Συνέχεια από Δευτέρα 3. Αυγούστου 2026
Ο πόλεμος εναντίον του παρελθόντος 6
Γιατί η Δύση πρέπει να αγωνιστεί για την ιστορία της
Frank Furedi
Polity Press, 2024
1
Το παρελθόν στην ιστορία (συνέχεια)
Ένα από τα αποτελέσματα της ανάδυσης της ιστορικής συνειδήσεως κατά την Αναγέννηση ήταν ότι το παρελθόν κατέστη αντικείμενο κριτικής διερευνήσεως. Προηγουμένως, το σημαντικότερο ιστορικό προηγούμενο υιοθετήσεως μιας κριτικής στάσεως απέναντι στο παρελθόν είχε εμφανιστεί στην πρώιμη αυτοκρατορική Ρώμη, όπου φιλόσοφοι όπως ο Κικέρων προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο της άκριτης αποδοχής και μιμήσεως της κληρονομιάς του προϋπάρχοντος ελληνικού πολιτισμού. Οι Ρωμαίοι δεν κουράζονταν να επισημαίνουν «τις αδυναμίες του αθηναϊκού πολιτικού συστήματος σε σύγκριση με το δικό τους».³⁴ Όσο κι αν επαινούσαν τα επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού, δεν είχαν καμία αμφιβολία για την ανωτερότητα των δικών τους πολιτικών θεσμών.
Τα διδάγματα που αντλούσαν οι Ρωμαίοι από την εμπειρία της Αθήνας δεν υπαγορεύονταν απλώς από την επιθυμία να αποφύγουν τις αναταραχές που είχαν πλήξει αυτή την πόλη-κράτος. Η συγκρότηση μιας ιδιαίτερης ρωμαϊκής παραδόσεως και ενός ξεχωριστού τρόπου ζωής απαιτούσε να τίθεται υπό έλεγχο η επιρροή του παλαιότερου ελληνικού πολιτισμού. Στις εκτενείς συζητήσεις τους για τους Έλληνες, οι «Ρωμαίοι διακατέχονταν από έντονη ανησυχία σχετικά με το τι σήμαινε να είναι κανείς Ρωμαίος και όχι Έλληνας».³⁵
Το αξιοσημείωτο στη δύσκολη σχέση της Ρώμης με την ελληνική επιρροή ήταν ότι, παρά τις πολιτισμικές εντάσεις, επέλεξε εντούτοις να ενσωματώσει το ομηρικό παρελθόν στη δική της παράδοση.³⁶ Ενώ αποστασιοποιούνταν από τα «διεφθαρμένα» και «εκφυλισμένα» ήθη των μεταγενέστερων ελληνικών πόλεων-κρατών, η Ρώμη οικειοποιήθηκε την ηρωική ομηρική εποχή και την ενέταξε στον ιδρυτικό της μύθο. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να διεκδικεί την κληρονομιά του καλύτερου μέρους του ελληνικού παρελθόντος και ταυτόχρονα να υπερηφανεύεται ότι διέθετε πολιτική σοφία ανώτερη από εκείνη του ελληνικού κόσμου.
Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τον μύθο της καταγωγής τους από τον Αινεία και «μέσω του ιδρυτικού μύθου της Αινειάδας ο ρωμαϊκός λαός συνέδεσε τον εαυτό του με την ελληνική ιστορία».³⁷ Έτσι, η Ρώμη κατέληξε να παρουσιάζεται ως κληρονόμος της παρακαταθήκης του ελληνικού πολιτισμού. Στην Αινειάδα του Βιργιλίου, η ίδρυση της Ρώμης παρουσιάζεται ως η εκπλήρωση μιας προφητείας και, μέσω αυτής της πράξεως, «το πνεύμα των καλύτερων Ελλήνων προγόνων εξακολουθεί να ζει μέσω της αναγεννήσεώς του σε ιταλικό έδαφος».³⁸
Η συνειδητή συγκρότηση μιας αφηγήσεως για το παρελθόν της Ρώμης δημιούργησε ένα σημαντικό προηγούμενο για την ανάπτυξη της δυτικής πολιτικής σκέψεως. Οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν συστηματικά έναν πολιτικό πολιτισμό που θεμελίωνε την έννοια της αυθεντίας και της νομιμότητας πάνω στο παρελθόν. Επιδίωξαν ρητώς να εδραιώσουν μια ισχυρή αίσθηση παραδόσεως και συνέχειας. Πίστευαν ότι, μέσω της δημιουργίας και της διατηρήσεως μιας οργανικής συνέχειας ανάμεσα στις διαδοχικές γενιές, μια ισχυρή αίσθηση του παρελθόντος θα συνέβαλλε στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της σταθερότητας.
Αυτή η επίκληση της αυθεντίας του παρελθόντος, καθώς και των εθίμων και των παραδόσεών του, αποτελούσε μια συνειδητά επιδιωκόμενη προσπάθεια. Η επιβεβαίωση της συνέχειας, με τις συνδηλώσεις μιας ακμαίας και ζωντανής παραδόσεως, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης ρωμαϊκής ευαισθησίας απέναντι στο παρελθόν. Οι Ρωμαίοι έγραφαν διαρκώς για την ιστορία τους και ήταν συνειδητά αφοσιωμένοι στους προγόνους, στις παραδόσεις και στα έθιμά τους.³⁹
Η πολιτική ζωή της Ρώμης κυριαρχούνταν από το έθιμο και την παράδοση, και οι καθημερινές αποφάσεις διαμορφώνονταν συχνά από την άρρητη γνώση που διέθετε γι’ αυτά η πολιτική και πολιτισμική ελίτ. Η απουσία μιας συστηματικής παρουσιάσεως της θεωρίας της περί διακυβερνήσεως δεν σήμαινε ότι στερούνταν πολιτικής δεξιότητας. Η ρωμαϊκή πολιτική ζωή διέθετε εντυπωσιακή ικανότητα θεσμικής προσαρμογής και καινοτομίας.
Το ρωμαϊκό σύνταγμα —ή, ακριβέστερα, η ρωμαϊκή συνταγματική διάταξη— εξέφραζε μια ισχυρή αίσθηση συνέχειας με το παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα και έναν ανοικτό προσανατολισμό προς περαιτέρω ανάπτυξη στο μέλλον. Προσέφερε μια σύνθεση της παραδόσεως με την προθυμία προσαρμογής σε νέες εμπειρίες. Οι αξίες της καταγωγής, της διατηρήσεως και της συνέχειας αποτελούσαν βασικά σημεία αναφοράς για τη λειτουργία του συνταγματικού συστήματος. Ο Ρωμαίος φιλόσοφος Κικέρων υποστήριζε ότι η σύνδεση αυτών των αξιών με το σύνταγμα εξηγούσε την ανωτερότητά του έναντι άλλων. Παρατηρούσε ότι η μεταβίβαση των αρχαίων αξιών από τη μία γενιά στην άλλη συνέβαλλε στην εξήγηση της ιδιαίτερης μορφής της ρωμαϊκής διακυβερνήσεως. Μέσω αυτής της διαδικασίας συνεχών διαγενεακών μεταβιβάσεων, το σύνταγμα κατόρθωσε να εξελίσσεται αφομοιώνοντας νέες εμπειρίες. Ο Κικέρων δήλωνε ότι αυτό το σύνταγμα ήταν «ανώτερο από τα άλλα», επειδή «δεν είχε θεμελιωθεί μέσα στη διάρκεια μιας μόνον ανθρώπινης ζωής, αλλά μέσα από πολλές εποχές και γενιές». Για τις ρωμαϊκές ελίτ, η αρετή αυτής της διατάξεως συνίστατο στο ότι δεν στηριζόταν απλώς στην «ικανότητα ενός ανθρώπου», αλλά στην ικανότητα «πολλών» κατά τη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου. Παρατηρούσε ότι, εφόσον «καμία ομάδα ικανών ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν θα μπορούσε να διαθέτει επαρκή προνοητικότητα ώστε να λάβει υπόψη τα πάντα, ήταν αναγκαία η πρακτική εμπειρία μιας μακράς ιστορικής περιόδου».⁴⁰
Το λεγόμενο αρχαίο σύνταγμα της Ρώμης δεν πρέπει να νοηθεί ως νομικό έγγραφο ή ως κώδικας, αλλά ως σύνολο άτυπων κατευθυντήριων αρχών, θεμελιωμένων στο έθιμο και στο προηγούμενο και μεταβιβαζόμενων από τη μία γενιά στην άλλη. Η έλλειψη τυπικής μορφής διέθετε το πλεονέκτημα της προσαρμοστικότητας, επιτρέποντάς του να εξελίσσεται παράλληλα με τη μετάβαση της Ρώμης από πόλη-κράτος σε απέραντη αυτοκρατορία. Η έμφαση που έδιναν ο Κικέρων και άλλοι στη θεμελίωση ως ιερή στιγμή της συγκροτήσεως της κοινότητας υπαγορευόταν από την επίγνωση ότι μια συναίνεση γύρω από την κοινή καταγωγή και έναν κοινό τρόπο ζωής ήταν ουσιώδης, αν η πόλη επρόκειτο να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές εντάσεις και τις εξωτερικές πιέσεις που την απειλούσαν.
Από το 250 π.Χ. και εξής, μια σειρά μεγάλων εξωτερικών πολέμων και η αυτοκρατορική επέκταση μεταμόρφωσαν αμετάκλητα τον ρωμαϊκό κόσμο, κατά τρόπο που άρχισε να αποκαλύπτει την «αδυναμία ενός συστήματος διακυβερνήσεως που στηριζόταν στον σεβασμό προς την αυθεντία και στην προσήλωση στην παράδοση».⁴¹ Υπό τέτοιες συνθήκες, η παράδοση έπρεπε να καλλιεργείται και να συντηρείται.
Όπως παρατηρεί μια επισκόπηση αυτής της περιόδου, «η συνεχής επέκταση απαιτούσε μια βασική συναίνεση στο εσωτερικό».⁴² Γι’ αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι Ρωμαίοι δεν ήταν απλώς παραδοσιοκράτες, αλλά συνειδητά παραδοσιοκράτες. Η έμφαση του Κικέρωνος στη «θεμελίωση και διατήρηση» του κράτους αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να προσδοθεί ζωή στο έθιμο και στην παράδοση.⁴³ Μέσω αυτής της συγκροτήσεως μιας διαλεκτικής μεταξύ θεμελιώσεως και διατηρήσεως, η αφήγηση για τις απαρχές της Ρώμης λειτουργούσε ως πηγή επικυρώσεως των μεταγενέστερων γεγονότων. Η διατήρηση της παραδόσεως παρουσιαζόταν ως υποχρεωτικό καθήκον όλων. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε γενιά συνδεόταν με την προηγούμενη και, μέσω αυτής της διαδικασίας αλληλεπιδράσεως, με την ίδια τη θεμελίωση της πόλεως.
Για τον Κικέρωνα, το θεμέλιο της πίστεως —συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής πίστεως— ήταν η παράδοση. Ωστόσο, η θρησκεία δεν επικεντρωνόταν τόσο στους θεούς όσο στην επιβεβαίωση του παρελθόντος. Στη ρωμαϊκή περίπτωση, η θρησκεία «κυριολεκτικά σήμαινε religare: να είσαι δεμένος προς τα πίσω, υποχρεωμένος απέναντι στην τεράστια, σχεδόν υπεράνθρωπη και γι’ αυτό πάντοτε θρυλική προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια, να τοποθετηθεί ο ακρογωνιαίος λίθος, να ιδρυθεί κάτι για την αιωνιότητα».⁴⁴
Η πράξη της τιμήσεως του παρελθόντος είχε έναν σαφώς θρησκευτικό χαρακτήρα. Η ίδρυση της Ρώμης παρουσιαζόταν ως το αποκορύφωμα ιστορικών γεγονότων που δεν μπορούσαν ποτέ να επαναληφθούν. Ήταν ένα γεγονός που διέθετε αυθεντία και περιείχε μέσα του τη δύναμη να προσδίδει αυθεντία. Στους στοχασμούς της πάνω σε αυτή τη διαδικασία, η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt θεωρεί την πράξη της θεμελιώσεως ως την πηγή της αυθεντίας.
Η πράξη της θεμελιώσεως αντιπροσωπεύει μια μοναδική εμπειρία, την οποία η ρωμαϊκή παράδοση ανέπτυξε προκειμένου να προσδίδει αυθεντία στις πεποιθήσεις και στη συμπεριφορά.⁴⁵ Από αυτή την άποψη, η αυθεντία σήμαινε «κατά βάση τη σοφία των προγόνων, το mos maiorum, με τη μορφή της αναγκαιότητας της θρησκευτικής πίστεως για την αλληλεγγύη, την πίστη, τη συνεργασία και τη δυναμικότητα των πολιτών».⁴⁶
Η Ρώμη ασφαλώς δεν ήταν η μόνη κοινωνία που τιμούσε το παρελθόν της και έπαιρνε σοβαρά τον ιδρυτικό της μύθο και τις παραδόσεις της. Ωστόσο, προχώρησε περισσότερο από τις περισσότερες κοινωνίες της αρχαιότητας ως προς την καλλιέργεια του παρελθόντος και, πράγματι, ως προς την πολιτικοποίηση της παραδόσεως. Πολυάριθμες περιγραφές των αρχαίων χρόνων κάνουν λόγο για την ισχυρή παραδοσιοκρατική συνείδηση της Ρώμης και για την καχυποψία της απέναντι στην καινοτομία. Εκείνο όμως που παρουσιάζει ενδιαφέρον στη Ρώμη δεν ήταν ο άκαμπτος συντηρητισμός της, αλλά η κατανόηση ότι η παράδοση έπρεπε να καλλιεργείται και να ανασυγκροτείται με δημιουργικό τρόπο. Η ιστορικός Harriet Flower έγραψε ότι «η αίσθηση ενός κοινού συνόλου αξιών καλλιεργήθηκε για ένα εκπληκτικά μεγάλο χρονικό διάστημα», παρά τις αναταραχές που γνώρισε η Δημοκρατία.⁴⁷
Για τους Ρωμαίους, η διάκριση που χάραζαν ανάμεσα στη δική τους κοινωνία και σε εκείνη της Αθήνας υπαγορευόταν από πραγματιστικές μέριμνες. Ο στοχασμός τους δεν διέθετε το βάθος εκείνου των ουμανιστών της Αναγεννήσεως, των οποίων η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψεως οδήγησε σε μια σημαντική εννοιολογική αποσαφήνιση του νοήματος του παρελθόντος. Ο Lowenthal επισήμανε ότι «μόνο τον 14ο αιώνα, με τον Πετράρχη», «οι συγκριτικές αρετές του παλαιού και του νέου γίνονται μείζον ζήτημα, πρώτα στην Ιταλία και κατόπιν στη Γαλλία και στην Αγγλία».⁴⁸ Κατά την εποχή αυτή, διαφορετικές ιστορικές περίοδοι αξιολογούνταν, συγκρίνονταν και υποβάλλονταν σε κριτική. Αυτοί οι στοχασμοί πάνω στο παρελθόν τροφοδότησαν ζωηρές συζητήσεις σχετικά με τα πλεονεκτήματα της αρχαιότητας και των νεότερων χρόνων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Αναγέννηση υπήρξε η πρώτη εποχή κατά την οποία κορυφαίοι στοχαστές θεωρούσαν συνειδητά τους εαυτούς τους νεότερους και πίστευαν ότι διέθεταν επιτεύγματα ανώτερα από εκείνα των άμεσων προγόνων τους κατά τους πρόσφατους «Σκοτεινούς Αιώνες».
Η γοητεία που ασκούσε η αυθεντία του παρελθόντος στους ανθρώπους του δυτικού κόσμου εξασφάλισε ότι οι νέες ιδέες σχετικά με την ανωτερότητα της νεότερης σκέψεως δεν εισήλθαν αμέσως στο κύριο ρεύμα της κοινωνίας. Θα χρειάζονταν αρκετοί ακόμη αιώνες προτού η ανακάλυψη του παρελθόντος από την Αναγέννηση και η ποιοτική διαφορά του από τη νεωτερικότητα εισέλθουν στη λαϊκή συνείδηση της δυτικής κοινωνίας. Ο Lowenthal έχει υποστηρίξει ότι μέχρι τον 19ο αιώνα το ιστορικό παρελθόν γινόταν γενικά αντιληπτό ως κάτι πολύ παρόμοιο με το παρόν. Προσθέτει:
«Ασφαλώς, η ιστορία κατέγραφε μεγάλες μεταβολές στη ζωή και στο τοπίο, κέρδη και απώλειες, αλλά υποτίθεται ότι η ανθρώπινη φύση παρέμενε σταθερή, ενώ τα γεγονότα κινούνταν από αμετάβλητα πάθη και προκαταλήψεις. Ακόμη και όταν εξευγενιζόταν μέσω της νοσταλγίας ή υποτιμούνταν από τους οπαδούς της προόδου, το παρελθόν δεν έμοιαζε με ξένη χώρα αλλά με μέρος της δικής τους. Και οι χρονικογράφοι παρουσίαζαν τις περασμένες εποχές με μια αμεσότητα και οικειότητα που αντανακλούσε αυτή την υποτιθέμενη ομοιότητα».⁴⁹
Ένας λόγος για τον οποίο το παρελθόν εξακολουθούσε να ασκεί τόσο ισχυρή επιρροή στη δημόσια φαντασία ήταν ότι συνέχιζε να γίνεται αντιληπτό ως πηγή γνώσεως και αυθεντίας. «Οι άνθρωποι πάντοτε εγκωμιάζουν τους παλαιούς καιρούς και κατηγορούν το παρόν», έγραφε ο πολιτικός στοχαστής της Αναγεννήσεως Μακιαβέλλι στις παρατηρήσεις του στους Λόγους πάνω στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λιβίου.⁵⁰ Ο Μακιαβέλλι, ο πατέρας της νεότερης πολιτικής φιλοσοφίας, θεωρούσε παρ’ όλα αυτά το παρελθόν ως πηγή τόσο εμπνεύσεως όσο και αυθεντίας. Από την πλευρά του, παρά την εχθρότητά του προς τη μεσαιωνική κοινωνία, ο ουμανισμός της Αναγεννήσεως τιμούσε βαθιά το αρχαίο και το παραδοσιακό.
Historia magistra vitae — Η ιστορία ως διδάσκαλος της ζωής
ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ. Η ΠΑΓΙΔΑ ΚΑΙ Η ΤΡΟΧΟΠΕΔΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΥΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΑΠΛΩΣ ΤΟΝ ΡΩΜΑΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙΤΑΙ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΡΝΕΙΤΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ. ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΒΑΣΙΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΑΛΛΑ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΑΝ ΣΩΜΑ ΑΓΙΩΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΟΦΙΑ, Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΛΗΡΟ. ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΑΛΕΝΤΑ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΑΛΛΑ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ
Polity Press, 2024
1
Το παρελθόν στην ιστορία (συνέχεια)
Ένα από τα αποτελέσματα της ανάδυσης της ιστορικής συνειδήσεως κατά την Αναγέννηση ήταν ότι το παρελθόν κατέστη αντικείμενο κριτικής διερευνήσεως. Προηγουμένως, το σημαντικότερο ιστορικό προηγούμενο υιοθετήσεως μιας κριτικής στάσεως απέναντι στο παρελθόν είχε εμφανιστεί στην πρώιμη αυτοκρατορική Ρώμη, όπου φιλόσοφοι όπως ο Κικέρων προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο της άκριτης αποδοχής και μιμήσεως της κληρονομιάς του προϋπάρχοντος ελληνικού πολιτισμού. Οι Ρωμαίοι δεν κουράζονταν να επισημαίνουν «τις αδυναμίες του αθηναϊκού πολιτικού συστήματος σε σύγκριση με το δικό τους».³⁴ Όσο κι αν επαινούσαν τα επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού, δεν είχαν καμία αμφιβολία για την ανωτερότητα των δικών τους πολιτικών θεσμών.
Τα διδάγματα που αντλούσαν οι Ρωμαίοι από την εμπειρία της Αθήνας δεν υπαγορεύονταν απλώς από την επιθυμία να αποφύγουν τις αναταραχές που είχαν πλήξει αυτή την πόλη-κράτος. Η συγκρότηση μιας ιδιαίτερης ρωμαϊκής παραδόσεως και ενός ξεχωριστού τρόπου ζωής απαιτούσε να τίθεται υπό έλεγχο η επιρροή του παλαιότερου ελληνικού πολιτισμού. Στις εκτενείς συζητήσεις τους για τους Έλληνες, οι «Ρωμαίοι διακατέχονταν από έντονη ανησυχία σχετικά με το τι σήμαινε να είναι κανείς Ρωμαίος και όχι Έλληνας».³⁵
Το αξιοσημείωτο στη δύσκολη σχέση της Ρώμης με την ελληνική επιρροή ήταν ότι, παρά τις πολιτισμικές εντάσεις, επέλεξε εντούτοις να ενσωματώσει το ομηρικό παρελθόν στη δική της παράδοση.³⁶ Ενώ αποστασιοποιούνταν από τα «διεφθαρμένα» και «εκφυλισμένα» ήθη των μεταγενέστερων ελληνικών πόλεων-κρατών, η Ρώμη οικειοποιήθηκε την ηρωική ομηρική εποχή και την ενέταξε στον ιδρυτικό της μύθο. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να διεκδικεί την κληρονομιά του καλύτερου μέρους του ελληνικού παρελθόντος και ταυτόχρονα να υπερηφανεύεται ότι διέθετε πολιτική σοφία ανώτερη από εκείνη του ελληνικού κόσμου.
Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τον μύθο της καταγωγής τους από τον Αινεία και «μέσω του ιδρυτικού μύθου της Αινειάδας ο ρωμαϊκός λαός συνέδεσε τον εαυτό του με την ελληνική ιστορία».³⁷ Έτσι, η Ρώμη κατέληξε να παρουσιάζεται ως κληρονόμος της παρακαταθήκης του ελληνικού πολιτισμού. Στην Αινειάδα του Βιργιλίου, η ίδρυση της Ρώμης παρουσιάζεται ως η εκπλήρωση μιας προφητείας και, μέσω αυτής της πράξεως, «το πνεύμα των καλύτερων Ελλήνων προγόνων εξακολουθεί να ζει μέσω της αναγεννήσεώς του σε ιταλικό έδαφος».³⁸
Η συνειδητή συγκρότηση μιας αφηγήσεως για το παρελθόν της Ρώμης δημιούργησε ένα σημαντικό προηγούμενο για την ανάπτυξη της δυτικής πολιτικής σκέψεως. Οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν συστηματικά έναν πολιτικό πολιτισμό που θεμελίωνε την έννοια της αυθεντίας και της νομιμότητας πάνω στο παρελθόν. Επιδίωξαν ρητώς να εδραιώσουν μια ισχυρή αίσθηση παραδόσεως και συνέχειας. Πίστευαν ότι, μέσω της δημιουργίας και της διατηρήσεως μιας οργανικής συνέχειας ανάμεσα στις διαδοχικές γενιές, μια ισχυρή αίσθηση του παρελθόντος θα συνέβαλλε στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της σταθερότητας.
Αυτή η επίκληση της αυθεντίας του παρελθόντος, καθώς και των εθίμων και των παραδόσεών του, αποτελούσε μια συνειδητά επιδιωκόμενη προσπάθεια. Η επιβεβαίωση της συνέχειας, με τις συνδηλώσεις μιας ακμαίας και ζωντανής παραδόσεως, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης ρωμαϊκής ευαισθησίας απέναντι στο παρελθόν. Οι Ρωμαίοι έγραφαν διαρκώς για την ιστορία τους και ήταν συνειδητά αφοσιωμένοι στους προγόνους, στις παραδόσεις και στα έθιμά τους.³⁹
Η πολιτική ζωή της Ρώμης κυριαρχούνταν από το έθιμο και την παράδοση, και οι καθημερινές αποφάσεις διαμορφώνονταν συχνά από την άρρητη γνώση που διέθετε γι’ αυτά η πολιτική και πολιτισμική ελίτ. Η απουσία μιας συστηματικής παρουσιάσεως της θεωρίας της περί διακυβερνήσεως δεν σήμαινε ότι στερούνταν πολιτικής δεξιότητας. Η ρωμαϊκή πολιτική ζωή διέθετε εντυπωσιακή ικανότητα θεσμικής προσαρμογής και καινοτομίας.
Το ρωμαϊκό σύνταγμα —ή, ακριβέστερα, η ρωμαϊκή συνταγματική διάταξη— εξέφραζε μια ισχυρή αίσθηση συνέχειας με το παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα και έναν ανοικτό προσανατολισμό προς περαιτέρω ανάπτυξη στο μέλλον. Προσέφερε μια σύνθεση της παραδόσεως με την προθυμία προσαρμογής σε νέες εμπειρίες. Οι αξίες της καταγωγής, της διατηρήσεως και της συνέχειας αποτελούσαν βασικά σημεία αναφοράς για τη λειτουργία του συνταγματικού συστήματος. Ο Ρωμαίος φιλόσοφος Κικέρων υποστήριζε ότι η σύνδεση αυτών των αξιών με το σύνταγμα εξηγούσε την ανωτερότητά του έναντι άλλων. Παρατηρούσε ότι η μεταβίβαση των αρχαίων αξιών από τη μία γενιά στην άλλη συνέβαλλε στην εξήγηση της ιδιαίτερης μορφής της ρωμαϊκής διακυβερνήσεως. Μέσω αυτής της διαδικασίας συνεχών διαγενεακών μεταβιβάσεων, το σύνταγμα κατόρθωσε να εξελίσσεται αφομοιώνοντας νέες εμπειρίες. Ο Κικέρων δήλωνε ότι αυτό το σύνταγμα ήταν «ανώτερο από τα άλλα», επειδή «δεν είχε θεμελιωθεί μέσα στη διάρκεια μιας μόνον ανθρώπινης ζωής, αλλά μέσα από πολλές εποχές και γενιές». Για τις ρωμαϊκές ελίτ, η αρετή αυτής της διατάξεως συνίστατο στο ότι δεν στηριζόταν απλώς στην «ικανότητα ενός ανθρώπου», αλλά στην ικανότητα «πολλών» κατά τη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου. Παρατηρούσε ότι, εφόσον «καμία ομάδα ικανών ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν θα μπορούσε να διαθέτει επαρκή προνοητικότητα ώστε να λάβει υπόψη τα πάντα, ήταν αναγκαία η πρακτική εμπειρία μιας μακράς ιστορικής περιόδου».⁴⁰
Το λεγόμενο αρχαίο σύνταγμα της Ρώμης δεν πρέπει να νοηθεί ως νομικό έγγραφο ή ως κώδικας, αλλά ως σύνολο άτυπων κατευθυντήριων αρχών, θεμελιωμένων στο έθιμο και στο προηγούμενο και μεταβιβαζόμενων από τη μία γενιά στην άλλη. Η έλλειψη τυπικής μορφής διέθετε το πλεονέκτημα της προσαρμοστικότητας, επιτρέποντάς του να εξελίσσεται παράλληλα με τη μετάβαση της Ρώμης από πόλη-κράτος σε απέραντη αυτοκρατορία. Η έμφαση που έδιναν ο Κικέρων και άλλοι στη θεμελίωση ως ιερή στιγμή της συγκροτήσεως της κοινότητας υπαγορευόταν από την επίγνωση ότι μια συναίνεση γύρω από την κοινή καταγωγή και έναν κοινό τρόπο ζωής ήταν ουσιώδης, αν η πόλη επρόκειτο να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές εντάσεις και τις εξωτερικές πιέσεις που την απειλούσαν.
Από το 250 π.Χ. και εξής, μια σειρά μεγάλων εξωτερικών πολέμων και η αυτοκρατορική επέκταση μεταμόρφωσαν αμετάκλητα τον ρωμαϊκό κόσμο, κατά τρόπο που άρχισε να αποκαλύπτει την «αδυναμία ενός συστήματος διακυβερνήσεως που στηριζόταν στον σεβασμό προς την αυθεντία και στην προσήλωση στην παράδοση».⁴¹ Υπό τέτοιες συνθήκες, η παράδοση έπρεπε να καλλιεργείται και να συντηρείται.
Όπως παρατηρεί μια επισκόπηση αυτής της περιόδου, «η συνεχής επέκταση απαιτούσε μια βασική συναίνεση στο εσωτερικό».⁴² Γι’ αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι Ρωμαίοι δεν ήταν απλώς παραδοσιοκράτες, αλλά συνειδητά παραδοσιοκράτες. Η έμφαση του Κικέρωνος στη «θεμελίωση και διατήρηση» του κράτους αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να προσδοθεί ζωή στο έθιμο και στην παράδοση.⁴³ Μέσω αυτής της συγκροτήσεως μιας διαλεκτικής μεταξύ θεμελιώσεως και διατηρήσεως, η αφήγηση για τις απαρχές της Ρώμης λειτουργούσε ως πηγή επικυρώσεως των μεταγενέστερων γεγονότων. Η διατήρηση της παραδόσεως παρουσιαζόταν ως υποχρεωτικό καθήκον όλων. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε γενιά συνδεόταν με την προηγούμενη και, μέσω αυτής της διαδικασίας αλληλεπιδράσεως, με την ίδια τη θεμελίωση της πόλεως.
Για τον Κικέρωνα, το θεμέλιο της πίστεως —συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής πίστεως— ήταν η παράδοση. Ωστόσο, η θρησκεία δεν επικεντρωνόταν τόσο στους θεούς όσο στην επιβεβαίωση του παρελθόντος. Στη ρωμαϊκή περίπτωση, η θρησκεία «κυριολεκτικά σήμαινε religare: να είσαι δεμένος προς τα πίσω, υποχρεωμένος απέναντι στην τεράστια, σχεδόν υπεράνθρωπη και γι’ αυτό πάντοτε θρυλική προσπάθεια να τεθούν τα θεμέλια, να τοποθετηθεί ο ακρογωνιαίος λίθος, να ιδρυθεί κάτι για την αιωνιότητα».⁴⁴
Η πράξη της τιμήσεως του παρελθόντος είχε έναν σαφώς θρησκευτικό χαρακτήρα. Η ίδρυση της Ρώμης παρουσιαζόταν ως το αποκορύφωμα ιστορικών γεγονότων που δεν μπορούσαν ποτέ να επαναληφθούν. Ήταν ένα γεγονός που διέθετε αυθεντία και περιείχε μέσα του τη δύναμη να προσδίδει αυθεντία. Στους στοχασμούς της πάνω σε αυτή τη διαδικασία, η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt θεωρεί την πράξη της θεμελιώσεως ως την πηγή της αυθεντίας.
Η πράξη της θεμελιώσεως αντιπροσωπεύει μια μοναδική εμπειρία, την οποία η ρωμαϊκή παράδοση ανέπτυξε προκειμένου να προσδίδει αυθεντία στις πεποιθήσεις και στη συμπεριφορά.⁴⁵ Από αυτή την άποψη, η αυθεντία σήμαινε «κατά βάση τη σοφία των προγόνων, το mos maiorum, με τη μορφή της αναγκαιότητας της θρησκευτικής πίστεως για την αλληλεγγύη, την πίστη, τη συνεργασία και τη δυναμικότητα των πολιτών».⁴⁶
Η Ρώμη ασφαλώς δεν ήταν η μόνη κοινωνία που τιμούσε το παρελθόν της και έπαιρνε σοβαρά τον ιδρυτικό της μύθο και τις παραδόσεις της. Ωστόσο, προχώρησε περισσότερο από τις περισσότερες κοινωνίες της αρχαιότητας ως προς την καλλιέργεια του παρελθόντος και, πράγματι, ως προς την πολιτικοποίηση της παραδόσεως. Πολυάριθμες περιγραφές των αρχαίων χρόνων κάνουν λόγο για την ισχυρή παραδοσιοκρατική συνείδηση της Ρώμης και για την καχυποψία της απέναντι στην καινοτομία. Εκείνο όμως που παρουσιάζει ενδιαφέρον στη Ρώμη δεν ήταν ο άκαμπτος συντηρητισμός της, αλλά η κατανόηση ότι η παράδοση έπρεπε να καλλιεργείται και να ανασυγκροτείται με δημιουργικό τρόπο. Η ιστορικός Harriet Flower έγραψε ότι «η αίσθηση ενός κοινού συνόλου αξιών καλλιεργήθηκε για ένα εκπληκτικά μεγάλο χρονικό διάστημα», παρά τις αναταραχές που γνώρισε η Δημοκρατία.⁴⁷
Για τους Ρωμαίους, η διάκριση που χάραζαν ανάμεσα στη δική τους κοινωνία και σε εκείνη της Αθήνας υπαγορευόταν από πραγματιστικές μέριμνες. Ο στοχασμός τους δεν διέθετε το βάθος εκείνου των ουμανιστών της Αναγεννήσεως, των οποίων η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψεως οδήγησε σε μια σημαντική εννοιολογική αποσαφήνιση του νοήματος του παρελθόντος. Ο Lowenthal επισήμανε ότι «μόνο τον 14ο αιώνα, με τον Πετράρχη», «οι συγκριτικές αρετές του παλαιού και του νέου γίνονται μείζον ζήτημα, πρώτα στην Ιταλία και κατόπιν στη Γαλλία και στην Αγγλία».⁴⁸ Κατά την εποχή αυτή, διαφορετικές ιστορικές περίοδοι αξιολογούνταν, συγκρίνονταν και υποβάλλονταν σε κριτική. Αυτοί οι στοχασμοί πάνω στο παρελθόν τροφοδότησαν ζωηρές συζητήσεις σχετικά με τα πλεονεκτήματα της αρχαιότητας και των νεότερων χρόνων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Αναγέννηση υπήρξε η πρώτη εποχή κατά την οποία κορυφαίοι στοχαστές θεωρούσαν συνειδητά τους εαυτούς τους νεότερους και πίστευαν ότι διέθεταν επιτεύγματα ανώτερα από εκείνα των άμεσων προγόνων τους κατά τους πρόσφατους «Σκοτεινούς Αιώνες».
Η γοητεία που ασκούσε η αυθεντία του παρελθόντος στους ανθρώπους του δυτικού κόσμου εξασφάλισε ότι οι νέες ιδέες σχετικά με την ανωτερότητα της νεότερης σκέψεως δεν εισήλθαν αμέσως στο κύριο ρεύμα της κοινωνίας. Θα χρειάζονταν αρκετοί ακόμη αιώνες προτού η ανακάλυψη του παρελθόντος από την Αναγέννηση και η ποιοτική διαφορά του από τη νεωτερικότητα εισέλθουν στη λαϊκή συνείδηση της δυτικής κοινωνίας. Ο Lowenthal έχει υποστηρίξει ότι μέχρι τον 19ο αιώνα το ιστορικό παρελθόν γινόταν γενικά αντιληπτό ως κάτι πολύ παρόμοιο με το παρόν. Προσθέτει:
«Ασφαλώς, η ιστορία κατέγραφε μεγάλες μεταβολές στη ζωή και στο τοπίο, κέρδη και απώλειες, αλλά υποτίθεται ότι η ανθρώπινη φύση παρέμενε σταθερή, ενώ τα γεγονότα κινούνταν από αμετάβλητα πάθη και προκαταλήψεις. Ακόμη και όταν εξευγενιζόταν μέσω της νοσταλγίας ή υποτιμούνταν από τους οπαδούς της προόδου, το παρελθόν δεν έμοιαζε με ξένη χώρα αλλά με μέρος της δικής τους. Και οι χρονικογράφοι παρουσίαζαν τις περασμένες εποχές με μια αμεσότητα και οικειότητα που αντανακλούσε αυτή την υποτιθέμενη ομοιότητα».⁴⁹
Ένας λόγος για τον οποίο το παρελθόν εξακολουθούσε να ασκεί τόσο ισχυρή επιρροή στη δημόσια φαντασία ήταν ότι συνέχιζε να γίνεται αντιληπτό ως πηγή γνώσεως και αυθεντίας. «Οι άνθρωποι πάντοτε εγκωμιάζουν τους παλαιούς καιρούς και κατηγορούν το παρόν», έγραφε ο πολιτικός στοχαστής της Αναγεννήσεως Μακιαβέλλι στις παρατηρήσεις του στους Λόγους πάνω στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λιβίου.⁵⁰ Ο Μακιαβέλλι, ο πατέρας της νεότερης πολιτικής φιλοσοφίας, θεωρούσε παρ’ όλα αυτά το παρελθόν ως πηγή τόσο εμπνεύσεως όσο και αυθεντίας. Από την πλευρά του, παρά την εχθρότητά του προς τη μεσαιωνική κοινωνία, ο ουμανισμός της Αναγεννήσεως τιμούσε βαθιά το αρχαίο και το παραδοσιακό.
Historia magistra vitae — Η ιστορία ως διδάσκαλος της ζωής
ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ. Η ΠΑΓΙΔΑ ΚΑΙ Η ΤΡΟΧΟΠΕΔΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΥΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΑΠΛΩΣ ΤΟΝ ΡΩΜΑΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙΤΑΙ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΡΝΕΙΤΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ. ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΒΑΣΙΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΑΛΛΑ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΑΝ ΣΩΜΑ ΑΓΙΩΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΟΦΙΑ, Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΛΗΡΟ. ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΑΛΕΝΤΑ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΑΛΛΑ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ
Η ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΕ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ.
ΑΝΑΚΗΡΥΞΑΜΕ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΜΟΝΟ ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΙΖΟΝΤΕΣ ΕΥΝΟΗΘΗΚΑΝ ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ.
Ο ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ.
Πρὸς Κορινθίους Βʹ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα..
Βʹ Κορ. 9:12 – 15; 10:1 – 4
Ἀδελφοί, ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ· — διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας, καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν, ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ὑμῖν. χάρις δὲ τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ. Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαρρῶ εἰς ὑμᾶς· δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαρρῆσαι τῇ πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας. Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα· τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· — λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή. Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε! εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.
Σημειώσεις:
33 Marius (1985), σ. 65.
34 Roberts (1994), σ. 98.
35 Ό.π., σ. 177.
36 Η παρούσα συζήτηση για την παράδοση βασίζεται στη μελέτη μου για την ιστορία της αυθεντίας (βλ. Furedi 2013).
37 Arendt (2005), σ. 48.
38 Arendt (2006), σ. 99.
39 Rawson (1985), σ. 322.
40 Cicero (2008), Βιβλίο 1, 70, σ. 68 και Βιβλίο 2, 2, σ. 35.
41 Shotter (2005), σ. 10.
42 Flower (2004), σ. 9.
43 Cicero (2008), Βιβλίο 2, 65, σ. 56.
44 Arendt (2006), σ. 99.
45 Βλ. ό.π., κεφάλαιο 5.
46 Wood (1988), σ. 60.
47 Flower (2004), σ. 9.
48 Lowenthal (2015 [1985]), σ. 16.
49 Ό.π., σ. 4.
50 https://www.marxists.org/reference/archive/machiavelli/works/discourses/ch02.htm#:~:text=Men%20ever%20praise%20the%20olden,have%20seen%20in%20their%20youth.
34 Roberts (1994), σ. 98.
35 Ό.π., σ. 177.
36 Η παρούσα συζήτηση για την παράδοση βασίζεται στη μελέτη μου για την ιστορία της αυθεντίας (βλ. Furedi 2013).
37 Arendt (2005), σ. 48.
38 Arendt (2006), σ. 99.
39 Rawson (1985), σ. 322.
40 Cicero (2008), Βιβλίο 1, 70, σ. 68 και Βιβλίο 2, 2, σ. 35.
41 Shotter (2005), σ. 10.
42 Flower (2004), σ. 9.
43 Cicero (2008), Βιβλίο 2, 65, σ. 56.
44 Arendt (2006), σ. 99.
45 Βλ. ό.π., κεφάλαιο 5.
46 Wood (1988), σ. 60.
47 Flower (2004), σ. 9.
48 Lowenthal (2015 [1985]), σ. 16.
49 Ό.π., σ. 4.
50 https://www.marxists.org/reference/archive/machiavelli/works/discourses/ch02.htm#:~:text=Men%20ever%20praise%20the%20olden,have%20seen%20in%20their%20youth.
1 σχόλιο:
Πρὸς Κορινθίους Βʹ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ἀνάγνωσμα..
Βʹ Κορ. 9:12 – 15; 10:1 – 4
Ἀδελφοί, ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ· — διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας, καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν, ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ὑμῖν. χάρις δὲ τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ. Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαρρῶ εἰς ὑμᾶς· δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαρρῆσαι τῇ πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας. Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα· τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· — λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή. Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε! εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.
Δημοσίευση σχολίου