ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ
Τρίτη 31 Μαΐου 2022
Περί θείας ενώσεως και διακρίσεως - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (2)
ΠΑΠΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ-ΠΕΡΙ ΜΑΡΙΟΛΟΓΙΑΣ (1)
Η ΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.
2. Συμβολική σκέψη και μαριολογία!
Όπως ακριβώς στο ίδιο το μυστήριο τής ενσαρκώσεως έτσι και στο μυστήριο τής Μαρίας εμφανιζεται ένα σημαντικό μέρος συμβολισμού.
Και πράγματι αυτή η μοναδική καταγωγή όλου τού είναι καθιστά αναγκαία μία βαθύτατη συγγένεια και επομένως μία αντιστοιχία.
Στ'αλήθεια αυτός ο καθολικότατος νόμος δέν επιτρέπει την αποδοχή χωρίς περίσκεψη κάθε δυνατής αντιστοιχίας σαν τάξη τού Είναι καθορισμένης απο τον Θεό, έτσι όπως ούτε στην αιτιατή σκέψη κάθε τοποθέτηση θεμελιώνει μία ακριβέστατη έννοια τής σκέψης. Αλλά εάν στην αιτιατή σκέψη η παρατήτηση ή οι αναγκαίοι δεσμοί τής έννοιας φανερώνουν την ξεχωριστή κατάσταση των πραγμάτων, αυτό δημιουργεί στην συμβολική σκέψη την απόδειξη τής αρμονίας! Η νοηματική ικανότητα μίας καταστάσεως του Είναι σε σχέση με μία άλλη, έχει καθαυτή τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι ένα αντικείμενικό γεγονός όσο περισσότερο βρίσκεται σε συμφωνία με ξεχωριστές πλευρές και όσο περισσότερο σέβεται και πραγματοποιεί τους αιτιατούς νόμους των διαφόρων επιπέδων.
Εκκλησία και Θεολογία σε κρίση - Η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας και η κρίση του Οικουμενισμού
Μυσταγωγία (στην δημοτική)
A'. Πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ ἅγια Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καὶ τύπος τοῦ Θεοῦ
Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ μακάριος ἐκεῖνος γέροντας, κατὰ ἕνα πρῶτο συμβολισμὸ τῆς θεωρίας του, ὅτι ἡ ἅγια Ἐκκλησία εἶναι τύπος κι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχει τὸ ἴδιο μ' αὐτὸν ἔργο κατὰ τὴ μίμηση καὶ κατὰ τὴ μορφή.(16)
Ἀφοῦ ἐδημιούργησε δηλαδὴ ὁ Θεὸς τὰ πάντα μὲ τὴν ἄπειρη δύναμή του καὶ τὰ ἔφερε στὴν ὕπαρξη, τὰ συγκρατεῖ, τὰ συνενώνει καὶ χαράζει τὰ ὅριά τους. Συνδέει μὲ τὴν πρόνοιά του τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, καὶ τὰ νοητὰ καὶ τὰ αἰσθητά. Καὶ κρατῶντας μαζὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὰ πάντα, στὰ ὁποῖα εἶναι αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος, ἐνῷ κατὰ τὴ φύση βρίσκονται σὲ διάσταση, τὰ κάνει νὰ συγκατανεύουν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο σύμφωνα μὲ μιὰ τάση τους, τὴν τάση πρὸς αὐτόν, σὰν βασικὴ ἀρχὴ τῆς σχέσης. Σύμφωνα μ' αὐτὴν ὁδηγοῦνται ὅλα σὲ μιὰ ταυτότητα κίνησης καὶ ὕπαρξης, ποὺ ἀποκλείει τὴν κατάλυση καὶ τὴ σύγχυση. Κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα, προβαδίζοντας, δὲ στασιάζει ἐναντίον κάποιου ἄλλου, οὔτε ἀποσπᾶται ἀπ' αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὴ διαφορὰ ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση καὶ τὴν κίνησή του. Συμφύονται ὅλα μαζὶ μὲ ὅλα χωρὶς νὰ συγχέονται, σύμφωνα μὲ τὴν ἀκατάλυτη σχέση καὶ φύλαξη τῆς μοναδικῆς ἀρχῆς κι αἰτίας, ποὺ καταργεῖ κι ἐπισκεπάζει ὅλες τὶς σχέσεις, ποὺ θεωροῦνται ἰδιαίτερες μεταξὺ ὅλων ἀνάλογα μὲ τὴ
φύση καθενὸς ἀπὸ τὰ ὄντα. Ὄχι μὲ τὸ νὰ τὶς καταστρέφη καὶ νὰ τὶς ἀναιρῆ καὶ νὰ τὶς κάνη νὰ μὴν ὑπάρχουν, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τὶς νικᾶ καὶ νὰ λάμπη ἀπάνωθέ τους, ὅπως ἀκριβῶς τὸ σύνολο πάνω ἀπὸ τὰ μέρη του ἤ καὶ μὲ τὸ νὰ παρουσιάζεται σὰν αἰτία τοῦ συνόλου αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, καὶ τὸ ἴδιο τὸ σύνολο καὶ τὰ μέρη τοῦ συνόλου, εἶναι φυσικὸ νὰ φαίνωνται καὶ νὰ ὑπάρχουν, γιατί ἔχουν ὁλάκερη τὴν αἰτία τους νὰ λάμπη ἀπάνωθέ τους. Κι ὅπως ὁ ἥλιος ξεπερνᾶ τὴ λάμψη τῶν ἄστρων καὶ στὴ φύση καὶ στὴ δύναμη, ἔτσι κι αὐτά, σὰν ἀποτελέσματα μιᾶς αἰτίας, δείχνουν τὴν αἰτία τους αὐτὴ νὰ καλύπτη ὅλη τὴν ὕπαρξή τους. Γιατί, ὅπως τὰ μέρη προέρχονται ἀπὸ τὸ ὅλο, ἔτσι εἶναι φυσικὸ καὶ τὰ αἰτιατὰ νὰ ἀντλοῦν τὴν ἰσχύ τους ἀπὸ τὴν αἰτία καὶ νὰ γνωρίζωνται ἀπ' αὐτὴ καὶ ν' ἀφήνουν τὴν ἀτομικότητά τους ν' ἀδρανῆ, ὅταν, πιασμένα μέσα στὴν ἀναφορὰ πρὸς τὴν αἰτία, λάβουν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ποιότητα ἐκείνης, σύμφωνα μὲ τὴν ἀδιάσπαστη, ὅπως εἴπαμε, δύναμη ποὺ ἔχει ἡ σχέση τους μ' αὐτήν. Ἀφοῦ τὰ πάντα μέσα στὰ πάντα εἶναι ὁ Θεός, ποὺ μὲ ἀπέραντο μέτρο ὑπερβαίνει τὰ πάντα, θὰ γίνη ὁρατὸς ὁλομόναχος σὲ ὅσους ἔχουν καθαρὴ σκέψη. Τοῦτο θὰ γίνη, ὅταν ὁ νοῦς, καθὼς ἀναλογίζεται θεωρητικὰ τοὺς λόγους τῶν ὄντων, σταματήση στὸν ἴδιο τὸ Θεό, σὰν αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος τῆς δημιουργίας καὶ τῆς γένεσης ὅλων, ἕνα βυθὸ ἀδιάστατο ποὺ περιέχει τὰ πάντα.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ θ' ἀποδειχθῆ ὅτι ἐνεργεῖ ἀνάμεσά μας, ὅπως ὁ Θεός, ἀρχέτυπο ἐκεῖνος κι ἐκείνη εἰκόνα του. Εἶναι βέβαια πολλοὶ κι ἀμέτρητοι σχεδὸν στὸν ἀριθμὸ οἱ ἄνδρες κι οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ διαφέρουν καὶ κατὰ τὸ φῦλο καὶ κατὰ τὴ μορφή, τὴν ἐθνικότητα καὶ τὶς γλῶσσες, τὶς περιπέτειες τῆς ζωῆς, τὶς ἡλικίες, τὶς γνῶμες, τὴν τέχνη, τοὺς τρόπους, τὶς συνήθειες, τὰ ἐπαγγέλματα. Καὶ στὶς ἐπιστῆμες πάλι καὶ στ' ἀξιώματα, στὶς τύχες, στοὺς χαρακτῆρες, στὶς διαθέσεις διακρίνονται μεταξύ τους καὶ διαφέρουν πολὺ ὅσοι ἔρχονται σ' αὐτὴ καὶ δέχονται ἀπ' αὐτὴ τὴν ἀναγέννησή τους καὶ τὴν ἀναδημιουργία τους μὲ τὴ δύναμη τοῦ πνεύματος. Δίνει ὅμως σ' ὅλους αὐτοὺς καὶ χαρίζει μία κατὰ ἴσο μέτρο θεϊκὴ μορφὴ καὶ θεῖο ὄνομα, καὶ νὰ προέρχωνται καὶ νὰ ὀνομάζωνται ἀπὸ τὸ Χριστό. Τοὺς δίνει ἀκόμα τὴ μία ἁπλῆ κι ἀσύνθετὴ κι ἀδιαίρετη σχέση ποὺ δημιουργεῖ ἡ πίστη, ποὺ τὶς πολλὲς κι ἀναρίθμητες διαφορές, ποὺ καθένας ἔχει, μήτε κὰν ὅτι ὑπάρχουν δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνη γνωστό, ἐπειδὴ ὅλα γενικὰ σ' αὐτὴν κατευθύνονται καὶ συναντιοῦνται. Μέσα σ' αὐτὴν κανένας τίποτα ἐντελῶς δὲν ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ κοινὸ γιὰ χάρη δική του. Ὅλοι συμφύονται ὁ ἕνας μὲ τοὺς ἄλλους καὶ συνδέονται μέσα στὴ μία ἁπλῆ κι ἀδιαίρετη χάρη καὶ δύναμη τῆς πίστης.(17) Ἤτανε, λέει, ὅλων ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ μία, ὥστε ἀπὸ διάφορα μέλη νὰ εἶναι ὡστόσο καὶ νὰ φαίνεται ἕνα σῶμα ἄξιο ἀληθινὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀληθινῆς κεφαλῆς μας.
Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;
Την ίδια στιγμή βεβαίως η «οικονομία» της Σωτηρίας και η «ιστορία» του Χριστού παραμένουν στην σκιά. Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να μειώσει το δόγμα του ΕΝΟΣ εγκαταλείπεται. Προηγείται απολύτως κάθε προσπάθειας ο μονοθεϊσμός και η εξασφάλισή του.
Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του
Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (7)
Συνέχεια από: Κυριακή 29 Μαΐου 2022
Nihilism Before Nietzsche
Michael Allen Gillespie
Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ
Εισαγωγή: Η επιστήμη και η τροχιά της αμφιβολίαςΤο ΕGO COGITO ERGO SUM ΧΑΡΑΧΤΗΚΕ πάνω σε μία από τις πύλες της νεοτερικότητας, και εμείς οι οποίοι περάσαμε μέσα από αυτή την πύλη έχουμε υποκύψει στη γοητεία του. Έχουμε κυριολεκτικά μεταμορφωθεί εξ αιτίας του, μια και αυτή η αρχή βοήθησε να δοθεί νέο νόημα σε ό,τι σημαίνει η ανθρώπινη ύπαρξη, και άρα συνέβαλε στην καθίδρυση ενός εντελώς νέου φάσματος πολιτικών, ηθικών και φιλοσοφικών δυνατοτήτων. Στο βαθμό που η νεοτερικότητα εδράζεται σε αυτή την αρχή, ο άνθρωπος δεν κατανοείται πλέον ως ορθολογικό ζώο ή ως παιδί του Θεού. Αυτές οι αντιλήψεις τού τι σημαίνει ανθρώπινο ον ούτε χάθηκαν ούτε λησμονήθηκαν, αλλά βαθμηδόν παραγκωνίστηκαν. Επομένως δεν καθορίζουν πλέον τον πολιτιστικό κόσμο όπου ζούμε. Εμείς οι μοντέρνοι καταλήξαμε να κατανοούμε τον εαυτό μας ως υποκείμενο το οποίο αντιτίθεται σε έναν εχθρικό κόσμο που πρέπει να κατακτηθεί και να υποταχθεί στη βούλησή μας.
Θα ήταν λάθος ωστόσο, να υποθέσουμε ότι η νεοτερικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από υποκειμενικότητα. Η νεοτερικότητα είναι ένα σύνολο διαφορετικών στοιχείων, και παρανοούμε τη γόνιμη αμφιλογία της παράδοσής μας εάν δε αναγνωρίζουμε αυτό το γεγονός. Ανθρωπισμός, εμπειρισμός και φιλελευθερισμός, για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν σε βάθος εάν υποθέσουμε ότι είναι απλώς μορφές της υποκειμενικότητας. Παρά ταύτα, δεν είναι δυνατόν να αρνηθούμε ότι η υποκειμενικότητα και οι επιταγές της βρίσκουν πάντα πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν.
Προκειμένου να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο μας, φαίνεται ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με την αρχή της υποκειμενικότητας, με το ego cogito ergo sum. Πώς όμως να την κατανοήσουμε αν δεν κατανοούμε το ερώτημα στο οποίο απαντά. Κάθε απόφαση ή κρίση είναι η απάντηση σε κάποιο εκφρασμένο ή ανέκφραστο ερώτημα, και το νόημα κάθε απόφανσης προσδιορίζεται μόνο με βάση το ερώτημα στο οποίο δίνει απάντηση. Το ερώτημα μας καλεί και μας οδηγεί προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, σε κάποια συγκεκριμένο είδος απάντησης. Το ego cogito ergo sum είναι η αρχή του Descartes (Καρτέσιου) και το ερώτημα στο οποίο απαντά είναι το ερώτημα που δίνει ώθηση στη σκέψη του. Για να κατανοήσουμε λοιπόν, αυτή την αρχή και τη μοντέρνα έννοια της υποκειμενικότητας, θα πρέπει να συνδιαλλαγούμε με τον Descartes.
Ο Descartes γεννήθηκε το 1596, σε έναν κόσμο που σπαρασσόταν από τους θρησκευτικούς πολέμους της Μεταρρύθμισης. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια και έλαβε εξαιρετική μόρφωση στη νεοϊδρυθείσα ιησουίτικη σχολή La Flèche. Ήταν τόσο εξαίρετος σπουδαστής ώστε οι δάσκαλοί του τού παραχώρησαν την ελευθερία να διαβάζει και να μελετά ό,τι ήθελε.
Γνώριζε καλά μεγάλο μέρος της παραδοσιακής σχολαστικής γραμματείας και μελέτησε μερικές από τις μυστικιστικές επιστήμες. Το πραγματικό πάθος του, όμως, ήτα τα μαθηματικά. Αφού έφυγε από τη σχολή La Flèche, σπούδασε νομικά και ξεκίνησε στρατιωτική σταδιοδρομία. Ωστόσο ποτέ δεν είχε ενεργό δράση ως στρατιωτικός και ουσιαστικά αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στη μελέτη των μαθηματικών και των επιστημών. Αυτή ακριβώς την περίοδο, το 1619, συνέλαβε την ιδέα που άλλαξε τη ζωή του, την ιδέα για μια καθολική επιστήμη βασιζόμενη στα μαθηματικά· προφανώς την εμπνεύστηκε από τον Francis Bacon, όμως η ιδέα ότι θα έπρεπε να λάβει μαθηματική μορφή ήταν δική του. Σύμφωνα με την αποσπασματική και ίσως φανταστική αφήγησή του για την προέλευση αυτής της ιδέας στα Ολυμπιακά του, την εμπνεύστηκε σε ένα όνειρο. Οποιαδήποτε κι αν είναι η προέλευσή της, ο Descartes δεν άργησε να εκτιμήσει την τεράστια σημασία της. Πίστευε ότι τέτοιου είδους επιστήμη θα μπορούσε να μετασχηματίσει ριζικά την ανθρώπινη ζωή, να δώσει στον άνθρωπο την κυριαρχία πάνω στη φύση, που αναζητούσε ο Bacon, και έτσι να του παρέχει την ασφάλεια και την ευημερία που ίσαμε τότε στερούνταν.
Ο Descartes γνώριζε ότι αυτό το πρόταγμα θα ήταν μια τεράστια ευθύνη και συμπέρανε ότι θα έπρεπε να κάνει εκτεταμένες πνευματικές και πρακτικές προετοιμασίες για να το αναλάβει. Έτσι, λοιπόν, δεν άρχισε να εργάζεται πάνω σε αυτό πριν από το 1628. Οι πρώτοι καρποί της δουλειάς του ήσαν το αποσπασματικό Κανόνες για την καθοδήγηση του πνεύματος και η Πραγματεία περί κόσμου, την οποία απέσυρε όταν έμαθε για την καταδίκη του Γαλιλαίου. Το 1636 δημοσίευσε τον Λόγο περί μεθόδου για να οδηγεί κανείς καλώς το λογικό του και να αναζητεί την αλήθεια στις επιστήμες, καθώς και τρεις επιστημονικές πραγματείες που ήθελε να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα αυτής της μεθόδου. Για να απαντήσει σε ερωτήματα γύρω από το τέταρτο μέρος του Λόγου, που σκιαγραφούσε τις μεταφυσικές του εικασίες, ο Descartes δημοσίευσε τους Στοχασμούς περί της πρώτης φιλοσοφίας το 1641. Απάντησε στις επικρίσεις αυτού του έργου το 1644 με τις Αρχές της φιλοσοφίας. Το 1649 δημοσιεύθηκαν τα Πάθη της ψυχής, έργο στο οποίο εκθέτει το πλαίσιο για την ηθική φιλοσοφία του. Λίγο μετά, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη Σουηδία, ο Descartes προβλήθηκε από πνευμονία και πέθανε στις αρχές Φεβρουαρίου του 1650.
Το έργο του Descartes διαβαζόταν ευρέως σε κύκλους μορφωμένων ενόσω ζούσε ο ίδιος, και ήταν εξαιρετικά διαφιλονικούμενο όχι μόνο εξ αιτίας των φιλοσοφικών, μαθηματικών και επιστημονικών καινοτομιών του αλλά και εξ αιτίας της προβληματικής πραγμάτευσης της θρησκείας. Η άμεση και σαφής επιρροή που άσκησε στους Arnauld και Malebranche είναι αναντίρρητη, όπως και η σημαντική επιρροή του στους Leibniz και Spinoza. Η σπουδαιότητα της σκέψης του, όμως, δεν αναγνωριζόταν ευρύτερα μέχρι τις δεκαετίες 1660 και 1670, όταν υιοθετήθηκε ως μέρος του σταθερού προγράμματος σπουδών πολλών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Η ολοφάνερη επίδραση που είχε η σκέψη του Descartes σε σειρά γενεών δικαίως οδήγησε στην αναγνώρισή του ως πατέρα της μοντέρνας φιλοσοφίας.Η θεμελιώδης αρχή του Descartes γίνεται κατανοητή μόνο στο πλαίσιο του μεγαλειώδους εγχειρήματός του να καθιδρύσει μια καθολική επιστήμη. Στον Κανόνα 2 των Κανόνων περιγράφει τι πρέπει να είναι και να κάνει η τέτοιου είδους επιστήμη:
Κάθε γνώση είναι ασφαλής και προφανής γνώση. Όποιος έχει αμφιβολίες γύρω από πολλά πράγματα δεν είναι σοφότερος από όποιον δεν τα συλλογίστηκε ποτέ· τω όντι, εμφανίζεται λιγότερο σοφός εάν έχει διαμορφώσει κάποια λανθασμένη γνώμη για οποιαδήποτε εξ αυτών. Επομένως είναι καλύτερο να μη μελετάμε καθόλου, παρά ν’ ασχολούμαστε με αντικείμενα τα οποία είναι τόσο δύσκολα, ώστε ν’ αδυνατούμε να διακρίνουμε ό,τι είναι αληθές απ' ό,τι είναι ψευδές και να εξαναγκαζόμαστε να εκλάβουμε το αμφίβολο ως βέβαιο· γιατί σε τέτοια ζητήματα ο κίνδυνος να μειωθούν οι γνώσεις μας είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι η προσδοκία μας να αυξηθούν. Έτσι, σε συμφωνία με αυτό τον Κανόνα, απορρίπτουμε κάθε τέτοια απλώς πιθανή γνώση και αποφασίζουμε να πιστεύουμε μόνο ό,τι είναι απολύτως γνωστό και δεν γεννά αμφιβολίες.
Αυτό ήταν το πρόβλημα που ο Descartes έβαλε στόχο να λύσει – πώς να ξεπεράσουμε όλες τις αμφιβολίες και να αποκτήσουμε γνώση που δεν θα είναι απλώς πιθανή μα βέβαιη. Στους Κανόνες και στα υπόλοιπα πρώιμα έργα του ο Descartes προσπάθησε να ανακαλύψει αυτή τη βεβαιότητα στην αμεσότητα της ενόρασης, στη «βέβαιη σύλληψη του εναργούς και προσηλωμένου πνεύματος», το οποίο «εκπορεύεται αποκλειστικά και μόνο από το φως του Λόγου» Ο Descartes διαπίστωσε, ωστόσο, ότι η ενόραση αυτή καθ' εαυτήν δεν ήταν επαρκής βάση για τη βεβαιότητα που απαιτούσε η επιστήμη του. Η φύση δεν μπορούσε να κυριαρχηθεί χωρίς να ερευνηθεί ό,τι υπερβαίνει τη φύση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι υποχρεώθηκε να αναλάβει μια μεταφυσική έρευνα που απέρριπτε κάθε παραδεδεγμένη γνώμη και ακολουθούσε μια τροχιά ριζικής αμφιβολίας προκειμένου να ανακαλύψει κάποιο βέβαιο θεμέλιο. Αυτή η έρευνα τον οδήγησε να ανακαλύψει τη θεμελιώδη αρχή του.
Αυτή η αρχή διατυπώθηκε για πρώτη φορά στον Λόγο που επιδίωκε να μυήσει το κοινό στη νέα μέθοδο της καρτεσιανής επιστήμης. Το έργο αυτό γράφτηκε σε αυτοβιογραφικό ύφος και παρουσιάζει τη νέα μέθοδο ως ακέραιο μέρος του νέου είδους ανθρώπινου όντος, που αντιπροσωπεύεται από τον ίδιο τον Descartes. Όπως ο προκάτοχός του ο Montaigne, ο Descartes παρουσιάζει, λοιπόν, τον εαυτό του ως παράδειγμα προς μίμηση. Όμως, σε αντίθεση με τον Montaigne, ο οποίος υπερασπιζόταν την αυτάρκεια και την αποδοχή του πεπρωμένου έναντι ενός ριζικά ακατανόητου κόσμου, ο Descartes καταστρώνει ένα σχέδιο για να κυριαρχήσει στον εαυτό του και στον κόσμο. Επομένως το πρόταγμα του Descartes δεν έχει ως κίνητρο τον πόθο για γαλήνη, μεταμόρφωση ή καθοσίωση, αλλά την επιθυμία για ασφάλεια και ευημερία.
Αφού περιγράφει την εκπαίδευσή του (μέρος 1ο), τη μέθοδό του (μέρος 2ο) και τον προσωρινό κώδικα ηθικής του (μέρος 3ο), ο Descartes παρουσιάζει τις πρώτες σκέψεις του για τα θεμέλια της φιλοσοφίας (μέρος 4ο). Εκφράζει τις αμφιβολίες του για το κατά πόσο είναι ορθό να περιγραφούν αυτές οι σκέψεις, μια και είναι σε τέτοιο βαθμό μεταφυσικές και εκτός του συνηθισμένου, ώστε να μην αρέσουν σε κανέναν. Παρά ταύτα, αισθάνεται υποχρεωμένος να μιλήσει «με κάποιο μέτρο» για το σταθερό θεμέλιο που ανακάλυψε για τη νέα επιστήμη του. Λέει στον αναγνώστη ότι, ενώ σε ζητήματα συναναστροφής ενίοτε είναι αναγκαίο να ακολουθούμε τις πιο αβέβαιες αρχές σαν να ήταν αναμφίβολες, όταν αναζητούμε την αλήθεια είναι αναγκαίο να απορρίπτουμε ως απολύτως ψευδές οτιδήποτε γεννά και την παραμικρή αμφιβολία. Αποφασίζει, λοιπόν, «να μην αποδέχομαι ποτέ κάτι ως αληθινό εάν δεν διαθέτω αποδεδειγμένη γνώση περί της αλήθειας του, [...] να μη συμπεριλαμβάνω τίποτα παραπάνω στις κρίσεις μου απ’ ό,τι παρουσιάζεται στον νου μου με τόση ενάργεια και κατηγορηματικότητα, ώστε να μην έχω την ευκαιρία να αμφιβάλλω για τούτο».
Όπως οι Κανόνες για την καθοδήγηση του πνεύματος, οι πρώτοι στοχασμοί του αρχίζουν με το πρόβλημα της αμφιβολίας και ακολουθούν τη διαδρομή της αμφιβολίας αναζητώντας τη βεβαιότητα. Επειδή οι αισθήσεις μάς εξαπατούν, απορρίπτει την αλήθεια κάθε αίσθησης επειδή οι άνθρωποι σφάλλουν ακόμη και όταν κάνουν απλές γεωμετρικές σκέψεις, απορρίπτει όλες τις γεωμετρικές αποδείξεις, και επειδή συχνά κάνουμε τις ίδιες σκέψεις στα όνειρα και όταν είμαστε σε εγρήγορση, αποφασίζει να μεταχειρίζεται καθετί το οποίο διείσδυσε κατά το παρελθόν στο πνεύμα του απλώς ως όνειρο. Ωστόσο, παρ’ ότι ακολούθησε αυτή την τροχιά προς το σκεπτικιστικό του συμπέρασμα, επισημαίνει πως όποτε προσπάθησε να συλλογιστεί κάτι ψευδές αντιλήφθηκε ότι «ήταν αναγκαίο, εγώ ο οποίος το σκεπτόμουν να ήμουν κάτι. Και καθώς διαπίστωνα ότι αυτή η αλήθεια "νοώ άρα υπάρχω" ήταν τόσο στέρεη και ασφαλής ώστε ακόμη και οι πιο εξωφρενικές εικασίες των σκεπτικιστών ήταν αδύνατον να την κλονίσουν, αποφάσισα ότι μπορούσα να την αποδεχτώ ανενδοίαστα ως την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας την οποία αναζητούσα».
Η περιγραφή αυτής της ανακάλυψης είναι περισσότερο λεπτομερής στούς Στοχασμούς. Ο Λόγος γράφτηκε στη γαλλική γλώσσα και προορίζεται για το ευρύ κοινό. Ακολουθώντας τον προσωρινό κώδικα ηθικής που σκιαγραφήθηκε στο 3ο μέρος του λόγου, ο Descartes αποφεύγει να θέσει ερωτήματα που ίσως αναστάτωναν θρησκευτικές πεποιθήσεις ή ήθη, και αναφέρεται στους μεταφυσικούς στοχασμούς του μόνο «με κάποιο μέτρο», έτσι ώστε τα αδύναμα πνεύματα να μην τους χρησιμοποιήσουν για να δημιουργήσουν προβλήματα. Προφανώς εδώ έχει κατά νου «εκείνους τους ταραχοποιούς και ανήσυχους χαρακτήρες οι οποίοι, χωρίς να έχουν κληθεί να διαχειριστούν δημόσιες υποθέσεις είτε λόγω καταγωγής είτε λόγω του πεπρωμένου, όλο και κάποια νέα μεταρρύθμιση σκαρφίζονται», και τονίζει ότι δεν θα δημοσίευε τον Λόγο εάν έστω και το παραμικρό σε αυτόν συνέτεινε σε τέτοια αφροσύνη.
Οι Στοχασμοί, αντιθέτως, γράφτηκαν στα λατινικά και απευθύνονταν σε περισσότερο μορφωμένο και φαινομενικά πιο σώφρον αναγνωστικό κοινό. Ακόμη και αυτό το εγχείρημα, όμως, έχει τους κινδύνους του, γιατί οι ιδέες είναι πιθανόν να διαδοθούν σε λιγότερο μορφωμένους. Παρά ταύτα, ο Descartes πιστεύει ότι πρέπει να διακινδυνεύσει, γιατί τίποτα στέρεο δεν καθιδρύεται στη φιλοσοφία εάν δεν ακολουθήσουμε αυτή την τροχιά. Μολονότι τη φωτιά και τα ξίφη «δεν είναι δυνατόν να τα χειριστούν με ασφάλεια άφρονες ή παιδιά, κανείς δεν πιστεύει ότι αυτό το γεγονός είναι ένας λόγος για να ζήσουμε χωρίς αυτά εντελώς».
Συνεχίζεται
Ιστορίες με κρυπτοχριστιανούς στην Τουρκία
Με λένε Ελένη...
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Αεροδρόμιο της Αγκύρας, το 199... Με τον ιερομόναχο Κύριλλο της Μονής .... είμαστε στο χώρο αναχωρήσεων του αεροδρομίου της Αγκύρας. Προερχόμαστε από ταξίδι στην αγία Καππαδοκία, όπου λίγοι ήσαν οι τουρίστες – προσκυνητές και τα έχουμε λίγο χαμένα, βλέποντας το πλήθος και την ποικιλία των φυλών και των ενδυμασιών. Πηγαίνουμε στην Τραπεζούντα, στο κέντρο του ποντιακού Ελληνισμού. Μέσα σε αυτό το ανώνυμο πλήθος, που ζαλίζεται κανείς βλέποντας το πλήθος να τρέχει σα σε ζαλισμένο κοπάδι για να προλάβει την πτήση ο π. Κύριλλος πέρασε απαρατήρητος. Ψηλός, ξερακιανός, με μακριά μαύρη γενειάδα, φορούσε το αντερί του, το ράσο του και ένα μαύρο πανωφόρι, λόγω της εποχής. Ήταν προχωρημένο φθινόπωρο. Πολλοί από τους ταξιδιώτες ήσαν γενειοφόροι και αρκετοί φορούσαν ιμάτια και κελεμπίες... Ήσαν πολλοί και οι αστυνομικοί που γύριζαν σε όλο το χώρο του αεροδρομίου οπλισμένοι σαν αστακοί...
Στην οθόνη αναχωρήσεων των πτήσεων του αεροδρομίου είδαμε τους αριθμούς των γκισέ που πρέπει να πάμε για να παραδώσουμε τις βαλίτσες μας και να πάρουμε την κάρτα επιβίβασης. Περιμέναμε με υπομονή στην ουρά έως ότου φτάσαμε μπρος στη συνοδό εδάφους, μια καλοκαμωμένη νέα κοπέλα, με όμορφο πρόσωπο, μελαχρινή, με γαλάζια μάτια. Πρώτος πέρασε ο π. Κύριλλος. Ήμουν πίσω του. Έδωσε το διαβατήριό του και έβαλε τη βαλίτσα στη ζυγαριά. Η κοπέλα άνοιξε το διαβατήριο και τον κοίταξε επίμονα στα μάτια. Κάποια στιγμή τα βλέμματα συναντήθηκαν. Του είπε στα αγγλικά, σε χαμηλό ευγενικό τόνο:
- Είστε Έλληνας...
- Μάλιστα, της απάντησε κοφτά ο π. Κύριλλος.
- Και Πόντιος; Τον ξαναρώτησε
- Μάλιστα, της απάντησε πάλι ο π. Κύριλλος, αυτή τη φορά απορημένος.
Η κοπέλα με το ίδιο θερμό πάντα χαμόγελο συνέχισε τις ερωτήσεις.
- Ξέρετε ποντιακά;
- Μάλιστα, της απάντησε μονολεκτικά ο π. Κύριλλος.
Τότε του μίλησε στα ποντιακά.
- Θέλω μια χάρη πάτερ, να μου διαβάσετε μιαν ευχή, να με ευλογήσετε.
Ξαφνιάστηκε ο π. Κύριλλος.
- Πού κοπέλα μου να σου την διαβάσω; Δεκάδες άνθρωποι συνωστίζονται στα γκισέ, μπορεί να μας δουν. Είναι και η αστυνομία... Ο π. Κύριλλος μου είπε αργότερα πως δεν σκεφτόταν τον εαυτό του για τις συνέπειες. Εκείνος ήταν ταξιδιώτης, η κοπέλα ήταν τουρκάλα...
- Θα πάμε λίγο πιο πέρα σε εκείνο το άδειο γκισέ και λίγη ώρα θα κάνουμε. Σας παρακαλώ...
Το ύφος της παρακλητικό. Σχεδόν έκλαιγε από την επιθυμία της ευλογίας. Άφησε τη θέση της και πήγε πιο πέρα χωρίς να τον αφήσει από τα μάτια της και με το βλέμμα της να τον παρακαλεί. Ο π. Κύριλλος πήγε κοντά της. Έβγαλε από την τσέπη του αντεριού του ένα εγκόλπιο ευχολόγιο και ένα μικρό Σταυρό ευλογίας. Της διάβασε σύντομη ευχή και με την πλάτη στο πλήθος την ευλόγησε με τον Σταυρό μέσα από τον πανωφόρι. Το πρόσωπο της κοπέλας φωτίστηκε. Έμοιαζε με μικρό παιδί, που του έκαμαν ένα πολύτιμο δώρο, δώρο ζωής. Λάμποντας από χαρά γύρισε στη θέση της, έδωσε το διαβατήριο και την κάρτα επιβίβασης στον π. Κύριλλο. Πριν απομακρυνθεί την ερώτησε στα ποντιακά:
- Πώς σε λένε κοπέλα μου, για να σε μνημονεύω σε κάθε Θεία Λειτουργία; Και εκείνη του απάντησε:
- Με λένε Ελένη...
Κάνοντας ότι την χαιρετά της άφησε ένα μικρό φάκελο και προχώρησε... Ήρθε η σειρά μου να εξυπηρετηθώ. Πάντα με μιαν έκφραση χαράς, αλλά χωρίς κουβέντα με εξυπηρέτησε. Απλώς κοιταχτήκαμε στα μάτια. Είμασταν και οι δύο ευτυχισμένοι. Εκείνη για την αναπάντεχη ευλογία, εγώ για την ύπαρξη στο αεροδρόμιο της Αγκύρας μιας Ελένης.
Καθώς περιμέναμε να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο δεν μπορούσα να συγκρατήσω τον εντυπωσιασμό μου από την κρυπτοχριστιανή και από το ότι ο π. Κύριλλος πέρασε από τον έλεγχο αγιωτικά αντικείμενα.
- Πάτερ μου, εντύπωση μου έκανε το πώς πέρασες από τα μηχανήματα του αεροδρομίου τον σταυρό και το ευχολόγιο. Είδα πως έχεις μαζί σου και εικονίτσες... Πιστεύω πως μιαν πρέπει να έδωσες και στην Ελένη...
- Δεν έκρυψα τίποτε στον έλεγχο. Ούτως ή άλλως θα τα εύρισκαν... Σχεδόν με έγδυσαν... Όταν με πήγαν στον επικεφαλής της ασφάλειας του αεροδρομίου του εξήγησα ότι είναι παλιά αντικείμενα χωρίς αξία και για δική μου χρήση. Τίποτε από τα όσα έχω μαζί μου δεν περιέχει μέταλλο. Και ο Σταυρός είναι ξύλινος...Τις εικονίτσες μου επέτρεψε να τις πάρω. Σε προηγούμενα ταξίδια μου στην Τουρκία μου τις είχαν κρατήσει. Είναι και σε τι αστυνόμο θα πέσει κανείς, αλλά και με πόση πίστη προσεύχεται...
Περιμένοντας να επιβιβαστούμε μας πλησίασε ένας γύρω στα πενήντα σχετικά κοντός παχουλός κύριος, με γυαλάκια και στρογγυλό πρόσωπο και ευχάριστος στην όψη και στους τρόπους. Μίλησε στον π. Κύριλλο απ’ ευθείας ποντιακά.
- Πάτερ μου πόντιος είσθε; Από πού η καταγωγή;
- Μάλιστα, του απάντησε ο π. Κύριλλος. Οι γονείς μου γεννήθηκαν στα Κοτύωρα (Ορντού) και μωρά πήγαν στην Ελλάδα. Αυτοί γλύτωσαν από τη σφαγή. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου άφησαν στον Πόντο το βιός τους και προ πάντων την καρδιά τους...
- Εσύ από πού είσαι; Τον ρώτησε ο π. Κύριλλος.
- Είμαι από την Τραπεζούντα. Η γιαγιά μου ήταν Ρωμιά. Θεός σχωρέστη... Και η μάνα μου αισθάνεται ρωμιά κι ας είναι ο πατέρας μου Τούρκος. Τα ποντιακά τα ξέρει από τη μάνα της, ξέρει και την ιστορία της... Μη με ρωτήσεις το πώς και το γιατί και οι δυο παντρεύτηκαν Τούρκους,
Ο π. Κύριλλος δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στην τραγωδία του βίαιου γάμου Τούρκων με κορίτσια που με τη βία κράτησαν κατά την καταστροφή του 1922 και τον ρώτησε, με το θάρρος που του έδωσε με τα όσα του είπε:
- Εσύ πώς αισθάνεσαι; Ρωμιός, Τούρκος,...;
- Αισθάνομαι πάτερ μπερδεμένος. Είμαι Τούρκος, αλλά έρχονται στιγμές που νιώθω Ρωμιός. Ψυχική διέξοδος για μένα ήταν η Γερμανία. Ξενιτεύτηκα εκεί, σπούδασα, παντρεύτηκα Γερμανίδα, έγινα Γερμανός πολίτης, τα παιδιά μου τα έκαμα να νιώθουν Γερμανοί και είναι χριστιανόπουλα, στη θρησκεία της μητέρας τους. Όσο ζουν οι γονείς μου έρχομαι στην Τραπεζούντα μια δυο φορές το χρόνο και τους βλέπω, εδώ ως Τούρκος... Όσο μπορώ περνώ στην αφάνεια για να μην προκαλώ τις υπηρεσίες εδώ και στη Γερμανία...
Συζητώντας προχωρήσαμε στο αεροπλάνο και πια δεν ξανασυναντηθήκαμε... Φτάσαμε στην Τραπεζούντα, κάναμε το προσκύνημά μας στις Μονές Σουμελά και Βαζελώνος. Υπό την παρακολούθηση των γκρίζων λύκων πήγαμε να προσκυνήσουμε και στην Αγία Σοφία, αλλά δεν μας άφησαν να μπούμε, επισκεφθήκαμε ό,τι ελληνικό έχει απομείνει στην καρδιά του ποντιακού Ελληνισμού και δια μέσου Κωνσταντινούπολης επιστρέψαμε στην Ελλάδα.
Πέρασε περίπου ένας χρόνος από το ταξίδι μας στην Καππαδοκία και στον Πόντο. Ένα απόγευμα μου τηλεφώνησε ο π. Κύριλλος.
- Κάθεσαι; με ρώτησε.
- Να καθίσω πάτερ μου, του είπα και πράγματι το έκαμα.
- Ποιος ή μάλλον ΠΟΙΑ βρίσκεται στην Αθήνα;
- Πάτερ μου δεν ξέρω, δεν μπορώ να σκεφθώ...
- Είναι η Ελένη!
- Ποια Ελένη;
- Η Ελένη του αεροδρομίου της Αγκύρας. Το χαρούμενο κορίτσι με τα γαλανά μάτια και με το γλυκό χαμόγελο. Η κρυπτοχριστιανή...
Έμεινα άφωνος από την έκπληξη. Όχι ότι την είχα βγάλει από το μυαλό μου, αλλά θεωρούσα απίθανο να ξανασυναντηθούμε...
- Πώς έγινε αυτή η ευχάριστη έκπληξη πάτερ μου;
- Όταν της ζήτησα να μου πει το όνομά της και μου απάντησε Ελένη, της έδωσα, όπως είδες, ένα μικρό φάκελο. Μέσα είχε ένα χάρτινο εικόνισμα, και την κάρτα μου, με το τηλέφωνό μου. Χθες λοιπόν μου τηλεφώνησε και μου είπε πως είναι στην Αθήνα και πως θέλει να μας συναντήσει.
- Μετά χαράς, του είπα, νιώθοντας μια ψυχική αγαλλίαση.
Με τον π. Κύριλλο συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο που έμενε η Ελένη, καθίσαμε σε έναν καναπέ της αίθουσας υποδοχής και την περιμέναμε. Σε λίγο κατέβηκε. Τώρα, χωρίς τη στολή της, ήταν μια κομψά και σεμνά ντυμένη γυναίκα, που, όπως μας είπε, της είχαμε αποτυπωθεί στο μυαλό και στην καρδιά της... Μετά τον θερμό χαιρετισμό και την έκφραση της χαρά της, μας είπε για την ιστορία της και για το πώς βρέθηκε στην Αθήνα.
- Της γιαγιάς μου τους Ρωμιούς γονείς της δολοφόνησαν οι Τούρκοι και εκείνην δωδεκάχρονη την παντρεύτηκε σαν θήραμα ο Τούρκος παππούς μου. Έκαμαν τη μητέρα μου, που ξέροντας την ιστορία της μητέρας της δεν ήθελε να παντρευτεί με Τούρκο. Είχε φτάσει στα σαράντα, όταν πριν πεθάνει ο παππούς μου την πάντρεψε με καλοστεκούμενο ηλικιωμένο συγγενή του και έκαμαν εμένα. Η γιαγιά μου πρότεινε και η μητέρα μου δέχτηκε μωρό κρυφά να με βαπτίσουν, ενώ ήμουν τυπικά μουσουλμάνα, όπως και εκείνες. Μου έδωσαν το όνομα Ειρήνη, που τόσο έλειψε στη γιαγιά μου... Όταν ο παππούς και ο πατέρας μου πέθαναν και εγώ ήμουν στο πανεπιστήμιο η μητέρα και η γιαγιά μου είπαν την αλήθεια και μου συμπλήρωσαν ότι τώρα που ξέρω μπορώ να κρίνω ελεύθερα το ποια είμαι. Διάλεξα να είμαι κρυφά Ρωμιά, όπως εκείνες. Πήγα από τον Πόντο στην Άγκυρα για να σπουδάσω και βρήκα τη δουλειά. Διάβασα πολλά για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία. Εκεί βέβαια δεν είχα καθόλου ευκαιρίες να συναντήσω ιερέα και όταν σας είδα πάτερ μου σκίρτησε η καρδιά μου. Ζήτησα την ευλογία σας, λέγοντας μέσα μου να κάνω αυτό που επιθυμεί η ψυχή μου. Η κάρτα σας με διευκόλυνε να πάρω τις αποφάσεις μου...
- Και οι προσευχές μου, της είπε ο π. Κύριλλος. Σε κάθε προσευχή μου ήσουνα παρούσα αγαπητή Ελένη. Και ποιες είναι οι αποφάσεις σου κόρη μου;
- Έψαξα και βρήκα εργασία σε ελληνική εταιρεία. Το ότι σπούδασα αγγλική φιλολογία, η καταγωγή μου και οι γλώσσες που ξέρω με διευκόλυναν. Η γιαγιά μου πέθανε. Ελπίζω κάποια στιγμή να έρθει και η μητέρα μου, που τώρα είναι μόνη της και να μείνουμε μόνιμα στην Ελλάδα... Να μην αισθανόμαστε μόνο και να το κρύβουμε, αλλά να δηλώνουμε περήφανες που νιώθουμε και είμαστε Ρωμιές...
Μιλήσαμε πολλή ώρα ακόμη, μέχρι που βράδιασε και δειπνήσαμε μαζί. Χωρίσαμε, αλλά μείναμε σύμφωνοι σύντομα να ξανασυναντηθούμε...-
*Οι ιστορίες είναι αληθινές. Ο γράφων είναι στις περισσότερες αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυράς. Τις υπόλοιπες τους τις διηγήθηκαν κληρικοί, που τις έζησαν. Πάνω στα πραγματικά γεγονότα πλέκεται η μυθοπλασία.




