Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(15)

Συνέχεια από:Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Γ3

Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Γ΄Το πρόβλημα τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς

Ὁ Κύριος σηκώνει τήν ἐνοχή μας, ὅταν τήν ἐναποθέτουμε στό ἔλεός του


«Τεχνηταί λογικαί αἰτιολογίαι»

Ομιλοῦντες ὅμως περί ἀσυνειδήτου ἐνοχῆς ἐννοοῦμεν ἐπίσης ἐνοχήν συνειδητῶς βιωθεῖσαν, ἀλλά μή κατανοηθείσαν, ή πηγή καὶ τὸ νόημα τῆς ὁποίας δὲν εὑρίσκουν θέσιν εἰς τὴν συνείδησιν. Είναι πολύ δύσκολος ἡ ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἀνοχή τῆς τοιαύτης ἐνοχῆς.

Ἡ συνειδητή ἐνοχή δὲν εἶναι τόσον βασανιστι κή, ἐφόσον τὸ ἄτομον γνωρίζει διατί ὑποφέρει καὶ πῶς δύναται ν' ἀπαλλαγῇ. Ἐνῷ τὸ ἄτομον πού κατατρύχεται ἀπὸ ἀσυνείδητον ἐνοχήν, ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν πράξῃ, δὲν δύναται ν' ἀπαλλαγῇ ταύτης. Καθώς δὲ δὲν ἡμπορεῖ νὰ εὔρῃ τὴν πραγματικήν ἐξήγησιν τῆς διαταραχής του, καταναλίσκει πολύν χρόνον εἰς τὴν δημιουργίαν ὑποθέσεων.

Ἔχει μια διαταραχή, ἀλλά δέν ξέρει ποῦ ὀφεί λεται, καὶ κάνει διάφορες υποθέσεις, για να δώσει μιά ἐξήγηση.

"Όλαι αἱ ἑρμηνείαι του εἶναι τεχνηταί λογικαί αἰτιολογίαι συσχετίζει δηλαδή διαρκῶς τὴν κατά-στασίν του πρός περιστατικά πού εἶναι συχνά μηδα μινῆς σημασίας, καί διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀκριβῶς πλέον ἀποδεκτά εἰς τήν συνείδησίν του
Πάει δηλαδή καὶ πιάνεται ἀπό κάποια μικρο-πράγματα, ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ σηκώσει ἡ συνείδησή του, καί λέει: «Μήπως γι' αὐτὸ ὑποφέρω; Μήπως γι' αὐτὸ δὲν εἶμαι καλά;» Καί δίνει μεγάλη σημασία σ' αὐτά. ᾿Ακούστε νὰ δεῖτε.

Τα κατασκευάσματά του αὐτά εἶναι πολλάκις διασκεδαστικά καί ἀνόητα. Μία κυρία ἀπέδιδε τὴν ἀθλίαν ψυχικήν της κατάστασιν εἰς τὸ ὅτι παιδί ἀκόμη ἐπῆρε κάποτε ζάχαρι ἀπὸ τὸν μπουφέ, χωρίς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ μητέρα της.
Νόμιζε ὅτι, ἐπειδὴ εἶχε πάρει ζάχαρη κρυφά ἀπό τή μητέρα της, σ' αὐτό το πράγμα ὀφειλόταν τὸ ὅτι δὲν ἦταν καλά ψυχικά. Ένιωθε πώς δέν εἶναι καλά καὶ ἴσως αἰσθανόταν ὅτι εἶναι ἔνοχη.

Δέν τολμοῦσε ὅμως να σηκώσει, δέν μποροῦσε ἡ συνείδησή της να σηκώσει τη μεγάλη ἐνοχή που ἔζησε, ἀπὸ κάτι ἄλλο σοβαρό πού εἶχε κάνει, και προσπαθοῦσε νὰ δικαιολογήσει τη μή καλή κατά-στασή της με τη σκέψη: «Θα φταίει τὸ ὅτι πῆρα κρυφά ζάχαρη. Τί ἄλλο μπορεῖ νὰ φταίει;»

Ἕνας συγγραφέας ὁμιλεῖ διά κάποιαν μητέρα, ἡ ὁποία συνέδεε τὴν ἐνοχήν της μὲ τὸ ὅτι πολλάκις εἶχε δώσει εἰς τὰ παιδιά της μόνον τα πόδια καί τά πτερά ἀπό τό κοτόπουλο, ἐνῷ ἡ ἰδία ἔτρωγε το στήθος.
Βέβαια, κακό ἦταν αὐτό πού ἔκανε, χωρίς ὅμως να σημαίνει ὅτι αὐτό μποροῦσε νὰ δικαιολο-γήσει μια ψυχολογική διαταραχή. Καί ὅμως, αὐτή ἐκεῖ νόμιζε ὅτι ὀφειλόταν.

Κάποια ἄλλη κυρία ἐπίστευεν ὅτι ἡ μεγάλη της ἁμαρτία συνίστατο εἰς τὴν μετακόμισιν ἀπὸ μιᾶς οἰκίας, ὅπου εἶχε ζήσει ἐπί πολλὰ ἔτη, εἰς ἄλλην.
Ἔζησε σε ἕνα σπίτι πολλά χρόνια, καί ἔπειτα μετακόμισε σε ἄλλο. Ἐν τῷ μεταξύ παρουσιάστη-καν κάποια συμπτώματα, πού ἔδειχναν ὅτι δὲν πή γαινε καλά ψυχικά, καὶ τὰ ἀπέδιδε στο ὅτι μετα-κόμισε σε ἄλλο σπίτι.
Εννοεῖται ὅτι ἡ ἐνοχή της ἐτονίσθη ἔτι μᾶλλον, ὅταν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ παλαιό σπίτι.
Ξαναγύρισε στο παλιό σπίτι, ἀλλὰ ἦταν πιο πολύ ἄρρωστη ὕστερα.

Ἐξομολόγηση ποὺ δὲν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἐνοχή


Πολλάκις παρετήρησα ὅτι ἡ ἐξομολόγησις καί ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἁμαρτιῶν, εἰς τάς ὁποίας οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀποδίδουν την ενοχήν των, δέν συνεπάγεται τὴν ἀπαλλαγήν ἀπὸ της ἐνοχῆς, ἀλλά την αὔξησίν της.
Πάει κανείς καὶ ἐξομολογεῖται, κάνει καὶ τὸν κανόνα πού ὁρίζει ὁ πνευματικός για τις αμαρτίες ποὺ ἐξομολογεῖται, ἀλλὰ ἀντί να γίνει καλύτερα, χειροτερεύει, ὅπως εἴπαμε πιό μπροστά, γιά τόν λόγο ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἐνοχή βαθύτερα, ἡ ὁποία μένει πολύ καλά ἀσφαλισμένη ἐκεῖ. Δὲν τὴν πειρά-ζει κανένας. ῾Απλῶς ἀναφέρει ὁ ἄρρωστος ἄλλα
πράγματα, μὲ μιὰ ἐλπίδα ὅτι θὰ γίνει καλύτερα. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή δέν φεύγει ἡ κύρια αἰτία, δέν γίνεται καλύτερα, ἀλλά χειροτερεύει.


Παρετήρησα ὅτι ἔτσι ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ μὲ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἐπηνώρθωσαν πράγματι διαπραχθείσας μικροκλοπάς.
Μερικοί ἀπὸ αὐτούς πού ὑποφέρουν, λόγῳ ὑπάρξεως ἀσυνείδητης ἐνοχῆς, ἔκλεψαν, π.χ., κάτι μικροπράγματα. Πήγαν καί ἐξομολογήθηκαν στον πνευματικό· τοὺς εἶπε ὁ πνευματικός νὰ ἐπιστρέψουν αὐτὰ ποὺ ἔκλεψαν, καὶ τὰ ἐπέστρεψαν. Ὅμως καμιά βελτίωση δέν εἶχαν καὶ αὐτοί. Γιατί; Διότι ἄλλη ήταν ή βαθύτερη αἰτία, καί αὐτοί ἁπλῶς πιάστηκαν ἀπό ἕνα τίποτε. Μπορεί, π.χ., να πεί κανείς: «Ὅταν ήμουν μαθητής, έκλεψα τη γο μολάστιχα τοῦ συμμαθητου μου». Καί ἐκεῖ νὰ φορτώσει ὅλη τὴν κακοδαιμονία του.


Τὰς ἐξομολογοῦνται εἰς τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Λέγουν ὅτι, ἐάν τα κτοποιηθούν ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, θά εἶναι εὐτυχεῖς. Τακτοποιοῦνται, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως παραμένουν ἀπογοητευτικά.
Δηλαδή, ἐπιστρέφουν το μικροαντικείμενο ἤ κάποια χρήματα πού πῆραν, ἀλλά γενικά ὅμως δέν βελτιώνεται ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς τους.
Αἱ μικροπαραβάσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐνασμενίζε-ται το μυαλό των ἐπενδύονται με πολλήν ἐνοχήν, προερχομένην ἐξ ἀσυνειδήτων πηγῶν. Κάθε μικροα-δίκημα τότε ἐμφανίζεται ὡς κάτι τεράστιον. Μικρο-παραβάσεις μεγεθύνονται εἰς φοβερά ἀδικήματα.

Προσέξτε ἐδῶ. Μπορεῖ δηλαδή κανείς να πάει στον πνευματικό καί νά ἐξομολογηθεῖ ἕνα μικροπραγματάκι, ὅπως αὐτά πού ἀναφέραμε, καί νά τά λέει με τέτοιον τρόπο, σάν νὰ ἔχει κάνει ἔγκλημα. Καί ἄν ὁ πνευματικός εἶναι ἄπειρος, μπορεῖ νά λέει ἀπό μέσα του: «Μεγάλη μετάνοια ἔχουμε ἐδῶ σ' αὐτὸν τὸν ἐξομολογούμενο. Μεγάλη μετάνοια καί μεγάλη πνευματική προκοπή». Ἤ μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ καί στὸν ἴδιο τόν ἐξομολογούμενο. Ὅμως, ὅλο αὐτό εἶναι ἔνδειξη ὅτι βαθύτερα αὐτός ἔχει ἐνοχή ἐνοχή που δεν την ξέρει. Καί αὐτή ἡ βαθύτερη ἐνοχή πού ἔχει καὶ δὲν τὴν ξέρει, κάπως ξεθυμαίνει, μὲ τὸ νὰ φορτωθεί, δηλαδή μέ τό νὰ ἀποδοθεῖ ἡ ἐνοχή, στο ὅτι πῆρε κρυφά μιά κουταλιά γλυκό ἤ σε κάτι τέτοια μικροπράγματα. Πρέπει λοιπόν πάρα πολλή προσοχή να δείξει καί ὁ ἐξομολογού-μενος, πού πάει και παραφορτώνει με ενοχή τα μι-κροπράγματα καί τά θεωρεί σάν θανάσιμα ἁμαρ-τήματα, καί ὁ πνευματικός ἢ ὁ ψυχολόγος ὁ ὁποῖος ἀκούει.

Μάλιστα ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἐξομολο-γοῦνται τρομερά ἐγκλήματα, οὐδέποτε διαπρα-χθέντα -ἄλλοι δηλαδή φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐξομολογηθούν καί ἁμαρτίες πού δέν ἔκαναν-διά νά ἐξηγήσουν τήν ἐνοχήν πού κατακλύζει την ψυχήν των. Λέει κανείς στόν ἑαυτό του: «Αἰσθάνο-μαι πολλή ἐνοχή. Τί θά γίνει μέ αὐτήν; ῎Ας πῶ ὅτι ἔκανα τοῦτο τὸ ἀδίκημα, ἐκεῖνο τὸ ἁμάρτημα, μή-πως συλλάβω τήν ἐνοχή καί ἀνακουφιστῶ ἔτσι ἀπό αὐτήν».
Εθεράπευσα κάποτε ἀπό καταληπτικήν νευρασθένειαν κάποιον νέον, ὁ ὁποῖος ἐνεθυμεῖτο ὅτι κατά την παιδικήν του ἡλικίαν εἶχε περάσει μίαν περίοδον μεγάλης κακοδαιμονίας, ἀπό τήν ὁποίαν εὕρισκεν ἀπαλλαγήν μόνον ἐξομολογούμενος φοβε-ρά φανταστικά ἁμαρτήματα, πού ἐπέσυραν την αὐστηράν τιμωρίαν τῆς μητρός του. Μετά τήν τιμωρίαν ποὺ τοῦ ἐπεβάλλετο, ἦτο ἕτοιμος να βγῇ ἔξω με ἐλαφράν την καρδίαν καί να παίξῃ μὲ τὰ ἄλλα παιδιά.

Το παιδί αὐτό δηλαδή βρισκόταν σε μιά τέ-τοια κατάσταση, πού πήγαινε καί ἔλεγε στη μαμά του ὅτι ἔκανε κάποια φανταστικά μή καλά πράγματα, χωρίς νὰ τὰ ἔχει κάνει, μόνο καί μόνο για να το τιμωρήσει ἡ μαμά. Μόλις το τιμωροῦσε, ἔνιωθε ἀνακουφισμένο, ἐξιλεωμένο, καί ἔβγαινε ὕστερα καὶ μποροῦσε ἔτσι καί ἔπαιζε μὲ τὰ ἄλλα παιδιά. ᾿Αλλιῶς, δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει ἡσυχία. Αὐτό εἶναι το κακό. Εἶναι ἕνα παράδειγμα αὐτό ἐδῶ, πού ἀναφέρεται σε κάτι πού πάθαινε ἕνα παιδί. Αὐτό μπορεῖ κι ἕνας μεγάλος να το πάθει.
Αἱ καταληψίαι του τῆς μεγαλυτέρας ἡλικίας ὠφείλοντο, ὡς καί αἱ διαταραχαί τῆς παιδικῆς καί ἐφηβικῆς ἡλικίας, εἰς τὴν αὐτὴν αἰτίαν.

***

Ὑπάρχουν μερικαί ἀποδείξεις ὑπέρ τῆς ἀπόψεως πού ἔρριψε πρῶτος ὁ Φρόυντ, ὅτι ὡρισμένοι ἄνθρωποι διαπράττουν πράγματι ἀδικήματα, διότι αἰσθάνονται ἔνοχοι.

Πάει κάποιος καί κάνει ἕνα ἀδίκημα, ἕνα κα-κούργημα, ἕνα ἔγκλημα. Καί το κάνει αὐτό, ὄχι γιατί θέλει να το κάνει, ἀλλά γιατί βαθύτερα ἔχει ἕνα βίωμα ἐνοχῆς ἀπωθημένο, πού δέν το ξέρει, καὶ αὐτό ἀπὸ κεῖ τὸν σπρώχνει να πάει να κάνει ἕνα ἁμάρτημα μεγάλο. Εἶναι δηλαδή σαν να λέει στὸν ἑαυτό του: «Είμαι πού εἶμαι ένοχος. Νά, ἔχω κάνει μια ἁμαρτία, καὶ ἔτσι δικαιολογεῖται ἐπιτέλους αὐτή ἡ ἐνοχή μου».

Δὲν αἰσθάνονται ἔνοχοι διότι ἡμάρτησαν, ἀλλά ἁμαρτάνουν, διότι αἰσθάνονται ἔνοχοι.

Βέβαια, δέν αἰσθάνεται κανείς ὅτι εἶναι ἔνοχος γιά κάτι συγκεκριμένο, ἀλλά πάντως ζεῖ τὴν ἐνοχή. Καί πάει ὕστερα καί κάνει αμαρτίες, γιά νά δικαιολογηθεῖ ἐπιτέλους αὐτή ἡ ἐνοχή του.
Σε ἕνα ἀμερικάνικο βιβλίο ἀναφέρεται ὅτι μερικοί νευρωτικοί τύποι παραβαίνουν τὸν νόμον, διότι ἀναζητοῦν κάποιαν τιμωρίαν, ἡ ὁποία θὰ καταπραΰνῃ τὸ συναίσθημα τῆς ἐνοχῆς των. Ἡ θεωρία αὐτή ἡμπορεῖ νὰ φαίνεται φανταστική, τα γεγονότα ὅμως τήν ὑποστηρίζουν μέχρις ἑνός σημείου, ἄν καί ὁ ἀριθμός τῶν περιπτώσεων εἰς τάς ὁποίας ἐφαρμόζεται εἶναι περιωρισμένος.
Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου ἀπό τό ὁποῖο διαβάζουμε γράφει στο τέλος τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ:
Σημαντικόν μέρος τῆς ἐνοχῆς πού βασανίζει τὸν νοῦν τῶν εὐαισθήτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ματαίως ζητοῦν διά τῆς θρησκείας νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπό αὐτήν, εἶναι ψευδής ἐνοχή. Ἀποδοχή τοῦ ἑαυτοῦ των μᾶλλον παρά συγχώρησις εἶναι αὐτό πού χρειάζονται.


Ἐν εἴδει ἐπιλόγου


Αὐτὰ λοιπόν σε γενικές γραμμές γιὰ τὴν ἀσυνείδητη ένοχή. Είναι δηλαδή ἐνδεχόμενο, ἐνῶ ἔχει κανείς ὁρισμένα συμπτώματα ἀρρώστιας, αὐτὰ τὰ συμπτώματα νὰ ὀφείλονται σε ἐνοχή, στὴν ὁποία οὔτε πάει το μυαλό του. Κάποτε τὴν ἔζησε, τὴν ἀπώθησε ὅμως, καὶ τώρα δὲν τὴ θυμᾶται.

Ἐγώ μάλιστα θὰ ἔλεγα καί τοῦτο. Μπορεῖ νὰ θυμᾶται κανείς κάτι πού ἔκανε καὶ νὰ τὸ θυμᾶται ὡς γεγονός, ἀλλὰ τὴν ἐνοχή πού ἔζησε νὰ μὴν τὴν ξανάφερε στο συνειδητό του. Ἔζησε τότε ἐκείνη τὴν ἐνοχή, το βίωμα τῆς ἐνοχῆς, τὸ ἀπώθησε, καὶ βρίσκεται τώρα αὐτό σε ἀπωθημένη κατάσταση. Θυμᾶται μέν κανείς τὸ ἱστορικό, θυμᾶται το γεγο νός, ἀλλὰ τὴν ἐνοχή δέν κατάφερε να την ξαναφέρει στο συνειδητό του, ὥστε νὰ τή ζήσει καί να τὴν ἀναθέσει στη χάρη τοῦ Θεοῦ. Δεν μπόρεσε να το κάνει αὐτό το πράγμα, νὰ τὴν ἀποθέσει στο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στη χάρη τοῦ Κυρίου, καί ἔτσι ἔχει ἐκδηλώσεις ἀσθενείας,

Γι' αὐτό καί ἕνας που βλέπει κάτι τέτοια πράγματα στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, καλό εἶναι νὰ βοηθηθεῖ ἀπό κάποιον ἄλλο –ἀπό ἕναν πνευματι κό, ἀπό ἕναν εἰδικό- γιὰ νὰ ἀνακαλύψει κάποιο ὀλίσθημα που τυχόν ἔκανε, καὶ τὸ ὁποῖο τοῦ δημι ούργησε αισθήματα ένοχης. "Αν τα βλέπει σε κά ποιον δικό του, σε κάποιον γνωστό του, να του κα νει ἀνάλογη σύσταση. Μπορεί αὐτό καθ' ἑαυτό το ολίσθημά του να μην ήταν πολύ μεγάλο, ἀλλὰ ἀν αὐτός έζησε έντονα βιώματα ένοχης καὶ τὰ ἀπώ θησε, αὐτὰ τὰ βιώματα τώρα μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκεῖ μέσα στο ασυνείδητο και να δημιουργούν όλη αὐτή την κατάσταση. Μπορεῖ, ὅπως εἶπαμε καὶ προηγουμένως, νὰ μὴν τὸ ξέχασε κανείς το γεγο νός. Να θυμᾶται μὲν τὸ ὀλίσθημά του ὡς γεγονός, ὡς ἱστορικό γεγονός, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἀπωθήσει τὴν ἐνοχή πού ἔζησε. Καί χρειάζεται να βοηθηθεῖ τώρα, ὥστε νὰ ἀνασυρθεῖ αὐτὸ τὸ βίωμα τῆς ἐνοχῆς, καὶ νὰ τὸ ξαναζήσει, για να μπορέσει ἔτσι με τη βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ λυτρωθεί.

᾿Από το ἄλλο μέρος, ὑπάρχουν αὐτοί που ἔχουν ἔντονο βίωμα ἐνοχῆς, χωρίς να ξέρουν ἀπό ποῦ προέρχεται, και γι' αὐτό δημιουργοῦν διάφο-ρες ὑποθέσεις για να τη δικαιολογήσουν.

Πρέπει ἐπίσης να ξέρουμε ἐμεῖς οἱ κληρικοί πρῶτα νὰ τὸ ξέρουμε, ἀλλὰ κι ἐσεῖς μεταξύ σας-ὅτι ὁρισμένοι ἄνθρωποι νομίζουν πώς εἶναι ἔνοχοι. ᾿Ακοῦμε πού λένε: «Είμαι ἔνοχος, εἶμαι ἔνοχος», καὶ το λένε, διότι δὲν εἶναι καλά ἀπὸ ψυχολογικῆς ἀπόψεως. Αὐτοί νομίζουν ὅτι κάτι φοβερά ἔχουν διαπράξει, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ τοὺς κάνει νὰ αἰσθάνον-ται ἔτσι εἶναι ἀρρώστια, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό ἄλλες αἰτίες.

Αὐτό συμβαίνει κυρίως στις ψυχώσεις. Ο ψυ χωσικός τόσο πολύ ἄσχημα αἰσθάνεται που, ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ τὴ θεραπεία του, ὅταν δὲν μπο ρεῖ νὰ βρεῖ τὴ λύτρωση, δίνει αὐτή τήν ἑρμηνεία: «Έχω κάνει κάτι κακό». Καί ὁμιλεῖ ἔπειτα περί ἐνοχῆς. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους πρέπει να τους βοηθήσουμε να καταλάβουν ὅτι δὲν ἔκαναν τίποτε κακό, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀρρώστια εἶναι ἐκείνη πού τούς βάζει τὴν ἰδέα πώς εἶναι ἔνοχοι. ᾿Από την ἄλλη πλευρά ὅμως, τοὺς ἄλλους πού παραπονούνται για διάφορα συμπτώματα, ἄς προσπαθοῦμε νὰ τοὺς βοηθοῦμε νὰ βροῦν τὴν ἐνοχή ἡ ὁποία τυχόν ὑπάρχει πολύ βαθύτερα, καί ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται με συμπτώματα ἀσθένειας, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ξεσκεπαστεῖ καὶ ἐκδηλωθεῖ ὡς ἐνοχή.

27-4-1969

Ἀλλιῶς ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει συναίσθηση ὅτι εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ καί ὅτι εἶναι πατέρας του ὁ Θεός, (ὁπότε ἔχει τή χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι σε κοινωνία μαζί του), καὶ ἀλλιῶς ζεῖ, ὅταν αὐτὸ τὸ πράγμα λείπει. Τὸ ἕνα, ζωή μὲ τὸν Θεό, εἶναι ἁγία ζωή. Τὸ ἄλλο, ζωή χωρίς Θεό, εἶναι ἁμαρτία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: