ἀπό αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀγάπης, γυρεύουν αὐτή τή νοσηρή, την ψεύτικη, τὴν ἀρρωστημένη ἀγάπη στις ἐφήμερες σχέσεις πού δημιουργούν.

Πόσες ταλαίπωρες ψυχές περνούν σήμερα ἔτσι, αὔριο ἀλλιῶς, σήμερα μὲ τὴν ἄλφα συντρο φιά, αύριο μὲ τὴ βήτα συντροφιά. Καὶ αὐτό, διότι θεωροῦν ὡς ἰδεῶδες αὐτὴ τὴν ἀρρωστημένη, ὅπως εἶπα, ἀγάπη, τὴ νοσηρή ἀγάπη καὶ ψάχνουν ἔτσι νὰ γεμίσουν το κενό που νιώθουν, ψάχνουν ἔτσι να γεμίσουν τὴν ψυχή τους, νὰ βροῦν τὴν εἰρήνη, τη γαλήνη. Ἀδύνατον· εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. Ἄλλοι βέβαια γυρεύουν, καλλιεργοῦν καὶ ἐκδηλώνουν αὐτὴ τὴν ἀγάπη πρός ἄλλες κατευθύνσεις.

Μήπως εἶμαι θύμα ἀρρωστημένων καταστάσεων;


Το μεγάλο κακό πού ὑπάρχει σ' αὐτούς τούς ἀνθρώπους –καὶ εἴπαμε ὅτι οὐκ ὀλίγοι εἶναι προσ βεβλημένοι ἀπό αὐτή τήν ἀσθένεια- το μεγάλο κακό δέν εἶναι ὅτι βρίσκονται σ' αὐτή την κατά-σταση, ἀλλά ὅτι δέν το καταλαβαίνουν. Εἶναι σχε δόν ἀδύνατον να το καταλάβουν, ἐκτὸς ἐὰν ἀρχίσει κανείς μὲ ἕνα «μήπως» - «Μήπως σφάλλω; Μήπως δέν κατάλαβα καλά; Μήπως δέν ἐνεργῶ σωστά;» και βρεῖ καὶ κανέναν ἄνθρωπο να βοη θηθεῖ. Ἀλλιῶς, εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νὰ ὑποψιαστοῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ὅτι αὐτή ἡ ἀγάπη που γυρεύουν, καί που τὴν ἔχουν ἀνεβάσει πολύ ψηλά, τὴν ἔχουν κάνει ἕνα φάντασμα καὶ ἰδανικό, αὐτή ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἡ γνήσια ἀγάπη, δέν εἶναι ἡ ἀληθινή ἀγάπη, ἀλλά μια ἀρρωστημένη κατάσταση, θύματα τῆς ὁποίας εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι. Αὐτὸ δέν μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν, ὥστε νὰ προσπαθήσουν νὰ τὰ δοῦν τὰ πράγματα καὶ ἀπό μιά ἄλλη πλευρά.

Ἐπίσης, μέσα στη μέθη γιὰ τὴν ἀγάπη, ἂν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, που δημιουργείται στη σκέψη τους καὶ στὸν συναισθηματικό τους κόσμο, δὲν μποροῦν νὰ ὑποπτευθοῦν ὅτι μέσα τους φωλιάζει καὶ πολύ μίσος, πολλή έχθρα μέσα τους φωλιάζει καὶ πολλὴ ἐπιθετικότητα, πολλή ἀγριότητα και πολλή κακία. Δὲν μποροῦν αὐτὸ νὰ τὸ ὑποπτευθοῦν. Μην τολμήσει κανείς να τους πεῖ κάτι τέτοιο εἶναι σαν νὰ κτυπά το φίδι στην ουρά. Ξέρετε ὅτι, ἐάν κτυπήσει κανείς το φίδι στην οὐρά, τὸν ἔφαγε το φίδι. Το φίδι, μόνο στο κεφάλι ἂν τὸ κτυπήσει κανείς, τὸ ἐξουδετερώνει. Ἂν το κτυπήσεις στην οὐρά, σε ἔφαγε μετά. Ὅταν λοιπόν κανείς τολμήσει κάπως ἔτσι να φέρει στο φῶς μερικά τέτοια πράγματα πού ὑπάρχουν στο βάθος τῆς ψυχῆς τους, εἶναι σὰν νὰ κτυπάει το φίδι στην οὐρά. Θα παραξενευτοῦν, θὰ ὁρμήσουν, χωρίς φυσικά να το καταλαβαίνουν, θὰ ἀντιδράσουν ἀνάλογα, γιὰ νὰ σε ἀποστομώσουν καὶ νὰ σε κάνουν νὰ ἀλλάξεις ἐσύ γνώμη. Καί ἔτσι τὸ κακό μένει.

Γι' αὐτό λέμε καὶ ξαναλέμε ὅτι, ὅποιος τυχόν θέλει ἀληθινά να δημιουργηθεῖ μέσα του ἡ γνήσια ζωή, ὅποιος ἀληθινά θέλει να γίνει γνήσιος ἄνθρωπος, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ἀρχίσει ἀπό αὐτό: «Μήπως δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα; Μήπως δεν σκέπτομαι καλά; Μήπως πέφτω ἔξω; Μήπως δὲν ἐνεργῶ σωστά; Μήπως εἶμαι θύμα ἀρρωστημένων καταστάσεων, ἀπωθημένων νοσηρών βιωμάτων, καί ὅλα αὐτά μὲ πᾶνε ἀπὸ δῶ, μὲ πᾶνε ἀπὸ κεῖ, κυριαρχούν μέσα μου, με κυριεύ ουν, καί τελικά, ἀντί να γίνω γνήσιος ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ γίνω τέκνο τοῦ Θεοῦ, γίνομαι θύμα ὅλων αὐτῶν καὶ φυσικά φτάνω στην καταστροφή καί στο χάος;» Ἀπό κεῖ πρέπει νὰ ἀρχίσει κανείς, καί πιστεύω ὅτι με τη βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὁπωσδήποτε θὰ ἐλευθερωθεί.

«Οὐ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις»

Όπως λέει κάποιος καὶ μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση ὅλο το κακό σήμερα στην κοινωνία και εἰδικότερα μεταξύ τῶν χριστιανῶν εἶναι τοῦτο: πιστεύουμε ὅτι το κακό εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τό καλό. Θεωρητικά βέβαια μπορεῖ νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τόν διάβολο, ὅτι ἡ ἀρετή, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ δυνατή ἀπό τήν κακία, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπό τήν ἐνέργεια τη σατανική, ἀλλά πρακτικά φαίνεται ὅτι δὲν τὸ πιστεύουμε αὐτό.

Βλέπουμε ὅτι τόσο πολύ ἔχει κυριαρχήσει το κακό μέσα στην κοινωνία -καί μετά ἀπό αὐτά πού λέμε κι ἐδῶ, διαπιστώνει κανείς ὅτι τὸ κακό ἔχει πάει μέσα για μέσα στην ὕπαρξή μας- ὥστε διερωτάται κανείς: Υπάρχει καὶ δύναμη τοῦ καλοῦ;

Χρειάζεται λοιπόν, ἰδίως αὐτὸν τὸν καιρό που διανύουμε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή καὶ προχωροῦμε πρός τη Μεγάλη Εβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση, να πιστέψουμε χωρίς τὴν παραμικρή άμφιβολία ὅτι εἶναι δυνατός ὁ Θεός νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπό ὅλα αὐτά. «Ου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ή χάρις». Σήμερα πού εἶναι τόσο ἄσχημα τὰ πράγματα, καὶ ἔξω μας, γύρω μας, ἀλλὰ καί μέσα μας, θα δοθεί ὑπερπερίσσια χάρη - και δίνεται ὑπερπερίσσια χάρη ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ εἶναι δυνατός ὁ Θεός τον κάθε ἄνθρωπο νὰ τὸν ἐλευθερώσει και να τον κάνει ἔτσι ὅπως τὸν θέλει.

28-3-1971

Ὅποιος ἀληθινά θέλει να γίνει γνήσιος ἄνθρωπος, πρέπει νὰ ἀρχίσει ἀπὸ αὐτὸ: «Μήπως δὲν τὰ βλέπω καλά τα πράγματα; Μήπως δὲν σκέπτομαι καλά; Μήπως πέφτω ἔξω; Μήπως δὲν ἐνεργώ σωστά; Μήπως εἶμαι θύμα αρρωστημένων καταστάσεων, ἀπωθημένων νοσηρῶν βιωμάτων, που κυριαρχούν μέσα μου, με κυριεύουν καὶ ὁδηγοῦμαι στο χάος;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: