Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(25)

Συνέχεια από: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ5

Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα

Πολλάκις ἐπίσης μᾶς ζητοῦν νὰ κάμωμεν κάτι δι' ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἀκατανίκητον τάσιν «νά βλασφημήσουν τὸν Θεόν» ή να σκεφθούν «ἀκάθαρτα» ἡ ἱερόσυλα πράγματα.
Σε ὁρισμένους ἐμφανίζεται μια τάση να βλασφημήσουν τον Θεό ἢ νὰ σκεφθοῦν ἀκάθαρτα καὶ ἱερό συλα πράγματα. Καὶ αὐτὸ ἔρχεται ὡς κάτι τὸ ἀκατανίκητο, στὸ ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ ἀντισταθοῦν.

Οὗτοι θεωροῦν ἑαυτούς διεστραμμένους εἰς τὸ ἔπακρον, ἀφοῦ τόσον σκοτειναί ἰδέαι καὶ εἰκόνες κατώρθωσαν νὰ ἐγκατασταθούν μονίμως εἰς τὸν νουν των

Λέει δηλαδή ἕνας τέτοιος ἀσθενής: «Πῶς εἶναι δυνατόν ἐγώ νὰ σωθῶ, ἀφοῦ ἔρχονται στο μυαλό μου τέτοια πράγματα; Ὑπάρχει χειρότερος ἄνθρω-πος ἀπό μένα, ἀφοῦ ἔρχονται στο μυαλό μου τέτοια πράγματα; Είναι δυνατό να με συγχωρήσει ποτέ ὁ Θεός; Καὶ εἶναι δυνατόν ἐγώ να σωθώ;» Έτσι σκέφτεται, καθώς μάλιστα προσπαθεῖ νὰ τὰ διώξει, καὶ αὐτά δέν φεύγουν. Καί ὅσο πιο πολύ τα σκέφτεται, τόσο δὲν μπορεῖ νὰ τὰ διώξει. Δέν μπο-ρεῖ, διότι αὐτά ὀφείλονται σε νευρωτικές ἤ σε ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις· πάντως εἶναι ἐκδηλώσεις ἀσθένειας.

Πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὅτι ἡ κατάστασίς των αὐτή δὲν τοὺς καθι-στὰ ἁμαρτωλούς. Ἐὰν ἡμποροῦσαν, θὰ ἐξηφάνιζαν διά παντός τὰς σκέψεις αὐτὰς ἀπὸ τὸν νοῦν των

Αυτό που λέει εἶναι πολύ ὡραῖο: Ἂν μποροῦσαν, ἂν ἦταν στο χέρι τους, θὰ τὰ ἔδιωχναν, διότι αὐτὰ τοὺς δημιουργούν κόλαση. Δὲν μποροῦν ὅμως. Αὐτό λοιπόν σημαίνει ὅτι ὅλα αὐτά δέν μέ-νουν ἐκεῖ μέσα τους ἐπειδή τα φιλοξενοῦν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ ὅτι προέρχονται ἀπό ἄλλες αἰτίες. Ἄλλο τώρα ὅτι πρέπει κανείς να καθίσει να ψάξει καὶ νὰ βρεῖ τις αἰτίες. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτό, ἂν ξέρει. Ἀλλὰ ἂν δὲν ξέρεις

Αἱ σκέψεις αὐταῖ εἶναι συμπτώματα νευρωτικής ἀσθενείας.

Πολλάκις θα παρουσιασθούν ἄνθρωποι διὰ νὰ μᾶς ἐξομολογηθοῦν μὲ μεγάλην συντριβήν τὸ ἁμάρ τημα τῆς «λαιμαργίας». Προσθέτουν ὅτι αὐτό ἀπο-τελεῖ ἕνα νέον φαινόμενον εἰς τὴν ζωήν των, που δὲν ἡμποροῦν νὰ ἐξηγήσουν. Ἴσως νὰ ἔχουν ἀκού σει περί τῆς λαιμαργίας ὡς μιᾶς τῶν ἑπτὰ «θανασίμων» ἁμαρτημάτων. Εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι πολλάκις σύμπτωμα ἀγχώδους νευρώσεως.

Ἐμφανίζει κάποιος μια νεύρωση, ἡ ὁποία μαζί με τὰ ἄλλα συμπτώματα ἔχει καὶ τὴ λαιμαρ γία. Ε, λοιπόν, ἄν, τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ δικοί του, δὲν ξέρουν ἀπό αὐτά, ἀλίμονό του!

Μιά ἀσυνήθης περίπτωση

Θα περιγράψωμεν ἐν συντομίᾳ μίαν ἀσυνήθη περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει ἔτι μᾶλλον τὴν δια φοράν που θέλομεν να τονίσωμεν μεταξύ τῶν καθαυ τὸ ἁμαρτιῶν καὶ τῶν συμπτωμάτων ἠθικῆς ἀσθενείας.
Περισσότερον ἀπὸ εἴκοσιν ἔτη κάποια κυρία ἐτραυμάτιζεν, ἐνίοτε σοβαρῶς, τὸν ἑαυτόν της. Κάποτε-κάποτε μάλιστα ἔπιπτε πρηνής καὶ ἔτοπο-θέτει βαριά τουβλα ἐπὶ τοῦ στομάχου.
Αὐτοτραυματιζόταν δηλαδή, τυραννούσε τὸν εαυτό της.
Συχνότερον ὅμως ἔκαμνεν ἐγκοπὰς εἰς τὰ πό δια καὶ τὰ χέρια, ἡ ἔξτε το δέρμα της μὲ ἕνα σκλη τὸν ἐργαλεῖον Καθ' ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη ὑπέφερεν ἀπὸ ἄγχος ἐνοχῆς καὶ ἀπογνώσεως. Περιγράφει ἡ ἰδία τὴν μεγάλην ἀνακούφισιν ποὺ ἐδοκίμασεν, ὅταν ὁ πρώτος ἰατρὸς ποὺ κατενόησε την περίπτωσιν τῆς εἶπε «Δὲν σε κατακρίνω».
Αὐτὴ πῆγε ἐκεῖ καὶ ποιός ξέρει τί θα περίμενε νὰ τῆς πεὶ ὁ γιατρός. Ὁ γιατρός ὅμως κατάλαβε ὅτι ἀπό κάποια βαθύτερη ἀνωμαλία προέρχεται αὐτὸ καὶ δὲν την κατέκρινε.

Την συνεβούλευσε να καταφύγῃ εἰς ἕνα ψυχία-τρον διά θεραπείαν. Καὶ ἐθεραπεύθη πλήρως. Εἰς την ἀκόλουθον βραχείαν ἔκθεσιν περιγράφει ἡ ἰδία τι ἀκριβῶς συνέβη:
«Όταν ὁ ψυχίατρος μοῦ ὡμίλησε περί τοῦ σε-ξουαλικού παράγοντος καί ἀνέμενε τὴν ἀπάντησίν μου, ησθάνθην ὡσὰν νὰ μοῦ ἔβγαζαν το δόντι μέἕνα σφυρί Ἐπάγωσα καὶ εἰς τὸ ἄκουσμα μόνον αὐτῶν τῶν λέξεων».
Κάτι, φαίνεται, είχε συμβεί στα παιδικά της χρόνια, καὶ τὸ εἶχε ξεχάσει τόσο πολύ, που οὔτε πήγαινε το μυαλό της ὅτι εἶχε συμβεί αὐτό κάποτε. Καὶ ὅταν ὁ εἰδικός γιατρός, μετά από συζήτηση, της έκανε μια σχετική ερώτηση, καθώς ὁ ἴδιος κάτι κατάλαβε, σὰν νὰ ἀνασύρθηκε από μέσα της το όλο περιστατικό, καὶ αὐτό τη συνετάραξε.
«Κατά την ψυχολογικήν όμως θεραπείαν ένας Ισχυρός κλονισμός, που εδοκίμασα μικρή, ήλθεν εἰς τὸν νοῦν μου καὶ μὲ ὅλην τὴν τιμιότητα κατώρθω σα ν' αντιμετωπίσω κάθε λεπτομέρειαν τους

Εἶχε ὑποστεῖ ἕναν κλονισμό κατά τὴν παιδική ἡλικία, που είχε σχέση με το σεξ, χωρίς ίσως το παι δί να φταίει καὶ χωρὶς νὰ ἔχει καμιά εὐθύνη γιὰ ὅ,τι συνέβη. Πάντως, το βέβαιο ήταν ὅτι είχε πάθει ἕναν κλονισμό φοβερό. Το περιστατικό ξεχάστηκε ὕστε ρα, ἀλλὰ αὐτὸ ἀσυνείδητα έκανε τη δουλειά του
«Ἡ ἀνάμνησίς του ἀκόμη καὶ τώρα με τρομά ζει τότε οὔτε καν ἡμποροῦσα νὰ ὁμιλήσω περί αὐτοῦ. Καθώς προύχώρει ἡ θεραπεία, ἀντελήφθην πόσον ὁ κλονισμός ἐκεῖνος ἦτο ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαταραχήν μου καὶ πῶς πολλαὶ ἄλλαι δυσκολίαι μου συνεδέοντο μετ' αὐτοῦ».

Κατόρθωσε, με τη βοήθεια τοῦ εἰδικού, να κα ταλάβει πόσο ὁ κλονισμός, που ένιωσε τότε, ήταν ὑπεύθυνος καὶ γιὰ ἄλλες δυσκολίες της ζωής της.

«Οὐδέποτε θὰ ἡμποροῦσα να συνδέσω ὅλα αὐτά χωρίς ψυχολογικήν βοήθειαι Ησθανόμην ἔνοχος διὰ τὸν κλονισμόν ἐκεῖνον καὶ διὰ τὸ γεγονός ὅτι ώφει λα νὰ ἔχω ὁμιλήσει εἰς τοὺς γονεῖς μου περί αὐτοῦ»,
Γι' αὐτὸ ποὺ ἐπαθε, ὅταν ήταν παιδί, ντράπη κε να μιλήσει στοὺς γονεῖς. Ἔτσι, ένιωθε ενοχή για δύο πράγματα: πρώτον γιατί ἀναγκάστηκε να κάν νει κάτι καὶ δεύτερον γιατί αὐτὸ τὸ κάτι δὲν τὸ εἶπε στοὺς γονεῖς της. Καί οἱ δύο αὐτὲς ἐνοχές ἀπωθήθηκαν
«Ἐφοβούμην όμως, διότι αὐτὸ ποὺ ἐξηναγκά σθην νὰ πράξω, εἰς τὸ παιδικόν μου μυαλό ήτο με γάλη ἁμαρτία. Ἐπίσης μοῦ εἶχον εἰπεῖ ὅτι δέρνουν άσχημα όποιον έξομολογείται παρόμοια πράγματα, Τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο μαζί μὲ ὅλους τοὺς συμπαρο μαρτούντας φόβους εἶχεν ἐντελῶς λησμονηθή. Τώρα καταλαβαίνω ότι κατά κάποιον τρόπον εἰργάζετο μέσα εἰς τὸ μυαλό μου το συναίσθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνοχῆς. Είχα κάποιο ἀόριστον συναίσθημα ὅτι βα-σανιζομένη, παριστῶσα τὴν μάρτυρα καὶ στερουμέ-νη τῶν συνήθων εὐχαριστήσεων τῆς ζωῆς, ἔκαμνα κάποιαν ἐξιλέωσιν διὰ τὸν κλονισμόν ἐκεῖνον».
Εἶχε ἀπωθηθεῖ ἡ ἐνοχή στο βάθος τῆς ψυχῆς καὶ εἶχε ξεχαστεῖ, ἀλλά συνεχῶς ὅμως ἔνιωθε ἡ γυναίκα αὐτή ἀόριστη ἐνοχή καί προσπαθοῦσε λίγο να ξανασάνει, με το να βασανίζει τον ἑαυτό της: να κόβει τα χέρια της, να βάζει τούβλα πάνω στο στομάχι της κτλ.


«Ο αὐτομωλωπισμός μὲ ἔκανε νὰ αἰσθάνωμαι αὐτὸ ποὺ δύναμαι να περιγράψω ὡς αἴσθημα ἀνακουφίσεως. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀνακούφισις ἐξηγοράζετο πολύ ἀκριβά, ὅταν ταχέως ἐπηκολούθει ἡ τρομερά συναί άθησις ὅτι ἔκανα κάτι κακό αὐτό μὲ ἔκανε νὰ αἰσθάνωμαι νέαν ἔντασιν μέσα μου καὶ νὰ καταβάλλω νέαν προσπάθειαν να κερδίσω τὴν ἀνακούφισιν κατά τον αὐτὸν τρόπον. Ἔτσι ἐζοῦσα εἰς ἕνα φαῦλον κύκλον».
Καθώς ένιωθε πολλὴ καὶ ἀόριστη ἐνοχή, ἄρχισε να τραυματίζει καὶ νὰ πληγώνει τὸν ἑαυτό της, καὶ ἔτσι αἰσθανόταν μια ανακούφιση ἀπό αὐτὴ τὴν ἐνοχή. Σε λίγο όμως, καθώς σκεπτόταν: «Πώ, πώ, τι κακό ἔκανα, που μεταχειρίστηκα ἔτσι τὸν ἑαυτό μου!», προσετίθετο ἄλλη ἐνοχὴ ἀπὸ πάνω.
Καὶ γιὰ νὰ ξεγλιτώσει από τη νέα αὐτή ἐνοχή, ξαν νάρχιζε πάλι να αὐτοτιμωρείται. Ἔτσι, έδημιουρ γεῖτο ἕνας φαύλος κύκλος.
«Προσεπάθησα νὰ ἐνδιαφερθῶ καὶ νὰ ἀσχο-ληθῶ μὲ τὸ κάθε τι ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔκαμα μὲ και τεδίωκε παντοῦ, καὶ ἐγνώριζα ὅτι μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ τὸ ἐπαναλάβω».
Μέ κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να ξεφύγει ἀπὸ τὸν αὐτοτραυματισμό, ἀπὸ τὸ να καταβασανί-ζει τὸν ἑαυτό της. Καί αὐτό, γιὰ τὸν ἀπλούστατο λόγο ὅτι ἔνιωθε μια αόριστη ἐνοχή, ἡ ὁποία προ-ερχόταν ἀπό τήν ἀπωθημένη ἐνοχή που ὑπῆρχε μέσα της, καὶ αὐτὴ τὴν ἔσπρωχνε να κάνει αὐτό τό πράγμα, δηλαδή να αὐτοβασανίζεται. Καί μόνο ὅταν ἐπισκέφθηκε τὸν εἰδικό ἐκεῖνο γιατρό – ὁποῖος τή μεταχειρίστηκε καί τή βοήθησε δεόν-τως– καὶ ἀφοῦ στη συνέχεια μετενόησε, τακτοποι ήθηκε πιά ἡ ἀπωθημένη ενοχή. Ἔτσι, ἀπαλλάχθηκε ἀπό ὅλα καὶ συνῆλθε.

Προσοχή στήν ἐφαρμογή τῶν γενικῶν ἀρχῶν στις ἐπί μέρους περιπτώσεις

Τώρα καταλαβαίνουμε ὅτι ἁμαρτία καὶ ἠθική ἀσθένεια, ἐνῶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο, δὲν εἶναι. Ἄλλο εἶναι ἁμαρτία καὶ ἄλλο τα συμπτώματα που προέρχονται ἀπό μια ἠθική ἀσθένεια. Βέβαια, χρει-άζεται πάρα πολύ μεγάλη προσοχή, για να διακρί-νει κανείς αὐτὰ τὰ δύο πράγματα. Ἀλλιῶς, ὑπάρχει κίνδυνος να πιάσει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα.

Τὸ ἕνα ἄκρο εἶναι νὰ πάθει κάποιος τὸ ἑξῆς:

Ἐνῶ κάτι, μιὰ ἐκδήλωση, μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ κάποιο σύμπλεγμα, ἀπό μιά ψυχολογική άκα-ταστασία, νὰ εἶναι δηλαδή ἀρρώστια, καὶ νὰ μὴν εἶναι αὐτό καθ' ἑαυτό ἁμαρτία, καί ἑπομένως να μὴν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ένοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς νὰ νομίζει ὅτι εἶναι ἔνοχος· καὶ ἔτσι να βασα-νίζεται και να φθάνει σε ἀπόγνωση καί σε αὐτο-κτονία καμιά φορά. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, καθώς ἀκούει κανείς αὐτά πού λέγονται ἐδῶ, μπορεῖ νὰ πιάσει τὸ ἄλλο ἄκρο. Δηλαδή, να το πάρει ἔτσι, ὅτι ὅλες οἱ ἁμαρτίες του προέρχονται ἀπό τέτοιες ἀσθένειες καὶ ἔκτοτε να το «γλεντάει» και να χαίρεται τίς ἁμαρτίες του. Δηλαδή, να ἁμαρτάνει, μέ τή δι-καιολογία ὅτι αὐτά πού κάνει εἶναι συμπτώματα ἀσθένειας, ἐκδηλώσεις ἀσθένειας καί ὄχι ἁμαρτία.

Στο σημεῖο αὐτό ἀξίζει να διαβάσουμε κάποιο σχόλιο τοῦ μεταφραστοῦ:

Ἡ διά τήν χριστιανικήν ἠθικήν καί ποιμαντικήν σπουδαιοτάτη διάκρισις μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθενείας διατυποῦται ὀρθῶς ὑπό τοῦ συγγραφέως εἰς τὰ γενικά, ὁ δὲ ὀρθόδοξος ἀναγνώστης οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἴσως ἀντίρρησιν ὡς πρός τούς διδομένους ὀρισμούς. Ἐκεῖ πού ἐμφωλεύουν ὅλοι οἱ κίνδυνοι εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῶν γενικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς ἐπί μέρους περιπτώσεις. Διά τοῦτο καὶ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχήν τοῦ ἀναγνώστου. Όσάκις εἶναι δυνατή ἡ διάκρισις μεταξύ τῶν δύο καταστάσεων, ἀκολουθη τέαι τυγχάνουν αἱ ὑποδείξεις τοῦ συγγραφέως· ὁσά κις ὅμως ἡ διάκρισις εἶναι δύσκολος, τότε όμι λοῦμεν μόνον περί ἁμαρτίας καί περί ἁμαρτωλού, οὐχὶ δὲ περὶ ἠθικῆς ἀσθενείας καὶ ἀσθενοῦς.

Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή, καί καλό εἶναι μόνος του κανείς, σε κάτι που κάνει, να μήν ἐπιχειρεῖ νὰ δώσει μια δική του ἑρμηνεία: «Αὐτό δέν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλά προέρχεται ἀπό ἀρρώστια, καὶ ἑπομένως μπορώ να συνεχίσω να το κάνω». Καλό εἶναι νὰ πηγαίνει σε κάποιον εἰδικό καὶ νὰ θέτει ἐπί τάπητος το πρόβλημά του: «Έχω αὐτό, ἔχω ἐκεῖνο, μοῦ συμβαίνει αὐτό, μοῦ συμβαίνει το ἄλλο. Ποιό εἶναι ἁμαρτία, πόσο εἶναι ἁμαρτία, ἀπό ποῦ προέρχεται, καὶ ποιό δέν εἶναι ἁμαρτία» Καί να γίνεται μιὰ ἔρευνα, ὥστε νὰ βρίσκεται ἡ βαθύ τερη αἰτία, γιά να λυτρώνεται ὁ ἄνθρωπος.

Το θέμα εἶναι αὐτό: τελικά ὁ ἄνθρωπος να σωθεῖ. Γι' αὐτό ἦρθε στον κόσμο ὁ Θεός, γι' αὐτό σταυρώθηκε, γι' αὐτὸ ἀπέθανε: για να σώσει τόν ἄνθρωπο καί ὄχι γιὰ νὰ τὸν κατακρίνει. Εχουμε ὑποχρέωση να κάνουμε τὸ πᾶν ὁ καθένας για τον ἑαυτό μας, ὥστε να σωθοῦμε, καὶ ἐπίσης να κάνουμε τὸ πᾶν, για να βοηθήσουμε καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους να σωθοῦν.

25-5-1969

᾿Αντί ἐπιλόγου


Μελετώντας ὁ ἀναγνώστης τίς ὁμιλίες αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, ἴσως ἀρχίσει να προβληματίζεται μήπως κάτι ἀπό ὅλα αὐτά πού λέει ὁ ὁμιλητής ἔχει σχέση καὶ μὲ τὴ δική του ψυχή, καί τοῦ δημιουργηθεῖ εὔλογα τὸ ἐρώτημα: «Τι να κάνω γιὰ νὰ δῶ κατ' ἀρχήν τι συμβαίνει μέσα μου και στη συνέχεια γιὰ νὰ λυτρωθῶ καὶ νὰ θεραπευθῶ;»

Μέσα πάλι ἀπό τὸ ἴδιο το βιβλίο ὁδηγεῖται ἀβίαστα ὁ ἀναγνώστης στο συμπέρασμα ὅτι, για νὰ θεραπευθεί κανείς ἀπό ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶναι καί ἁμαρτία καί ἀρρώστια, χρειάζεται νὰ ἀναθέσει τά τῆς ψυχῆς του σε κάποιο κατάλληλο πρόσωπο. Καί βέβαια γιὰ μᾶς τους χριστιανούς το πρόσωπο αὐτό κατά κανόνα θά εἶναι κάποιος κληρικός με την ἰδιότητα τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Στό σημείο αὐτό εἶναι ἄξια προσοχῆς «ή καταπληκτική διαπί-στωσις» τοῦ μεγάλου ψυχολόγου Γιούνγκ: «Σήμε-ρον οἱ ἄνθρωποι ἐπισκέπτονται τὸν ἰατρὸν ἀντί τοῦ ἱερέως». Αὐτό σημαίνει ὅτι θα πρέπει οἱ ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπό ψυχοπαθολογικές καταστάσεις να ζητοῦν πρωτίστως καί κυρίως βοήθεια μέσα στην Εκκλησία. Νὰ ἀναζητήσουν δηλαδή κατάλληλο πνευματικό, στον ὁποῖο πολύ συγκεκριμένα θὰ μαθητεύσουν. Αὐτός θα πρέπει νὰ εἶναι σε θέση να διακρίνει ἐάν μια ψυχή χρειά ζεται καί τή βοήθεια ψυχοθεραπευτοῦ, πέρα ἀπό τη δική του βοήθεια ὡς πνευματικού.

Για το θέμα αὐτό, ἀλλά καί εἰδικότερα για το θέμα τῶν ψυχοπαθολογικών καταστάσεων μέσα στον ἄνθρωπο πού ὀφείλονται σε ἀπωθημένη ένοχή καί τῆς θεραπείας τους, ἑτοιμάζεται ἕνα ἄλλο, κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο –το τέταρτο τῆς σειρᾶς «Ψυχολογικά προβλήματα καί πνευματι κή ζωή» πού ἀποτελεῖται ἀπό ἀπομαγνητοφωνη-μένες ὁμιλίες τοῦ ἴδιου ὁμιλητή, τοῦ π. Συμεών. Σ' αὐτό θὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης ἀπαντήσεις σε ἐρωτή-ματα ὅπως αὐτό πού ἀναφέραμε στην ἀρχή, τὰ ὁποῖα κατά κάποιον τρόπο θα γεννηθούν μέσα του ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἀνὰ χεῖρας βιβλίου.

Ἐδῶ μόνο σημειώνουμε ὅτι, ὅπως ἀναφέρεται σε ὁμιλία τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου, «ὁ ἱερέας αὐτός, ὁ πνευματικός αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ παίξει τὸν ρόλο τοῦ θεραπευτοῦ, τὸν ρόλο τοῦ ἱατροῦ τῶν ψυχῶν, χρειά ζεται -σύμφωνα μὲ αὐτά που γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σε ἀρκετές ἐπιστολές του, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ὅλους τοὺς χριστιανούς- νὰ εἶναι κατηρτι-σμένος. Διότι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ -συγχωρεί, θεραπεύει, λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο- ὡς χάρη Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς μιὰ ἐνέργεια διά μέσου ἑνός «μάγου», ὡς μια μαγική ἐνέργεια. Αὐτό σημαίνει ὅτι ναὶ μὲν ἡ χάρη του Θεοῦ θὰ ἐνεργήσει διά μέσου ἑνός προ σώπου, διὰ τοῦ ἱερέως, ἀλλά δέν φθάνει, απλώς ἐπειδὴ ὁ ἄλλος εἶναι ἱερέας, νὰ πᾶμε να τον πλη-σιάσουμε και να δημιουργήσουμε προσωπική ἐπαφή καί ἐπικοινωνία μὲ αὐτόν, για να θεραπευθοῦμε. Δὲν φθάνει αὐτό. Χρειάζεται ὁ ἱερέας νά εἶναι μιά κατηρτισμένη προσωπικότητα, ὥστε νὰ μπορεῖ νά βοηθήσει τα λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ εἶναι φῶς, νά εἶναι ἅλας, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου. Να μήν ἀρκεῖται ἁπλῶς σε συμβουλές καί ὑποδείξεις, σε ὁρισμένα λόγια καί διδασκαλίες, ἀλλά νά εἶναι σε θέση να ἔρθει σε προσωπική ἐπαφή μέ τόν ἄρρωστο, ὥστε νά μπορεῖ νὰ καταλάβει ἀπό τί πάσχει τό κάθε λογικό πρόβατο, το κάθε πνευματικό του τέκνο, γιά νά βοηθήσει ἔτσι τούς ἀνθρώπους –ἄνθρωπος ὄντας καί αὐτός πού ἔχει νὰ κάνει μέ ἀνθρώπους- να γίνουν δεκτικοί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ».

                                               Τέλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: