Ακαδημαϊκό Έτος: 2017-2018 (ΕΑΠ)
Εισαγωγή
Με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, στέφεται βασιλιάς αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο αρχίζει να γίνεται και πάλι υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη και διπλωματικό κέντρο. Οι Λατίνοι που θέλουν να δημιουργήσουν και πάλι τη Λατινική Αυτοκρατορία, μαζί με τον πάπα, που επιθυμεί την υποταγή της Κωνσταντινούπολης στην παπική Εκκλησία, οργανώνουν εκ νέου σταυροφορία κατά του Μιχαήλ και του Βυζαντίου. Σε αυτή την εργασία θα παρουσιαστούν τα ιστορικά γεγονότα από τη στέψη του Μιχαήλ, το 1261, μέχρι την επανάσταση των Σικελών, το 1282, καθώς και η πολιτική τακτική του Μιχαήλ, προκειμένου να σώσει την Κωνσταντινούπολη από τη Δύση και μια νέα καταστροφική σταυροφορία.Μικρογραφία από χειρόγραφο των Ιστοριών του Γεωργίου Παχυμέρη (14ος αι., Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Μόναχο).
Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος 1261-1282
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ο Η΄ στέφθηκε αυτοκράτορας στην Αγία Σοφία, το 1261, από τον Πατριάρχη Αρσένιο, αμέσως μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, παρακάμπτοντας τον νόμιμο αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιωάννη Λάσκαρη τον Δ’. Στα σχέδια του ήταν η ενίσχυση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης, από ενδεχόμενη επίθεση των Λατίνων, η ανακατασκευή και ο εποικισμός, της σχεδόν, κατεστραμμένης Πόλης και κυρίως η ένωση όλων των λατινοκρατούμενων, ελληνικών εδαφών. Ξεκίνησε, αμέσως, με την ανοικοδόμηση και τη μεταφορά μόνιμου πληθυσμού στην ερειπωμένη Κωνσταντινούπολη και την επισκευή των χερσαίων και θαλάσσιων τειχών Επισκεύασε και ενίσχυσε οικονομικά τις εκκλησίες και τα μοναστήρια για να αποκατασταθεί η ορθόδοξη πίστη, κερδίζοντας, έτσι, την υποστήριξη του κλήρου και την εμψύχωση των Ελλήνων. Αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο, όμως, ήταν η οργάνωση της άμυνας της Πόλης, καθώς γνώριζε ότι δε διέθετε ισχυρό στόλο και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο των γύρω θαλασσών (ΙΕΕ, 1980: 117, 118, Nicol, 2005: 76).
Ο Μιχαήλ είχε να αντιμετωπίσει την κυρίαρχη, ιταλική ναυτική δύναμη στη λεκάνη της Μεσογείου, την ηγεμονία των Φράγκων στην Ελλάδα, την άρνηση της ελληνικής ηγεσίας της Ηπείρου και της Θεσσαλίας για την ενσωμάτωση τους στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τους οπαδούς του νόμιμου βυζαντινού αυτοκράτορα Λάσκαρη, τα σλαβικά βασίλεια της Βουλγαρίας και της Σερβίας, τους Δυτικούς που ήλπιζαν να επανιδρύσουν τη λατινική αυτοκρατορία, μα κυρίως τη Ρώμη και τον πάπα, που δεν μπορούσε να δεχτεί εύκολα ότι η Κωνσταντινούπολη ξέφυγε από την λατινική κυριαρχία και δεν υποτάχτηκε, τελικά, στη ρωμαϊκή Εκκλησία. Σκόπευε, λοιπόν, να ανακόψει τα επιθετικά σχέδια των Δυτικών δια της διπλωματικής οδού, να διαλύσει το κράτος της Ηπείρου και όσες λατινικές κτήσεις είχαν απομείνει στην Ελλάδα και να αποτρέψει μια πιθανή συμμαχία της Σικελίας με τον πάπα (Nicol, 2005: 84, ΙΕΕ, 1980: 119, Ostrogorsky, 2002: 135).
Αρχικά, ο Μιχαήλ, μην έχοντας εμπιστοσύνη στους Βενετούς, θέλησε να κερδίσει την υποστήριξη των συμμάχων του, επαναφέροντας τη συνθήκη με τους Γενουάτες. Στο τέλος του 1261, περίπου 46 γενουάτικα πλοία περιπολούσαν την Κωνσταντινούπολη, κρατώντας μακριά τους Βενετούς. Λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1262, προκειμένου να αποτρέψει μια πιθανή σταυροφορία εναντίον του, με πρόφαση την ειρήνη και την ενότητα της εκκλησίας, ξεκίνησε νέες διπλωματικές σχέσεις με τον πάπα, με σκοπό την ένωση των εκκλησιών. Ο πάπας, όμως, που θεωρούσε ακόμα αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης τον Βαλδουίνο τον Β΄, υποδαύλιζε την ιδέα μιας σταυροφορίας κατά του Μιχαήλ, με πρόθυμους υποστηρικτές τους Βενετούς και τον Μανφρέδο της Σικελίας, που ο πάπας θεωρούσε εχθρό, αφού ήταν ο νόθος γιος του εχθρού του Χοχεστάουφεν Φρειδερίκου Β’. Έτσι, όρισε αρχηγό της σταυροφορίας τον Κάρολο τον Ανδεγαυό. Μετά το θάνατο του πάπα Ουρβανού Δ΄, ο διάδοχος του, Κλήμης Δ΄, συνέχισε τις διεργασίες για την πραγματοποίηση αυτής της σταυροφορίας (ΙΕΕ, 1980: 118, Nicol, 2005: 77, 87, Nicol, 2015: 241, 242).
Στο μεταξύ, ο Μιχαήλ ήταν πολύ δυσαρεστημένος από τους συμμάχους του Γενουάτες, που δεν του παρείχαν την αναμενόμενη υποστήριξη. Η αποκάλυψη ότι ο Γενουάτης ποτεστάτης σκόπευε να παραδώσει την Κωνσταντινούπολη στον βασιλιά της Σικελίας Μανφρέδο, ανάγκασε τον Μιχαήλ να τους διώξει από την Κωνσταντινούπολη και να απομακρύνει το στόλο τους. Έτσι, προσπάθησε να κάνει συμφωνία με τους Βενετούς, υποσχόμενος όλα τα προνόμια που είχαν οι Γενουάτες. Ο Βενετός δόγης που γνώριζε ότι ο απώτερος στόχος του Μιχαήλ είναι να ανακαταλάβει όλες τις κτήσεις της Βενετίας, στην Ελλάδα, αρνήθηκε. Τον ίδιο καιρό εξελισσόταν και η διαμάχη ανάμεσα στον Μανφρέδο και τον Κάρολο. Τον Φεβρουάριο του 1266, ο Κάρολος νίκησε τον Μανφρέδο σε μάχη στη Νότια Ιταλία και έγινε η μεγάλη απειλή για το Βυζάντιο (ΙΕΕ, 1980: 122).
Τον Μάϊο του 1267, στην κατοικία του πάπα υπογράφηκαν διάφορες συνθήκες ανάμεσα στον Κάρολο τον Ανδεγαυό, τον Λατίνο αυτοκράτορα Βαλδουίνο και τον Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο με σκοπό την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους. Με τη συνεργασία και των Βενετών, ο βασιλιάς της Σικελίας, ο πάπας, ο Βαλδουίνος και ο Γουλιέλμος της Αχαΐας, συμμάχησαν κατά του Μιχαήλ. Ενώ ο πάπας υποστήριζε την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, παράλληλα διαπραγματευόταν και με τον Μιχαήλ για την ένωση των Εκκλησιών. Ο Μιχαήλ, που ήταν εξαιρετικός διπλωμάτης, προσπάθησε να το εκμεταλλευτεί, με σκοπό ο πάπας να ανακαλέσει την υποστήριξη του στον Κάρολο. Ο πάπας, όμως, απέρριψε το αίτημα του Μιχαήλ, ζητώντας του να δεχτεί σκληρούς όρους. Ο Μιχαήλ τώρα, εκτός από τους εξωτερικούς κινδύνους, είχε να αντιμετωπίσει και τις έντονες αντιδράσεις του ορθόδοξου κλήρου, που δεν δεχόταν τους όρους του πάπα. Με το θάνατο του πάπα Κλήμη, ο Μιχαήλ ήρθε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση, αφού τώρα ο Κάρολος μπορούσε να ελέγξει την εκλογή του νέου πάπα και να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, ο Μιχαήλ επανήλθε στους Γενουάτες, προσφέροντας τους για χώρο κατοικίας και εμπορική συνοικία την περιοχή του Γαλατά (ΙΕΕ, 1980: 122, 123, 124, Nicol, 2015: 243).
Η συμφωνία αυτή ανησύχησε το δόγη της Βενετίας, που διαπραγματεύτηκε ξανά με τον Μιχαήλ. Μια νέα συνθήκη, διάρκειας πέντε ετών, συμφωνήθηκε μεταξύ δόγη και Μιχαήλ, που υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Απριλίου του 1268, και προέβλεπε την ανακωχή μεταξύ Βυζαντίου και Βενετίας. Και οι δύο δεσμεύτηκαν να μη συμμαχήσουν με τους εχθρούς του άλλου, οι Βενετοί υποσχέθηκαν να μην μεταφέρουν εχθρικό στρατό κατά της αυτοκρατορίας, ενώ, Βενετοί και Γενοβέζοι συμφώνησαν να μην λύσουν τις διαφορές του στο βυζαντινό χώρο. Η ταυτόχρονη, διπλωματική συμμαχία του Μιχαήλ με τη Γένοβα και τη Βενετία ήταν σημαντική, γιατί θα απέτρεπε πιθανή συμφωνία Γενοβέζων ή Βενετών με εχθρικές, για το Βυζάντιο, δυνάμεις, ενώ παράλληλα, η αυτοκρατορία θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί, προς όφελός της, τις ανταγωνιστικές σχέσεις των δύο ιταλικών πόλεων (Ostrogorsky, 2002: 138, Nicol, 2015: 244, 246, 247).
Αμέσως μετά την εκλογή του πάπα Γρηγόριου Ι΄, το 1271, ο Μιχαήλ άρχισε εκ νέου τις διαπραγματεύσεις για την ένωση των εκκλησιών. (249) Ο Γρηγόριος Ι΄ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους Άγιους Τόπους και ήθελε να ενωθούν όλοι οι χριστιανοί, Δύσης και Ανατολής, σε μια σταυροφορία προς τα Ιεροσόλυμα. Έτσι, ο Μιχαήλ πίστευε ότι ο νέος πάπας, θα του πρόσφερε την προστασία που ζητούσε. Ο Γρηγόριος, όμως, έβαλε του ίδιους τους όρους με τον πάπα Κλήμη Δ΄. Προσκάλεσε τον αυτοκράτορα Μιχαήλ και τον πατριάρχη Ιωσήφ ή εκπροσώπους τους να παρευρεθούν στην γενική εκκλησιαστική σύνοδο, που θα συγκαλούσε στη Λυών, το 1274, με κύρια θέματα την ανασυγκρότηση της εκκλησίας, την ένωση των εκκλησιών της Ρώμης και Κωνσταντινούπολης και τη σταυροφορία στους Αγίους Τόπους. Εκεί, θα μπορούσαν να παραδεχτούν τα λάθη τους, να αναγνωρίσουν τη Ρωμαϊκή Έδρα, ως κεφαλή όλων των εκκλησιών και αφού εκφράσουν την υποταγή τους να επανέλθουν στους κόλπους της οικογένειας της χριστιανοσύνης και να πάρουν βεβαιώσεις για την προστασία του πάπα, κατά των εχθρών τους και του Καρόλου (Nicol, 2015: 249, Nicol, 2004: 93).
Το τελεσίγραφο του πάπα έφερε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση τον Μιχαήλ, που έπρεπε τώρα να δεχτεί τους όρους του και να προσπαθήσει να πείσει τον κλήρο του, ότι αυτός ήταν ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας. Ο πάπας ενώ προσπαθούσε να πείσει τον Μιχαήλ, παράλληλα ενθάρρυνε τον Κάρολο να διατηρήσει τις στρατιωτικές του βάσεις σε Ήπειρο και Αλβανία, πείθοντάς τον, όμως, να καθυστερήσει τη σταυροφορία για ένα έτος, μέχρι τον Μάϊο του 1275 και προειδοποίησε τους Βενετούς να μην ανανεώσουν τη συνθήκη τους με τον Μιχαήλ, που έληγε, πριν την ένωση των εκκλησιών (Nicol, 2004: 94, IEE, 1980: 126, 127).
Στη σύνοδο της Λυών παρουσιάστηκαν απεσταλμένοι του Μιχαήλ και της εκκλησίας, ο διπλωμάτης Γεώργιος Ακροπολίτης, ο αρχιεπίσκοπος Νίκαιας Θεοφάνης και ο πρώην πατριάρχης Γερμανός Γ΄. Αφού διαβάστηκαν οι επιστολές του Μιχαήλ και της εκκλησίας, ο Ακροπολίτης, στο όνομα του Αυτοκράτορα ορκίστηκε πίστη στο Ρωμαϊκό σύμβολο πίστεως και αναγνώρισε την υπεροχή της παπικής Εκκλησίας, πραγματοποιώντας, έτσι, την ένωση των Εκκλησιών. Για τον Μιχαήλ έδειχνε να είναι μεγάλη διπλωματική επιτυχία, αφού τώρα η Δύση θα τον προστάτευε, ως «καθολικό» ηγεμόνα, και έτσι τα σχέδια του Καρόλου θα ανατρέπονταν. Οι εκπρόσωποι του δόγη της Βενετίας, στη Σύνοδο της Λυών, δεσμεύτηκαν δημόσια ότι παραιτούνται από κάθε αξίωση από το Βυζάντιο και η Βενετία ανανέωσε τη συνθήκη με τον Μιχαήλ. Με την ασφάλεια της υποστήριξης του πάπα το, ως τώρα απειλούμενο, Βυζάντιο ξεκίνησε επιθέσεις, κερδίζοντας λατινοκρατούμενα εδάφη (ΙΕΕ, 1980: 128, Nicol, 2015: 252, Ostrogorsky, 2002: 145, 146).
Η εκλογή του πάπα Νικόλαου Γ΄, τον Νοέμβριο του 1277, έδωσε το οριστικό τέλος για την εκστρατεία του Καρόλου εναντίον της Κωνσταντινούπολης, αφού την απαγόρευσε κατηγορηματικά και έγινε υποστηριχτής του Μιχαήλ. Με το θάνατο του, όμως, τον Αύγουστο του 1280, ο Κάρολος αποδεσμεύτηκε από τους περιορισμούς και ξεκίνησε επίθεση κατά του Βυζαντίου, από το Δυρράχιο με στόχο το Βεράτιο. Ο Μιχαήλ ετοίμασε τα στρατεύματα του, που στήνοντας ενέδρα, κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν τον αρχηγό της επίθεσης, καθώς και τους διοικητές και μεγάλο μέρος του εχθρικού στρατού, που τρέπονταν άτακτα σε φυγή. Αφού ο Κάρολος δεν τα κατάφερε από την ξηρά αποφάσισε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη από τη θάλασσα, ζητώντας τη συνεργασία της Βενετίας. Τον Ιούλιο του 1281 υπογράφτηκε στο Orvieto της Ιταλίας επίσημη συμφωνία μεταξύ του Καρόλου Ανδεγαυού, της Βενετίας και του Λατίνου αυτοκράτορά Φίλιππου με στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την άνοδο του Φιλίππου στο θρόνο, γιού του Βαλδουίνου. Μεγάλος υποστηρικτής αυτής της εκστρατείας, ο νέος πάπας Μαρτίνος Δ΄, που είχε εκλεγεί με τη βοήθεια του Κάρολου, ονόμασε την εκστρατεία «αγία Σταυροφορία εναντίον των Ελλήνων σχισματικών…»και αφόρισε τον Μιχαήλ, διαλύοντας έτσι τη συνθήκη της Λυών (ΙΕΕ, 1980: 130, 131, 132, Nicol, 2015: 263, 264, 265).
Με τον αφορισμό του από τον πάπα, φάνηκε ότι ο Μιχαήλ έμεινε απομονωμένος, χωρίς συμμάχους και όλες του οι προσπάθειες να αποτρέψει τη σταυροφορία του Καρόλου, κατά της Κωνσταντινούπολης, κατέρρευσαν. Στην πραγματικότητα, ο Μιχαήλ, έκανε μυστικές διπλωματικές κινήσεις με σκοπό να στήσει μια συνομωσία κατά του Καρόλου. Στην προσπάθεια αυτή βρήκε συμμάχους τον βασιλιά της Αραγονίας, Πέτρο Γ’, με τον οποίο υπέγραψε μυστική ελληνο-αραγονική συνθήκη συμμαχίας, τους δυσαρεστημένους, από τον Κάρολο, κυρίως οπαδούς του Μανφρέδου, στη Νεάπολη και τη Σικελία, και διαπραγματεύτηκε και με τον βασιλιά της Καστίλης, Αλφόνσο Ι΄. Ο Μιχαήλ θα καλλιεργούσε την επανάσταση μέσα στην ίδια τη χώρα του Καρόλου, τη Σικελία, ξεσηκώνοντας το λαό που ήταν αγανακτισμένος από τους δυσβάστακτους φόρους του Καρόλου και ο Πέτρος της Αραγονίας θα την καταλάμβανε. Έτσι, στις 31 Μαρτίου του 1282 μετά τη λήξη του Εσπερινού στην Εκκλησία του Αγίου Πνεύματος, στο Παλέρμο, ξεσηκώνονται οι αγανακτισμένοι Σικελοί, που πνίγουν στο αίμα χιλιάδες Γάλλους και καταλαμβάνουν σημαντικά φρούρια, ενώ ο ισπανικός στόλος, που είχε ναυπηγηθεί με την οικονομική υποστήριξη του Βυζαντίου, δίνει το τελειωτικό χτύπημα στο στόλο του Καρόλου (ΙΕΕ, 1980: 132, Ostrogorsky, 2002: 150, 151).
Επίλογος
Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος ήταν μια σημαντική προσωπικότητα του Βυζαντίου. Κατάφερε να ασκήσει μια ισορροπημένη πολιτική ανάμεσα σε εχθρικές, προς το Βυζάντιο, δυνάμεις. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να σώσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, δίνοντας, ακόμα και στον πάπα, την εντύπωση ότι υπέκυψε στη Ρωμαϊκή Έδρα. Κατάφερε να διαπραγματευτεί με τις ιταλικές δημοκρατίες και να συνάψει συνθήκη ανακωχής με τις αντιμαχόμενες Γένοβα και Βενετία. Με τη διπλωματική του ικανότητα μπόρεσε να δημιουργήσει τις κατάλληλες συμμαχίες και, τελικά, να συντρίψει τον Κάρολο, μέσα στην ίδια του τη χώρα και να σώσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Μιχαήλ καταδικάστηκε από την ορθόδοξη Εκκλησία, ως αιρετικός, και παρά τον μεγάλο θρίαμβο του, δέχτηκε την αδικία και το μίσος του ίδιου του λαού του, που τον κατηγόρησε ως προδότη και τύραννο. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1282.
Βιβλιογραφία
Γιαννακόπουλος, Κ., (1980). «Από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης ως την οριστική απώλεια της Μ. Ασίας (1261-1354). Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1261-1282)» στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ.116-133.
Nicol, D., Μ., (2015). Βυζάντιο και Βενετία (μτφρ. Χ.-Α. Μουτσοπούλου). Αθήνα: Παπαδήμας.
Nicol, D., M., (2005). Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261-1453 (μτφρ. Σ. Κομήνης). Αθήνα: Δ. Ν. Παπαδήμα.
Ostrogorsky, G., (2002). Ιστορία το Βυζαντινού Κράτους, τ.3, Αθήνα: Ιστορικές Εκδόσεις Σ.Δ. Βασιλόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου