Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

π. Stephen Muse: Ψυχοθεραπεία και Ποιμαντική


Ο ορθόδοξος αμερικανός ιερωμένος π. Στέφανος Muse, στο β´μέρος της αποκλειστικής του συνέντευξης προς το “Αντίφωνο”, τον Μάρτιο του 2019:

Αναλύει τις σχέσεις μεταξύ Οντολογίας, Ψυχολογίας και Ποιμαντικής, καθώς απαντά στο ερώτημα «πώς συνδυάζεται η Ψυχοθεραπεία με την Ορθοδοξία;».

Περαιτέρω, εξετάζει εάν «μπορεί κάποιος να το κάνει αυτό χωρίς πίστη», ενώ συνάμα διερευνά κατά πόσον μπορεί να καρποφορεί η ψυχοθεραπεία «έξω» από τον χώρο της πίστης.

Ακόμα, ορίζει την «συν-πάθεια» ως συμμετοχή στον πόνο των άλλων. Τέλος, εξηγεί την αστοχία της αντίληψης ότι «πηγαίνω στον ψυχοθεραπευτή μου, οπότε δεν χρειάζομαι εξομολόγηση», αναδεικνύοντας τη σημασία του συγκερασμού ψυχοθεραπευτικής και ιερατικής ιδιότητας.

Από πλευράς Αντιφώνου, ευχαριστίες πολλές στην Πολυξένη Τσαλίκη για την μετάφραση της συνέντευξης, στον Δημήτρη Μουρούλη για τον υποτιτλισμό και στον π. Βασίλειο Θερμό για την φιλοξενία.

(130) π. Stephen Muse: Ψυχοθεραπεία και Ποιμαντική - YouTube

ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ. ΚΑΙ ΧΑΣΑΜΕ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟ-ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΔΙΟΤΙ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΥΠΟΤΙΜΗΣΑΜΕ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΕΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΑΙΟΝ ΕΓΩ. ΞΕΧΝΩΝΤΑΣ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΣΧΥΡΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ  ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΣΤΟΝ ΚΕΚΑΘΑΡΜΕΝΟ ΝΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ. Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΡΟΥΠΟΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ.

Ο Αιώνας του Εαυτού (Ντοκιμαντέρ με ελληνικούς υπότιτλους)

Αποτελούμενο από τέσσερα μέρη (με ελληνικούς υπότιτλους), η ταινία-ντοκιμαντέρ «The Century of the Self » είναι ότι καλύτερο στο πεδίο του.

Επιδιώκει να αναλύσει την πρόσφατη οικονομική κρίση και τη σημερινή κατάσταση στο κόσμο, πώς οι θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόιντ χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο των λαών και πώς αυτές οι αντιλήψεις χρησιμοποιήθηκαν τελικά από τις εταιρίες για να χειριστούν τους καταναλωτές στην αγορά των προϊόντων τους.

Μέρος Πρώτο – Οι Μηχανές της Ευτυχίας

Η ιστορία για την σχέση μεταξύ του Φρόιντ και του Αμερικάνου ανιψιού του Έντουαρντ Μπέρκινς, ο οποίος είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε το επάγγελμα των δημοσίων σχέσεων την δεκαετία του 1920 και ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε τις ιδέες του Φρόιντ για την χειραγώγηση των μαζών. Έδειξε στις Αμερικάνικες εταιρίες πως να πείσουν τους ανθρώπους να θέλουν αντικείμενα που δεν χρειάζονται. Ήταν ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης τεχνικής της μαζικής καταναλωτικής πειθούς και ένας από τους κύριους υπεύθυνους για την κυρίαρχη δομή του σημερινού κόσμου που βασίζεται σε ένα καταναλωτικό εγωιστικό εαυτό…


Μέρος Δεύτερο – Η Εφαρμοσμένη Μηχανική της Συγκατάθεσης 
 
Σε αυτό το επεισόδιο αποκαλύπτεται πως αυτοί που ήρθαν στην εξουσία μετά τον πόλεμο χρησιμοποίησαν τις ιδέες του Φρόιντ για το ασυνείδητο μυαλό, ώστε να ελέγξουν τις μάζες. Πολιτικοί και σχεδιαστές πίστεψαν τις ιδέες του Φρόιντ ότι βαθιά μέσα τους όλα τα ανθρώπινα όντα ήταν επικίνδυνα χωρίς λογική, γεμάτα επιθυμίες και φόβους. Ήταν πεπεισμένοι ότι αυτό ήταν που οδήγησε στην βαρβαρότητα της ναζιστικής Γερμανίας και ήθελαν να βρουν τρόπους να ελέγξουν αυτόν τον κρυφό εχθρό μέσα στο ανθρώπινο μυαλό. Η κόρη του Φρόιντ, Άννα, μαζί με τον ανιψιό του Έντουαρντ Μπέρκινς παρείχαν την κεντρική φιλοσοφία. Οι ΗΠΑ και η cia έκαναν πράξη τις ιδέες τους αναπτύσσοντας τεχνικές χειραγώγησης και ελέγχου των μυαλών των αμερικάνων πολιτών. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος, πίστευαν, που θα μπορούσε να εφαρμόσει την δημοκρατία και μια σταθερή κοινωνία καταπιέζοντας την βαρβαρότητα που κρυβόταν κάτω από την επιφάνεια.

Μέρος Τρίτο – Υπάρχει ένας αστυνομικός μέσα στο κεφάλι μας: Πρέπει να καταστραφεί 

 Την δεκαετία του ’60 ένα ριζοσπαστικό γκρουπ ψυχοθεραπευτών αμφισβήτησε των επιρροή που είχαν οι ιδέες του Φρόιντ στην Αμερική. Αυτοί, ήταν εμπνευσμένοι από τις ιδέες του Γουίλιαμ Ράιχ, ενός μαθητή του Φρόιντ, που στράφηκε εναντίον του και ο οποίος ήταν μισητός από την οικογένεια του Φρόιντ . Ο Ράιχ πίστευε ότι ο εσωτερικός εαυτός δεν έπρεπε να καταπιεστεί και να ελεγχθεί, αλλά αντίθετα να ενθαρρύνεται να εκφραστεί. Μέσα από όλο αυτό δημιουργήθηκε ένα νέο πολιτικό ρεύμα που υποστήριζε την δημιουργία ενός νέου ανθρώπινου όντος ελεύθερου από την ψυχολογική καταπίεση η οποία είχε εφαρμοστεί στο ανθρώπινο μυαλό από τις εταιρίες και τους πολιτικούς. Σε αυτό το επεισόδιο θα δούμε πως αυτό το κίνημα αναπτύχθηκε δραστικά και πως σύντομα οι εταιρίες συνειδητοποίησαν ότι τελικά αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες τους ευκαιρίες, ενθαρρύνοντας τον κόσμο να νοιώσει ότι είναι μοναδικές προσωπικότητες και παράλληλα πουλώντας τους τρόπους για να εκφράσουν αυτή την μοναδικότητα στρεφόμενοι πάλι σε Φροϋδικούς αναλυτές ώστε να αναγνωρίσουν τις βαθιές επιθυμίες του «νέου» εαυτού.

Μέρος Τέταρτο – Οχτώ άνθρωποι πίνουν λίγο κρασί στο Κέτερινγκ 

 Σε αυτό το επεισόδιο: πως οι «αριστεροί» πολιτικοί τόσο στην Βρετανία όσο και στην Αμερική στράφηκαν στις τεχνικές που ανέπτυξαν οι εταιρίες για την ικανοποίηση του εσωτερικού εαυτού και των επιθυμιών του. Τόσο οι «Εργατικοί» του Τονι Μπλερ όσο και οι «Δημοκρατικοί» του Μπιλ Κλίντον χρησιμοποίησαν τα ίδια φοκους γκρουπ που ανακαλύφτηκαν από τους ψυχαναλυτές για την ανάληψη εξουσίας. Ξεκίνησαν να προσκολλούν τις πολιτικές στις βαθιές επιθυμίες και συναισθήματα των ανθρώπων με τον τρόπο που ο καπιταλισμός είχε μάθει να τους προσκολλά τα προϊόντα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μία νέα κουλτούρα μάρκετινγκ και πολιτικής αναδύθηκε, η οποία επέτρεπε στους πολιτικούς να πιστεύουν ότι δημιουργούν μία νέα και βελτιωμένη μορφή της δημοκρατίας.
Πηγή: awakengr, https://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/


Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

The Century of the Self - Happiness Machines Part 1


Αυτό το μοναδικό ντοκιμαντέρ είναι ότι καλύτερο στο πεδίο του. 
Επιδιώκει να αναλύσει την πρόσφατη οικονομική κρίση και τη σημερινή κατάσταση στο κόσμο, πώς οι θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόιντ χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο των λαών και πώς αυτές οι αντιλήψεις χρησιμοποιήθηκαν τελικά από τις εταιρίες για να χειριστούν τους καταναλωτές στην αγορά των προϊόντων τους. Μέρος Πρώτο: Οι Μηχανές της Ευτυχίας 
Η ιστορία για την σχέση μεταξύ του Φρόιντ και του Αμερικάνου ανιψιού του Έντουαρντ Μπέρκινς ο οποίος είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε το επάγγελμα των δημοσίων σχέσεων την δεκαετία του 1920 και ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε τις ιδέες του Φρόιντ για την χειραγώγηση των μαζών. Έδειξε στις Αμερικάνικες εταιρίες πως να πείσουν τους ανθρώπους να θέλουν αντικείμενα που δεν χρειάζονται. 
Ήταν ο αρχιτέκτονας της σύγχρονης τεχνικής της μαζικής καταναλωτικής πειθούς και ένας από τους κύριους υπεύθυνους για την κυρίαρχη δομή του σημερινού κόσμου που βασίζεται σε ένα καταναλωτικό εγωιστικό εαυτό.

The Century of the Self - Part 3: There is a Policeman Inside All Our Heads; He Must Be Destroyed


This Is An Excellent Documentary Series, That Exposes Why We Act And Think The Way That We Do! This Video Is Property The BBC Broadcasting. Non Profit, For Educational Purposes Only! Fair Use Act Disclaimer. Copyright Disclaimer under section 107 of the Copyright Act 1976, allowance is made for “fair use” for purposes such as criticism, comment, news reporting, teaching, scholarship, education and research. Fair use is a use permitted by copyright statute that might otherwise be infringing.

Τὰ ὅπλα τοῦ Χριστιανοῦ στὸν πνευματικό ἀγώνα


Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov, Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας


Ὅπως στεκόταν στὸν παράδεισο (Γέν. 3:24), ἔτσι στέκεται καὶ τώρα ἀπειλητικὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο ὁ θανάσιμος ἐχθρός του, τὸ πεσμένο «Χερουβείμ», μὲ τὸ περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος. Ἀδιάκοπα καὶ ἀδιάλλακτα πολεμάει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, προσπαθώντας νὰ τὸ παρασύρει στὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν Του καὶ σὲ ὄλεθρο μεγαλύτερο ἀπὸ ἐκεῖνον τῶν προπατόρων μας. Δυστυχῶς, μὲ κάθε ἐπιτυχία του ὁ ἐχθρὸς ἐνθαρρύνεται καὶ γίνεται πιὸ ἐπιθετικός.
Τὸ περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος ποὺ ἔχει στὸ χέρι του ὁ ἄρχοντας τοῦ ἀέρα, εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὁσίου Μακαρίου του Μεγάλου, (1) ἡ δυνατότητα τῶν δαιμόνων νὰ περιστρέφουν τὴ διάνοια καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, σαλεύοντας καὶ φλογίζοντάς τες μὲ ποικίλα πάθη. Ὁ ἀπόστολος κάνει λόγο γιὰ «τὰ φλογισμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Ἐφ. 6:16), ἐνῶ ὁ προφήτης παρομοιάζει... τὴν ἐπενέργεια τοῦ διαβόλου στὴν ψυχὴ μὲ «τὴ φωτιὰ ποὺ καίει τ’ ἀγκάθια» (Ψαλμ. 117:12).

Ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος γράφει: «Ἀπὸ τότε ποὺ ἔκανε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐξοριστεῖ, ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς του, ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὸν Θεό, ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονες ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ σαλεύει νοητὰ μέρα καὶ νύχτα τὸ λογιστικὸ κάθε ἀνθρώπου, ἄλλου λίγο, ἄλλου πολὺ καὶ ἄλλου πιὸ πολύ. Καὶ τὸ λογιστικὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὀχυρωθεῖ διαφορετικά, παρὰ μὲ τὴν ἀκατάπαυστη μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἄν, δηλαδή, μὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ ἐντυπωθεῖ στὴν καρδιὰ ἡ θεία μνήμη, θὰ στερεώσει καὶ θὰ κάνει ἀκλόνητο τὸ λογιστικό. Σ’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ὁδηγεῖ ὁ νοητὸς ἀγώνας, στὸν ὁποῖο κάθε χριστιανὸς ἀποδύθηκε νὰ ἀγωνιστεῖ μέσα στὸ στάδιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ• ἀλλιῶς θ’ ἀγωνιστεῖ μάταια». (2)

Ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια, ἀλλὰ κυρίως τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τους, τοὺς λογισμούς. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐχθρὸς πολεμάει πρώτιστα τὸν νοῦ. Ἄν, λοιπόν, ὁ νοῦς, ποὺ ἡγεμονεύει στὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, δὲν συγκατατεθεῖ στὴν ἁμαρτία, δὲν μποροῦν νὰ γεννηθοῦν οὔτε λόγια οὔτε ἔργα ἁμαρτωλά.

Τὸ ὅπλο τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἡ σκέψη καὶ ἡ φαντασίωση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ παλεύει ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἐναερίων πνευμάτων μέσα στὸν χῶρο τοῦ νοῦ. Ἐκεῖ θὰ νικήσει ἢ θὰ νικηθεῖ. Ἐκεῖ θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ τελώνια ἢ θὰ ὑποταχθεῖ σ’ αὐτά. Ἐκεῖ θὰ ἀποφασιστεῖ ἡ αἰώνια κατάστασή του. Ὁ ἴδιος θὰ διαλέξει ἐλεύθερα εἴτε τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τοῦ χαρίστηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν Πλάστη κι ἔπειτα ἀπὸ τὸν Λυτρωτή του, εἴτε τὸν αἰώνιο θάνατο, ποὺ προαναγγέλθηκε ἤδη στὸν παράδεισο ἀπὸ τὸν δίκαιο Θεὸ ὡς συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς εὐεργετικῆς ἐντολῆς Του.

Σ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ πολὺ κρίσιμη πάλη μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει: «Ντυθεῖτε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μπορέσετε ν’ ἀντιμετωπίσετε τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου. Γιατί δὲν ἔχουμε νὰ παλέψουμε μὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ μὲ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, δηλαδὴ μὲ τοὺς κυρίαρχούς του σκοτεινοῦ τούτου κόσμου, τὰ πονηρὰ πνεύματα, ποὺ βρίσκονται ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ» (Ἐφ. 6:11-12).

Ὁ ἴδιος ἀπόστολος ἀναφέρει καὶ τὸν χῶρο αὐτῆς τῆς φοβερῆς πάλης καὶ τὸ εἶδος τῶν ὅπλων ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν: «Τὰ ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα πολεμᾶμε ἐμεῖς δὲν εἶναι κοσμικά, ἀλλὰ ἔχουν τὴ δύναμη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γκρεμίζουν ὀχυρὰ (πνευματικά). Μ’ αὐτά, δηλαδή, ἀνατρέπουμε λογισμοὺς καὶ καθετὶ ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτὰ αἰχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη καὶ τὴν κάνουμε νὰ ὑπακούει στὸν Χριστὸ» (Β’ Κορ. 10:4-5).

Ὅπως βλέπουμε, ὁ ἀπόστολος μᾶς προτρέπει νὰ αἰχμαλωτίζουμε ὄχι μόνο τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς, ποὺ φανερά τοὺς ἀποστρέφεται ὁ Κύριος, ἀλλὰ ὅλες τὶς σκέψεις, κάνοντάς τες νὰ ὑπακοῦνε σ’ Ἐκεῖνον. Γιατί ὁ πονηρὸς ἐχθρός μας, ἔμπειρος καθὼς εἶναι στὸν νοερὸ πόλεμο, δὲν ὑποβάλλει ἐξαρχῆς στὸν ἄνθρωπο λογισμοὺς ξεκάθαρα ἁμαρτωλούς. (3) Ἀντιπαραθέτει στὸν πνευματικὸ λογισμό, δηλαδὴ στὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, τὸν μεταπτωτικὸ ἀνθρώπινο λογισμό, τὸν σαρκικὸ καὶ ψυχικό, ποὺ τὸν παρουσιάζει ὡς ὀρθὸ καὶ ὑγιῆ, ὡς σοφὸ καὶ ἐπιβεβλημένο. Μ’ αὐτὸν προσπαθεῖ νὰ ἀναιρέσει τὸν λογισμὸ τῆς ὑπακοῆς στὸν Χριστό.

Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος συνιστᾶ τὴν ἀποφασιστικὴ καὶ πλήρη αὐταπάρνηση, ὅταν μᾶς καλεῖ νὰ ντυθοῦμε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ πάρουμε στὰ χέρια κάποιο ὅπλο. Δὲν ἀρκεῖ, δηλαδή, μόνο ἡ νηστεία, οὔτε μόνο ἡ προσευχή, οὔτε μόνο ἡ ἐλεημοσύνη, οὔτε μόνο ἡ ἁγνεία. Ἡ πανοπλία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖται ἀπ’ ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Ὅποιος παραβεῖ ἔστω καὶ μία μόνο ἀπ’ αὐτές, θεωρεῖται παραβάτης ὅλου τοῦ θείου νόμου (Ἰακ. 2:10) καὶ «θὰ κηρυχθεῖ ἐλάχιστος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5:19), θὰ ριχθεῖ, δηλαδή, στὴ γέεννα, σύμφωνα μὲ ἑρμηνεία τοῦ μακαρίου Θεοφυλάκτου. (4) «Γι’ αὐτὸ τηροῦσα ὅλες τὶς ἐντολές Σου, μισώντας κάθε ἄδικη πράξη» (Ψαλμ. 118:128). «Γι’ αὐτὸ φορέστε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσετε ν’ ἀντισταθεῖτε τὴν ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπιθέσεως. Λάβετε κάθε ἀπαραίτητο μέτρο γιὰ νὰ μείνετε ὥς τὸ τέλος σταθεροὶ στὶς θέσεις σας» (Ἐφ. 6:13). Μόνο ὅποιος φοράει τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ τὴν ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπιθέσεως.

Μόνο ὅποιος τηρεῖ ὅλες ἀνεξαίρετα τὶς ἐντολὲς μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν ἐχθρό. Τὶς ὧρες τῶν σατανικῶν ἐπιθέσεων ἀναδεικνύονται καὶ ἀποδεικνύονται οἱ ἀνδρεῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πού, νικώντας, μεταβαίνουν ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο στὴν ἀνάσταση καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς ψυχῆς.

Τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ τὴ φοροῦν οἱ ἅγιοί Του. Ὁ κανόνας τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τους –ὁ λόγος καὶ τῶν χειλιῶν καὶ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τους– εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ μάχαιρα (Ἔφ. 6:17) συντρίβουν τὰ περιστρεφόμενα πύρινα ξίφη τῶν ἐχθρῶν –τους δαιμονικοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς δαιμονικὲς φαντασίες– κι ἔτσι αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ διαπεράσουν τὶς ψυχές τους.

Μὲ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ νήψη ἐπιτηροῦν τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τους ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Φωτισμένοι ἀπὸ τὴ θεία χάρη, ἀντιλαμβάνονται ἤδη ἀπὸ μακριά τοὺς νοητοὺς κλέφτες καὶ φονιάδες, ὅταν αὐτοὶ τοὺς πλησιάζουν, καὶ βλέπουν μέσα τους σὰν σὲ καθρέφτη τὰ μαῦρα πρόσωπα τῶν νοητῶν αἰθιόπων. Διακόπτοντας ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ κάθε κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες, στεροῦν ἀπ’ αὐτοὺς κάθε δικαίωμα ἢ ἐξουσία πάνω στὶς ψυχές τους. Ἔτσι, ὅταν χωρίζονται ἀπὸ τὰ σώματά τους, περνοῦν ἀνεμπόδιστα τὶς ἐξουσίες τοῦ ἀέρα, τὶς νικημένες ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρετή τους.

_________________


(1) Ὁσίου Μακαρίου του Μεγάλου, Ὁμιλίαι Πνευματικαί, ΛΖ’, 5.
(2) Ὁσίου Νικηφόρου του Μονάζοντος, Λόγος περὶ νήψεως καὶ φυλακῆς καρδίας – Συμεὼν τοῦ Θεολόγου.
(3) Ἀββᾶ Δωροθέου, Διδασκαλίαι, Ε’, 62.
(4) Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κεφ. Ε’, στ. 19.



Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας (10)

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας β

Συνέχεια από 29. Αυγούστου 2022

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

Επειδή κάθε ατομική ύπαρξη εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση του Θεού, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει γνώση περί των δημιουργημένων όντων που να προηγείται της έρευνας. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν την φύση χωρίς την έρευνα των φαινομένων. Και έτσι η υπόθεση αντικαθιστά τον συλλογισμό ως θεμέλιο της επιστήμης. Επιπλέον, η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μετακινηθεί πέραν της υπόθεσης, καθώς ο Θεός είναι ελεύθερος με την πληρέστερη σημασία της λέξεως, που σημαίνει ελεύθερος και από τις προηγούμενες αποφάσεις Του. Μπορεί λοιπόν να ανατρέψει οτιδήποτε έχει εγκαθιδρύσει, να διακόψει οποιαδήποτε αλυσίδα αιτίων, να δημιουργήσει αν θέλει τον κόσμο από την αρχή. Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά απόλυτη αναγκαιότητα πέραν της βούλησης του Θεού. Ο Θεός, σύμφωνα με τον Ockham, δεν ήταν αναγκασμένος να στείλει το Υιό Του με την μορφή ανθρώπου. Ο σωτήρας θα μπορούσε να είναι ένας γάιδαρος ή μια πέτρα.

Υπερασπιζόμενος μια τέτοια ριζική αντίληψη περί παντοδυναμίας, ο Ockham και οι ακόλουθοι του έφτασαν πολύ κοντά στο να αρνηθούν την αλήθεια της αποκαλύψεως. Προσπάθησαν να αποφύγουν αυτό το αιρετικό συμπέρασμα διακρίνοντας μεταξύ της potentia absoluta (βούλεται και το αδύνατο) και potentia ordinata (βούλεται μόνο το δυνατό) του Θεού, μεταξύ της απόλυτης και βουλητικής δύναμης, μεταξύ αυτού που ο Θεός μπορούσε να κάνει και αυτού που όρισε πως θα κάνει. Η διάκριση αυτή όμως ήταν δύσκολο να διατηρηθεί, καθώς ο Θεός δεν είχε καμιά υποχρέωση να κρατήσει τις υποσχέσεις του ή να ενεργήσει με συνέπεια. Ο Θεός είναι για τον νομιναλισμό, για να χρησιμοποιήσουμε τον τεχνικό όρο, «αδιάφορος», που σημαίνει πως δεν αναγνωρίζει φυσικές ή λογικές σταθερές περί καλού και κακού, οι οποίες καθοδηγούν ή περιορίζουν τη βούληση Του. Αυτό που είναι καλό, δεν είναι καθ’ εαυτώ καλό, αλλά μόνο επειδή το θέλει Εκείνος. Και έτσι, ενώ ο Θεός σήμερα σώζει τουq αγίους και καταδικάζει τους αμαρτωλούς, αύριο μπορεί να κάνει το αντίθετο, δημιουργώντας τον κόσμο εκ νέου αν είναι απαραίτητο. Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε ο Ockham, ούτε οι περισσότεροι από τους οπαδούς του, πίστευαν πως ήταν πιθανό ο Θεός να κάνει κάτι τέτοιο. Πίστευαν πως θα μπορούσαν κατά πάσα πιθανότητα να Τον εμπιστευθούν πως θα τηρούσε τις υποσχέσεις Του (ήταν δηλαδή probabilists). Δεν πίστευαν πραγματικά ότι ο Θεός θα καταδίκαζε τους αγίους και θα έσωζε τους αμαρτωλούς, αλλά επέμεναν, πως αυτή η δυνατότητα δεν μπορεί να απορριφθεί, χωρίς να απορριφθεί η θεότητα του Θεού.

Οι περισσότεροι νομιναλιστές ήταν πεπεισμένοι πως τα ανθρώπινα όντα μπορούσαν να γνωρίζουν λίγα για το Θεό και τις προθέσεις του, πέραν αυτών που ο Ίδιος τους είχε αποκαλύψει στις Γραφές. Η φυσική θεολογία για παράδειγμα μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού, την υπεροχή Του, και πως είναι άπειρος, αλλά σύμφωνα με τον Ockham, δεν μπορεί να δείξει πως υπάρχει μόνο ένας Θεός. Μια τέτοια ριζική απόρριψη της σχολαστικής θεολογίας προήλθε σαφώς από τη βαθιά δυσπιστία, όχι μόνο προς τον Αριστοτέλη και τους ισλαμικούς ερμηνευτές του, αλλά τον ίδιο τον φιλοσοφικό στοχασμό. Με αυτή την έννοια, η σκέψη του Ockham ενίσχυσε το ρόλο της αποκάλυψης στην χριστιανική ζωή.

Ο Ockham απέρριψε επίσης την σχολαστική αντίληψη περί φύσεως. Ο σχολαστικισμός φανταζόταν πως η φύση ήταν τελεολογική, μια πραγματικότητα στην οποία οι θείοι σκοποί πραγματοποιούνταν κατ’ επανάληψη. Οι συγκεκριμένες οντότητες γίνονταν αυτό που ήδη ήταν εν δυνάμει, επιτυγχάνοντας τον ιδιαίτερο τους σκοπό. Θεωρούσαν λοιπόν πως η κίνηση κατευθύνεται προς το αγαθό. Η απόρριψη των καθόλου από τους νομιναλιστές, ήταν μια απόρριψη τόσο του είδους, όσο και του τελικού αιτίου. Αν δεν υπάρχουν τα καθόλου, δεν μπορούν να υπάρχουν καθολικοί σκοποί για να πραγματοποιηθούν. Η φύση επομένως δεν οδηγεί τον άνθρωπο προς το αγαθό. Ή για να το τοποθετήσουμε πιο θετικά: ο νομιναλισμός παρέχει τη δυνατότητα να κατανοηθεί με ριζικά νέο τρόπο η ελευθερία του ανθρώπου.

Το γεγονός πως τα ανθρώπινα όντα δεν έχουν καθορισμένους φυσικούς σκοπούς, δεν σημαίνει πως δεν έχουν ηθικές υποχρεώσεις. Ο ηθικός νόμος συνεχίζει να βάζει όρια στην ανθρώπινη δράση. Οι νομιναλιστές βέβαια πιστεύουν, πως ο νόμος αυτός γνωρίζεται μόνο δια της αποκαλύψεως. Επιπλέον, δεν υπάρχει φυσικό ή σωτηριολογικό κίνητρο για να υπακούσει κανείς στον ηθικό νόμο. Ο Θεός δεν είναι χρεώστης σε κανένα άνθρωπο και δεν ανταποκρίνεται στον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτό, ούτε σώζει, ούτε καταδικάζει κάποιον σύμφωνα με αυτό που κάνει ή δεν κάνει. Δεν υπάρχει κάποιο ωφελιμιστικό κίνητρο για να ενεργήσει κανείς ηθικά. Ο μόνος λόγος για μια ηθική πράξη είναι η ευγνωμοσύνη. Σύμφωνα με τον νομιναλισμό, τα ανθρώπινα όντα χρωστούν την ύπαρξη τους απλώς και μόνο στο Θεό. Τους έχει ήδη δώσει το δώρο της ζωής, και οι άνθρωποι πρέπει να είναι ευγνώμονες γι’ αυτό. Σε μερικούς λίγους θα δώσε ένα δεύτερο αγαθό, την αιώνια ζωή, αλλά στην επιλογή Του αυτή δεν είναι ούτε δίκαιος, ούτε άδικος, καθώς το δώρο Του είναι μια πράξη χάριτος. Θα ήταν παράλογο να παραπονεθεί κανείς για τη μοίρα του, καθώς κανείς δεν αξίζει ούτε την ύπαρξη, πόσω μάλλον την αιώνια ύπαρξη.

Το σύντομο αυτό σκιαγράφημα καθιστά σαφές, πως ο Θεός τον οποίο αποκάλυψε ο νομιναλισμός δεν ήταν πια ο καλοσυνάτος και λογικά προβλέψιμος Θεός του σχολαστικισμού. Το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού είχε αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό. Ο Θεός δεν μπορούσε  πια να γίνει κατανοητός ή να επηρεασθεί από τα ανθρώπινα όντα-δρούσε απλά όντας ελεύθερος και ήταν αδιάφορος για τις συνέπειες των πράξεων Του. Έθεσε νόμους για την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά μπορούσε να τους αλλάξει κάθε στιγμή. Κάποιοι ήταν σωσμένοι και κάποιοι καταδικασμένοι, η συσχέτιση όμως μεταξύ σωτηρίας και αγιότητας ήταν τυχαία, όπως και της καταδίκης και αμαρτίας. Δεν είναι καν ξεκάθαρο αν ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο. Ο κόσμος τον οποίο αυτός ο Θεός δημιούργησε ήταν ένα χάος εντελώς διαφορετικών πραγμάτων, στα οποία ο άνθρωπος δεν μπορούσε να βρει σημείο βεβαιότητας ή ασφάλειας.

Πως θα μπορούσε κάποιος να αγαπά και να λατρεύει ένα τέτοιο ταραγμένο Θεό; Αυτή δεν ήταν μια νέα ερώτηση. Ο συγγραφέας του Ιώβ την είχε θέσει πολλούς αιώνες νωρίτερα, αντιμετωπίζοντας την ίδια δυνατότητα, και ο Καλβίνος ήταν τόσο ενοχλημένος από την αδικία ενός τέτοιου Θεού, ώστε μπορούσε να τον φανταστεί μόνο ως μεταμφιεσμένο διάβολο. Δεν είναι ίσως τυχαίο πως η θεώρηση αυτή περί Θεού προήλθε από τις τάξεις των Φραγκισκανών, οι οποίοι βρίσκονταν στο άλλο άκρο του θεολογικού φάσματος των αριστοτελικών. Κατά την ύστερη μεσαιωνική περίοδο, ήταν η επικρατούσα φωνή, που καλούσε για περισσότερο αυθεντικό ή «πρωτόγονο» Χριστιανισμό, στηρίγματα του οποίου δεν ήταν οι φιλοσοφικές ιδέες των Ελλήνων και οι διεφθαρμένες πολιτικές δομές του ρωμαϊκού κράτους, αλλά το παράδειγμα του Χριστού. Η χριστιανική ζωή, υποστήριζαν, πως δεν βρίσκεται στα παλάτια του πάπα και στην ισχύ της κουρίας, αλλά στην φτώχεια και τον ασκητισμό. Οι πιο ριζοσπαστικοί Φραγκισκανοί πίστευαν πως ακόμα και η αποκάλυψη είναι ανεπαρκής, και πως για να ζήσει την χριστιανική ζωή πρέπει να μιμηθεί τη ζωή του Χριστού και των μαθητών Του. Δεν ήταν μόνοι τους στην προσπάθεια πραγματοποίησης αυτής της εναλλακτικής. Στην πραγματικότητα ήταν οι πιο διάσημοι του «πρωτόγονου» κινήματος εντός της Εκκλησίας, που περιλάμβανε παλαιότερα του Καθαρούς, Waldensians και Humiliati. Ο Φραγκίσκος μιλούσε εξ ονόματος όλων αυτών των ριζοσπαστικών, όταν έλεγε πως για να είσαι Χριστιανός πρέπει να περπατήσεις μαζί με τον Χριστό, περπατώντας πάλι στην via dolorosa. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη σημασία της Ενσάρκωσης και της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Ο Φραγκίσκος ενσάρκωνε αυτή την αφιέρωση στον πόνο στον δικό του ασκητισμό (και τα στίγματα), και τη διαφύλαξε στον διάσημο Κανόνα του, που επέβαλλε εγκράτεια και φτώχεια στους ακολούθους του.

Μετά το θάνατο του Φραγκίσκου το 1226, το τάγμα διαιρέθηκε μεταξύ ζηλωτών, που απαιτούσαν την αυστηρή υπακοή στον Κανόνα, και μετριοπαθών που ζητούσαν από τον πάπα απαλλαγή από τις ακραίες δομές. Δεδομένης της μεγάλης απήχησης του κινήματος μεταξύ των κοινών ανθρώπων, και κατά συνέπεια της μεγάλης απειλής που αποτελούσε για την ευκατάστατη ιεραρχία των κληρικών, ο πάπας Ιωάννης ο 22ος (1249-1334), δεν παραχώρησε απλά αυτή την απαλλαγή, αλλά καταδίκασε και κυνήγησε τους ζηλωτές Φραγκισκανούς, τους λεγόμενους Fraticelli. Ενώ αυτό ευχαρίστησε τους πιο πραγματιστές του τάγματος, ο Ιωάννης δεν σταμάτησε εκεί. Όντας σε σύγκρουση με το τάγμα των Φραγκισκανών και τον γενικό τους προϊστάμενο Μιχαήλ της Cesena για το θέμα της πενίας (η λεγόμενη Διαμάχη για την πενία), καταδίκασε το 1326 τελειωτικά την πίστη των Φραγκισκανών στην ηθική υπεροχή της ασκητικής ζωής, ισχυριζόμενος πως η γνώμη αυτή αντιτίθεται στις Γραφές.

Ο Ιωάννης διαπίστωσε πως η διδασκαλία περί πενίας όχι μόνο απειλούσε την ισχύ του εντός της Εκκλησίας, αλλά απειλούσε να μεταμορφώσει τον Χριστιανισμό στην ολότητα του. Η μεσαιωνική Εκκλησία κατανοούσε τον εαυτό της ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος, και επομένως πως εφάρμοζε την κυριαρχία ή τη βασίλεια του Θεού πάνω στη γη. Οι άνδρες της Εκκλησίας φαντάζονταν πως έπρεπε να ζουν με ένα τρόπο που ταίριαζε στην κατάσταση τους. Η διδασκαλία των Φραγκισκανών περί πενίας αμφισβητούσε την άποψη αυτή. Ο άνθρωπος όπως τον αντιλαμβανόταν ο Φραγκίσκος, δεν ήταν εκ φύσεως ένα επηρμένο ον. Η χαρά του δεν προέρχεται από τη θέση ή την περιουσία του μέσα στον κόσμο, αλλά από την εγγύτητα του προς τον Θεό. Η Βασιλεία του Θεού λοιπόν, δεν είναι ένα κυριολεκτικό βασίλειο εδώ στη γη, που αντιπροσωπεύεται από την Εκκλησία, αλλά ένα πνευματικό βασίλειο, όπου τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους μόνο μέσα και δια του Θεού. Τραβηγμένη στα άκρα, η διδασκαλία αυτή δεν ήταν απλώς μια επίθεση στον πλούτο και την εξουσία του κλήρου, αλλά και στην ιεραρχία των κληρικών, και την ίδια την Εκκλησία.

Ένας από τους ηγετικούς εκπροσώπους της πλευράς των Φραγκισκανών ήταν ο William του Ockham, ο οποίος βρισκόταν στην Avignon για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες περί αίρεσης που εξέφρασαν οι Θωμιστές αντίπαλοι του. Ο πάπας στήριξε την επιχειρηματολογία του κατά της υπεροχής της πενίας, πάνω στην φυσική ανάγκη της κατοχής περιουσίας για την διατήρηση της ανθρώπινης ζωής, διαβεβαιώνοντας πως περιουσία υπήρχε και πριν την πτώση. [ΟΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΟΤΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ.] Οι Φραγκισκανοί αντιθέτως στήριζαν την υπόθεση τους στην αποκάλυψη, λέγοντας πως η περιουσία δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά ως αποτέλεσμα της αμαρτίας, και επομένως μόνο μετά την πτώση. Έλεγαν επίσης πως δια της απόλυτης δυνάμεως του Θεού, ο Χριστός και οι μαθητές του μπόρεσαν να επιστρέψουν στην προπτωτική κατάσταση, ζώντας ευσεβώς χωρίς περιουσία. Ο Φραγκίσκος είχε ανοίξει τη δυνατότητα για εκ νέου αποκατάσταση, και με τον τρόπο αυτό έθεσε τις βάσεις για μια αυθεντική χριστιανική πρακτική. Όταν ο Ιωάννης απέρριψε αυτή την άποψη  στηριζόμενος στον αμετάβλητο χαρακτήρα της φυσικής τάξεως, ο Ockham και οι Φραγκισκανοί τρομοκρατήθηκαν. Ήταν πεπεισμένοι πως ο Θεός δεν μπορούσε να δεθεί με «νόμους» της φύσεως, τους οποίους είχε προηγουμένως ο ίδιος κατασκευάσει. Η ζωή του Χριστού ήταν μια επίδειξη αυτού του γεγονότος. Η δήλωση του πάπα λοιπόν, ήταν γι’ αυτούς μια αναβίωση αιρετικής θέσης του Αβελάρδου, πως ο Θεός δεσμεύεται να σώσει κάποιους, μέσα από ολόκληρη την αιωνιότητα, δια της προηγούμενης βουλήσεως Του. Ο Θεός, όπως ισχυρίστηκαν, δεν δεσμεύεται από τέτοιους νόμους, και υπόκειται μόνο στην αρχή της μη αντιφάσεως. Κατά τα άλλα είναι ελεύθερος και κυρίαρχος. Το να αρνείται κανείς το δεδομένο αυτό σημαίνει να αρνείται τον Θεό. Κατά συνέπεια διακήρυξαν τον πάπα ως αιρετικό και δραπέτευσαν από την Avignon, ζητώντας την προστασία του αυτοκράτορα. Ο Ockham έγινε μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και μαζί με τον Marsilius της Padova (1270-1342), ήταν βασικός παράγοντας στη διατύπωση της πνευματικής άμυνας του αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον παπισμό.

Ο νομιναλισμός ήταν με αυτή την έννοια μια φραγκισκανική θεολογία. Κατέστρεψε την τάξη του κόσμου, όπως την είχε φανταστεί ο σχολαστικισμός, η οποία μεσολαβεί μεταξύ Θεού και ανθρώπου, και την αντικατέστησε με το χάος των θεμελιωδών ατομικών όντων. Ένωσε βέβαια κάθε ένα από τα όντα αυτά κατευθείαν με τον Θεό. Από την οπτική γωνία των Φραγκισκανών, η ζωή μέσα σε ένα θεμελιωδώς εξατομικευμένο κόσμο φαινόταν χαοτική μόνο σε εκείνους που δεν έβλεπαν την ενότητα της δημιουργίας μέσα στον Θεό. Για εκείνους, που όπως ο Φραγκίσκος μοιράζονταν αυτή την μυστική ενότητα, όλα τα όντα ήταν αδελφοί και αδελφές τους, καθώς όλα τα έμψυχα και άψυχα όντα ήταν εξίσου πλάσματα και δημιουργήματα  του Θεού.


Συνεχίζεται

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΕΓΩ (3)

 Συνέχεια από :  Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

Επειδή το Εγώ του Καρτέσιου εικονίζεται και σαν Ego cogito και σαν Res cogitans, ο προσδιορισμός τού Είναι, του «Sum», αφορά τόσο στην έννοια του Εγώ, όσο και σ' εκείνη της ουσίας και την σχέση τους.Κατα τη διάρκεια της μοντέρνας μεταφυσικής, όπου καταργήθηκε η μεσαιωνική έννοια της ουσίας σαν Res cogitans, εμφανίστηκαν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι κατανοήσεως του Εγώ, της ουσίας και της σχέσης τους. Πέρα λοιπόν απο την απολυτοποίηση της ουσίας και του Εγώ που επεξεργάστηκαν ο Σπινόζα και ο Φίχτε, υπήρξαν διατυπώσεις οι οποίες ξεφεύγουν απο την κατηγορία τού Χάιντεγκερ πως, ξεκινώντας απο τον Καρτέσιο, ο άνθρωπος, καθότι πρώτο και αυθεντικό υποκείμενο, γίνεται το θεμέλιο τού είναι και της αλήθειας του όντος.
Παρότι δε η ιστοριογραφία δίνει μεγάλη αξία στην ιδέα πως με τον Hegel η απολυτοποίηση για την οποία μιλήσαμε προωθήθηκε στην μέγιστη έκφραση της, αυτό εξαρτάται απο μία ερμηνεία τής Εγελιανής διαλεκτικής, η οποία παρότι πειστική, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί.Διότι ακριβώς στον Hegel ουσία και υποκείμενο δημιουργούν μία ενότητα και μία διάκριση στην οποία συρρέουν διαφορετικές στιγμές της φιλοσοφικής παραδόσεως, που θέτουν σε αμφιβολία μία ερμηνεία τύπου οντο-θεο-λογίας της φιλοσοφίας του, όπως επικράτησε μετά τον Σέλλινγκ και τον Χάϊντεγγερ. Η έννοια τού Εγώ στον Hegel, όπως την συναντούμε στην Επιστήμη της λογικής (η πραγματικότης και περί της εννοίας γενικώς), συγκροτείται απ' την επανεξέταση και ενοποίηση τριών βασικών θέσεων της μοντέρνας φιλοσοφίας: την ουσία του Σπινόζα, την μονάδα τού Λάϊμπνιτς και το υποκείμενο του Κάντ, τις οποίες ερμηνεύει σαν μία ακολουθία ουσιωδών στιγμών οι οποίες είναι ελλειπείς ταυτόχρονα, και οι οποίες αφομοιώνονται απο αυτόν η μία στην άλλη ώστε να σχηματίσουν μία καινούργια έννοια τού Εγώ.

Η ουσία του Σπινόζα, μοναδική και άπειρη, χάνεται στις ιδιότητες και στους τρόπους, και δέν είναι εις θέσιν να γνωρίση τον εαυτό της, επομένως είναι ελλειπής ως πρός την αρχή του διαλογισμού εις εαυτήν. Αυτό όμως που λείπει στην ουσία του Σπινόζα είναι παρόν στην μονάδα του Λάϊμπνιτς, η οποία πέρα από το να περιέχει την εν λόγω αρχή είναι πολλαπλή και πεπερασμένη. Πράγματι η μονάδα είναι μία αυτόνομη πραγματικότης, αλλά δεν είναι το θεμέλιο της πραγματικότητος, περιέχει την ολότητα του πραγματικού, αλλά δέν είναι αυτή η ολότης. Εάν την ωθήσουμε μέχρι την έλλειψη αντιλήψεως, δεν φτάνει ακόμη και τότε στην ενότητα της αυτοσυνειδήσεως, διότι είναι μία ολότης κλειστή στον εαυτό της, χωρίς την ικανότητα να ανοίγει στις άλλες μονάδες. Μόνον με την Καντιανή έννοια του Εγώ, εννοημένου σαν μία συνθετική πρωτογενή ενότητα, αφαιρετικά η αρχή του διαλογισμού εις εαυτόν αγγίζει την ενότητα της αυτοσυνειδήσεως. Ο Hegel ξαναπήρε αυτή την Καντιανή αντίληψη του Εγώ, την συγχώνευσε με τις συλλήψεις της ουσίας των Σπινόζα και Λάϊμπνιτς , και την αναπτύσσει μέχρι να διαμορφώσει το ΕΓΩ σαν έννοια, δηλ. σαν ενότητα και διάκριση ουσίας και υποκειμένου. (Το Εγώ είναι δηλ. κατα μίμησιν Χριστού, ασυγχύτως και αδιαιρέτως, το τέλος της προόδου της ιστορίας που ξεκίνησε με την οικονομία του Κυρίου, και επιτυγχάνει ιστορικά, στην ιστορία, εναλλακτικά αυτό που στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας ονομάσθηκε Θέωση. Εγώ Χριστός.]Η έννοια που είναι καθ’εαυτή –γράφει ο Hegel—είναι παρούσα αναγκαίως και σε μία άμεση ύπαρξη. Σ’αυτή την ουσιώδη ταύτιση με την ζωή, σ’αυτό το βούτηγμα στην εξωτερικότητά της (η έννοια), κατανοείται σαν ανθρωπολογία.
Έτσι λοιπόν για τον Hegel το Εγώ είναι η ΕΝΝΟΙΑ, το συγκεκριμένο καθόλου που είναι παρόν σε μας ξεκινώντας απο το ασυνείδητο και την σωματικότητα, δηλ. απο την ψυχική ουσία—ο Hegel την ονομάζει Seele psyche, και όχι anima--. Στην Εγκυκλοπαίδεια, σε πολεμική με την ορθολογική ψυχολογία και την εμπειρική ψυχολογία—οι οποίες αδυνατούν να κατανοήσουν την έννοια η οποία είναι έμφυτη στο πνεύμα, σαν ζωντανή και διαλεκτική ολότητα των στιγμών—βεβαιώνει την ανάγκη «εισαγωγής στην αντίληψη του πνεύματος της έννοιας» και αναφέρεται αμέσως στα βιβλία του Αριστοτέλη γύρω απο την ψυχή, τα οποία είναι ακόμη και σήμερα η καλύτερη εργασία και ίσως και η μοναδική, γύρω απο αυτό το αντικείμενο, θεωρητικού ενδιαφέροντος (ε 378). Στο να συλλαμβάνει δηλ. την ψυχή τού ανθρώπου σαν ψυχική ουσία ασυνείδητη ακόμη, απο την οποία πηγάζουν η συνείδηση και το πνεύμα, και όπως συνεχίζει να γράφει : σε έναν τέτοιο προσδιορισμό, θεωρητικό ακόμη, η ψυχή είναι μόνον ο ύπνος του πνεύματος—ο παθητικός νους τού Αριστοτέλη, ο οποίος σύμφωνα με την δυνατότητά του, είναι το όλον (ε 389). [Γι’αυτό και για τον Hegel, ο ενεργητικός Νούς είναι το τέλος της ιστορίας. Αυτής που πηγάζει απο τον Αυγουστίνο.]Η ψυχική ουσία είναι ένα δοχείο, που ο Hegel ονομάζει «νύχτα του Εγώ» και «νύχτα του κόσμου», στο οποίο σκέψη και Είναι, κόσμος και Εγώ υπάρχουν σε μία ενότητα αδιαφοροποίητη ακόμη και εικονική. Είναι ο εαυτός, αυτό που συγκεντρώνει και δέχεται όλους τους προσδιορισμούς του πνεύματος, όλες τις εμπειρίες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι σαν Εγώ και σαν Ουσία, τα οποία δέν υπάρχουν ποτέ τό ένα χωρίς το άλλο, καθότι διαφοροποιούνται και ενεργούν διαδοχικώς, χωρίς να εξαφανίζονται ποτέ στην διαλεκτική πρόοδο.

«Το Εγώ είναι αυτό το κενό, το δοχείο για τα πάντα και για κάθε πράγμα, για το οποίο το Παν υπάρχει και το οποίο συντηρεί το Παν εις εαυτό. Κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος αναπαραστάσεων οι οποίες είναι θαμμένες στη νύχτα του Εγώ. Έτσι το Εγώ είναι το καθόλου, το καθολικό, στο οποίο αφαιρείται απο κάθε συγκεκριμένο, αλλά στο οποίο, ταυτοχρόνως, το Παν παραμένει. Γι' αυτό δεν είναι απλώς η αφηρημένη καθολικότης, αλλά η καθολικότης η οποία περιέχει το Παν εις εαυτήν" (ε 24.πρόσθετο 1).Γι’ αυτό στην Εγελιανή σύλληψη της ψυχής εννοημένης σαν ψυχικής ουσίας η οποία βρίσκεται πίσω από το Εγώ συναντώνται πολλοί τρόποι για να γίνει κατανοητή αυτή η έννοια. Όχι μόνον του Σπινόζα αλλά πάνω απ’όλα του Λάϊμπνιτς, και επιπλέον η σύλληψη της ψυχής από τον Αριστοτέλη!

Παρ’ όλο το βάρος λοιπόν και την έκταση των ερμηνειών του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ, δεν φαίνεται δυνατόν να σκεφτούμε πως η Δυτική μεταφυσική και σ’ αυτήν η μεταφυσική τής υποκειμενικότητος που χαρακτηρίζει τον μοντέρνο κόσμο—μπορούν να κατανοηθούν σαν μία μοναδική πρόοδος η οποία προσδιορίζεται με μονοσήμαντη σημασία, και ακόμη πιό δύσκολο φαίνεται να ισχυρισθούμε πως η μοίρα του Εγώ ολοκληρώθηκε στον χώρο που άνοιξε ανάμεσα στην αυτοβεβαίωση του Cogito του Καρτέσιου και στις κριτικές του Νίτσε που την διαλύει.Στον μοντέρνο κόσμο υπάρχουν πολλές φιγούρες του Εγώ, πέρα απο εκείνη του Hegel, οι οποίες δέν μπορούν να επανέλθουν σε εκείνη του Καρτέσιου, και οι οποίες γλιτώνουν εν μέρει, η και συνολικά, απο τις κριτικές του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ. Το Εγώ των μοντέρνων δεν είναι μία μονοσήμαντη έννοια, αλλά είναι πρωτεϊκής υφής και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που όχι μόνον σε διαφορετικούς στοχαστές, αλλά και στον ίδιον παρουσιάζεται μερικές φορές σε μία πολλαπλότητα μορφών, οι οποίες δέν είναι δυνατόν να αναχθούν σε ένα μοναδικό θεμέλιο. Μπορούν να κατανοηθούν σαν στιγμές ή αποσπάσματα μίας μοναδικής αλήθειας ή ενός μοναδικού λάθους μόνον με μία αφαιρετική πράξη που τους αφαιρεί κάθε πραγματικότητα και ζωή. Η αναγνώριση αυτής της πολλαπλότητος των μορφών του Εγώ στον σύγχρονο κόσμο—και, αυτό που μετρά ακόμη περισσότερο, η αναγνώρισή της όχι σαν κάτι μειωτικό, αλλά σαν πλούτος σκέψης, τον οποίον πρέπει συνεχώς να ξανασκεφτόμαστε—είναι ουσιώδης, διότι μόνον με την παραίτηση από κάθε απαίτησή μας να δώσουμε μία τελειωτική λύση στο πρόβλημα του Εγώ, μπορεί να τεθεί η προϋπόθεση για την ένωση όλων των μορφών που τριγυρίζουν γύρω απο το αίνιγμα του Εγώ, σαν ενός προβλήματος κοινού ολοκλήρου της Δυτικής παραδόσεως.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (1)

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", n 16.
        
Η έννοια της διυποκειμενικότητος εισήλθε στην κοινή συνείδηση σαν η προβληματική πλευρά του μεγάλου προγράμματος του Χούσσερλ, μιάς υπερβατικής φαινομενολογίας. Στην όψιμη σκέψη του Χούσσερλ έπαιξε τον ρόλο σχεδόν τής λυδίας λίθου. Όχι μόνον η μάζα των χειρογράφων του σχετικά με το θέμα κυκλοφόρησε σε τρείς τόμους, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι αυτή ακριβώς η προβληματική πλευρά, γνωστή πλέον σαν "φαινομενολογία του κόσμου της ζωής" γνώρισε νέες αναπτύξεις ήδη απο την εποχή του '40, όταν ο Aron Gurwitsch και ο Alfred Schntz, είδαν στην έννοια του "κόσμου της ζωής" μία απομάκρυνση απο την αρχή της υπερβατικής υποκειμενικότητος και ένα ξεκίνημα νέων αναπτύξεων. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν να καταστήσουν παραγωγική την έννοια του κόσμου της ζωής για την θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, κάτι που γνώρισε την επιτυχία στην αμερικανική φιλοσοφία της κοινωνίας. Έτσι λοιπόν υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αφιερώσουμε μία ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της διυποκειμενικότητος.
Υπάρχουν όμως και άλλοι τόσοι λόγοι για να αναγνωρίσουμε την αποτελεσματικότητα και την ριζικότητα του προγράμματος του Χούσσερλ σχετικά με μία υπερβατική φαινομενολογία. Όμως η χρήση της προβληματικής τοποθετήσεως τής διυποκειμενικότητος απο τον ίδιο τον Χούσσερλ, για την φαινομενολογία του κόσμου της ζωής μας υποχρεώνει στην κριτική. Και δέν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στον Χούσσερλ πιό αργά δέν έγινε πλέον λόγος για μία απομάκρυνση απο τον υπερβατικό ιδεαλισμό. Μάλλον και ο ίδιος τελικώς είδε το αυθεντικό αποτέλεσμα της φαινομενολογίας στην ριζική φιλοσοφικο-υπερβατική θεμελίωση. Σε σχέση με την κυρίαρχη τότε σχολή του νεοκαντισμού, την σχολή του Μαρβούργου, ισχυριζόταν, φυσικά με μία μεγάλη αυτογνωσία, ότι μόνον η δική του ξεχωριστή φαινομενολογική εργασία θα κατόρθωνε μία πραγματική θεμελίωση του υπερβατικού συστήματος.
Σήμερα συνειδητοποιούμε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι ο νεοκαντισμός, αντίθετα απο την δική του αυτοσυνειδησία, δέν υπήρξε ποτέ μία επιστροφή στον Κάντ. Υπήρξε στην πραγματικότητα μία επιστροφή στον Φίχτε, και έτσι η ανάπτυξη του έπρεπε να οδηγήσει στον Χέγκελ και να καταστήσει οικεία, στην φιλοσοφία των πανεπιστημίων και στην ιστορία της φιλοσοφίας, την έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας" έως ότου στις αρχές του ΧΧ αιώνος να φτάσει σε μία κριτική στροφή απέναντι στο σύστημα.
Μπορούμε να το επαληθεύσουμε στο πρόβλημα της διυποκειμενικότητος. Ας σκεφθούμε το ξεκίνημα. Ακριβώς στο γύρισμα του αιώνος, ιδιαιτέρως μέσω της προσλήψεως του Κίρκεγκαρντ, αμφισβητήθηκε η κυρίαρχη υπερβατική φιλοσοφία, όπως στην εποχή του ο Κίρκεγκαρντ, είχε επιτεθεί στον Χέγκελ. Το πράγμα είχε ξεκινήσει στην Ισπανία, όπου ο Unamuno είχε εμπνεύσει μία ολόκληρη νεότερη γενιά. Σταδιακά και ιδίως μέσω των εργασιών του Schrempf, ο Κίρκεγκαρντ επηρέαζε όλο και περισσότερο την Γερμανία, ακόμη και συγγραφείς σαν τον Martin Buber κ.α. Μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε και το κείμενο του Jaspers στον Κίρκεγκαρντ (1920). Φυσικά όλο αυτό δέν γινόταν κατανοητό σαν διϋποκειμενικότης, αλλά η έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας", με την επιβολή της "φιλοσοφίας της υπάρξεως", έφτανε στην δύση της.
Απο καιρό ακολουθώ την μεθοδική αρχή να μήν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα χωρίς να έχω δώσει προηγουμένως μία ιστορικο-εννοιολογική νομιμοποίηση. Πρέπει να φανερώσουμε όλα όσα προηγήθηκαν στην γλώσσα μας για την φιλοσοφία, ερευνώντας μία κατανόηση των εννοιολογικών λέξεων με τις οποίες εργάζεται η φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν, πίσω απο την έννοια της διϋποκειμενικότητος υπάρχει οπωσδήποτε η έννοια της υποκειμενικότητος. Θα' πρεπε μάλιστα να πούμε πώς η έννοια της διϋποκειμενικότητος γίνεται κατανοητή μόνον στο μέτρο στο οποίο έχουμε ξεκαθαρίσει την έννοια της υποκειμενικότητος και του υποκειμένου, και τον ρόλο του στην φαινομενολογία.
Αυτό που έδωσε την βασική μορφή στην λέξη Subjectum και στην έννοια τής υποκειμενικότητος, η οποία μας φαινόταν τόσο αυτονόητη, ήταν το γεγονός πώς το "υποκείμενο" σήμαινε σχέση με τον εαυτό, στοχάζομαι (διαλογίζομαι αντανακλαστικά και έμμεσα, σήμερα ονομάζεται σκέψη) σήμαινε την εγωϊκότητα. Στην αντίστοιχη ελληνική λέξη, υποκείμενον, αυτό όλο το πράγμα δέν υπάρχει στο βάθος". Με αυτή την σημασία το συναντούμε στην φυσική και την μεταφυσική του Αριστοτέλη και μ'αυτή την σημασία διαθέτει και μία πολύ μεγάλη ιστορία στην λατινική παράδοση, σαν substantia ή subjectum. Και οι δύο όροι είναι μία μετάφραση του υποκείμενον, η οποία είναι και σημαίνει, το αμετάβλητο υπόστρωμα, που υπάρχει στην βάση κάθε αλλαγής και αλλοιώσεως. Ο Αριστοτέλης εισάγει αυτή την έννοια σε σχέση με την φύση. Διακρίνει αυτό που συμβαίνει στην φύση, αυτό που εμφανίζεται σε ένα πράγμα, τώρα μ'αυτόν και τώρα με τον άλλον τρόπο, απο το ίδιο το πράγμα, στο οποίο αυτό εμφανίζεται τώρα με τον έναν, τώρα με τον άλλον τρόπο. Αυτή η αριστοτελική διάκριση έχει ήδη προετοιμαστεί στον Πλάτωνα, όταν αυτός ξεχωρίζει το "τί πράγμα", το τί, απο το ποιόν. Η αριστοτελική του χρήση στην φυσική, οδηγεί αυτή την λογικο-γραμματική έννοια του υποκειμένου πολύ κοντά στην ύλη, σαν έννοια για την ύλη, και έχει σαν συνέπεια την εννοιολόγηση της αριστοτελικής μεταφυσικής της ουσίας. Έτσι λοιπόν αναρωτώμεθα πώς έγινε και στην βάση μίας τέτοιας κατευθύνσεως η μοντέρνα έννοια του υποκειμένου και της υποκειμενικότητος κατόρθωσε να λάβει την σημασία που της αποδίδεται σήμερα;!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (4)

 Συνεχίζεται απο :Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

 
Hans Georg Gadamer.

 Υπήρξε για μένα κάτι σαν ένα κεραυνοβόλημα όταν, αρχίζοντας να διαβάζει το βιβλίο VII της Μεταφυσικής, μετέφρασε «το όν λέγεται πολλαχώς», όχι όπως συνήθως αλλά «το όν το λένε πολλαχώς». Το εκφράζουν, το λένε οι πολλοί, χωρίς να είναι ένας ορισμός ή μία έννοια το λέγεται. Λέγεται πολλαχώς από όλους, με διάφορους τρόπους. Αυτή ήταν η εκπληκτική καινοτομία.

Αυτή η καινοτομία είναι μία πρώτη αιτία του ενδιαφέροντος του νεαρού Χάϊντεγκερ για τον Αριστοτέλη. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πώς αυτό το ενδιαφέρον γεννιόταν επίσης και από το γεγονός πώς ο Αριστοτέλης είναι ένα από τα μεγαλύτερα κείμενα της φιλοσοφικής παραδόσεως. Το κείμενό του μετράει πάνω από 2000 σελίδες, παρότι αυτό από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή αιτία. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε π.χ. γιατί ο Χάϊντεγκερ να μην προτιμήσει τον Πλάτωνα, ο οποίος έγραψε επίσης μεγαλειώδη κείμενα, και μάλιστα πιο γοητευτικά σε σύγκριση με τις λεπτές εννοιολογικές αναλύσεις που βρίσκουμε στον Αριστοτέλη. Γιατί δεν προτίμησε την ποιητική φαντασία τού Πλάτωνος; Την απάντηση σ’αυτή την ερώτηση μπορούμε να την βρούμε ανατρέχοντας στο θρησκευτικό πρόβλημα και στον ρόλο του δασκάλου που ο Αριστοτέλης, στην ερμηνεία που του’δωσε ο Θωμάς Ακινάτης, κατέληξε να παίξει στην Θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας. Ας σημειώσουμε πώς ο νεαρός Χάϊντεγκερ-και αυτό φαίνεται καθαρά από την βιογραφία του-αισθανόταν σαν μία διανοητική πρόκληση εκείνο που είναι ένα τυπικό πρόβλημα της μοντέρνας εποχής, την διατήρηση του Χριστιανικού μηνύματος δίπλα στην προοδευτική επιβεβαίωση, ξεκινώντας από το 600, εκείνης της επιστημονικής συμπεριφοράς που επηρεάζει όλη μας την πολιτισμική μόρφωση. Είναι συνθετικά δηλαδή το κεντρικό πρόβλημα του διαφωτισμού.

Όμως ακόμη και αν ξεκινήσουμε από το ενδιαφέρον τού Χάιντεγκερ για το πρόβλημα του Χριστιανισμού στον σύγχρονο κόσμο, επανεμφανίζεται η ερώτηση: γιατί ο Αριστοτέλης και όχι ο Πλάτων; Ο Αριστοτέλης δεν ήταν Χριστιανός και δεν ήταν κάν μία ψυχή φυσικώς Χριστιανική, όπως θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον Πλάτωνα, λόγω του μύθου του δημιουργού για παράδειγμα , ο οποίος γίνεται κατανοητός σαν μία ποιητική περιγραφή τής δημιουργίας ή για τον μύθο τής αθανασίας της ψυχής κ.τ.λ. Στον Πλάτωνα υπάρχουν τόσα πράγματα που έχουν έναν χαρακτήρα θεϊκής αποκαλύψεως και τα οποία προσφέρονται επομένως να ερμηνευθούν με την θρησκευτική σημασία. Στον Αριστοτέλη αντιθέτως, υπάρχει πολύ λίγο από όλα αυτά. Τότε; Εάν είναι κατανοητό πώς ορμώμενοι από θρησκευτικά ενδιαφέροντα είναι πολύ φυσικό να μελετήσουμε τον Πλάτωνα, γιατί να απευθυνθούμε στον Αριστοτέλη, ο οποίος σ’αυτό το πεδίο προσφέρει πολύ λιγότερα; Η απάντηση είναι απλή: Διότι ο Αριστοτέλης βρίσκεται στο βάθος όλης της Χριστιανικής Θεολογίας, διότι με τις αριστοτελικές έννοιες οι μεσαιωνικοί στοχαστές επεξεργάστηκαν τα δόγματα της Εκκλησίας.

Όταν λοιπόν ο νεαρός Χάιντεγκερ προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει την θέση του σαν Χριστιανός και αντιμετώπιζε το πρόβλημα τής πίστεως, αυτά τα δόγματα δεν του φαινόντουσαν επαρκή για να λύσουν τις αμφιβολίες και τις απορίες που η σύγχρονη εποχή είχε προκαλέσει στο θρησκευτικό έδαφος. Αυτή είναι η αληθινή αιτία, η πιο σημαντική τού ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη. Να και η ερώτηση που τον ερέθιζε! Τα εννοιολογικά εργαλεία που πρόσφερε ο Αριστοτέλης στην Χριστιανική φιλοσοφία είναι στ’αλήθεια κατάλληλα για να σκεφτούμε τα προβλήματα της πίστεως; Αυτή η καταλληλότης δεν είναι τόσο φανερή, επομένως υπάρχει ανάγκη να μελετηθούν τα Αριστοτελικά κείμενα. Νομίζω πώς η διανοητική εμπειρία του Χάιντεγκερ υπήρξε εκείνη ενός στοχαστού ο οποίος ξεκινώντας από την μοντέρνα φιλοσοφία, από την φαινομενολογία του Χούσσερλ, από τον νεοκαντισμό, από τον Ντίλτεϋ και πάει λέγοντας, έθεσε αυτή την έρωτηση! [Γιατί να σκεφτούμε την πίστη; Προβλήματα στην πίστη αντιμετώπισε ο Διαφωτισμός και δεν τα έλυσε! Ένας ορισμός του Διαφωτισμού είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις. Οδήγησε στην απελευθέρωση; Ή στις προκαταλήψεις του Διαφωτισμού ενάντια στην θρησκεία, οι οποίες αποκορυφώθηκαν στον Ναζισμό και τον Κομμουνισμό; (Πόση σκέψη έβαλε στην πίστη του ο ίδιος ο Χάιντεγκερ που πρόδωσε όλους τους μαθητές του; ΚΑΙ ΤΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ;).

Ο νεοθωμισμός τού οκτακόσια, πράγματι ήταν ένα μίγμα τού αυθεντικού Ακινάτη με λίγο Καντιανισμό, μία μίξη που επιβλήθηκε από την απαίτηση να μονιμοποιηθεί μία θετική σχέση ανάμεσα στο Τριαδικό δόγμα και τις μοντέρνες επιστήμες της φύσεως. Σ’αυτή την προοπτική υπάρχει ακόμη πολύ δουλειά να γίνει για να αναλυθούν τα δύο στοιχεία που συγκλίνουν στον νεοθωμισμό: ο αυθεντικός Ακινάτης και η χρησιμοποίησή του από την Εκκλησία, ιδιαιτέρως δε για τον σχηματισμό τού εκκλησιαστικού προσωπικού.

Ας θέσουμε όμως τώρα το πρόβλημα τής σχέσεως ανάμεσα στον Αριστοτέλη και την θρησκεία, ιδιαιτέρως την ελληνική θρησκεία. Και πρώτα απ’όλα τι ήταν η θρησκεία των Ελλήνων; Ας θυμηθούμε πώς η λέξη θρησκεία (Religion) δεν υπάρχει στην Ελληνική γλώσσα. Έχει λατινική καταγωγή και δεν γνωρίζω κανένα όρο που θα μπορούσε να την μεταφράσει κατάλληλα στα Ελληνικά. Αυτό το γεγονός πρέπει να σημαίνει κάτι. Σχετικά μ‘αυτό το θέμα, θυμάμαι ένα μάθημα στο οποίο συμμετείχα πολλά χρόνια πρίν, όταν ήμουν νεαρός μελετητής. Ήταν ένας κύκλος μαθημάτων τού Rudolf Bultmann, τού διάσημου θεολόγου τού Μαρβούργου, και στριφογυρνούσε γύρω από το γνωστό του βιβλίο τού 1917 «Το ιερό. Το άλογο στην ιδέα του Θείου και η σχέση του με το έλλογο». Στην διάρκεια της συζητήσεως, προέκυψε η ερώτηση για την δυνατή μετάφραση της θρησκείας στα Ελληνικά. Η απόφαση ήταν ότι η λέξη εξισούται με την λέξη «οσιότης»! αλλά δεν συμφώνησα. Η περιγραφή τής Ελληνικής θρησκείας που βρίσκουμε στον Όμηρο, η λεγόμενη ομηρική θρησκεία, δεν είναι άλλο από την αφήγηση της ζωής τών Θεών και τών σχέσεων τους με τους θνητούς. Πρόκειται μήπως για μία πίστη, για μία θρησκευτική ομολογία, για μία θεολογία; Οπωσδήποτε όχι, πρόκειται για άλλο πράγμα, δηλαδή για ποιητικές εικόνες που αναπαριστάνουν όχι το Θείο αλλά την φανέρωση του σε συγκεκριμένες μορφές και σε μοναδικές στιγμές. Σκεφτείτε πώς φανερώνονται οι Θεοί στον Όμηρο και πώς παρεμβαίνουν σε συγκεκριμένες στιγμές!

Ας έλθουμε τώρα στην έννοια του Θείου στον Αριστοτέλη. Γνωρίζετε καλά ποια είναι αυτή η έννοια! Ο Θεός είναι το υπέρτατο όν του Σύμπαντος, το πρώτο κινούν, του οποίου η μοναδική δραστηριότης είναι να στοχάζεται τον εαυτό του. Ταυτίζεται με τον αυτοστοχασμό του διότι σ’αυτόν πραγματοποιείται η ολότης τού πραγματικού. Θα συζητήσουμε στην συνέχεια από πιο κοντά αυτή την έννοια, όταν θα αναφερθούμε στο βιβλίο Λ της Μεταφυσικής όπου βρίσκουμε μία σύντομη περιγραφή τής μεταφυσικής και τής φυσικής θεωρίας του Αριστοτέλη. Για την ώρα αρκεί αυτή η αναφορά για να περάσουμε στην Χριστιανική Θεολογία.

Σίγουρα θα γνωρίζετε την διατύπωση που ορίζει την οντολογική ουσία τού Θεού στην θρησκευτική Θεολογία: ο Θεός είναι actus purus, μία δραστηριότητα τόσο καθαρή που περατούται στον εαυτό της, που για να είναι δεν έχει την ανάγκη άλλου παρά μόνον του εαυτού της, με έναν λόγο είναι αυτοστοχασμός. Actus purus: δηλάδή δραστηριότης. Τώρα λοιπόν, ποια είναι η σχέση ανάμεσα σ’αυτή την έννοια και το μήνυμα του Χριστιανισμού; Η μεγάλη υπόσχεση της Χριστιανικής εσχατολογίας είναι η επανεμφάνιση του Χριστού η παρουσία. Πιστεύω πώς γνωρίζετε όλοι σας αυτόν τον όρο που είναι Ελληνικής καταγωγής. Σημαίνει παρουσία, αλλά στον Χριστιανισμό δεν σημαίνει την απλή παρουσία, αλλά την επιστροφή τής παρουσίας, την επιστροφή τού Σωτήρος. Αυτό είναι το μήνυμα του Χριστιανισμού: Το Σωτηριώδες γεγονός. Ακόμη και η μεταστροφή, όπως συνέβη στην υπαρξιακή εμπειρία του Αυγουστίνου και τόσων άλλων, είναι ένα γεγονός, είναι η κλήση που συμβαίνει σε μία συγκεκριμένη στιγμή. Είναι σαφές λοιπόν πώς για τον Χριστιανό ο όρος παρουσία έχει μία διαφορετική σημασία από εκείνη που της προσέδιδαν οι Έλληνες. Υπάρχει επι πλέον, η σημασία τού απροσδόκητου ερχομού, τού έρχομαι στο Είναι, τής επαναμεταστροφής. Είναι σαν να συγκεντρώνεται σ’αυτή την λέξη όλη η ένταση ανάμεσα στην Ελληνική οντολογία και την ιδέα του Θείου, τού Χριστιανισμού.

Είμαστε έτσι στο σημείο στο οποίο θέλουμε να φτάσουμε: η Χριστιανική πίστη και η Αριστοτελική οντο-θεολογία δεν συμβιβάζονται. Η αριστοτελική έννοια του Θεού δεν αντιστοιχεί στην θρησκευτική εμπειρία της μεταστροφής, στην έλευση τού Σωτήρος, της παρουσίας σαν γεγονός. Τότε πώς είναι δυνατόν να επεξεργαστούμε μία κατάλληλη εννοιολόγηση σ’αυτή την θρησκευτική εμπειρία. Αυτό υπήρξε το έργο της ζωής του Χάιντεγκερ , να σκεφτεί δηλαδή μία οντολογία που θα αντιστοιχούσε στην θρησκευτική εμπειρία με μία καλύτερη μορφή, πιο προσαρμοσμένη, πιο ανάλογη, από την αριστοτελική 

Συνεχίζεται 

ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ!

Αμέθυστος.

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (7)

Συνέχεια από:Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Του Pierre Aubenque.

IV. Διαφορές στις γνώμες περί Ευτυχίας.

Καθώς λοιπόν το Αγαθό είναι εξ 'ορισμού το τέλος "πρός το οποίο τείνουν όλα τα όντα", καθώς απεδείχθη επίσης η σύγκλιση των ανθρώπινων σκοπών πρός ένα υπέρτατο Αγαθό, και καθώς αυτό το υπέρτατο Αγαθό έλαβε την λαϊκή ονομασία "Ευτυχία", απομένει να καθορισθεί το περιεχόμενο τής Ευτυχίας. Σύμφωνα και με την συνήθειά του λοιπόν ο Αριστοτέλης ξεκινά με την εξέταση τής γνώμης που διαθέτουν οι άνθρωποι για το θέμα! Οι μέν εγκαθιστούν την ευτυχία στην ευχαρίστηση (Ηθ. Νικομ. Βιβλίο Ι), άλλοι στον πλούτο ή στην δόξα, άλλοι ακόμη στην υγεία ή στην γνώση, κ.τ.λ. Βεβαίως αυτές οι γνώμες έχουν πάνω κάτω μία αξία, σύμφωνα με τους ανθρώπους που τις συμμετίζονται. Αλλά θα μπλεκόμαστε σε έναν αδιέξοδο κυκεώνα, τον οποίο αποφεύγει ο Αριστοτέλης, εάν θεωρούσαμε σαν μοναδική ευτυχία εκείνη που φαίνεται σαν αυθεντική ευτυχία, στον καλό άνθρωπο. Υπάρχει ένα μέρος αλήθειας σ'αυτό το κλωθογύρισμα, αλλά για να ξεχωρίσει τις γνώμες οι οποίες πλησιάζουν περισσότερο στην αλήθεια, ο Αριστοτέλης πρέπει να εφαρμόσει ορισμένα κριτήρια τα οποία μπορούν να αντικειμενοποιηθούν καλύτερα.
Το πρώτο απο αυτά τα κριτήρια είναι τυπικό, κανονιστικό. Η ευτυχία ή το υπέρτατο αγαθό είναι ένα αγαθό που αποκτάται μόνον γι' αυτό το ίδιο και όχι ενόψει κάποιου άλλου σκοπού, ο οποίος θα ήταν γι'αυτόν τον λόγο πιό υψηλός απο το υπέρτατο αγαθό. Πράγμα αδύνατο. Έτσι λοιπόν το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών πεποιθήσεων εκλαμβάνουν σαν υπέρτατο σκοπό αυτό που στην πραγματικότητα δέν είναι παρά το μέσον για να επιτευχθεί ένας υψηλότερος σκοπός, και στο τέλος, η ευτυχία. Μ'αυτόν τον τρόπο, αγωνιζόμαστε για τον πλούτο ή την υγεία μόνον εν' όψει της χρήσεως που θέλουμε να κάνουμε: και αυτοί που κυνηγούν τις τιμές, δέν το κάνουν για τις τιμές τις ίδιες, αλλά για να εξασφαλίσουν, μέσω αυτών, την δική τους τιμή και αξία (Ηθ Νικομ Ι, 3, 1095 b 27). Πρόκειται δηλαδή για δευτερεύοντες σκοπούς, και όχι για κείνον τον καθαυτό σκοπό που πρέπει να αποτελεί η Ευτυχία.
Πιό δύσκολη όμως φαίνεται η ανασκευή όλων όσων λανθασμένως εξομοιώνουν την Ευτυχία με την Ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση λοιπόν, δέν είναι ένα μέσον ενόψει ενός σκοπού, αλλά μοιάζει να επιθυμείται καθαυτή. Υπέρ αυτής της ταυτίσεως τής ευχαρίστησης ή τής ηδονής με την ευτυχία, θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε το γεγονός πώς όλα τα όντα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που διαθέτουν λογική, επιδιώκουν την ευχαρίστηση. Απο αυτή την εξακρίβωση ο Αριστοτέλης-πιστός και σ'αυτό το σημείο, του ορισμού τού αγαθού που έδωσε- συμπεραίνει πώς η ευχαρίστηση είναι ένα αγαθό ή τουλάχιστον είναι ένα μέρος του, με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο. Με αυτή την δήλωση ο Αριστοτέλης αντιτίθεται καθαρά σ'εκείνους τους σκιώδεις φιλοσόφους οι οποίοι, σαν τον Σπεύσιππο, υπολόγιζαν γενικώς την ευχαρίστηση, σάν μία μορφή του κακού.
Αλλά εάν η ευχαρίστηση είναι ένα αγαθό, δέν είναι όμως ταυτόχρονα και το υπέρτατο αγαθό. Σ'αυτή την θέση, σύμφωνα με την οποία η ευχαρίστηση είναι ένα αγαθό χωρίς να είναι το καθαυτό αγαθό, αφιέρωσε ο Αριστοτέλης μία πραγματεία, τής οποίας διαθέτουμε δύο εκδοχές: η μία, η αρχαιότερη, διασώζεται στο βιβλίο VII και η άλλη στο βιβλίο Χ της Νικομάχειας ηθικής. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τής ευχαριστήσεως λοιπόν, ότι αναζητάται δηλ. καθαυτή, για την ευχαρίστηση και όχι ενόψει κάποιου άλλου πράγματος, την καθιστά παραπλήσια με την ευτυχία. Όμως στο βιβλίο Χ ο Αριστοτέλης αποδεικνύει πώς η ευχαρίστηση δέν είναι ένα τέλος που αρκείται στον εαυτό του, επαρκές, αλλά είναι ένα "επιγιγνόμενον τι τέλος", δηλαδή ένα είδος τέλους το οποίο συνοδεύει πάντοτε ένα άλλο (X 4,1174 b 33).
Η ευχαρίστηση δέν μπορεί να ξεχωρίσει απο την δραστηριότητα απο την οποία συνοδεύεται και της οποιας, κατά κάποιο τρόπο είναι το συμπλήρωμα. Αλλά όμως αυτό που επιθυμείται αμέσως για τον εαυτό του, γι'αυτό το ίδιο, δέν είναι η ευχαρίστηση αλλά η πράξη. Και απόδειξη είναι πώς κανείς δέν θα' θελε να δοκιμάσει ευχαρίστηση πράττοντας κάτι που θεωρείται ντροπή, όπως επίσης, αντιστρόφως, ενέργειες όπως το όραμα, η ενθύμηση, η γνώση ή η ενεργός απόκτηση κάποιας αρετής, είναι επιθυμητές παρότι δέν προσφέρουν καθ'αυτές καμμία ηδονή. Ότι η ευχαρίστηση συνοδεύει στην πραγματικότητα και αυτές τις τελευταίες δραστηριότητες δέν αλλάζει καθόλου το γεγονός πώς αυτές οι δραστηριότητες είναι επιθυμητές καθαυτές καί γι'αυτές, καθόσον άλλες δραστηριότητες, ακόμη και αν θεωρηθούν ευχάριστες, δέν θεωρούνται άξιες να γίνουν αντικείμενο επιθυμίας (1174 α 1-8).
Δέν είναι η ευχαρίστηση λοιπόν που καθιστά επιθυμητή την δραστηριότητα την οποία συνοδεύει, αναλόγως των περιπτώσεων, αλλά καθιστά περισσότερο ή λιγότερο επιθυμητή την δραστηριότητα που συνοδεύει, η ευχαρίστηση, σαν κάτι "παραπάνω". Σαν κάτι επιπλέον [Καλό λίαν].


Συνεχίζεται
Αμέθυστος.


The Century of the Self - 02 - The Engineering of Consent



Το πρόγραμμα διερευνά πώς αυτοί που είχαν την εξουσία στη μεταπολεμική Αμερική χρησιμοποίησαν τις ιδέες του Φρόιντ για το ασυνείδητο μυαλό για να προσπαθήσουν να ελέγξουν τις μάζες. 
Οι πολιτικοί και οι σχεδιαστές πίστευαν την υποκείμενη υπόθεση του Φρόιντ - ότι βαθιά μέσα σε όλα τα ανθρώπινα όντα υπήρχαν επικίνδυνες και παράλογες επιθυμίες και φόβοι. 
Ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν η απελευθέρωση αυτών των ενστίκτων που είχε οδηγήσει στη βαρβαρότητα της ναζιστικής Γερμανίας.
Για να σταματήσουν να ξανασυμβεί, ξεκίνησαν να βρουν τρόπους να ελέγξουν αυτόν τον κρυμμένο εχθρό μέσα στο ανθρώπινο μυαλό.
 Η κόρη του Σίγκμουντ Φρόιντ, Άννα, και ο ανιψιός του, Έντουαρντ Μπερνέις, παρείχαν την κεντρική φιλοσοφία. 
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, οι μεγάλες επιχειρήσεις και η CIA χρησιμοποίησαν τις ιδέες τους για να αναπτύξουν τεχνικές διαχείρισης και ελέγχου του μυαλού του αμερικανικού λαού. 
Αλλά αυτό δεν ήταν μια κυνική άσκηση χειραγώγησης. 
Αυτοί στην εξουσία πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσει η δημοκρατία και να δημιουργηθεί μια σταθερή κοινωνία ήταν η καταστολή της άγριας βαρβαρότητας που κρυβόταν ακριβώς κάτω από την επιφάνεια της κανονικής αμερικανικής ζωής. Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ 
Η αναγνωρισμένη σειρά του Άνταμ Κέρτις εξετάζει την άνοδο του καταναλωτή εαυτού στο πλαίσιο της δυναστείας του Φρόιντ.
Για πολλούς τόσο στην πολιτική όσο και στις επιχειρήσεις, ο θρίαμβος του εαυτού είναι η απόλυτη έκφραση της δημοκρατίας, όπου η εξουσία έχει τελικά μεταφερθεί στους ανθρώπους. 
Σίγουρα οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται ότι είναι επικεφαλής, αλλά είναι πραγματικά; 
Το Century of the Self αφηγείται την ανείπωτη και μερικές φορές αμφιλεγόμενη ιστορία της ανάπτυξης της κοινωνίας των μαζικών καταναλωτών στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Πώς δημιουργήθηκε ο καταναλωτικός εαυτός, από ποιον και προς τα συμφέροντα ποιου; 
Η δυναστεία Φρόιντ βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συναρπαστικής κοινωνικής ιστορίας. 
Sigmund Freud, ιδρυτής της ψυχανάλυσης. 
Ο Edward Bernays, που εφηύρε τις δημόσιες σχέσεις. 
Η Άννα Φρόιντ, η αφοσιωμένη κόρη του Σίγκμουντ. και ο σημερινός γκουρού των δημοσίων σχέσεων και δισέγγονος του Σίγκμουντ, Μάθιου Φρόιντ.
 Το έργο του Σίγκμουντ Φρόιντ στον φουσκωτό και θολό κόσμο του υποσυνείδητου άλλαξε τον κόσμο. Με την εισαγωγή μιας τεχνικής για την ανίχνευση του ασυνείδητου νου, ο Φρόιντ παρείχε χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση των κρυφών επιθυμιών των μαζών. Άθελά του, το έργο του χρησίμευσε ως ο πρόδρομος ενός κόσμου γεμάτου πολιτικούς σπιν-γιατρούς, μεγιστάνες του μάρκετινγκ και την πεποίθηση της κοινωνίας ότι η επιδίωξη της ικανοποίησης και της ευτυχίας είναι ο απώτερος στόχος του ανθρώπου.

Μη στεναχωριέσαι και τόοοοοοσο πολύ πια επειδή αμάρτησες - Γέροντος Αιμιλιανού

Η θλίψη, η στεναχώρια για ότι έπραξες, είναι η μεγαλύτερη αμαρτία σου!
Ο σατανάς, ψευδώς εισηγούμενος και σε σένα όπως στην Εύα και τον Αδάμ, δεν σου αποκαλύπτει την καινούργια αμαρτία, (θλίψη) αλλά σε πείθει να θλίβεσαι, διότι διέπραξες τόσα αμαρτήματα και λύπησες το Θεο.
Είναι μία παγίδα στην οποία πέφτουμε σχεδόν όλοι οι άνθρωποι!
Αυτό σου συμβαίνει διότι η θλίψη είναι η ανάκυψη, το ξανα-στήσιμο του εγώ, η ανά-σταση του Παλαιού ανθρώπου!
Είναι η υπερηφάνειά σου, ο εγωισμός σου, ο οποίος ζητάει να επιβιώσει μέσα σου επειδή τον έθαψες με την επίγνωση του θελήματος του Θεού που είναι να απέχεις από την αμαρτία.
Η θλίψη, η στεναχώρια για ότι έπραξες, είναι η μεγαλύτερη αμαρτία σου! (Τσαλακώθηκε το εγώ σου, γι' αυτό αντιδρά με θλίψη).
Είναι σαν να αρπάζεις ένα είδωλο που έχει πέσει και το στέλνεις πάλι και το ξαναπροσκυνάς....(με την πολλή θλίψη...)
Γέροντος Αιμιλιανού
(Ερμηνεία στον Αββά Ησαΐα)
 
Και για την αντιγραφή
π. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος

100.000 στο Βελιγράδι διαδήλωσαν υπέρ Ρωσίας και Παραδοσιοκρατίας μετά την ακύρωση του Europride από Βούτσιτς!

Βελιγράδι

100.000 κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους στο Βελιγράδι για να δείξουν αλληλεγγύη στη Ρωσική Ομοσπονδία και να υπερασπιστούν την ενότητα και τις παραδοσιακές αξίες.Για μια ακόμη φορά είπαν ΟΧΙ στο προγραμματισμένο για πρωτεύουσα Σερβίας EUROPRIDE αν και ο Πρωθυπουργός Βούτσιτς ικανοποίησε το μαζικό λαικό αίσθημα κι ανακοίνωσε πως το αναβάλει ή και το ακυρώνει επικαλούμενος την κρίση με Κοσσυφοπέδιο! Οι διαδηλωτές έφεραν τις σημαίες της Σερβίας και της Ρωσίας, εμφανίστηκαν αφίσες με την εικόνα του Πούτιν. Διεξήχθη τηλεδιάσκεψη μεταξύ Μόσχας και Βελιγραδίου.

ΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΤΗΣ ΝΟΗΤΙΚΗΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ - ΟΙ ΕΦΕΥΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ένα  εκπληκτικό άρθρο που αποδεικνύει ότι  η γένεση  σημαντικών κοινωνικών φαινομένων δεν είναι αυθόρμητη.

Μετάφραση- επιμέλεια:  Ελευθέριος  Αναστασιάδης

Ε.L. Bernays
Ο  E. L. Bernays γεννήθηκε στην Βιέννη από εβραίους γονείς και ήταν ανιψιός του Σ. Φρόυντ. To 1892 η οικογένεια  του μεταφέρθηκε στην Νέα Υόρκη, χωρίς όμως να διακόψει τις επαφές της με τον θείο Φρόυντ. Στην Νέα Υόρκη, ο πατέρας Bernays κατόρθωσε να γίνει ένας πλούσιος έμπορος σιτηρών, και ενθάρρυνε τον γιό του να σπουδάσει γεωπονική στο πανεπιστήμιο Cornell. Πράγματι, ο υιός Bernays  το 1912 παίρνει το πτυχίο του αλλά δεν θα ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Αρχίζει να δουλεύει ως δημοσιογράφος και διαφημιστής. 

Συνδυάζοντας τις θεωρίες του Gustave Le Bon (συγγραφέα του γνωστού βιβλίου: ''Η ψυχολογία του όχλου'') και του Wilfred Trotter, μελετητή παρόμοιων θεμάτων, με τις ψυχολογικές θεωρίες που επεξεργάστηκε ο θείος του ο Φρόυντ, ο Bernays υπήρξε ένας από τους πρώτους που εμπορευματοποίησε τις μεθόδους για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ψυχολογία του ασυνειδήτου ως μέσο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Αυτός δημιούργησε τους όρους ''συλλογικός νους'' και ''κατασκευή της συναίνεσης'', σημαντικές έννοιες για την πρακτική εργασία της προπαγάνδας. 

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ  ΠΟΛΕΜΟΣ

Το βράδυ που  ο  Enrico  Caruso τραγουδούσε στο Τολέδο του Οχάιο , στις  6  Απριλίου του 1917, η Αμερική δηλώνει την είσοδό της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό  των δυνάμεων της Συνεννόησης,  εναντίον της Γερμανίας και της Αυστρίας. Στην αρχή  ο λαός έδειχνε αντίθετος σε αυτή την επιλογή, έτσι, για να αποκτηθεί η συναίνεση της δημόσιας γνώμης, η Αμερικανική κυβέρνηση, με αρχηγό τον Thomas Woodrow Wilson, στις 13 Απριλίου του 1917 θεσπίζει μία επιτροπή για την δημόσια πληροφόρηση, το  Committee on Public Information, γνωστό και ως  Creel  Committee. 

Μέλη της επιτροπής ορίσθηκαν, εκτός από τον πρόεδρο Creel, οι υπουργοί πολέμου και εξωτερικών, διαφημιστές, δημοσιογράφοι μεταξύ των οποίων ο εβραίος Walter Lippmann, και φυσικά ο E. L. Bernays. Το Creel Committee οργανώθηκε ως πολεμικό προπαγανδιστικό μέσο ικανό να εκμεταλλευτεί διαφορετικά όργανα, για να διαδώσει την ιδέα της αποδοχής της εισόδου της Αμερικής στον πόλεμο. Δημιουργηθήκαν και τμήματα στο εξωτερικό με γραφεία σε τριάντα χώρες. Στην εθνική επικράτεια διαδόθηκαν χιλιάδες ανακοινώσεις στον τύπο και εκατομμύρια πόστερ , μεταξύ των οποίων το πιο γνωστό είναι αυτό του ''Θείου Σαμ'' με την φράση "I Want You  for US Army". Αλλά και εντός του κινηματογράφου εισήχθησαν προπαγανδιστικές μέθοδοι υπέρ του πολέμου με την ''New Division''  και την  ''Film Division''. Η βιομηχανία του Hollywood παρήγαγε μία σειρά από ταινίες με σαφές αντι- γερμανικό μήνυμα: «Τα  νύχια του Oύνου», «Ο Πρώσος εγκληματίας», «Στην κόλαση με τον Κάιζερ», «Ο Κάιζερ το θηρίο του Βερολίνου» . 

Έξη μήνες προπαγανδιστικής εκστρατείας, προκάλεσαν την γέννηση και διάδοση δεκάδων πατριωτικών οργανώσεων που οδήγησαν την χώρα σε μία αντι-γερμανική υστερία τόσο έντονη, ώστε να εντυπωσιάσει οριστικά τον αμερικανικό επιχειρηματικό κόσμο (και, μεταξύ των άλλων, τον νεαρό τότε στρατιώτη Χίτλερ) για την ικανότητα να κατευθύνει την δημόσια γνώμη σε ευρεία κλίμακα.

ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ  ΚΑΙ  ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΤΩΝ  ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ο Bernays είχε καταλάβει ότι, αφού ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί η προπαγάνδα για πολεμικούς σκοπούς, ήταν σίγουρα δυνατόν να την χρησιμοποιήσει και κατά την περίοδο της ειρήνης. Επειδή ο όρος προπαγάνδα είχε ταυτιστεί με τον πόλεμο, ο Bernays αποφάσισε να βρει ένα διαφορετικό όνομα για την δραστηριότητα του, αποκαλώντας την αρχικά  ''Διαφημιστική διεύθυνση'' και εγκαταστάθηκε σε ένα γραφείο στο  Broadway.

Η Αμερική είχε γίνει μία βιομηχανοποιημένη μαζική κοινωνία, με εκατομμύρια κατοίκους  συγκεντρωμένους στις πόλεις. Ο Bernays ήταν αποφασισμένος να βρει νέους τρόπους για να ελέγξει και να αλλοιώσει τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι νέες μάζες σκέπτονταν και αισθανόταν. Για να το κάνει, απευθύνθηκε στα γραπτά του θείου του Φρόυντ. Ενώ βρισκόταν  επισκέπτης στο Παρίσι,  έστειλε στον θείο του ως δώρο κουβανικά πούρα και ο Φρόυντ για να τον ευχαριστήσει του έστειλε ένα αντίτυπο από το βιβλίο του ''Εισαγωγή στην ψυχανάλυση''. Ο Bernays ανακαλύπτοντας τις ανορθολογικές δυνάμεις που κρύβονται μέσα στον ανθρώπινο νου, διερωτήθηκε εάν θα μπορούσε να κερδίσει χρήματα   χειραγωγώντας το ασυνείδητο. 

ΟΙ   ΕΤΑΙΡΙΕΣ  ΚΑΙ  Η  ΔΙΕΓΕΡΣΗ  ΠΕΡΙΤΤΩΝ  ΑΝΑΓΚΩΝ

Εκείνο που ο Bernays έκανε γοήτευε τις μεγάλες εταιρείες, που μετά το τέλος του πολέμου είχαν πλουτίσει και αποκτήσει μεγάλη ισχύ, αλλά ταυτόχρονα είχαν μία ανησυχία: το σύστημα της μαζικής παραγωγής είχε ευημερήσει κατά την διάρκεια του πολέμου, και τώρα εκατομμύρια αγαθά έβγαιναν από τις γραμμές παραγωγής. Αυτό που τις φόβιζε ήταν ο κίνδυνος της υπερπαραγωγής, και το γεγονός ότι ο κόσμος θα έφθανε να κατέχει πολλά πράγματα και απλά θα σταματούσε να αγοράζει. 

Μέχρι εκείνου του σημείου το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων πωλούνταν  στις μάζες βάση μιας ανάγκης: ενώ οι πλούσιοι ήταν συνηθισμένοι από καιρό στα είδη πολυτελείας, για εκατομμύρια αμερικανούς εργαζόμενους το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων διαφημιζόταν ως αναγκαιότητα. Προϊόντα όπως υποδήματα, κάλτσες, ακόμη και αυτοκίνητα, πωλούνταν βάση της λειτουργικότητας τους και της διάρκειας τους. Μέχρι εκείνο τον καιρό, ο σκοπός της διαφήμισης ήταν απλά να δείξει στον κόσμο τις πρακτικές αρετές του προϊόντος και τίποτα  περισσότερο.

Οι εταιρείες κατάλαβαν αυτό που έπρεπε να κάνουν: να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανών σκεπτόταν τα προϊόντα. Ένας από τους πιο γνωστούς τραπεζίτες της Wall Street, ο Paul Mazur της εβραϊκής τράπεζας Lehman Brothers, είχε ξεκάθαρες ιδέες γι’ αυτό που ήταν αναγκαίο: "Οφείλουμε να μετατρέψουμε την Αμερική από το να είναι μία κουλτούρα των αναγκών, να γίνει μία κουλτούρα των επιθυμιών. Πρέπει να διδάξουμε στον κόσμο να θέλει νέα πράγματα, ακόμη πριν τα παλαιά πράγματα να έχουν αναλωθεί πλήρως. Οφείλουμε να διαμορφώσουμε μία νέα νοοτροπία στην Αμερική. Οι επιθυμίες του ανθρώπου πρέπει να επισκιάσουν τις ανάγκες του".  

Ο άνθρωπος που θα ήταν στο κέντρο αυτής  της  αλλαγής  νοοτροπίας  για τις αμερικανικές εταιρείες ήταν  ο  Edward  Bernays. Ήταν σίγουρα ο άνθρωπος που περισσότερο από κάθε άλλον έθετε σε εφαρμογή τις ψυχολογικές θεωρίες, κάτι το ουσιαστικό για να βοηθήσει τις εταιρείες να γοητεύσουν και να χειραγωγήσουν τις μάζες με αποτελεσματικό τρόπο. 

Το 1927 ένας αμερικανός δημοσιογράφος θα γράψει: "Η δημοκρατία μας υπέστη μία αλλαγή: ονομάζεται καταναλωτισμός. Για την χώρα του ο αμερικανός πολίτης δεν έχει πια σημασία  ως πολίτης, αλλά ως καταναλωτής. ''

«ΟΙ ΔΑΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» 

Το 1929 ο Bernays πραγματοποιεί μία από τις διαβόητες πρωτοβουλίες του: εκείνη να πείσει τις γυναίκες να αρχίσουν το κάπνισμα, με την διαφημιστική  εκστρατεία  γνωστή ως «οι δάδες της ελευθερίας». Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν κάπνιζαν, και μάλιστα στις ελάχιστες που θα το ήθελαν, δεν επιτρεπόταν να καπνίζουν σε δημόσιους χώρους. Το 1922 στη Νέα Υόρκη ο George Washington Hill, πρόεδρος της ένωσης παραγωγών καπνού (American Tobacco Company), απευθύνθηκε στον Bernays για να βρει έναν τρόπο να σπάσει αυτή την απαγόρευση και να ανοίξει την αγορά στο γυναικείο κοινό. Ο Bernays  συμβουλεύτηκε έναν ψυχαναλυτή, τον Abraham Arden Brill, ο οποίος συνεργαζόταν με τον θείο του, για να ανακαλύψει τι σήμαιναν τα τσιγάρα για τις γυναίκες. Ο Brill εξήγησε στον Bernays ότι  κατά την γνώμη του, για τις γυναίκες τα τσιγάρα αντιπροσωπεύουν το αρσενικό σύμβολο του πέους και την σεξουαλική δύναμη του άνδρα. Ο Brill είπε στον Bernays ότι  εάν  ήταν δυνατόν να βρει έναν τρόπο να συνδέσει τα τσιγάρα με την ιδέα της αμφισβήτησης της αρσενικής εξουσίας, τότε οι γυναίκες θα κάπνιζαν, γιατί με αυτό τον τρόπο θα αποκτούσαν ένα δικό  τους ''πέος'', δηλαδή εξουσία. 

Κάθε χρόνο στο  Broadway, συνοικία της Νέας Υόρκης, γινόταν μία παραδοσιακή παρέλαση για το Πάσχα στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες άτομα.Ο Bernays αποφασίζει να οργανώσει μία εκδήλωση: έπεισε μία ομάδα από δέκα πλούσιες φεμινίστριες να κρύψουν τα τσιγάρα της μάρκας ''Lucky Strike'' κάτω από την φούστα τους.Μετά θα παρέλαυναν μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο και με ένα σήμα του θα άναβαν με θεατρικό τρόπο τα τσιγάρα τους. Εν τω μεταξύ ο Bernays είχε πληροφορήσει τους δημοσιογράφους, ότι μία ομάδα γυναικών θα έκαναν μία διαδήλωση διαμαρτυρίας ανάβοντας εκείνες που αυτές ονόμαζαν «δάδες της ελευθερίας». Αυτή η φράση ήταν μία καθαρή αναφορά στο ''άγαλμα της ελευθερίας'', σύμβολο που ανακαλεί την ενότητα του έθνους και τις αξίες του, το οποίο βρισκόταν σε όλα τα αμερικανικά κέρματα. Την 1η  Απριλίου του  ‘ 29  οι New York Times έγραφαν: "Ομάδα  κοριτσιών ανάβει τσιγάρα ως  χειρονομία  ελευθερίας.". Από εκείνη την ημέρα και μετά οι πωλήσεις τσιγάρων στις γυναίκες αυξήθηκαν κατακόρυφα. Από αυτή την διαφημιστική εκστρατεία εμπνεύστηκε αργότερα και η εταιρεία   Philip Morris,  που την εφάρμοσε αυτή την φορά στους άνδρες, δημιουργώντας  την  φιγούρα  του  φημισμένου ''Marlboro  καουμπόη''.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  - ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ- ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ 

Οι ιδέες του Bernays και του Lippman πάνω στην διακυβέρνηση των μαζών, πήραν την ιδέα της δημοκρατίας και την μετέτρεψαν σε ένα καταπραϋντικό , σε ένα  είδος χαπιού το οποίο θα ικανοποιούσε όλες τις ανάγκες, αλλά θα δημιουργούσε και νέες.Το δημοκρατικό ιδεώδες του Bernays ήταν να διατηρήσει τις σχέσεις εξουσίας, ακόμη και εάν αυτό ήθελε να πει ότι ήταν αναγκαίος ο ερεθισμός της ψυχολογικής ζωής του κοινού. Όμως εάν όποιος βρίσκεται στην εξουσία κατορθώνει να ερεθίζει συνεχώς την  ανορθολογική διάσταση του νου, πρακτικά μπορεί να συνεχίσει να κάνει ότι θέλει.

Ο Bernays  είχε γίνει μία κεντρική φιγούρα μέσα στην οικονομική ελίτ  που κυριαρχούσε στην αμερικανική κοινωνία, και στην πολιτική της δεκαετίας  του ’20. Είχε γίνει πολύ πλούσιος και ζούσε σε ένα πολυτελές διαμέρισμα σε ένα από τα πιο ακριβά ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης. Χρησιμοποιούσε αυτό το μέρος για να οργανώνει γιορτές στις οποίες συμμετείχαν ο δήμαρχος, οι ιδιοκτήτες των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οι πολιτικοί αρχηγοί, οι οικονομικοί  παράγοντες. Είχε επαφές με πολύ κόσμο και όλοι ήθελαν να τον γνωρίσουν. Αυτή η μεγάλη αναγνώριση και δημοτικότητα, καθώς και οι γνώσεις του πάνω στις ψυχολογικές στρατηγικές για να ελέγχει τις μάζες,  τον είχαν οδηγήσει να θεωρεί τον κόσμο που τον περιέβαλε ως  χαζό: εάν κάποιος έκανε τα πράγματα διαφορετικά  από ότι αυτός θα τα έκανε, θα τον έκρινε ως  ηλίθιο. Το 1939 η Νέα Υόρκη φιλοξένησε την  ''Παγκόσμια Έκθεση''. Ο Edward Bernays ήταν ο κύριος σύμβουλος και επέμεινε το κεντρικό θέμα να είναι η σύνδεση μεταξύ της δημοκρατίας και του κόσμου των επιχειρήσεων. Στην καρδιά της έκθεσης υπήρχε μία γιγάντια λευκή σφαίρα που ο Bernays βάφτισε "Δημοκρατούπολη", και το κύριο αντικείμενο που εκτίθετο ήταν ένα μηχανικό γιγάντιο μοντέλο του μέλλοντος  της Αμερικής, κατασκευασμένο από την General Motors. Για τον  Bernays, η Παγκόσμια  Έκθεση  ήταν μία ευκαιρία για να διατηρήσει το status quo, δηλαδή, τον γάμο μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού. Τα κατάφερε χειραγωγώντας τον κόσμο, διασφαλίζοντας ότι θα πιστεύει ότι μία πραγματική δημοκρατία ήταν δυνατή μόνο σε μία καπιταλιστική κοινωνία, επειδή ήταν σε θέση να κάνει οτιδήποτε, να κατασκευάσει όμορφες λεωφόρους,  να φέρει τον κινηματογράφο στα σπίτια των ανθρώπων, τα φτιάξει ασύρματα τηλέφωνα, λαμπερά σπορ αυτοκίνητα. Εν ολίγοις, ένας καθαρός καταναλωτισμός. Και άφησε να εννοηθεί, ότι η δημοκρατία και ο καπιταλισμός ήταν έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες.