Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ο μοναχός και τα… ζωντανά

                                                                                                                                           

Ένα βράδυ, σε ένα μοναστήρι πέρασε ο ηγούμενος από το κελλί ενός μοναχού και τον ρώτησε πώς πέρασε την ημέρα του.

-Ε, όπως όλες, δι’ ευχών σας, άγιε καθηγούμενε. Είχα πάρα πολλή δουλειά, μα πάρα πολλή δουλειά, γιατί πρέπει να φροντίζω ένα σωρό ζωντανά.

-Τί να κάνεις; ρώτησε ξαφνιασμένος ο ηγούμενος, γιατί ήξερε τί διακόνημα έκανε ο μοναχός και ότι δεν είχε καμιά σχέση με ζώα.

-Κάθε μέρα, απάντησε ο μοναχός, πρέπει να φυλάω δύο γεράκια, να συγκρατώ δύο ζαρκάδια, να γυμνάζω δύο κυνηγετικούς σκύλους, να κυνηγάω ένα φίδι, να δαμάζω μια αρκούδα και να περιποιούμαι έναν άρρωστο. Δεν θα κατάφερνα τίποτα απ’ όλα αυτά, αν δεν με βοηθούσε τόσο αποτελεσματικά ένας Δεσπότης.

-Τί είναι αυτά, που λες τώρα; Για ποιά ζώα μιλάς; Ζουρλάθηκες; Τέτοια πράγματα έχουμε εδώ; Και τον δεσπότη πού τον βρήκες;

-Κι όμως! Όλα αυτά έγιναν και γίνονται κάθε μέρα, άγιε Γέροντα!

-Τα δύο γεράκια είναι τα μάτια μου, που πρέπει αδιάκοπα να τα προσέχω, γιατί μύρια δυο κακά ξεκινάνε απ’ αυτά.

-Τα δύο ζαρκάδια είναι τα πόδια μου, που το βάδισμά τους πρέπει να το κανονίζω κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να με διακρίνει σύνεση, αν δεν θέλω να με οδηγούν στο δρόμο της αμαρτίας.

-Τα δύο κυνηγετικά σκυλιά είναι τα χέρια μου, που οφείλω να τα υποχρεώνω να εργάζονται τις διακονίες που μου αναθέτετε εδώ, για το καλό μου και χάριν των αδελφών μου.

-Το φίδι είναι η γλώσσα μου, που πρέπει να χαλιναγωγείται, να μη μιλά άσκοπα, να μη χύνει δηλητήριο εναντίον των άλλων, να μη κουτσομπολεύει, να μη κατακρίνει, να μη γογγύζει…

-Αρκούδα είναι η καρδιά μου, που πρέπει να της δαμάζω τον εγωισμό και την κενοδοξία.

-Άρρωστος είναι το σώμα μου κι έχω υποχρέωση διαρκώς να για το προσέχω, για να μη προσβληθεί από τη διαστροφή της επιθυμίας και γίνει έτσι ασθενές και φιλήδονο.

- Καλά όλα αυτά, αλλά ο δεσπότης ποιός είναι;

-Δεσπότης είναι ο Αρχιερέας Χριστός, που με το πανάγιο Αίμα Του κάθε μέρα με δυναμώνει, για να μπορώ να δαμάζω όλα αυτά τα άγρια θηρία, που έχω μέσα μου.

ΠΗΓΗ : ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ
 
 

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΘΕΟΤΗΤΑ

Ο νέος θεός τής οικουμενικής εκκλησίας έχει διαγράψει ήδη μιά κάποια ιστορία. Υπάρχει ήδη και ο ύμνος του έτοιμος. Τόν αφιερώνουμε στούς μεγάλους Έλληνες πιστούς του. Στόν κ.Ράμφο, στόν Πρεβέζης και σέ όλους τούς εκλεκτούς τών βορείων προαστείων απανταχού στήν Ελλάδα οι οποίοι πούλησαν τήν ψυχή τους στόν Βουδισμό γιά να γίνουν μοντέρνοι.


Lyrics
My sweet lord


Hm, my lord
Hm, my lord

I really want to see you
Really want to be with you
Really want to see you lord
But it takes so long, my lord

My sweet lord
Hm, my lord
Hm, my lord

I really want to know you
Really want to go with you
Really want to show you lord
That it wont take long, my lord (hallelujah)

My sweet lord (hallelujah)
Hm, my lord (hallelujah)
My sweet lord (hallelujah)

I really want to see you
Really want to see you
Really want to see you, lord
Really want to see you, lord
But it takes so long, my lord (hallelujah)

My sweet lord (hallelujah)
Hm, my lord (hallelujah)
My, my, my lord (hallelujah)

I really want to know you (hallelujah)
Really want to go with you (hallelujah)
Really want to show you lord (aaah)
That it wont take long, my lord (hallelujah)

Hmm (hallelujah)
My sweet lord (hallelujah)
My, my, lord (hallelujah)

Hm, my lord (hare krishna)
My, my, my lord (hare krishna)
Oh hm, my sweet lord (krishna, krishna)
Oh-uuh-uh (hare hare)

Now, I really want to see you (hare rama)
Really want to be with you (hare rama)
Really want to see you lord (aaah)
But it takes so long, my lord (hallelujah)

Hm, my lord (hallelujah)
My, my, my lord (hare krishna)
My sweet lord (hare krishna)
My sweet lord (krishna krishna)
My lord (hare hare)
Hm, hm (gurur brahma)
Hm, hm (gurur vishnu)
Hm, hm (gurur devo)
Hm, hm (maheshwara)
My sweet lord (gurur sakshaat)
My sweet lord (parabrahma)
My, my, my lord (tasmayi shree)
My, my, my, my lord (guruve namah)
My sweet lord (hare rama)

(hare krishna)
My sweet lord (hare krishna)
My sweet lord (krishna krishna)
My lord (hare hare)

Σχόλιο

Εδώ μπορούμε να ικανοποιήσουμε και τήν περιέργειά μας γιά τό "ένδυμα φωτός".
Ο ινδουϊσμός απεικόνισε στήν τελειότητά του τόν Εωσφόρο ντυμένο ένδυμα φωτός.




Η ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ: PAUL TILLICH

                                                              
Σέβεται περισσότερο το δόγμα, είναι πιο συντηρητικός, με μια πρώτη ματιά ο Τίλλιχ, ένας ακόμη υποστηρικτής της «κοπερνικής επανάστασης» του Μπαρτ, στην προτεσταντική θεολογία.
Το τριαδικό πρόβλημα δεν έχει καμμία σχέση με την παραποιητική θέση του πως ένα μπορεί να είναι τρία και τρία να είναι ένα, αντιθέτως αφορά το πρόβλημα της ενότητος ανάμεσα στο υπέρτατο και στο συγκεκριμένο στον ζωντανό θεό. Σίγουρα, συνεχίζει ο Τίλλιχ, πρέπει να μιλήσουμε για τον θεό σαν ένα «προσωπικό θεό»: αυτό το σύμβολο είναι βασικό για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την σχέση με τον θεό σαν μια υπαρξιακή σχέση. Μια υπαρξιακή σχέση είναι πάντοτε μια σχέση πρόσωπο με πρόσωπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ένα «υπέρτατο ενδιαφέρον» για κάτι το οποίο είναι λιγότερο από προσωπικό. Με άλλα λόγια, συνδυάζοντας την μέθοδό του της «αμοιβαίας σχέσης» και την ιδέα του τού θεού σαν «υπέρτατο ενδιαφέρον» ή «ανεπηρέαστο», ο Τίλλιχ επαναφέρει με τον τρόπο του την παραδοσιακή προβληματική του προσώπου στον θεό. Παρ’ όλα αυτά παρατηρεί πως η έκφραση «προσωπικός θεός» δεν σημαίνει καθόλου πως ο θεός είναι ένα πρόσωπο, αλλά σημαίνει περισσότερο πως ο θεός είναι το θεμέλιο όλων αυτών που είναι προσωπικά, και διαθέτει μέσα του την οντολογική δύναμη της προσωπικότητος. Ο θεός δεν είναι ένα πρόσωπο, ούτε δεν είναι προσωπικός. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, παρατηρεί ο Τίλλιχ, πως η κλασσική θεολογία χρησιμοποίησε τον όρο πρόσωπο για τις τριαδικές υποστάσεις, όχι για τον ίδιο τον θεό. Ο θεός γίνεται πρόσωπο μόνον στον 19ο αιώνα, σε αναφορά με τον Καντιανό χωρισμό ανάμεσα στην φύση η οποία κυριαρχείται από τον φυσικό νόμο και την προσωπικότητα η οποία οδηγείται από τον ηθικό νόμο. Έτσι ο θεϊσμός κατανόησε τον θεό, σαν ένα ουράνιο πρόσωπο, τελειότατο, το οποίο κατοικεί πάνω από τον κόσμο και από την ανθρωπότητα. Η διαμαρτυρία του αθεϊσμού ενάντια σε ένα τόσο υψηλότατο πρόσωπο είναι συνεπής. Δεν είναι τόσο φανερή η ύπαρξίς του και δεν εμπλέκει ούτε το υπέρτατο ενδιαφέρον του ανθρώπου. Ο θεός δεν είναι θεός, ισχυρίζεται ο Tillich, χωρίς καθολική συμμετοχή: «Ο προσωπικός θεός» είναι ένα σύμβολο γεμάτο σύγχυση.

Κάθε διάλογος γύρω από το Χριστιανικό δόγμα της Τριάδος, κατά τον Τίλλιχ, πρέπει να ξεκινήσει από την Χριστολογική διαβεβαίωση πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός.

Το Τριαδικό δόγμα δυναμώνει το Χριστολογικό δόγμα τελικώς. Εάν αντί του προβλήματος των χριστιανικών δογμάτων θέσουμε εκείνο των προϋποθέσεών του σε μια ιδέα του θεού, τότε ο λόγος αλλάζει και πρέπει να ξεκινήσουμε από το πνεύμα αντί από τον Λόγο. Ο θεός, φαίνεται να επαναλαμβάνει ο Τίλλιχ με τον Χέγκελ, είναι πνεύμα: κάθε τριαδολογική διαβεβαίωση πρέπει να παράγεται από αυτή την βασική διαβεβαίωση.

Το Τριαδικό δόγμα δεν είναι ούτε παράλογο ούτε παράδοξο, αλλά διαλεκτικό: αυτή είναι η βασική θέση του Τίλλιχ. Τίποτε θεϊκό δεν είναι παράλογο, καθώς η νόηση είναι η ίδια η πεπερασμένη φανέρωση του θείου Λόγου. Ούτε παράδοξη είναι, διότι υπάρχει ένα παράδοξο στην σχέση θεού και ανθρώπου, και είναι στην γλώσσα τού κατά Ιωάννην, το γεγονός πως ο Λόγος σάρξ εγένετο, εισήλθε δηλαδή στην ιστορική ύπαρξη του χώρου και του χρόνου. Όλες οι υπόλοιπες παράδοξες διαβεβαιώσεις του Χριστιανισμού είναι παραλλαγές και εφαρμογές αυτού του ιδίου παραδόξου, όπως για παράδειγμα το δόγμα της δικαιώσεως δια της μόνης Χάριτος, ή η συμμετοχή του θεού στα πάθη του Σύμπαντος. Αντιθέτως τα τριαδολογικά σύμβολα είναι διαλεκτικά. Αντανακλούν την διαλεκτική της ζωής, δηλαδή την κίνηση του χωρισμού και της επανένωσης. Απηχώντας ξανά στον Χέγκελ, ισχυρίζεται δηλαδή πως η ζωή πρέπει να περιγραφεί σαν την πρόοδο της εξόδου από τον εαυτό και της επιστροφής στον εαυτό.

Η ουσία του Τριαδικού στοχασμού προσφέρεται οπωσδήποτε, από την εμπειρία της αποκαλύψεως και η μορφή του έχει την ίδια λογική την οποία πρέπει να διαθέτει κάθε θεολογία σαν έργο του Λόγου. Αλλ’ όμως η προσευχή σε ένα από τα τρία πρόσωπα, στα οποία υπάρχει η θεία ουσία, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, κατευθύνεται προς κάποιον ο οποίος δεν είναι άλλο πράγμα από εκείνον στον οποίο κατευθύνεται μια άλλη προσευχή; Εάν δεν υπάρχει διαφορά γιατί να μην κατευθύνεται η προσευχή απλά προς τον θεό; Ε λοιπόν, κατά τον Τίλλιχ, οι έννοιες της ουσίας και της υποστάσεως , όπως και εκείνες της substantia και persona, δεν μπορούν να απαντήσουν σ’ αυτές τις ερωτήσεις, τις τόσο βασικές. Τις συγχέουν απλώς και ανοίγουν τον δρόμο σε ένα απεριόριστο αριθμό όρων απευθύνσεων της προσευχής, όπως ακριβώς κατέληξε με την λατρεία της Μαρίας και των Αγίων, παρόλες τις θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα σε μια προσευχή που κατευθύνεται στον θεό και την επίκληση των αγίων!

Ο Τίλλιχ αναγνωρίζει πώς στίς αρχές του το Τριαδικό δόγμα χρησίμευσε να εκφράση με τρία «σύμβολα» κεντρικά την αυτοφανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, αποκαλύπτοντας το βάθος τής θείας αβύσσου και απαντώντας στην ερώτηση πάνω στο νόημα τής υπάρξεως. Αργότερα κατέληξε σέ άλυτο Μυστήριο, τόσο πού λατρεύτηκε στον βωμό. Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν, αναρωτιέται ο Τίλλιχ, να απαγγείλουμε χωρίς καμμιά θεολογική αμηχανία ή απλή προσαρμογή στην παράδοση, τίς μεγάλες λέξεις: «στό όνομα τού Πατρός, τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος;» Θα είναι άραγε εκ νέου δυνατόν να προσευχόμαστε ευχόμενοι μέσα από «τήν αγάπη τού Πατρός, τήν Χάρη τού Ιησού Χριστού και την κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος», χωρίς να ξυπνάμε δεισιδαιμονικές εικόνες σε εκείνους πού ακούνε την προσευχή;

Ο Τίλλιχ πιστεύει πώς είναι δυνατόν, με τον όρο όμως μιας ριζικής αναθεώρησης τού Τριαδικού δόγματος και με μια καινούρια κατανόηση της θείας ζωής και της πνευματικής παρουσίας. Το τριαδικό δόγμα δεν είναι ολοκληρωμένο. Δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ούτε να γίνει αποδεκτό στην παραδοσιακή του μορφή. Πρέπει να παραμείνη ανοιχτό για να μπορέσει να εκπληρώσει την πρωταρχική του λειτουργία: να εκφράσει με κατανοητά σύμβολα την αυτοφανέρωση της θεϊκής ζωής στον άνθρωπο.

Και εμείς όμως από την μεριά μας δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: ανάμεσα στον Βιβλικό φονταμενταλισμό τού Brunner και την ριζική απομυθοποίηση τού Μπούλτμαν, σε ποιά αποτελέσματα φτάνει η μέθοδος της αμοιβαίας σχέσης τού Τίλλιχ; Εάν τα πρόσωπα τού Πατρός τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος είναι συνώνυμα τού Είναι, τής υπάρξεως και τής ζωής και κατά συνέπεια απλές στιγμές στην πρόοδο τής θείας ζωής, όλο αυτό δέν είναι ένα είδος Γνώσης πού μάς πισωγυρίζει για άλλη μια φορά, στό παληό αλλά ακόμη αρκετά ουδετεροποιημένο λάθος τού Σαβέλλιου;

Αμέθυστος


Σχόλιο:

Όπως βλέπουμε οι Γερμανοί θεολόγοι, οι δάσκαλοι των δικών μας, όσο πλησιάζουμε στην εποχή μας γίνονται όλο και πιο υβριστικοί. Ο εκσυγχρονισμός τής Εκκλησίας, ο σκοπός τής ζωής τού Ζηζιούλα, τού Γιανναρά καί τού Ράμφου καί όλου τού συρφετού πού τρώει από το τραπέζι τους, εκφράζεται τέλεια από τον Τίλλιχ . Για τούς εκσυγχρονιστές η παραδοσιακή Τριαδολογία προσφέρει δεισιδαιμονικές εικόνες.

Ως πότε θα τούς ανεχόμαστε;

ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ!

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, είναι η αυτοφανέρωση τής θεϊκής ζωής στόν άνθρωπο, έτσι ώστε ο άνθρωπος να ζήσει αναλόγως τής θεϊκής ζωής. Μέ τόν τρόπο υπάρξεως τού Θεού. Γι’ αυτό αρνούνται τήν πτώση, φοβούνται τή φύση, προβάλλουν τήν προσωπικότητά τους, μιμούμενοι τούς Γερμανούς άθεους. Ως πότε; Θα τούς θεωρούμε μορφωμένους και την πίστη μας πρωτόγονη;


+

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Η λογική και νοερά λατρεία

Ναυπάκτου Ιερόθεος : "μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία."

Η λογική και νοερά λατρεία

Συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η λατρεία της Εκκλησίας διαιρείται σε λογική λατρεία και νοερά λατρεία και ο άνθρωπος που ζη πραγματικά μέσα στην Εκκλησία μπορεί να μετέχη παράλληλα και στις δύο λατρείες. Αυτή είναι η βάση του ορθοδόξου ησυχασμού, της ορθοδόξου νηπτικής ζωής. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου είναι λογική και νοερά. Κατ' επέκταση υπάρχει η λογική λατρεία και η νοερά λατρεία.

Από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι τα βρέφη έχουν νοερά ενέργεια, δια της οποίας μπορούν να βλέπουν αγγέλους και αγίους, ενώ δεν έχει ακόμη αναπτυχθή η λογική λειτουργία του εγκεφάλου, που θα τελειοποιηθή αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγαλώνη.

Έτσι, κατά την θεία Λειτουργία δεν αρκεί μόνον η ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας, αλλά κυρίως η ανάπτυξη της νοεράς λειτουργίας. Δηλαδή, η μετάφραση της αποστολικής ευλογίας στην δημοτική γλώσσα, ως «η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί σας», δεν θα μπορέση ποτέ να δώση στον άνθρωπο να καταλάβη λογικώς τι είναι Χάρη του Κυρίου, η αγάπη του Θεού Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, τι είναι ο Τριαδικός Θεός και πως μπορούμε να μεθέξουμε της Χάριτός Του.

Αυτή η γνώση είναι θέμα νοεράς καρδιακής εμπειρίας. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για αρραβώνα που δίνεται στην καρδιά: «Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β Κορ. α , 21-22).

Άλλωστε, ο Χριστός στους μακαρισμούς Του τόνισε την απαραίτητη προϋπόθεση της καθαρής καρδιάς για την όραση του Θεού και όχι την έξαψη της λογικής: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε', 8). Το ίδιο συναντούμε και στις επιστολές των Αποστόλων, όπου γίνεται λόγος για την καρδιά ως προϋπόθεση και βάση της θεοπτίας.

Είναι δε γνωστόν ότι ο Χριστός όταν εμφανίσθηκε στους Μαθητές Του «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ , 45). Η γνώση του μυστηρίου που εκφράζεται με λέξεις γίνεται στον νου του ανθρώπου δια της Αποκαλύψεως του Θεού. Αυτό το βλέπουμε εμφανώς στην ευχή προ του Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς (τον νου) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν... Συ γαρ ει ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών...».

Ο βασικός σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να κατανοήση λογικώς τις λέξεις, αλλά να εισέλθη στο βάθος του μυστηρίου, να βιώση και να μεθέξη την κένωση του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της αποκαλύψεως του Θεού στην καθαρή καρδιά του. Γι' αυτό και η αποφατική θεολογία είναι «ο Γολγοθάς της ανθρώπινης λογικής».

Αυτό σημαίνει ότι η θεία Λειτουργία, που είναι λογική λατρεία, συνδέεται στενά και με την νοερά λατρεία. Άλλωστε, η Βασιλεία του Θεού για να την οποία κάνουν λόγο πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι, που είναι η φανέρωση και η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού, δεν είναι υπόθεση λογικής επεξεργασίας, αλλά υπόθεση καθαρού νοός και καθαράς καρδίας.

Τα βρέφη, τα παιδιά και οι Άγιοι συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερά λατρεία μπορεί να βλέπουν υπερκόσμια χοροστασία, για την οποία ομιλούν οι Άγιοι, μπορεί να βλέπουν αγγέλους, ενώ όσοι στηρίζονται στην λογική κατανόηση των λέξεων έχουν πλήρη άγνοια της γνώσεως του Μυστηρίου.
Στην βιογραφία του αγίου παπα-Νικόλα Πλανά διαβάζουμε ότι ένα παιδάκι που είχε ανεπτυγμένη την νοερά ενέργεια έβλεπε τον λειτουργούντα άγιο παπα-Νικόλα να υπερυψούται του εδάφους, και το φώναξε με ενθουσιασμό στην μητέρα του. Θεωρώ ότι το παιδάκι αυτό μετείχε της θείας Λειτουργίας πραγματικά, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τις λέξεις, ενώ οι άλλοι που πρόσεχαν με την λογική απλώς παρακολουθούσαν. Η για να εκφρασθώ με άλλον τρόπο, δεν μπορώ να αποκλείσω το παιδάκι αυτό από την μέθεξη της λατρείας, επειδή δεν μπορούσε να κατανοήση τις λέξεις. Μάλλον θεωρώ ότι μετείχε της θείας Λειτουργίας καλύτερα από άλλους εγκρατείς φιλολόγους που γνωρίζουν την ετυμολογία και την έννοια των λέξεων.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β Κορ. γ , 5-6).

Επομένως, η παραθεώρηση της νοεράς λατρείας συνιστά έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας.

Γενικά, όσοι απλοποιούν τις λέξεις της θείας λατρείας ακόμη και αυτές που έχουν «υψηλό, εννοιολογικό, εικονικό, συμβολικό και βιωματικό επίπεδο» για να γίνουν κατανοητές λογικά αφ' ενός μεν καταστρέφουν τον πολιτισμικό μας πλούτο, αφ' ετέρου δε αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία στην πλήρη έκφρασή της. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική, ορθολογιστική, αλλά αποκαλυπτόμενο μυστήριο. Και το μυστήριο δεν κατανοείται απλώς λογικά.

Έτσι, από το γράμμα προχωρούμε στο πνεύμα μέσα από όλη την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι όσοι ακούνε αναλύσεις των γινομένων και πραττομένων στην θεία Λειτουργία –άλλωστε αυτή είναι η αξία του κηρύγματος– η όσοι μετέχουν τακτικά στην θεία Λειτουργία μπορούν να κατανοήσουν ευχερώς και το γράμμα, κυρίως όμως μπορούν να εισχωρήσουν στο πνεύμα με την καθαρότητα της καρδιάς και την γνώση της συμβολικής γλώσσας της Εκκλησίας.

Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, ενώ έκαναν μεταγλωττίσεις σε διάφορα πατερικά κείμενα, δεν τόλμησαν να μεταγλωττίσουν τις ευχές της θείας Λειτουργίας και των Μυστηρίων, αν και το διανοητικό επίπεδο του λαού ήταν χαμηλό.

Οπότε, όσοι παραμένουν στο επίπεδο της λογικής κατανόησης των λειτουργικών κειμένων δείχνουν ότι αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία, γι' αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο «τεχνολογούσι και ου θεολογούσι». Δεν χρειάζεται απλώς η λογική κατανόηση των κειμένων η μετάφρασή τους, αλλά η μύηση στην ζωή της Εκκλησίας και στο μυστήριο της κενώσεως του Χριστού και της θεώσεως του ανθρώπου.

Νομίζω ότι μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία.

Aπόσπασμα από τό κείμενο τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ιερόθεου Βλάχου.

ΡΟΜΦΑΙΑ
ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

Σχόλιο : Νομίζουμε είναι η απάντηση στήν κακοδοξία πού περιμέναμε όλοι μας.


Ιερώνυμος: "Αυτή η προσπάθεια πρέπει αυτήν την στιγμή να ανασταλεί"

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος επισκέφθηκε την Ναύπακτο, προσκεκλημένος του οικείου Ιεράρχου κ. Ιεροθέου, για να συμμετάσχει στον τριήμερο εορτασμό του Αγίου Πολυκάρπου στην Ναύπακτο.

Σήμερα, Κυριακή 18 Απριλίου 2010 ο Μακαριώτατος λειτούργησε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου και τέλεσε την πανηγυρική δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλεως, μετά των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ, Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά, Θηβών και Λεβαδείας κ. Γεωργίου και του οικείου Μητροπολίτου κ. Ιεροθέου.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος μετά το πέρας της θείας Λειτουργία δέχθηκε ερωτήσεις από Δημοσιογράφους των τοπικών μέσων ενημέρωσης.

Δημοσιογράφος της Τηλεόρασης Lepanto, ρώτησε τον Μακαριώτατο το εξής: «Συνεδρίασε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος πριν από λίγες ημέρες και είναι αρκετά τα θέματα τα οποία την αφορούν. Ένα από αυτά ήταν και η μετάφραση, θα λέγαμε, της Λειτουργίας στην νεοελληνική γλώσσα. Βέβαια, υπήρξαν κάποια παραδείγματα από κάποιον Μητροπολίτη, αν δεν κάνω λάθος τον Σεβασμιώτατο Πρεβέζης, ο οποίος μετέφρασε κάποιο κείμενο. Ποιά είναι η άποψη η δική σας επάνω στο θέμα αυτό;»

Ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, τόνισε: «Κοιτάξτε, οπωσδήποτε είναι ένα θέμα μεγάλο και μας απασχολεί όλους. Αλλά αυτά τα θέματα τα μεγάλα, όπως είναι αυτό, όπως είπατε της ερμηνείας η της αποδόσεως της θείας Λειτουργίας με έναν τρόπο πιο κατανοητό, μετάφραση η παράφραση, όπως θέλετε πέστε το, είναι ένα πρόβλημα, είναι ένα θέμα που μας απασχολεί. Αλλά δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να το αντιμετωπίση ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Διότι πάμε να λύσουμε, η μάλλον να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, αλλά θα δημιουργήσουμε πολλά άλλα περισσότερα».

«Γι’ αυτό ασχολήθηκε πολύ σοβαρά η Ιερά Σύνοδος και κατέληξε ότι δεν μπορεί αυτήν την στιγμή να κάνουμε τίποτε, μένουν τα πράγματα όπως είναι, αλλά όμως δημιουργούνται, συγκροτούνται επιτροπές οι οποίες θα μελετήσουν το θέμα απ’ όλες τις πλευρές, να ακουσθούν απόψεις, προτάσεις, να ωριμάση το θέμα και στην συνέχεια να εξετασθή, και όχι μόνον από την Σύνοδο, αλλά και από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος», πρόσθεσε ο Αρχιεπίσκοπος.

Τέλος, ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε: «Επομένως, μένουμε όπως είμαστε, όπως υπάρχουν τα πράγματα. Και η Σύνοδος δεν θα ήθελε με κανέναν τρόπον ο κάθε ένας από μας να αποφασίζει και να κάνη αυτό που εκείνος νομίζει. Διότι σήμερα έχουμε το θέμα της γλώσσας, της ερμηνείας, αύριον έχουμε άλλα θέματα, δεν μπορεί κάθε ένας μέσα στον χώρο της Εκκλησίας Ιεράρχης να δίνη την δική του την λύση.

«Έτσι, λοιπόν, αυτή η προσπάθεια πρέπει αυτήν την στιγμή να ανασταλή, τουλάχιστον έως ότου ληφθή μια πιο καλή, ουσιαστική απόφαση», συνέχισε.

Πηγή : Romfea.gr

Σχόλιο

"είναι ένα πρόβλημα, είναι ένα θέμα που μας απασχολεί"

Δέν έχουμε συναντήσει ποτέ μας πιό διφορούμενο λόγο από αυτόν τού Αρχιεπισκόπου.
Τόν ακούς και σέ ζώνουν τα φίδια.
Γιατί είναι ένα πρόβλημα πού μάς απασχολεί; Δέν είναι λοιπόν στό παιχνίδι η κενοδοξία τού Πρεβέζης! Τήν ανωμαλία τού Πρεβέζης τήν ονομάζει προσπάθεια .
Προχθές ο Δημητριάδος είπε πώς την μετάφραση τήν έχουμε ανάγκη!
Όλοι αυτοί οι άχρηστοι πού διοικούν τήν Εκκλησία, ετοιμάζουν την Εκκλησία τής Κυριακής. Ταιριαστή στην αδιαφορία τους, στην απιστία τους. Ανίκανοι να οδηγήσουν πνευματικά βρίσκουν τήν εύκολη λύση τής μεταφράσεως ώστε εάν καταλαβαίνει ο Χριστιανός να είναι όλη η ευθύνη δική του.
Έχω ευθύνη απέναντι στούς πιστούς είπε ο Μελέτιος. Τόσα χρόνια τί έκανε; Έγραφε βιβλία; Τώρα θυμήθηκε τούς πιστούς; Καί γιά να νήψει τάς χείρας του, τούς πετάει τη μετάφραση;
Πρέπει να μάθουμε από τούς Βυζαντινούς πώς ξεφορτώνονταν τούς τραγόπαπες.

Αμέθυστος


Έγινε η ένωση των Εκκλησιών!

Ομολογία του Αθηναγόρα

Στον Ορθόδοξο Τύπο της 15ης Ιουνίου δημοσιεύτηκε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του κ. Αθ. Σακαρέλλου με τον τίτλο :

Ομολογία του Αθηναγόρα: Έγινε η ένωση των Εκκλησιών! .

Είχε προηγηθεί πριν λίγο καιρό ένα άλλο άρθρο-βιβλίο του ιδίου,με τίτλο «Έγινε η ένωση των Εκκλησιών», που αναφερόταν στην περιβόητη ΆΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ μεταξύ Δύσης και Ανατολής , που όπως αποδείχτηκε όμως, επρόκειτο τελικά περί ΑΡΣΗΣ ΤΗΣ ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑΣ , σύμφωνα με το επίσημο κείμενο που υπέγραψαν ο Πατριάρχης με τον Πάπα.

Ουσιαστικά η άρση της Ακοινωνησίας σημαίνει ότι οι δύο εκκλησίες (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο εκκλησία για την παπική αυλή) είναι ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ , ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΕΧΕΙ ΑΡΘΕΙ!!

Φυσικά όποιος παρακολουθεί από κοντά τα γεγονότα δεν χρειάζεται τέτοιου είδους ντοκουμέντα για να πειστεί ότι το Πατριαρχείο Κων/πόλεως θεωρεί ως ΑΔΕΛΦΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΡΩΜΗ.

Τα συλλείτουργα , οι κατ΄έτος συμπροσευχές, οι προσφωνήσεις του πάπα ως ορθοδοξότατου επισκόπου , οι μικτοί γάμοι , η συμφωνία Μπάλλαμαντ , η αναγνώριση χάριτος και ιερωσύνης εκατέρωθεν , η μετάδοση μυστηρίων κ.α. πολλά , αποδεικνύουν περίτρανα ότι όλα τα υπογείως συμπεφωνημένα έχουν γίνει πράξη.

Αν ρωτούσαμε το υποτιθέμενο 95% του Ορθόδοξου πληθυσμού τι πιστεύει για την παπική "εκκλησία" θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι δεν την θεωρούν αιρετική (αυτός ο όρος έχει πλήρως διαστρεβλωθεί σήμερα) αλλά τη βλέπουν σαν μία εκκλησία όπως την δικιά μας...

Παρακάτω λοιπόν δημοσιεύουμε το συγκεκριμένο κείμενο . Νομίζουμε ότι έχει τεράστιο ενδιαφέρον.

«Εκ στόματος νηπίων...»

Ομολογία του Αθηναγόρα: Έγινε η ένωση των Εκκλησιών!
του κ. Αθανασίου Σακαρέλλου Θεολόγου – επιτίμου Δικηγόρου

Στο περιοδικό «Εκκλησία», ( τεύχος 3, Μάρτιος 2007, το επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χριστόδουλος, με τον οποίο μας συνδέουν φιλικές σχέσεις από τα φοιτητικά μας χρόνια, δημοσίευσε μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, με τον τίτλο «Σχετικά με την επίσκεψίν μου εις Ρώμην. Απάντησις σε σχόλια θρησκευτικών περιοδικών».

Στο δημοσίευμά του αυτό ο Μακαριώτατος αναφέρεται σ’ αρνητικά σχόλια ορισμένων θρησκευτικών περιοδικών για την επίσκεψή του στο Βατικανό. Τα σχόλια αυτά, λέγει, «αφήνουν την εντύπωση ότι η Ένωση των Εκκλησιών είναι επί θύραις και ότι χάριν της ενώσεως αυτής γίνονται δήθεν μυστικές συμφωνίες ερήμην του λαού και οδηγούμεθα στο Κοινό Ποτήριο, χωρίς να αρθούν προηγουμένως οι δογματικές διαφορές»!

Απαντώντας στα επικριτικά αυτά σχόλια των θρησκευτικών περιοδικών ο Μακαριώτατος γράφει μεταξύ άλλων, ότι πάντοτε επιθυμεί τον διάλογο και θέλει να ακούει και τις απόψεις αδελφών, αρκεί αυτές να είναι καλόβουλες και θεολογικά, ιστορικά και εκκλησιολογικά θεμελιωμένες. Επειδή στο σημείο αυτό ταυτίζονται οι απόψεις μας, αποφασίσαμε να γράψουμε τις λίγες αυτές γραμμές. με τη βεβαιότητα ότι δεν θα τον λυπήσουμε, εφόσον στόχος μας είναι η αλήθεια, πέρα από κάθε φιλία, όπως έλεγαν κι’ οι αρχαίοι πρόγονοί μας.

1. Στη συνέχεια, ο Αρχιεπίσκοπος παραθέτει τα επιχειρήματά του, στα οποία νομιμοποιούνται ν’ απαντήσουν τα θρησκευτικά περιοδικά στα οποία αναφέρεται. Γι’ αυτό στις αιτιάσεις του αυτές δεν προτιθέμεθα εμείς ν’ απαντήσουμε.

Θεωρούμε όμως υποχρέωσή μας ν’ απαντήσουμε σ’ ένα μόνο σημείο της μελέτης του. Σ’ αυτό που αναφέρεται σε όσους υποστηρίζουν ότι έγιναν ή γίνωνται μυστικές συμφωνίες για ένωση των Εκκλησιών. Στα επιχειρήματά του ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρει ότι « συχνά, πυκνά, διαβάζουμε και ακούμε διαδόσεις και σπερμολογίες περί μυστικών συμφωνιών δήθεν και υποσχέσεων για ένωση των Εκκλησιών χωρίς την θεολογικοδογματική ομοφωνία». Και καταλήγει: «Για όνομα του Θεού, δεν αντιλαμβάνονται οι τοιαύτα λέγοντες ότι ούτε τα μωρά πλέον δεν πιστεύουν τέτοια πράγματα...».

Επειδή τ’ ανωτέρω υποστηρίξαμε κι’ εμείς με αρθρογραφία μας στον «Ορθόδοξο Τύπο», που εκδόθηκε σε βιβλίο με τον τίτλο «Έγινε η ΄Ένωση των Εκκλησιών», πιστεύουμε πως τα πιό πάνω λόγια του Μακαριωτάτου μας αφορούν.

Σημειώνουμε ότι δεχόμαστε προκαταβολικά την κατάταξή μας από τον Αρχιεπίσκοπο στα «μωρά», χωρίς να νηπιάζουμε «ταις φρεσίν, αλλά τη κακία» (Α΄ Κορ.14, 20). Είμεθα όμως «μωροί διά Χριστόν» (Α΄ Κορ. 4,10)! Και καυχώμαστε γι’ αυτό. Εξάλλου, «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη» (Α΄ Κορ. 1, 27)! Μακάρι, όντως, ο Θεός να μας κατατάξει σ’ αυτά τα «μωρά του κόσμου».

Κατόπιν τούτου, νομίζουμε ότι έχουμε χρέος ν’ απαντήσουμε στο Μακαριώτατο, μ’ όλο το σεβασμό που τρέφουμε στο πρόσωπό του, μόνο ως προς τα όσα λέγει για την ένωση των Εκκλησιών, μολονότι και σχεδόν όλες οι άλλες οι απόψεις του στο δημοσίευμά του, είναι κατά τη γνώμη μας, θεολογικά, ιστορικά και εκκλησιολογικά έωλες.

2. Στο βιβλίο μας «Έγινε η ένωση των Εκκλησιών» αυτό περιλάβαμε πατερικές μαρτυρίες, αλλά και ορισμένα «ντοκουμέντα», τα οποία διαπρεπής Ιεράρχης χαρακτήρισε «ακαταμάχητα». Δύο απ’ αυτά είναι και τα εξής:

α. Το Γράμμα που έστειλε το 1968 ο Πατριάρχης Αθηναγόρας στον Πάπα Παύλο 6ο. Σ’ αυτό ο Αθηναγόρας ομολογούσε ότι μνημόνευε τον Πάπα στη θεία Λειτουργία (σελ. 29). Την ίδια τακτική ακολούθησαν κι’ ακολουθούν κι’ οι διάδοχοί του Πατριάρχες Δημήτριος και Βαρθολομαίος.

Το τι σημαίνει αυτό, το αντιλαμβάνεται κάθε Ορθόδοξος. Σημαίνει ότι μεταξύ των δύο Εκκλησιών δεν υπάρχει πλέον σχίσμα. Σημαίνει ότι οι δύο αυτές Εκκλησίες, των οποίων οι Προκαθήμενοι αλληλομνημονεύονται, έχουν άρει το υφιστάμενο επί αιώνες σχίσμα. Σημαίνει ότι έκαναν την ένωση των Εκκλησιών τους.

Και μόνο αυτό το «ντοκουμέντο» θα ήταν αρκετό να πείσει τον κάθε καλόπιστο δύσπιστο, ότι έγινε η Ένωση των Εκκλησιών.

β. Το δεύτερο «ντοκουμέντο» ήταν η «Κοινή Δήλωση» του Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου 6ου της 7ης Δεκεμβρίου 1965 (σελ. 37). Η «Δήλωση» αυτή διαβάστηκε επίσημα τόσο στην Κωνσταντινούπολη, όσο και στη Ρώμη, την παραμονή της λήξης των εργασιών της Β΄ Βατικανής Συνόδου, που οι Λατίνοι θεωρούν ως την 22η «Οικουμενική» τους Σύνοδο!

Στην «Κοινή Δήλωσή» τους αυτή Πατριάρχης και Πάπας διακηρύττουν ότι

«αίρουν την ακοινωνησία», δηλ. το σχίσμα των Εκκλησιών! Αυτό σημαίνει, ότι τα δύο αυτά πρόσωπα διακήρυξαν ότι έγινε η ένωση των Εκκλησιών!

3. Πάντα πιστεύαμε ότι θα υπήρχαν άτομα, που θ’ αντιδρούσαν στα όσα γράψαμε για την γενόμενη ένωση των Εκκλησιών. Άλλοι καλοπροαίρετα1 κι’ άλλοι υστερόβουλα, γιατί δεν θέλουν να γίνουν γνωστά στον ορθόδοξο λαό τα γενόμενα το 1965. Περιμέναμε τέτοιες αντιδράσεις. Γι’ αυτό, εφαρμόσαμε το χρυσό κανόνα της εφεδρείας. Δεν αποκαλύψαμε όλα τα «ντοκουμέντα», που είχαμε στη διάθεσή μας, για τη γενόμενη ένωση.

Θα επικαλεσθούμε στο δημοσίευμά μας αυτό και ένα άλλο «ντοκουμέντο», εξίσου σημαντικό με τα δύο προηγούμενα. Πρόκειται για ένα Γράμμα, που έστειλε ο Αθηναγόρας στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο Κατσώνη, φανατικό θαυμαστή του, τον οποίο μάλιστα χαρακτήρισε «προφηταπόστολο»!!

Του έγραψε ότι το 1965 έχει αρθεί το σχίσμα, και όχι τα αναθέματα, όπως μας λένε μέχρι τώρα τα «παπαγαλάκια» του Φαναρίου και του Βατικανού. Λέει, δηλαδή, ότι έγινε η ένωση Παπικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας!

Ολόκληρο το γράμμα αυτό, όπως δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου, «Ιερώνυμος Κοτσώνης» (Αθήναι 1990, σελ. 386), έχει ως εξής:

«Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος κύριε Ιερώνυμε, την Υμετέραν σεβασμίαν Μακαριότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.

Η υποδοχή, της οποίας έτυχεν ο Καρδινάλιος του Παλέρμο Σεβασμιώτατος κ. Φρ. Κάρπινο, παρά της Υμετέρας λίαν ημίν αγαπητής και περισπουδάστου Μακαριότητος, κατά την εις Ελλάδα έλευσιν αυτού, προυξένησεν εντύπωσιν βαθυτάτην, την οποίαν επηύξησε το τελευταίος κυκλοφορήσαν και περιελθόν εις χείρας ημών μετά πολλών φωτογραφιών βιβλιάριον επί της υποδοχής ταύτης.

Το κεντρικόν σημείον της υποδοχής ήτο η έκδηλος και αυθόρμητος θερμότης, μεθ’ ης η Υμετέρα σεβασμία Μακαριότης υπεδέχθη αυτόν, οι εκφωνηθέντες εν συνεχεία λόγοι, αι επισκέψεις, το γεύμα εν τη Μονή Πεντέλης και αι λοιπαί εκδηλώσεις.


Ούτω, δια μίαν στιγμήν ωραματίσθημεν την Υμετέραν φίλην Μακαριότητα επί δίφρου φερομένην, προς την οριστικήν συνάντησιν μεταξύ των δύο πρεσβυγενών αδελφών Εκκλησιών εν τη πράξει.


Εις ταύτην αντιτίθενται οι Θεολόγοι ημών, και δεν λέγουσιν ημίν, πως εννοούσι την αποκατάστασιν των πραγμάτων μεταξύ των δύο πρεσβυγενών Εκκλησιών, εκτός εάν προτιμώσι την διαιώνισιν της διαιρέσεως.


Ουδέ απαντώσιν εις το ερώτημα: Αφού διά της άρσεως του Σχίσματος, την 7ην Δεκεμβρίου 1965, επανήλθομεν αυτομάτως εις την προ του 1054 εποχήν, καθ’ ην υπήρχον μεν διαφοραί μεταξύ των δύο εκκλησιών και ενίοτε σκληρότερον εκδηλούμεναι, αλλά διετήρουν την ενότητα εν τοις μυστηρίοις και ιδίως εν τω κοινώ Ποτηρίω, ποία νέα μετά το 1054 εμπόδια ενεφανίσθησαν κωλύοντα την επάνοδον εις την προ αυτού εποχήν;


Και επί τούτοις συγχαίροντες Αυτή ολοψύχως και περιπτυσσόμενοι Αυτήν και αύθις εν φιλήματι αγίω, διατελούμεν μετ’ αγάπης αδελφικής και εξιδιασμένης τιμής
1971 Ιανουαρίου κς΄
Της Υμετέρας σεβασμίας Μακαριότητος
αγαπητός εν Χριστώ αδελφός
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας»

4. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για την άρση του σχίσματος, δηλ. τη γενόμενη ένωση των Εκκλησιών, ομολογεί ότι το 1965 έχει αρθεί το σχίσμα. Είναι δυνατό τώρα Μακαριώτατος να αποκαλεί «μωρά», όσους λένε αυτό που διακήρυξε προηγουμένως ο Αθηναγόρας;

Ο Μακαριώτατος στο δημοσίευμά του αναφέρει με αυταρέσκεια ότι «[b]όπου και να βρεθούμε, όπου και να παραστούμε, την παράδοσή μας εκφράζουμε, την ορθόδοξη ζωή μας δείχνουμε, το φρόνημα της Εκκλησίας αποπνέουμε με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος[/b]»! Το πιστεύει αυτό;
Φοβούμεθα ότι ανάμεσα στα λόγια και στα έργα του Μακαριώτατου δεν υπάρχει αντιστοιχία.
Με τα λόγια του θέλει να πείσει το ποίμνιό του, ότι η ένωση δεν έγινε και θα αργήσει πολύ να γίνει. Με τα έργα του όμως πείθει κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο ότι η ένωση έγινε.
Γιατί, πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε το ότι έφερε ο ίδιος, με δική του ευθύνη, ως επίσκοπος Αθηνών, τον Πάπα στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις της Συνόδου του, ή κατά τον ίδιο τρόπο πήγε στο Βατικανό;
Πώς αλλοιώς να εξηγήσουμε το ότι επιλέγει ως συνεργάτες του, ή νέους επισκόπους, πρόσωπα με κατάκριτες φιλοπαπικές και οικουμενιστικές αντιλήψεις;
Πώς αλλοιώς να εξηγήσουμε το ότι έστειλε στο Βατικανό τους φοιτητές του οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας;
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και όλοι οι ορθόδοξοι, πριν τον 20ό αιώνα, αυτή την παράδοση μας άφησαν;
Όχι, Μακαριώτατε !
Kαι για να υπάρξει πληρέστερη εικόνα , μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το προαναφερθέν βιβλίο "Έγινε η Ένωση των Εκκλησιών".

Αναρτήθηκε από Patient στο Φως Ορθοδοξίας

Πηγή: ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ
 

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

ΗΠΑ / "Η Τουρκία θα βοηθήσει την Ελλάδα να ξεπεράσει την κρίση"!

ΠΗΓΗ : http://diolkos.blogspot.com/

Φαίνεται ότι με την εικόνα που δίνουν οι κυβερνώντες για την χώρα μας προς το εξωτερικό τους τελευταίους έξι μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες πίστεψαν ότι ξαναγίναμε τούρκικο βιλαέτι, κι έτσι η Χ.Κλίντον συνομιλεί με τον Α.Νταβούτογλου στην Ουάσιγκτον για το πως η "μαμά-Τουρκία" (σ.σ.: η Τουρκία που τα παιδιά της πεινάνε, ξυπόλυτα στους δρόμους) θα βοηθήσει την Ελλάδα να ξεπεράσει την οικονομική κρίση"! Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, κάποιος Κρόουλι, ανέφερε στην σημερινή ανακοίνωσή του ότι ο Αχμέτ Νταβούτογλου κατά την διάρκεια της συνάντησής του με την Χίλαρι Κλίντον συζήτησαν το θέμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης και ότι – άκουσον, άκουσον - «η Τουρκία επιθυμεί να βρει έναν τρόπο να βοηθήσει την Ελλάδα, αλλά σε ό,τι αφορά τη μορφή που θα μπορούσε να λάβει αυτή η βοήθεια, θα σας παρέπεμπα στην Τουρκία».


Αλήθεια ο εξευτελισμός της χώρας έχει πάτο;

Ο Κρόουλι ανέφερε ότι στη συνάντηση συζητήθηκαν επίσης το Κυπριακό και η κατάσταση στο Ιράκ, αλλά κύριο θέμα συζήτησης αποτέλεσε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν όπου ο Νταβούτογλου κατέθεσε την τουρκική προσέγγιση, η οποία διαφοροποιείται σε σχέση με την επιβολή νέων κυρώσεων λόγω και της γειτνίασής της με το Ιράν και υποστηρίζει τη συνέχιση της διπλωματικής προσπάθειας.

Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξέφρασε «κατανόηση για τις τουρκικές ευαισθησίες» -αλλίμονο!- σημείωσε ότι κάθε προσπάθεια προς την κατεύθυνση της αναζήτησης λύσης είναι χρήσιμη, αλλά υπογράμμισε ότι η διεθνής κοινότητα καλείται να αναλάβει τις ευθύνες της.

Tο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών πως αντιδρά σε όλα αυτά;

Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Αναρτήθηκε από aoratos στις 1:00 π.μ.
 
Αμέθυστος

+

WOLFHART PANNENBERG (2)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

(συνέχεια από το 1ο μέρος)

Η μεταμόρφωση των σχέσεων στο εσωτερικό της μοντέρνας κοινωνίας και ο δημόσιος χαρακτήρας του πολιτισμού σε σχέση με την θρησκεία μετά τους πολέμους του 16ου και 17ου αιώνος, αποτελούν και την προυπόθεση για την φονταμενταλιστική θεολογική λειτουργία της υποκειμενικότητος στην μοντέρνα προτεσταντική θεολογία και στην καθολική θεολογία τον τελευταίο αιώνα.

Συνέπεια της ανεξαρτησίας της Δημόσιας Τάξεως από τις ομολογιακές συγκρούσεις, ιδιαιτέρως στα Ευρωπαικά κράτη τα οποία είχαν υποφέρει σε μεγάλη διάρκεια από τους Ιερούς Πολέμους που ακολούθησαν τον χωρισμό της Εκκλησίας (στην Ολανδία, την Αγγλία και στη Γερμανία) ήταν το κομμάτιασμα και η Ιδιωτικοποίηση της Θρησκευτικής ζωής. Η θρησκεία δεν έπρεπε να επηρεάζει πλέον το σύνολο της Δημόσιας ζωής, αλλά να εξασκεί μια βοηθητική δράση προς την κατεύθυνση της διατηρήσεως της ηθικής τάξεως μέσα στην εσωτερική ζωή. Σε ακραίες περιπτώσεις, η θρησκευτική ομολογία μετεμορφώθη σε ιδιωτική υπόθεση. Ο μοντερνισμός του προτεσταντικού πιετιμού οφείλεται στο γεγονός πως πήρε και συμπλήρωσε, με τον τονισμό της εσωτερικής ευλάβειας και αγάπης, την θέση που κατείχε μέσα στην κοσμική κοινωνία η θρησκεία. Ο προτεσταντικός υποκειμενισμός δεν κατάγεται λοιπόν από την Μεταρρύθμιση, αλλά από τον πιετισμό. Η Μεταρρύθμιση επέμενε ακόμη στην καθολική αξία του Ευαγγελίου και της Εκκλησιαστικής αυθεντίας, πριν εμφανισθεί ακόμη κάθε υποκειμενική κατοχή της αλήθειας του Ευαγγελίου. Για την μεταρρύθμιση η ενότης των θρησκευτικών ομολογίων κατανοείτο σαν βάση της κοινωνικής Τάξεως. Μόνον ο πιετισμός αποφάσισε να βασίση αυτή την ίδια αυθεντία τής αλήθειας τής πίστεως πάνω στην υποκειμενικότητα της θρησκευτικής εμπειρίας. Βεβαίως πρέπει να προσθέσουμε πως μια τέτοια πεποίθηση, ήταν αποτέλεσμα μιας κάποιας αναπτύξεως, οι γραμμές τής οποίας άρχισαν να ξεχωρίζουν προς το τέλος του 18ου αιώνος. Τον πρώτο πιετισμό τον ενδιέφερε να δείξει στην ζωντανή πίστη την αληθινή και αυθεντική πίστη, και σ’αυτό ακριβώς το σημείο το φαινόμενο συμπίπτει με τις αρχές της μεταρρυθμίσεως, όπου στην υπόθεση Θρησκεία πρωτεύουσα σημασία αποκτούν οι ηθικές συμπεριφορές.

Μόνον με την προοδευτική κριτική του Βιβλικού κειμένου η υποκειμενική εμπειρία τής πίστεως αναλαμβάνει την εγγύηση τής αλήθειας τής Βίβλου και του Χριστιανικού δόγματος. Αυτή η αντίληψη οικοδομείται κατα τη διάρκεια του δευτέρου μέρους του 18ου αιώνος, κυρίως μέσω της λεγόμενης «Θεολογίας της αφυπνίσεως» τών A.G THOLUCK και Yulius Mueller. Αυτή η θεολογία επηρέασε γρήγορα το σύνολο της Γερμανικής Θεολογίας μέχρι τού Wilhelm Herrmann και μέσω των δύο πιο σημαντικών μαθητών του-τών K.Barth και R.BuΙtmann – συνέχισε την επιρροή της μέχρι σήμερα. Οπωσδήποτε η διαλεκτική Θεολογία του Μπάρτ ξεσηκώθηκε εναντίον τών ανθρωποκεντρικών Θέσεων της Θεολογίας του 19ου αιώνος, που ξεκίνησαν απο τον Σλαϊερμάχερ, και η οποία βασίζεται στον πιετιστικό υποκειμενισμό. Αλλά στήριξε αυτή την ίδια την επανάστασή του,σ το πρωτείο του Θεού, πάνω σε μία απόφαση πίστεως, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο στα άκρα, παρόλη την αντικειμενικότητα της «Εκκλησιαστικής δογματικής», τον υποκειμενισμό τών προηγουμένων.

Ο Μπάρτ όμως ερμηνεύτηκε και με ένα διαφορετικό νόημα σαν στοχαστής τής υποκειμενικότητος . Συγκεκριμένα λόγω τού γεγονότος πώς σαν τόν Χέγκελ και σε εξάρτηση απο τον Χέγκελ, εφάρμοσε την έννοια του Ιδεαλιστικού υποκειμένου του δόγματος του Θεού. Μόνον ο Θεός, για τον Μπάρτ, σαν υποκείμενο, είναι απείρως ελεύθερος και ανεξάρτητος. Απόλυτος για την ερμηνευτική ανάπτυξη αυτής έννοιας, ο Μπάρτ, χρησιμοποίησε το δόγμα της Αγίας Τριάδος, το οποίο ισχύε, σαν συνθήκη της ατελείωτης υποκειμενικότητος του Θεού στην αποκάλυψη. Το Τριαδικό δόγμα μας επιτρέπει να σκεφτούμε το είναι-απέναντι στον κόσμο, εκ μέρους του Θεού, σαν παραγωγό του είναι-απέναντι του πατρός, στην Τριάδα, του Υιού, έτσι ώστε η έννοια του Θεού σαν Πατήρ να είναι ανεξάρτητη απο το είναι-απέναντι στον κόσμο. Το τριαδικό δόγμα λοιπόν δίνει την δυνατότητα στον Μπάρτ να σκεφθεί την ανεξαρτησία του Θεού απο τον κόσμο μέσω της αποκαλύψεως που ενήργησε ο Υιός. Παρόλα αυτά όμως με μία άλλη έννοια, η έννοια της υποκειμενικότητος του Θεού, του Μπάρτ, βρίσκει μεγάλες δυσκολίες σχετικά με την διαβεβαίωση της προσωπικής Τριάδος. Ο Μπάρτ φοβόταν πώς η διάκριση τριών προσώπων στον Θεό θα μπορούσε να βάλη σε κίνδυνο την Θεία ενότητα και καθώς πίστευε σαν σωστό να σκέφτεται τον μοναδικό Θεό σαν υποκείμενο με «προσωπική» Έννοια, η έκφραση των τριών προσώπων στον μοναδικό Θεό του προέκυψε αποπροσανατολιστική. Για αυτό, αντί για τρία πρόσωπα, προτίμησε να μιλήσει για τρείς τρόπους υπάρξεως του μοναδικού Θεού, ο οποίος αυτός καθ’αυτός είναι προσωπικός.

Όμως το κλασσικό δόγμα της Εκκλησίας μιλά για τρία πρόσωπα μέσα στον μοναδικό Θεό και δέν αντιλαμβάνεται την ενότητα του Θεού εκ νέου σαν προσωπική, διακεκριμένη απο την τριάδα των Θείων προσώπων. Ο μοναδικός Θεός είναι αντιθέτως κάθε φορά προσωπικός μόνον σε ένα ή και παραπάνω απο ένα εκ των τριών προσώπων.

Το πρόσωπο στον Θεό ανήκει στη διαφορετικότητα των προσώπων, δέν ανήκει στην ενότητα του Θεού καθεαυτή. Η ενότης του Θεού καθεαυτή είναι υπερπροσωπική. Η ενότης φανερώνεται στα τρία πρόσωπα, και μόνον σ’αυτή την φανέρωση ο Θεός της Χριστιανικής Πίστεως είναι ένας προσωπικός Θεός. Ακριβώς στην Τριαδικότητα των προσώπων του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εάν αποδώσουμε το πρόσωπο στην ενότητα του Θεού καθεαυτή, η Τριαδικότης του Θεού χάνει αυτομάτως τον χαρακτήρα τής προσωπικής Τριαδικότητος. Η Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας υπολόγισε την ανάπτυξη αυτών των εννοιών στη δύση - ξεκινώντας ακόμη απο τις εξηγήσεις της Τριάδος του Αυγουστίνου, μέσω αναλογιών ψυχολογικής τάξεως, δηλαδή μέσω των διαφορετικών εσωτερικών λειτουργιών στο ανθρώπινο πνεύμα - σαν ένα είδος τροπισμού, ο οποίος θα διέλυε την Τριαδική διαφορετικότητα μέσα στην Θεική ενότητα.

Η μοντέρνα φιλοσοφική και θεολογική σκέψη σε ένα μοναδικό Θεϊκό πρόσωπο έβαλε σε δεύτερη μοίρα το Τριαδικό δογμα, τόσο που η διάκριση των τριών προσώπων της Τριάδος είναι πλέον ακατανόητη. Ακόμη και οι υποστηρικτές του Τριαδικού δόγματος κατέληξαν σε λειτουργικές διακρίσεις στο εσωτερικό τού μοναδικού Θεικού προσώπου, τού μοναδικού Θεικού υποκειμένου, προτιμώντας την έκφραση « Τρόποι υπάρξεως» απο εκείνη της εννοίας του «προσώπου». Αυτό που συνέβη στο Μπάρτ ξαναπαρουσιαστηκε και στον Κάρλ Ράννερ. Ο σύγχρονος διάλογος γύρω απο την Τριαδική Θεολογία στην Γερμανική Ευαγγελική Θεολογία, αναγνώρισε το βάσιμο των αμφιβολιών που εκφράστηκαν απο την ανατολική Εκκλησία.

Αυτό ισχύει και για την προσφορά μου στο Δόγμα της Τριάδος, όπως και για τις σκέψεις του Moltmann στο «Τριάδα και Βασιλεία του Θεού» (1980). Με αυτόν τον τρόπο η Θεολογία αναλαμβάνει την καινούργια επεξεργασία των σχέσεων ανάμεσα στην Τριαδικότητα και στην ενότητα του Θεού. Σε αυτή την προοπτική δέν είναι αρκετό αυτό που πρότεινε ο Moltmann, να σκεφτούμε την Θεία ενότητα μόνο σαν ενότητα των τριών Προσώπων. Αυτή η ίδια η έννοια του προσώπου πρέπει να υπολογιστεί σε μια τέτοια σχέση με την Θεία ενότητα, ώστε να φανερώνεται η ενότης σε κάθε ένα απο τα τρία πρόσωπα.

(Συνεχίζεται)

Aμέθυστος

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Οι συνήθεις χάσκακες

Kώστας Ζουράρις


«…οι συνήθεις χάσκακες, έχαινον ακούοντες την καινήν διδασκαλίαν, και προς αυτήν τον βίον ρυθμίζοντες, εζήτουν? να ζώσιν ελεύθεροι των από της θρησκείας δεσμών, φυσικήν ζώντες ζωήν, φυσικόν νόμον ακούοντες, ή μη ακούοντες ουδένα•» Μανουήλ Γεδεών: «Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνα». (Ερμής, 1976).

«…Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ\’ την μεριά τους οι νικητές: να αλλοιώσουν τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι βέβαια την απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα μόνιμο αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό σύνδρομο μειονεξίας…»

OI ΣΥΝΗΘΕΙΣ χάσκακες ξαναχτύπησαν. Ποιοί είναι όμως οι συνήθεις χάσκακες;

Τους γνωρίζουμε από την συνήθη ανελλήνιστη και ματαιόσπουδη κόψη τους: είναι οι «πεπολιτισμένοι» οι κατ’ επάγγελμα ενάρετοι, οι τα φώτα της Εσπερίας φέροντες. Οι συνήθεις χάσκακες, πλοηγοί της ευρωπαϊκής χρηστομάθειας, ουραγοί της ελληνικής μαρτυρίας, χάσκακες μπροστάρηδες της αφασίας.

Κι αφού έως άρτι, ουκ ολίγον κενοσπουδάζοντας, μας νουθέτησαν ως πολύ μορφωμένοι, παρα-μορφωμένοι μάλιστα, πως υπάρχουν πολλές Μακεδονίες και πολλά ονόματα – Μακεδονίες κι ότι τα Λακόστ είναι πιο ιερά πράγματα από την Μακεδονία και γι’ αυτό τα Λακόστ έχουν ονομασία προελεύσεως κατωχυρομένη, ενώ το κτιτορικόν όνομα ενός Λαού, η Μακεδονία του, αυτό είναι αδέσποτον και κοινόν τοις πάσι, μετά απ’ αυτό, ξαναχτύπησαν.

Σε περισπούδαστη και ως συνήθως ημι-εγγράμματη ανακοίνωση, οι συνήθεις ευρωφρενείς χάσκακες, προφασιζόμενοι εγκρατή οργήν για τις ταυτότητες όπου θα υπάρχει ή όχι ένδειξη θρησκεύματος, ζητούν χωρισμό, λέει, εδώ στην Ελλάδα, Εκκλησίας και Κράτους.

Και για μεν τα περί υποχρεωτικής αναγραφής, τα πράγματα είναι απλούστατα και τα είπαμε, όλοι όσοι ανήκουμε στην Ευχαριστιακή Σύναξη και δεν χάσκουμε: δεν είναι ορθόδοξο αυτό που είναι υποχρεωτικό. Το υποχρεωτικό είναι δυτική νεύρωση, διότι παράγεται από δουλοκτήτες και απευθύνεται σε δουλοπρεπείς.

Ολόκληρη η Εκκλησία μας δοξολογεί το Εκούσιον Πάθος. Θέλων, λέει, πηγαίνει ο Χριστός στον Γολγοθά. Αλλοιώς, δεν έχει αξία. Εκουσία πρέπει να είναι η νέκρωσις του εγωισμού μας, όπως και η δική του. Αλλοιώς, δεν είμαστε λογικά πρόβατα, όπως μας θέλει ο συλλογικός εαυτός μας όταν ψάλλουμε στον Ακάθιστο: χαίρε, αυλή λογικών προβάτων! Λογικών, διότι αλλοιώς είμαστε σκέτα πρόβατα. «Λογικών προβάτων», για να είμαστε ελεύθεροι αριστοκράτες που, Εθελούσιοι, καταργούμε το Εγώ μας, ώστε να ζήσει το Κοινόν (όπως έδειξα στο προηγούμενο τεύχος των 4T με το Δ,10 του Θουκυδίδη).

Επομένως, για τους γνωρίζοντες τα καθ\’ ημάς και μη χάσκακας κατά τας Ευρώπας, το δελτίο ταυτότητας, αλλά και η παρούσα οργάνωση της Διοικούσης Εκκλησίας, σήμερα, είναι προϊόν της Βαυαροκρατίας και της υποτέλειας του καθ\’ ημάς Κρατιδίου στην πανεπόπτρια Δύση.

Λάθος καυγάς, δηλαδή, για λάθος θέμα.

Ό,τι είναι υποχρεωτικό, δεν είναι ορθόδοξο και πάμε παρακάτω. Πριν όμως καταδείξω το γελοίο και το αναλφάβητο της θέσης που προτείνουν οι συνήθεις χάσκακες, δηλαδή, τον διαχωρισμό, όπως αυτοί λένε, της Εκκλησίας από το Κράτος, θα αναλύσω τον μηχανισμό, ο οποίος παράγει τον συνήθη χάσκακα, δηλαδή τον πάλαι αποκαλούμενο γενίτσαρο και νεωστί ευρωλιγούρη. Θα δείξω, πως χάνεις την ταυτότητα.

Ως γνωστόν ή άγνωστον, τέκνο κι εγώ της ελληνικής περιπέτειας, υπήρξα στην προσφυγιά, επί εικοσιτρία έτη συναπτά, αθέλητα στα πρώτα επτά, σχεδόν ηθελημένα στα υπόλοιπα.

Έζησα το συναμφότερον, δηλαδή έζησα εύκολα μέσα στα δύσκολα: έχασα τα στηρίγματά μου, αλλά ήμουν πλούσιος: ήμουν πρόσφυγας πολυτελείας. H ανακύκλωση της ελληνικής υποτέλειας με παίδευε, αλλά, με τα κριτήρια τα ισχύοντα, ήμουν «πεπαιδευμένος»: εν μέσω διωγμών και φυλακισμένων και καταδικασμένων δικών μου, είχα μεγαλώσει με πιάνο, γαλλικά, γερμανίδες γκουβερνάντες, εγκρατής της δυτικής μούσας, με πτυχία και σπουδές στο Μοτσαρτέουμ του Σαλτσβούργου και όσες σάλτσες απαιτεί η λεοντή του παρφέ ευρωλιγούρη.

Και ξέχασα: λάστ μπατ νοτ λιστ, εκτός του Λιστ, είχα οδηγήσει, τότε, όλα σχεδόν τα σπορ αυτοκίνητα που παρήγαγε η Εσπερία, με προτίμηση βέβαια, γι’ αυτά τα υπέροχα που τεχνουργούσε η Λιγουρία, στο Μαρανέλλο και αλλού. Ευρωλιγούρης λαγνουργών εν Λιγουρία, τί το βέλτιον;

Συμπέρασμα: υπήρξα πρόσφυξ ενοφθαλμισμένος. Στραβάδι μεν ήμουν, ως Έλλην, τότε, πλην όμως είχα τις προδιαγραφές για μια πλήρη συσσωμάτωσή μου, στον ιδεολογικό και κοινωνικό μηχανισμό της Δύσης.

Μικρή λεπτομέρεια: τις εγκύκλιες μου σπουδές, τις είχα παιδευτεί, άριστα, και με είχαν παιδέψει άριστα, τότε, στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Όταν τέλειωσα, θυμάμαι ότι ήμουν μεν φανατικός φωταδιστής, πάσχων την ευκοιλιότητα της προόδου, και χλεύην προσφέρων προς την Μάνα Εκκλησία, τυρβάζων ψιμμυθιωμένες μαλακίες για τα Αγια Λείψανα, διάβαζα όμως, στο πρωτότυπο, όλη την αρχαία Γραμματεία μας, πλην Ομήρου, όπου είχα δυσκολίες και, θυμάμαι, πως, τότε, τα Λατινικά μου ήταν εξ ίσου καλά και κακά με τα Γαλλικά μου.

Μετά, και λόγω, επιλογών, τεμπελιών και επιρροών, ξέχασα και την γλώσσα μου και τα Λατινικά μου και αγωνίζομαι – νωχελώς – να ξαναβρώ την πρώτη, χωρίς όμως να ψάχνω για τα δεύτερα.

Αυτό το χάϊ προφάϊλ, μου δημιούργησε τα εξής περίτρανα: μεγαλούργησα στην Εσπερία, όπου ως γνήσιος Γκρεκ, (δηλαδή απατεών και λαθροβίοτος, κατά τα Δυτικά Λεξικά του 18ου αιώνος και εφεξής), βρήκα, χωρίς να ψάξω, συμπαθή αργομισθία στο Παρίσι, όπου, επί είκοσι και εν έτη συναπτά, με πληρώνανε οι κουτόφραγκοι, για να κάθομαι: προσπαθούσα, δηλαδή, να εκδικηθώ για το πάρσιμο της Πόλης στα 1204, για την Απτερον Νίκη, για την Αφροδίτη, που οι κλέφτες Γάλλοι αξιωματικοί, στα 1803 ή τέσσερα, δεν θυμάμαι πια, της έσπασαν το χέρι, για να την κλέψουν, διότι τότε βέβαια δεν είχαμε τίποτε, παρά μόνον αξιοπρέπεια και παπάδες που βρίζανε και δέρνανε τους Γάλλους φωταδιστές και «πεπολιτισμένους» που κλέβανε, ενώ εμείς, λαός αριστοκράτης – πένης, «γι’ αυτά πολεμήσαμε»: υπέρ πίστεως και πατρίδος και προγόνων απάντων, δηλαδή για τα κωλομέρια μιας πέτρινης, ψεύτικης θεάς… Ψεύτικης τόσο, όσο κι η αλήθεια μας: νεφέλης πέρι, για ένα αδειανό πουκάμισο, για μιαν Ελένη πολεμούμε… για ένα όνομα, για μια Μακεδονία χαμένη στην Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν Απόλλων οικείν…

Εκεί όμως στο διάσημο Πανεπιστήμιο Παρίσι 8, στην περιώνυμον Βενσέν, όλων των επαναστατικών ονείρων της Υφηλίου, εκεί, χωρίς να το θέλω έκανα και μια άλλη θητεία: ανακάλυψα το πως γίνεται η αλλοτρίωση ενός προσώπου, δηλαδή πως ένα κυρίαρχο σύστημα πετυχαίνει την αναπαραγωγή του, διαλέγοντας τα καλύτερα παιδιά των υποτελών – νικημένων και μετατρέποντας τον υποτελή ταλαντούχο μαθητή σε εθελοντή και φανατικό, διότι νεοφώτιστο, γενίτσαρο.

H συνταγή είναι απλή και την έχουν εφαρμόσει όλες ου εν τω κόσμω αυτοκρατορίες, οι οποίες γνωρίζουν ότι η κυριαρχία δεν εξασφαλίζεται μόνον με την κυριαρχία επί των σωμάτων, αλλά κυρίως, με την άλωση των ψυχών. H ηγεμονία, όπως το διαπιστώνει ο Πλάτων, ασκείται πειθοί τε και βία. Κι εδώ, το καθ\’ ημάς συναμφότερον!

H συνταγή, η απλή.

α) Παίρνεις, ένα παιδί, που τόχεις διαλέξει ταλαντούχο ή το έχεις διακρίνει μέσα από τα συστήματα επιλογής-απορρίψεως (το Σχολείο). Το παιδί που έρχεται από μια νικημένη κοινωνία, όπως η ελληνική από το 1204 ή οι αφρικανικές, ασιατικές, λατινο-αμερικανικές κ.λπ., το παιδί λοιπόν αυτό έχει συνήθως «βγάλει» ένα κακό σχολείο, το οποίο λειτουργεί κακήν κακώς σε μια ξεχαρβαλωμένη, λόγω της ήττας, κοινωνία.

β) H νικημένη κοινωνία και ιδιαίτερα οι αρχηγοί της, έχουν ένα βαθύτατο αίσθημα κατωτερότητας έναντι του νικητή και προσπαθούν, για να απαλλαγούν από την ήττα τους, να δουν, και πολύ σωστά, για ποιούς λόγους υπερέχει ο νικητής.

Συνήθως, και αυτό είναι νόμος των κοινωνιών, εκτός των υλικών συνθηκών, ως κύρια αιτία της υπεροχής των νικητών αναγορεύεται το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Κι αυτό, πολλές φορές έχει ψήγματα αλήθειας. H παιδεία, ναι, παράγει Ισχύν.

Αρα:

γ) Σύσσωμη η νικημένη ηγεσία, αλλά και σύσσωμη -με καθυστέρηση- η νικημένη κοινωνία, προσπαθεί να διδαχθεί, να μιμηθεί και να πραγματοποιήσει τις γνώσεις, τις συνήθειες, τα ήθη και την ψυχαγωγία των νικητών. Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ’ την μεριά τους οι νικητές: να αλλοιώσουν τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι βέβαια την απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα μόνιμο αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό σύνδρομο μειονεξίας.

δ) Το ταλαντούχο παιδί των νικημένων, το παραλαμβάνει ένα κατά τεκμήριον -προσοχή όχι ανώτερο- αλλά ένα δυνατώτερο σύστημα. Το σύστημα το αμερικανο-αγγλο-γαλλο-γερμανικό γυαλίζει για το παιδί της Ψωροκώσταινας. Το ελληνάκι μου, ή το αφρικανάκι μου φτάνει στις «πρωτεύουσες» των επιστημών και των γραμμάτων, χωρίς να ξέρει καλά-καλά την γλώσσα του, τον πολιτισμό του, το παιδί μου είναι συνήθως φτωχόπαιδο, φτωχής οικογένειας, φτωχής εξαρτημένης περιφερειακής κοινωνίας, ενώ το κεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα ΓΥΑΛΙΖΕΙ. Οι «πνευματικές» αποικιοκρατικές πρωτεύουσες ΛΑΜΠΟΥΝ.

ε) Το νικημένο μου φτωχόπαιδο έχει ηλικία ανάμεσα στα 18 και 22. Είναι άπραγο και άβγαλτο βλαστάρι. Φτωχό, νικημένο, άγλωσσο και ξενιτεμένο, ξερριζωμένο.

στ) Το παραλαμβάνουν δάσκαλοι που γυαλίζουν, πανεπιστήμια που γυαλίζουν, ήθη που γυαλίζουν, διασκεδάσεις που γυαλίζουν.

Οικογένεια εκεί κοντά δεν υπάρχει, κοινωνία συγκροτημένη είναι μόνον η ξένη. Και η γλώσσα γύρω-γύρω, το περικυκλώνει, ξένη. Και έτσι λοιπόν, το παιδί μου χωρίς στηρίγματα, το βλαστάρι μου ανάμεσα στα μικρά του δεκαοχτώ χρόνια και τα άπραγα εικοσιδυό του, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τί απ’ όσα γυαλίζουν είναι ντενεκές και τί είναι χρυσός. Το άπραγο παιδί μου, δηλαδή, δεν μπορεί να ασκήσει Διάκρισιν. Παίρνει ό,τι του προσφέρει η μηχανή που το κατασκευάζει, βγαίνει τέτοιος κιμάς, όπως τον έκοψε η πνευματική κρεατομηχανή που τον αλέθει.

Όταν μάλιστα το νικημένο παιδάκι μου το ξεχωρίσει ο ινστρούχτοράς του, το καλέσει σπίτι του και, έξω από τα μαθήματα, του «χαρίσει την εύνοια» του, δείχνοντάς του το πως ο ινστρούχτορας ζει, με τί ψυχαγωγείται, τί μουσική τον θέλγει και πως γαστρονομεί τον λόγον της αληθείας του, τότε σιγά – σιγά, μαγεμένο και εκμαυλισμένο, το παιδί του παιδομαζώματος, μεταμορφώνεται, ελευθέρως(;) και αβιάστως(;) σε εν ενεργεία γενίτσαρο και σε συνήθη χάσκακα.

Χάσκει σε ό,τι χαίνει λαμπερά μπροστά στην άδολη μύτη του και βεβαίως δεν βλέπει πέρα από την χάσκουσα μύτη του. Το παιδί μου του παιδομαζώματος είναι πάντοτε μόνο του στην ξενιτειά, μέσα στα ξένα ήθη, στην ξένη γλώσσα και στην ξένη επικυριαρχία. Το βλαστάρι μου ξεραίνεται. στ) Το παιδί μου του παιδομαζώματος, αποξενωμένο από την μήτρα του και μορφωμένο πια, παρα-μορφωμένο, μπορεί να μείνει χρόνια εις την ξένην, ξένος, ή καλοπαντρεμένος, δηλαδή κακότυχος. Νέα εξάρτηση τότε, νέα ασυμβατότης, αλλά γι’ αυτά, άλλοτε.

Το παιδί μου κάποτε, ίσως, εκεί γύρω στα τριάντα του – σαράντα του, ίσως επιστρέψει. Και τότε θα υπάρξουν τα εξής: στ΄ 1) Τα καλόπιστα: Θα θελήσει να μεταφέρει όσα έμαθε, εδώ, για το καλό μας. Και, ιδιαίτατα στις κοινωνικές επιστήμες, εκεί δηλαδή όπου οι άνθρωποι ανιχνεύουν με ποιούς φανερούς και αδήλους τρόπους, ζούνε όλοι μαζί, εκεί, το παιδί του παιδομαζώματος θα δει ότι αυτά που έμαθε αλλού, δεν κολλάνε με τα εδώ: το βλαστάρι, μαραμένο, είναι αλλού μπολιασμένο, κι εδώ, ξεραμένο. Το παιδί του παιδομαζώματος θα διαπιστώσει πανικόβλητο, ότι αγνοεί την εδώ κοινωνία, τον πολιτισμό της και το όλο πρόσωπό της. Αγνοεί τον τρόπο, που το γέννησε. Και τότε, ο νέηλυς φέρελπις της επιστήμης, νοσταλγώντας τον τόπο της κατασκευής του, θα αρχίσει να αεροβατεί και να αερολογεί: θα προτείνει προγράμματα σπουδών, εδώ μεν άτοπα, τόπον όμως έχοντα ενδεχομένως στην Κανταβρυγίαν: εδώ μεν άστοχα, στόχον όμως έχοντα αστόχως, την εκ Μεδιολάνου επιδοκιμασίαν… K.O.K. O νέηλυς άπελπις της επιστροφής, τότε, θα ζαρώνει. Θα συρρικνώνεται στις μίζερες βεβαιότητες(;), που του έχτισαν μέσα του, άλλοι και ξένοι, στις τόσο ως γνωστόν βέβαιες(;) ηλικίες, τις τόσο θωρακισμένες ηλικίες των δεκαοχτώ – εικοσιτόσο…

Και θα ζαρώνει και θα πικραίνεται. Και θα ελεεινολογεί την καθυστέρηση των εδώ, που δεν τον καταλαβαίνουν, που «έμειναν επαρχιώτες», που δεν ακολουθούν την πρόοδο, που επειδή μειονεκτούν, έχουν σύμπλεγμα κατωτερότητας και «εδώ δεν γίνεται τίποτε» και «μετάνιωσα που γύρισα»… Ποιός όμως γύρισε;

O συνήθης χάσκαξ…

Έστω και καθυστερημένα, Χριστός Ανέστη και η συνέχεια, θεού θέλοντος και χάσκακος μη ωδινουμένου, στο επόμενο.

Κώστας Ζουράρις

Πηγή : Τρελο-Γιάννης

Σχόλιο

Ώσπερ γαρ άνθρωπος αποδημών εκάλεσε τούς ιδίους δούλους και παρέδωκεν αυτοίς τα υπάρχοντα αυτού, και ώ μεν έδωκε πέντε τάλαντα, ώ δέ δύο, ώ δέ έν, εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν, και απεδήμησεν ευθέως. Μετά δε χρόνον πολύν έρχεται ο  κύριος τών δούλων εκείνων και συναίρει μετ`αυτών λόγον. και προσελθών ο τα πέντε τάλαντα λαβών προσήνεγκεν άλλα πέντε τάλαντα. προσελθών δέ ο καί τά δύο τάλαντα λαβών είπε : κύριε δύο τάλαντα μοί παρέδωκας, είδε άλλα δύο τάλαντα εκέρδησα επ`αυτοίς. προσελθών δε και ο τό έν τάλαντον ειληφώς είπε : κύριε, έγνων σέ ότι σκληρός εί άνθρωπος, θερίζων όπου ούκ έσπειρας και συνάγων όθεν ού διεσκόρπισας. και φοβηθείς απελθών έκρυψα το τάλαντόν σου εν τή γή. είδε έχεις το σόν. αποκριθείς δέ ο κύριος αυτού είπεν αυτώ, πονηρέ δούλε και οκνηρέ, έδει ούν σέ βαλείν τό αργύριόν μου τοίς τραπεζίταις, και ελθών εγώ εκομισάμην άν τόν εμόν σύν τόκω. και τόν αχρείον δούλον εξέβαλε εις τό σκότος τό εξώτερο, εκεί έστε ο κλαυθμός και ό βρυγμός τών οδόντων.

Αυτός είναι ο σύγχρονος Έλληνας. Οκνηρός και πονηρός συγχέει τήν αγάπη με τήν σκληρότητα και κρύβεται από τον Θεό και φυτεύει τόν Λόγο τού Θεού στη γή. Τούς τόκους πού αρνήθηκε να αποδώσει στο Θεό θά τούς πληρώσει σήμερα με αίμα στούς τραπεζίτες.

Αμέθυστος


Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

MHΔEΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ

Πριν απο λίγο στην τηλεόραση της ΝΕΤ σε απ' ευθείας μετάδοση ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πρεβέζης κ. Μελέτιος εμμένοντας στις αντικανονικές και αντιπαραδοσιακές πρωτοβουλίες του (οι οποίες όπως ανεκοινώθη απο την Δ.Ι.Σ κατεδικάσθησαν), υπερέβη ακόμη και τα εσκαμμένα. Έτσι λοιπόν προκειμένου να υπερασπισθεί την ανυπακοή του στην καταδικαστική απόφαση της “πρωτοβουλίας” του απο την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, έφτασε στο σημείο να πεί ότι όλοι εμείς που πηγαίνουμε στην Εκκλησία και χίλια χρόνια ακούμε την Θεία Λειτουργία στην γλώσσα που μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες μας, ερχόμαστε σε κατάνυξη με τον ίδιο τρόπο που εκστασιάζονται οι Βουδιστές. Αν ένας ιεράρχης που σκανδάλισε με τις πράξεις του το ποίμνιο, οι οποίες και γι' αυτό κατεδικάσθησαν, εκφράζει με τέτοιον εγωισμό και αυταρέσκεια εμμέσως πλήν σαφώς την άποψη, ότι μόνο μέσω των δικών του λειτουργικών παραφράσεων μπορεί ένας πιστός να κατανυχθεί στην Θεία Λειτουργία αλλιώς έχει… βουδιστική συνείδηση, τότε τι να πούμε, μάλλον θα πρέπει η ιεραρχία να ασχοληθεί σοβαρώτερα με τον συγκεκριμένο ιεράρχη, εξετάζοντας ενδεχομένως και την παραπομπή του σε συνοδικό δικαστήριο

Πηγή : Τρελο-Γιάννης

ΣΧΟΛΙΟ

Ο κενόδοξος σιγά-σιγά στη διάρκεια τής ζωής του πλησιάζοντας προς τόν θάνατο ξεγυμνώνεται.
Είναι ο πνευματικός νόμος πού λειτουργεί. Δεν μάς αφήνει ο Θεός απροστάτευτους.
Βλέπουμε πολλούς κενόδοξους στίς μέρες μας να ξεγυμνώνονται : τον Γιανναρά, τον Ράμφο, τον Ζηζιούλα.
Ο Πατριάρχης πούλησε τα πάντα και τώρα θέλει να μετακoμίσει στην Αλεξανδρούπολη.
Χρειάζεται μεγάλη υπομονή η κακοδοξία.

Αμέθυστος

Τα λειτουργικά

Η απόφαση της Συνόδου να σταματήση κάθε μετάφραση των λειτουργικών μας κειμένων και η αιτιολογία της, «Διασπάται η ενότης της Εκκλησίας» φέρνει στην επιφάνεια τα δύο άκρα της Εκκλησιαστικής μας ζωής! Τα οποία βρίσκονται σε άγρια διαμάχη, λόγω του ότι απουσιάζει το μέτρο, το οποίο μας έδωσε η Σύνοδος. Η ΕΝΟΤΗΣ. Τα άκρα αδιαφορούν για την ενότητα.

Στο blog «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΙΕΡΈΩΣ» τα δύο άκρα αντιπροσωπεύονται από δύο κείμενα τών πρ.Δανιήλ Αεράκη και τού πρ. Σαράντη Σαράντου.

Ο πρ.Αεράκης υποστηρίζει τήν αγιότητα και σοβαρότητα τού Επισκόπου Πρεβέζης, ο πρ.Σαράντος την αγιότητα τής Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Πρεβέζης υπερασπιζόμενος τήν πρωτοβουλία του είπε στη Σύνοδο «έχω ευθύνη απέναντι στούς πιστούς μου», δηλ είπε : Εγώ είμαι η Εκκλησία. Ενώ ο πρ.Σαράντος λέει : Η Εκκλησία είναι η Εκκλησία.

Ούτε η μία θέση ούτε η άλλη προβληματίζεται γιά την ενότητα τής Εκκλησίας, η οποία μάλλον δεν γίνεται εύκολα κατανοητή από τούς σημερινούς πιστούς. Διότι τά δύο άκρα ξεχνούν πώς η Εκκλησία και τα μυστήριά της ανήκουν στο Χριστό. Διότι το ένα άκρο λέει πώς εγώ ο λειτουργός είμαι το πάν, ενώ τό άλλο λέει πώς εγώ ο λειτουργός είμαι τό τίποτα. Διότι ξεχνούν πώς τήν άφεση τών αμαρτιών τήν δίνει ό ίδιος ο Κύριος και πώς τήν άφεση τών αμαρτιών ζητά και ο λειτουργός και ο πιστός λαός, είτε ο λειτουργός είναι Ιερεύς, είτε είναι Επίσκοπος.

Αμέθυστος

Σχόλιο από τον κ.Κυπριανό Χριστοδουλίδη.

Η σχεδόν αγράμματη γιαγιά μου διάβαζε το Ωρολόγιον, το Ψαλτήρι και αρκετά ακόμη της Εκκλησίας βιβλία. Κάποτε, φοιτητής εγώ ήδη και με προβλήματα κατανόησης, όπως τα σημερινά, την υπέβαλλα στη δοκιμασία να μου εξηγήσει αυτά που διάβαζε. Και σε πληροφορώ ότι με εξέπληξε. Όχι μόνο γνώριζε αυτά που διάβαζε, αλλά και το νόημα αυτών που διάβαζε μου είπε.


Την εποχή που υπέβαλα το ερώτημα, θα είχαν περάσει 3 ή 4 χρόνια, που είχα κι εγώ τελειώσει το Λύκειο (τότε Γυμνάσιο). Και αυτά που ήξερα, ήταν περίπου τα ίδια με αυτά που ξέρουν και τα σημερινά παιδιά. Ίσως, λίγο περισσότερα, γιατί διδασκόμαστε τα "επαχθή", από τότε, Αρχαία Ελληνικά. Η διαφορά με τα σημερινά δεδομένα είναι, ότι οι γιαγιές που εμείς είχαμε, άναβαν το καντήλι στο εικονοστάσι, θυμιάτιζαν και πήγαιναν στην εκκλησιά για να ακούσουν τα δυσνόητα και τα "ακαταλαβίστικα". Τα οποία διάβαζαν και στο σπίτι.

- "Μα, αφού δεν τα καταλαβαίνεις, γιατί τα διαβάζεις";

- "Κι εσύ παιδάκι που που τα θέλεις λιανά σε τι σου χρειάζονται;"

- "Για να γνωρίζω, να μάθω, αυτό που πιστεύω."

- "Στο θαύμα της πίστης;"

- "Ναι, και στο θαύμα της πίστης".

- "Ε, αυτό το θαύμα ζω κι εγώ παιδάκι μου. Διαβάζω αυτά που λες ότι δεν καταλαβαίνω και ζω ένα θαύμα. Κάνε κι εσύ το ίδιο και θα με θυμηθείς."


.

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

ΤΟ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΟ
ΤΟΥ RUDOLF BULTMANN

Η πιο ριζική διαφοροποίηση από την Τριαδική Θεολογία του Μπαρτ, ενός καταρχήν υποστηρικτού της διαλεκτικής στροφής, υπήρξε εκ μέρους του Rudolf Bultmann. Ο Μπαρτ δοκίμασε να ελευθερωθεί από την «δουλεία» της φιλελεύθερης θεολογίας για να φθάσει στην «Γη Χαναάν» του πρωτείου του Θεού και της αποκαλύψεώς του. Ο Μπούλτμαν όμως ξανασυνθέτει τις παλιές απαιτήσεις του φιλελευθερισμού σε ένα είδος Νέο-Λουθηρανισμού.

Ο Bultman καταλήγει πραγματικά να κατανοεί τον Θεό στην καθαρή «απόφαση» της πίστεως, μόνο που μ’ αυτόν τον τρόπο τον περιορίζει, στην άλλη ενέργεια ή καλύτερα πράξη ή στο ολοκληρωμένο έργο της αγγελίας του Ιησού, το οποίο επαναλαμβάνεται στην κατήχηση!

Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του Θεού δεν δίνονται από την οντολογική του δομή, αλλά από την ενέργεια της πράξεώς του, ενώ αυτή η ίδια η πράξη αναστέλλεται από το ναι ή το όχι του ανθρώπου. Τα αυτιά αυτού που είναι διατεθειμένος ή όχι στο auditus verbi γίνονται κατά τον Μπούλτμαν το κριτήριο της πράξεως και της υπάρξεως αυτού του ιδίου του Θεού. Η αυτοαποκάλυψη του Θεού γίνεται ορατή μόνο μέσω της υπαρξιακής κινήσεώς τού ανθρώπου. Προκύπτει έτσι λοιπόν πως ο Θεός του Μπούλτμαν μιλά μόνον σύμφωνα με την ενέργεια ή την πράξη του ή σύμφωνα με την ενέργεια ή την πράξη τού ανθρώπου, ποτέ όμως σύμφωνα με το Είναι του ή με το Είναι τού ανθρώπου. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, να γίνει ανεκτός ένας μοναδικός θεός στην ουσία του και τριαδικός στα πρόσωπα, χωρίς να καταλήξουμε στον αληθινό και ουσιαστικό μύθο; Ακριβώς γι’ αυτό το απομυθοποιητικό πρόγραμμα του Bultman, με το οποίο απομυθοποίησε τις Γραφές, συμπεριέλαβε στο τέλος και αυτό το ίδιο το δόγμα της Εκκλησίας. Την Θεότητα τού Χριστού.

Είναι δυνατή η ομολογία πίστεως στην Αγία Τριάδα με την βοήθεια του Συμβόλου, μόνον εάν άν αναγνωρίσουμε σαν «Θεό» τον Ιησού Χριστό και επομένως το Άγιο Πνεύμα. Αλλά κατ’ αρχάς τι σημαίνει να αναγνωρίσουμε τον Ιησού Χριστό σαν «Θεό»; Για να απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση, διευκρινίζει ο Bultman, πρέπει πρωτίστως να αναρωτηθούμε: ο προσδιορισμός του Χριστού σαν «Θεός» στοχεύει να εκφράσει την «φύση» του, την μεταφυσική του ουσία, ή απλώς την «σημασία» του; Η έκφραση έχει χαρακτήρα σωτηριολογικό ή κοσμολογικό ή και τα δύο; Λοιπόν, συνεχίζει, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν πως κανένα από τα Ευαγγέλια δεν μιλά για τον Ιησού σαν «Θεό», ούτε οι αυθεντικές Επιστολές του Παύλου το ομολογούν, και πως συναντάται μόνο σε δευτερο-παύλεια κείμενα (προς Τίτον 2,13) και σε τελική ανάλυση μόνον στο κατά Ιωάννη (20,28). Ο Χριστός ονομάζεται Κύριος στην Κ. Δ αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο θεωρείται Θείος ή θεϊκή μορφή με κανένα τρόπο «Θεός». Το καθοριστικό πρόβλημα λοιπόν θα ’πρεπε να εκφραστεί ως ακολούθως, κατά τον Bultman: σε ποιό μέτρο στην Κ.Δ. υπάρχει η πρόθεση να δηλωθεί κάτι γύρω από τη «Φύση» του Ιησού, σε ποιό μέτρο περιγράφεται σαν «αντικείμενο» υπάρχον καθ’ εαυτό, ή εάν και σε ποιό μέγεθος ή Κ.Δ. μιλά γι’ αυτόν και για το «νόημά» του για τους ανθρώπους, για την πίστη.

Εν συντομία, στην Κ.Δ. οι τίτλοι του Χριστού ομιλούν για την Φύση ή αντιθέτως για τον Christus pro me, (Χριστό για μένα); Σε ποιό μέτρο μια Χριστολογική δήλωση είναι ταυτόχρονα και μία δήλωση πάνω σε μένα; Ο Χριστός με σώζει, επειδή είναι ο Υιός του Θεού, ή μήπως είναι ο Υιός του Θεού επειδή με σώζει; Έτσι λοιπόν, ο Bultman ισχυρίζεται τελικώς πως στην Κ.Δ., οι δηλώσεις πάνω στην θεότητα του Ιησού ή στο γεγονός πως ανήκει στην θεία περιοχή έχουν σαν στόχο να φωτίσουν όχι την «Φύση» του, αλλά την «σημασία» του! εκφράζουν την πίστη πως αυτό που λέει και αυτό που είναι δεν πηγάζει από τον κόσμο τούτο, δεν είναι ιδέα και γεγονός ανθρώπινα, αλλά λόγος Θεού απευθυνόμενος σε μας, θεϊκή πράξη πάνω μας και για εμάς.

Για την πίστη της Κ.Δ. στον Χριστό είναι ο Θεός που δρα. Για παράδειγμα στην 2 προς Κορ. 5,11 «θα ’πρεπε να μας είναι ξεκάθαρο, πως μιλώντας για τον Θεό και για τον Χριστό, ο Παύλος δεν είχε σκοπό να μας κάνει να αισθανθούμε υπεύθυνοι μπροστά σε δύο πρόσωπα, αλλά να κάνει κατανοητό πως η ευθύνη μας απέναντι στον Χριστό είναι ένα με την ευθύνη μας απέναντι στο Θεό». Το νόημα των τίτλων του Ιησού, ακόμη και Εκείνοι του Θεού, συνίσταται στο να μας κάνει κατανοητό το εξής: ότι με την εμφάνιση του Ιησού, ο άνθρωπος και ο κόσμος τοποθετούνται σε μια νέα κατάσταση, καλούνται να αποφασίσουν υπέρ ή κατά του Θεού, και υπέρ ή κατά του κόσμου. Η θεότης του Χριστού αποδεικνύεται και ενεργείται σ’ εκείνο το γεγονός το οποίο μας συσχετίζει, δηλ στην διάδοση του κηρύγματος που τον αναγγέλλει σαν την Χάρη του Θεού, φανερωμένη σε μας, και αντιστρόφως το γεγονός πως το κήρυγμα απευθύνεται σε μάς σάν λόγος ο οποίος απαιτεί την πίστη, που μας καλεί στην υπευθυνότητα και τοιουτοτρόπως αποφασίζει γιά μάς, αυτό το γεγονός βρίσκει την έκφρασί του στις ιδιότητες που εφαρμόζονται στον Χριστό: μας λένε πως στην πραγματικότητα ο Θεός μας συναντά σ’ αυτόν και σ’ αυτόν μόνο.

«Η Κ.Δ. -δηλώνει ο Μπούλτμαν- υποστηρίζει χωρίς δισταγμούς την ανθρωπότητα του Χριστού, ενάντια σε κάθε Γνωστικό Δοκητισμό. Οπωσδήποτε εκφράζεται επίσης με μια απλότητα η οποία αγνοεί ακόμη την προβληματική του «αληθινού Θεού και του αληθινού ανθρώπου», Εκείνη την προβληματική την οποία η αρχαία Εκκλησία είδες και την οποία προσπάθησε να λύσει με μη -ικανοποιητικό τρόπο, χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων που εξαντικειμενοποιούν τα περιεχόμενα. Έχουμε σαν παράδειγμα αυτής της λύσεως τις εκφράσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνος, οι όροι της οποίας είναι ανυπόστατοι για τη σημερινή σκέψη». Διότι ο Χριστός είναι τότε όλα όσα έχουν λεχθεί γι’ αυτόν, διότι είναι ένα γεγονός εσχατολογικό. «Όμως ο Χριστός είναι ή, καλύτερα – διευκρινίζει ο Μπούλτμαν– γίνεται εσχατολογικό γεγονός στην συνάντηση, όταν δηλ ο λόγος που τον αναγγέλλει γεννά την πίστη».

Στην συνέχεια περιγράφει έναν παραλληλισμό ο οποίος φωτίζει και αποκαλύπτει τις πηγές και το τέλος της «μειώσεώς» Του! «Όπως η Εκκλησία, εσχατολογική κοινότης, είναι πραγματική Εκκλησία μόνον επειδή είναι ένα ακριβές γεγονός, έτσι και η Κυριότης του Χριστού, η Θεότης Του, είναι πάντοτε ένα ακριβές γεγονός. Αυτό σημαίνει η ομολογία ότι είναι το εσχατολογικό γεγονός, ότι δηλ. δεν μπορεί ποτέ να γίνει ένα γεγονός που να μπορεί να εξαντικειμενοποιηθεί στο παρελθόν, ούτε σε μια μεταφυσική σφαίρα, αλλά αντιστέκεται αντιθέτως σε κάθε εξαντικειμενοποίηση». Μ’ αυτό το νόημα πάντοτε ο Θεός μας συναντά στον Χριστό. Η έκφραση «ο Χριστός είναι θεός» είναι λανθασμένη εάν μ’ αυτή εννοούμε τον Θεό σαν ένα μέγεθος το οποίο μπορεί να εξαντικειμενοποιηθεί, και με την Αρειανή σημασία και με την Ορθόδοξη ή ακόμη και με την φιλελεύθερη. Αυτή η έκφραση είναι σωστή, μόνον εάν ο «Θεός» γίνει κατανοητός σαν το γεγονός της πράξεως του Θεού!

Απομυθοποιημένος λοιπόν ο Χριστός σαν «Θεός» δεν μένει παρά να περάσουμε στο Άγιο Πνεύμα: ώστε η ριζική «μείωσις» της Αγίας Τριάδος να είναι τέλεια. Έτσι λοιπόν καθώς ο Χριστός δεν είναι «Θεός» παρά μόνον σαν γεγονός εσχατολογικό που πραγματοποιείται στην αναγγελία του κηρύγματος, άλλο τόσο το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να είναι πρόσωπο μέσα στην ίδια Μοναδική Θεία Φύση. Το Άγιο Πνεύμα του Τριαδικού δόγματος μπορεί να είναι μόνον αυτό το ίδιο Θεός, ή καλύτερα, η ενέργεια του Θεού για μας, στην απόφαση της πίστεως. Για τον Bultmann η πίστη είναι ενέργεια. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας δείχνει το Άγιο Πνεύμα το οποίο μας μετακινεί προς αυτή την ενέργεια. Αυτή όμως η απάντηση είναι παράλογη κατά τον Bultman, εφόσον το πνεύμα παρουσιάζεται σαν κάτι μυστικό και αινιγματικό, το οποίο ενεργεί πέρα από τις αποφάσεις μας: όπως λέει δε ο Herrmann, αυτό θα ισοδυναμούσε με το «να στοχαζόμαστε σαν τον Αυγουστίνο και να ζούμε σαν τον Πελάγιο». Εάν αντιθέτως το πνεύμα είναι το «πως» της νέας ιστορικής υπάρξεως του Χριστιανού, το πρόβλημα σημαδεύεται με την απάντηση, αλλά δεν λύνεται. Έτσι μας υπενθυμίζεται πως Εν Χριστώ οι πράξεις μας είναι ένα «άγεσθαι πνεύματι», αλλά παρ’ όλα αυτά δεν μας αφαιρείται η πράξη. Εκείνο που έχει σημασία είναι να κατανοήσουμε καλά τι είναι ακριβώς αυτή η πράξη.

Πώς καταλήγει λοιπόν το Σύμβολο για τον Bultmann; Πώς να μην ανησυχούμε, αναρωτιέται ο Μπαρτ, απέναντι στην ανάγνωση της Κ.Δ. από τον Bultmann, στην οποία η Χριστολογία δεν είναι πλέον το κεντρικό σημείο , αλλά εγκαταλείπεται στην σωτηριολογία μέχρι του σημείου να μην αποτελεί τίποτε άλλο από την αρχή της σωτηριολογίας και να μην έχει άλλη λειτουργία από το να προσδώσει Ιστορικότητα στην απόφαση της πίστης;

Ο Bultman για λογαριασμό του, παραμένει σταθερός και ήρεμος στις κριτικές «Την πυρκαγιά την αφήνω να καίει ήσυχα-ήσυχα, καθώς βλέπω ότι καίγονται μόνο οι φανταστικές εικόνες της «ζωής του Χριστού», δηλ. ο Χριστός κατά σάρκα. Όμως ο Χριστός κατά σάρκα, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου διότι πως πάνε τα πράγματα στην καρδιά του Ιησού, ούτε το ξέρω ούτε και θέλω να το μάθω». Για τον «Ιστορικό Ιησού» ή τον «Ενσαρκωμένο Χριστό» δεν ενδιαφέρεται διόλου, αυτό που τον πιέζει είναι «ο Χριστός της πίστης» ή «κατά το Άγιο Πνεύμα».

Προσπαθώντας να κατανοήσει τον Bultman ο Μπαρτ δεν φτάνει μέν μέχρι την κατηγορία του αιρετικού, δεν μπόρεσε όμως να αρνηθεί πως από την απομυθοποιημένη Κ.Δ. σύμφωνα με την μέθοδο του Bultman «φαίνεται να αναδύεται μια πικρή οσμή δοκητισμού», «δεν γνωρίζω – συνεχίζει ο Μπαρτ – πόσοι είναι εκείνοι που ο Bultman και οι μαθητές του κατόρθωσαν να βοηθήσουν, με την υπαρξιακή τους ερμηνεία να βοηθήσουν να κατανοήσουν το Ευαγγέλιο, και να το κατανοήσουν μέσα στην Χαρά. Δεν θέτω το πρόβλημα και θέλω να ελπίζω στο καλύτερο. Όμως απαιτείται από μέρους μου μια πολύ μεγάλη προσπάθεια για να φανταστώ πώς εγώ ο ίδιος θα μπορούσα να αισθανθώ εάν θα έπρεπε να κληθώ στην θεολογία, στο κήρυγμα ή απλώς στην πίστη από ένα κήρυγμα, αυτό της Κ.Δ., ερμηνευμένο με τέτοιο τρόπο. Και αυτό μόνο από το απλό γεγονός της τεράστιας σημασίας που αυτή η ερμηνεία δίνει στον εαυτό της, ή αν θέλουμε, λόγω όλων εκείνων που στην συγκεκριμένη ερμηνεία δεν βρίσκουν θέση, εάν την συγκρίνουμε με το κείμενο που υποτίθεται ότι ερμηνεύει».

Ανάμεσα σ’ εκείνα που δεν βρίσουν θέση στην ανάγνωση της Κ.Δ. από τον Bultmann, υπάρχει η Τριάδα των προσώπων του Μοναδικού Θεού, όπως αντιθέτως είχαν δει στην θεότητα η αρχαία Εκκλησία, οι καθολικοί και στις αρχές οι ίδιοι οι προτεστάντες. Μέχρι ποίου σημείου ο Bultmann, με όλη του την υπαρξιακή κατανόηση, και με ποιό νόημα, θα μπορούσε να ονομασθεί ακόμη «Χριστιανός»;

Αμέθυστος

Σχόλιο

Όπως βλέπουμε στον πατέρα τής απομυθοποιήσεως τού Ευαγγελίου, οι δικοί μας απομυθοποιητές τής Θεότητος τού Κυρίου, η σχολή του Αγουρίδη, ο Ράμφος, ο Μέσκος, η εσχατολογική ευχαριστεία τού Ζηζιούλα και το αίνιγμα τού κακού του Γιανναρά, είναι απλοί αντιγραφείς του.
Η μοναδική μας απορία είναι η επιμονή τους να θεωρούν τόν εαυτό τους ορθόδοξο ή ακόμη και Χριστιανό.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

WOLFHART PANNENBERG (1)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

Ξεκινώντας από τον 18ο αιώνα, η μοντέρνα σκέψη υπολόγισε το υποκείμενο σαν το κλειδί της εμπειρίας, θεωρώντας το την πύλη πρόσβασης στο πραγματικό, ακόμη περισσότερο δε σαν την βάση αυτής της ίδιας της πραγματικότητος, τουλάχιστον της ανθρώπινης. Στον αιώνα μας όμως, η πίστη στον βασικό χαρακτήρα του υποκειμένου μπήκε σε αμφισβήτηση ιδιαιτέρως από την «κοινωνική ψυχολογία» και από την «ψυχανάλυση» οι οποίες τόνισαν την προτεραιότητα της κοινωνίας απέναντι στο ΕΓΩ. Η εξελικτική ψυχολογία περιγράφει το ΕΓΩ σαν μια δομή η οποία μορφοποιείται μόνον με την απόκτηση της γλώσσας και όχι σαν μια δομή σε ανάπτυξη, σαν να υπάρχει πολύ πριν την χρησιμοποίηση της λέξεως «ΕΓΩ». Αυτή η περιγραφή συμφωνεί με το χαρακτηριστικό το οποίο αποδίδεται στο ΕΓΩ από τους αναλυτές της γλώσσας, συμφωνά με την οποία το «ΕΓΩ» είναι μια λέξη δείκτης με την οποία ο ομιλών περιγράφει τον εαυτό του, χωρίς μ’ αυτό όμως να θεωρείται απαραίτητο να προϋποθέσουμε πως ένα ΕΓΩ σταθερό και μόνιμο, είναι προϋπόθεση όλων των άλλων περιεχομένων της εμπειρίας. Στο χώρο της φιλοσοφίας, ο Χάϊντεγκερ και ο Σαρτρ ξεπέρασαν την φιλοσοφία του υποκειμένου, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του υπερβατικού ιδεαλισμού. Ο Χάϊντεγκερ με την φιλοσοφία του του Είναι και της γλώσσας, στα οποία αποδίδει προτεραιότητα έναντι του ανθρώπου, εκλαμβανομένου σαν τον «φύλακα του Είναι». Και ο Σαρτρ, αναπαριστώντας το Εγώ και τον εαυτό σαν δευτερεύουσες εξαντικειμενικεύσεις της ζωής της συνειδήσεως, χωρίζοντας το υποκείμενο «εις εαυτόν και δι’ εαυτόν» του Ιδεαλισμού στα δύο δομικά του στοιχεία, δηλώνοντας πως είναι αδύνατον να ενώσουμε το Είναι δι’ εαυτόν με το Είναι εις εαυτόν. Όμως ακόμη και ο «διαλογικός περσοναλισμός» του F. Ebner και Martin Buber, αποδεικνύοντας την εξάρτηση του ΕΓΩ από το αντίστοιχο ΕΣΥ, έθεσε σε αμφιβολία την βασικότητα της έννοιας της υποκειμενικότητος. Η περσοναλιστική φιλοσοφία των Ebner και Buber βρίσκεται σε εκπληκτική γειτνίαση με την κοινωνική ψυχολογία όπως περιεγράφη από τον G.H. Mead.

Η κριτική του υποκειμένου στο εσωτερικό της σύγχρονης σκέψεως δεν πρέπει να γίνει αναγκαίως και η διάλυση του υποκειμένου. Δεν πρέπει να καταλήξει να θεωρεί τον μοναχικό άνθρωπο, όπως συμβαίνει στον Μαρξισμό, μια απλή λειτουργία της κοινωνίας. Ο κίνδυνος από τέτοιες συνέπειες είναι φανερός και ως προς αυτό, μερικά φαινόμενα της σύγχρονης τέχνης, όπως και της ποιήσεως και της λογοτεχνίας, μοιάζουν να είναι η διάγνωση μιας αληθινής απώλειας της ατομικότητος, η οποία αντιπροσωπεύεται από την έλλειψη της ανθρωπίνου όψεως και από την έκφραση πόνου η οποία προέρχεται από την μοναξιά του ΕΓΩ.

Και όμως η κριτική στην έννοια του υποκειμένου αφορά μόνον στην βασική λειτουργία η οποία του έχει ανατεθεί από τον Ιδεαλισμό. Η υποκειμενικότης δεν φαίνεται πλέον σαν η βάση της ανθρωπίνου πραγματικότητος αλλά αποδεικνύεται σαν ένα παράγωγο της πραγματικότητος. Μια τέτοια διευκρίνιση μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια νέα τοποθέτηση του προβλήματος, σε μια προσπάθεια σωτηρίας και νέας θεμελιώσεως της υποκειμενικότητος. Μια τέτοια ανανεωμένη προσπάθεια θεμελιώσεως μπορεί να διατηρήσει και να ανοικοδομήσει την υποκειμενικότητα μόνο σε μια διαφορετική μορφή: η απόλυτη υποκειμενικότης ανήκει στο παρελθόν για μας, δεν έχει πλέον απόλυτη αξία. Σήμερα η συζήτηση γυρίζει γύρω από τρία σημεία: α) από τι πράγμα συγκροτείται η υποκειμενικότης, β) σε ποιόν χρωστά την ύπαρξή της και συνεπώς, γ) μέχρι που εκτείνεται η ελευθερία της; Στο εσωτερικό αυτών των ερωτήσεων, θρησκεία και θεολογία μπορούν στα σίγουρα να συμμετάσχουν στην επαναδόμηση της υποκειμενικότητος. Η θεολογία, ακριβώς όπως και η κοινωνική ψυχολογία, πρέπει να εναντιωθεί στην απόλυτη υποκειμενικότητα, αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά βεβαίως εάν το ΕΓΩ, στο τέλος-τέλος, συγκροτείται από την κοινωνία ή οφείλει το Είναι του στον Θεό. Ο δεσμός του με τον Θεό προσφέρει την δυνατότητα της ελευθερίας του έναντι της κοινωνίας. Μέσω του δεσμού του με τον Θεό ο άνθρωπος μπορεί να απελευθερωθεί από την εξάρτησή του από την κοινωνία.

Η θεολογική βάση της υποκειμενικότητος έρχεται αμέσως στην επιφάνεια εάν ψάξουμε την προέλευση της μοντέρνας έννοιάς της. Το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΝ της αρχαιότητος, όπως ξέρουμε, δεν έχει καμία σχέση με την υποκειμενικότητα του ανθρώπου, αλλά με την ουσιαστικότητα των αντικειμένων της αντιλήψεως. Εξάλλου ο ξεχωριστός άνθρωπος δεν είχε συλληφθεί στην αρχαιότητα, όπως στον δυτικό μοντέρνο κόσμο, υποκείμενο της θελήσεώς του και πάνω απ’ όλα της γνώσεώς του. Οι συνθήκες οι οποίες οδήγησαν σε μια τέτοια σύλληψη πραγματοποιήθηκαν μόνον από τον Χριστιανισμό. Μπορούμε να αναφέρουμε πέντε σημεία εν προκειμένω.

1) Από το ξεκίνημά του ο Χριστιανισμός αναγνώρισε στο ανθρώπινο άτομο μια άπειρη αξία. Ο Ιησούς στις παραβολές του χαμένου αμνού και της χαμένης δραχμής, δίδαξε πως ο Θεός ακολουθεί με άπειρη αγάπη οποιονδήποτε χάνει τον ορθό δρόμο. Έτσι σε κάθε ξεχωριστή ανθρώπινη ζωή αναγνωρίστηκε μια σημασία αιώνια, όχι παροδική. Από αυτό συνεπάγεται πως:

2) Η πρώτη χριστιανική πατριστική περίοδος, από τον 2ο αιώνα και έπειτα, δίδαξε την αθανασία της ατομικής ψυχής και τον προορισμό της αιωνιότητος ολοκλήρου του ατομικού ανθρώπου. Το πλατωνικό δόγμα της αθανασίας αναφέρεται σε μια ψυχή ανεξάρτητη από τις ενσαρκώσεις της και ταυτόσημη με τον εαυτό της μέσω των πολλαπλών νέων της ενσαρκώσεων. Η πλατωνική ψυχή είναι κάτι παραπάνω από ζωτική Αρχή της ξεχωριστής μοίρας ενός ανθρωπίνου ατόμου ανάμεσα στην γέννηση και στον θάνατο: και μ’ αυτήν την έννοια η πλατωνική ψυχή είναι υπερατομική. Μόνον ο Χριστιανισμός συνέλαβε την ψυχή σαν δομικό μέρος της ενότητος των ζωικών, πνευματικών και σωματικών στοιχείων του ξεχωριστού ανθρώπου, και συγκεκριμένα σαν δομικό μέρος χωρίς ανεξαρτησία, έτσι ώστε ο προορισμός της αιωνιότητος να είναι ολοκληρωμένος μόνον με την Ανάσταση του σώματος, ακριβώς με την επανένωση της ψυχής με εκείνο το δικό της συγκεκριμένο σώμα από το οποίο χωρίστηκε με τον θάνατο. Ο Χριστιανισμός, προετοιμασμένος από την εβραϊκή εσχατολογία, δίδαξε τον προορισμό του ατόμου στην αιωνιότητα!

3) Η χριστιανική πατριστική ανέδειξε την ελεύθερη απόφαση της ανθρωπίνου θελήσεως, τον τόπο της συγκρούσεως ανάμεσα στον Θεό και τον Σατανά, σε αντίθεση με τον μεταφυσικό δυαλισμό της Γνώσης! Η ανθρώπινη θέλησις δεν είναι μόνον η Αρχή της πτώσεως, αλλά ιδίως μέσον για την πρόσληψη της σωτηριώδους Χάριτος, η οποία μέσω της αγάπης μεταμορφώνει τον ίδιο τον άνθρωπο, ακριβώς όπως ο Φωτισμός του Φωτός της αλήθειας ανυψώνει πάνω από τον εαυτό της την ανθρώπινη νόηση! Η ερώτηση σχετικά με την σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και στην χάρη απασχόλησε έκτοτε την θεολογική σκέψη και το θέμα της θεονομικής οικοδομής του ανθρωπίνου προσώπου αντιπροσωπεύει μία απο τις πλευρές αυτού του ερωτήματος.

4) Ο Alberto Magno και ο Θωμάς Ακινάτης συλλαμβάνοντας τον «ποιητικό νού» του Αριστοτέλη σαν μέρος της δομής της ατομικής ανθρώπινης ψυχής, βοήθησαν ώστε ο Χριστιανικός Αριστοτελισμός του Μεσσαίωνος να αναγνωρίσει το ανθρώπινο πνεύμα σαν αρχή της θελήσεως του και της γνώσεως του. Και σε αυτό το σημείο η ερώτηση που αφορούσε την ατομική αθανασία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο. Από τη στιγμή που ο Αριστοτέλης είχε αναγνωρίσει την αθανασία μόνο στον «Ενεργεία νού» και επειδή από το άλλο μέρος υποστήριξε την αθανασία της ατομικής ψυχής, ο «Ενεργεία νούς» έπρεπε να αποτελεί μέρος της ατομικής ψυχής αντί να ενεργεί σε αυτή από το «εξωτερικό» σαν αρχή υπερανθρώπινη.

 5) Η υποκειμενικότης του ανθρώπου στις πνευματικές του ενέργειες στερεώθηκε απο τον Nιcolό Da Cusa πάνω στη στοχαστική σχέση ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο, καθώς ο άνθρωπος, ακριβώς στην πνευματική του έκφραση είναι η εικόνα του Θείου Δημιουργού, εικόνα του Θεού καθώς Δημιουργεί (in Creando) παρότι δημιουργεί νοητικές εικόνες και όχι πράγματα όπως ο Θεός. Η στοχαστική σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, εξηγεί εκτός των άλλων πώς οι αναπαραστατικές σκέψεις οι οποίες δημιουργούνται από τον άνθρωπο μπορούν να αντιστοιχούν στα πράγματα.

Η ιδέα μιας δημιουργικής δραστηριότητος εκ μέρους του ανθρωπίνου πνεύματος γίνεται βασική για την μοντέρνα έννοια της υποκειμενικότητος. Η μοντέρνα φιλοσοφία έλυσε όμως την υποκειμενικότητα απο την βάση της θείας σκέψεως και την έθεσε στον εαυτό της. Μ’ αυτόν τον τρόπο η υποκειμενικότης έγινε απόλυτη. Ενώ ο Λάϊμπνιτς όπως και ο Κουζάνος, κατανοούσε ακόμη την δημιουργική δραστηριότητα του ανθρωπίνου πνεύματος σαν έκφραση της θεωρίας του όσον αφορά τον Θεό, στον Κάντ «Η υπερβατική αίσθηση του Εγώ» και «η δημιουργική φαντασία» καταλήγουν να είναι η βάση και η οργανωτική αρχή της εμπειρικής συνειδήσεως. Για αυτό το λόγο ο Κάντ αναγκάστηκε να δοκιμάσει να αναγάγει απο την ίδια την υποκειμενικότιτα ακόμη και την αντικειμενική ισχή της υποκειμενικής συνθέσεως της νοήσεως μας. Όπως έχουμε ήδη πεί ο Λάϊμπνιτς αντιθέτως, όπως και ο Κουζάνος είχαν βασίσει την αντικειμενική ισχύ της υποκειμενικής παραγωγής του πνεύματος μας, πάνω στον θεωρητικό χαρακτήρα του όσον αφορά το Θεό.

Αυτό το πράγμα έκανε κατανοητό το γεγονός, πώς παρ’όλη την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης δημιουργικότητος του πνεύματός μας, τα νοητικά προϊόντα αντιστοιχούσαν στα δημιουργήματα του Θείου πνεύματος στον πραγματικό κόσμο. Εξάλλου αυτή η ίδια η στήριξη της αντικειμενικής ισχύος της εμπειρικής συνειδήσεως απο τον Κάντ, απο την σχέση των μορφών της νοήσεως με τις μορφές της εμπνεύσεως στο εσωτερικό της υποκειμενικότητος του πνεύματος μας προηγούμενοι κάθε εμπειρίας, δεν έπεισε τους πιο σπουδαίους απογόνους του φιλοσόφου. Ο Σέλλινγκ και ο Χέγκελ ξαναχρησιμοποιούν την σύλληψη του Λάϊμπνιτς: την αντιστοιχία της θνητής υποκειμενικότητος του ανθρώπου στην απόλυτη υποκειμενικότητα του Θεού. Παρόλα αυτά στην θεωρητική συνείδηση της επόμενης εποχής, επιβάλλεται η απολυτότης της θνητής υποκειμενικότητος. Αντιστοιχούσε, όπως είχε προβλέψει ήδη ο Χέγκελ, στην αρχή της ελευθέρας υποκειμενικότητος σαν βασικής αρχής της εκκοσμικευμένης μοντέρνας κοινωνίας, η οποία ακριβώς είχε ωριμάσει και αποκοπεί απο τις θρησκευτικές της ρίζες μετά τους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου και 17ου αιώνος.

(Συνεχίζεται)


Αμέθυστος

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

EKTAKTO ANAKOINΩΘEN

Σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό τού Αγίου Νικολάου Βόλου κατά την διάρκεια τού κηρύγματος ο ιερεύς ανακοίνωσε στούς πιστούς το εξής: Εμείς οι ιερείς έχουμε το Άγιο Πνεύμα και σάς το δίνουμε.

Δεν θέλουμε να σχολιάσουμε την ανοησία τού ιερέως. Ούτε την παθητικότητα τών πιστών. Θέλουμε να επιβεβαιώσουμε με την πληροφορία αυτή ότι ορθόδοξη εκκλησία δέν υφίσταται πλέον. Η Μητρόπολη Δημητριάδος είναι επίσημα Καθολική εκκλησία.


Aμέθυστος

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

ΠΕΡΙ AΡΝΗΣΕΩΣ

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Στον Άγιο Ιωάννη τής Κλίμακος βρίσκουμε τήν ερώτηση ενός μοναχού πρός έναν έμπειρο γέροντα: Εκτός από τον φόνο και την άρνηση ποιά είναι η χειρότερη αμαρτία; Διότι με την άρνηση σκοτώνουμε τον εαυτό μας. Δηλ.σκοτώνουμε τόν εαυτό πού μάς έχει δώσει ο Θεός, τήν Θεϊκή μας καταγωγή, τα πρωτοτόκια. Δηλ. σκοτώνουμε το Θεό, και μισούμε τον πλησίον μας ντύνοντάς τον μέ όλα τά πιθανά πάθη μας, όπως ακριβώς τό βλέπουμε καί στόν μικρόκοσμο τής ζωής μας, όπου οι αρνητικοί άνθρωποι δημιουργούν μιά τέτοια μαρτυρική ζωή γύρω από τούς πλησίον τους, φθείροντάς τους μέχρι εξοντώσεως.

Ο Ευάγριος Ποντικός, στα κεφάλαια περί διαφορών λογισμών και παθών, γράφει πως ο άνθρωπος με την πτώση θανάτωσε το λογικό μέρος τής ψυχής του. Η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία αγωνίστηκε με επιτυχία να αναστηλώσει την χαμένη λογική στηρίζοντάς την σε οντολογικές Αρχές, και η χριστιανική θεολογία και ασκητική κατόρθωσαν τήν αναγέννηση τού ανθρώπου με την απόκτηση τού Λόγου, ο οποίος βρίσκεται ενδιάθετος στόν Νού.

Ο σημερινός πολιτισμός εντελώς παράδοξα στηρίζεται στην λογική. Σ`αυτή τη λογική η οποία σύμφωνα και με τις μαρτυρίες τής Ελληνικής φιλοσοφίας δέν υπάρχει. Όπως ξέρουμε όλοι μας αυτό πού υπάρχει είναι μιά λογική τού συμφέροντος η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία τής επιθυμίας,την οποία διαθέτει η φύσις και τα ζώα επομένως. Είναι μιά λογική η οποία συνθέτει τα εναπομείναντα μέρη τής ψυχής: το επιθυμητικό ή θυμοειδές και το ενστικτώδες. Πώς μπορεί και υπερβαίνει αυτό το ψυχικό απόσπασμα την επιθυμητική σύνθεση, τη ζωώδη λογική, τή μερικότητα και αποκτά απαιτήσεις καθολικότητος γεννώντας πολιτισμό; ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ.

Ο «πνευματικός» τύπος ανθρώπου που κυριαρχεί σήμερα, ο διανοούμενος, για να ανυψωθεί στην αυτοσυνειδησία, στην ελευθερία, για να πετύχει την αυθυπέρβαση (το ξεπέρασμα τού ομαδικού και ζωώδους) αρνείται κάτι. Αυτή η άρνηση λειτουργώντας σαν αιτία φέρνει σαν αποτέλεσμα την προσωπικότητα, το έργο, την δημιουργικότητα, την επιστήμη, την ιστορία. Αναλόγως τής αρνήσεως μετράται καί το πνευματικό ανάστημα.

Εάν ρίξουμε μιά ματιά στούς πνευματικούς μας ταγούς θα το δούμε εύκολα και αμέσως. Ο Γιανναράς στά δύο τελευταία του βιβλία αρνείται τα πάντα, εκτός της Θεότητος τού Κυρίου. Ο Ράμφος γιά να τον ξεπεράσει , αρνείται κατευθείαν τήν θεότητα τού Κυρίου, ο Ζηζιούλας αρνείται την Ορθοδοξία σαν την μόνη αληθινή Εκκλησία. Καί υπάρχει και μεγαλειώδες παρελθόν. Ο Νίτσε θανάτωσε το Θεό, ο Καρτέσιος αρνήθηκε την ενότητα ψυχής και σώματος, ο Αυγουστίνος και ο Ακινάτης αρνήθηκαν τήν Ελληνική θεολογία, ο Ηegel βάφτισε την άρνηση θέση γεννώντας την σύγχρονη υλιστική διαλεκτική τής ιστορίας.

Οι πιό μετριοπαθείς στην θέση της απουσίας τής λογικής ή τής αρνήσεως βάζουν μιά μέθοδο και ένα σύστημα. Οι πιό υπερήφανοι διεκδικούν ένα πρωτείο, μιά πρωτοτυπία, μιά ανακάλυψη. Γράφουν ιστορία, καθοδηγούν και εξελισσουν την ανθρωπότητα πρός τα έσχατα. Αντικαθιστούν το είναι με το τίποτα, τη ζωή με το θάνατο, βαφτίζοντας ελευθερία την απελευθέρωση από τη ζωή. Ο δρόμος πρός την δόξα είναι πολυποίκιλος, και ο άνδρας του θανάτου πολύπραγος. Ο Καζαντζάκης υποχρέωσε τόν Οδυσσέα να επιστρέψει στην Τροία, η αγάπη τών οικείων γιά τον μεγάλο κενολόγο ήταν βαρετή.

Ο Αγουρίδης αρνήθηκε τά Ευαγγέλια, ο Βασιλειάδης αρνείται τον Απόστολο Παύλο, ο Πατριάρχης αρνείται το σχίσμα, υβρίζοντας τόν Μέγα Φώτιο ως δαιμονισμένο. Ο μόνος υπαρκτός σκοπός τής επιστήμης είναι να αποδείξη πώς δέν υπάρχει Θεός. Οι Άγιοί μας μοίραζαν τα υπάρχοντά τους γιά να αποδείξουν πώς υπάρχει Θεός. Οι σημερινοί αρχηγοί μαζεύουν όλα τα υπάρχοντά μας και τα προσφέρουν στην επιστήμη, για να αποδείξει πώς δέν υπάρχει Θεός.

Ο εγκληματίας έγινε ήρωας, η Δημοκρατία στηρίζεται στην Γενοκτονία, ο σήριαλ κίλερ είναι ο σύγχρονος ποιητής, ο φόνος λατρεύεται σάν έργο τέχνης. Η ηλεκτρονική εποχή στηρίζεται στην κατανάλωση φόνου. Ο φόνος μεγαλώνει και παιδαγωγεί τούς νέους, το μέλλον τής ανθρωπότητος.

Τά υπόλοιπα είναι κατανοητά με σχετική ευκολία.

Ο Άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος μάς είχε προειδοποιήσει :

Ο φόνος και η άρνηση είναι τό ίδιο νόμισμα.

Αμέθυστος


Ο κ.Χριστοδουλίδης μάς προσφέρει την σύνοψη όλων τών ανωτέρω :

«Νους αποστάς του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης».


Υ.Γ.

ΚΛΙΜΑΞ : Λόγος κδ΄, Περί πραότητος και απλότητος.

κεφ.24 Αγωνίζου να θεωρείς περιπλανημένη την λογική σου καί τήν κρίση σου, και έτσι θά εύρης σωτηρία και ευθύτητα εν Χριστώ Ιησού τώ Κυρίω ημών. Αμήν.


Ακτίνα φωτός!


Φαίνεται ότι …με άκουσαν! Ή εγώ φέτος δεν άκουσα αρκετά! Ο λόγος είναι για το Χριστός Ανέστη. Νομίζω ότι φέτος δεν έπαιξε τόσο πολύ στα media όσο πέρσι. Μπορεί βέβαια απλώς να μην άκουσα εγώ, αλλά δεν είδα την διακοσμητική κορδέλα με το Χριστός Ανέστη σε κάποιο τηλεοπτικό παράθυρο, κάτι που πέρσι μου έδωσε την αφορμή να γράψω το σχετικό κείμενο. Το πιο πιθανό βέβαια είναι να εξοστρακίστηκε το Χριστός Ανέστη λόγω της Μεγαλοβδομαδιάτικης κατάστασης της χώρας.


Συνέβη όμως και κάτι άλλο. Πολλοί γνωστοί μου δίστασαν να …μου ευχηθούν Χριστός Ανέστη! Αυτό είναι το πρόβλημα με την ενσωμάτωση στις εθνικές μας φαντασιώσεις θρησκευτικών στοιχείων, δεν μπορούμε να βιώσουμε την θρησκεία ως μια προσωπική και μόνο υπόθεση στην οποία ο καθένας μας μπορεί να έχει την δική του άποψη και βίωση.

Ας το ξεκαθαρίσω. Αν με ρωτούσε κανείς σε τι από τα δύο ποντάρεις, στο να αναστήθηκε όντως ο Χριστός ή στο να μην αναστήθηκε, θα απαντήσω ότι θεωρώ το δεύτερο πολύ πιο πιθανό δηλαδή το να μην αναστήθηκε. Δεν έχω όμως τίποτα με κάποιον που πιστεύει το πρώτο. Δεν έχω τίποτα με την πίστη γενικά. Η ανάσταση του Χριστού είναι ένα υπερφυσικό γεγονός στο οποίο κάποιος μπορεί κάλλιστα να πιστεύει, όπως βέβαια και να μην πιστεύει. Μπορώ κάλλιστα να καταλάβω κάποιον που λέει ότι χάρηκε πολύ που αναστήθηκε ο Χριστός, όπως καταλαβαίνω και κάποιον που χαίρεται γιατί κέρδισε ο Ολυμπιακός. Και τα δύο ψυχολογικά παιχνίδια είναι που εμένα δεν με ενδιαφέρουν. Παίζω με άλλα…

Όταν λοιπόν συναντώ κάποιον που γνωρίζω ότι πιστεύει στην Ανάσταση, θα του ευχηθώ Χριστός Ανέστη σεβόμενος την πίστη του και αν μου ευχηθεί κάποιος που γνωρίζω ότι πι-στεύει στην Ανάσταση, Χριστός Ανέστη θα του απαντήσω Αληθώς Ανέστη και πάλι σεβόμενος την πίστη του. Στην ζωή τα πράγματα δεν είναι ή άσπρα ή μαύρα και δεν μπορεί κάθε τι να είναι αφορμή για αντιπαράθεση. Με ενοχλεί όμως όταν κάποιος έτσι στο άσχετο μου λέει Χριστός Ανέστη. Δεν με ενοχλεί ούτε ο Χριστός ούτε το ότι κάποιοι πιστεύουν ότι αναστήθηκε, αλλά το γεγονός ότι εθιζόμαστε να λέμε λόγια χωρίς αντίκρισμα, χωρίς να τα εννοούμε, ή και ακόμα χειρότερα αν προσπαθούμε να επιβάλουμε τις απόψεις μας στους άλλους.

Φυσικά αν κάποιος αρχίσει να μου λέει ότι η ανάσταση του Χριστού μας …έσωσε, θα φάει πόρτα! Γιατί είναι άλλο η πίστη σε ένα υπερφυσικό γεγονός και άλλο η πίστη σε ένα παραλογισμό. Γιατί αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουν οι θρησκείες. Με άλλοθι τα πραγματικά ή υποτιθέμενα υπερφυσικά γεγονότα μας πασάρουν τις πιο παράλογες διδασκαλίες.

Μια κοινωνία λοιπόν που εθίζεται να ανέχεται ένα παραλογισμό του τύπου Ο “Χριστός σώζει” είναι ώριμη να περάσει το χείλος του γκρεμού πιστεύοντας ότι ο από μηχανής θεός, τέλος πάντων με κάποιο τρόπο, θα την σώσει. Η ελληνική κοινωνία είναι ολοπρόθυμη να ακούσει για τέτοιου είδους σωτηρία, αγωνίζεται με νύχια και δόντια για να παραμείνει πιστή στα μυθεύματά της, αλλά έκανε ένα τραγικό λάθος. Θέλησε να έχει ως νόμισμα το ευρώ… Πάντα μεταξύ των πολλών άλλων, ευρώ και κληρικοί και θεολόγοι, που λένε ότι παραμύθια θέλουν στα παράθυρα ή στα σχολεία, δεν είναι συμβατά.

Και ο λογαριασμός στο τραπέζι!

Πηγή : ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΜΕΣΚΟΣ

Σχόλιο : Ας βάλουμε σε πράξη την ανεξιθρησκεία. Ο κ.Μέσκος είναι διάσημος ετερόδοξος.
Δέν είναι εχθρός μας. Απλώς πάσχει απο την εθνική μας ασθένεια, η οποία καθώς φαίνεται τον οδήγησε σε κώμα. Είδε το φώς το αληθινό και είναι ενα είδος νεοέλληνος Μυστικού. Οι παλαιοέλληνες μυστικοί ήταν οι καλύτεροι συγγραφείς και ποιητές της γλώσσας μας. Όπως βλέπουμε και απο το κείμενο του με τους νεοέλληνες μυστικούς η Ελληνική γλώσσα πουλιέται πλέον στα μπακάλικα. Ένα τέτοιο μπακάλικο υψηλού νεομυστικισμού μπορούμε να βρούμε στο blog του. Και μια καθησυχαστική πληροφορία για όσους ανησυχούν για την επίδραση της τηλεοράσεως. Ο κ.Μέσκος ανάμεσα στις μυστικιστικές του εκστάσεις βλέπει τηλεόραση χωρίς να υφίσταται καμμία αλλοίωση ο εγκεφαλός του. Ο νεομυστικισμός χαρακτηρίζεται απο μια υψηλότατη δόση εγωκεντρισμού, χωρίς και πάλι, όπως και η τηλεόραση, να επηρεάζει τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Όπως βλέπουμε και απο το κείμενο μπορεί να φθάσει άνετα και στην ναρκισσιστική εγωπάθεια χωρίς καμμία παρενέργεια. Και είναι και όμορφος και μάγκας. Και έχει και μεγάλο γούστο στις εικονίτσες. Η ανάρτηση μας σκοπό έχει να πείσει όσους δέν πιστεύουν ακόμη στην εξέλιξη.


Σχόλιο τού κ. Κυπριανού Χριστοδουλίδη :

«Νους αποστάς του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης».
Ο νους του Μέσκου έγινε κτηνώδης. Αν ήταν δαιμονιώδης, τουλάχιστον, θα πίστευε, όπως κάνουν και οι δαίμονες.



Αμέθυστος