Συνέχεια από: Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026
Posterazzi
Το μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας και της Αγίας Φελιτσιτάτης στο Ρωμαϊκό Κολοσσαίο, ξυλογραφία από το βιβλίο του John Foxe, Book Of Martyrs, New York, 1832. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος.[Ο ΑΓΙΟΣ ΔΈΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ, ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ. Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΚΟΥΣΙΑ, ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ]
Ι. Όνειρα της Περπέτουας, της Ισμήνης και του Ισμηνία: Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο και η χριστιανορθόδοξη ταυτότητα
Το μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας και της Αγίας Φελιτσιτάτης στο Ρωμαϊκό Κολοσσαίο, ξυλογραφία από το βιβλίο του John Foxe, Book Of Martyrs, New York, 1832. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος.[Ο ΑΓΙΟΣ ΔΈΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ, ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ. Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΚΟΥΣΙΑ, ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ]
Ι. Όνειρα της Περπέτουας, της Ισμήνης και του Ισμηνία: Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο και η χριστιανορθόδοξη ταυτότητα
Το πρώτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων εστιάζει στην ύστερη αρχαιότητα μέχρι την πρώτη περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλαδή από τον 2ο αιώνα μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. Ο Ράμφος αναλύει τόσο χριστιανικά όσο και ελληνικά κείμενα, όπου στα πρώτα ανήκουν το ημερολόγιο της Περπέτουας, όνειρα του Γρηγορίου Νύσσης, του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, του Ευάγριου Ποντικού, η Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα, τα Ανέκδοτα του Προκοπίου και ο βίος της αγίας Θέκλας, ενώ στα δεύτερα, τα Αιθιοπικά, που περιλαμβάνουν τα επινοημένα όνειρα του Ηλιόδωρου. Στα όνειρα της αγίας Περπέτουας, Ρωμαίας ανήκουσας στην τάξη των ευγενών η οποία μαρτύρησε το 203 μ.Χ., ο Ράμφος διακρίνει τον σχηματισμό της χριστιανικής ταυτότητας που θα αντικαταστήσει την ελληνορωμαϊκή. Η πρώτη αποδεικνύεται καταλληλότερη να καταλαγιάσει τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες μιας ατομικότητας που χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα και την αναζήτηση πνευματικότητας σ’ έναν υλιστικό κόσμο έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Υποδειγματική ενσάρκωση αυτής της νέας ταυτότητας είναι ο μάρτυρας και, ακολούθως, ο άγιος, με αμφότερους να υπερβαίνουν την αβέβαιη κοινωνική πραγματικότητα, στρεφόμενοι προς τον εαυτό και συγχρόνως στον Θεό. Χάρη στην πίστη που οδηγεί στο μαρτύριο και στην αυτοθυσία, η χριστιανική ταυτότητα διεκδικεί την υπεροχή της έναντι της ελληνορωμαϊκής, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια διαφορετική στάση προς τον χρόνο, καθώς προκρίνει το αιώνιο έναντι του παρόντος. «Μ’ άλλα λόγια το επικείμενο μαρτύριο της Περπέτουας και κάθε πιστού συνέδεε ριζικά τον χριστιανισμό της αρχικής περιόδου με ένα ιδανικό του Εγώ, το οποίο έκανε την ελπίδα του μέλλοντος ισχυρότερη από την αίσθηση του παρόντος, αναβάπτιζε για την χριστιανική συνείδηση το παρόν στο αιώνιο, συνέβαλλε δε, προϊόντος του χρόνου, το αιώνιο να στραφεί εναντίον του παρόντος, η πίστη να ατροφήσει ως άμεσο βίωμα και να λάβει μορφή πεποιθήσεως, με υπέρογκες συνέπειες για την πνευματική ζωή και την ιστορία της ανθρωπότητας» (σ. 44)[ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΕΓΩ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΦΙΧΤΕ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΖΗΜΙΩΝΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΡΕΥΝΗΤΗ]
Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο, η οποία καθορίζει τη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα, δεν κλονίζεται ούτε από τον έρωτα, ο οποίος «έχει έναν μη φυσικό δικό του χρόνο, διαφορετικό από του εικοσιτετραώρου ή των πολλαπλασίων του. Ο ερωτευμένος παίρνει τα είδωλα της ψυχής του για αληθινά και κανένα νερό δεν σβήνει την φωτιά τους. Ο έρωτας τον κάνει άλλο άνθρωπο: Διψάει για το απόλυτο και αιώνιο στον χρόνο όπου ο ίδιος βρίσκεται, ενώ τούτος ο χρόνος ακριβώς γίνεται το δοκιμαστήριο του έρωτα. Αυτό είναι που τον κάνει τυραννικό. Διεκδικεί το όλον, το απόλυτο× δεν ενδιαφέρεται για το επιμέρους και το σχετικό. Νύχτα και μέρα και χρόνος με τις ανάγκες του γι’ αυτόν τον βασιλέα Έρωτα δεν υπάρχει: Ή όλα ή τίποτα!» (σ. 358).[Η ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ ΗΤΑΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ.ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ 100 ΜΕΤΡΩΝ ΜΕΤ'ΕΜΠΟΔΙΩΝ. ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ .....] Στο δεύτερο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, το οποίο επικεντρώνεται στην περίοδο ακμής του Βυζαντίου μέχρι την άλωσή του, ο Ράμφος, έχοντας εξετάσει όνειρα του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος, του Ρωμανού Β΄, του Άγιου Ανδρέα του Σαλού και επιτάφια όνειρα του Μιχαήλ Ψελλού διαυγάζει τον έρωτα σε μια εποχή συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας, στρέφοντας την προσοχή του στο μυθιστόρημα Το κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράμα του Ευσταθίου Μακρεμβολίτου. Γραμμένο το 1180, μετά την άνθηση του βυζαντινού ανθρωπισμού και δυο δεκαετίες πριν από την άλωση της Πόλης, περιγράφει τον έρωτα της Υσμίνης και του Υσμινία, που καρποφορεί αφού δοκιμαστεί σε περιπέτειες. Ο Ράμφος θεωρεί ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας λόγω της συρρίκνωσής της, ένα αίσθημα μειονεξίας προς τη Δύση και μια διαφαινόμενη ατομικότητα αποτελούν παράγοντες που συνεισέφεραν στην επανεμφάνιση λογοτεχνικών ειδών όπως το μυθιστόρημα ή η σάτιρα. Καθώς οι Κομνηνοί επιχειρούν μια διστακτική προσέγγιση με τη Δύση, η ελληνική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα ενδυναμώνει την ελληνική διάσταση της χριστιανορθόδοξης ταυτότητας, αντισταθμίζοντας την αγωνία, τη σύγχυση και τη μελαγχολία των Βυζαντινών. Παρά την πρόσκαιρη άνθιση του μυθιστορήματος, το ορθόδοξο στοιχείο θα επικρατήσει τελικά. Έτσι, «όσο έφευγαν τα χρόνια τόσο το αιώνιο υπνώτιζε τις συνειδήσεις, τόσο πιο επίμονη η ανάγκη καταφυγής στο παραμύθι και στο παρελθόν, ως ανασφαλής αντίδραση στην ιστορική μεταβολή. "Παραμύθι" ονομάζω μια παρηγορητική σκηνοθεσία η οποία ενεργοποιεί την νοσταλγία για να πολεμήσει την κατάθλιψη που προκαλεί ο εγκλεισμός των ανθρώπων σε διατεταγμένα αισθήματα, η ηττημένη επιθυμία τους για διέξοδο σε προσωπικότερά τους συναισθήματα. Αυτή την ήττα συγκαλύπτει η νοσταλγία» (σ. 348).
Το κατά Ράμφον «παραμύθι» δεν αποδυναμώνεται από τη ζωογόνο ισχύ του έρωτα, ενός προσφιλούς θέματος του βυζαντινού μυθιστορήματος. Συγκριτικά με τα ιπποτικά μυθιστορήματα της Δύσης, ο βυζαντινός πρωταγωνιστής δεν διακινδυνεύει τη ζωή του, ωριμάζοντας τοιουτοτρόπως ύστερα από μια σειρά εσωτερικών διεργασιών. Για τον Ράμφο, το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του βυζαντινού μυθιστορήματος είναι σχηματικοί και, κυρίως, στατικοί, αντανακλά τη στασιμότητα, αλλά επίσης τη δημιουργική στειρότητα της βυζαντινής κοινωνίας λόγω της επικράτησης μιας χριστιανορθόδοξης ταυτότητας που ανέδειξε τον ανθρωπότυπο του άγιου ως παραδειγματικό, προκρίνοντας τον θείο έρωτα έναντι του κοσμικού. «Όταν θέλεις μόνο αγίους κυνηγάς μια τελειότητα αμετάστατη και όταν θέλεις να κατανικήσεις το ερωτικό παλεύεις εναντίον της πραγματικότητος. Αυτή ακριβώς η αδιαφορία για την ανθρώπινη ωρίμανση αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους ανεξέλικτους χαρακτήρες των βυζαντινών μυθιστορημάτων, εν αντιθέσει προς το εσπέριο ενδιαφέρον για την υποκειμενικότητα, που πάει -το είδαμε- με νίκη επάνω στον θάνατο και η αποδοχή του ερωτικού πάθους το οποίο κοιτάζει μπροστά, ενώ η νοσταλγία έχει την επιθυμία της πίσω» (σ. 349).
Υπ' αυτό το πρίσμα, ο Ράμφος συζητά τα πέντε όνειρα του Κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράματος ως έκφραση μιας διαφορετικής, δυτικότερης εξατομίκευσης. Οι πρωταγωνιστές αγωνίζονται ενάντια στην τύχη με ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να παραδίδονται ούτε στην ανάγκη του παρόντος ούτε στην αναπόληση του παρελθόντος. Ο Ράμφος εικάζει ότι αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τη φαντασία που χαρακτηρίζει το έργο, η οποία είναι στιγματισμένη στη χριστιανορθόδοξη παράδοση, κατέστησαν το έργο δημοφιλές στη Δύση τον 18ο αιώνα. Ωστόσο αυτή η εναλλακτική προς τη χριστιανορθόδοξη ατομικότητα δεν άνθισε έτσι· «στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν έγινε κανένα αξιοσημείωτο βήμα πέρα της "φυσικής" πνευματικότητας που έφερε μαζί της η κλασική κληρονομιά και που η θρησκεία ενδιαφερόταν να "εξανθρωπίσει" με κατ’ εξοχήν μέσο το μυστηριακό τελετουργικό, διότι αντιστάθμισμα στην ακινησία της προσευχής ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ο κύκλος της λατρείας. Αυτός δίνει πάντοτε κύρος συμβόλου στον μύθο, αυτός αφαιρεί από την ζωή του πολιτισμού της αγιότητας την ψυχολογία και την εσωτερικότητα, για να τις αντικαταστήσει με αποπετρωμένα στερεότυπα, ασάλευτες τελειότητες που ματαιώνουν κάθε έγνοια για κίνηση προς το αλλιώς» (σ. 349).[ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΑΝΕΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ]
Η χριστιανική εσχατολογική στάση προς τον χρόνο, η οποία καθορίζει τη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα, δεν κλονίζεται ούτε από τον έρωτα, ο οποίος «έχει έναν μη φυσικό δικό του χρόνο, διαφορετικό από του εικοσιτετραώρου ή των πολλαπλασίων του. Ο ερωτευμένος παίρνει τα είδωλα της ψυχής του για αληθινά και κανένα νερό δεν σβήνει την φωτιά τους. Ο έρωτας τον κάνει άλλο άνθρωπο: Διψάει για το απόλυτο και αιώνιο στον χρόνο όπου ο ίδιος βρίσκεται, ενώ τούτος ο χρόνος ακριβώς γίνεται το δοκιμαστήριο του έρωτα. Αυτό είναι που τον κάνει τυραννικό. Διεκδικεί το όλον, το απόλυτο× δεν ενδιαφέρεται για το επιμέρους και το σχετικό. Νύχτα και μέρα και χρόνος με τις ανάγκες του γι’ αυτόν τον βασιλέα Έρωτα δεν υπάρχει: Ή όλα ή τίποτα!» (σ. 358).[Η ΠΕΡΠΕΤΟΥΑ ΗΤΑΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ.ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ 100 ΜΕΤΡΩΝ ΜΕΤ'ΕΜΠΟΔΙΩΝ. ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ .....] Στο δεύτερο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, το οποίο επικεντρώνεται στην περίοδο ακμής του Βυζαντίου μέχρι την άλωσή του, ο Ράμφος, έχοντας εξετάσει όνειρα του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος, του Ρωμανού Β΄, του Άγιου Ανδρέα του Σαλού και επιτάφια όνειρα του Μιχαήλ Ψελλού διαυγάζει τον έρωτα σε μια εποχή συρρίκνωσης της αυτοκρατορίας, στρέφοντας την προσοχή του στο μυθιστόρημα Το κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράμα του Ευσταθίου Μακρεμβολίτου. Γραμμένο το 1180, μετά την άνθηση του βυζαντινού ανθρωπισμού και δυο δεκαετίες πριν από την άλωση της Πόλης, περιγράφει τον έρωτα της Υσμίνης και του Υσμινία, που καρποφορεί αφού δοκιμαστεί σε περιπέτειες. Ο Ράμφος θεωρεί ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας λόγω της συρρίκνωσής της, ένα αίσθημα μειονεξίας προς τη Δύση και μια διαφαινόμενη ατομικότητα αποτελούν παράγοντες που συνεισέφεραν στην επανεμφάνιση λογοτεχνικών ειδών όπως το μυθιστόρημα ή η σάτιρα. Καθώς οι Κομνηνοί επιχειρούν μια διστακτική προσέγγιση με τη Δύση, η ελληνική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα ενδυναμώνει την ελληνική διάσταση της χριστιανορθόδοξης ταυτότητας, αντισταθμίζοντας την αγωνία, τη σύγχυση και τη μελαγχολία των Βυζαντινών. Παρά την πρόσκαιρη άνθιση του μυθιστορήματος, το ορθόδοξο στοιχείο θα επικρατήσει τελικά. Έτσι, «όσο έφευγαν τα χρόνια τόσο το αιώνιο υπνώτιζε τις συνειδήσεις, τόσο πιο επίμονη η ανάγκη καταφυγής στο παραμύθι και στο παρελθόν, ως ανασφαλής αντίδραση στην ιστορική μεταβολή. "Παραμύθι" ονομάζω μια παρηγορητική σκηνοθεσία η οποία ενεργοποιεί την νοσταλγία για να πολεμήσει την κατάθλιψη που προκαλεί ο εγκλεισμός των ανθρώπων σε διατεταγμένα αισθήματα, η ηττημένη επιθυμία τους για διέξοδο σε προσωπικότερά τους συναισθήματα. Αυτή την ήττα συγκαλύπτει η νοσταλγία» (σ. 348).
Το κατά Ράμφον «παραμύθι» δεν αποδυναμώνεται από τη ζωογόνο ισχύ του έρωτα, ενός προσφιλούς θέματος του βυζαντινού μυθιστορήματος. Συγκριτικά με τα ιπποτικά μυθιστορήματα της Δύσης, ο βυζαντινός πρωταγωνιστής δεν διακινδυνεύει τη ζωή του, ωριμάζοντας τοιουτοτρόπως ύστερα από μια σειρά εσωτερικών διεργασιών. Για τον Ράμφο, το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του βυζαντινού μυθιστορήματος είναι σχηματικοί και, κυρίως, στατικοί, αντανακλά τη στασιμότητα, αλλά επίσης τη δημιουργική στειρότητα της βυζαντινής κοινωνίας λόγω της επικράτησης μιας χριστιανορθόδοξης ταυτότητας που ανέδειξε τον ανθρωπότυπο του άγιου ως παραδειγματικό, προκρίνοντας τον θείο έρωτα έναντι του κοσμικού. «Όταν θέλεις μόνο αγίους κυνηγάς μια τελειότητα αμετάστατη και όταν θέλεις να κατανικήσεις το ερωτικό παλεύεις εναντίον της πραγματικότητος. Αυτή ακριβώς η αδιαφορία για την ανθρώπινη ωρίμανση αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους ανεξέλικτους χαρακτήρες των βυζαντινών μυθιστορημάτων, εν αντιθέσει προς το εσπέριο ενδιαφέρον για την υποκειμενικότητα, που πάει -το είδαμε- με νίκη επάνω στον θάνατο και η αποδοχή του ερωτικού πάθους το οποίο κοιτάζει μπροστά, ενώ η νοσταλγία έχει την επιθυμία της πίσω» (σ. 349).
Υπ' αυτό το πρίσμα, ο Ράμφος συζητά τα πέντε όνειρα του Κατά Υσμίνην και Υσμινίαν δράματος ως έκφραση μιας διαφορετικής, δυτικότερης εξατομίκευσης. Οι πρωταγωνιστές αγωνίζονται ενάντια στην τύχη με ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να παραδίδονται ούτε στην ανάγκη του παρόντος ούτε στην αναπόληση του παρελθόντος. Ο Ράμφος εικάζει ότι αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τη φαντασία που χαρακτηρίζει το έργο, η οποία είναι στιγματισμένη στη χριστιανορθόδοξη παράδοση, κατέστησαν το έργο δημοφιλές στη Δύση τον 18ο αιώνα. Ωστόσο αυτή η εναλλακτική προς τη χριστιανορθόδοξη ατομικότητα δεν άνθισε έτσι· «στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν έγινε κανένα αξιοσημείωτο βήμα πέρα της "φυσικής" πνευματικότητας που έφερε μαζί της η κλασική κληρονομιά και που η θρησκεία ενδιαφερόταν να "εξανθρωπίσει" με κατ’ εξοχήν μέσο το μυστηριακό τελετουργικό, διότι αντιστάθμισμα στην ακινησία της προσευχής ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ο κύκλος της λατρείας. Αυτός δίνει πάντοτε κύρος συμβόλου στον μύθο, αυτός αφαιρεί από την ζωή του πολιτισμού της αγιότητας την ψυχολογία και την εσωτερικότητα, για να τις αντικαταστήσει με αποπετρωμένα στερεότυπα, ασάλευτες τελειότητες που ματαιώνουν κάθε έγνοια για κίνηση προς το αλλιώς» (σ. 349).[ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΑΝΕΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ]
ΙΙ. Αναμένοντας τον μαρμαρωμένο βασιλιά: Από τη χριστιανορθόδοξη στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα
Ο στατικός χρόνος του Βυζαντίου εκρήγνυται με την πτώση της αυτοκρατορίας και την άλωση της Πόλης, η οποία προκαλεί τεκτονικές αναταράξεις στην ψυχική ζωή των Ελλήνων.[ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ] Στο τρίτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, ο Ράμφος αναλύει τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σπέρμα της εθνικής ταυτότητας. Πιστεύει ότι μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση του θρύλου, ο οποίος λειτούργησε αρχικά παρηγορητικά, εν συνεχεία ελπιδοφόρα και, ακολούθως, εμπνέοντας τη Μεγάλη Ιδέα, με επίγνωση των ιστορικών συνεπειών του, επιτρέπει μια ουσιαστικότερη κατανόηση του αγώνα της ανεξαρτησίας και όσων ακολούθησαν. «Να εκκινήσουμε από το βαρύ ερώτημα εάν κερδίσαμε κάτι, και τι, από την εθνική μας παλιγγενεσία× αν διδαχθήκαμε από τα επιτεύγματα και τα παθήματά μας και αν αυτό υποκρύπτεται στην ενδοχώρα των παραδόσεών μας. Εάν δηλαδή καταλάβαμε πως ο αγώνας για την ανεξαρτησία δεν ήταν οπωσδήποτε και για την ελευθερία. Η παρεξήγησή της ελευθερίας έφερε δεινά× η εμβάθυνσή της θα γονιμοποιήσει την ανεξαρτησία» (σ. 392).
Ο Ράμφος διαβάζει τον θρύλο ως μεσσιανική προσδοκία παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Το νεοελληνικό υποκείμενο παραμένει δέσμιο στη βυζαντινή χρονικότητα καρτερώντας το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την εθνική λύτρωση και αναγέννηση. Έτσι το μέλλον βιώνεται αποκλειστικά ως νοσταλγία ενός ενδόξου παρελθόντος που θα επανέλθει. Η ριζική αλλαγή δεν εξαρτάται από το ίδιο, διότι «την συνδέει με το πρόσωπο ενός βασιλέως "χριστού" του Θεού, εγγυητή της εθνικής ακεραιότητας και της κοινωνικής αρμονίας» (σ. 394). Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αποφεύγει, όπως οι πρωταγωνιστές των βυζαντινών μυθιστορημάτων, με υπερφυσικό τρόπο τον θάνατο. Κατόπιν παρεμβάσεως του αγγέλου που θα λειτουργήσει ως από μηχανής θεός σταματώντας το χρόνο, θα μαρμαρώσει, προκειμένου να επανέλθει. Έκτοτε, στο νεοελληνικό κοινωνικό φαντασιακό το παρελθόν ανάγεται σε κυρίαρχο χρόνο, εγκλωβίζοντας εντός του την ιστορία και αποξηραίνοντας νοηματικά το μέλλον με κρίσιμες συνέπειες. «Το εθνικό μας πρόβλημα ανάγεται επιγραμματικά σε μια παραλυτική σχέση με το παρόν και την διαχείρισή του, σχέση με οδυνηρές ψυχοπαθολογικές και πολιτισμικές προεκτάσεις» (σ. 521).
Στο ατομικό επίπεδο, «το εγώ που διεκδικεί αχρονικά τον εαυτό του στο παρόν παραμένει ατροφικό και ασφυκτιά ανενέργητο» (σ. 416), αδυνατώντας ν’ αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του και της ιστορίας. Στο συλλογικό επίπεδο, αυτό έχει συνέπεια «η νεοελληνική κοινωνία ως σύνολο και στην πλειονότητά τους τα άτομα που την αποτελούν να μην σκέπτονται –άρα να μην εσωτερικεύουν– καταστάσεις και γεγονότα, επιβαρύνοντας ήδη προβληματικές νοοτροπίες και συμπεριφορές όπως η αδιαφορία, η κοντή μνήμη, η διανοητική αναρχία με εκκωφαντική απουσία προβλέψεως, οργανώσεως και προγραμματισμού. Η δύναμη της συνήθειας εξουδετερώνει την πνευματική ενέργεια» (σ. 409). Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου ως αναλλοίωτο απείκασμα αιωνιότητας διαμορφώνει πυρηνικά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα, έτσι ώστε το άτομο «να διεκδικεί ελευθερίες κυρίως εξωτερικών αναγνωρίσεων και ανέσεων και πολύ λίγο ελευθερία εσωτερική, όπως την περιέγραψε ο Σολωμός, χωρίς η τελευταία τούτη ν’ αποκλείεται απολύτως. Εξ ου και αποφεύγουμε τις παραγωγικές ενέργειες αλληθωρίζοντας μόνιμα προς την καθιστική βολή. Η δημιουργική στάση θέλει τους ανθρώπους αυτοδύναμους και τολμηρούς· στην υπαλληλία διοχετεύουμε παραλλαγές ενστίκτων παθητικότητας που ευκαιρίας δοθείσης εκδηλώνονται τυραννικά» (σ. 399).
Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν είναι ένας τραγικός, αλλά, όπως ορθά δείχνει ο Ράμφος, ένας μεσσιανικός ήρωας, που υπόσχεται λύτρωση. Αν ο τραγικός ήρωας εμπνέει στους πολίτες τη φρόνηση κατευθύνοντάς τους προς την αρετή, τότε ο μεσσιανικός οδηγεί τους πιστούς στην προσευχή καθοδηγώντας τους προς την αγιότητα. «Ίσως έτσι να εξηγείται ο πτωχαλαζονικός μας εγωισμός, η αλλεργία στην πειθαρχημένη προσπάθεια, αμεριμνησία για τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών μας. Πίσω από την φυσική ταυτότητα και τον πάτριο ατομισμό τρέχουν συναισθήματα που ενδιαφέρει να γνωρίζουμε για την πληρέστερη εικόνα της ψυχικής ζωής του λαού μας. Η παραδοσιακή τούτη φυσικότητα θέλει "δικό μας άλλο" τον οικείο και όχι τρίτους, αντιμετωπίζει δε εκτός των δεσμών αίματος, τόπου είτε ειδικού συμφέροντος ως "ξένο" και "ανοίκειο", με συμπαρομαρτούντα την αδιαφορία γι’ αυτόν έως εχθρότητα και οπωσδήποτε την δυσπιστία, ψυχολογική προϋπόθεση κάθε διαιρέσεως» (σ. 399). Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν εμπνέει την αναστοχαστικότητα, αλλά την ενατένιση· έτσι, στο νεοελληνικό φαντασιακό προκρίνεται το αιώνιο έναντι του νέου, δηλαδή της ριζικής δημιουργίας, υποθηκεύοντας τη δημιουργία ιστορικής συνείδησης. «Αντί αυτής επεβίωσε κυριαρχικά μαζί με τον μαρμαρωμένο βασιλιά το βυζαντινό παρελθόν, ορθώνοντας εμπόδια στο πνεύμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον οποίο δεξιώθηκε αμφιθυμικά στα παραδοσιακά κοινωνικά πλαίσια χωρίς ειλικρινή διάθεση να προχωρήσει σε δημιουργική σύνθεση. Βυζαντινό παρελθόν και νεοελληνικό παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ανταγωνιστικά στις ψυχές και τους θεσμούς μέχρι σήμερα» (σ. 413). Ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σημαντικό συστατικό της ελληνορθόδοξης ταυτότητας από τη μια ενέτεινε τη σύγχυση ανεξαρτησίας και ελευθερίας αποδυναμώνοντας τη δημιουργία μιας ισχυρής ατομικότητας, ενώ από την άλλη «ετοιμάζει τον δρόμο για πιο εσωτερικευμένη έκφραση της ανάγκης ελευθερίας» (σ. 417). Δίχως αυτή, δεν είναι εφικτός ένας κοινωνικός βίος με αίσθημα καθήκοντος και ευθύνης, καθώς αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή ατομικότητα η οποία δεν ενδίδει στην εγωιστική συμπεριφορά. «Ποια ήταν η επίδραση του Μαρμαρωμένου βασιλιά στο συλλογικό εγώ των Ελλήνων που ζούσαν με τον θρύλο του; Θα την χαρακτήριζα διττή και αντιφατική. Τόνωνε μεν την ψυχική τους διάθεση να αντιπαραχθούν στην υλική δύναμη του σουλτάνου, αλλά στην θέση της εξουσίας του τοποθετούσε τις φθαρμένες εικόνες και ιεραρχίες από το παρελθόν. Ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς λειτουργούσε προστατευτικά ως πατρική αυθεντία απέναντι στο παιδικό Εγώ τους τόσο στην περίοδο της τουρκοκρατίας όσο και κατοπινά. Εν τέλει, συνδυάσθηκε με την ελπίδα σωτηρίας διά παλινορθώσεως του παρελθόντος, όχι με δίψα για αλλαγή και προκοπή» (σ. 414-415).
Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική θεώρηση του χρόνου δεν εκφράζεται μόνο στο μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Από αυτήν πηγάζει επίσης η αμφιθυμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την Ελληνική Επανάσταση. Για τον Ράμφο, η Εκκλησία, στη βάση της μεσσιανικής θεώρησης του χρόνου, προάγει έναν κοινωνικά επιβλαβή δογματισμό ενισχύοντας «την ψυχοπαθολογία ενός διχασμού μεταξύ πραγματικότητος και μυστικοπροφητικών φαντασιώσεων» (σ. 444). Σε αυτόν οφείλεται στις μέρες μας τόσο η κυριαρχία του θυμικού και του ανορθόλογου όσο επίσης της ιδεολογίας στη δημόσια σφαίρα, με αποτέλεσμα τη διάβρωσή της και τη διάλυση, κατά καιρούς, της εθνικής ομόνοιας. «Χωρίς την Εκκλησία βεβαίως και δεν θα υπήρχαμε σήμερα. Όμως αφού επιβιώσαμε από την τουρκοκρατία και οικοδομήσαμε την ανεξάρτητη κρατική μας οντότητα, έπρεπε να προχωρήσουμε στον κοινωνικό μας απογαλακτισμό. Είναι η μεγάλη εθνική μας εκκρεμότης. Αντί να αρπάζεται αγχωδώς η μητέρα Εκκλησία από το παιδί της, πρέπει να επιδιώκει την ωρίμανση και την ανεξαρτησία του, ενώ το παιδί, με την σειρά του, οφείλει ν’ ανοίξει φτερά» (σ. 444). Συνοψίζοντας, προτού περάσουμε στα δυο τελευταία βήματα της μελέτης του Ράμφου: Η ερμηνευτική των ονείρων από την ύστερη ελληνική αρχαιότητα μέχρι την πτώση της Πόλης αποκάλυψε ότι η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου αποτελεί τον πυρήνα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Στο επίπεδο του ατόμου αυτή δεν δύναται να εξασφαλίσει τη συγκρότηση μιας ισχυρής ατομικότητας ικανής για δημιουργική πράξη και ανάληψη της ευθύνης, διότι βιώνει το παρόν μέσω του παρελθόντος υπό την κυριαρχία του θυμικού. Στο κοινωνικό επίπεδο διαμορφώνεται μια εξασθενημένη ιστορική συνείδηση, συγχέεται η ανεξαρτησία με την ελευθερία, κυριαρχεί η οικογένεια έναντι του κράτους δικαίου και διαμορφώνεται μια ατροφική δημόσια σφαίρα όπου επικρατεί η φαντασίωση μαζί με το συναίσθημα.
Αλλά με ποιον τρόπο λειτούργησε η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου στην Ελληνική Επανάσταση καθορίζοντας τελικά τη φύση του νεοελληνικού κράτους και την ελληνορθόδοξη ταυτότητα;
Ο στατικός χρόνος του Βυζαντίου εκρήγνυται με την πτώση της αυτοκρατορίας και την άλωση της Πόλης, η οποία προκαλεί τεκτονικές αναταράξεις στην ψυχική ζωή των Ελλήνων.[ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ] Στο τρίτο βήμα της ερμηνευτικής των ονείρων, ο Ράμφος αναλύει τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σπέρμα της εθνικής ταυτότητας. Πιστεύει ότι μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση του θρύλου, ο οποίος λειτούργησε αρχικά παρηγορητικά, εν συνεχεία ελπιδοφόρα και, ακολούθως, εμπνέοντας τη Μεγάλη Ιδέα, με επίγνωση των ιστορικών συνεπειών του, επιτρέπει μια ουσιαστικότερη κατανόηση του αγώνα της ανεξαρτησίας και όσων ακολούθησαν. «Να εκκινήσουμε από το βαρύ ερώτημα εάν κερδίσαμε κάτι, και τι, από την εθνική μας παλιγγενεσία× αν διδαχθήκαμε από τα επιτεύγματα και τα παθήματά μας και αν αυτό υποκρύπτεται στην ενδοχώρα των παραδόσεών μας. Εάν δηλαδή καταλάβαμε πως ο αγώνας για την ανεξαρτησία δεν ήταν οπωσδήποτε και για την ελευθερία. Η παρεξήγησή της ελευθερίας έφερε δεινά× η εμβάθυνσή της θα γονιμοποιήσει την ανεξαρτησία» (σ. 392).
Ο Ράμφος διαβάζει τον θρύλο ως μεσσιανική προσδοκία παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Το νεοελληνικό υποκείμενο παραμένει δέσμιο στη βυζαντινή χρονικότητα καρτερώντας το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την εθνική λύτρωση και αναγέννηση. Έτσι το μέλλον βιώνεται αποκλειστικά ως νοσταλγία ενός ενδόξου παρελθόντος που θα επανέλθει. Η ριζική αλλαγή δεν εξαρτάται από το ίδιο, διότι «την συνδέει με το πρόσωπο ενός βασιλέως "χριστού" του Θεού, εγγυητή της εθνικής ακεραιότητας και της κοινωνικής αρμονίας» (σ. 394). Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αποφεύγει, όπως οι πρωταγωνιστές των βυζαντινών μυθιστορημάτων, με υπερφυσικό τρόπο τον θάνατο. Κατόπιν παρεμβάσεως του αγγέλου που θα λειτουργήσει ως από μηχανής θεός σταματώντας το χρόνο, θα μαρμαρώσει, προκειμένου να επανέλθει. Έκτοτε, στο νεοελληνικό κοινωνικό φαντασιακό το παρελθόν ανάγεται σε κυρίαρχο χρόνο, εγκλωβίζοντας εντός του την ιστορία και αποξηραίνοντας νοηματικά το μέλλον με κρίσιμες συνέπειες. «Το εθνικό μας πρόβλημα ανάγεται επιγραμματικά σε μια παραλυτική σχέση με το παρόν και την διαχείρισή του, σχέση με οδυνηρές ψυχοπαθολογικές και πολιτισμικές προεκτάσεις» (σ. 521).
Στο ατομικό επίπεδο, «το εγώ που διεκδικεί αχρονικά τον εαυτό του στο παρόν παραμένει ατροφικό και ασφυκτιά ανενέργητο» (σ. 416), αδυνατώντας ν’ αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του και της ιστορίας. Στο συλλογικό επίπεδο, αυτό έχει συνέπεια «η νεοελληνική κοινωνία ως σύνολο και στην πλειονότητά τους τα άτομα που την αποτελούν να μην σκέπτονται –άρα να μην εσωτερικεύουν– καταστάσεις και γεγονότα, επιβαρύνοντας ήδη προβληματικές νοοτροπίες και συμπεριφορές όπως η αδιαφορία, η κοντή μνήμη, η διανοητική αναρχία με εκκωφαντική απουσία προβλέψεως, οργανώσεως και προγραμματισμού. Η δύναμη της συνήθειας εξουδετερώνει την πνευματική ενέργεια» (σ. 409). Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου ως αναλλοίωτο απείκασμα αιωνιότητας διαμορφώνει πυρηνικά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα, έτσι ώστε το άτομο «να διεκδικεί ελευθερίες κυρίως εξωτερικών αναγνωρίσεων και ανέσεων και πολύ λίγο ελευθερία εσωτερική, όπως την περιέγραψε ο Σολωμός, χωρίς η τελευταία τούτη ν’ αποκλείεται απολύτως. Εξ ου και αποφεύγουμε τις παραγωγικές ενέργειες αλληθωρίζοντας μόνιμα προς την καθιστική βολή. Η δημιουργική στάση θέλει τους ανθρώπους αυτοδύναμους και τολμηρούς· στην υπαλληλία διοχετεύουμε παραλλαγές ενστίκτων παθητικότητας που ευκαιρίας δοθείσης εκδηλώνονται τυραννικά» (σ. 399).
Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν είναι ένας τραγικός, αλλά, όπως ορθά δείχνει ο Ράμφος, ένας μεσσιανικός ήρωας, που υπόσχεται λύτρωση. Αν ο τραγικός ήρωας εμπνέει στους πολίτες τη φρόνηση κατευθύνοντάς τους προς την αρετή, τότε ο μεσσιανικός οδηγεί τους πιστούς στην προσευχή καθοδηγώντας τους προς την αγιότητα. «Ίσως έτσι να εξηγείται ο πτωχαλαζονικός μας εγωισμός, η αλλεργία στην πειθαρχημένη προσπάθεια, αμεριμνησία για τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών μας. Πίσω από την φυσική ταυτότητα και τον πάτριο ατομισμό τρέχουν συναισθήματα που ενδιαφέρει να γνωρίζουμε για την πληρέστερη εικόνα της ψυχικής ζωής του λαού μας. Η παραδοσιακή τούτη φυσικότητα θέλει "δικό μας άλλο" τον οικείο και όχι τρίτους, αντιμετωπίζει δε εκτός των δεσμών αίματος, τόπου είτε ειδικού συμφέροντος ως "ξένο" και "ανοίκειο", με συμπαρομαρτούντα την αδιαφορία γι’ αυτόν έως εχθρότητα και οπωσδήποτε την δυσπιστία, ψυχολογική προϋπόθεση κάθε διαιρέσεως» (σ. 399). Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς δεν εμπνέει την αναστοχαστικότητα, αλλά την ενατένιση· έτσι, στο νεοελληνικό φαντασιακό προκρίνεται το αιώνιο έναντι του νέου, δηλαδή της ριζικής δημιουργίας, υποθηκεύοντας τη δημιουργία ιστορικής συνείδησης. «Αντί αυτής επεβίωσε κυριαρχικά μαζί με τον μαρμαρωμένο βασιλιά το βυζαντινό παρελθόν, ορθώνοντας εμπόδια στο πνεύμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον οποίο δεξιώθηκε αμφιθυμικά στα παραδοσιακά κοινωνικά πλαίσια χωρίς ειλικρινή διάθεση να προχωρήσει σε δημιουργική σύνθεση. Βυζαντινό παρελθόν και νεοελληνικό παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ανταγωνιστικά στις ψυχές και τους θεσμούς μέχρι σήμερα» (σ. 413). Ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά ως σημαντικό συστατικό της ελληνορθόδοξης ταυτότητας από τη μια ενέτεινε τη σύγχυση ανεξαρτησίας και ελευθερίας αποδυναμώνοντας τη δημιουργία μιας ισχυρής ατομικότητας, ενώ από την άλλη «ετοιμάζει τον δρόμο για πιο εσωτερικευμένη έκφραση της ανάγκης ελευθερίας» (σ. 417). Δίχως αυτή, δεν είναι εφικτός ένας κοινωνικός βίος με αίσθημα καθήκοντος και ευθύνης, καθώς αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή ατομικότητα η οποία δεν ενδίδει στην εγωιστική συμπεριφορά. «Ποια ήταν η επίδραση του Μαρμαρωμένου βασιλιά στο συλλογικό εγώ των Ελλήνων που ζούσαν με τον θρύλο του; Θα την χαρακτήριζα διττή και αντιφατική. Τόνωνε μεν την ψυχική τους διάθεση να αντιπαραχθούν στην υλική δύναμη του σουλτάνου, αλλά στην θέση της εξουσίας του τοποθετούσε τις φθαρμένες εικόνες και ιεραρχίες από το παρελθόν. Ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς λειτουργούσε προστατευτικά ως πατρική αυθεντία απέναντι στο παιδικό Εγώ τους τόσο στην περίοδο της τουρκοκρατίας όσο και κατοπινά. Εν τέλει, συνδυάσθηκε με την ελπίδα σωτηρίας διά παλινορθώσεως του παρελθόντος, όχι με δίψα για αλλαγή και προκοπή» (σ. 414-415).
Η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική θεώρηση του χρόνου δεν εκφράζεται μόνο στο μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Από αυτήν πηγάζει επίσης η αμφιθυμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την Ελληνική Επανάσταση. Για τον Ράμφο, η Εκκλησία, στη βάση της μεσσιανικής θεώρησης του χρόνου, προάγει έναν κοινωνικά επιβλαβή δογματισμό ενισχύοντας «την ψυχοπαθολογία ενός διχασμού μεταξύ πραγματικότητος και μυστικοπροφητικών φαντασιώσεων» (σ. 444). Σε αυτόν οφείλεται στις μέρες μας τόσο η κυριαρχία του θυμικού και του ανορθόλογου όσο επίσης της ιδεολογίας στη δημόσια σφαίρα, με αποτέλεσμα τη διάβρωσή της και τη διάλυση, κατά καιρούς, της εθνικής ομόνοιας. «Χωρίς την Εκκλησία βεβαίως και δεν θα υπήρχαμε σήμερα. Όμως αφού επιβιώσαμε από την τουρκοκρατία και οικοδομήσαμε την ανεξάρτητη κρατική μας οντότητα, έπρεπε να προχωρήσουμε στον κοινωνικό μας απογαλακτισμό. Είναι η μεγάλη εθνική μας εκκρεμότης. Αντί να αρπάζεται αγχωδώς η μητέρα Εκκλησία από το παιδί της, πρέπει να επιδιώκει την ωρίμανση και την ανεξαρτησία του, ενώ το παιδί, με την σειρά του, οφείλει ν’ ανοίξει φτερά» (σ. 444). Συνοψίζοντας, προτού περάσουμε στα δυο τελευταία βήματα της μελέτης του Ράμφου: Η ερμηνευτική των ονείρων από την ύστερη ελληνική αρχαιότητα μέχρι την πτώση της Πόλης αποκάλυψε ότι η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου αποτελεί τον πυρήνα της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Στο επίπεδο του ατόμου αυτή δεν δύναται να εξασφαλίσει τη συγκρότηση μιας ισχυρής ατομικότητας ικανής για δημιουργική πράξη και ανάληψη της ευθύνης, διότι βιώνει το παρόν μέσω του παρελθόντος υπό την κυριαρχία του θυμικού. Στο κοινωνικό επίπεδο διαμορφώνεται μια εξασθενημένη ιστορική συνείδηση, συγχέεται η ανεξαρτησία με την ελευθερία, κυριαρχεί η οικογένεια έναντι του κράτους δικαίου και διαμορφώνεται μια ατροφική δημόσια σφαίρα όπου επικρατεί η φαντασίωση μαζί με το συναίσθημα.
Αλλά με ποιον τρόπο λειτούργησε η χριστιανορθόδοξη εσχατολογική και μεσσιανική θεώρηση του χρόνου στην Ελληνική Επανάσταση καθορίζοντας τελικά τη φύση του νεοελληνικού κράτους και την ελληνορθόδοξη ταυτότητα;
Συνεχίζεται
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ ...
Η Περπέτουα, έχει ερμηνεύσει μόνη της τις οπτασίες της. είδε στον δράκοντα του πρώτου οράματος τον διάβολο που ήθελε να την απομακρύνει από το μαρτύριο, και στον ποιμένα που της πρόσφερε την γλυκιά τροφή, τον Χριστό.ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΝ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΦΙΧΤΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ.
Όσο πενιχρές κι αν είναι οι πηγές για αυτή την πρώιμη περίοδο, αρκούν για να δείξουν ότι στις Λαϊκές Σταυροφορίες βρισκόταν σε πλήρη δράση ένας έντονος εσχατολογικός αναβρασμός. Οι pauperes (οι φτωχοί) ασφαλώς έβλεπαν τους εαυτούς τους ως πρωταγωνιστές της θαυμαστής συντελείας προς την οποία κατευθύνονταν όλα τα πράγματα από την αρχή του χρόνου. Παντού έβλεπαν τα «σημεία» που επρόκειτο να σηματοδοτήσουν την έναρξη των Εσχάτων Ημερών και άκουγαν ότι «η Έσχατη Σάλπιγγα ανήγγειλε την έλευση του δίκαιου Κριτή»43.
Πάνω απ’ όλα φαίνεται ότι τους γοήτευε η προφητεία για τον μεγάλο Αυτοκράτορα, ο οποίος κατά τις Έσχατες Ημέρες επρόκειτο να πορευθεί προς την Ιερουσαλήμ· και φαίνεται ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι πράγματι οδηγούνταν από εκείνον τον μυστηριώδη μονάρχη.
Αρχικά, στις ελληνικές προφητείες που κυκλοφορούσαν στην Ανατολή, ο Έσχατος Αυτοκράτορας ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας που κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως, τον 8ο αιώνα, ο Ψευδο-Μεθόδιος μεταφράστηκε στα λατινικά στο Παρίσι, χρειάστηκαν νέες ερμηνείες. Ήταν αναμενόμενο ότι, καθώς ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών έπαιρνε τη θέση του στις εσχατολογικές φαντασίες της Δύσεως, θα έπαυε να είναι Βυζαντινός. Από την οπτική της δυτικής Ευρώπης, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν μια πολύ μακρινή και αμυδρή μορφή.
Από την άλλη πλευρά, η Δύση μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι με την απόκτηση του αυτοκρατορικού τίτλου από τον Καρλομάγνο είχε γίνει μάρτυρας μιας αναστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το κενό που είχε αφήσει η καθαίρεση του τελευταίου αυτοκράτορα στη Δύση, αφού είχε μείνει ακάλυπτο περισσότερο από τρεις αιώνες, φάνηκε να έχει καλυφθεί με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο, όταν στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 800, ο Κάρολος, βασιλιάς των Φράγκων και βασιλιάς των Λομβαρδών, στέφθηκε Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.
Από τότε ήταν δυνατόν ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών να φαντάζεται ως δυτικός μονάρχης, και έτσι παρέμεινε, παρόλο που ο Καρλομάγνος δεν άφησε πίσω του ενιαία εδαφική αυτοκρατορία. Τόσο στο τμήμα των κτήσεων του Καρλομάγνου που εξελίχθηκε σε Γαλλία όσο και σε εκείνο που εξελίχθηκε σε Γερμανία, οι άνθρωποι συνέχισαν να ονειρεύονται έναν μεγάλο αυτοκράτορα που θα εμφανιζόταν ανάμεσά τους και στο πρόσωπο του οποίου θα εκπληρώνονταν οι Σιβυλλικές προφητείες.
Πάνω απ’ όλα φαίνεται ότι τους γοήτευε η προφητεία για τον μεγάλο Αυτοκράτορα, ο οποίος κατά τις Έσχατες Ημέρες επρόκειτο να πορευθεί προς την Ιερουσαλήμ· και φαίνεται ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι πράγματι οδηγούνταν από εκείνον τον μυστηριώδη μονάρχη.
Αρχικά, στις ελληνικές προφητείες που κυκλοφορούσαν στην Ανατολή, ο Έσχατος Αυτοκράτορας ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας που κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως, τον 8ο αιώνα, ο Ψευδο-Μεθόδιος μεταφράστηκε στα λατινικά στο Παρίσι, χρειάστηκαν νέες ερμηνείες. Ήταν αναμενόμενο ότι, καθώς ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών έπαιρνε τη θέση του στις εσχατολογικές φαντασίες της Δύσεως, θα έπαυε να είναι Βυζαντινός. Από την οπτική της δυτικής Ευρώπης, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν μια πολύ μακρινή και αμυδρή μορφή.
Από την άλλη πλευρά, η Δύση μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι με την απόκτηση του αυτοκρατορικού τίτλου από τον Καρλομάγνο είχε γίνει μάρτυρας μιας αναστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το κενό που είχε αφήσει η καθαίρεση του τελευταίου αυτοκράτορα στη Δύση, αφού είχε μείνει ακάλυπτο περισσότερο από τρεις αιώνες, φάνηκε να έχει καλυφθεί με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο, όταν στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 800, ο Κάρολος, βασιλιάς των Φράγκων και βασιλιάς των Λομβαρδών, στέφθηκε Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.
Από τότε ήταν δυνατόν ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών να φαντάζεται ως δυτικός μονάρχης, και έτσι παρέμεινε, παρόλο που ο Καρλομάγνος δεν άφησε πίσω του ενιαία εδαφική αυτοκρατορία. Τόσο στο τμήμα των κτήσεων του Καρλομάγνου που εξελίχθηκε σε Γαλλία όσο και σε εκείνο που εξελίχθηκε σε Γερμανία, οι άνθρωποι συνέχισαν να ονειρεύονται έναν μεγάλο αυτοκράτορα που θα εμφανιζόταν ανάμεσά τους και στο πρόσωπο του οποίου θα εκπληρώνονταν οι Σιβυλλικές προφητείες.
ΕΠΟΜΕΝΩΣ Ο ΡΑΜΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ. ΤΟ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ ΕΓΩ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΕΤΑΛΛΑΧΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΕ ΕΓΩ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.
2 σχόλια:
Τελικά η Περπέτουα ανηκε στην αίρεση του μοντανισμού ή όχι;
Μαρτύρησε, Ο Μοντανός δέν έχει σχέση μέ τόν Σταυρό τού Κυρίου. Πάει στό ψητό τό έτοιμο. Στά οράματά της φαίνεται ο αγώνας πού έκανε.
Δημοσίευση σχολίου