Συνέχεια από: Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (4η συνέχεια)
Όταν λοιπόν θέτουμε το ερώτημα για τη φύση και τον τρόπο δράσης του ηρωικού ανθρώπου, ένα σημείο που μας εντυπωσιάζει αμέσως είναι ότι ήδη τότε διατυπώνεται το γενικό σύνθημα για ολόκληρο το μεταγενέστερο ελληνικό πνεύμα:
«Να είσαι πάντα ο πρώτος και να στοχεύεις να ξεπεράσεις τους άλλους».
Ωστόσο, ο ήρωας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ιδεώδες της ανθρωπότητας. Όλη του η πράξη και το πάθος του φτάνουν έως τα έσχατα όρια· η ιδεαλικότητά του έγκειται στη λαμπρή και νεανική του εμφάνιση· αντίθετα, δεν χαρακτηρίζεται από ευγένεια ψυχής, από τη λεγόμενη αξιοπρέπεια ή από ηθική τελειότητα. Αντιπροσωπεύει την τελείως ακατέργαστη και αφελή αυτοτέλεια της ανθρώπινης φύσης, όσο το δυνατόν πιο αμετανόητη, αλλά συγχρόνως μεγάλη και καλοπροαίρετη. Ο ποιητής μπορεί να θεμελιώνει τον πλούτο του στο μεγαλείο του φοβερού, πάνω σε μια ισχυρή βάση. Στον Όμηρο υπάρχει ένα είδος ευγένειας σύμφωνα με τα παλιά έθιμa, αλλά όχι υποκρισία που να έχει γεννηθεί από την κοινωνικότητα· και οι τραγικοί ποιητές ρύθμισαν το έργο τους σύμφωνα με αυτό, περιγράφοντας όσο μπορούσαν έναν αφελή κόσμο· μάλιστα, όπως δείχνει ο Αίας του Σοφοκλή, από αυτή την πλευρά τον ύψωσαν και τον εμβάθυναν ακόμη περισσότερο.
Τα εγκλήματά του
Στην ιδεατή του μορφή ούτε τα εγκλήματα αφαιρούν τίποτε από τον ηρωικό άνθρωπο, όπως ακριβώς και ο Δίας δεν χάνει τίποτε όταν στέλνει στον Αγαμέμνονα ένα ψευδές όνειρο. Είναι βέβαια πράξεις εξαιρετικά σκληρές, όταν ο Ηρακλής ρίχνει δολοφονικά τον Ιφίτο από τον βράχο, ή όταν ο Οδυσσέας και ο Διομήδης σκοτώνουν αμείλικτα τον Δόλωνα, στον οποίο προηγουμένως είχαν υποσχεθεί τη ζωή του, ή όταν ο Πηλέας και ο Τελαμών σκοτώνουν τον ετεροθαλή αδελφό τους Φώκο μόνο από φθόνο, επειδή διακρινόταν στους αγώνες. Αλλά γενικά το πιο φρικτό δεν προέρχεται από έναν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό κακίας ή ωμότητας· δεν συνδέεται με τη μέγιστη δυνατή προσωπική ενοχή, αλλά με ορισμένα είδη πράξεων που φέρουν επάνω τους μια κατάρα (άγος), επειδή μπορούν να επισύρουν την εκδίκηση θεών. Και αυτή η κατάρα μπορεί να εξιλεωθεί, επειδή η ενοχή δεν είναι πολύ μεγάλη και η πράξη καθαυτή είναι υπόθεση συγχωρητού πάθους ή απλής ατυχίας, ίσως μάλιστα και δικαία ή επαινετή.
Για τον σκοπό αυτό υπάρχει η τελετή της κάθαρσης, συνήθως από κάποιον ήρωα, η οποία πρέπει να τελείται ύστερα από κάθε φόνο: ο Απόλλων τη χρειάζεται μετά τη θανάτωση του δράκοντα Πύθωνα· ο Θησέας, αφού σκότωσε ληστές και κακούργους, καθαρίζεται από τους Φυταλίδες στον βωμό του Δία Μειλιχίου· ακόμη και ο Κόροιβος, μετά την εξόντωση του τέρατος Ποινής στους Δελφούς.
Αχιλλέας
Ας εξετάσουμε τώρα τον ομηρικό Αχιλλέα, δηλαδή εκείνη τη μορφή στην οποία ενσαρκώνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα η μία κύρια όψη του ηρωικού χαρακτήρα, όπως η άλλη ενσαρκώνεται στον Οδυσσέα. Ο ήρωας παρουσιάζεται στον αγώνα του προς το υπεράνθρωπο, στην υπερβολή του πάθους του και στο ακόρεστο μίσος του κατά των Αχαιών, των οποίων επιθυμεί την καταστροφή με μόνη εξαίρεση τον εαυτό του και τον Πάτροκλο, και κατόπιν στη βαθιά του οδύνη για τον πεσόντα φίλο και στη φοβερή και απολύτως πλήρη εκδίκηση εναντίον του Έκτορα, η οποία δέχεται βαριά επίπληξη από τον Απόλλωνα και τον Δία. Σε όλα αυτά όμως έχει ψυχή υψηλή· γνωρίζει ότι γεννήθηκε για σύντομη ζωή και ότι σύντομα ο θάνατός του θα ακολουθήσει εκείνον του Έκτορα, και το δείχνει ήδη πριν από την πράξη με μια υπερβατική γαλήνη, σε αντίθεση με τη μελαγχολία του Έκτορα. Η πλήρης του δόξα ακολουθεί στα επιτάφια αγωνίσματα και στη συνάντηση με τον Πρίαμο. Η θεία διαδικασία της καθάρσεώς του, η οποία έχει προαναγγελθεί με επιμέρους στοιχεία σε όλο το ποίημα, λαμβάνει εδώ την τελείωσή της· αλλά ακόμη και σε αυτούς τους τελευταίους λόγους, αφού έχει ήδη επέλθει πλήρης συγκίνηση ανάμεσα σε αυτόν και στον Πρίαμο, τον προειδοποιεί, με μόνη την έκφραση της ανυπομονησίας, να μη τον εξάπτει, διότι φοβάται ότι αλλιώς θα μπορούσε ακόμη και να τον σκοτώσει.
Πρωτόγονη αγριότητα
Η πρωτόγονη αυτή αγριότητα των ηρώων θυμίζει τον σερβικό Μάρκο, που είναι φοβερός ακόμη και στον ύπνο του. Φανερώνεται και στους ηττημένους, όταν π.χ. ο Πρίαμος ρίχνει χώμα επάνω του και κυλιέται στο έδαφος και με τα θρήνητά του επιπλήττει σκληρά τα άλλα παιδιά του που είναι ακόμα ζωντανά (και με αυτό τονίζεται ακόμη περισσότερο η τεράστια διαφορά μεταξύ του Έκτορα και των άλλων Πριαμιδών και Τρώων) ή όταν η Εκάβη θα ήθελε να δαγκώσει το σώμα του Αχιλλέα και να καταβροχθίσει το συκώτι του. Και ο Ηρακλής έχει το μερίδιό του από αυτή την αγριότητα: κατά την άλωση της Τροίας ορμά με το ξίφος κατά του Τελαμώνα, επειδή δεν θέλει να θεωρηθεί άλλος ισχυρότερος από αυτόν, και συγκρατείται μόνο χάρη στην ευφυΐα του απειλούμενου.
Η αιώνια νεότητα
Η κύρια επιθυμία του ηρωικού ανθρώπου είναι η αιώνια νεότητα και η ομοίωση προς τους θεούς. Αυτό εκφράζει, για παράδειγμα, ο Έκτορας κατά τη διάρκεια της μάχης. Πλάι σε αυτό υπάρχουν και γέροντες ήρωες, όπως ο Νέστορας στον Όμηρο και ο Τειρεσίας στη θηβαϊκή μυθολογία, οι οποίοι τιμώνται ακριβώς λόγω της ηλικίας τους. Όσον αφορά τους χαρακτήρες, κυριαρχεί η ισχυρότατη πίστη στις αξίες της φυλής. Πέρα από τη συχνή θεϊκή καταγωγή, οι γυναίκες και οι γονείς τους έχουν μεγάλη σημασία και για τον ποιητή, παρόλο που παράλληλα ισχύει και η πικρή, απαισιόδοξη διδασκαλία ότι οι γιοι συνήθως κατώτεροι γίνονται από τους πατέρες· και μιλά απολύτως μέσα στο πνεύμα του μύθου ο Ισοκράτης, όταν βάζει τον Πάρη, μπροστά στην προσφορά της Αφροδίτης, να συλλογίζεται ότι όλα τα άλλα αγαθά της τύχης χάνονται γρήγορα, ενώ η ευγενής καταγωγή παραμένει πάντοτε στους ίδιους· επομένως, με την επιλογή της Ελένης φροντίζει για ολόκληρο το γένος του, ενώ τα δώρα των δύο άλλων θεών θα ίσχυαν μόνο για τη διάρκεια της ζωής του. Η ευγενής καταγωγή θεωρείται μόνιμο αγαθό, ενώ η εκπαίδευση έχει δευτερεύουσα σημασία, αν και αποδίδεται πάντοτε μεγάλη αξία στη διαμόρφωση μιας μεγάλης προσωπικότητας.
Κατά τα λοιπά, η πεποίθηση ότι «fortes creantur fortibus et bonis» ισχύει ακόμη και για την επόμενη, αγωνιστική εποχή, και η εισβολή των μεικτών γάμων αποτελεί, λ.χ. για τον Θέογνι (στ. 183 κ.ε.), αφορμή βαθύτατης οδύνης. Αντίστοιχα, ο χαρακτήρας θεωρείται στο σύνολό του έμφυτος, άφθαρτος στους αγαθούς και αδιόρθωτος στους κακούς, και η διαμόρφωση από παιδαγωγούς και τροφούς (παιδεία) λαμβάνει μόνον δευτερεύουσα σημασία, παρόλο που και σε αυτήν αποδίδεται πάντοτε μεγάλη αξία για τη γένεση μιας μεγάλης προσωπικότητας, και ότι π.χ. όχι μόνο ο Αχιλλέας, αλλά και ο Ιάσων πρέπει να θεωρούνται μαθητές του Χείρωνα, ο οποίος στον μύθο παριστά το εξιδανικευμένο πρότυπο του διδασκάλου.
Ο αγώνας
Το μέγεθος του ηρωικού ανθρώπου αποκαλύπτεται κυρίως στη μάχη. Η ανώτατη βαθμίδα του είναι όταν όχι μόνο ο Αίας θέλει να είναι μεγάλος χωρίς τους θεούς, αλλά και ο Διομήδης, καταδιώκοντας τον Αινεία, δεν φοβάται ούτε τον ίδιο τον Απόλλωνα και, αφού όρμησε για τέταρτη φορά «σαν δαίμονας», υποχωρεί μόνον όταν ο θεός τού φωνάζει τρομερά: «Σκέψου και υποχώρησε! Θεοί και άνθρωποι είναι διαφορετικοί». Γενικά, όμως, ο τύπος του ήρωα εμφανίζεται στις μάχες, στο στρατόπεδο, στην πολιορκημένη πόλη, σε ατελείωτες παραλλαγές, με λίγες αντιθέσεις, όπως ο Θερσίτης. Όπως και στον μεγάλο χρονικογράφο, λ.χ. στον Φρουασάρ, για τον οποίο δεν ξέρει κανείς αν τάσσεται με τους Γάλλους ή με τους Άγγλους, έτσι και στον ποιητή ο ήρωας ως τέτοιος είναι αγαπητός· γι’ αυτό και δεν δείχνει καμία σαφή μεροληψία, και μάλιστα καθόλου χάριν του αποτελέσματος, το οποίο στους νόστους κακογλυκαίνει στους περισσότερους νικητές. Για αυτήν την επική απόλαυση του γεγονότος, το κυριότερο είναι να γίνεται το πράγμα όσο το δυνατόν πιο σφοδρό, και γι’ αυτό ο ποιητής έχει τους σταθερούς του στίχους, όπως:
«Δυνατά αντήχησαν εκεί το κλάμα και ο αλαλαγμός των ηρώων·
φονεύονταν και πέθαιναν, και το χώμα κολυμπούσε στο αίμα».
Κατά τον ισχυρότερο τρόπο, όμως, η αντικειμενικότητά του αποκαλύπτεται στο τέλος του Δ΄ βιβλίου, όπου ο Απόλλων παρακινεί τους Τρώες και η Αθηνά τους Αχαιούς, και με την υπόθεση ενός αμέτοχου θεατή, που δεν θα περιφρονούσε ό,τι συμβαίνει, επιτυγχάνεται ένα εξαίρετο κλείσιμο της πράξης. Αν όμως ο Όμηρος φαίνεται κάπου ευνοϊκότερος προς τους Αχαιούς παρά προς τους Τρώες, αυτό μπορεί να είναι το πολύ στο Γ΄ βιβλίο της Ιλιάδας (στ. 1 κ.ε.), κατά την παράταξη, όπου οι τελευταίοι προχωρούν με θόρυβο και κραυγές, όπως οι γερανοί στον πόλεμο με τους Πυγμαίους στον Ωκεανό, ενώ οι Αχαιοί προχωρούν σιωπηλοί, συγκρατημένοι στην αναπνοή και αποφασισμένοι να βοηθούν ο ένας τον άλλον. Για την παράταξη των στρατευμάτων ο Όμηρος έχει γενικά λαμπρές εικόνες, και το ίδιο και για την προέλαση μεμονωμένων ηρώων, όπως λ.χ. για τον Διομήδη τη δυνατή παρομοίωση με το λιοντάρι, που, μόνο ελαφρά πληγωμένο από τον βοσκό, εισβάλλει στο μαντρί των προβάτων.
Μεγάλη είναι επίσης η τεχνική ακρίβεια στην περιγραφή των μαχών, των πληγμάτων, των όπλων, των τραυμάτων. Ορισμένα περίφημα όπλα θεωρούνται στον μύθο μαγικά, ως «μοιραία πράγματα», όπως το τόξο του Ηρακλή στα χέρια του Φιλοκτήτη. Με ιδιαίτερη αγάπη γίνεται λόγος (Ιλ. Δ΄, 105) για το τόξο του Πάνδαρου· εκείνο του Οδυσσέα γίνεται σχεδόν έμβιο ον. Σε αυτόν τον ρεαλισμό ανήκει και το πώς (Ιλ. Η΄, 124 κ.ε.) ζωγραφίζεται η αμηχανία του πολεμιστή, του οποίου έχει σκοτωθεί ο ηνίοχος και που πρέπει τώρα ο ίδιος να αρπάξει τα ηνία.
Η πανουργία επιτρέπεται πλήρως· ακόμη και η δολιότητα, μάλιστα εναντίον συμμάχων όπως ο Φιλοκτήτης, εφόσον υπηρετεί τον κύριο σκοπό, ενσαρκώνεται στον Οδυσσέα. Αυτός σε νεότερα χρόνια είχε θελήσει να προμηθευθεί δηλητήριο για να αλείφει τα βέλη του, αλλά το απέκτησε μόνον αργότερα, επειδή εκείνος στον οποίο είχε αρχικά απευθυνθεί φοβόταν τους θεούς. Υπάρχει λοιπόν μεν κακή συνείδηση για την πράξη, αλλά παρ’ όλα αυτά αυτή τελείται.
H πολιτική πτυχή των ηρώων
Σχέση προς το κράτος τους οι ήρωες, αν αφήσουμε κατά μέρος τη μεταγενέστερη πολιτικοποίηση του Ηρακλή και του Θησέα, δεν έχουν ακόμη γενικά· η ημίθεη φύση τους και η εξουσία τους θεωρούνται αυτονόητες, και αν ποτέ εκδιώκονται από την εξουσία, αυτό δεν γίνεται από τον λαό, αλλά από άλλους κληρονόμους ή από εχθρούς. Βέβαια, ήδη στην Ιλιάδα η κοινότητα του στρατοπέδου εμφανίζεται κάποτε προβληματική, και αν και ακόμη καθαρά ως ποίηση, και η Οδύσσεια ζωγραφίζει την πολιτική κατάσταση της Ιθάκης. Αλλά πρώτοι οι τραγικοί ποιητές εισάγουν με ιδιαίτερη προτίμηση τις πολιτικές καταστάσεις της εποχής τους στα κράτη του παρελθόντος: ο Αισχύλος στους Ικέτιδες παρουσιάζει μια λαϊκή συνέλευση, και επανειλημμένα αντηχεί το πολιτικό και στον Αγαμέμνονα, όταν π.χ. ο βασιλιάς (στ. 849) δηλώνει ότι στο κράτος του, όπου χρειάζεται, πρέπει να επεμβαίνει γρήγορα ως ιατρός με ευεργετικό κάψιμο ή κόψιμο, και όταν η Κλυταιμνήστρα (στ. 883) προβάλλει ότι απομάκρυνε τον νεαρό Ορέστη στον Στρόφιο από φροντίδα για την περίπτωση που η κραυγαλέα αναρχία του δήμου θα έθετε τέλος στην εξουσία της συνετής βουλής. Πολύ περισσότερο ο Ευριπίδης πολιτικοποιεί όπου του ταιριάζει· αρκεί να σκεφθεί κανείς τη λαϊκή συνέλευση με ψήφους και ψηφοφορία που περιγράφεται στον Ορέστη από τον αγγελιαφόρο.
Η δόξα
Οι θεοί έχουν τη δύναμη να χαρίζουν στους ήρωες δόξα (κυδαίνειν), ακόμη και μια λάμψη προσωπικότητας, έτσι ώστε να φαίνεται ξαφνικά από αυτούς κάτι υπερφυσικό, ώστε π.χ. ο Οδυσσέας να μπορεί για στιγμές να γίνεται θεϊκή μορφή. Αλλά και η δόξα στην υστεροφημία εμφανίζεται ήδη ως σκοπός των ηρώων. Ο Έκτορας σκέπτεται εκείνους που σε μελλοντικούς καιρούς θα διαπλέουν τον Ελλήσποντο και θα βλέπουν το μνημείο εκείνου που θα σκοτώσει και έτσι θα διατηρούν ζωντανή τη φήμη του νικητή· στον Έλληνα που θα κατασκοπεύσει επιτυχώς τους Τρώες υπόσχεται κανείς μεγάλη, ουρανομήκη δόξα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους· πριν από μια μονομαχία συλλογίζονται ότι ο ηττημένος θα αυξήσει οπωσδήποτε τη δόξα του νικητή. Και, τέλος, ό,τι μεγάλο συντελείται γίνεται από μόνο του άσμα για τους μεταγενεστέρους.
Τα εγκλήματά του
Στην ιδεατή του μορφή ούτε τα εγκλήματα αφαιρούν τίποτε από τον ηρωικό άνθρωπο, όπως ακριβώς και ο Δίας δεν χάνει τίποτε όταν στέλνει στον Αγαμέμνονα ένα ψευδές όνειρο. Είναι βέβαια πράξεις εξαιρετικά σκληρές, όταν ο Ηρακλής ρίχνει δολοφονικά τον Ιφίτο από τον βράχο, ή όταν ο Οδυσσέας και ο Διομήδης σκοτώνουν αμείλικτα τον Δόλωνα, στον οποίο προηγουμένως είχαν υποσχεθεί τη ζωή του, ή όταν ο Πηλέας και ο Τελαμών σκοτώνουν τον ετεροθαλή αδελφό τους Φώκο μόνο από φθόνο, επειδή διακρινόταν στους αγώνες. Αλλά γενικά το πιο φρικτό δεν προέρχεται από έναν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό κακίας ή ωμότητας· δεν συνδέεται με τη μέγιστη δυνατή προσωπική ενοχή, αλλά με ορισμένα είδη πράξεων που φέρουν επάνω τους μια κατάρα (άγος), επειδή μπορούν να επισύρουν την εκδίκηση θεών. Και αυτή η κατάρα μπορεί να εξιλεωθεί, επειδή η ενοχή δεν είναι πολύ μεγάλη και η πράξη καθαυτή είναι υπόθεση συγχωρητού πάθους ή απλής ατυχίας, ίσως μάλιστα και δικαία ή επαινετή.
Για τον σκοπό αυτό υπάρχει η τελετή της κάθαρσης, συνήθως από κάποιον ήρωα, η οποία πρέπει να τελείται ύστερα από κάθε φόνο: ο Απόλλων τη χρειάζεται μετά τη θανάτωση του δράκοντα Πύθωνα· ο Θησέας, αφού σκότωσε ληστές και κακούργους, καθαρίζεται από τους Φυταλίδες στον βωμό του Δία Μειλιχίου· ακόμη και ο Κόροιβος, μετά την εξόντωση του τέρατος Ποινής στους Δελφούς.
Αχιλλέας
Ας εξετάσουμε τώρα τον ομηρικό Αχιλλέα, δηλαδή εκείνη τη μορφή στην οποία ενσαρκώνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα η μία κύρια όψη του ηρωικού χαρακτήρα, όπως η άλλη ενσαρκώνεται στον Οδυσσέα. Ο ήρωας παρουσιάζεται στον αγώνα του προς το υπεράνθρωπο, στην υπερβολή του πάθους του και στο ακόρεστο μίσος του κατά των Αχαιών, των οποίων επιθυμεί την καταστροφή με μόνη εξαίρεση τον εαυτό του και τον Πάτροκλο, και κατόπιν στη βαθιά του οδύνη για τον πεσόντα φίλο και στη φοβερή και απολύτως πλήρη εκδίκηση εναντίον του Έκτορα, η οποία δέχεται βαριά επίπληξη από τον Απόλλωνα και τον Δία. Σε όλα αυτά όμως έχει ψυχή υψηλή· γνωρίζει ότι γεννήθηκε για σύντομη ζωή και ότι σύντομα ο θάνατός του θα ακολουθήσει εκείνον του Έκτορα, και το δείχνει ήδη πριν από την πράξη με μια υπερβατική γαλήνη, σε αντίθεση με τη μελαγχολία του Έκτορα. Η πλήρης του δόξα ακολουθεί στα επιτάφια αγωνίσματα και στη συνάντηση με τον Πρίαμο. Η θεία διαδικασία της καθάρσεώς του, η οποία έχει προαναγγελθεί με επιμέρους στοιχεία σε όλο το ποίημα, λαμβάνει εδώ την τελείωσή της· αλλά ακόμη και σε αυτούς τους τελευταίους λόγους, αφού έχει ήδη επέλθει πλήρης συγκίνηση ανάμεσα σε αυτόν και στον Πρίαμο, τον προειδοποιεί, με μόνη την έκφραση της ανυπομονησίας, να μη τον εξάπτει, διότι φοβάται ότι αλλιώς θα μπορούσε ακόμη και να τον σκοτώσει.
Πρωτόγονη αγριότητα
Η πρωτόγονη αυτή αγριότητα των ηρώων θυμίζει τον σερβικό Μάρκο, που είναι φοβερός ακόμη και στον ύπνο του. Φανερώνεται και στους ηττημένους, όταν π.χ. ο Πρίαμος ρίχνει χώμα επάνω του και κυλιέται στο έδαφος και με τα θρήνητά του επιπλήττει σκληρά τα άλλα παιδιά του που είναι ακόμα ζωντανά (και με αυτό τονίζεται ακόμη περισσότερο η τεράστια διαφορά μεταξύ του Έκτορα και των άλλων Πριαμιδών και Τρώων) ή όταν η Εκάβη θα ήθελε να δαγκώσει το σώμα του Αχιλλέα και να καταβροχθίσει το συκώτι του. Και ο Ηρακλής έχει το μερίδιό του από αυτή την αγριότητα: κατά την άλωση της Τροίας ορμά με το ξίφος κατά του Τελαμώνα, επειδή δεν θέλει να θεωρηθεί άλλος ισχυρότερος από αυτόν, και συγκρατείται μόνο χάρη στην ευφυΐα του απειλούμενου.
Η αιώνια νεότητα
Η κύρια επιθυμία του ηρωικού ανθρώπου είναι η αιώνια νεότητα και η ομοίωση προς τους θεούς. Αυτό εκφράζει, για παράδειγμα, ο Έκτορας κατά τη διάρκεια της μάχης. Πλάι σε αυτό υπάρχουν και γέροντες ήρωες, όπως ο Νέστορας στον Όμηρο και ο Τειρεσίας στη θηβαϊκή μυθολογία, οι οποίοι τιμώνται ακριβώς λόγω της ηλικίας τους. Όσον αφορά τους χαρακτήρες, κυριαρχεί η ισχυρότατη πίστη στις αξίες της φυλής. Πέρα από τη συχνή θεϊκή καταγωγή, οι γυναίκες και οι γονείς τους έχουν μεγάλη σημασία και για τον ποιητή, παρόλο που παράλληλα ισχύει και η πικρή, απαισιόδοξη διδασκαλία ότι οι γιοι συνήθως κατώτεροι γίνονται από τους πατέρες· και μιλά απολύτως μέσα στο πνεύμα του μύθου ο Ισοκράτης, όταν βάζει τον Πάρη, μπροστά στην προσφορά της Αφροδίτης, να συλλογίζεται ότι όλα τα άλλα αγαθά της τύχης χάνονται γρήγορα, ενώ η ευγενής καταγωγή παραμένει πάντοτε στους ίδιους· επομένως, με την επιλογή της Ελένης φροντίζει για ολόκληρο το γένος του, ενώ τα δώρα των δύο άλλων θεών θα ίσχυαν μόνο για τη διάρκεια της ζωής του. Η ευγενής καταγωγή θεωρείται μόνιμο αγαθό, ενώ η εκπαίδευση έχει δευτερεύουσα σημασία, αν και αποδίδεται πάντοτε μεγάλη αξία στη διαμόρφωση μιας μεγάλης προσωπικότητας.
Κατά τα λοιπά, η πεποίθηση ότι «fortes creantur fortibus et bonis» ισχύει ακόμη και για την επόμενη, αγωνιστική εποχή, και η εισβολή των μεικτών γάμων αποτελεί, λ.χ. για τον Θέογνι (στ. 183 κ.ε.), αφορμή βαθύτατης οδύνης. Αντίστοιχα, ο χαρακτήρας θεωρείται στο σύνολό του έμφυτος, άφθαρτος στους αγαθούς και αδιόρθωτος στους κακούς, και η διαμόρφωση από παιδαγωγούς και τροφούς (παιδεία) λαμβάνει μόνον δευτερεύουσα σημασία, παρόλο που και σε αυτήν αποδίδεται πάντοτε μεγάλη αξία για τη γένεση μιας μεγάλης προσωπικότητας, και ότι π.χ. όχι μόνο ο Αχιλλέας, αλλά και ο Ιάσων πρέπει να θεωρούνται μαθητές του Χείρωνα, ο οποίος στον μύθο παριστά το εξιδανικευμένο πρότυπο του διδασκάλου.
Ο αγώνας
Το μέγεθος του ηρωικού ανθρώπου αποκαλύπτεται κυρίως στη μάχη. Η ανώτατη βαθμίδα του είναι όταν όχι μόνο ο Αίας θέλει να είναι μεγάλος χωρίς τους θεούς, αλλά και ο Διομήδης, καταδιώκοντας τον Αινεία, δεν φοβάται ούτε τον ίδιο τον Απόλλωνα και, αφού όρμησε για τέταρτη φορά «σαν δαίμονας», υποχωρεί μόνον όταν ο θεός τού φωνάζει τρομερά: «Σκέψου και υποχώρησε! Θεοί και άνθρωποι είναι διαφορετικοί». Γενικά, όμως, ο τύπος του ήρωα εμφανίζεται στις μάχες, στο στρατόπεδο, στην πολιορκημένη πόλη, σε ατελείωτες παραλλαγές, με λίγες αντιθέσεις, όπως ο Θερσίτης. Όπως και στον μεγάλο χρονικογράφο, λ.χ. στον Φρουασάρ, για τον οποίο δεν ξέρει κανείς αν τάσσεται με τους Γάλλους ή με τους Άγγλους, έτσι και στον ποιητή ο ήρωας ως τέτοιος είναι αγαπητός· γι’ αυτό και δεν δείχνει καμία σαφή μεροληψία, και μάλιστα καθόλου χάριν του αποτελέσματος, το οποίο στους νόστους κακογλυκαίνει στους περισσότερους νικητές. Για αυτήν την επική απόλαυση του γεγονότος, το κυριότερο είναι να γίνεται το πράγμα όσο το δυνατόν πιο σφοδρό, και γι’ αυτό ο ποιητής έχει τους σταθερούς του στίχους, όπως:
«Δυνατά αντήχησαν εκεί το κλάμα και ο αλαλαγμός των ηρώων·
φονεύονταν και πέθαιναν, και το χώμα κολυμπούσε στο αίμα».
Κατά τον ισχυρότερο τρόπο, όμως, η αντικειμενικότητά του αποκαλύπτεται στο τέλος του Δ΄ βιβλίου, όπου ο Απόλλων παρακινεί τους Τρώες και η Αθηνά τους Αχαιούς, και με την υπόθεση ενός αμέτοχου θεατή, που δεν θα περιφρονούσε ό,τι συμβαίνει, επιτυγχάνεται ένα εξαίρετο κλείσιμο της πράξης. Αν όμως ο Όμηρος φαίνεται κάπου ευνοϊκότερος προς τους Αχαιούς παρά προς τους Τρώες, αυτό μπορεί να είναι το πολύ στο Γ΄ βιβλίο της Ιλιάδας (στ. 1 κ.ε.), κατά την παράταξη, όπου οι τελευταίοι προχωρούν με θόρυβο και κραυγές, όπως οι γερανοί στον πόλεμο με τους Πυγμαίους στον Ωκεανό, ενώ οι Αχαιοί προχωρούν σιωπηλοί, συγκρατημένοι στην αναπνοή και αποφασισμένοι να βοηθούν ο ένας τον άλλον. Για την παράταξη των στρατευμάτων ο Όμηρος έχει γενικά λαμπρές εικόνες, και το ίδιο και για την προέλαση μεμονωμένων ηρώων, όπως λ.χ. για τον Διομήδη τη δυνατή παρομοίωση με το λιοντάρι, που, μόνο ελαφρά πληγωμένο από τον βοσκό, εισβάλλει στο μαντρί των προβάτων.
Μεγάλη είναι επίσης η τεχνική ακρίβεια στην περιγραφή των μαχών, των πληγμάτων, των όπλων, των τραυμάτων. Ορισμένα περίφημα όπλα θεωρούνται στον μύθο μαγικά, ως «μοιραία πράγματα», όπως το τόξο του Ηρακλή στα χέρια του Φιλοκτήτη. Με ιδιαίτερη αγάπη γίνεται λόγος (Ιλ. Δ΄, 105) για το τόξο του Πάνδαρου· εκείνο του Οδυσσέα γίνεται σχεδόν έμβιο ον. Σε αυτόν τον ρεαλισμό ανήκει και το πώς (Ιλ. Η΄, 124 κ.ε.) ζωγραφίζεται η αμηχανία του πολεμιστή, του οποίου έχει σκοτωθεί ο ηνίοχος και που πρέπει τώρα ο ίδιος να αρπάξει τα ηνία.
Η πανουργία επιτρέπεται πλήρως· ακόμη και η δολιότητα, μάλιστα εναντίον συμμάχων όπως ο Φιλοκτήτης, εφόσον υπηρετεί τον κύριο σκοπό, ενσαρκώνεται στον Οδυσσέα. Αυτός σε νεότερα χρόνια είχε θελήσει να προμηθευθεί δηλητήριο για να αλείφει τα βέλη του, αλλά το απέκτησε μόνον αργότερα, επειδή εκείνος στον οποίο είχε αρχικά απευθυνθεί φοβόταν τους θεούς. Υπάρχει λοιπόν μεν κακή συνείδηση για την πράξη, αλλά παρ’ όλα αυτά αυτή τελείται.
H πολιτική πτυχή των ηρώων
Σχέση προς το κράτος τους οι ήρωες, αν αφήσουμε κατά μέρος τη μεταγενέστερη πολιτικοποίηση του Ηρακλή και του Θησέα, δεν έχουν ακόμη γενικά· η ημίθεη φύση τους και η εξουσία τους θεωρούνται αυτονόητες, και αν ποτέ εκδιώκονται από την εξουσία, αυτό δεν γίνεται από τον λαό, αλλά από άλλους κληρονόμους ή από εχθρούς. Βέβαια, ήδη στην Ιλιάδα η κοινότητα του στρατοπέδου εμφανίζεται κάποτε προβληματική, και αν και ακόμη καθαρά ως ποίηση, και η Οδύσσεια ζωγραφίζει την πολιτική κατάσταση της Ιθάκης. Αλλά πρώτοι οι τραγικοί ποιητές εισάγουν με ιδιαίτερη προτίμηση τις πολιτικές καταστάσεις της εποχής τους στα κράτη του παρελθόντος: ο Αισχύλος στους Ικέτιδες παρουσιάζει μια λαϊκή συνέλευση, και επανειλημμένα αντηχεί το πολιτικό και στον Αγαμέμνονα, όταν π.χ. ο βασιλιάς (στ. 849) δηλώνει ότι στο κράτος του, όπου χρειάζεται, πρέπει να επεμβαίνει γρήγορα ως ιατρός με ευεργετικό κάψιμο ή κόψιμο, και όταν η Κλυταιμνήστρα (στ. 883) προβάλλει ότι απομάκρυνε τον νεαρό Ορέστη στον Στρόφιο από φροντίδα για την περίπτωση που η κραυγαλέα αναρχία του δήμου θα έθετε τέλος στην εξουσία της συνετής βουλής. Πολύ περισσότερο ο Ευριπίδης πολιτικοποιεί όπου του ταιριάζει· αρκεί να σκεφθεί κανείς τη λαϊκή συνέλευση με ψήφους και ψηφοφορία που περιγράφεται στον Ορέστη από τον αγγελιαφόρο.
Η δόξα
Οι θεοί έχουν τη δύναμη να χαρίζουν στους ήρωες δόξα (κυδαίνειν), ακόμη και μια λάμψη προσωπικότητας, έτσι ώστε να φαίνεται ξαφνικά από αυτούς κάτι υπερφυσικό, ώστε π.χ. ο Οδυσσέας να μπορεί για στιγμές να γίνεται θεϊκή μορφή. Αλλά και η δόξα στην υστεροφημία εμφανίζεται ήδη ως σκοπός των ηρώων. Ο Έκτορας σκέπτεται εκείνους που σε μελλοντικούς καιρούς θα διαπλέουν τον Ελλήσποντο και θα βλέπουν το μνημείο εκείνου που θα σκοτώσει και έτσι θα διατηρούν ζωντανή τη φήμη του νικητή· στον Έλληνα που θα κατασκοπεύσει επιτυχώς τους Τρώες υπόσχεται κανείς μεγάλη, ουρανομήκη δόξα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους· πριν από μια μονομαχία συλλογίζονται ότι ο ηττημένος θα αυξήσει οπωσδήποτε τη δόξα του νικητή. Και, τέλος, ό,τι μεγάλο συντελείται γίνεται από μόνο του άσμα για τους μεταγενεστέρους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου