Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

KARL BARTH (4)

Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧIΙ)

Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Ο Pannenberg ξανά παρατήρησε πως ο Μπάρτ φτάνει να εννοεί την ιδέα του Θεού σαν ένα προϊόν της καθαρής υποκειμενικότητος της ατομικής πράξεως της πίστεως. Η απόφαση της πίστεως γίνεται σ’ αυτόν η μοναδική βάση μιάς θεολογίας η οποία ενδιαφέρεται να σκεφτεί τον Θεό, ξεκινώντας από τον Θεό. Παρότι στην αρχή επέμενε τόσο πάνω στην Kυριότητα του Θεού, ο Μπάρτ έφτασε να βασίσει αυτή την Kυριότητα πάνω στην απόφαση της πίστεως.

Βαδίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, παρέμεινε φυλακισμένος ενός υποκειμενισμού δεμένου στην απόφαση της πίστεως και στην αντίθεση ανάμεσα στην θεολογία και σε κάθε εμπειρία του ανθρώπου και του κόσμου που δεν “ερμηνεύεται” θεολογικά. Τόσο πολύ μάλιστα που η ιδέα της Κυριότητος του Θεού πρέπει αναγκαίως να κατευθυνθεί τελικώς προς την ετερονομία.

Ο Μπάρτ λοιπόν ξεκινά και αυτός από την ίδια προϋπόθεση του Hegel. Ο θεός υποκείμενο σαν αρχή κατανοήσεως της Τριάδος! Παρόλα αυτά δεν διαθέτει την ίδια συνέπεια με τον Hegel καθώς στο τέλος βασίζει το Τριαδικό του δόγμα στην απόφαση της πίστεως και μ’ αυτόν τον τρόπο δυναμώνει εκείνον τον υποκειμενισμό και τον ανθρωποκεντρισμό τον οποίο θα ήθελε να κριτικάρει στην μοντέρνα προτεσταντική θεολογία.

Ο Μπάρτ δεν δικαιολόγησε και δεν κατόρθωσε να βασίσει την θεολογία της αποκαλύψεως και επομένως το Τριαδικό του δόγμα μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι αναγκαία προϋπόθεση από την αρχή η «ιδεαλιστική» προοπτική. «Ο χαρακτήρας της θεολογίας του Μπάρτ απαιτούσε ακριβώς να αποφευχθούν δικαιολογίες αυτού του τύπου» επιμένει ο Pannenberg. Ενώ ο Bonhoffer κατηγόρησε τον Μπάρτ για «θετικισμό της αποκαλύψεως» (Offenbarung spositivismus). Για τον Μπάρτ επιμένει ο Pannenberg, η προσέγγιση στον Θεό και στον Λόγο Του είναι δυνατά μόνο σαν μια αβάσιμη θέση της πίστεως και επομένως της Θεολογίας. Εάν όμως η θεολογία είναι δυνατή μόνο σαν συγκεκριμένη υπακοή της πίστεως στην θετικότητα της αποκαλύψεως, τότε δεν υπάρχει κανένα περιθώριο στον υποκειμενισμό στην θεολογία καθώς έχουμε να κάνουμε με την μέγιστη επιδείνωση.

Τί έχουμε να πούμε για τις κατηγορίες του Pannenberg γύρω από τον υποβόσκοντα ιδεαλισμό της θεολογίας του Μπάρτ; Είναι αλήθεια πως ο πιο προσεκτικός βιογράφος του Μπάρτ, ο Eberhard Bush στέκεται πολύ συχνά στις Εγελιανές προϋποθέσεις του Μπάρτ. Στην πραγματικότητα δεν ελευθερώθηκε ποτέ του από την παληά θέση της Persona Dei. Μιλά συνεχώς για τον «προσωπικό θεό», για τον θεό υποκείμενο και «Eγώ»: ο Λόγος –δηλώνει– είναι η αποκάλυψη και η αυτοεπικοινωνία ενός άλλου, ενός προσώπου που μας πλησιάζει και εάν αυτό το πρόσωπο είναι ο θεός, τότε είναι η έκφραση της Κυριότητός Του, όχι της δυνάμεώς Του, αλλά της Κυριότητός Του πάνω μας. Δεν μπορούμε λοιπόν να αρνηθούμε πως η συνήθεια του Μπαρτ να βλέπει τον θεό σαν απόλυτο υποκείμενο (πίσω από το πεπερασμένο υποκείμενο) είναι “ιδεαλιστική” τόσο που μια “αντικειμενοποίησή” του πρέπει να φανεί σαν “το” κατεξοχήν θρησκευτικό έγκλημα, και αυτό, ισχύει ακόμη και για την μεταφορά του Τριαδικού δόγματος στα προλεγόμενα της Δογματικής του, όπου αναπτύσσεται, στο Φως της Κυριότητος της αποκαλυπτικής πράξεως του θεού και των διαστάσεών του σαν αποκαλυπτόμενος, αποκάλυψη, αποκεκαλυμένο.

Παραμένει όμως σαν γεγονός η πρόθεση του Μπαρτ να αντιπροσωπεύσει, μέσα στο προτεσταντικό φαινόμενο, «την πραγματιστική, αντικειμενική θέση, απέναντι στις υπερβατικές ή στις πρακτικές απαιτήσεις της θεωρητικής νοήσεως, που ανέπτυσσε η φιλελεύθερη θεολογία του νεοπροτεσταντισμού του Σλαϊερμάχερ». Και ο Von Balthassar προσθέτει: τα ιδεαλιστικά ίχνη δεν εκμηδενίζουν στον Μπαρτ την θέληση η οποία με αποφασιστικότητα θέλει να προσφέρει ένα δόγμα γύρω από τον θεό εκφρασμένο αντικειμενικά και να μην υπολογίσει με κανέναν τρόπο τον θεό σαν μια προέκταση του υποκειμένου (προς το εσωτερικό) με την έννοια του Ιδεαλισμού, αλλά να δει στον θεό έναν αληθινό συνομιλητή. Αυτό το πράγμα το βλέπουμε ξεκάθαρα από την στιγμή που ο Μπαρτ απομακρύνεται από τον καθαρό ενεργητισμό του Romerbrief και μεταπηδά στην “αναλογία” δηλαδή σε μια καθαρή σχέση ανάμεσα στον θεό και το Δημιούργημά Του, καθώς είναι σχέση ανάμεσα σε Είναι και σε απόλυτο υποκείμενο, Είναι και σχετικό υποκείμενο. Ο Bouillard ισχυρίζεται λοιπόν πως το Τριαδικό δόγμα του Μπαρτ, τελικώς δεν διαφέρει και πολύ από το καθολικό δόγμα. Από τα πρώτα του έργα αλλά και στην Εκκλησιαστική Δογματική, είναι πάντοτε παρούσα η υποκειμενικότης, ιδεαλιστικής καταγωγής. Ακόμη και όταν προσπαθεί να βασίσει τον στοχασμό του πάνω στην «Μόνιμη (immanent) Τριάδα» παρατηρεί ο Moltmann, ξετυλίγεται σαν «υπερβατική υποκειμενικότης εκφρασμένη Τριαδικώς».

Εάν επιθυμούσαμε λοιπόν να παρακολουθήσουμε την μακρινή αρχή αυτού που κρατά στα χέρια του ο Μπαρτ, θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην ψυχολογική ανάλυση του Αυγουστίνου και περνώντας δια του Cogito του Καρτέσιου, την κριτική της ουσίας και την μείωση της Persona σε αυτοσυνειδησία, του Locke, να φτάσουμε στην υποκειμενικότητα που εμφανίζεται σαν θεωρία, μετά τον Kant, στον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Ο Μπαρτ συνέλαβε πως ο ακραίος ανθρωποκεντρισμός, έκρυβε μέσα του τον Αθεϊσμό! Ας θυμηθούμε την ερμηνεία που δίνει στον Φώϋερμπαχ. Κατά τον Μπάρτ, ο Φώϋερμπαχ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εξάγει τις έσχατες συνέπειες της κακής θεολογίας των συγχρόνων του.

Η ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ.

Κατανοεί επίσης με σαφήνεια πως εάν η αγάπη του θεού δεν είναι καθ’ εαυτή οντολογική Αρχή, δεν μπορεί να είναι Σωτήρια για μας. Αλλά και πάλι μίλα για Dei loquentis Persona, και όπως ίσως θυμόμαστε, ο Hegel πολέμησε τον Θεό-Ουσία για να τον αντικαταστήσει με τον Θεό-Πνεύμα, υποκείμενο, και μ’ αυτή την έννοια Persona.

Κλείνοντας το κεφάλαιο της Εκκλησιαστικής Δογματικής μπορούμε να επιβεβαιώσουμε πως ο Μπαρτ δεν πολυασχολήθηκε με το πρόβλημα εάν και πως οι Τρεις της Τριάδος είναι τρία υποκείμενα ή «ΕΓΩ» και δεν πολυασχολείται ούτε με το πρόβλημα πως ο θεός, εφόσον είναι Τριάδα, μπορεί να είναι και ένα υποκείμενο, «ΕΓΩ» ή πρόσωπο. Τα θεωρεί δεδομένα. Τον ενδιαφέρει μάλλον να προσκολληθεί στην πίστη της αρχαίας Εκκλησίας αλλά δεν τον πολυενδιαφέρει το γεγονός πως το δόγμα χρησιμοποίησε τον όρο Persona (και οι αντίστοιχοι Ελληνικοί όροι υπόστασις και πρόσωπον) για τους Τρεις της Τριάδος, όχι για να εκφράσουν την μοναδική τους Φύση ή Ουσία. Έτσι πέφτει χωρίς να το καταλαβαίνει, στον ορισμό του Hegel, που αυτοαναπτύσσεται στις διαφορετικές στιγμές της αυτοαποκάλυψής του σαν πνεύμα, απόλυτο υποκείμενο, και μ’ αυτή την έννοια μια μοναδική Persona.

Βεβαίως δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο στον Μπαρτ να μεταφέρει τον θεό και την δομή της προσωπικότητος, όπως την υποστήριξε και ο Hegel, σαν δομικό άνοιγμα στο άλλο από αυτό. Ο Μπαρτ δεν περπάτησε καθόλου στον θεολογικό περσοναλισμό! Ανέπτυξε την έννοια της αυτοαποκαλύψεως μέχρι να προκηρύξει την Κυριότητα του θεού, του θεού Λόγου. Έτσι το Όραμα της «αμεταβλήτου Τριάδος» φαίνεται να προσδίδει στην αποκάλυψη έναν χαρακτήρα απομονώσεως, “υπερβατικό” σαν να ήταν ένα novum (νέο) κλειστό στον εαυτό του». Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν πιo σπουδαίο για τον Μπάρτ να συνδέσει την αυτοαποκάλυψη με την Κυριότητα του Θεού, παρά να της δώσει μια Τριαδική ανάπτυξη. Η αυτοαποκάλυψη του θεού, δεν σημαίνει ένα περσοναλιστικό άνοιγμα του θεού, ανάλογο με την διανθρώπινη σχέση Εγώ-Εσύ, όσο την επιβεβαίωση της θεότητος του θεού. Μήπως αυτό δεν ενδιέφερε τον Μπάρτ πάνω απ’ όλα;

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

VI) Martin Heidegger και η παγκόσμια ιστορία τού Τίποτα

Martin Heidegger und die Weltgeschichte des Nichts

Μέρος τελευταίο

Φαίνεται πως σε ότι αφορά το πιο πάνω εκτεθέν πρόβλημα της ταυτότητας, είμαστε προ-επιβαρυμένοι από την μέχρι τώρα ιστορία της ανθρώπινης συνείδησης. Θα προσπαθούμε πάντα, ασχολούμενοι με το ερώτημα για την σχέση ταυτότητας μεταξύ του νεογέννητου και του ενήλικα, να πλέξουμε τα νήματα της σχέσης αυτής όσο πιο στενά γίνεται. Για τον λόγο αυτό δείχνουν οι βιογραφίες ή οι αυτοβιογραφίες σημαντικών προσωπικοτήτων, πως ο βιογράφος ή ο αυτοβιογράφος κάνει μεγάλο κόπο να ιχνηλατήσει τις απαρχές(της εν λόγω προσωπικότητος) στην ζωή των γονιών, των παππούδων και μερικές φορές και στο μακρύτερο παρελθόν. Έχει κανείς την αίσθηση πως δεν μπορεί να κάνει και πολλά. Όσον αφορά όμως το θέμα, ξεχνιέται εύκολα, πως μέσα στην συνείδηση, βρίσκεται επί τω έργω μια αντίθετη λειτουργία, λιγότερο επιθετική, αλλά με βαθύτερη επίδραση, η οποία θέλει να απορρίψει το συμβεβηκώς από την αίσθηση της ιδίας ταυτότητος, όσο το δυνατόν πιο σύντομα και πιο γρήγορα. Σε σύγκριση με αυτή την εξάρτηση από το μέλλον, έχει ο τύπος του όχι-ακόμη, πάνω στον οποίο βασίζεται το έργο του Ernst Bloch ΄΄Ελπίδα”, σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα αναδρομής-ανάληψης(τεχνικός όρος της λογοτεχνίας). Το “ακόμη” δεν θέλει να αφήσει την συνείδηση να φύγει από το παρελθόν της. Κάθε εξάρτηση από το Είναι-είτε ασχολείται με την απόκρυψη είτε με την αποκάλυψη-αισθάνεται θαυμασμό βλέποντας το παρελθόν. Και κάθε παρόν, όσο απομακρυσμένο και να φαίνεται στο μέλλον μπροστά στα μάτια μας, ισχύει πάντα ως ένα όχι-ακόμη για την στιγμή που ακόμη δεν έφτασε. Μέσα στην αδυναμία να φτάσει κανείς στο όχι-ακόμη, επιβεβαιώνει μια μεγάλη ιστορική εποχή την ταυτότητα της. Με αυτή την έννοια αναφέρει ο Heidegger την πρόταση του Παρμενίδη: το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι.

Για την λέξη κλειδί αυτής της πρότασης, το αυτό, λέει ο Heidegger στο “Identität und Differenz“, πως μένει στο σκοτάδι. “Το αφήνουμε στο σκοτάδι”( Identität, 19). Μετά από μερικούς στοχασμούς πάνω στο νόημα της πρότασης αυτής, ο Heidegger διαπιστώνει: Η διδασκαλία της μεταφυσικής τοποθετεί την ταυτότητα ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Είναι. Τώρα δείχνεται: το Είναι ανήκει μαζί με την σκέψη σε μια ταυτότητα, η ουσία της οποίας προέρχεται από το “γεγονός πως τα αφήνει(ή βάζει) κανείς να ανήκουν μαζί”, το οποίο ονομάζουμε συμβεβηκώς. Η ουσία της ταυτότητας είναι κάτι που ανήκει στο συμβεβηκώς.

Αυτή η πρόταση από το μικρό έργο που εκδόθηκε το 1957, ανήκει στις διατυπώσεις από τις οποίες μπορούν να βγουν τα περισσότερα συμπεράσματα, στα πλαίσια σκέψης του Heidegger για την ιστορία. Ολόκληρο όμως το βεληνεκές της θα αποκαλυφθεί, όταν την συνδυάσουμε με ένα κομμάτι από το τελευταίο δοκίμιο του έργου “Holzwege”. Εκεί καλεί ο Heidegger με ιδιαίτερη έμφαση: “Και πως θα ήταν αν το πρώιμο ξεπερνούσε το ύστερο, και μάλιστα το πιο πρώιμο απ' όλα ξεπερνούσε το πιο ύστερο απ' όλα; Αυτό που κάποτε ήταν το πρώιμο της μοίρας, θα γινόταν το έσχατον, δηλ ως αποχαιρετιστήριο τής μέχρι τώρα κρυμμένης μοίρας τού Είναι. Το Είναι τού υπαρκτού συμμαζεύεται(λέγεσθαι, λόγος) στα έσχατα της μοίρας του. Η μέχρι εκείνη την στιγμή ουσία του Είναι πάει κάτω από την ακόμα κρυμμένη αλήθεια της. Η ιστορία του Είναι μαζεύεται σε αυτό τον αποχαιρετισμό. Το συμμάζεμα(συγκρότηση, σύνοδος) σε αυτόν τον αποχαιρετισμό ως συμμάζεμα(λόγος) του εξώτερου(έσχατου) της μέχρι εκείνη την στιγμή ουσίας του είναι η εσχατολογία του Είναι. Το Είναι καθ' εαυτό ως μοιραίο είναι εσχατολογικό”.(Anaximander, 301).

Αν τοποθετήσουμε αυτόν τον πρώτο στοχασμό, πως η ταυτότητα του Είναι και Νοείν είναι κάτι που ανήκει στο συμβεβηκώς, μαζί με τους άλλους, ότι δηλαδή το πιο πρώιμο υπερβαίνει το έσχατο, τότε φαίνεται πως από αυτά προκύπτει η θέση, πως απόλυτη ιστορία δεν είναι κάτι που παίζεται εντός του χώρου του Είναι, αλλά αντίθετα το Είναι και η μοίρα που έχει στον χώρο, είναι ένα μεγάλο επεισόδιο εντός της ιστορίας του απόλυτου.

Αν όμως η ουσία της ταυτότητας είναι κάτι που ανήκει στο συμβεβηκώς και δεν ισχύει το αντίθετο, δηλ ο χώρος του συμβεβηκότος να είναι ένα δευτερεύον προϊόν της σχέσης ταυτότητος μεταξύ νοείν και Είναι, τότε δεν είναι κατανοητό γιατί ο χώρος των συμβεβηκότων της ιστορίας να μην κατέχει και άλλα θεμελιώδη χαρακτηριστικά(ή στοιχεία που της ανήκουν), που θα απωθούσαν τα στοιχεία που βρίσκονταν πρώτα στην κατοχή του(χώρου αυτού), γιατί μέσα του δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να το θυμηθεί κανείς. Η φιλοσοφία του Heidegger όμως δεν προσφέρει καμιά διέξοδο σε τέτοιες δυνατότητες, γιατί είναι άρρηκτα δεμένη με την εμφάνιση ενός γλωσσικού φαινομένου, που το χαρακτηρίσαμε ως θετική γλώσσα.

Ένα νοείν που δεν μπορεί να εκφράσει κάτι άλλο παρά μόνο την καθολική αλήθεια του Είναι, μπορεί να μιλά μόνο με την θετική γλώσσα, γιατί δεν είναι κάτι άλλο παρά η δεύτερη όψη του Είναι, που επαναλαμβάνεται.

Όταν στην φιλοσοφία του Heidegger γίνεται λόγος για το τίποτα, τότε σύμφωνα με την κλασσική άρνηση, που συμπεριφέρεται αυστηρώς συμμετρικά ενώπιον της θετικότητας, και των εκφράσεων της σχηματίζει ένα ισόμορφο σύστημα μαζί με την πεποίθηση(σιγουριά), μπορεί να γίνει μόνο λόγος για ένα τίποτα, που μέσα του φέρει ένα εντελώς απορρηφθέν Είναι -και τίποτε άλλο! Η ιδέα μιας θεμελιώδους, “μεταφυσικής” διαβάθμισης ισχύος μεταξύ θετικότητας και αρνητικότητας, είναι ξένη για την φιλοσοφία του Heidegger. Έτσι όπως τοποθετείται η σκέψη του Heidegger, πρέπει το καθόλου Είναι και το καθόλου τίποτα, να ανήκουν στην ίδια οντολογική τάξη μεγέθους. Δηλαδή όταν η γλώσσα του Είναι σιγήσει, τότε από το τίποτα έρχεται μόνο η σιωπή. Και τα δυο πρέπει να χρησιμοποιούν την ίδια μεταφυσική μορφή γλώσσας, που ακόμα και στην άρνηση μιλά για το Είναι, και αυτό ακριβώς είναι η θετική γλώσσα. Μέσα στο τίποτα δεν βρίσκεται, όταν σκεφτόμαστε κλασσικά, καμιά ανώτερη δύναμη άρνησης, από αυτήν που προσφέρει η αλήθεια περί του Είναι.

Αυτή είναι η πνευματική βάση στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η εποχή των τοπικών ανώτερων πολιτισμών, συμπεριλαμβανομένου και τού φαουστικού-δυτικού. Και γι' αυτόν που σκέφτεται ακόμα με αυτές τις μεταφυσικές προϋποθέσεις, το βλέμμα προς το μέλλον είναι αποκλεισμένο. Καμιά ιστορική εποχή δεν μπορεί με τα δικά της μέσα, να δει πέρα από τα τελευταία της όρια.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η έννοια δεν έχει την αλήθεια της μόνο μέσα της, αλλά ριζώνει(η αλήθεια) και στην απουσία έννοιας του αριθμού. Αυτή η παραδοχή είναι η πρώτη προϋπόθεση για μια αρνητική γλώσσα. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η γνώση τής ανώτερης δύναμης τού αρνητικού εναντίον του θετικού. Και από αυτή την οπτική γωνία, προσλαμβάνει και η ιστορική μορφή της τεχνολογίας ένα βαθύτερο νόημα.

Η διπλή σημασία της σήμανσης του θετικού από την αρνητικότητα δείχνει, πως υπάρχει ένα θεμελιώδες χάσμα στον κόσμο των ιδεών. Από την αρχή υπάρχει μια “πρώτη” ιδέα πριν από τον αριθμό, και μετά αναπτύσσεται μια “δεύτερη” από και μετά τον αριθμό. Αυτό σημαίνει πως ο κόσμος των αριθμών σχηματίζει ένα χωρίς έννοιες, “παθητικό” διάκενο μεταξύ της “πρώτης”, κλασσικής και της “δεύτερης”, υπέρ-κλασσικής ιδέας.

Αυτή είναι μια πλευρά του προβλήματος, και λόγω έλλειψης χώρου πρέπει να αρκεστούμε σε αυτά, γιατί ο στόχος του κειμένου αυτού είναι να επισημάνει την ελλειπή ενσωμάτωση του αριθμού στην φιλοσοφία του Heidegger. Αυτή η έλλειψη δημιουργεί ένα αδιέξοδο προς το μέλλον.

Στο κύριο ανθρωπολογικό έργο του, “Ο άνθρωπος”, ο Gehlen υποδεικνύει την ελαφρυντική λειτουργία της γλώσσας. Λέει λοιπόν: “Είναι... οι χωρίς επιθυμία μακρινές προθέσεις, που εμφανίζονται στην γλώσσα, και που εκδηλώνονται ως μοναδικές(που γίνονται μια φορά) επικοινωνιακές κινήσεις: κάθε επικοινωνιακή συμπεριφορά, είναι ήδη μια ανθρώπινη, ξαλαφρωμένη αναβίωση ενός κόσμου που έχει ήδη βιωθεί και κατά κάποιο τρόπο “χρησιμοποιηθεί”. Η συνέχιση αυτού του ξαλαφρώματος αποτελεί ακριβώς τότε τον εσωτερικό νόμο ανάπτυξης της γλώσσας: όταν δηλαδή η γλώσσα όλο και πιο πολύ χάνει το εποπτικό περιεχόμενο που βγαίνει από αυτήν, και επεκτείνεται βαθμιαία στις συμβολικές σχέσεις μέσα στον εαυτό της”.

Αυτό που ο Gehlen περιγράφει εδώ χωρίς να το υποψιάζεται, είναι ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό της αρνητικής γλώσσας. Επειδή κάθε μια από τις "λέξεις" της παριστάνει ένα κύκλο που επιστρέφει στον εαυτό του, η αρχική εξωτερική πρόθεση της γλώσσας χάνει βαθμιαία το σημαντικό της βάρος. Ο "πραγματικός" κόσμος, που είναι το θετικό Είναι, διώχνεται από τον κόσμο των ιδεών ο οποίος μπορεί να αναπτύξει την δική του αρνητική γλώσσα, λόγω ακριβώς της αρνητικότητας του.

Με όλες όμως τις μέχρι τώρα σκέψεις, δεν αγγίξαμε το παρακάτω φιλοσοφικό ερώτημα: γιατί το ερώτημα για το μέλλον μας αναγκάζει να αναζητήσουμε θεμελιωδώς νέες μεθόδους σκέψης; Το ότι μια φιλοσοφία η οποία βασίζεται εξολοκλήρου στην ανάμνηση, δεν είναι ικανή να ασχοληθεί με κανένα ερώτημα που αφορά το μέλλον, είναι βασικά μια κοινοτοπία. Όμως ακόμα δεν διαθέτουμε καμιά βέβαιη φιλοσοφική δικαιολογία για τα βήματα τα οποία εισηγηθήκαμε. Για να προσφέρουμε μαι τέτοια θεμελίωση, πρέπει ακόμα να θυμηθούμε, πως η μέχρι τώρα ιστορία του πνεύματος, μας έχει προσφέρει μια θεωρία της σκέψης, αλλά τίποτα, ούτε καν στο περίπου, επαρκές, όσον αφορά την βούληση και την πράξη.

Είναι αναγκαίο να θέσουμε το θεμέλιο αυτό. Το βρίσκουμε μέσα στην ελλειπή κατανόηση της σημασίας τής κατηγορικής προσταγής του Kant. Η σημασία της κατηγορικής προσταγής για την περαιτέρω ανάπτυξη της φιλοσοφίας είναι πως "η ανάγκη για δράση-πράξη φτάνει πιο μακριά από την ανάγκη για γνώση"(Η διατύπωση αυτή είναι από το έργο του Arnold Gehlen, "Ο άνθρωπος"). Η ιστορία του κόσμου ριζώνει στην ανάγκη για δράση. Η πρόγονος δράση-πράξη- μυθολογικά μιλώντας- είναι η δημιουργία. Και μόνο εφόσον ένα Είναι έχει δημιουργηθεί έχει η σκέψη(νοείν) τη δυνατότητα να το (ανα)γνωρίσει. Η σκέψη του Είναι και η διαδικασία για να αποκτηθεί η γνώση του, είναι η αναδρομή μας σε ένα προσωρινό επεισόδιο εντός της ιστορίας. Με αυτή την έννοια μπορούμε να μιλούμε για μια εποχή του Είναι μέσα στον μεγάλο χώρο της παγκόσμιας ιστορίας. Η παγκόσμια ιστορία καθ' εαυτήν, που περιλαμβάνει την βούληση και την σκέψη, ιδωμένη από την πλευρά της γενικής της θεματολογίας, είναι μια παγκόσμια ιστορία του τίποτα. Η ελευθερία της βουλήσεως πηγάζει από το τίποτα και ποτέ από το Είναι, γιατί το τελευταίο είναι μια ελευθερία που ήταν(του παρελθόντος). Είναι δηλαδή απώλεια της απόφασης, όπως ήδη το επεσημάναμε.

Από την πλευρά της σκέψης ιδωμένο, ο υπερβατικός χώρος κάθε πράξης είναι πάντα ο ελεύθερος χώρος του τίποτα. Γι' αυτό και πιο πάνω αναφέραμε πως το τίποτα είναι πιο παλιό από την ιστορία, και πρέπει να το αναζητήσουμε στην φύση, αν όχι και πιο πριν. Δηλαδή πριν από αυτό που είναι για τον Heidegger η ιστορικότητα του Είναι. Αν τα θέματα του Είναι γεμίζουν απλά μια παροδική εποχή της παγκόσμιας ιστορίας, τότε με την πάροδο της πρέπει να ανακτήσει το τίποτα πάλι τα παγκόσμια ιστορικά δίκαια του. Για τον λόγο αυτό είναι η προέλευση του μηδενισμού απροσδιόριστη για τον Heidegger. Τον συναντούμε στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον. Στο παρελθόν ήταν το τίποτα κάτι άδειο, το οποίο γέμισε, και μέσα σε αυτήν την διαδικασία έγινε προσβάσιμο στην γνώση. Στο μελλοντικό πρέπει να δράσουμε (με κατεύθυνση προς). Συναντούμε δηλ πάλι ένα τίποτα που πρέπει να γεμίσει και να πληρωθεί. Αυτό το πρέπει, όπως το εννοεί η κατηγορική προσταγή, πρέπει να φτάνει πιο πέρα από οποιαδήποτε μέχρι τότε δυνατή γνώση.

Από αυτά προκύπτει για την αρνητική γλώσσα το παρακάτω συμπέρασμα: Η ίδια δεν είναι μια γλώσσα που μας μεταφέρει γνώσεις, με την οικεία σε μας έννοια, που σχετίζονται με κάποιο δεδομένο Είναι. Είναι μάλλον κώδικας για την εκτέλεση πράξεων-δράσεων. Όταν έχουμε τις εξισώσεις p=N1.2.1.2.1.2 p ή p=N2.1.2.1.2.1 p, τότε δεν πρόκειται per se για πράγματα ή καταστάσεις που μπορούν να διαπιστωθούν και που μας λένε τι ακριβώς είναι το "p", αλλά πρόκειται για μια απαίτηση, να αποφασισθεί με μια πράξη επιλογής, μέσω ποιας ακολουθίας αρνήσεων, θα πρέπει να διαπιστωθεί πως το p είναι μια με τον εαυτό του ταυτόσημη αντικειμενικότητα. Οι δυο ακολουθίες αρνήσεων είναι ισάξιες και δεν υπάρχει κανένας θεωρητικός λόγος να προτιμηθεί η μια της άλλης. Και στις δυο εξισώσεις πρόκειται για μια σχέση άρνησης που επιστρέφει στην εαυτό της. Πρόκειται δηλ για ένα κύκλο, που όπως όλοι οι κύκλοι μπορεί να έχει διπλή κατεύθυνση. Και δεν υπάρχει στο σύμπαν καμιά θεωρητική συνθήκη, που μπορεί να μας πει ποια κατεύθυνση πρέπει να προτιμηθεί Από την άλλη όμως, η ταυτότητα του p μπορεί να διαπιστωθεί μόνο τότε, όταν έχει αποφασισθεί ότι το p πρέπει να ερμηνευθεί με την πρώτη ή την δεύτερη εξίσωση. Κάθε ιδιότητα, θεωρητική και προσβάσιμη στην μετέπειτα σκέψη, θεμελιώνεται πάνω στην εκτέλεση μιας πράξης η οποία προηγείται και είναι εντελώς α-θεωρητική. Αυτό το γνωρίζουμε με βεβαιότητα από τον καιρό του υπερβατικού ιδεαλισμού.

Στην θρησκευτική ιδέα της δημιουργίας, συμπεριελήφθη στην υπόσταση ενός και μόνο παντοδύναμου προσώπου, η έννοια όλων των δυνατών α-θεωρητικών αποφάσεων. Στην αρνητική γλώσσα, μπαίνει στην θέση της παντοδυναμίας η γνώση πως δεν είναι είναι δυνατόν να υπάρξει ο μεγαλύτερος κύκλος άρνησης. Η επαναληψιμότητα του αρνητικού είναι απύθμενη.

Εφόσον όμως η αρνητική γλώσσα μας προσφέρει ένα κώδικα για την εκτέλεση πράξεων, πήγαμε μαζί της στον χώρο της τεχνολογίας. Η μετατροπή μιας σκέψης σε μηχανή(δηλ η σκέψη να γίνει, να κατασκευασθεί βάση της σκέψης μια μηχανή) προϋποθέτει πράξεις βουλήσεως. Για τον λόγο αυτόν, το τι είναι η τεχνολογία, μπορεί να γίνει επαρκώς(και αυτό στο περίπου) κατανοητό μόνο με την αρνητική γλώσσα. Επειδή όμως η αρνητική γλώσσα, χάρη στην επέκταση της σε ένα υπερκλασσικό τίποτα, είναι απύθμενη, έτσι και η τεχνολογία που χρησιμοποιεί μια τέτοια γλώσσα, δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην τελειότητα(δηλ πάντα θα βρίσκεται μπροστά της το πιο τέλειο). Δεν υπάρχει καμιά τεχνολογική επίδοση, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί από μια πιο δυνατή, ακόμα και αν το κόστος είναι μια θεμελιώδης αλλαγή της δομής της παγκόσμιας ιστορίας.

Μόνο επειδή σήμερα γίνονται ακόμα προσπάθειες να αναλυθεί η ουσία της τεχνολογίας σε ένα ερμηνευτικό χώρο, ο οποίος σύμφωνα με τον Peirce έχει το ανώτατο όριο του στην τριαδικότητα, δηλ σε ένα σύστημα τρίτου βαθμού, μπορεί να δει κανείς το τέλος της τεχνολογίας και μαζί με τον Spengler να πει πως, “ο αγώνας μεταξύ της φύσης και του ανθρώπου, ο οποίος με την ιστορική του ύπαρξη τής εναντιώθηκε, έχει πρακτικά οδηγηθεί στο τέλος”. Εδώ κατανοείται η τεχνολογία στη βάση μιας θετικής γλώσσας. Και επειδή και η φιλοσοφία του Heidegger επίσης-παρόλη την προσπάθεια περιστασιακών αποδράσεων- δεν ξεφεύγει μέσα στις συνήθειες της σκέψης της από το να μιλά στον χώρο του θετικού, της λείπει η κατανόηση για το γεγονός πως εντός της τεχνολογίας λαμβάνει χώρα μια βαθμιαία κατάκτηση του τίποτα. Όπου όμως αυτό συνέβη, έλαβε χώρα μια μεταμόρφωση. Το αρνητικό έχει μετατραπεί σε θετικό. Γιατί εκείνη η ελευθερία, να ερμηνεύεις ένα δεδομένο έτσι ή αλλιώς, που κατοικεί(ελευθερία) στην αρνητικότητα, έχει εξαφανιστεί μέσω της πράξης της βουλήσεως, που α-θεωρητικά αποφάσισε να προτιμήσει μια ερμηνεία, και στη θέση της μπήκε “η παρελθούσα ελευθερία”. Η παρελθούσα ελευθερία όμως είναι, όπως μόνο μαζί με τον Schelling μπορούμε να επαναλάβουμε, Είναι, δηλ αντικειμενικότητα. Η οποία όμως δεν είναι πια factum brutum(ανεπεξέργαστη), αλλά εξωτερικευμένη υποκειμενικότητα.

Όταν τώρα γίνεται λόγος για το Είναι, δεν πρόκειται πια για την κλασσική έννοια-γιατί αναφερόταν μόνο σε εκείνο το Είναι που η υποκειμενικότητα δεν είχε ακόμη γνωρίσει-αλλά για μια υποκειμενικότητα, η οποία χρησιμοποιεί το αντικειμενικό υποταγμένο μέσο για την αυτοέκφραση της.

Αυτό σημαίνει όμως πως με τον ερχομό της τεχνολογίας, η φιλοσοφία δεν είναι καν κοντά στο τέλος της. Γιατί η τεχνολογική δραστηριότητα παράγει, με το ότι επεκτείνει ασταμάτητα την διάσταση της παρελθούσας ελευθερίας, νέα αντικείμενα του φιλοσοφικού στοχασμού, ακόμη ανύπαρκτα και ασύλληπτα.

Η παγκόσμια ιστορία προχωράει, γιατί είναι κάτι περισσότερο από την ιστορία του Είναι. Το Είναι έχει πάντα ένα εφήμερο και για κάθε ιστορική φάση πεπερασμένο χαρακτήρα. Η παγκόσμια ιστορία είναι μάλλον το πρωτόγονο γίγνεσθαι μέσα στο τίποτα. Μόνο μέσα σε αυτό το τίποτα μπορεί η βούληση να δράσει ελεύθερα, και από αυτό να δημιουργεί πάντα νέες, αλλά προκαταρκτικές μορφές του Είναι. Στον χώρο του factum brutum, έχει η σκέψη το πρωτείο της, ένα πρωτείο πάντα τότε χάνεται, όταν η βούληση μέσα στο τίποτα κινεί την ιστορία.

Μετάφραση  Πέτρος Χαραλάμπους
 
ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ
 
Αμέθυστος

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ (ΕΥΡΩΠΗΣ)

Η ΦΙΛΟΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

Γι’ αυτά τα μάτια δούλεψε όλη του τη ζωή ο κ. Ράμφος. Με ακατάβλητο πάθος. Κατά την άποψή του ερμήνευσε και διέλυσε, κατέστρεψε κυριολεκτικά, ό,τι Ανατολίτικο, Βυζαντινό ή Ελληνικό έπιασε στα χέρια του. Θα μείνει στην Ιστορία σαν ο πολιορκητικός κριός της παραδόσεως της αλήθειας. Χάριν της Ιστορίας! Ερμηνεύοντας την Φιλοκαλία για δεύτερη φορά πιστεύει πως θα γκρεμίσει για πάντα την κεντρική πύλη της αληθινής ζωής, της αλήθειας, που σαν θεωρία, ανέτειλε στα χώματα του Ελληνικού πολιτισμού σχεδόν εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια! Θα μας μυήσει στον Μηδενισμό, φαίνεται ξεκάθαρα. Τον δικό του, φυσικά! Ο κ. Ράμφος ανήκει στην νοησιαρχική πλευρά της Δυτικής σκέψης, αντίθετα από τον κ. Γιανναρά, ο οποίος πέρασε απέναντι, στον υπαρξισμό. Το θανατηφόρο όπλο του κ. Ράμφου είναι το Ομαδικό πνεύμα. Μ’ αυτό κάνει όλους τους Ανατολίτες να ντρέπονται για το πνεύμα τους, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα το υποκείμενο, την ατομική ευθύνη στο Μηδέν της υπάρξεως. Όπως ακριβώς του κ. Γιανναρά είναι η ατομικότης, και φάρμακο η Σωτηρία στην κοινωνία, μέσα στο Μηδέν της εχθρικής φύσεως. Υπάρχουν ήδη πολλοί διανοούμενοι οι οποίοι χόρτασαν από τα σχήματα της Ιστορίας που μας πλασάρουν για πραγματικότητα και αλήθεια, οι ηγήτορες της νεοορθοδοξίας και προσπαθούν την ένωση των αντιθέτων.

Ας δούμε το ορθόδοξο Μηδέν που ανεκάλυψε ο Ράμφος καταρχάς. «Το Μηδέν είναι ο ανθρώπινος κόσμος, ο οποίος δεν έχει κανένα νόημα, εφόσον η Σωτηρία επιτυγχάνεται σ’ έναν άλλον κόσμο». Μια έννοια βγαλμένη κατευθείαν από τα σπλάχνα του Hegel. Το κοσμικό φρόνημα που μάχεται η Εκκλησιαστική μας παράδοση όμως (όχι ο σημερινός κληρικαλισμός) είναι ο κόσμος της αλαζονείας, της δόξης και της ηδονής. Όπως και με την Άσκηση η οποία δεν θέλει να σκοτώσει το σώμα αλλά τη σάρκα -αντιθέτως του Ινδουισμού που σκοτώνει το σώμα- έτσι συμβαίνει και με τον κόσμο. Ακολουθώντας την Ζωή του Χριστού, και τις εντολές του, ο Χριστιανός δεν εγκαταλείπει τον κόσμο, δεν τον μισεί, τον μεταμορφώνει σε κήπο, τον σώζει. Όπως το σώμα πνίγεται μέσα από την σάρκα, έτσι και ο κόσμος είναι πνιγμένος στο κοσμικό φρόνημα, στην ηδονή και την οδύνη, στον κόσμο των αντιθέτων, του καλού και του κακού.

Στην πραγματικότητα ο Ράμφος, θύμα της νοησιαρχίας του Γερμανικού Ιδεαλισμού, διδάσκει μέσω της ορθοδοξίας, έναν καλά κρυμμένο Ινδουισμό, όπως έκανε στον καιρό του και ο Γερμανικός Ιδεαλισμός. Γι’ αυτό ερμηνεύει την σκέψη σαν άδειασμα του Νου, και αγαπά πολύ την καθαρή προσευχή του Ευάγριου, που γίνεται στο κενό του Νου! Όπως δίδασκε τον Ινδουισμό ο “μορφωμένος” Κρισναμούρτι.

Ένας απόηχος του Κάρμα, πρέπει επιτέλους να το υποψιαστούμε, είναι και ο Ιστορικισμός, πάνω στoν οποίo πορεύεται η Δύση. Να πως τoν “κρύβει” ο Ράμφος: «Ερμηνεύουμε μόνο την μορφή, όχι το περιεχόμενο. Διότι το περιεχόμενο είναι μια Ιδέα της οποίας η ζωή είναι η μορφή. Μορφή είναι η Ιστορικότητα που λαμβάνει ένα περιεχόμενο. Στην μορφή υπάρχει το νόημα του κειμένου. Το οποίο ερμηνεύουμε εντάσσοντάς το στον χρόνο μου»!

Μόλις διαβάσαμε την διάλυση του Πλάτωνος. Η μεταμόρφωση της Ιδέας σε έννοια. H οριστική νίκη του κοσμικού φρονήματος. Tης αλαζονείας δηλαδή, πάνω στον κόσμο, στο κόσμημα, στο κάλλος. O τρόπος με τον οποίο ο κόσμος δεν είναι πλέον κατοικία του ανθρώπου! Η Ιδέα για τον Πλάτωνα έδινε ζωή, μορφή, σε υλικά τα οποία από μόνα τους δεν διαθέτουν. Π.χ. το σπίτι αποτελείται από πέτρες και ξύλα, αλλά καθένα από τα υλικά δεν είναι σπίτι, ούτε το όλον ή κάποιο όλον αποτελούμενο από πέτρες και ξύλα. Μόνον η Ιδέα κάνει τα υλικά σπίτι, κατοικία! Τί συνέβει στην Δύση; Επειδή η Δύση από την εποχή του Αυγουστίνου ήδη έγινε ο τόπος της Γραφής, ο πολιτισμός του Γραπτού λόγου και η αλήθεια ήταν γραμμένη, οι λέξεις, το υλικό της Γραφής απομονώθηκαν από την Ιδέα, δίνοντας ένα προβάδισμα στην γλώσσα που ισχύει μέχρι σήμερα, αναγκάζοντας και την Ιδέα να εγκαταλείψει την κατοικία της και να βρει καταφύγιο σαν σκέψη στο μυαλό των διανοουμένων. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα! Η έννοια έφερε αυτή την δυσάρεστη αλλοίωση, στους διανοουμένους! Τους πείθει πως ό,τι σκέπτονται είναι πραγματικότης! Αυτή είναι περίπου και η ουσία του Διαφωτισμού! Εάν δεν συμμαχούσε με την Επιστήμη δεν θα διέφερε σε τίποτε από την άποψη!

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατόρθωσαν να εξελίξουν τον Πλάτωνα, φωτισμένοι από την Αγία Τριάδα. Όρισαν την Εκκλησία σαν μια κατασκευή στην οποία ακόμη και τα υλικά κατασκευής είναι ζωντανά, Εκκλησία! Αξεπέραστος ορισμός, μέχρι σήμερα. Παρότι δεν τον γνωρίζουν οι θεολόγοι και ψάχνονται για τον ορισμό της Εκκλησίας!

Ο καϋμένος του Ενός, απ’ ότι ακούμε βλέπει μόνο δύο. Έτσι ανακαλύπτει δύο πνευματικές παραδόσεις, της Ασκήσεως, του Ευαγρίου, και της προσευχής, του Αγίου Όρους. Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει θα χρησιμοποιήσουμε ένα παληό απόφθεγμα: Οι Αρετές είναι για την Αλήθεια, όχι η Αλήθεια για τις Αρετές. Ο τρόπος αποκτήσεως των Αρετών είναι η Άσκηση, γνωστός ακόμη και στους φιλοσόφους. Δεν είναι όμως αυτοσκοπός η Άσκηση όπως δίδαξε ο Ευάγριος. Η καθαρή προσευχή είναι η ανάδειξη της ασκήσεως σαν αυτοσκοπό! Η Αρετή χωρίς την αλήθεια, η Άσκηση χωρίς την προσευχή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ακριβώς η διδασκαλία του Ευάγριου είναι κοντά στο Νιρβάνα και γι’ αυτό κατεδικάσθη. Η άλλη πλευρά του Ευάγριου υπήρξαν οι Κυνικοί φιλόσοφοι.

Με την Ιστορία της Δύσεως λοιπόν ο κ. Ράμφος θα ξεκλειδώσει το κουτί της Πανδώρας, της πνευματικής μας παραδόσεως! Και σαν ενθάρρυνση στον αγώνα του διαθέτει τους Ρώσους, οι οποίοι κατόρθωσαν τελικώς να μπουν στην Ιστορία. Και εδώ η πραγματικότης συσκοτίζει την αλήθεια. Οι Ρώσοι υπήρξαν Βάρβαρος Λαός, όπως και οι κατακτητές της Ρώμης. Και η Εκκλησία ανέλαβε τον εκπολιτισμό τους. Εάν παρακολουθήσουμε την τραγική περιπέτεια του Αγίου Μαξίμου του Γραικού στην Ρωσία θα μάθουμε πολύ περισσότερα από όσα μας αποκαλύπτουν τα βιβλία της Ιστορίας. Η Εκκλησία συνέχισε την ζωή της, με κέντρο το Άγιον Όρος, σε όλη την περίοδο της σκλαβιάς του κράτους. Σταμάτησε την υπάρξή της με την επανεμφάνιση του κράτους και με την ταυτόχρονη κατάκτηση του Αγίου Όρους από το πατριαρχείο. Ποτέ το πατριαρχείο δεν υπήρξε το κέντρο της Εκκλησίας μας! Όπως νομίζουν σήμερα οι Έλληνες πιστοί. Ο Άγιος Νικόδημος, όπως και ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, δεν είχε ανάγκη την Ιστορία της Δύσεως για να εργαστεί για την Εκκλησία!

Όπως ο κ. Γιανναράς αναγκάστηκε να προδώσει κάθε τι ορθόδοξο και να χρησιμοποιήσει την μέθοδο της αναλογίας του Θωμά Ακινάτη μεταξύ Αγίας Τριάδος και της κοινωνίας των ανθρωπίνων προσώπων, έτσι και ο κ. Ράμφος αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει την Ιστορική αναλογία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως για να “κατορθώσει” να φωτίσει το Μυστήριο της Φιλοκαλίας, που δεν είχε κατορθώσει στο πρόσφατο παρελθόν του, πριν την Στροφή!

Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έκτισε την φήμη του σαν έμπειρος πλατωνιστής να ισχυρίζεται πως η Εκκλησία διδάσκει την Σωτηρία σ’ έναν άλλον κόσμο! Ήδη οι αρχαίοι είχαν ονομάσει τον νοητό κόσμο, σαν την ουσία του ανθρώπου, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε καλό καγαθό! Ο Πλωτίνος μόνον δίδαξε την Σωτηρία σ’ έναν άλλον κόσμο, αναφερόμενος στον νόμο της πρόνοιας. Από αυτή τη διδασκαλία του Μωαμεθανισμού, της σωτηρίας σε έναν άλλο κόσμο, δεν υποφέρει όλη η ανθρωπότης σήμερα; Η αλήθεια ποτέ δεν ανήκε σ’ έναν άλλο κόσμο! Πώς είναι δυνατόν να ευθύνονται οι Χριστιανοί και οι Έλληνες για το κατάντημα της Ελλάδος, όταν η Ελλάδα δεν κυβερνήθηκε ποτέ της ούτε από Χριστιανούς ούτε από Έλληνες! Μόνον από ανθρώπους σαν τον ίδιον, πουλημένους σε άλλες πατρίδες! Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί το υποκείμενο σαν εξέλιξη και δη σαν υπεύθυνο δημιουργίας ατόμου ευθύνης; Δηλαδή ποιους εννοεί; Τους Γερμανούς; Τους Εγγλέζους; Τους Ρώσους; Τους Αμερικανούς; Τους Γάλλους; Ή τους απογόνους των Ρωμαίων, Ιταλούς; Όλη η Ευρώπη δεν είναι υπεύθυνη για στυγερές γενοκτονίες (όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία π.χ.) για σκοτεινές αποικιοκρατίες, για απάνθρωπους ιεραποστολικούς βιασμούς; Πώς είναι δυνατόν ένας Ιστορικός των Ιδεών να μην γνωρίζει Ιστορία; Κατά την γνώμη του σήμερα οι Αμερικανοί εκδημοκρατίζουν την Οικουμένη; Εμάς πάντως δεν μας κοροϊδεύει εάν κοροϊδεύει τον εαυτό του!

Ας μάθει όμως πως άρχισε να πληρώνει ήδη ακριβά το μπλέξιμό του με τον “Δαιμόνιο” Αγουρίδη και την σχολή του. Τον πρωταθλητή του Μεσσιανισμού μέσα στα πλαίσια της Ελληνικής γλώσσας! Να τι γράφει ο κ. Μπέγζος στο μικρό αφιέρωμα της "νέας θεολογίας" στον Αγουρίδη: «Τελικά ο Αγουρίδης δικαιώθηκε με την στροφή που σημειώνεται στον 21ο αιώνα όπως καταγράφεται σε βιβλία του Στέλιου Ράμφου σαν ο “Καημός του Ενός” ή το “Μυστικό του Ιησού” καθώς επίσης και στο πόνημα του Χρήστου Γιανναρά “Ενάντια στη θρησκεία”. Οι ηγήτορες της νεοορθοδοξίας συνετίζονται ανακαλύπτοντας καθυστερημένα ό,τι ο ριζοσπάστης αυτός θεολόγος επεσήμανε είκοσι χρόνια πρωτύτερα. Δηλαδή ότι η ιστορία και η κοινωνία είναι ο διπλός ορίζοντας της Εκκλησίας, ενάντια στον υπόρρητο ατομικισμό του δήθεν νεοησυχασμού, όπως καταφαίνεται στον “Καημό του Ενός” και του τάχα αναχωρητισμού, όπως καταδηλώνεται στο “Ενάντια στη θρησκεία”».

Γιάννης Πατρῶζος

Αμέθυστος

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

V) Ο Martin Heidegger και η παγκόσμια ιστορία του Τίποτα

Martin Heidegger und die Weltgeschichte des Nichts

Μέρος 5o

Ο Heidegger ο ύστερος στοχαστής της παραδοσιακής μεταφυσικής, το τελευταίο θέμα που μονοπωλεί είναι η αλήθεια του Είναι του υπαρκτού. Για την μεταφυσική αυτή σκέψη, το τίποτα παραμένει σε ένα άρρητο υπόβαθρο, το τίποτα για το οποίο στην φιλοσοφία του Heidegger γίνεται φαινομενικά πολύς λόγος. Η παρουσία του τίποτα είναι α-θεματική. Δεν προσφέρεται (η παρουσία)στην κλασσική έννοια προς ανάλυση. Το τίποτα δεν γίνεται πουθενά θέμα της σκέψης με μια νέα έννοια, η οποία υπερβαίνει την κλασσική μεταφυσική. Σε ότι αφορά την φιλοσοφία του τίποτα, για τον Heidegger ισχύει η παραίτηση του Stefan George, στον οποίο ο Heidegger συχνά αναφέρεται: “Κανένα πράγμα δεν είναι εκεί όπου λείπει(αποτυγχάνει) η λέξη.”

Η κριτική μας στον Heidegger και στην απουσία μέλλοντος εντός της φιλοσοφίας του, δε θα είχε καμιά ουσία, εάν δεν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί, πως είναι ακριβώς το τίποτα, το οποίο κατορθώνει μέσω της γλώσσας να μεταφέρει την σκέψη δια μέσου του φαινομενικά εξ ολοκλήρου τεχνολογικού τμήματος της παγκόσμιας ιστορίας. Ανήκει στην θεμέλια ουσία όλων των γλωσσών που μέχρι σήμερα εμφανίστηκαν στην γη μας, το γεγονός ότι κινούνται στο έδαφος των αποφάνσεων(assertions). Ακόμα και εκεί όπου εντός των(αποφάνσεων) συναντούμε εκφράσεις άρνησης, αυτές υπηρετούν με έμμεσο τρόπο την διαπίστωση του θετικού. Λόγω του χαρακτήρα της ισομορφίας που έχει η κλασσική λογική, δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Η άρνηση εντός ενός συστήματος δευτέρου βαθμού, επαναλαμβάνει απλώς την θετικότητα την οποία υποτίθεται αρνείται! Εδώ δεν εισέρχεται τίποτα καινούργιο. Εντελώς διαφορετικά είναι τα πράγματα με τον δεύτερο, τρίτο, κτλ. τελεστή άρνησης σε συστήματα ανώτερου βαθμού(με την προϋπόθεση πάντα πως οι περαιτέρω τιμές(βαθμοί) εγκαθίστανται πέρα από την περιοχή της σκέψης, που βρίσκεται μεταξύ της μοναδικής θετικότητας και πρώτης άρνησης που ανήκει σ' αυτήν). Ανοίγουν στην σκέψη μια νέα διάσταση, που ήταν πάντα άφταστη για την κλασική μεταφυσική του Είναι.

Έχουμε ήδη επισημάνει, μιλώντας για την μετάβαση από τις κλασσικές 2^2^2 συναρτήσεις αποφάνσεων, στις αντίστοιχες 3^3^3 ακολουθίες του συστήματος τρίτου βαθμού, πως με αυτή την αριθμητική επέκταση, ανοίγεται μια νέα φιλοσοφική διάσταση. Ο Heidegger είναι ιδιαίτερα εύστοχος όταν στο έργο “Holzwege” παρατηρεί: “...σκέφτεται κανείς πολύ επιφανειακά, αν νομίζει πως το γιγάντιο(Riesige) είναι απλά το άπειρα εκτεταμένο κενό του ποσοτικού και μόνο...Το γιγάντιο είναι μάλλον εκείνο δια του οποίου το ποσοτικό γίνεται η ίδια η ποιότητα του, και έτσι γίνεται ένα εξαίρετο είδος του μεγάλου...μόλις όμως το γιγαντιαίο(Riesenhafte) του σχεδιασμού και υπολογισμού και διαρρύθμισης και εξασφάλισης μεταπηδήσει από το ποσοτικό σε μια δική του ποιότητα, γίνεται το γιγάντιο και το φαινομενικά εξολοκλήρου και σε κάθε στιγμή προβλέψιμο, ακριβώς λόγω αυτής της μεταπήδησης, απρόβλεπτο. Αυτό παραμένει ως αόρατη σκιά, που πέφτει γύρω από όλα τα πράγματα, όταν ο άνθρωπος γίνει υποκείμενο(Subjectum) και ο κόσμος εικόνα....Αυτή η σκιά όμως υποδεικνύει κάτι άλλο, που για μας τους σημερινούς η γνώση του δεν μας έχει δοθεί.”

Η τεράστια ποσοτική διαφορά μεταξύ 2^2^2 και 3^3^3(δηλ μεταξύ ενός 2ψηφιου και ενός 13ψήφιου αριθμού) φέρνει ένα φιλοσοφικό στοχαστή, για τον οποίο κάθε μια από τις αποφαντικές συναρτήσεις πρέπει να έχει μια δική της ατομική σημασία, στα πρόθυρα του χαϊντεγγεριανού τίποτα. Εδώ δεν μπορούν να γίνουν υπολογισμοί με την συνηθισμένη έννοια. Γι' αυτό όμως πλησιάζουμε προς εκείνη την “σκιά”, η γνώση του είδους και των νόμων της οποίας υποτίθεται δεν έχει δοθεί στους σημερινούς, όπως παραιτούμενος ισχυρίζεται ο Heidegger.

Αυτή η σκιά είναι το τίποτα του μηδενισμού, και εντός της δεν απορρίπτεται το υπαρκτό, αλλά η συμπεριληπτική ιδέα του Είναι. Μια τέτοια λειτουργία απόρριψης εισέρχεται εμφανώς στο σύστημα τρίτου βαθμού, αν και στην πιο πρωτόγονη μορφή. Η ιδέα του Heidegger περί του τίποτα ακριβώς όπως και το δεύτερο αρνητικό του Hegel, το οποίο σύμφωνα με την διαπίστωση του Hegel δείχνει προς την “μη-πραγματικότητα”, δεν είναι τίποτε άλλο παρά συμπεριληπτική έννοια της άπειρης επαναληπτικότητας (Iterierbarkeit) της αρνητικότητας, η οποία δεν σταματά ούτε εκεί που η αλήθεια κάθε Είναι τού υπαρκτού έχει εξαφανιστεί στην άρνηση. Και οι δυο στοχαστές είδαν στο πρόβλημα αυτό μια πρόκληση, και δεν είναι τυχαίο πως και οι δυο δημιούργησαν ένα είδος φιλοσοφικής τεχνητής γλώσσας, η οποία θα έπρεπε να σπάσει τα όρια των παραδοσιακών θετικών γλωσσών. Λόγω της κοινής και για τους δυο προκατάληψης εναντίον της φιλοσοφικής σημασίας του αριθμού, δεν ήταν δυνατόν να τους περάσει η σκέψη, πως μπορούσαν να αναπτυχθούν γλώσσες, το θέμα των οποίων δεν θα έπρεπε να είναι η αλήθεια του Είναι του υπαρκτού, αλλά η αλήθεια της αρνητικότητας του τίποτα.

Πρέπει να δειχθεί, πως βρίσκεται στις δυνατότητες του ανθρώπου, να αναπτύξει και αρνητικές γλώσσες, που βρίσκονται σε αντίθεση με τις θετικές γλώσσες της ιστορίας. Αποδεχόμαστε το κοινότοπο γεγονός πως μια διπλή άρνηση(με την κλασσική έννοια) αντιστοιχεί σε μια θετική δήλωση. ... p=N1-1 p όπου Ν ο τελεστής άρνησης, που όταν εφαρμόζεται στον εαυτό του αναιρεί την άρνηση..

....Γίνεται λόγος: για την διπλή σημασία του p(θετική δήλωση) σε συστήματα ανώτερου βαθμού. Για το κύκλωμα του Hamilton, και τα αντίστοιχα βήματα άρνησης(που μεσολαβούν μεταξύ της πρώτης άρνησης και της αναίρεσης της)...Χαρακτηριστικό των νέων γλωσσικών συστημάτων, που κινούνται στον χώρο της αρνητικότητας είναι ο απίστευτος πλούτος των νέων όρων και εννοιών που παράγονται... Για ένα “λεξικό” αυτής της γλώσσας, που σε σύστημα τέταρτου βαθμού είναι μικρό, με περίπου 1000 όρους. Αυτό όμως αλλάζει πολύ γρήγορα, αν θελήσει κανείς να δημιουργήσει ένα λεξικό για την γλώσσα πέμπτου βαθμού. Ο αριθμός των όρων είναι της τάξης των δισεκατομμυρίων.

Για το θέμα μπορούμε να πούμε τα εξής φιλοσοφικά. Αν κανείς δεν κάνει την θεμελιώδη φιλοσοφική διάκριση μεταξύ της ανωτερότητας βαθμού που ισχύει για τις κλασσικές οριακές τιμές και την θετικότητα, για την (πρώτη) άρνηση αυτής της θετικότητας και που ισχύει για την επαναλαμβανόμενη αρνητικότητα, η οποία βρίσκεται πέραν του μέγιστου πλάτους του κλασσικού συστήματος δεύτερου βαθμού, αυτός λοιπόν έχει εντελώς παρεξηγήσει το πρόβλημα που αφορά την ανωτερότητα βαθμού(συστήματα ανώτερα του δεύτερου βαθμού). Η άρνηση με αυτή την νέα έννοια λείπει από την μέχρι σήμερα γλωσσική παράδοση των θετικών γλωσσών. Για τον λόγο αυτό δεν είναι θαυμαστή η διαπίστωση, που έγινε ήδη στη δεκαετία του 1940, πως οι σημαντικότερες μεταπτώσεις-ακολουθίες τιμών των συναρτήσεων ανώτερου βαθμού, δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν λογικά(I.M. Bοchenski, „Der Sowjetrussische Dialektische Materialismus“, 1956, σελ 132).

Τα ισχυρότερα, υπερκλασσικά λογικά συστήματα έχουν μόνο τότε φιλοσοφική σημασία, όταν με την μετάβαση προς αυτά και η φιλοσοφία αλλάζει το βασικό της θέμα. Δηλαδή γυρίζει την πλάτη στο Είναι και σε κάθε τι που σχετίζεται με αυτό, και στρέφεται εξολοκλήρου προς εκείνη την “δεύτερη” μεταφυσική, για την οποία γίνεται λόγος στο σύστημα της Γιόγκα, στην αρνητική (αποφατική) θεολογία του Αρεοπαγίτου, στην ιδέα του Zimzum του καββαλιστή Ισαάκ Λούρια και στον Heidegger. Στους πνευματικούς αυτούς χώρους, που επεκτείνονται στο φιλοσοφικό σκοτάδι με το ντροπιαστικό όνομα “Τίποτα”, συναντούμε τοπία συσχετίσεων που ακόμα δεν έχουν μετρηθεί, και για τα οποία ισχύει αυτό που ο Hegel στην “Φαινομενολογία του Πνεύματος” λέει για το λεγόμενο “εσωτερικό”(Innere): „δείχνεται πως πίσω από το λεγόμενο παραπέτασμα, που θα έπρεπε να κρύβει το εσωτερικό, δεν φαίνεται τίποτα, αν εμείς οι ίδιοι δεν πάμε εκεί, ώστε να ιδωθεί έτσι ως εάν να ήταν εκεί κάτι το οποίο μπορεί να ιδωθεί. Προκύπτει όμως, πως δεν είναι και τόσο ανεμπόδιστη η πορεία προς τα εκεί. Γιατί αυτή η γνώση, ποια είναι η αλήθεια της αντίληψης-αναπαράστασης του φαινομένου και του εσωτερικού του, είναι αποτέλεσμα μιας κοπιώδους κίνησης, δια της οποίας εξαφανίζονται οι τρόποι της συνείδησης, η γνώμη, η αντίληψη και η κατανόηση...”(Meiner 1928, p. 128) Τρεις σειρές πιο κάτω τελειώνει το κεφάλαιο για την συνείδηση, και αρχίζει αυτό για την αυτοσυνειδησία.

Αυτό που ο Hegel λέει για το τίποτα, που μας αντικρίζει από τα βάθη της συνείδησης, μπορεί να μας χαρίσει μια βαθύτερη ματιά για την σχέση της βούλησης και του τίποτα. Το Είναι είναι τόπος γέννησης της σκέψης. Το τίποτα όμως είναι η πατρίδα της βούλησης. Μέσα στο τίποτα, όπως μας διδάσκει το αναφερθέν σημείο από την Φαινομενολογία, δεν φαίνεται τίποτα, για όσο δεν αποφασίζουμε να μπούμε εκεί και να κτίσουμε ένα κόσμο σύμφωνα με τους νόμους της αρνητικότητας. Αυτό τον κόσμο ο Θεός δεν τον έχει δημιουργήσει ακόμα, και δεν υπάρχει και κανένα σχέδιο για τον κόσμο αυτόν, πριν η σκέψη το(σχέδιο) περιγράψει σε μια αρνητική γλώσσα.

Εδώ καραδοκεί ένας άπειρος πειρασμός(ξελόγιασμα) τον άνθρωπο. Κανείς δεν μπορεί να τον αναγκάσει να κάνει αυτό το βήμα. Μπορεί να αρκεσθεί στην εποχή του(στην οποία βρίσκεται εκείνη τη στιγμή ο κόσμος) και να συνεχίσει να περιμένει την σωτηρία και την λύτρωση.

Ο Heidegger και οι σύγχρονοι του υπέπεσαν στον πειρασμό αυτό. Οι στοχαστές αυτοί δεν κατάφεραν(και αυτό ισχύει και για τον Hegel), να ανακαλύψουν την μεταφυσική θέση σύνδεσης, όπου ο αριθμός και η έννοια είναι συγκολλημένοι. Αυτή η θέση βρίσκεται ακριβώς στο σημείο μετάβασης από το Είναι στο τίποτα. Το πρόβλημα είναι πανάρχαιο. Το συνέλαβαν οι Πυθαγόρειοι, και περιτριγυρίζει στο περίφημο έργο του γηραιού Πλάτωνος, στο “Περì τ' 'αγαθού”. Ο Αριστοτέλης απορρίπτει συνειδητά στην Μεταφυσική του τον διπλό ρόλο των αριθμών, που από την μια μετρούν εδώ στον κόσμο, και από την άλλη έχουν την λειτουργία τους στο ιδεατό επέκεινα. Και μέχρι σήμερα έχει μείνει έτσι. Και αν παραμείνει έτσι, στα μαθηματικά δεν μπορεί να αποδοθεί καμιά φιλοσοφική αξία. Τότε όμως δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί από το τίποτα ένας νέος φιλοσοφικός κόσμος εννοιών. Γιατί το λεξιλόγιο μιας αρνητικής γλώσσας μπορεί μόνο να αναπτυχθεί από την σύμπτωση αριθμού και έννοιας! Δεν υπάρχει άλλος δρόμος, από το να διαβαστεί ο καινούργιος κόσμος των εννοιών από τις δομές των συσχετίσεων των αρνήσεων. Αυτός είναι ο καινούργιος “υλικός κόσμος”, πάνω στον οποίο σχηματίζονται οι ιδέες της μελλοντικής παγκόσμιας ιστορίας.

Οι εμπειρίες που έχουμε με την συνδυαστική ανάλυση, μας δυσκολεύουν να απορρίψουμε την υποψία πως και οι ιδέες του Πλάτωνος είναι σύνθετες(Composita). Και αυτό από το οποίο αποτελούνται δεν μπορεί να είναι ιδέα, σύμφωνα με τον ορισμό. Οι δομικοί λίθοι της ιδέας είναι στοιχεία του τίποτα, και μόνο με τον αριθμό, ως απρόσωπη μονάδα και ανώνυμη πολλαπλότητα, κατέχουμε ένα εργαλείο, με το οποίο μπορούμε να γίνουμε κάτοχοι του τίποτα.

Επειδή ο δρόμος προς μια ιστορική εποχή, που είναι κάτι παραπάνω από την τεχνολογία, παρόλα αυτά όμως περνά μέσα από την τεχνολογία, προκύπτει πως εκείνος που αμύνεται από την μεταφυσική ενότητα αριθμού και έννοιας, κλείνει για το πνεύμα όλες τις πόρτες του μέλλοντος. Κάποτε δε θα υπάρχει κανένα πνεύμα που να μην διαδίδεται-μεταφράζεται-κατανοείται αριθμητικά. Οπωσδήποτε δέν θα έχει κάτι καινούργιο να πει.

Παραμένει να εξηγήσουμε για ποιο πράγμα θα μιλάει η αρνητική γλώσσα, αφού πρώτα προσδιορίσουμε τον λογικό τόπο αυτών των γλωσσών. Αν ψάχνουμε όμως το περιεχόμενο τους ορθώνεται κατευθείαν μπροστά μας το πρόβλημα της ταυτότητας.

p και N1.1 p(το p είναι, και το p είναι μετά από διπλή άρνηση) μπορούν, κλασσικά μιλώντας, να ιδωθούν ως διαφορετικές εκφράσεις μιας και της αυτής πραγματικότητας. Ήδη όμως στις εκφράσεις τρίτου βαθμού, Ν1.2.1.2.1.2 p και Ν2.1.2.1.2.1 p αυτό δεν ισχύει. Αν και η ακολουθία του δείκτη αρνήσεως (1.2.1.2.1.2) εδώ είναι ακόμα ελάχιστη, παρόλα αυτά παραπέμπει στο γεγονός πως κάθε p το οποίο εμφανίζεται σε μια αρνητική γλώσσα, έχει πίσω του μια ιστορία στοχασμών, η οποία πρέπει να μπει στον ορισμό του. Από αυτό προκύπτει εκείνο το πρόβλημα ταυτότητας, το οποίο όλοι γνωρίζουμε, όταν διερωτόμαστε, με ποια σημασία είναι η ψυχή του νεογέννητου ταυτόσημη με το εγώ του ενήλικου προσώπου. Θα πρέπει να γνωρίζει κανείς κάτι γι' αυτό, όταν θέτει το παραπέρα ερώτημα: τι σημαίνει, πως η ιστορία ως ιστορία ενός σύμπαντος, στην ύπαρξη και εξέλιξη του οποίου εμπλέκεται η υποκειμενικότητα, έχει στη διάθεση της δυνατές διαστάσεις του μέλλοντος, για τις οποίες είναι δυνατόν να συνεννοηθεί κανείς(με κάποια ακρίβεια) μόνο με τις αρνητικές γλώσσες; Ο βαθμός της ακρίβειας είναι ανάλογος του αριθμού των αρνήσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να εισαχθούν, σε μια ελεγχόμενη ποσότητα. Αυτός ο αριθμός, που αντιστοιχεί στο επίπεδο της γνώσης, είναι σήμερα ιδιαίτερα περιορισμένος.

Συνεχίζεται
 
Μετάφραση Πέτρος

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Hannah Arendt (3)

Συνέχεια και τέλος δευτέρου κεφαλαίου

Διαλύοντας την αρχαία έννοια τού Είναι, ο Κάντ είχε κατά Νού να ξαναδώσει την αυτονομία στον άνθρωπο, αυτό που ονόμαζε την αξιοπρέπεια τού ανθρώπου. Είναι ο πρώτος φιλόσοφος πού θέλησε να κατανοήσει ολόκληρο τον άνθρωπο ξεκινώντας από τον νόμο του και να τον αφαιρέσει από την γενική οντολογική συνάφεια μέσα στην οποία δεν ήταν άλλο από ένα πράγμα ανάμεσα στα άλλα - ακόμη και όταν τίθεται αντιμέτωπος όπως η res cogitans στην res extensa. Συμφωνώντας με τον Λέσσινγκ, η ωριμότης του ανθρώπου υποδεικνύεται στη σκέψη και δεν είναι τυχαίο πως μία τέτοια φιλοσοφική δήλωση συμπίπτει με την Γαλλική Επανάσταση. Ο Κάντ είναι εξάλλου ο φιλόσοφος της Γαλλικής Επαναστάσεως. Για την εξέλιξη του ΧΙΧ αιώνος αποφασιστικής σημασίας το γεγονός πως δεν χάθηκε τίποτα από την νέα επαναστατική έννοια της Citoyen (ιθαγένεια), όπως και για την εξέλιξη της μετα-Καντιανής φιλοσοφίας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας το γεγονός πως δεν χάθηκε στα γρήγορα αυτή η έννοια του ανθρώπου, παρότι ήταν στην αρχή της αναπτύξεώς της ακόμη.

Η Καντιανή διάλυση της αρχαίας έννοιας του Είναι έμεινε στη μέση του δρόμου. Διέλυσε την αρχαία ταυτότητα Είναι και Σκέψης και μαζί μ’ αυτή, την ιδέα της προκαθορισμένης αρμονίας ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Αυτό όμως που δεν διέλυσε, αλλά αντιθέτως διατήρησε, είναι η έννοια -και αυτή με τη σειρά της αρχαία και παραδοσιακώς δεμένη στην έννοια της αρμονίας- του Είναι σαν κάτι δοσμένο, στους νόμους του οποίου ο άνθρωπος υπόκειται. Ο άνθρωπος μπόρεσε να ανεχθεί μια τέτοια Ιδέα μόνο μέχρις ότου είχε, μέσα σ’ ένα αίσθημα ασφάλειας και συγγένειας με τον κόσμο, τουλάχιστον τη βεβαιότητα πως μπορεί να γνωρίσει το Είναι και το Γίγνεσθαι του κόσμου. Πάνω σ’ αυτό βρήκε στήριγμα –μέχρι τον ΧΙΧ αιώνα, δηλαδή μέχρι την αποθεώση του Ρομάντζου- η αρχαία έννοια, τυπικώς Δυτική της μοίρας. Χωρίς αυτή την αλαζονεία δεν θα ήταν δυνατή ούτε η τραγωδία ούτε η Δυτική φιλοσοφία. Ακόμη και ο Χριστιανισμός δεν αρνήθηκε στον άνθρωπο την δυνατότητα μιας κατανοήσεως του σχεδίου της Θείας Σωτηρίας, και εδώ λίγο μας ενδιαφέρει εάν αυτή την κατανόηση την οφείλει στην νόησή του, όμοια με την Θεία, και όχι τόσο στην Θεία αποκάλυψη. Σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος μυείται στα μυστήρια του κόσμου και εισέρχεται στο κοσμικό γίγνεσθαι.

Αυτό που ισχύει για την διάλυση της αρχαίας έννοιας του Είναι από μέρους του Κάντ ισχύει ακόμη περισσότερο για την νέα έννοια της ελευθερίας του ανθρώπου, στην οποία διαγράφεται ήδη η πιο μοντέρνα δουλεία του ανθρώπου. Κατά τον Κάντ ο άνθρωπος έχει βεβαίως την δυνατότητα να καθορίσει τις πράξεις του ξεκινώντας από την ελευθερία μιας καλής θελήσεως, αλλά αυτές οι πράξεις πέφτουν κάτω από την νομοθεσία της φυσικής αιτιότητος, ενός κράτους ξένου εντελώς προς τον άνθρωπο, ως προς την ουσία του. Έξω λοιπόν από την υποκειμενικότητα, δηλαδή από την ελευθερία, οι ανθρώπινες πράξεις εισέρχονται στη σφαίρα της αντικειμενικότητος, δηλαδή στην αιτιότητα, και χάνουν τον ελεύθερο χαρακτήρα τους. Ο άνθρωπος, ελεύθερος καθεαυτός, είναι παραδομένος χωρίς καμμιά ελπίδα στην τάξη της φύσεως η οποία του είναι ξένη, δηλαδή σε μια μοίρα που του αντιτίθεται και η οποία καταστρέφει την ελευθερία του. Εδώ εκφράζεται για άλλη μια φορά η αντινομική δομή της υπάρξεώς του, στο μέτρο που αυτή ξετυλίγεται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Ανακηρύσσοντας τον άνθρωπο μέτρο και κύριο του Είναι, ο Κάντ τον μειώνει ταυτόχρονα στο επίπεδο ενός σκλάβου του Είναι. Εναντίον αυτής της μειώσεως ακριβώς διαμαρτυρήθηκαν όλοι οι φιλόσοφοι από τον Σέλλινγκ κι ύστερα. Μ’ αυτή την υποβάθμιση του ανθρώπου, αμέσως μόλις εκλήθη στην ωριμότητα, ασχολείται η μοντέρνα φιλοσοφία μέχρι σήμερα. Φαίνεται σαν να μην έχει ανέβει ποτέ τόσο ψηλά ο άνθρωπος και την ίδια στιγμή, πως δεν έχει πέσει ποτέ του τόσο χαμηλά μέχρι τώρα.

Από τον Kant κι’ έπειτα όλη η φιλοσοφία διαθέτει από το ένα μέρος ένα στοιχείο αλαζονείας, από το άλλο, μια ιδέα της μοίρας. Ο ίδιος ο Μαρξ δηλώνοντας πως δεν ήθελε να ερμηνεύσει πλέον τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει, βρέθηκε στο όριο ακριβώς μιας νέας έννοιας του Είναι και του κόσμου, στην οποία Είναι και κόσμος δεν αναγνωρίζονται πλέον σαν δεδομένοι, αλλά σαν πιθανά ανθρώπινα προϊόντα! Όμως κατέφυγε πολύ σύντομα σε ένα αρχαίο και σίγουρο καταφύγιο, δηλώνοντας πως η ελευθερία ήταν η κατανόηση της ανάγκης, προσφέροντας μ’ αυτόν τον τρόπο στον άνθρωπο, ο οποίος με την βοήθειά του είχε χάσει επίσης την υπερηφάνειά του, μια αξιοπρέπεια την οποία κατά βάθος δεν ήξερε τι να την κάνει.

L’ amor fati του Νίτσε, η αποφασιστικότης (entschlossenheit) του Χάιντεγκερ, η επιμονή του Καμύ –ο οποίος θέλει να αποκτήσει εμπειρία της ζωής παρόλο τον παραλογισμό της ανθρώπινης κατάστασης (condition humaine), αποτέλεσμα του γεγονότος πως ο άνθρωπος δεν έχει πατρίδα- όλα αυτά δεν είναι παρά προσπάθειες να καταφύγουμε σε μια βεβαιότητα. Δεν είναι τυχαίο πως η ηρωική χειρονομία έγινε, μετά τον Νίτσε, η τυπική συμπεριφορά της φιλοσοφίας. Χρειάζεται στα σίγουρα μια κάποια δόσις ηρωισμού για να ζήσουμε στον κόσμο έτσι όπως τον άφησε ο Kant. Με την ηρωική τους πόζα, οι πιο σύγχρονοι φιλόσοφοι, δεν δείχνουν τίποτε άλλο, παρά ότι κατόρθωσαν να ακολουθήσουν μέχρι τέλους και σε πολλές κατευθύνσεις μάλιστα, την σκέψη του Καντ, αλλά ότι επίσης δεν κατόρθωσαν να προχωρήσουν ούτε ένα βήμα μπρος, ενώ δυστυχώς, άτακτα και απογοητευτικά οι περισσότεροι υποχώρησαν μερικά βήματα πιο πίσω. Διότι όλοι τους, με την μόνη μεγάλη εξαίρεση του Γιάσπερς, εγκατέλειψαν αργά ή γρήγορα την βασική έννοια του Κάντ, εκείνη της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Με την απαίτηση να έχει αποκτήσει «τον αληθινό Κύριο του Είναι», ο Σέλλινγκ ήθελε να ξαναπάρει μέρος στα πράγματα του κόσμου από τον οποίο ο ελεύθερος άνθρωπος είχε αποκλειστεί μετά τον Kant. Ο Σέλλινγκ καταφεύγει και αυτός ακόμη σ’ έναν φιλοσοφικό θεό, διότι δεχόταν από τον Κάντ «το γεγονός της πτώσεως», χωρίς να διαθέτει όμως την εκπληκτική διαθεσιμότητα του Κάντ να μένει εύκολα ευχαριστημένος μ’ αυτό το γεγονός. Καθότι αυτή η εκπληκτική για μας, διαθεσιμότητα του Κάντ, οφείλεται μόνον στο γεγονός πως είχε σταθερές ρίζες σε μία παράδοση στην οποία η φιλοσοφία ήταν στην ουσία της ταυτόσημη με τον στοχασμό - μία παράδοση την οποία ο Κάντ, σχεδόν ασυνείδητα συνεισέφερε στην καταστροφή της. Η «θετική φιλοσοφία» του Σέλλινγκ ψάχνει καταφύγιο δίπλα στον θεό, έτσι ώστε αυτός να αντιμετωπίσει «το δεδομένο γεγονός της πτώσεως» ή –με άλλα λόγια– έτσι ώστε ο θεός να χορηγήσει ξανά στον άνθρωπο μια πραγματικότητα, από την στιγμή που η πραγματικότης που διέθετε χάθηκε την στιγμή που βρέθηκε ελεύθερος.

Όταν ομιλούμε για φιλοσοφία της υπάρξεως γενικώς, αποσιωπούμε τον Σέλλινγκ και αυτό οφείλεται στο ότι κανείς φιλόσοφος δεν πήρε τον δρόμο προς την λύση των αποριών του Κάντ, ανάμεσα στην υποκειμενική ελευθερία και στην αντικειμενική ανελευθερία. Αντί να δοκιμάσουν μια «θετική φιλοσοφία», δοκίμασαν, με την μόνη εξαίρεση του Νίτσε, να ξαναερμηνεύσουν τον άνθρωπο έτσι ώστε να μπορέσει να βρει την θέση του σ’ έναν κόσμο που του αφαίρεσε την αξιοπρέπεια. Θέλησαν, το ναυάγιο του ανθρώπου, να αποτελεί μέρος του Είναι του και να μην αποτελεί μόνον την μοίρα του. Θέλησαν το ναυάγιο να μην έχει προκληθεί από μία εχθρική Φύση, καθώς καθορίζεται απολύτως από τον νόμο της αιτίας, αλλά να ‘χει γραφτεί στην ουσία του ανθρώπου. Γι’ αυτόν τον λόγο εγκατελείφθηκαν οι καντιανές έννοιες της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως ακριβώς εγκατελείφθη επίσης το σχέδιο της ανθρωπότητος σαν ρυθμιστικής Αρχής όλων των πολιτικών πράξεων και από εδώ ακριβώς προέρχεται ο βαρύς τόνος που χαρακτηρίζει, μετά τον Κίρκεγκαρντ, όλη την λιγότερη επιφανειακή φιλοσοφία. Κατά βάθος φαινόταν πιο ευχάριστο να είμαστε υποδουλωμένοι στην «κένωση» (verfallen), σαν στον νόμο της ανθρώπινης εσωτερικότητος, παρά να καταστραφούμε σ’ έναν αλλότριο κόσμο, καθορισμένο από τον νόμο της αιτιότητος.

(Συνεχίζεται)

---------------------------------------------------

Σχόλιο: Σ’ αυτό το σημείο νομίζουμε “αναγκαία” μια διευκρίνιση. Η Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία αποκάλυψε τον Νού και τον Λόγο. Η Ρωμαϊκή και Σχολαστική της “συνέχεια” εργάστηκε με την Νόηση και την πραγματικότητα! Ο Γερμανικός Ιδεαλισμός μείωσε την φιλοσοφία με την σειρά του στην έννοια και στο υποκείμενο, στην αναπαράσταση, στην σκέψη! Τέλος η σημερινή φιλοσοφία με τον υπαρξισμό και τον πραγματισμό μειώνει εκ νέου την φιλοσοφία στην λογική και στο τίποτα! Στο Μηδέν από όπου δημιουργηθήκαμε και στο οποίο ελεύθερα επιστρέφουμε, νομοτελειακά, εφόσον δεν κατορθώσαμε να χωρίσουμε καν το καλό από το κακό.

Αμέθυστος

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Hannah Arendt (2)

Η ΚΑΝΤΙΑΝΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΕΝΟΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η λέξη “ύπαρξη” με την μοντέρνα έννοια εμφανίζεται για πρώτη φορά, στον τελευταίο Σέλλινγκ. Γνώριζε επακριβώς εναντίον αυτού που επαναστατούσε όταν αντέκρουσε την «αρνητική φιλοσοφία», την φιλοσοφία της καθαρής σκέψης, με την «θετική φιλοσοφία», η οποία «προοδεύει από την ύπαρξη και την κατέχει μόνον στη μορφή του καθαρού “τί”»! Γνώριζε πως μ’ αυτόν τον τρόπο ο φιλόσοφος έλεγε αντίο στην «στοχαστική ζωή». Γνώριζε πως «η επανάσταση είχε ξεκινήσει από το Εγώ», διότι σε μια τέτοια φιλοσοφία της καθαρής σκέψης, η οποία δεν ήταν πλέον ικανή να «εξηγήσει το τυχαίο και την ουσιαστική πραγματικότητα των πραγμάτων», «η απόλυτη απελπισία τον είχε κατακυριεύσει». Όλο το μοντέρνο παράλογο, όλη η μοντέρνα εχθρότης προς το πνεύμα και την νόηση βασίζονται σ’ αυτή την απελπισία!

Η μοντέρνα φιλοσοφία ξεκινά με την αναγνώριση πως το τί πράγμα δεν είναι ικανό να εξηγήσει το τί, ξεκινά με το τρομακτικό σοκ μιας πραγματικότητος κενής καθ’ εαυτής! Όσο περισσότερο η πραγματικότης στερείται κάθε ποιότητος, τόσο γυμνό και αμεσολάβητο αποκαλύπτεται αυτό που είναι το μόνο ενδιαφέρον σ’ αυτή: Ότι αυτή είναι! Γι’ αυτόν τον λόγο από το ξεκίνημά της η μοντέρνα φιλοσοφία υμνεί το τυχαίο σαν το στοιχείο με το οποίο η πραγματικότης, ανυπολόγιστη, απρόβλεπτη και άρρητη, επιτίθεται κατευθείαν στον άνθρωπο. Γι’ αυτόν τον λόγο αρχίζουν να υπολογίζονται οι «οριακές καταστάσεις» (Γιάσπερς), αυτές που ωθούν τον άνθρωπο να φιλοσοφήσει: Ο θάνατος, η ενοχή, η μοίρα, το τυχαίο, διότι σε όλες αυτές τις εμπειρίες η πραγματικότης φαίνεται αναπόφευκτη, αμείωτη, στο επίπεδο της σκέψης. Εδώ ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την εξάρτησή του – εξάρτηση όχι από κάτι ιδιαίτερο ούτε καν από την θνητότητά γενικώς, αλλά εξάρτηση από το γεγονός πως υπάρχει.

Εξάλλου, επειδή ακριβώς η ουσία δεν έχει καμμία σχέση με την ύπαρξη, η μοντέρνα φιλοσοφία απομακρύνεται από τις επιστήμες οι οποίες ερευνούν το τί πράγμα των όντων. Με κιρκεγκαρντιανούς όρους, η αντικειμενική αλήθεια της επιστήμης είναι εντελώς αδιάφορη, καθώς παραμένει αδιάφορη απέναντι στο γεγονός της υπάρξεως. Αλλά και η υποκειμενική αλήθεια, η αλήθεια αυτού που υπάρχει, είναι ένα παράδοξο, καθώς δεν μπορεί ποτέ της να γίνει αντικειμενική και να έχει καθολική ισχύ. Εάν το Είναι και η σκέψη δεν είναι πια ταυτόσημα, ένα και το αυτό πράγμα, εάν μέσω της σκέψης δεν μπορώ να διευκρινίσω την ουσιώδη πραγματικότητα των πραγμάτων, από την στιγμή που η φύσις των πραγμάτων δεν σχετίζεται καθόλου με την πραγματικότητά τους, πολύ λίγο μπορεί να ενδιαφέρει το τι πράγμα είναι η επιστήμη: Σε κάθε περίπτωση η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την αλήθεια, τουλάχιστον την αλήθεια που τον ενδιαφέρει. Αυτή η απομάκρυνση από την επιστήμη έχει παρεξηγηθεί πάρα πολύ ιδίως λόγω του Κίρκεγκαρντ, σαν μια στάση η οποία προέκυψε από τον Χριστιανισμό. Τώρα όμως αυτή εδώ η φιλοσοφία η οποία έχει τόσο ενδιαφέρον για την πραγματικότητα, δεν ταράζεται και πολύ από το γεγονός πως στην προοπτική ενός άλλου πιο αληθινού κόσμου, η ενασχόληση με τα πράγματα του κόσμου τούτου μπορεί να απομακρύνει τον άνθρωπο από την σωτηρία της ψυχής του. Αυτό που επιθυμεί είναι ακριβώς αυτός εδώ ο κόσμος, ένας κόσμος που τώρα ακριβώς χάνει τον πραγματικό του χαρακτήρα.

Η ενότης Είναι και σκέψης προϋποθέτει την προαποφασισμένη σύμπτωση ουσίας και υπάρξεως, δηλαδή ότι όλα όσα είναι δυνατόν να γίνουν σκέψη υπάρχουν και οτιδήποτε υπάρχει, λόγω του ότι μπορεί να γνωσθεί, είναι ορθολογικό. Αυτή η ενότης διελύθη από τον Kant, τον αληθινό πατέρα, παρότι καλά κρυμμένο, της μοντέρνας φιλοσοφίας, ο οποίος έχει παραμείνει μέχρι σήμερα ο Μυστικός Βασιληάς της! Ο Kant είχε ήδη αφαιρέσει από τον άνθρωπο την αρχαία του βεβαιότητα, οικειότητα στο εσωτερικό του Είναι, φανερώνοντας τις αντινομίες της δομής της νοήσεως και αποδεικνύοντας, στις αναλύσεις του για τις συνθετικές κρίσεις, ότι με κάθε κρίση στην οποία έχει θέση κατηγορήματος κάτι από την πραγματικότητα εμείς υπερβαίνουμε την έννοια (l’ essentia) ενός συγκεκριμένου πράγματος. Ο ίδιος ο Χριστιανισμός δεν είχε φτάσει σε τέτοια σιγουριά, απλώς την είχε ξαναερμηνεύσει (την πραγματικότητα) εν’ όψει του “θείου σχεδίου της Σωτηρίας”. Τώρα πια δεν μπορούσαμε πλέον να είμαστε σίγουροι του νοήματος ή του Είναι του Χριστιανικού γήινου κόσμου και ούτε καν του Είναι του αιωνίως παρόντος κόσμου των αρχαίων: Κατεστράφη αυτός ο ίδιος ο παραδοσιακός ορισμός της αλήθειας σαν aequatio intellectus et rei (ισοδυναμίας νοήσεως και πράγματος).

Πριν από την Καντιανή εκθεμελίωση της Δυτικής έννοιας του Είναι, ο Καρτέσιος είχε ήδη θέσει το θέμα της πραγματικότητος με ένα νόημα εντελώς μοντέρνο, για να απαντήσει όμως με έναν εντελώς παραδοσιακό τρόπο. Η ερώτηση, εάν το Είναι καθ’ εαυτό είναι, είναι μοντέρνα, ακριβώς όπως η απάντηση, cogito ergo sum, είναι αδιάφορη, διότι –όπως είχε ήδη παρατηρήσει ο Νίτσε– δεν αποδεικνύει καθόλου την ύπαρξη του ego cogitans (του σκεπτόμενου Εγώ), αλλά στην καλύτερη περίπτωση αποδεικνύει την ύπαρξη της σκέψης. Με άλλα λόγια, από το Εγώ σκέπτομαι δεν γεννιέται ποτέ το αληθινά ζωντανό Εγώ, παρά μόνον ένα Εγώ που το σκέφτηκα. Αυτό ακριβώς είναι που γνωρίζουμε από τον Kant κι έπειτα!

Η Ιστορία της εκκοσμικεύσεως εξαρτάται, περισσότερο απ’ ότι συνήθως πιστεύουμε, από την Καντιανή καταστροφή της αρχαίας ενότητος ανάμεσα στην σκέψη και σ’ αυτό που είναι. Η Καντιανή ανασκευή της οντολογικής αποδείξεως της υπάρξεως του θεού διέλυσε την ορθολογική πίστη στον θεό, μια πίστη η οποία είχε βασιστεί στην Αρχή πως ό,τι μπορώ να ανάγω ορθολογιστικά πρέπει οπωσδήποτε και να υπάρχει, μια πίστη όχι μόνο πιο αρχαία του Χριστιανισμού, αλλά ριζωμένη ακόμη περισσότερο στην ευρωπαϊκή ανθρωπότητα από την εποχή της Αναγεννήσεως. Η λεγόμενη “απο-θέωση” (Entgotterung) του κόσμου, η γνώση δηλαδή πως δεν μπορούμε να αποδείξουμε την ύπαρξη του θεού με τη βοήθεια της νοήσεως, χτυπά καίρια τις αρχαίες φιλοσοφικές έννοιες, τουλάχιστον όσο και ο Χριστιανισμός. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο χωρίς θεό, ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνευθεί ξεκινώντας από την «κατάσταση της εγκαταλείψεώς του» (verlassenheit ) ή από την “αυτονομία” (Eigenstandigkeit). Για κάθε φιλόσοφο μοντέρνο –και όχι μόνον για τον Νίτσε– ο τύπος της προκατασκευασμένης ερμηνείας γίνεται η πέτρα δοκιμής της φιλοσοφίας του!

Ο Hegel είναι για μας ο τελευταίος των αρχαίων φιλοσόφων, διότι υπήρξε ο τελευταίος που κατόρθωσε να αποφύγει τέτοιου είδους ερωτήματα. Η μοντέρνα φιλοσοφία ξεκινά με τον Σέλλινγκ, διότι δηλώνει ξεκάθαρα πως γι’ αυτόν στο παιχνίδι είναι το άτομο, το άτομο που «θέλει να έχει έναν θεό πρόνοια», έναν θεό που «είναι ο Κύριος του Είναι». Διότι «δεν είναι η καθολικότης μέσα στον άνθρωπο που ζητά την ευτυχία, αλλά το άτομο». Αυτό που μετρά πραγματικά στον Σέλλινγκ είναι «το απελευθερωμένο άτομο από κάθε καθολικότητα», δηλαδή ο πραγματικός άνθρωπος. Στην εκπληκτική της σαφήνεια, αυτή η αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας (καθόλου εύκολο να διατυπωθεί μετά την απέχθεια που είχε εκφράσει ο Kant προς την αρχαία επιθυμία ευτυχίας) περιέχει κάτι παραπάνω από μια απελπισμένη επιθυμία επιστροφής στην σίγουρη αγκαλιά της πρόνοιας. Ο Kant δεν μπόρεσε να καταλάβει πως διαλύοντας την αρχαία έννοια του Είναι, έθεσε σε αμφιβολία την πραγματικότητα όλων όσων δεν είναι ατομικά και κατά βάθος υπονοούσε αυτό που λίγο αργότερα ο Σέλλινγκ δήλωνε ανοιχτά: «Δεν υπάρχει καθολικότης, μόνο ατομικότης, και η καθολική ουσία υπάρχει μόνον εάν αυτή είναι το απόλυτο άτομο».

Αυτή η θέση, η οποία προερχόταν απευθείας από τον Καντ, κατέστρεψε μ’ ένα μόνο χτύπημα το βασίλειο των ιδεών και των καθολικών αξιών τα οποία μπορούσε να συλλάβει ο άνθρωπος με την βοήθεια της νοήσεως, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που δυσκόλευε πλέον τον άνθρωπο να αρπαχτεί από κάτι, ούτε από την νόηση, ανεπαρκέστατη για την γνώση του Είναι, ούτε από τις Ιδέες, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορούσε να αποδειχθεί, ούτε από την καθολικότητα, καθώς η καθολικότης δεν ήταν τίποτε άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ξεκινώντας από τούτη τη στιγμή, ο όρος “υπαρκτό” (existierend) χρησιμοποιείται εναντίον αυτού που είναι μόνον προϊόν σκέψης και στοχασμού: Το συγκεκριμένο ενάντια στο αφηρημένο, το ατομικό ενάντια στο καθολικό. Αυτό σημαίνει ούτε λίγο ούτε πολύ πως η Φιλοσοφία, αφού σκέφτηκε, από τον Πλάτωνα κι έπειτα, μόνον μέσω της έννοιας, άρχισε να αμφιβάλλει απέναντι σ’ αυτή την ίδια (την έννοια). Από κει κι’ έπειτα οι φιλόσοφοι δεν κατόρθωσαν να ξετινάξουν από πάνω τους εντελώς την ψεύτική συνείδηση κάνοντας Φιλοσοφία!

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Πέντε σενάρια για την λύση της ελληνικής οικονομικής κρίσης

Euroland ist abgebrannt

Jens Berger 02.02.2010

Η οικονομική θέση της Eλλάδας είναι τρομακτική. Όλος ο κόσμος υποψιάζεται πως το κράτος θα χρεωκοπήσει, και για τον λόγο αυτό πρέπει οι Έλληνες να βάζουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στη τσέπη, για να πληρώσουν τις αυξήσεις που προσθέτουν οι επενδυτές στα δάνειά τους, αυξήσεις λόγω αυξημένου ρίσκου. Κανείς δεν πιστεύει στα σοβαρά πως η Ελλάδα μπορεί να βγεί από την μιζέρια βασιζόμενη μόνο στην δύναμή της, αν και ο Έλληνας πρωθυπουργός Παπανδρέου, καθώς και οι Γερμανοι υπουργοί Westerwelle (εξωτερικών) και Brüderle (οικονομικών και τεχνολογίας) ομνύουν στις αυτοθεραπευτικές δυνάμεις που προκύπτουν από σκληρά μέτρα εξοικονόμησης. Πώς μπορεί να λυθεί η κρίση που δημιούργησαν τα χρέη; Θα κηρύξει χρεωκοπία η Ελλάδα; Θα διαλυθεί τότε η ευρωπαϊκή χρηματοοικονομική κοινότητα; Ποιες είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα και ποιες για την Γερμανία;

Οι λόγοι για την οικονομική μιζέρια της Ελλάδας είναι πολλαπλοί. Από την μια έχουν εσωτερικές πηγές. Η Ελλάδα ζούσε για χρόνια πάνω από το επίπεδο που της επέτρεπε η οικονομική της θέση. Το πολιτικό σύστημα είναι διεφθαρμένο και αθεράπευτα αποσκληρυμένο. Και αν λάβει κανείς τα συμβόλαια του Μάαστριχτ επί λέξη υπόψιν, η Ελλάδα δε θα 'πρεπε να είναι μέλος της ευρωζώνης. Οι Έλληνες άλλαξαν αδιάντροπα τις στατιστικές που αφορούσαν την περίοδο σύγκλισης και οι Βρυξέλλες κοίταζαν επίμονα σε άλλη κατεύθυνση.

Από την άλλη είναι ένα θύμα της ευρωζώνης και της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής της Γερμανίας. Η γερμανική οικονομία απέκτησε το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα και μέσω της αναποτελεσματικότητας νοτιοευρωπαίων πολιτικών (στα θέματα οικονομίας). Χωρίς το ευρώ όχι μόνο η δραχμή θα έπρεπε να υποτιμηθεί με δική της ενέργεια, αλλά και το μάρκο θα έπρεπε να αναβαθμιστεί στο πολλαπλάσιο. 11 χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ είναι η ευρωζώνη άνιση όσο ποτέ. Από την μια η Γερμανία με υψηλή παραγωγικότητα και σχετικά χαμηλούς μισθούς, και από την άλλη πολύ λιγότερο παραγωγικές χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία ή η Ισπανία, όπου οι μισθοί βρίσκονται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με αυτούς στην Γερμανία. Χωρίς μια υγιή προσαρμογή των εθνικών συναλλαγμάτων, που θα διέλυε αυτόματα αυτές τις ανισότητες, οι φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν καμιά ελπίδα να αποπληρώσουν μόνες τους τα χρέη τους.

Η οικονομική κρίση έχει και εδώ μια καταστροφική επιταχυντική δράση. Την στιγμή που ακόμα και η πλούσια Γερμανία έπρεπε να κάνει μεγάλο οικονομικό κόπο για να αντέξει τα αποτελέσματα της κρίσης, οι φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να παραδοθούν μπρος στον ηράκλειο αυτόν άθλο. Τα έσοδα του κράτους μειώνονται ενώ τα έξοδα αυξάνονται με γρήγορο ρυθμό. Η Kommission προβλέπει πως η Ελλάδα θα πρέπει να αναλάβει τον επόμενο χρόνο χρέη που φτάνουν το 12,8% του εθνικού προϊόντος. Η Πορτογαλία (8,2%) και η Ισπανία (9,3%) δεν είναι σε καλύτερη θέση, αλλά και η Ιρλανδία (14,7%) θα πρέπει να χρεωθεί σε μεγάλο βαθμό. Η κατάσταση όμως στην Ιρλανδία δεν είναι ακόμα τόσο σοβαρή, γιατί τα κρατικά χρέη είχαν φτάσει πριν έρθει η κρίση σε ένα ελάχιστο επίπεδο. Μια πιθανή χρεωκοπία της Ελλάδας θα προκαλούσε σχεδόν σίγουρα ένα τέτοιο ταρακούνημα, τού οποίου η Πορτογαλία και η Ισπανία μάλλον δε θα επιβίωναν.

Σενάριο πρώτο: Η Ελλάδα πατάει φρένο μέχρι το τέρμα

Τις επόμενες ημέρες θα παρουσιάσει η ελληνική κυβέρνηση το πρόγραμμα για την διόρθωση των οικονομικών του κράτους. Οι παρατηρητές αναμένουν πως η κυβέρνηση Παπανδρέου θα εκμεταλλευτεί την δεινή οικονομική θέση για να προωθήσει με συνοπτικές διαδικασίες ένα νεοφιλελεύθερο πακέτο μεταρρυθμίσεων. Συστατικά του "επείγοντος σχεδίου-σοκ-εξοικονόμησης" , θα είναι η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 και η μείωση των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων κατά 4-6%. Ακόμα και αν οι περικοπές των συντάξεων έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην εξοικονόμηση, οι άλλες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις έχουν μια μακρά χρονική περίοδο μετάβασης, ώστε είναι περισσότερο από αμφίβολο αν ο Παπανδρέου με τα μέτρα αυτά μπορέσει να μειώσει την νέα αύξηση των χρεών κατά 4%.

Επιβαρυντικά προστίθεται και το γεγονός πως τα χρέη του περασμένου χρόνου είναι ακόμα μεγαλύτερα. Η Kommission εξετάζει προς το παρόν έγγραφα κρατικών υπηρεσιών, στις ισοτιμίες των οποίων μάλλον αποκρύφτηκαν επιπρόσθετα χρέη, πέραν των επίσημων στατιστικών - μέσα στο πνεύμα του Churchill: μην πιστεύεις καμιά στατιστική που δεν πλαστογράφησες ο ίδιος! Ότι τέτοια σχέδια εξοικονόμησης μπορούν να λύσουν το πρόβλημα των χρεών, πιστεύουν οι υπουργοί Westerwelle και Brüderle. Αλλά και οι δυο τους πιστεύουν ακόμα πως είναι δυνατόν να διορθωθούν τα οικονομικά του κράτους με την μείωση της φορολογίας-περίεργο πως δεν το πρότειναν στους Έλληνες συναδέλφους τους.

Οι περικοπές των παροχών έχουν πάντα μια καθυστερημένη επίδραση στα έσοδα του κράτους. Όταν συνταξιούχοι, υπάλληλοι, ή άνεργοι παίρνουν λιγότερα λεφτά, ξοδεύουν και λιγότερα. Έτσι μειώνονται τα έσοδα από το φπα, καθώς και τα έσοδα των επιχειρήσεων, που πρέπει επίσης να φορολογηθούν. Μέσο- και μακροπρόθεσμα επιτείνεται η οικονομική κρίση με τον τρόπο αυτό. Πολιτικές αναταραχές και αυξημένη μετανάστευση σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα ήταν επίσης συνέπειες της "στρατηγικής-σοκ". Οι έμμεσες συνέπειες της οικονομικής κατάρρευσης ενός κράτους-μέλους θα επιβάρυνε με χρόνιο τρόπο τα ταμεία της Ε.Ε. Ένα ριζικό πρόγραμμα εξοικονόμησης δεν λύνει τα προβλήματα. Στην καλύτερη περίπτωση τα μετατοπίζει, στην χειρότερη εκλύει μια πτωτική σπειροειδή εξέλιξη.

Σενάριο δεύτερο: Η Ελλάδα χρεωκοπεί

Εντός αυτού τού έτους η Ελλάδα θέλει να προσφέρει κρατικά ομόλογα στο ύψος των 53 δισεκατομμυρίων ευρώ. Και οι Έλληνες μάλλον θα βρουν αγοραστές για τα χαρτιά αυτά. Το ερώτημα είναι πόσα θα απαιτήσουν οι αγοραστές για εξισορρόπηση του ρίσκου. Ήδη για το τελευταίο μερίδιο αξίας 8 δισεκατομμυρίων ευρώ, που με 5 χρόνια έχει μια σχετικά σύντομη ισχύ, έπρεπε οι Έλληνες να βάλουν ένα επιτόκιο των 6,1% - περισσότερο από το διπλάσιο απ' όσο στοιχίζουν τα γερμανικά κρατικά ομόλογα. Όμως το υπουργείο οικονομικών δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο. Χωρίς αυτές τις αυξήσεις, είτε δε θα μπορούσαν να πληρωθούν τα έξοδα του κράτους, είτε τα λήγοντα ομόλογα δε θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Μόνο τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, πρέπει η Ελλάδα να χρησιμοποιήσει ομόλογα αξίας 8 δισεκατομμυρίων ευρώ (για τον κάθε μήνα). Αν ένα κράτος δεν χρησιμοποιεί έστω και ένα ομόλογο, μιλάμε για χρεωκοπία του κράτους.

Ένα κράτος δεν είναι επιχείρηση και για τον λόγο αυτό η χρεωκοπία ενός κράτους δεν σημαίνει το τέλος του. Τα τελευταία μεγάλα κράτη που χρεοκόπησαν ήταν η Ρωσία το 1998 και η Αργεντινή το 2002. Οι συνέπειες ήταν δραματικές και τα δυο κράτη πρέπει ακόμα και σήμερα να παλεύουν με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Μια "κανονική" χρεωκοπία κράτους συνδυάζεται με ένα υπερπληθωρισμό και την από αυτόν προκύπτουσα βαριά οικονομική κρίση, ενώ οι δανειστές πρέπει να αποσβήσουν ένα μεγάλο μέρος των χρεών τους. Μια χρεωκοπία της Ελλάδας δε θα ήταν τόσο καταστροφική, γιατί πίσω από το ευρώ βρίσκεται ολόκληρη η ευρωζώνη, και οι Έλληνες δεν μπορούν να πάρουν τον δρόμο του υπερπληθωρισμού, γιατί δεν έχουν το δικαίωμα να εξασκούν μια κυρίαρχη νομισματική πολιτική. Αν η Ελλάδα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα ομόλογο που πρέπει, και προσφέρει στους δανειστές μια μετατόπιση χρεών, θα κατέβαζε μεν την χρέωση του κράτους, θα είχε όμως καταστροφικές συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα της χώρας, που κρατά ένα μέρος των χρεών του κράτους ή το διαχειρίζεται σύμφωνα με τις εντολές των πελατών. Ακόμα και αν μια ελληνική τράπεζα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τέτοιες αποσβέσεις, θα ήταν αντιμέτωπη με την κατάρρευση του συστήματος, και θα έπρεπε να κλείσει τις πόρτες.

Ποιο Fonds και ποια ασφάλεια έχουν τα ελληνικά ομόλογα στο portofolio τους, ποια τράπεζα έχει δώσει δάνεια στις ελληνικές τράπεζες; Μια συντριβή του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα θα εξαπέλυε ωστικά κύματα σε όλη την Ευρώπη, που δε θα είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν τα αποτελέσματα της χρεωκοπίας των Lehman Brothers.

Άμεσες συνέπειες θα είχε η χρεωκοπία της Ελλάδας στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Και μόλις πληροφορηθούν οι επενδυτές πως η Ε.Ε επέτρεψε να χρεωκοπήσει ένα κράτος, δεν θα βρίσκονται πια αγοραστές για μερίδια ομολόγων που ανήκουν σε κράτη που βρίσκονται στα πρόθυρα κατάρρευσης. Η ευρωζώνη μοιάζει με ένα παιχνίδι ντόμινο - αν πέσει η Ελλάδα ως πρώτη πέτρα, αυτό δε θα μείνει χωρίς συνέπειες.

Ακόμα και αν οι συμφωνίες του Μάαστριχ προβλέπουν την χρεωκοπία κράτους μέλους της Ε.Ε, η κοινότητα όμως σίγουρα δε θα το αφήσει να πάει τόσο μακριά. Πριν χρεωκοπήσει η Ελλάδα, η Γερμανία και η Γαλλία θα δώσουν τα λεφτά για μερίδια - οι συνέπειες μιας άρνησης θα ήταν καταστροφικές για όλα τα κράτη μέλη.


Σενάριο τρίτο: Το διεθνές νομισματικό ταμείο, ή η Κίνα ή οι Ευρωπαίοι αναλαμβάνουν

Αν δυσκολέψουν πολύ τα πράγματα, η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει ακόμα σε βοηθούς. Ακόμα και αν ο Jürgen Stark (Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
ΕΚΤ), συμφωνώντας με τους Γερμανούς και Γάλλους πολιτικούς, αποκλείει κατηγορηματικά μια επέμβαση υπέρ της Ελλάδας, η δήλωση αυτή δεν είναι σε καμιά περίπτωση αληθής. Αν και η ΕΚΤ και οι συμφωνίες του Μααστριχτ αποκλείουν επίσημα το Bailout ενός κράτους μέλους, οι Βρυξέλες όμως δεν μπορούν (και δε θέλουν) να κάνουν τίποτα εναντίον μιας παράπλευρης βοήθειας που προέρχεται πέρα από τις δομές της Ε.Ε. Αν το σενάριο της χρεωκοπίας αποκλείεται, ποιος θα βοηθήσει την Ελλάδα αν όχι οι Ευρωπαίοι; Μπορεί να το ανεχτούν οι Ευρωπαίοι, να "πουληθεί" η Ελλάδα σε άλλο συγκρότημα ισχύος;

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) θα ήταν για κάθε κανονικό κράτος ο πρώτος στον οποίο θα απευθυνόταν σε περίπτωση επαπειλούμενης χρεωκοπίας. Στην παρούσα κρίση, το ΔΝΤ έπρεπε να βοηθήσει πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ισλανδία, η Ουγγαρία και η Ουκρανία. Το ΔΝΤ, που οι Αμερικανοί κατευθύνουν, δεν είναι σε καμιά περίπτωση φιλάνθρωπο. Η τιμή για την βοήθεια στην ανάγκη είναι μεγάλη - χωρίς μια ριζική αναδόμηση της εθνικής πολιτικής με νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, και παράδοση μπρος στην "ελεύθερη αγορά", δεν παίρνει κανένα κράτος λεφτά από την Ουάσιγκτον.

Το κύριο πρόβλημα που θα είχε μια δανειοδότηση της Ελλάδας από το ΔΝΤ είναι η ελλειπής κυριαρχία της χώρας στα χρηματοοικονομικά θέματα. Τις μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το ΔΝΤ, η Ελλάδα δεν μπορεί να τις εκτελέσει λόγω των συμφωνιών του Μααστριχτ. Αν μπεί το ΔΝΤ στο παιχνίδι, η Ελλάδα πρέπει να βγει από την Ε.Ε.

Ένας άλλος σωτήρας θα ήταν η Κίνα. Σύμφωνα με τους Financial Times, το ελληνικό υπουργείο οικονομικών έχει ήδη απευθυνθεί στο κινέζικο Fonds SAFE, που διαχειρίζεται ρεσέρβες ύψους 2.400 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι Έλληνες επιθυμούν μια βοήθεια ύψους 25 δισ., κάτι που λίγο μετά την δημοσίευση του έχει διαψευσθεί από τους Έλληνες. Τέτοιες διαψεύσεις όμως δεν είναι πιστευτές. Ήδη τον Νοέμβριο η Ελλάδα είχε ζητήσει βοήθεια από την Κίνα. Επειδή όμως οι Κινέζοι ζήτησαν ως αντάλλαγμα συμμετοχή στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, η Αθήνα αρνήθηκε τότε. Όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου θα βρίσκεται μέχρι το λαιμό πνιγμένη, δε θα μπορεί πια να αντισταθεί. Η Κίνα θα είχε τότε μια στρατηγική θέση στην ΕΕ, κάτι που οι Βρυξέλλες θέλουν να εμποδίσουν. Αλλά και τα κινέζικα ενδιαφέροντα πάνε πέρα από τα στρατηγικά συμφέροντα. Το SAFE έχει επενδύσει στα ελληνικά κρατικά ομόλογα, και μια χρεωκοπία θα ήταν για τους Κινέζους μια μεσαίου μεγέθους καταστροφή.

Euroland ist abgebrannt (Μια χώρα του ευρώ στα πρόθυρα πτώχευσης)

Σενάριο τέταρτο: Αποκλεισμός από την ευρωζώνη

Το πρόβλημα της Ελλάδας λέγεται ευρώ. Μια χρηματοοικονομική κοινότητα έχει μόνο τότε νόημα, όταν τα μέλη έχουν περίπου συγκρίσιμα μακροοικονομικά χαρακτηριστικά και έχουν μια κοινή δομή πολιτικής. Τι θα γινόταν πχ με την πρώην Ανατολική Γερμανία, αν έπαιρνε μεν το συνάλλαγμα και τους μισθούς της Δυτικής Γερμανίας, δεν έπαιρνε όμως καμιά βοήθεια για την μεταρρύθμιση; Η Ανατολική Γερμανία δε θα ήταν απλά ένα πτωχοκομείο, αλλά και μέχρι τα αυτιά χρεωμένη.

Αν η Ευρώπη λοιπόν δεν είναι έτοιμη να συνεργαστεί, με γερμανικά ή γαλλικά λεφτά που προέρχονται από τους φόρους, για την “ανοικοδόμηση της Ελλάδας”, πρέπει η Ελλάδα να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Διαφορετικά, χωρίς μια υποτίμηση του νομίσματος και χωρίς μια κυρίαρχη οικονομική πολιτική, δεν θα μπορέσει ποτέ να φτάσει στο επίπεδο των πλουσιότερων ευρωπαϊκών χωρών. Η πιο δίκαιη λύση θα ήταν η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου, ανάλογου προς το ΔΝΤ. Θα αναλάμβανε για μια μεταβατική περίοδο (τροφοδοτούμε με λεφτά των πλουσιότερων ευρωπαϊκών χωρών) τα παλαιά χρέη της Ελλάδας, ενώ η χώρα θα άφηνε την ευρωζώνη, και με το παλιό της νόμισμα θα αναλάμβανε νέα χρέη με ένα ρεαλιστικό επιτόκιο. Τα παλιά χρέη θα μπορούσαν να διοχετευθούν μέσω μιας ειδικής ρύθμισης στον τρέχοντα προϋπολογισμό.

Το κόστος βέβαια για αυτή την καινούρια αρχή θα πλήρωνε ο ελληνικός λαός, αφού το νέο εθνικό νόμισμα θα έπρεπε να υποτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό, πράγμα που θα καθιστούσε πιο ακριβές τις εισαγωγές, οι εξαγωγές όμως θα γίνονταν πιο ανταγωνιστικές. Η Ελλάδα θα βρισκόταν τότε στο επίπεδο της Πολωνίας ή της Ουγγαρίας - μια θέση την οποία η χώρα θα είχε και χωρίς την τεχνητή παραμόρφωση μέσω του ευρώ. Σε κάθε πιθανό σενάριο, οι Έλληνες βρίσκονται μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Χωρίς επίπονες τομές δεν θα μπορέσουν σε καμία περίπτωση να βγουν από την ελεεινή τους κατάσταση.

Σενάριο πέμπτο: Τελευταία διέξοδος ο πληθωρισμός

Αν η ευρωζώνη πρέπει οπωσδήποτε να κρατηθεί ακέραια και η πτώχευση δεν είναι καμιά λύση, τότε αυτό είναι το εναρκτήριο λάκτισμα για επιπλέον βύθισμα στα χρέη. Όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Ιταλία, θα πρέπει μέσο- και μακροπρόθεσμα να χρηματοδοτηθούν από αυτούς που επωφελούνται από το ευρώ, δηλαδή την Γερμανία, την Γαλλία και τις χώρες Benelux (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο). Αυτό δεν είναι τόσο παράλογο όπως φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στο κάτω κάτω, οι περισσότερες γερμανικές εξαγωγές πάνε στις χώρες της ΕΕ. Η Γερμανία επωφελείται πολύ από την “μη ρεαλιστική” αγοραστική δύναμη αυτών των χωρών. Και με την πολιτική των χαμηλών μισθών κάνει τα πάντα ώστε και στο μέλλον αυτό να μην αλλάξει. Τότε θα πρέπει και ο Γερμανός φορολογούμενος να στηρίξει οικονομικά τα κέρδη των επιχειρήσεων από τις εξαγωγές - πράγμα που εδώ και καιρό κάνει σε εθνικό επίπεδο. Και αυτό όμως δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' άπειρον, γιατί και η πλούσια Γερμανία θα λυγίσει κάποτε κάτω από το βάρος των χρεών.

Ο μοναδικός τρόπος απαλλαγής από τα κρατικά χρέη είναι ο πληθωρισμός. Όταν τα έσοδα του κράτους χρόνο με τον χρόνο έχουν μεγάλη αύξηση, τα χρέη δεν επιβαρύνουν και τόσο. Μια ελεγχόμενη αύξηση των τιμών γύρω στα 10% τον χρόνο θα μπορούσε χωρίς πρόβλημα να διαχειρισθεί, και σε 10 χρόνια θα έπεφταν τα παλιά χρέη στο 35% της σημερινής αξίας. Αυτό που οι κορυφαίοι οικονομολόγοι αποσιωπούσαν, το λέει για πρώτη φορά ανοιχτά ο διευθυντής του ινστιτούτου για την παγκόσμια οικονομία στο Αμβούργο (Weltwirtschaftsinstitut). Σύμφωνα με τον Thomas Straubhaar, εντός της ΕΕ υπάρχει μόνο μια διέξοδος από τα χρέη - ο εκούσιος πληθωρισμός. Καλά να ναι όποιος δεν έχει οικονομίες.

Μετάφραση: Πέτρος

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Hannah Arendt (1)

Τί είναι η φιλοσοφία της υπάρξεως;

Η φιλοσοφία της υπάρξεως έχει μια ιστορία παληά τουλάχιστον εκατό ετών. Ξεκίνησε με τον τελευταίο Σέλλινγκ και τον Κίρκεγκαρντ, βρήκε στον Νίτσε μια ανάπτυξη κατά μήκος δυνατοτήτων που δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη μέχρι σήμερα, καθόρισε ουσιωδώς την σκέψη του Μπεργκσόν και την λεγόμενη “φιλοσοφία της ζωής”, μέχρι να κατακτήσει στην μεταπολεμική Γερμανία, με το Σέλερ, τον Χάιντεγκερ και τον Γιάσπερς, μια αξεπέραστη συνειδητοποίηση αυτού που παίζει αληθινά στην μοντέρνα φιλοσοφία.

Πρώτα απ’ όλα ο όρος “ύπαρξη” (existenz) δεν δείχνει παρά το Είναι του ανθρώπου, ανεξαρτήτως από όλες τις ποιότητες και τις ικανότητες του ατόμου, οι οποίες ερευνώνται ψυχολογικά. Αρμόζει μέχρις εδώ και για την φιλοσοφία της υπάρξεως αυτό που είχε επισημάνει με το δίκηο του ο Χάιντεγκερ σχετικά με την φιλοσοφία της ζωής, δηλαδή πως αυτή η έκφραση ήταν τόσο μικρής σημασίας όσο και εκείνη της “βοτανικής των φυτών”. Παρόλα αυτά δεν είναι τυχαίο που η λέξη “Είναι” αντικατεστάθη από την λέξη “ύπαρξη”. Σ’ αυτή την αλλαγή ορολογίας, κρύβεται στην πραγματικότητα ένα από τα βασικότερα προβλήματα της μοντέρνας φιλοσοφίας.

Η φιλοσοφία του Hegel που, με μια πρωτοφανή πληρότητα, είχε εξηγήσει όλα τα φυσικά και ιστορικά φαινόμενα και τα είχε οργανώσει σε ένα σύνολο με μια μυστηριώδη συνάφεια –και που δεν κατορθώσαμε να ορίσουμε με σιγουριά αν επρόκειτο για μια κατοικία ή για μια φυλακή– ήταν στην πραγματικότητα η «κουκουβάγια της Αθηνάς», η οποία ξεκινά το πέταγμά της μόνον όταν πέφτει το δειλινό. Αμέσως μετά τον θάνατο του Hegel, το σύστημά του φάνηκε σαν η τελευταία λέξη σύνολης της Δυτικής φιλοσοφίας, καθώς από τον Παρμενίδη ακόμη δεν αμφέβαλλε ποτέ της πως: Το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι, δηλαδή πως το Είναι και η σκέψη είναι ταυτόσημα. Αυτό που ακολούθησε τον Hegel ήταν μια επανάσταση των φιλοσόφων ενάντια στην ταυτότητα Είναι και σκέψης ή το χάσιμο της ελπίδας σ’ αυτή την ταυτότητα!

Όλες οι σημαντικές σχολές φιλοσοφίας που υπάρχουν σήμερα είναι σχολές επιγόνων! Όλες προσπαθούν να ξαναπετύχουν την ενότητα Είναι και σκέψης!

Μικρή σημασία έχει σ’ αυτή την προσπάθεια εάν δοκιμάζουν να πετύχουν αυτή την αρμονία ονομάζοντας κυρίαρχη την ύλη ή το πνεύμα. Όπως έχει μικρή σημασία επίσης πως, παίζοντας με τον όρο (Aspekt) “άποψις”, δοκιμάζουν να ιδρύσουν ένα όλον Σπινοζικού χρώματος.

Πρώτο κεφάλαιο

Η προσπάθεια ανοικοδομήσεως μέσω της Φαινομενολογίας

Ανάμεσα στους επιγόνους του Hegel, τα τελευταία εκατό χρονιά, τα πιο μοντέρνα και ενδιαφέροντα φιλοσοφικά ρεύματα είναι ο πραγματισμός και η φαινομενολογία. Πάνω απ’ όλα η φαινομενολογία άσκησε στην σύγχρονη φιλοσοφία μια τέτοια επιρροή που δεν μπορεί να είναι τυχαία, η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικώς από την μέθοδό της. Ο Χούσερλ έθεσε σαν στόχο να ξαναδέσει την αρχαία σχέση ανάμεσα στο Είναι και στην σκέψη, η οποία είχε εξασφαλίσει στον άνθρωπο μια κατοικία μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, μέσω μια παρακάμψεως δια μέσου της προθετικής δομής της συνειδήσεως. Επειδή κάθε πράξη της συνειδήσεως έχει από την φύση της ένα αντικείμενο, μπορούμε να είμαστε σίγουροι τουλάχιστον για ένα πράγμα, δηλαδή ότι εγώ “έχω” το αντικείμενο της συνειδήσεώς μου. Χωρισμένη τοιουτοτρόπως εντελώς από το πρόβλημα της πραγματικότητος, το θέμα του Είναι μπορεί να μπει σε παρένθεση: Σαν συνειδητό ον εγώ κατέχω όλο το Είναι και σαν συνείδηση Είμαι, μέσα στον ανθρώπινο κόσμο μου, το Είναι του κόσμου (το ειδωμένο δένδρο, το δένδρο σαν αντικείμενο της συνειδήσεώς μου δεν έχει ανάγκη να είναι το πραγματικό δένδρο, αυτό είναι ούτως ή άλλως το πραγματικό αντικείμενο της συνειδήσεώς μου).

Το μοντέρνο αίσθημα της αποξενώσεως (unheimlichkeit) ξεκίνησε μπροστά στα μοναχικά πράγματα, στα πράγματα που ελευθερώθηκαν από το λειτουργικό τους πλαίσιο. Σημείο αυτού του πράγματος είναι η λογοτεχνία και ένα μεγάλο μέρος της ζωγραφικής. Όπως κι αν θελήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτή την αποξένωση, κοινωνιολογικά ή ψυχολογικά, αυτή η αποξένωση έχει τη φιλοσοφική της βάση στο γεγονός πως, παρότι το λειτουργικό πλαίσιο του κόσμου μέσα στο οποίο συμμετέχω μπορεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει πως για παράδειγμα υπάρχουν γενικώς τραπέζια και καρέκλες, αυτό το πλαίσιο δεν είναι σε θέση να με βοηθήσει να συλλάβω γιατί αυτό το τραπέζι υπάρχει. Και είναι ακριβώς η ύπαρξη αυτού του τραπεζιού, ανεξαρτήτως των τραπεζιών πού εννοούνται γενικώς πού προκαλεί το φιλοσοφικό σόκ.

H Φαινομενολογία φάνηκε ικανή να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, το οποίο είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό θεωρητικό πρόβλημα. Η περιγραφή από τον Χούσερλ της συνειδήσεως συνελάμβανε εκείνα ακριβώς τα μοναχικά πράγματα, απελευθερωμένα από το λειτουργικό τους πλαίσιο, σαν περιεχόμενο οποιασδήποτε συνειδησιακής πράξεως. Φάνηκε δε ακόμη πως κατόρθωνε να τα ξανασυνδέει με τον άνθρωπο μέσω της «ροής της συνειδήσεως». Στην πραγματικότητα ο Χούσερλ ισχυριζόταν πως παρακάμπτοντας διά μέσου της συνειδήσεως και ξεκινώντας από την λεπτομερή κατανόηση όλων των πραγματικών περιεχομένων της συνειδήσεως (μιά καινούρια mathesis universalis), θα κατόρθωνε να ξαναοικοδομήσει τον κόσμο που είχε γίνει κομμάτια. Αυτή η ανοικοδόμηση τού κόσμου μέσω της συνειδήσεως θα εξισούτο με μιά δεύτερη δημιουργία, διότι σ’ αυτήν την αναδημιουργία θα αφαιρείτο ο τυχαίος χαρακτήρας του κόσμου, ο οποίος είναι ταυτοχρόνως και ο πραγματικός του χαρακτήρας, έτσι ώστε τελικώς ο κόσμος δεν θα φαινόταν σαν κάτι δοσμένο στον άνθρωπο αλλά σαν κάτι δημιουργημένο από αυτόν.

Σ’ αυτή την βασική επιδίωξη της φαινομενολογίας, βρίσκεται, η πιο χαρακτηριστική και μοντέρνα προσπάθεια να βρεθεί μια καινούρια βάση τού ανθρωπισμού. Το διάσημο γράμμα τού αποχαιρετισμού τού Hofmannsthal στον Stefan George, στο οποίο ο ίδιος καθοδηγείται πλέον από τα «μικρά πράγματα» ενάντια στις μεγαλόστομες λέξεις, διότι το Μυστικό της πραγματικότητος κρύβεται μέσα σ’ αυτά ακριβώς τα «μικρά πράγματα», είναι εσωτερικά παραπλήσιο στο αίσθημα της ζωής από το οποίο γεννήθηκε και η φαινομενολογία. Ο Χούσερλ και ο Hofmannsthal είναι στο ίδιο μέτρο κλασσικοί, εάν ο κλασσικισμός είναι η προσπάθεια αναπαραγωγής μαγικά μιας κατοικίας μέσα σ’ έναν κόσμο αποξενωμένο πλέον, μέσω μιάς απολύτως λεπτομερούς και συνεπούς μιμήσεως των κλασσικών, μιάς μιμήσεως δηλαδή εκείνης της ανθρώπινης συνθήκης δηλαδή του ανθρώπου ο οποίος αισθάνεται στό σπίτι του μέσα στόν κόσμο. Η πρόταση «στά ίδια τα πράγματα» του Χούσερλ δεν είναι λιγότερο μαγική των «μικρών πραγμάτων» τού Χόφμανσταλ. Εάν μπορούμε ακόμη να κερδίσουμε κάτι με την μαγεία -σε μιά εποχή πού διαθέτει σάν μοναδικό της πλεονέκτημα το ξεκαθάρισμα κάθε μαγείας- τότε θα έπρεπε να ξεκινήσει κάποιος στά σίγουρα με τα μικρότερα και ταπεινότερα πράγματα, με τα μικρότερα πράγματα και με τις λιγότερο λαμπερές και πομπώδεις λέξεις.

Χάρη σ’ αυτό το φαινομενικό κρύψιμο οι αναλύσεις της συνειδήσεως τού Χούσερλ (τίς οποίες ο Γιάσπερς δέν βρήκε τόσο σημαντικές γιά τήν φιλοσοφία, καθώς δέν διέθετε καμία συμπάθεια ούτε πρός την μαγεία ούτε πρός τον κλασσικισμό), επηρέασαν αποφασιστικά στήν νεότητά τους και τον Χάϊντεγκερ και τόν Σέλερ, παρότι ο Χούσερλ δέν κατόρθωσε να συμβάλλει αποφασιστικά στην τελική διαμόρφωση της φιλοσοφίας της υπάρξεως. Αντιθέτως δέ από την διαδεδομένη γνώμη πως η επιρροή τού Χούσερλ υπήρξε σημαντική μόνον από το μέρος της μεθοδολογίας, είναι γεγονός πώς ελευθέρωσε τήν μοντέρνα φιλοσοφία από τίς αλυσίδες τού ιστορικισμού, στην οποία μοντέρνα φιλοσοφία εξάλλου δεν ανήκε ούτε ο ίδιος. Ακολουθώντας τον Χέγκελ και κάτω από την επιρροή ενός δυνατού ενδιαφέροντος για την ιστορία, η φιλοσοφία διέτρεξε τόν κίνδυνο να μειωθεί σέ στοχασμό πάνω στους πιθανούς και δυνατούς νόμους της ιστορικής ροής. Δεν είχε δε καμία σημασία άν αυτοί οι στοχασμοί ήταν αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι, εάν στόχευαν να αναδείξουν αναπόφευκτη την πρόοδο, ή άν προέβλεπαν το τέλος της, Το πράγμα που μετρούσε ήταν πως και στίς δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος, με τα λόγια τού Herder, ήταν σάν ένα «μυρμήγκι πού δεν κάνει τίποτε άλλο από τού να έρπει πάνω στίς ρόδες τής μοίρας».

Η επιμονή τού Χούσερλ στά «ίδια τα πράγματα», πού σβύνει ένα τέτοιο κενό στοχασμό και οδεύει χωρίζοντας το περιεχόμενο ενός γεγονότος πού δίδεται φαινομενικώς από την γέννεσή του, είχε μιά βαθειά απελευθερωτική επιρροή λόγω τού ότι επέτρεπε να ξαναγίνει θέμα τής φιλοσοφίας αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος και όχι η ιστορική ροή ή η φυσική ή η βιολογική ή η ψυχολογική, στίς οποίες ο άνθρωπος είχε καταβροχθισθεί.

Υπήρξαν πολλές οι συνέπειες πού προήλθαν από αυτή την απελευθέρωση της φιλοσοφίας, κάτι αρνητικό κατά κάποιο τρόπο γιά το οποίο ο Χούσερλ δεν απέκτησε ποτέ συνείδηση, καθώς στερείται εντελώς ιστορικής αίσθησης.

Αυτή πάντως η απελευθέρωση απεδείχθη πιό σημαντική από τήν ίδια τήν φιλοσοφική πρόταση τού Χούσερλ, με την οποία προσπαθεί να μάς καθησυχάσει γύρω από ένα γεγονός γιά το οποίο η μοντέρνα φιλοσοφία δέν μπορεί βεβαίως να ησυχάσει, δηλαδή για το γεγονός πως ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να πει ναι σ’ ένα ον το οποίο ο ίδιος δεν δημιούργησε ποτέ του και σε σχέση με το οποίο ο ίδιος είναι ουσιαστικά ξένος. Με την μεταμόρφωση αυτού του ξένου όντος σε συνείδηση ζητά να ξανακάνει τον κόσμο ανθρώπινο, όπως ο Χόφμανσταλ με την μαγεία των μικρών πραγμάτων στόχευε να ξαναξυπνήσει την αρχαία τρυφερότητα για τον κόσμο. Αυτό όμως στο οποίο αυτός ο μοντέρνος ανθρωπισμός, αυτή η καλή βούληση προς ότι είναι ταπεινό, ναυαγεί, είναι η μοντέρνα επίσης ύβρις που βρίσκεται στην βάση του και η οποία πονηρά (στον Χόφμανσταλ) ή ανοικτά και αθώα (στον Χούσερλ) ελπίζει, μ’ αυτόν τον τρόπο τον τόσο τρυφερό και γαλήνιο, να μεταμορφώσει τον άνθρωπο σ’ αυτό που ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει, δηλαδή δημιουργός του κόσμου και του εαυτού του!

Σε αντίθεση με την υπερήφανη ταπεινότητα του Χούσερλ, η πιο πρωτότυπη μοντέρνα φιλοσοφία προσπαθεί με διάφορους τρόπους να δεχθεί το γεγονός πως ο άνθρωπος δεν είναι ο δημιουργός του κόσμου. Γι’ αυτόν τον σκοπό ερευνά όλο και περισσότερο προς τη διεύθυνση που διαγράφεται από τις καλύτερες προθέσεις της: να τοποθετήσει τον άνθρωπο εκεί, που με μια περίεργη άγνοια του εαυτού του, ο Σέλλινγκ τοποθέτησε τον θεό: στην θέση του «Κυρίου του Είναι».

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

"Nα γιατί θέλουν να βάλουν στο χέρι τη χώρα μας..."

"Χρυσός: Μπορεί να αποφέρει κρατικά έσοδα ύψους 500 εκατ. ευρώ ετησίως και να εξασφαλίσει πάνω από 7.000 θέσεις εργασίας.

Γεωθερμικά πεδία: Αν αξιοποιούνταν η ενέργεια που θα προέκυπτε, θα ισοδυναμούσε με 160.000 τόνους πετρελαίου ετησίως.

Πετρέλαιο: Ένα δισ. βαρέλια είναι τα πιθανά απολήψιμα αποθέματα αργού στο Βορειοανατολικό Αιγαίο.

Ουράνιο: 10.000 τόνοι στο υπέδαφος της Βόρειας Ελλάδας.

Να γιατί "διεκδικούν" οι Αλβανοί εθνικιστές την Ήπειρο, οι Σκοπιανοί τη Μακεδονία, οι Τούρκοι τη Θράκη και το Αιγαίο! (γιατί από πίσω τους βρίσκονται οι Αμερικάνοι που θέλουν να λεηλατήσουν και να ληστέψουν τον εθνικό μας πλούτο)

Τον Φεβρουάριο του 1998 έφτασε στην δημοσιότητα έρευνα που αφορούσε την μεγαλύτερη συγκέντρωση ραδονίου στον Ελληνικό χώρο και συγκεκριμένα στο χωριό Νεράιδα Θεσπρωτίας. Η μέτρηση ήταν 9550 μπεκερέλ ανά τετραγωνικό μέτρο και με όριο επιφυλακής τα 150!

Παρόμοιες υψηλές μετρήσεις είχαμε και στις περιοχές Σερρών, Θεσσαλονίκης, Μύκονου, Καβάλας, Ικαρίας, Λέσβου, Φθιώτιδα, Λουτράκι, Νιγρίτα, Σουρωτή (1), κλπ.

Το ραδόνιο είναι φυσικό ραδιενεργό στοιχείο και για όσους γνωρίζουν, αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη στο υπέδαφος των άνω τουλάχιστον περιοχών ΟΥΡΑΝΙΟΥ.

Στο όρος Παγγαίο στην Καβάλα επίσης υπάρχει ήδη έντονο ενδιαφέρον από ξένο επενδυτή για την εξόρυξη των τεράστιων κοιτασμάτων χρυσού.

Στην Ολυμπιάδα Χαλκιδικής ήδη έχει ξεκινήσει η εκμετάλλευση του εκεί υπεδάφους από την TVX Gold του (γνωστού ανθέλληνα χρηματοδότη της σκοπιανής προπαγάνδας) George Soros, η οποία περιέχει αρκετό χρυσό, αλλά και ουράνιο!!!.

Μία απόρρητη έκθεση που ήρθε στο φως με δημοσίευμα της εφημερίδας "Επενδυτής" στις 23/2/96, αναφέρει για τα αποτελέσματα των μετρήσεων του ΙΓΜΕ (Ίδρυμα Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών). Γύρω στο ποσό των 100 τρισεκατομμυρίων δραχμών εκτιμάται η αξία των κοιτασμάτων ουρανίου και άλλων σπανίων μετάλλων για δορυφόρους και πυραύλους.

Το κείμενο της έρευνας υπογράφεται από επτά διακεκριμένους Έλληνες επιστήμονες και κάνει λόγο για κοίτασμα ουρανίου που περιέχει 300 εκατομμύρια τόνους με συμπύκνωμα ουρανίου 16%, καθώς και σπάνια άλλα ορυκτά όπως ρουτίλιο, λουτέσιο και λανθάνιο, που έχουν εξαιρετικά ειδικές χρήσεις στην κατασκευή πυραυλικών συστημάτων. Αναφέρεται ΜΟΝΟΝ για την περιοχή του όρους Σύμβολο του νομού Καβάλας. Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα ουρανίου ΔΙΕΘΝΩΣ. Η αξία του εμπλουτισμένου ουρανίου 235 στην διεθνή αγορά (1998) είναι 20.000 δολάρια το γραμμάριο !.

O κοσμήτορας της πολυτεχνικής σχολής και πρόεδρος του τμήματος χημικών μηχανικών Βασίλειος Παπαγεωργίου, πραγματοποίησε διάλεξη με θέμα "Η Βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα",η οποία είχε να κάνει με τα αποτελέσματα και της δικής του έρευνας 30 ετών. Εντυπωσιακό ήταν το ότι σε όλα τα σημεία η έρευνά αυτή συμφώνησε με τα αποτελέσματα παλαιοτέρας αντίστοιχης έρευνας της δεκαετίας του 1940 που τυχαία είχε φτάσει στα χέρια του. Ο εν λόγω καθηγητής αναρωτιέται πως είναι δυνατόν η Ελλάδα να μην έχει αυτή τη στιγμή ήδη στημένη βαριά βιομηχανία την στιγμή που διαθέτει όχι μόνον ΟΛΕΣ τις απαραίτητες πρώτες ύλες (στρατηγικά ορυκτά) και μάλιστα σε αφθονία, αλλά και για ορισμένα από αυτά, είναι η ΜΟΝΑΔΙΚΗ παραγωγός χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και συγκεκριμένα:

Λιγνίτης: Ως ορυκτό για την παραγωγή ενέργειας από την καύση του με λιγοστή μόλυνση του περιβάλλοντος. Η Ελλάδα διαθέτει τόσο πολύ λιγνίτη, που εάν τον εκμεταλλευόταν από νωρίς, θα είχε γλιτώσει πολλά δισεκατομμύρια από την εισαγωγή πετρελαίου.

Αλουμίνιο: Εδώ και μερικά χρόνια η Γαλλία ελάττωσε την παραγωγή της σε αλουμίνιο και η Ελλάδα πλέον είναι πρώτη στην Ευρώπη σε παραγωγή του αλουμινίου, με χιλιάδες εφαρμογές.

Βωξίτης: Η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη βωξιτοπαραγωγός χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο βωξίτης χρησιμοποιείται και στην κατασκευή αεροσκαφών, ηλεκτρικών συσκευών, μεταλλικών κατασκευών και αλλού.

Μαγγάνιο: Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που περιέχει στο υπέδαφός της κοιτάσματα μαγγανίου. Τα κυριότερα κοιτάσματα έχουν εντοπισθεί στο νομό Δράμας.

Νικέλιο: Και για αυτό το στρατηγικό ορυκτό όπως ανέφερε ο κύριος Παπαγεωργίου, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με σημαντικά κοιτάσματα νικελίου στο υπέδαφός της. Υπάρχει ένα συγκρότημα παραγωγής νικελίου, του μεγαλυτέρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά εξάγεται στο εξωτερικό όπως και όλα σχεδόν τα υπόλοιπα όσα εξορύσσονται.

Σμηκτίτες: Η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα στον κόσμο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες στην εξόρυξη σμηκτιτών, οι οποίοι έχουν μεγάλο εύρος εφαρμογών, όπως η διάθεση αποβλήτων, τα φάρμακα, τα καλλυντικά και άλλα.

Μαγνήσιο: Ο μαγνησίτης που εξάγει η χώρα μας, καλύπτει το 46% της συνολικής παραγωγής της Δυτικής Ευρώπης.

Χρωμίτης: Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιέχει στο υπέδαφός της σημαντικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα χρωμίτη. Τα σημαντικότερα κοιτάσματα βρίσκονται στο Μπούρινο Κοζάνης και χρησιμοποιούνται κυρίως για την παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα.

Ουράνιο: Όπως ανέφερα ήδη, τα ουρανιούχα μεταλλεύματα έχουν εντοπισθεί στην Κεντρική Μακεδονία και στην Θράκη. Το τεύχος της 28ης Απριλίου 1999 της εφημερίδας "Αθηναϊκή" είχε ως τίτλο "Θησαυροφυλάκιο η Βόρεια Ελλάδα" και αναφερόταν σε αυτό ακριβώς το θέμα. Η Θράκη λοιπόν είναι ένας στρατηγικός κόμβος, διότι εκτός των πλουσίων κοιτασμάτων ουρανίου, χρυσού και πετρελαίου, επιπλέον από εκεί πρόκειται να περάσει στο μέλλον και ο αγωγός φυσικού αερίου και πετρελαίου "Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολης" Αγωγός μεταφοράς καυσίμων από Κασπία προς τη δύσ! η.

ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ: Υπάρχει άφθονο στο Αιγαίο. Στην ίδια διάλεξη για τα στρατηγικά ορυκτά του κυρίου Παπαγεωργίου έγινε εκτενής λόγος για τα πετρέλαια στο Αιγαίο. Καμία κυβέρνηση δεν είχε μέχρι τώρα το θάρρος να παραδεχθεί την ύπαρξη πλουσιοτάτων κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο και ότι το παιχνίδι με την Τουρκία στην ουσία εκεί παίζεται. Υπάρχουν εδάφια του αρχαίου ιστορικού Ηροδότου που κάνει λόγο για την "εύφλεκτη πίσσα". Είναι ακόμη γεγονός γνωστό ότι οι Γερμανοί επί κατοχής είχαν ήδη χαρτογραφήσει όλη την Ελλάδα, αφού άμεσα τους ενδιέφερε αν και τότε οι όποιες πηγές ενέργειας για την στρατιωτική τους μηχανή. Με την πτώση του Χίτλερ, οι σχετικοί χάρτες και πληροφορίες έφτασαν και στα χέρια των Αμερικανών της εποχής.

Τα τελευταία χρόνια και με την βοήθεια ειδικών δορυφορικών φωτογραφήσεων είναι γεγονός ότι ήδη υπάρχουν ασφαλή στοιχεία για την ύπαρξη πλουσίων πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Αιγαίο. Ο πρώην πρεσβευτής της Αμερικής στην Ελλάδα Nicholas Burns σε ζωντανή εκπομπή στο κανάλι MEGA είχε κι αυτός επισήμως παραδεχθεί ότι υπάρχει όντως πετρέλαιο στο Αιγαίο και ότι αυτό ουσιαστικά δημιουργεί την ένταση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Σύμφωνα με αποτελέσματα ερευνών που στηρίχτηκαν σε δορυφορικούς χάρτες είναι πλέον γεγονός αναμφισβήτητο ότι: Τα πλουσιότερα κοιτάσματα πετρελαίου στον Ελληνικό χώρο υπάρχουν ανατολικά της νήσου Θάσου, στον Θερμαϊκό Κόλπο, στην περιοχή των Δωδεκανήσων και συγκεκριμένα στην περιοχή κοντά στα Ίμια, στην Ζάκυνθο και στην Φλώρινα. Επίσημη δήλωση του καθηγητή πυρηνικής φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κυρίου Παπαστεφάνου, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: "Από παλιά διέβλεπα ότι, όπως και στην υπόθεση των κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο, έτσι και στην υπόθεση του ουρανίου, ίσως να μην δόθηκαν ποτέ στις ελληνικές κυβερνήσεις τα πλήρη αποτελέσματα των γεωλογικών ερευνών που έκαναν στην Δράμα και τη Θράκη οι Αμερικανοί ερευνητές..."

Ένα εύλογο ερώτημα είναι το γιατί η Ελλάδα να έχει πετρέλαιο και σημαντικά ορυκτά σε τέτοιες ποσότητες.

Σε αυτό απαντούν οι γεωλόγοι λέγοντας τα εξής.

Όσον αφορά το πετρέλαιο είναι γνωστό στους γεωλόγους ότι ολόκληρο σχεδόν το σημερινό Αιγαίο Πέλαγος ήταν κάποτε μία απέραντη πεδιάδα με πλούσια βλάστηση η οποία στην πορεία κατεποντίσθη για να δημιουργήσει μετά από χιλιάδες χρόνια το σημερινό Αιγαίο Πέλαγος. Οι υδρογονάνθρακες των δασών έγιναν πετρέλαιο. Όσον αφορά τα σπάνια μέταλλα, εξηγείται εύκολα κι αυτό την στιγμή που ως γνωστόν καθώς η τεκτονική πλάκα της Αφρικής υποχωρεί κάτω από αυτήν της Ευρώπης, δημιουργεί μεταξύ άλλων και κατάλληλες προϋποθέσεις δημιουργίας τέτοιου είδους μεταλλευμάτων.

Υπάρχουν βάσιμες υποψίες και για άλλα "περίεργα" και πανάκριβα συστατικά στο υπέδαφός μας, όπως το ΟΣΜΙΟ, ο κόκκινος υδράργυρο κ.ά. για τα οποία η έρευνα συνεχίζεται. Κλείνοντας το θέμα των πετρελαίων στο Αιγαίο, παραθέτω τον καταμερισμό των χώρων ευθύνης των πετρελαϊκών καρτέλ ανά την Ελλάδα, όπως έχουν συμφωνηθεί από το 1975:

α') Ανατολικά της Θάσου (OXYDENTAL, του τεξανού Α. Χάμμερ),

β') Κρητικό Πέλαγος, μεταξύ Κάσου και Κρήτης (CHEVRON, συμφερόντων Ροκφέλλερ),

γ') Κατάκωλλο Ζακύνθου (ESSO, επίσης του Ροκφέλλερ),

δ') Επανομή - Σιθωνία - Θερμαϊκός (αμερικανική TEXACO και αγγλοολλανδική SHELL).

Πηγές: Δημοσιεύματα του τύπου, Forum Μ.Π.Ε."

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

"ΤΟ ΤΥΦΛΟΝΗΣΙ"



Δεν υπάρχει καμιά αναλογία μεταξύ ΚΤΙΣΤΟΥ και ΑΚΤΙΣΤΟΥ. Όλες η θέσεις-εκφράσεις-διατυπώσεις ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ περί ΤΟΥ ΘΕΟΥ είναι κενές νοήματος για τον καθημερινό άνθρωπο. Για να τις κατανοήσουμε απαραίτητη προϋπόθεση είναι πρώτα να έχουμε βιώσει την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ στην οποία αναφέρονται, την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Ακόμη και ο πολυμαθέστερος γνώστης της ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ και ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ο πιο έγκριτος ΕΛΛΟΓΙΜΟΤΑΤΟΣ καθηγητής Θεολογίας, ή ΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ και ΗΘΙΚΟΤΑΤΟΣ, ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ή ΠΑΠΑΣ, αν έχει την αξίωση να νομίζει ότι ΚΑΤΑΝΟΕΙ τους λόγους των ΠΑΤΕΡΩΝ και της ΓΡΑΦΗΣ, χωρίς να διαθέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση την παραπάνω ΕΜΠΕΙΡΙΑ, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κοινός ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΗΣ! Το να αποδίδει κανείς στις περί Θεού διατυπώσεις νόημα από την καθημερινή μας εμπειρία είναι ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ!

Διονύσης Παπαχριστοδούλου
 
Πηγή: Τρελο-γιάννης