Ζ. Λακάν
Ζ. ΛΑΚΑΝ. — Μιλώ σήμερα το απόγευμα μόνο και μόνο επειδή άκουσα χθες και σήμερα, σήμερα το πρωί, εξαιρετικά πράγματα. Δεν πρόκειται να αρχίσω να κατονομάζω πρόσωπα, διότι αυτό θα έμοιαζε με κατάλογο βραβευθέντων. Ιδιαίτερα σήμερα το πρωί άκουσα εξαιρετικά πράγματα. Σας προειδοποιώ, λοιπόν, ότι θα διαβάσω· στη συνέχεια θα καταλάβετε γιατί. Το εξηγώ μέσα στο ίδιο το κείμενο.
Η Τρίτη, αυτός είναι ο τίτλος. Η τρίτη επιστρέφει· είναι πάντοτε η πρώτη, όπως λέει ο Ζεράρ ντε Νερβάλ². Θα αντιτείνουμε άραγε ότι αυτό γίνεται δίσκος; Γιατί όχι, εφόσον λέει αυτό που. Πρέπει όμως αυτό το «λέει-αυτό-που» (dit-ce-que) να το ακούσουμε, αυτό το κάτι που [είναι] ο disque-ours της Ρώμης.
Αν εισάγω έτσι στη γλώσσα ένα ακόμη κομμάτι ονοματοποιίας, δεν είναι επειδή εκείνη δεν θα είχε το δικαίωμα να μου αντιτάξει ότι δεν υπάρχει ονοματοποιία η οποία να μην προσδιορίζεται ήδη από το φωνηματικό της σύστημα, από τη γλώσσα. Γνωρίζετε ότι, όσον αφορά τα γαλλικά, ο Γιάκομπσον το έχει μετρήσει: είναι τόσο δα μεγάλο. Με άλλα λόγια, επειδή ακριβώς είναι γαλλικός, ο «λόγος της Ρώμης» (discours de Rome) μπορεί να ακουστεί ως disqu’ourdrome³.
Μετριάζω αυτόν τον ισχυρισμό παρατηρώντας ότι το ourdrome είναι ένα γουργούρισμα, το οποίο θα μπορούσαν να δεχθούν και άλλες λαλάνγκ (lalangues), αν ακούω σωστά κάποια από τις γεωγραφικές μας γειτόνισσες· και αυτό μας βγάζει φυσικά από το παιχνίδι της μήτρας, εκείνης του Γιάκομπσον, εκείνης την οποία μόλις πριν προσδιόριζα.
Επειδή δεν πρέπει να μιλήσω για πολλή ώρα, σας παραλείπω ένα πράγμα. Αυτό το ourdrome μού δίνει απλώς την ευκαιρία να τοποθετήσω τη φωνή στην κατηγορία των τεσσάρων αντικειμένων που εγώ αποκαλώ μικρό α· δηλαδή να την αδειάσω εκ νέου από την όποια υπόσταση θα μπορούσε να υπάρχει στον θόρυβο που παράγει· με άλλα λόγια, να τη χρεώσω και πάλι στη σημαίνουσα λειτουργία, εκείνη την οποία προσδιόρισα μέσω των λεγόμενων αποτελεσμάτων της μετωνυμίας.
Έτσι, από εκεί και πέρα, η φωνή —αν μπορώ να το πω έτσι— η φωνή είναι ελεύθερη, ελεύθερη να είναι κάτι διαφορετικό από υπόσταση⁴. Αυτό είναι.
Ωστόσο, εισάγοντας την Τρίτη μου, σκοπεύω να υποδείξω μιαν άλλη οριογράφηση. Η ονοματοποιία που μου ήρθε με έναν κάπως προσωπικό τρόπο με ευνοεί —χτύπα ξύλο—, με ευνοεί επειδή το γουργούρισμα είναι αναμφίβολα η απόλαυση της γάτας. Αν περνά από τον λάρυγγά της ή από κάπου αλλού, εγώ δεν γνωρίζω τίποτε· όταν τις χαϊδεύω, φαίνεται να προέρχεται από ολόκληρο το σώμα. Και αυτό είναι που με εισάγει σε εκείνο από το οποίο θέλω να ξεκινήσω.
Ξεκινώ από εκεί· αυτό δεν σας δίνει κατ’ ανάγκην τον κανόνα του παιχνιδιού, αλλά αυτός θα έρθει αργότερα.
«Σκέφτομαι, άρα απολαμβάνεται» (Je pense donc se jouit).
Αυτό απορρίπτει το συνηθισμένο «άρα», το οποίο λέγεται je souis.
Κάνω εδώ ένα μικρό λογοπαικτικό παιχνίδι πάνω σε αυτό. Η απόρριψη —αν πρέπει να την εννοήσουμε όπως εκείνο που είπα για τον αποκλεισμό (forclusion)— σημαίνει ότι, όταν απορρίπτεται το je souis, αυτό επανεμφανίζεται στο πραγματικό.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση στην ηλικία μου, στην ηλικία μου κατά την οποία, εδώ και τρία χρόνια —όπως το λένε στους ανθρώπους όταν θέλουν να τους το πετάξουν κατάμουτρα—, εδώ και τρία χρόνια ο Σωκράτης ήταν ήδη νεκρός! Αλλά, ακόμη κι αν πέθαινα αμέσως μετά —θα μπορούσε κάλλιστα να μου συμβεί· συνέβη στον Λεβί-Στρως⁵, έτσι, πάνω στο βήμα—, ο Ντεκάρτ δεν άκουσε ποτέ κανέναν να λέει, σχετικά με το je souis του, ότι απολάμβανε τη ζωή.
Δεν πρόκειται καθόλου γι’ αυτό. Τι νόημα έχει το je souis του; Ακριβώς το δικό μου υποκείμενο, το «εγώ» της ψυχανάλυσης. Φυσικά, δεν το γνώριζε, ο καημένος· δεν το γνώριζε, είναι αυτονόητο· πρέπει εγώ να του το ερμηνεύσω: είναι ένα σύμπτωμα.
Διότι τι σκέφτεται προτού συμπεράνει ότι «ακολουθεί» (il suit) —τη μουσική του είναι, αναμφίβολα; Σκέφτεται, σκέφτεται με βάση τη γνώση της σχολής, με την οποία οι Ιησουίτες, οι δάσκαλοί του, του είχαν πάρει τ’ αυτιά. Διαπιστώνει ότι αυτή είναι ελαφριά.
Θα ήταν ασφαλώς καλύτερος καπνός, αν αντιλαμβανόταν ότι η γνώση του πηγαίνει πολύ πιο μακριά απ’ όσο πιστεύει, ως συνέπεια της σχολής· ότι υπάρχει «νερό στο γκάζι», αν μπορώ να το πω έτσι, και μόνο από το γεγονός ότι μιλά. Διότι, μιλώντας —διότι μιλώντας τη γλώσσα—, έχει ένα ασυνείδητο, και είναι χαμένος όπως κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του.
Αυτό το αποκαλώ μια γνώση την οποία είναι αδύνατον να προσεγγίσει το υποκείμενο, ενώ το ίδιο το υποκείμενο δεν είναι παρά ένα μόνο σημαίνον που το αντιπροσωπεύει ενώπιον αυτής της γνώσης.
Είναι, αν μπορώ να το πω έτσι, ένας εμπορικός αντιπρόσωπος σε σχέση με αυτή τη γνώση, η οποία συγκροτείται για τον Ντεκάρτ, όπως συνηθιζόταν στην εποχή του, από την ένταξή του στον λόγο μέσα στον οποίο γεννήθηκε· δηλαδή στον λόγο, στον λόγο που εγώ αποκαλώ λόγο του κυρίου, λόγο του μικροευγενή.
Γι’ αυτό ακριβώς δεν ξεμπερδεύει με το «σκέφτομαι, άρα je souis». Είναι, παρ’ όλα αυτά, καλύτερο από εκείνο που λέει ο Παρμενίδης. Από την αδιαφάνεια της σύζευξης του νοεῖν και του εἶναι⁶ δεν ξεμπερδεύει ούτε ο καημένος ο Πλάτων· δεν ξεμπερδεύει.
Διότι, αν δεν υπήρχε εκείνος, τι θα γνωρίζαμε για τον Παρμενίδη; Αυτό όμως δεν εμποδίζει το γεγονός ότι δεν ξεμπερδεύει· και αν δεν μας μετέδιδε τη μεγαλοφυή υστερία του Σωκράτη, τι θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από αυτόν;
Εγώ, κατά τη διάρκεια αυτών των ψευδοδιακοπών, παιδεύτηκα, παιδεύτηκα με τον Σοφιστή. Πρέπει πιθανότατα να είμαι υπερβολικά σοφιστής για να με ενδιαφέρει. Πρέπει να υπάρχει εκεί κάτι ως προς το οποίο είμαι κλειστός. Δεν το εκτιμώ.
Μας λείπουν ορισμένα πράγματα για να μπορέσουμε να το εκτιμήσουμε. Τελικά, μας λείπει η γνώση τού τι ήταν ο σοφιστής εκείνη την εποχή. Μας λείπει το βάρος του πράγματος.
Ας επιστρέψουμε στο νόημα του souis. Δεν είναι απλό αυτό που, στην παραδοσιακή γραμματική, κατατάσσεται υπό τον τίτλο της κλίσης ενός ορισμένου ρήματος, του «είμαι». Όσον αφορά τα λατινικά, εκεί όλοι αντιλαμβάνονται ότι το fui —όπως λένε και στα ιταλικά— δεν κάνει ένα σύνολο με το sum, όπως λένε επίσης εδώ. Χωρίς να υπολογίσουμε και όλα τα υπόλοιπα συμπράγκαλα.
Τέλος πάντων, σας τα παραλείπω· σας παραλείπω όλα όσα συνέβησαν όταν οι άγριοι, οι Γαλάτες, βρέθηκαν στην ανάγκη να τα βγάλουν πέρα με αυτό. Έκαναν το est να γλιστρήσει προς την πλευρά του stat⁷. Δεν ήταν, άλλωστε, οι μόνοι. Στην Ισπανία, νομίζω, συνέβη το ίδιο πράγμα. Τέλος πάντων, η γλωσσολογία —η linguisterie— τα βγάζει πέρα με όλα αυτά όπως μπορεί.
Δεν πρόκειται τώρα να σας επαναλάβω εκείνα που αποτελούν την κυριακάτικη απασχόληση των κλασικών μας σπουδών. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να αναρωτηθούμε από ποια σάρκα ήταν φτιαγμένα αυτά τα όντα, τα οποία είναι, άλλωστε, μυθικά όντα· εκείνα των οποίων έγραψα εδώ το όνομα: οι Undeuxropéens —τους επινόησαν επί τούτου, είναι μυθήματα—· τι μπορούσαν να τοποθετούν μέσα στη συνδετική λέξη, η οποία παντού αλλού, εκτός από τις γλώσσες μας, είναι απλώς οποιοδήποτε πράγμα χρησιμεύει ως συνδετική λέξη; Κάτι σαν προεικόνιση του ενσαρκωμένου Λόγου; Αυτό θα λέγαμε εδώ.
Αυτό με εκνευρίζει. Νόμισαν ότι θα μου έκαναν ευχαρίστηση φέρνοντάς με στη Ρώμη· δεν ξέρω γιατί. Υπάρχουν πάρα πολλοί χώροι⁸ για το Άγιο Πνεύμα. Τι το υπέρτατο έχει το Είναι, αν όχι χάρη σε αυτή τη συνδετική λέξη;
Τέλος πάντων, διασκέδασα παρεμβάλλοντας σε αυτήν εκείνα που ονομάζονται πρόσωπα· εκεί το «είναι» τα κάνει θάλασσα. Βρήκα, λοιπόν, ένα πραγματάκι που με διασκέδασε: m’es-tu-me, mais-tu-me· αυτό επιτρέπει να μπερδευτεί κανείς: m’aimes-tu, mm? — «με αγαπάς, ε;». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το ίδιο πράγμα.
Είναι η ιστορία του μηνύματος που ο καθένας λαμβάνει υπό την ανεστραμμένη μορφή του. Το λέω αυτό εδώ και πάρα πολύ καιρό και προκάλεσε γέλια. Στην πραγματικότητα, το οφείλω στον Κλωντ Λεβί-Στρως. Έσκυψε προς μια εξαίρετη φίλη μου, η οποία είναι η σύζυγός του —τη Μονίκ, για να την ονομάσω με το όνομά της—, και της είπε, σχετικά με όσα διατύπωνα, ότι αυτό ακριβώς συνέβαινε: ότι ο καθένας λάμβανε το μήνυμά του υπό ανεστραμμένη μορφή. Η Μονίκ μού το επανέλαβε. Δεν θα μπορούσα να βρω ευτυχέστερη διατύπωση για εκείνο που ήθελα να πω ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, αυτός ήταν που μου την πάσαρε. Βλέπετε, παίρνω το καλό μου όπου το βρίσκω.
Λοιπόν, παραλείπω τους άλλους χρόνους, καθώς και τη «στήριξη» (étayage) του παρατατικού. J’étais — «ήμουν». Α! Qu’est-ce que tu étaies? — τι ήταν αυτό που στήριζες; Και όλα τα υπόλοιπα. Ας τα παραλείψουμε, διότι πρέπει να προχωρήσω.
Η υποτακτική έχει πλάκα. Qu’il soit — «να είναι»· όλως τυχαίως. Ο Ντεκάρτ, από την πλευρά του, δεν γελιέται: ο Θεός είναι το λέγειν. Βλέπει πολύ καλά ότι το dieure⁹ είναι εκείνο που κάνει την αλήθεια να είναι, εκείνο που αποφασίζει γι’ αυτήν κατά το δοκούν. Αρκεί κανείς να dieure, να «θεολέγει», όπως εγώ. Αυτή είναι η αλήθεια· δεν υπάρχει τρόπος να της ξεφύγει κανείς.
Αν το Dieure με εξαπατά, τόσο το χειρότερο· αυτή είναι η αλήθεια, δυνάμει του διατάγματος του dieure, η χρυσή αλήθεια. Λοιπόν, ας προχωρήσουμε. Διότι, ακριβώς σε αυτό το σημείο, κάνω ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τους ανθρώπους που μετέφεραν την κριτική στην άλλη πλευρά του Ρήνου, για να καταλήξουν να γλείφουν τον κώλο του Χίτλερ. Αυτό με κάνει να τρίζω τα δόντια μου.
Το συμβολικό, λοιπόν, το φαντασιακό και το πραγματικό — αυτό είναι το νούμερο ένα. Το ανήκουστο είναι ότι αυτό απέκτησε νόημα και ότι απέκτησε νόημα διευθετημένο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό οφείλεται σε εμένα· σε εκείνο που αποκαλώ τον άνεμο, έναν άνεμο για τον οποίο αισθάνομαι ότι ούτε εγώ πλέον μπορώ να τον προβλέψω, τον άνεμο με τον οποίο φουσκώνουν τα πανιά τους στην εποχή μας.
Διότι είναι προφανές ότι, εξαρχής, δεν του λείπει το νόημα. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η σκέψη: στο ότι οι λέξεις εισάγουν μέσα στο σώμα ορισμένες ηλίθιες παραστάσεις. Ορίστε, αυτό είναι· εδώ έχετε το φαντασιακό. Και επιπλέον, αυτό μας κάνει να τα ξεράσουμε —δεν σημαίνει ότι μας κάνει να κορδωνόμαστε, όχι—· μας ξαναξερνάει τι; Κατά παράδοξο τρόπο, μια αλήθεια, ακόμη μία αλήθεια. Είναι το αποκορύφωμα.
Το γεγονός ότι το νόημα εγκαθίσταται μέσα του μας δίνει ταυτόχρονα και τα δύο άλλα ως νόημα. Ο ιδεαλισμός —την κατηγορία του οποίου όλοι απέρριψαν με τέτοιον τρόπο— βρίσκεται εκεί, από πίσω. Οι άνθρωποι δεν ζητούν τίποτε άλλο παρά να τους ενδιαφέρει αυτό, δεδομένου ότι η σκέψη είναι ό,τι πιο αποβλακωτικό υπάρχει, καθώς κουδουνίζει το κουδουνάκι του νοήματος.
Πώς να σας βγάλω από το κεφάλι τη φιλοσοφική χρήση των όρων μου, δηλαδή τη ρυπαρή χρήση τους; Όταν, από την άλλη, πρέπει οπωσδήποτε να μπουν κάπου· θα ήταν όμως καλύτερα να έμπαιναν αλλού.
Φαντάζεστε ότι η σκέψη εδρεύει στον εγκέφαλο. Δεν βλέπω γιατί να προσπαθήσω να σας αποτρέψω από αυτή την ιδέα. Εγώ είμαι βέβαιος —είμαι βέβαιος έτσι, είναι δική μου υπόθεση— ότι εδρεύει στους δερματικούς μυς του μετώπου, στο ομιλούν ον ακριβώς όπως και στον σκαντζόχοιρο.
Λατρεύω τους σκαντζόχοιρους. Όταν βλέπω έναν, τον βάζω στην τσέπη μου, μέσα στο μαντίλι μου. Φυσικά, κατουράει, μέχρι να τον μεταφέρω στο γρασίδι μου, στο εξοχικό μου σπίτι. Και εκεί λατρεύω να βλέπω να παράγεται αυτή η σύσπαση των δερματικών μυών του μετώπου. Κατόπιν, όπως ακριβώς κι εμείς, κουλουριάζεται σε μια μπάλα.
Τέλος πάντων, εφόσον μπορείτε να σκέφτεστε με τους δερματικούς μυς του μετώπου, μπορείτε επίσης να σκέφτεστε με τα πόδια. Ε, λοιπόν, εκεί θα ήθελα να μπουν αυτά, διότι, σε τελική ανάλυση, το φαντασιακό, το συμβολικό και το πραγματικό είναι φτιαγμένα ώστε εκείνοι μέσα σε αυτή τη συγκέντρωση που με ακολουθούν να βοηθηθούν να ανοίξουν τον δρόμο της ανάλυσης.
Αυτοί οι κύκλοι, αυτοί οι κρίκοι από σπάγκο, των οποίων παιδεύτηκα να σας σχεδιάζω τις μορφές, αυτοί οι κρίκοι από σπάγκο, δεν πρόκειται να τους γουργουρίζετε. Θα έπρεπε να σας χρησιμεύουν, και μάλιστα να σας χρησιμεύουν ακριβώς για την erre —την περιπλάνηση, την πορεία— για την οποία σας μιλούσα αυτή τη χρονιά· να σας χρησιμεύουν ώστε να αντιληφθείτε τι υπάρχει ανάμεσα, σύμφωνα με την τοπολογία που αυτοί ορίζουν, και να μην είστε οι μη εξαπατημένοι του αυτοκινητοδρόμου —οι non-dupes της autoroute.
Οι όροι αυτοί δεν είναι ταμπού. Εκείνο που χρειάζεται είναι να τους πιάσετε. Βρίσκονται εκεί πολύ πριν από εκείνη που υπονοώ αποκαλώντας την «πρώτη», την πρώτη φορά που μίλησα στη Ρώμη. Αυτούς τους τρεις τους έβγαλα προς τα έξω αφού τους είχα συλλογιστεί αρκετά καλά· τους παρουσίασα πολύ νωρίς, πολύ πριν καταπιαστώ με την πρώτη μου ομιλία της Ρώμης¹⁰.
Το γεγονός ότι πρόκειται για τους κρίκους του βορρόμειου κόμβου δεν αποτελεί, παρ’ όλα αυτά, λόγο για να μπλέξετε το πόδι σας μέσα τους. Δεν είναι αυτό που αποκαλώ «σκέφτομαι με τα πόδια».
Εκείνο που θα έπρεπε να αφήσετε μέσα τους είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από ένα μέλος του σώματος —μιλώ για τους αναλυτές—· θα έπρεπε να αφήσετε εκεί αυτό το ά-νοημα αντικείμενο, το οποίο προσδιόρισα ως μικρό α.
Αυτό ακριβώς είναι που συλλαμβάνεται στο σφήνωμα του συμβολικού, του φαντασιακού και του πραγματικού ως κόμβου. Μόνο αν το συλλάβετε σωστά μπορείτε να ανταποκριθείτε σε εκείνο που αποτελεί τη λειτουργία σας: να το προσφέρετε στον αναλυόμενο ως αιτία, ως αιτία της επιθυμίας του.
Αυτό είναι που πρέπει να επιτευχθεί. Αν όμως μπλέξετε εκεί μέσα την πατούσα σας, ούτε αυτό είναι τρομερό. Το σημαντικό είναι να γίνει με δικό σας κόστος.
Για να το πω καθαρά, ύστερα από αυτή την απόρριψη του je souis, θα διασκεδάσω λέγοντάς σας ότι αυτός ο κόμβος πρέπει να τον είστε.
Και αν προσθέσω επιπλέον εκείνο που γνωρίζετε, ύστερα από όσα είχα αρθρώσει επί έναν χρόνο σχετικά με τους τέσσερις λόγους, υπό τον τίτλο Η ανάποδη της ψυχανάλυσης, παραμένει ωστόσο ότι, ως προς το είναι, δεν πρέπει να κάνετε τίποτε περισσότερο από το να προσποιείστε ότι το είστε, να κάνετε το ομοίωμά του (semblant).
Αυτό είναι γερά στημένο. Είναι μάλιστα τόσο περισσότερο γερά στημένο, όσο δεν αρκεί —δεν αρκεί— να έχει κανείς την ιδέα του για να κάνει το ομοίωμά του.
Μη φανταστείτε ότι εγώ είχα την ιδέα του. Έγραψα αντικείμενο μικρό α. Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό. Το συγγενεύει με τη λογική, δηλαδή το καθιστά ενεργό μέσα στο πραγματικό ως το αντικείμενο για το οποίο ακριβώς δεν υπάρχει ιδέα· πράγμα που, πρέπει να το πούμε, αποτελούσε έως τώρα ένα κενό σε κάθε θεωρία, όποια κι αν ήταν: το αντικείμενο για το οποίο δεν υπάρχει ιδέα.
Αυτό δικαιολογεί τις επιφυλάξεις μου, εκείνες που διατύπωσα προηγουμένως σχετικά με τον προσωκρατισμό του Πλάτωνα. Δεν είναι ότι δεν είχε κάποια αίσθησή του. Μέσα στο semblant κολυμπά χωρίς να το γνωρίζει. Τον κατατρύχει, ακόμη κι αν δεν το ξέρει.
Αυτό δεν σημαίνει παρά ένα μόνο πράγμα: ότι το αισθάνεται, αλλά δεν γνωρίζει γιατί είναι έτσι. Από εκεί προέρχεται αυτή η μη αντοχή, αυτό το ανυπόφορο που διαδίδει.
Δεν υπάρχει ούτε ένας λόγος στον οποίο το semblant να μην κατευθύνει το παιχνίδι. Δεν βλέπουμε γιατί ο τελευταίος που εμφανίστηκε, ο αναλυτικός λόγος, θα διέφευγε από αυτό.
Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί λόγο ώστε, μέσα σε αυτόν τον λόγο, με το πρόσχημα ότι είναι ο τελευταίος που εμφανίστηκε, να αισθάνεστε τόσο άβολα, ώστε να κατασκευάζετε —σύμφωνα με τη συνήθεια μέσα στην οποία περιχαρακώνονται οι συνάδελφοί σας της Διεθνούς— ένα semblant περισσότερο semblant και από την ίδια τη φύση, ένα επιδεικτικά δηλωμένο semblant.
Θυμηθείτε, πάντως, ότι το semblant εκείνου που μιλά ως είδος βρίσκεται πάντοτε εκεί, σε κάθε είδος λόγου που τους απασχολεί. Είναι, παρ’ όλα αυτά, μια δεύτερη φύση.
Να είστε, λοιπόν, πιο χαλαροί, πιο φυσικοί, όταν δέχεστε κάποιον που έρχεται να σας ζητήσει μια ανάλυση. Μην αισθάνεστε τόσο υποχρεωμένοι να κορδώνεστε. Ακόμη και ως γελωτοποιοί, δικαιολογείστε να υπάρχετε. Δεν έχετε παρά να δείτε την Τηλεόρασή μου. Είμαι ένας κλόουν.
Πάρτε παράδειγμα από αυτό — και μη με μιμηθείτε!
Η σοβαρότητα που με κινεί είναι η σειρά (série) την οποία συγκροτείτε εσείς. Δεν μπορείτε ταυτόχρονα να ανήκετε σε αυτήν και να την είστε.
Το συμβολικό, το φαντασιακό και το πραγματικό είναι η εκφορά εκείνου που ενεργεί πραγματικά μέσα στον λόγο σας, όταν τοποθετείστε στον αναλυτικό λόγο, όταν είστε αναλυτής.
Αυτοί οι όροι αναδύονται πραγματικά μόνο για αυτόν τον λόγο και μέσω αυτού…
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου