Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 12

 Συνέχεια από Τετάρτη 23. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 12

ΑΓΙΟΥ  ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Δ.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

Παράλληλα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ο αναγνώστης μπορεί να βρει στα Γραπτά του ίδιου του Γέροντα διηγήσεις για ορισμένα γεγονότα της ζωής του. Εμείς επιτρέπουμε στον εαυτό μας να προχωρήσουμε στην έκθεση της διδασκαλίας του Γέροντα. Κυριολεκτικά, καμία «διδασκαλία», με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης, δεν είχε. Όσα παραθέτουμε εδώ αποτελούν προσπάθεια να συνοψίσουμε εκείνα που ακούσαμε κατά τα χρόνια της επικοινωνίας μας μαζί του. Θεωρούμε αδύνατο να εξηγήσουμε πώς και γιατί γεννήθηκε μέσα μας η πίστη προς τον Γέροντα, αλλά ίσως δεν θα ήταν περιττό να πούμε λίγα για τη στάση μας απέναντί του.

Τα θέματα των συνομιλιών μας με τον Γέροντα προκαλούνταν συχνά από τις ερωτήσεις που του θέταμε. Πολλά από όσα θίχτηκαν σε αυτές τις συνομιλίες δεν περιλήφθηκαν στα γραπτά του Γέροντα. Όταν του υποβάλλαμε ερωτήματα ή απλώς τον ακούγαμε, είχαμε τη βεβαιότητα ότι τα λόγια του προέρχονταν από την πείρα που του είχε δοθεί άνωθεν, και τα δεχόμασταν, μέχρι ενός σημείου, όπως ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος δέχεται την Αγία Γραφή, η οποία μας πληροφορεί για αλήθειες ως για γεγονότα γνωστά και αναμφίβολα.

Όσα έλεγε ο Γέροντας δεν ήταν καρπός διανοητικής επινόησης. Όχι. Η εσωτερική του πορεία ήταν εντελώς διαφορετική. Η αληθινή πείρα και η υπαρξιακή γνώση προηγούνταν των λόγων του. Γι’ αυτό και τα λόγια του είχαν τον χαρακτήρα θετικής μαρτυρίας για γεγονότα του πνευματικού κόσμου. Του ήταν ξένη, ως κάτι περιττό, η αναζήτηση λογικών αποδείξεων που πορεύονται από τα κάτω, οι οποίες άλλωστε είναι ασυνήθιστες και στην Αγία Γραφή. Όπως ο Ιωάννης ο Θεολόγος, έτσι και εκείνος έλεγε: «Ἡμεῖς οἴδαμεν» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 14 κ.ά.).

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τα γραπτά του Γέροντα:

«Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι, ὅσον μεγαλυτέρα εἶναι ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον μεγαλυτέρα ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς. Ὅσον πληρεστέρα ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον πληρεστέρα ἡ γνῶσις. Ὅσον φλογερωτέρα ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον ἐμπυρωτέρα ἡ προσευχή. Ὅσον τελειοτέρα ἡ ἀγάπη, τοσοῦτον ἁγιώτερος ὁ βίος».

Καθεμία από αυτές τις τέσσερις θέσεις θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως πολύτιμη κατάληξη βαθύτατων φιλοσοφικών, ψυχολογικών και θεολογικών ερευνών· αλλά αυτές δεν είναι αναγκαίες για τον Γέροντα και εκείνος δεν κατεβαίνει μέχρι αυτές.

Είπαμε ήδη ότι η επικοινωνία με τον Γέροντα είχε εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα. Μέσα από τις συνομιλίες του, απλές ως προς τη μορφή, και μέσα από την προσευχή του, γνώριζε να μεταφέρει τον συνομιλητή του σε έναν ιδιαίτερο κόσμο. Το σημαντικότερο ήταν ότι ο συνομιλητής εισερχόταν σε εκείνον τον κόσμο όχι αφηρημένα, αλλά μέσω της εσωτερικής πείρας που του μεταδιδόταν.

Στην πραγματικότητα όμως, από όσο γνωρίζουμε, δύσκολα μπορούσε κάποιος να διατηρήσει την κατάσταση που του είχε δοθεί και να πραγματοποιήσει αργότερα στη ζωή του όσα είχε γνωρίσει κατά την επικοινωνία μαζί του. Αναμφίβολα, σε όλη την κατοπινή ζωή τους η απώλεια αυτής της χάριτος γινόταν γι’ αυτούς ατελείωτη πηγή θλίψης, γιατί δεν μπορεί να μη θλίβεται η ψυχή που αξιώθηκε τέτοιου φωτός και ύστερα το στερήθηκε.

Και όμως, ακόμη πιο λυπηρό και απελπιστικό είναι να αγνοεί κανείς εντελώς αυτό το φως και, ακόμη περισσότερο, όπως συμβαίνει συχνά, να μην υποψιάζεται καν την ύπαρξή του.

Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι πολλοί πλησίαζαν με αγάπη τον Γέροντα για νουθεσία, αργότερα όμως απομακρύνονταν, επειδή δεν μπορούσαν να ζήσουν σύμφωνα με τον λόγο του. Ο λόγος του ήταν απλός, ήρεμος, αγαθός, ιλαρός· αλλά για να τον ακολουθήσει κανείς, έπρεπε να έχει εκείνη την αμείλικτη στάση απέναντι στον εαυτό του που είχε ο ίδιος ο Γέροντας. Έπρεπε να έχει εκείνη την τόλμη που ο Κύριος απαιτεί από όσους Τον ακολουθούν, δηλαδή το «μισεῖν τὴν ἑαυτῶν ψυχήν» (Λουκ. ιδ΄ 26).

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Έλεγε ο Γέροντας:

«Είναι καλό πάντοτε να ζητάς από τον Θεό “σύνεσιν ἐν πᾶσι”, για το τι και πώς πρέπει να πράξεις ή να πεις. Με άλλα λόγια, σε κάθε περίσταση πρέπει να ζητάς την επίγνωση του θελήματος του Θεού και τις οδούς για την εκπλήρωσή του.

Η αναζήτηση του θελήματος του Θεού είναι το σπουδαιότερο έργο της ζωής μας, γιατί “ὁδεύοντες τὴν ὁδὸν” του θελήματος του Θεού γινόμαστε μέτοχοι της αιώνιας θείας ζωής.

Η γνώση του θελήματος του Θεού είναι δυνατή με διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς είναι ο λόγος του Θεού, οι εντολές του Χριστού. Αλλά στις ευαγγελικές εντολές, παρά την τελειότητά τους ή, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας της τελειότητάς τους, το θέλημα του Θεού αποκαλύπτεται στην τελική και γενική του έννοια· και ο άνθρωπος στη ζωή του, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ατελείωτη ποικιλία περιστάσεων, συχνά δεν γνωρίζει πώς πρέπει να ενεργήσει, ώστε η πράξη του να βρεθεί μέσα στο ρεύμα του θείου θελήματος».

Για να έχει μια πράξη, μια ενέργεια, καλό τέλος, δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς μόνο τη γενική έκφραση του θελήματος του Θεού στις εντολές, δηλαδή: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»· είναι ακόμη απαραίτητος ο φωτισμός από τον Θεό σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι εντολές θα πραγματοποιηθούν μέσα στη ζωή. Επιπλέον, είναι απαραίτητη και η «ἐξ ὕψους δύναμις» (Λουκ. κδ΄ 49).

Εκείνος που απέκτησε μέσα στην καρδιά του την αγάπη του Θεού και κινείται από αυτήν ενεργεί με κίνητρα που προσεγγίζουν το θέλημα του Θεού· το προσεγγίζουν, αλλά δεν είναι τέλεια. Το ανέφικτο της πλήρους τελειότητας καθιστά αναγκαία για όλους ανεξαιρέτως την ακατάπαυστη στροφή προς τον Θεό με προσευχή, για φωτισμό και βοήθεια.

Δεν είναι ανέφικτη μόνο η τελειότητα της αγάπης, αλλά και το πλήρωμα της γνώσης. Μια πράξη που προέρχεται, θα έλεγε κανείς, από την καλύτερη πρόθεση, έχει συχνά ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μέσα ή ο τρόπος της πραγματοποίησης δεν είναι κατάλληλα για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Πολλές φορές ακούμε κάποιον να δικαιολογείται λέγοντας ότι είχε καλή πρόθεση· αυτό όμως δεν αρκεί. Και από τέτοια σφάλματα είναι γεμάτη η ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό εκείνος που αγαπά τον Θεό ζητά πάντοτε την άνωθεν υπόδειξη, κρατώντας διαρκώς το αυτί της καρδιάς του στραμμένο προς τη φωνή του Θεού.

Στην πράξη αυτό γίνεται ως εξής: κάθε χριστιανός, και ιδιαίτερα ο επίσκοπος ή ο ιερέας, όταν βρεθεί μπροστά στην ανάγκη να βρει, σε αυτήν ή εκείνη την περίπτωση, μια λύση σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, αποδεσμεύεται εσωτερικά από όλες τις γνώσεις του, τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες και τα σχέδιά του. Τότε, ελεύθερος από καθετί «δικό του», προσεύχεται με προσοχή μέσα στην καρδιά του προς τον Θεό και δέχεται ως άνωθεν υπόδειξη το πρώτο που γεννιέται μέσα στην ψυχή του από αυτή την προσευχή.

Μια τέτοια αναζήτηση της επίγνωσης του θελήματος του Θεού, με την άμεση στροφή προς Αυτόν μέσα στην προσευχή, ιδιαίτερα σε καιρό ανάγκης ή θλίψης, οδηγεί τον άνθρωπο στην κατάσταση για την οποία μιλά ο Γέροντας:

«Ακούει μέσα στην ψυχή του απάντηση από τον Θεό και μαθαίνει να κατανοεί την καθοδήγησή Του... Έτσι όλοι πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε το θέλημα του Θεού, γιατί, αν δεν μάθουμε, ποτέ δεν θα γνωρίσουμε αυτή την οδό».

Αυτή η εργασία, στην τελειότερη μορφή της, προϋποθέτει τη συνήθεια της αδιάλειπτης προσευχής με την προσοχή συγκρατημένη μέσα στην καρδιά. Για να ακούσει όμως ο άνθρωπος με μεγαλύτερη βεβαιότητα τη φωνή του Κυρίου μέσα του, οφείλει να απογυμνωθεί από το δικό του θέλημα και να είναι έτοιμος για κάθε θυσία, όπως ο Αβραάμ, και μάλιστα, κατά τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, όπως ο Ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος «ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλ. β΄ 8).

Εκείνος που εισήλθε σε αυτή την οδό θα προοδεύσει, αν γνώρισε από προσωπική πείρα πώς ενεργεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα στον άνθρωπο και αν στην καρδιά του ρίζωσε βαθιά η αυταπάρνηση, δηλαδή η αποφασιστική αποκοπή του δικού του θελήματος, για χάρη της επίτευξης και της εκπλήρωσης του αγίου θελήματος του Θεού.

Σε αυτόν αποκαλύπτεται το αληθινό νόημα της ερώτησης του Γέροντα Σιλουανού προς τον Πατέρα Στρατόνικο: «Πῶς ὁμιλοῦν οἱ τέλειοι;». Σε αυτόν γίνονται οικεία τα λόγια των Αγίων Πατέρων: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. ιε΄ 28). Αυτός θα κατανοήσει σαφέστερα τα χωρία της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπου γίνεται λόγος για έναν παρόμοιο άμεσο διάλογο της ψυχής με τον Θεό· θα πλησιάσει στην αληθινή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μιλούν οι Απόστολοι και οι Προφήτες.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» Θεοῦ και κλήθηκε στο πλήρωμα της άμεσης κοινωνίας μαζί Του. Γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως θα έπρεπε να ακολουθήσουν αυτή την πορεία· από την πείρα όμως αποδεικνύεται ότι αυτό δεν είναι καθόλου προσιτό σε όλους. Και τούτο επειδή οι περισσότεροι ούτε ακούν ούτε κατανοούν μέσα στην καρδιά τους την πράα φωνή του Θεού, αλλά ακολουθούν μάλλον τη θορυβώδη φωνή του πάθους που κατοικεί μέσα στην ψυχή τους.

Μέσα στην Εκκλησία, ως διέξοδος από αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση, παρουσιάζεται μια άλλη οδός: η ερώτηση προς τον πνευματικό πατέρα και η υπακοή σε αυτόν. Ο ίδιος ο Γέροντας αγαπούσε αυτή την οδό, αυτήν ακολουθούσε, αυτήν υπεδείκνυε και γι’ αυτήν έγραφε.

Την ταπεινή οδό της υπακοής τη θεωρούσε γενικά ως την ασφαλέστερη. Πίστευε σταθερά ότι, χάρη στην πίστη εκείνου που ρωτά, η απάντηση του πνευματικού θα είναι πάντοτε ωφέλιμη και θεάρεστη. Η πίστη του στη δύναμη του μυστηρίου της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στη χάρη της ιεροσύνης στερεώθηκε ακόμη περισσότερο όταν, στο Παλαιό Ρωσικό, κατά τη διάρκεια ενός εσπερινού της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είδε τον πνευματικό Γέροντα Αβραάμιο αλλοιωμένο, «κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ», «ανέκφραστα λαμπρό».

Γεμάτος από χαρισματική πίστη, ζούσε μέσα στην πραγματικότητα των μυστηρίων της Εκκλησίας· θυμόμαστε όμως ότι θεωρούσε πως και «κατ’ άνθρωπον», δηλαδή και στο ψυχολογικό επίπεδο, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την υπεροχή της υπακοής στον πνευματικό. Έλεγε ότι ο πνευματικός, εκτελώντας τη διακονία του, δίνει απάντηση στο ερώτημα απαλλαγμένος εκείνη τη στιγμή από την ενέργεια του πάθους υπό την επίδραση του οποίου βρίσκεται εκείνος που ρωτά. Γι’ αυτό ο πνευματικός βλέπει καθαρότερα τα πράγματα και είναι περισσότερο δεκτικός στην ενέργεια της χάρης του Θεού.

Η απάντηση του πνευματικού, κατά κανόνα, θα φέρει τη σφραγίδα της ατέλειας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πνευματικός στερείται τη χάρη της γνώσης του τελείου, αλλά ότι το τέλειο υπερβαίνει τις δυνάμεις εκείνου που ρωτά. Παρά την ατέλεια της υπόδειξης του πνευματικού, αν αυτή γίνει δεκτή με πίστη και πράγματι εκπληρωθεί, οδηγεί πάντοτε σε αύξηση προς το αγαθό. Η οδός αυτή όμως διαστρέφεται συνήθως όταν εκείνος που ρωτά, βλέποντας μπροστά του έναν «άνθρωπο», κλονίζεται ως προς την πίστη και δεν δέχεται τον πρώτο λόγο του πνευματικού, αλλά αντιλέγει, αντιπαραθέτοντας τις δικές του ιδέες και αμφιβολίες.

Για αυτό το σπουδαίο θέμα συνομίλησε ο Γέροντας Σιλουανός με τον Ηγούμενο Αρχιμανδρίτη Μισαήλ (+22 Ιανουαρίου 1940), άνθρωπο πνευματικό, στον οποίο αναπαυόταν ο Θεός και τον οποίο φανερά προστάτευε.

Ρώτησε ο Πατήρ Σιλουανός τον Ηγούμενο:

– Πώς μπορεί ο μοναχός να γνωρίσει το θέλημα του Θεού;

– Οφείλει να δέχεται τον πρώτο μου λόγο ως το θέλημα του Θεού, είπε ο Ηγούμενος. Σε εκείνον που πράττει έτσι αναπαύεται η χάρη του Θεού. Αν όμως κάποιος μου αντιτίθεται, τότε εγώ, ως άνθρωπος, υποχωρώ.

Ο λόγος του Ηγουμένου Μισαήλ έχει την εξής έννοια:

Ο πνευματικός πατέρας, όταν τον ρωτούν, ζητά με την προσευχή σύνεση από τον Θεό, αλλά ως άνθρωπος απαντά κατά το μέτρο της πίστης του, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν» (Β΄ Κορ. δ΄ 13), και «ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 9).

Ο πνευματικός, στην προσπάθειά του να μη σφάλει ο ίδιος όταν δίνει συμβουλή ή υπόδειξη, βρίσκεται υπό την κρίση του Θεού. Γι’ αυτό, μόλις συναντήσει αντίρρηση ή ακόμη και εσωτερική αντίσταση από εκείνον που ρωτά, συνήθως δεν επιμένει στον λόγο του, δεν τολμά να τον επιβεβαιώσει ως έκφραση του θελήματος του Θεού και «ως άνθρωπος υποχωρεί».

Η στάση αυτή ήταν φανερή στη ζωή του Ηγουμένου Μισαήλ. Κάποτε κάλεσε έναν αρχάριο μοναχό, τον Πατέρα Σ., και του ανέθεσε ένα περίπλοκο και δύσκολο διακόνημα. Ο υποτακτικός το δέχθηκε πρόθυμα και, αφού έκανε τη συνηθισμένη μετάνοια, κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ξαφνικά ο Ηγούμενος τον κάλεσε πίσω. Ο υποτακτικός στράφηκε προς αυτόν. Σκύβοντας το κεφάλι στο στήθος, ο Ηγούμενος είπε ήρεμα αλλά σοβαρά:

– Πάτερ Σ., να θυμάσαι: ο Θεός δεν κρίνει δύο φορές. Γι’ αυτό, όταν εσύ κάνεις κάτι από υπακοή σε μένα, τότε εγώ θα κριθώ από τον Θεό, ενώ εσύ θα είσαι ελεύθερος από απολογία.

Αν κάποιος διαφωνούσε με την εντολή ή την καθοδήγηση του Ηγουμένου Μισαήλ, έστω και ελάχιστα, τότε εκείνος ο κατά τα άλλα ανδρείος ασκητής, παρά τη διοικητική εξουσία που ασκούσε, συνήθως απαντούσε:

– Αν είναι έτσι, καλώς... κάντε όπως θέλετε.

Και δεν επαναλάμβανε τον λόγο του. Και ο Γέροντας Σιλουανός επίσης, όταν συναντούσε αντίσταση, αμέσως σιωπούσε.

Γιατί συνέβαινε αυτό; Επειδή, από τη μία, το Πνεύμα του Θεού δεν δέχεται ούτε βία ούτε φιλονικία και, από την άλλη, το θέλημα του Θεού, επειδή έχει υπερβατικό χαρακτήρα, δεν εκφράζεται με απόλυτη πληρότητα ούτε μπορεί να περικλειστεί στον λόγο του πνευματικού, ο οποίος αναπόφευκτα φέρει τη σφραγίδα της σχετικότητας.

Έτσι, μόνο εκείνος που δέχεται τον λόγο ως αρεστό στον Θεό, χωρίς να τον υποβάλλει στη δική του κρίση ή, όπως συνήθως λέγεται, «χωρίς αντιλογία», μόνο αυτός βρίσκει την αληθινή οδό, επειδή πράγματι πιστεύει ότι «παρὰ τῷ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι» (Ματθ. ιθ΄ 26).

Αυτή είναι η οδός της πίστης, γνωστή και επιβεβαιωμένη από τη μακραίωνη πείρα της Εκκλησίας.

Το να μιλά κανείς για αυτά τα θέματα, τα οποία αποτελούν αποκαλυμμένο μυστήριο της εν Χριστώ ζωής και ταυτόχρονα ξεπερνούν τα όρια της συνήθως ασθενούς πνευματικότητας, δεν είναι ποτέ ακίνδυνο. Γιατί πολλοί μπορούν να κατανοήσουν λανθασμένα τον λόγο, να τον εφαρμόσουν στην πράξη αντικανονικά και τότε, αντί να ωφεληθούν, μπορεί να ζημιωθούν, ιδιαίτερα αν ριχτούν στον αγώνα με υπερήφανη αυτοπεποίθηση.

Όταν κάποιος ζητούσε τη συμβουλή του Γέροντα, εκείνος δεν αγαπούσε ούτε ήθελε να τη δίνει «από τον δικό του νου». Θυμόταν τον λόγο του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ: «Όταν μιλούσα από τον νου μου, τότε συνέβαιναν λάθη», και πρόσθετε ότι «τα λάθη μπορεί να είναι μικρά, αλλά μπορεί να είναι και μεγάλα».

Η κατάσταση εκείνη για την οποία μίλησε ο Γέροντας στον Πατέρα Στρατόνικο, δηλαδή ότι «οι τέλειοι δεν λένε τίποτε από τον εαυτό τους... λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα», δεν χορηγείται πάντοτε στον ίδιο βαθμό ούτε και σε εκείνους που έχουν πλησιάσει την τελειότητα. Οι Απόστολοι και οι άλλοι Άγιοι δεν επιτελούσαν πάντοτε θαύματα, και το προφητικό Πνεύμα δεν ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο στους Προφήτες· άλλοτε ενεργούσε με μεγάλη δύναμη και άλλοτε τους εγκατέλειπε.

Ο Γέροντας διέκρινε καθαρά τον «λόγο από πείρα» από την άμεση έμπνευση από τον Θεό, δηλαδή από τον λόγο που «δίνει το Πνεύμα». Πολύτιμος είναι και ο πρώτος, αλλά υψηλότερος και βεβαιότερος ο δεύτερος (βλ. Α΄ Κορ. ζ΄ 25). Μερικές φορές έλεγε με βεβαιότητα και ακρίβεια σε εκείνον που ρωτούσε ότι το θέλημα του Θεού είναι αυτό ή εκείνο... Άλλοτε απαντούσε ότι δεν γνωρίζει το θέλημα του Θεού. Έλεγε ότι πολλές φορές ο Κύριος δεν αποκαλύπτει το θέλημά Του ούτε ακόμη και στους αγίους, επειδή εκείνος που τους ρωτά απευθύνεται σε αυτούς με δίψυχη καρδιά.

Κατά τον λόγο του Γέροντα, εκείνος που προσεύχεται συνεχώς και με προσοχή γνωρίζει πολλές μεταβολές: πόλεμο με τον εχθρό, πάλη με τους ανθρώπους, πάλη με τον εαυτό του, αγώνα κατά των παθών και της φαντασίας, και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο νους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θολώνεται και τα πάντα γίνονται ασαφή. Όταν όμως έρθει η καθαρή προσευχή και ο νους, ενωμένος με την καρδιά, στέκεται ήσυχα ενώπιον του Θεού, και η ψυχή αισθάνεται μέσα της τη χάρη και παραδίδεται στο θέλημα του Θεού, ελεύθερη από τη σκοτεινή ενέργεια των παθών και της φαντασίας, τότε εκείνος που προσεύχεται ακούει καθαρά την υπόδειξη της χάρης.

Όταν κάποιος επιδίδεται σε αυτό το έργο της αναζήτησης του θελήματος του Θεού μέσω της προσευχής, χωρίς ακόμη να έχει επαρκή πείρα και χωρίς να μπορεί «από τη γεύση» να διακρίνει με ακρίβεια την ενέργεια της χάρης από τις εκδηλώσεις των παθών, ιδιαίτερα της υπερηφάνειας, τότε είναι απαραίτητο να απευθύνεται σε πνευματικό οδηγό. Ο ίδιος όμως, όταν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πνευματικό φαινόμενο, πριν από την κρίση του οδηγού πρέπει να τηρεί αυστηρά την ασκητική αρχή: «Μη δέχεσαι και μη απορρίπτεις».

«Μη δεχόμενος», ο χριστιανός προφυλάσσει τον εαυτό του από τον κίνδυνο να δεχθεί δαιμονική ενέργεια ή υποβολή ως προερχόμενη από τον Θεό και έτσι να συνηθίσει «προσέχειν πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων» (Α΄ Τιμ. δ΄ 1), και να προσφέρει θεία προσκύνηση στους δαίμονες.

«Μη απορρίπτοντας», ο άνθρωπος αποφεύγει έναν άλλο κίνδυνο: να αποδώσει τη θεία ενέργεια στους δαίμονες και έτσι να πέσει στο αμάρτημα της «βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», όπως οι Φαρισαίοι, οι οποίοι απέδωσαν την εκδίωξη των δαιμονίων από τον Χριστό «τῷ Βεελζεβούλ, ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» (Ματθ. θ΄ 34, ιβ΄ 24).

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι φοβερότερος από τον πρώτο, γιατί η ψυχή μπορεί να συνηθίσει να αρνείται τη χάρη και να τη μισεί. Μπορεί μάλιστα να συνηθίσει τόσο στην κατάσταση της θεομαχίας, ώστε να προσδιοριστεί έτσι και για την αιωνιότητα. Γι’ αυτό αυτή η αμαρτία «οὐκ ἀφεθήσεται οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. ιβ΄ 32). Στην πρώτη πλάνη η ψυχή μπορεί ευκολότερα να αναγνωρίσει το ψεύδος και με τη μετάνοια να επιτύχει τη σωτηρία, γιατί κάθε αμαρτία συγχωρείται, εκτός από την αμετανόητη.

Για αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό ασκητικό κανόνα, «μη δέχεσαι και μη απορρίπτεις», και για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται στη ζωή του χριστιανού, θα έπρεπε να μιλήσουμε εκτενέστερα· επειδή όμως στο παρόν βιβλίο έχουμε ως σκοπό να εκθέσουμε μόνο τις θεμελιώδεις θέσεις και όχι τις λεπτομέρειες, επιστρέφουμε στο προηγούμενο θέμα.

Η μέσω της προσευχής επίγνωση του θελήματος του Θεού, στην τελειότερη μορφή της, είναι φαινόμενο σπάνιο, κατορθωτό μόνο ύστερα από μακρούς κόπους, βαθιά πείρα, πάλη κατά των παθών, πολλούς και βαρείς πειρασμούς από τους δαίμονες από τη μία, και μεγάλες αντιλήψεις από τον Θεό από την άλλη.

Αλλά η θερμή προσευχή για τη θεία βοήθεια είναι έργο αγαθό και απαραίτητο σε όλους: σε προϊσταμένους και υποτακτικούς, μεγαλύτερους και νεότερους, διδάσκοντες και διδασκομένους, πατέρες και τέκνα. Ο Γέροντας επέμενε ότι όλοι χωρίς εξαίρεση, ανεξάρτητα από θέση, κατάσταση ή ηλικία, πάντοτε και σε όλα, ο καθένας όπως γνωρίζει, πρέπει να παρακαλούν τον Θεό ζητώντας νουθεσία, ώστε έτσι βαθμιαία να πλησιάζουν την πορεία τους προς τις οδούς του αγίου θελήματος του Θεού, μέχρι να φτάσουν στην τελειότητα.

ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

Συνεχίζεται

Ο Ιησούς, το ψωμί, το ψάρι και ο συλλογικός ηλίθιος.


Το πρόσωπο του Ιησού, το κήρυγμά του, οι διδασκαλίες του έχουν προκαλέσει την ανθρωπότητα σε όλη την ιστορία, ή μάλλον, την έχουν αμφισβητήσει. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή που δεν είναι μόνο μεταθρησκευτική, αλλά και μεταανθρώπινη: ο Ιησούς είναι τόσο ενοχλητικός όσο οποιοδήποτε ζήτημα νοήματος, αλλά δεν αναγνωρίζεται πλέον, τόσο στο καρτούν του Roberto Pecchioli όσο και στην πραγματικότητα.

Μερικές φορές τα κινούμενα σχέδια περιγράφουν την εποχή μας καλύτερα από ολόκληρες βιβλιοθήκες. Κυκλοφορεί ένα κινούμενο σχέδιο, πιθανώς δημιουργημένο με τεχνητή νοημοσύνη, με λεζάντες σε άψογα λατινικά, που απεικονίζει τον Ιησού Χριστό να δείχνει σε ένα μικρό πλήθος ψωμί και ψάρι, θυμίζοντας το περίφημο θαύμα του πολλαπλασιασμού. Ντυμένο με ρούχα εποχής, το κοινό, με μια αμήχανη έκφραση, δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Λυτρωτή. Ένας άντρας ρωτάει αν το ψωμί περιέχει γλουτένη. Ένας άλλος, με περήφανο συνοφρύωμα, δηλώνει ότι δεν θέλει να φάει ψάρι: veganus sum. Μια καχύποπτη γυναίκα ρωτάει: δεν περιέχουν υδράργυρο τα ψάρια;

Το καρτούν -μια ακούσια απολογία της μεταμοντερνικότητας- έχει αρκετές ερμηνείες. Φέρνει στο νου την εξαιρετική ιστορία του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στους Αδελφούς Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι. Ο Ιβάν, ο πιο βασανισμένος, αφηγείται στον Αλιόσα ένα πυρετώδες όνειρο: Ο Ιησούς επιστρέφει στη γη στη Σεβίλλη της Ιεράς Εξέτασης. Χωρίς να αποκαλυφθεί, όλοι τον αναγνωρίζουν, εκλιπαρώντας για θαύματα και σωτηρία. Ένας ηλικιωμένος καρδινάλιος, ο Ιεροεξεταστής, διατάζει τη σύλληψή του αφού τον κατηγορεί ότι έφερε την ελευθερία στους ανθρώπους που δεν ήταν σε θέση να την απολαύσουν. Μετά την έλευσή του στη γη, εξηγεί, η Εκκλησία ήταν αυτή που ανέλαβε να κάνει την ανθρωπότητα ευτυχισμένη. Η επιστροφή του διαταράσσει την τάξη που επιτεύχθηκε με τόσο κόπο. Το ερώτημα του Ιεροεξεταστή είναι παγωμένο: γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις;

Το πρόσωπο του Ιησού, το κήρυγμά του, οι εντολές του αμφισβητούν την ανθρωπότητα όλων των εποχών. Ή μάλλον, την αμφισβήτησαν. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή που δεν είναι μόνο μεταθρησκευτική, αλλά και μεταανθρώπινη. Ο Ιησούς είναι τόσο ενοχλητικός όσο κάθε ερώτημα σχετικά με το νόημα, αλλά δεν αναγνωρίζεται πλέον, ούτε στο καρτούν ούτε στην πραγματικότητα. Ο ίδιος ήταν προφητικός, θέτοντας το αποφασιστικό ερώτημα στο Ευαγγέλιο του Λουκά (18:8): όταν επιστρέψει ο Υιός του Ανθρώπου, θα βρει πίστη στη γη; Η απάντηση είναι όχι, τουλάχιστον στη γωνιά του κόσμου που ονομάζεται Δύση, αλαζονικά κλεισμένη στην επιστημονική δεισιδαιμονία, η οποία θεωρεί οτιδήποτε υπερβαίνει την υλική διάσταση της ύπαρξης δεισιδαιμονία, ανόητη πίστη, πρωτογονισμό.

Ακριβώς όπως ο Ιεροεξεταστής κατηγορεί τον αναστημένο Ιησού ότι διαταράσσει την καθιερωμένη τάξη, το καρτούν τον υποψιάζεται ότι προσφέρει χαλασμένη πνευματική τροφή, που συμβολίζεται από υλικά αγαθά όπως ψωμί και ψάρι. Πάνω απ' όλα, αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι η αδιαφορία όσων βλέπουν και ακούν τον Χριστό. Το πλήθος, αρχαίο αλλά πολύ σύγχρονο, φαίνεται αναίσθητο, αδιάφορο για το ποιος είναι ο γενειοφόρος άνδρας μπροστά του. Καταλήγουν να θέτουν ερωτήσεις και να εκφράζουν αξίες άνευ ουσίας. Είναι ο συλλογικός μεταμοντέρνος ηλίθιος που ανατρέφεται με τη διαφήμιση, την κατανάλωση, τις μικροπρεπείς ιδέες, τις χυδαίες απολαύσεις, τις καινοτομίες που αγκαλιάζουν σχεδόν θρησκευτικά, υποκατάστατα του Λόγου. Και όλοι, λεοπαρδάλεις, τσακάλια και πρόβατα, συνεχίζουν να πιστεύουν ότι είναι το αλάτι της γης, όπως είπε ο απογοητευμένος Πρίγκιπας της Σαλίνα στον απεσταλμένο της Σαβοΐας, απορρίπτοντας τις υποσχέσεις του.

Αλάτι της γης: ένα απόφθεγμα από το Ευαγγέλιο, αλλά πόσοι το αναγνωρίζουν ως τέτοιο, στην έρημο των λειτουργικά αναλφάβητων ανθρώπων με πτυχία; Ο καημένος ο Ιησούς, ίσως να τον περνούν για αδέξιο πωλητή ή για ιεροκήρυκα με δίσκο εισπράξεων, δεν απορρίπτεται: χειρότερα, αγνοείται. Τα ερωτήματα των μεταμοντέρνων με αρχαία ενδυμασία είναι αυτά εκείνων που δεν θέλουν να καταλάβουν. Γενιές ικανοποιημένων κυρίων κοιτάζουν το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι χωρίς ποτέ να σηκώνουν το βλέμμα τους. Απαλλαγμένοι από την άμεση ανάγκη, τηρούμε μόδες που αντικαθιστούν την ηθική και πέφτουμε θύματα των πιο ποικίλων φόβων, που αντιπροσωπεύονται στο καρτούν από την απαίτηση για τρόφιμα χωρίς γλουτένη και ψάρια που δεν συσσωρεύουν υδράργυρο όπως στη φύση. Μια εύθραυστη εμμονή με την υγεία που προκαλείται από το τσίρκο της κατανάλωσης, σε συνδυασμό με τον φτηνό περιβαλλοντισμό και τις ιδιορρυθμίες που τροφοδοτούνται από γιγάντια συμφέροντα των οποίων το εύρος διαφεύγει από τους επιφανειακούς που πέφτουν θύμα κάθε καινοτομίας, πέρασε ως πολιτισμός, που αναδύεται από την χθεσινή άγνοια για να εισέλθει στο λαμπερό βασίλειο της υπέροχης και προοδευτικής τύχης. Γινόμαστε πολιτισμένοι, καλλιεργημένοι και λογικοί αν απέχουμε από την κατανάλωση κρέατος και ζωικών προϊόντων για να αποφύγουμε την εκμετάλλευση άλλων πλασμάτων, αλλά μένουμε αδιάφοροι στην παλιά και τη νέα εκμετάλλευση της ανθρωπότητας. Οι προκαλούμενες γεύσεις μπερδεύονται με τον προηγμένο πολιτισμό, ξεχνώντας ότι η φύση αγνοεί τις ηθικολογικές ιδιοτροπίες των παρακμάζοντων λαών.

Δίνουμε πίστη σε κάθε αφήγηση που πηγάζει από τη φασαρία που ενορχηστρώνει η εξουσία, τυφλή στο ουσιώδες, «αόρατη στο μάτι» (Ο Μικρός Πρίγκιπας) αλλά όχι στην ψυχή. Ψυχή; Τι σημαίνει, τι αντιπροσωπεύει; Τίποτα, στα μάτια του μεταμοντέρνου ανθρωπόμορφου. Δεν μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί, να αγγιχτεί ή να ζυγιστεί· δεν έχει κωδικό QR. Επομένως, δεν υπάρχει. Όσοι την επικαλούνται, όπως ο Ιησούς, ούτε γίνονται πιστευτές ούτε αναγνωρίζονται. Το πολύ-πολύ, είναι ένα σύντομο διάλειμμα στην καθημερινή ρουτίνα, υπόκεινται σε χλευασμό και δυσπιστία. Τι έχει να πει γι' αυτήν η Επιστήμη, πάντα με κεφαλαίο Σ; Αν σιωπά ή την αρνείται, είναι καλύτερο να την εγκαταλείψουμε στην τύχη της ή να την εκθέσουμε - εμείς οι οξυδερκείς, έξυπνοι, χειραφετημένοι άνθρωποι - με μάταια ερωτήματα. Έχουμε ήδη αφιερώσει πάρα πολύ από τον πολύτιμο χρόνο μας σε αυτήν.

Ωστόσο, δεν είμαστε σε καλύτερη θέση από ό,τι όταν πιστεύαμε στον Θεό. Δεν είναι ότι η πίστη λείπει: έχει αντικατασταθεί από τα Δικαιώματα, την Πρόοδο, την Επιστήμη, τη Λογική. Υπολογιστική ισχύς, έλλειψη νοήματος. Εν μέσω εγωισμού, απανθρωπιάς, εσωτερικού κενού. Μια ζωή χωρίς γλουτένη, δηλαδή, χωρίς ό,τι μας ενώνει. Ο Ιεροεξεταστής που τον συνέλαβε επειδή ήταν επικίνδυνος είχε περισσότερο σεβασμό για τον Ιησού από το μεταμοντέρνο πλήθος που τον απορρίπτει (δεν μπορώ να φάω το ψωμί σου: είμαι βίγκαν!) ή του επιβάλλει όρους (ψάρι χωρίς υδράργυρο). Ένα προϊόν μεταξύ άλλων στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Τι καλό έχει, σκέφτεται ο Συλλογικός Ηλίθιος;

Roberto Pecchioli στις 26 Σεπτεμβρίου 2026



Ανώνυμος είπε...

Το κείμενο έχει έναν αρκετά σαφή κεντρικό άξονα: το καρτούν δεν σατιρίζει κυρίως τον Ιησού, αλλά την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει ότι απέναντί του βρίσκεται ένα ερώτημα που δεν μπορεί να καταναλωθεί, να μετρηθεί ή να διαχειριστεί.
Η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα του κειμένου βρίσκεται ακριβώς εδώ:

«Ο Ιεροεξεταστής που τον συνέλαβε επειδή ήταν επικίνδυνος είχε περισσότερο σεβασμό για τον Ιησού από το μεταμοντέρνο πλήθος που τον απορρίπτει…»
διαφορετική μορφή απόρριψης.

1. Η εξαιρετική αντιστροφή του Μεγάλου Ιεροεξεταστή

Αυτό είναι το πραγματικό φιλοσοφικό κέντρο του δοκιμίου. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής αναγνωρίζει τον Χριστό και γι' αυτό τον φοβάται. Το πλήθος του καρτούν δεν τον φοβάται καν. Δεν τον αναγνωρίζει. Και αυτή είναι μια πολύ
Χριστός → ελευθερία → άνθρωπος → βάρος της ελευθερίας
Στον Ντοστογιέφσκι υπάρχει σύγκρουση:
Ο Ιεροεξεταστής λέει ουσιαστικά: ο άνθρωπος δεν αντέχει την ελευθερία που του έδωσες· χρειάζεται ψωμί, θαύμα και αυθεντία.


Στο καρτούν συμβαίνει κάτι ακόμη πιο παράξενο:

Χριστός → ψωμί και ψάρι → άνθρωπος → γλουτένη / υδράργυρος / veganism.

Δηλαδή ο άνθρωπος έχει μετατρέψει ακόμη και το θαυματουργικό ψωμί σε αντικείμενο ελέγχου κατανάλωσης.
Ο Ιεροεξεταστής έλεγε:
«Μην τους δίνεις την ελευθερία· θα δυστυχήσουν.»
Στο καρτούν συμβαίνει κάτι ακόμη πιο παράξενο:
Ο σύγχρονος άνθρωπος λέει:
«Δώσε μου το ψωμί, αλλά πρώτα πες μου αν είναι gluten-free.»

Η απόσταση είναι τεράστια και ταυτόχρονα υπάρχει μια βαθιά συνέχεια: και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος θέλει να αποφύγει το υπαρξιακό βάρος της παρουσίας του Χριστού.

2. Το «δεν μπορώ να φάω το ψωμί σου» είναι πολύ ισχυρότερο από μια απλή σάτιρα του veganism
Το: Hoc edere non possum. Veganus sum. [Δεν μπορώ να το φάω αυτό. Είμαι βίγκαν.]
δεν σημαίνει απλώς «ο βίγκαν κοροϊδεύεται».
Η βαθύτερη ανάγνωση είναι: «Ακόμη και όταν μου προσφέρεται κάτι που υπερβαίνει τη φυσική τροφή, εγώ το αντιμετωπίζω αποκλειστικά ως φυσική τροφή.»
Αυτό είναι σημαντικό.
Το ψωμί στον Χριστιανισμό δεν είναι απλώς ψωμί. Το ψάρι δεν είναι απλώς πρωτεΐνη. Το θαύμα δεν είναι τεχνικό τέχνασμα παραγωγής τροφίμων.
Το πλήθος όμως δεν βλέπει το σημείο πέρα από το σημείο.
Και εδώ ταιριάζει εξαιρετικά η φράση που χρησιμοποιεί το κείμενο:
«Κοιτάζουν το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι χωρίς ποτέ να σηκώνουν το βλέμμα τους.»
Αυτό είναι ίσως το καλύτερο σημείο ολόκληρου του κειμένου


Ανώνυμος είπε...


3. Η δεύτερη ερώτηση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική
Hic panis a glutine liber est? «Είναι αυτό το ψωμί χωρίς γλουτένη;»
Εδώ έχουμε μια σχεδόν τέλεια εκκοσμίκευση του θαύματος.
Ο Χριστός δεν αντιμετωπίζεται ως: πρόσωπο, αποκάλυψη, φορέας νοήματος, σωτήρας, λόγος,
αλλά ως προϊόν.
Το ερώτημα δεν είναι: «Ποιος είσαι;»
ούτε: «Τι σημαίνει αυτό που κάνεις;»
ούτε: «Τι ζητάς από εμένα;»
αλλά:
«Τι συστατικά περιέχει;»
Και αυτό οδηγεί στο τελευταίο εύρημα του συγγραφέα:
«Ένα προϊόν μεταξύ άλλων στο ράφι του σούπερ μάρκετ.»
Αυτό είναι ουσιαστικά η ολοκλήρωση της εικόνας.


4. Η πιο ενδιαφέρουσα αντίθεση δεν είναι πίστη–αθεΐα

Το κείμενο γίνεται πιο δυνατό αν το διαβάσουμε όχι ως επίθεση στην αθεΐα, αλλά ως επίθεση στην ανικανότητα να τεθεί το ερώτημα του νοήματος.
Άλλωστε ο συγγραφέας γράφει: «Δεν είναι ότι η πίστη λείπει: έχει αντικατασταθεί από τα Δικαιώματα, την Πρόοδο, την Επιστήμη, τη Λογική.»
Αυτό που μπορεί να υποστηριχθεί πολύ πιο ισχυρά είναι κάτι διαφορετικό: όταν μια μέθοδος γνώσης μετατρέπεται σε συνολική μεταφυσική και θεωρεί ότι μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί είναι πραγματικό, τότε πράγματι προκύπτει ένα είδος επιστημονισμού.
Υπάρχει ένα σημείο που το κείμενο θα μπορούσε να αναπτύξει ακόμη περισσότερο.
Ο Χριστός κρατάει ψωμί και ψάρι.
Αυτά είναι ακριβώς τα πράγματα που ζητά ο άνθρωπος από τον Ιεροεξεταστή στον Ντοστογιέφσκι:
Άρτος και Ασφάλεια.
Κι όμως εδώ, όταν ο Χριστός εμφανίζεται με το ψωμί, ο άνθρωπος δεν λέει:
«Πείνασα.»
Λέει: «Έχει γλουτένη;»
Και όταν βλέπει το ψάρι: «Έχει υδράργυρο;»
Άρα το καρτούν παρουσιάζει μια παράδοξη κατάσταση: ο άνθρωπος έχει πάψει να πεινά ακόμη και για το ψωμί.
Δεν είναι πλέον ο άνθρωπος του Ιεροεξεταστή που ζητά θαύματα για να απαλλαγεί από την ελευθερία. Είναι ο άνθρωπος που έχει μετατρέψει ακόμη και το θαύμα σε διατροφική ετικέτα.


Ανώνυμος είπε...

Ο Χριστός, ο οποίος στον χριστιανικό ορίζοντα είναι το πρόσωπο που κρίνει τον κόσμο, μετατρέπεται σε αντικείμενο που αξιολογεί ο καταναλωτής.
Δεν λέει ο καταναλωτής: «Αυτό είναι αληθινό;»
αλλά: «Μου κάνει;»
Δεν ρωτά: «Ποιος είναι;»
αλλά: «Τι μου προσφέρει;»
Δεν ακολουθεί.
Επιλέγει.
Και αυτό ίσως είναι το πιο σύγχρονο στοιχείο της εικόνας: ο Χριστός δεν απορρίπτεται πλέον επειδή είναι ψευδής ή επειδή είναι επικίνδυνος. Υποβιβάζεται στην κατηγορία του προϊόντος που απλώς δεν ταιριάζει στις προσωπικές προδιαγραφές του καταναλωτή.

Γι' αυτό η αντιπαραβολή με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή είναι τόσο εύστοχη:
ο Ιεροεξεταστής λέει στον Χριστό «σε ξέρω και σε απορρίπτω».
Το πλήθος του καρτούν λέει ουσιαστικά «δεν ξέρω ποιος είσαι και δεν με ενδιαφέρει»
.

«Ψυχή; Τι σημαίνει, τι αντιπροσωπεύει; Τίποτα, στα μάτια του μεταμοντέρνου ανθρωπόμορφου. Δεν μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί, να αγγιχτεί ή να ζυγιστεί· δεν έχει κωδικό QR. Επομένως, δεν υπάρχει.»

Πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο 1 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο 1

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Το βιβλίο «Изнад греха и смрти» — «Πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο» του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς πρωτοεκδόθηκε στο Βελιγράδι το 1914, με τον υπότιτλο «Беседе и мисли» — «Ομιλίες και στοχασμοί». Ανήκει στην πρώιμη περίοδο του συγγραφέα, πριν ακόμη γίνει επίσκοπος

Πρόλογος

Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να βοηθήσει εκείνους που επιθυμούν να υψωθούν πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο.

Δεν πρέπει να φοβάται κανείς τόσο την αμαρτία όσο την εξουσία της αμαρτίας. Όταν ο άνθρωπος καθορίζεται ολόκληρος από την αμαρτία του, όταν ταυτίζεται πλήρως με αυτήν, τότε βρίσκεται υπό την εξουσία της. Ο άνθρωπος αναπόφευκτα αμαρτάνει, αλλά δεν είναι αναγκαίο να βρίσκεται υπό την εξουσία της αμαρτίας. Δεν πρέπει να συγχωρεί ο ίδιος την αμαρτία του, για να τον συγχωρήσει ο Θεός. Ούτε πρέπει να αφήνει τον εαυτό του ακατάκριτο μέσα στην αμαρτία, για να μην τον καταδικάσει ο Θεός. Διότι όποιον συγχωρεί τον εαυτό του, δεν θα τον συγχωρήσει ο Θεός. Και όποιος δεν θέλει να γίνει αυστηρός κριτής του εαυτού του, θα έχει τον Θεό ως αυστηρό κριτή. Ο Θεός δεν συγχωρεί ποτέ εκείνον που έχει ήδη συγχωρήσει τον εαυτό του. Ο Θεός συγχωρεί μόνο εκείνον που καταδίκασε ο ίδιος τον εαυτό του. Το έλεος του Θεού βγαίνει σε συνάντηση μόνο με τον μετανοούντα. Απέναντι σε εκείνον που είναι επιεικής προς τον εαυτό του, ο Θεός είναι δίκαιος· απέναντι όμως σε εκείνον που είναι δίκαιος προς τον εαυτό του, ο Θεός είναι ελεήμων.

Δεν υπάρχει αμαρτία που να μπορεί να συγχωρηθεί χωρίς καταδίκη, είτε από τον άνθρωπο είτε από τον Θεό. Τέτοια είναι η διάταξη του σύμπαντος, ώστε κάθε αμαρτία να πρέπει να επιφέρει πόνο και να προκαλεί καταδίκη. Διαφορετικά, η αμαρτία δεν θα διακρινόταν από την αναμαρτησία. Αν έστω και μία μόνο αμαρτία μπορούσε να συγχωρηθεί πλήρως χωρίς πόνο και καταδίκη, από οποιαδήποτε πλευρά, οι φυσικοί νόμοι θα καταπατούνταν και ο κόσμος θα κατέρρεε στο χάος. Ως ραβδούχος του θείου ελέους προπορεύεται πάντοτε η δικαιοσύνη του Θεού, η οποία εκφράζει τον αμείλικτο νόμο και ανοίγει τον δρόμο για το έλεος.

Το κακό δεν βρίσκεται στο ότι ο άνθρωπος αμαρτάνει, ενώ παραμένει πάνω από την αμαρτία του· το κακό βρίσκεται στο ότι βυθίζεται τόσο πολύ στην αμαρτία, ώστε η αμαρτία να βρεθεί πάνω από αυτόν. Όταν ο αετός πέσει στην πίσσα μόνο με τα πόδια του, μπορεί ακόμη να ανοίξει τα φτερά του και να ανυψωθεί· όταν όμως βυθιστεί τόσο πολύ στην πίσσα, ώστε αυτή να καλύψει και να ακινητοποιήσει τα φτερά του, τότε δεν υπάρχει πλέον γι’ αυτόν σωτηρία.

Πάνω από την αμαρτία μπορεί να υψωθεί μόνο εκείνος που στέκεται πάνω από τον θάνατο. Όσο περισσότερο φοβάται κάποιος τον θάνατο, τόσο λιγότερο φοβάται την αμαρτία. Όσο λιγότερο φοβάται κάποιος τον θάνατο, τόσο περισσότερο φοβάται την αμαρτία. Ο μεγαλύτερος φόβος του θανάτου σημαίνει τον μικρότερο φόβο της αμαρτίας· ο μικρότερος φόβος του θανάτου σημαίνει τον μεγαλύτερο φόβο της αμαρτίας.

Ο φόβος του θανάτου εισάγει σκοτάδι και πικρία στη ζωή. Οι άνθρωποι θα ήταν σαν θεοί, αν δεν φοβούνταν τον θάνατο. Θα είχαν δύναμη και αγάπη όμοια με τη θεϊκή. Τώρα είναι μικροί, επειδή ο φόβος του θανάτου τούς καθιστά μικρούς. Και τίποτε στον κόσμο δεν κάνει τον άνθρωπο τόσο ασήμαντα μικρό όσο ο φόβος του θανάτου.

Ένας Πατέρας της Εκκλησίας λέει: «Όπως η αμαρτία είναι τροφή του θανάτου, έτσι και η δικαιοσύνη είναι η καταστροφή και η εξαφάνιση του θανάτου». Η εμπειρία, ωστόσο, διδάσκει ότι είναι ορθότερο να ειπωθεί το αντίστροφο: ότι ο θάνατος αποτελεί τροφή της αμαρτίας και καταστροφή και εξαφάνιση της δικαιοσύνης. Το ουσιώδες είναι ότι η αμαρτία και ο θάνατος αλληλοϋποστηρίζονται.


Και για τους ανθρώπους το ουσιώδες είναι να υψωθούν πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο· να φοβούνται την αμαρτία και να μη φοβούνται τον θάνατο. Αυτό είναι ο ύψιστος ηρωισμός και το σωτηριωδέστερο δόγμα. Αυτό, και μόνο αυτό, διαλύει το σκοτάδι και απαλύνει την πικρία της ανθρώπινης ζωής.

Προς τα ύψη, λοιπόν!


Ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας είχε ως σκοπό τον αγώνα εναντίον της αμαρτίας και του θανάτου. Εκείνο όμως που υπήρχε στην αρχή δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και στο τέλος. Αν στην αρχή ο άνθρωπος βρισκόταν κάτω από την αμαρτία και τον θάνατο, στο τέλος πρέπει να σταθεί πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο. Το να υψωθεί ο άνθρωπος τόσο ψηλά αποτελεί τον τελικό σκοπό ολόκληρου του ιστορικού δράματος, στο οποίο συμμετέχουμε και εμείς.

Πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο μπορεί να υψωθεί μόνο εκείνος που σε αυτό το ύψος βρίσκει τον Θεό. Εκείνος για τον οποίο τα ύψη αποτελούν κενό χώρο φοβάται να ανυψωθεί μέσα στο κενό. Διότι το κενό είναι κενό, ενώ η αμαρτία και ο θάνατος αποτελούν, παρ’ όλα αυτά, κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Όταν ο Θεός είναι για τον άνθρωπο μαγνήτης, τότε του είναι εύκολο να υψωθεί πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο. Όταν ο άνθρωπος πλησιάζει τον Θεό, απομακρύνεται από την αμαρτία και τον θάνατο.

Προς τα ύψη! Διότι στα ύψη κατοικούν το φως και ο καθαρός αέρας· χρειάζονται θάρρος και δύναμη για να ανυψωθεί κανείς μέχρι την κατοικία τους. Στην κοιλάδα βρίσκονται το σκοτάδι και η μούχλα. Τα χαμηλά μέρη είναι γεμάτα απαισιόδοξους. Η κοιλάδα είναι πάντοτε υγρή και μουχλιασμένη· όταν δεν την ποτίζουν η βροχή και η δροσιά, την ποτίζουν τα δάκρυα που δεν στεγνώνουν. Στα ύψη ακόμη και τα δάκρυα είναι φωτεινά, διότι εκεί μέσα σε κάθε δάκρυ λούζεται μια ακτίνα του ήλιου, και γι’ αυτό τα δάκρυα μοιάζουν με γέλιο. Στον Όλυμπο κάθονται πάντοτε μόνο οι θεοί, αθάνατοι και χαρούμενοι. Στην κοιλάδα ζουν οι θνητοί άθεοι. Οι εχθροί των θεών βρίσκονται πάντοτε κάτω από τον Όλυμπο και είναι πάντοτε απαισιόδοξοι. Όλοι οι άνθρωποι είναι μικροί ναοί του Θεού. Οι απαισιόδοξοι είναι νεκρικά παρεκκλήσια.

Μέσα από τον προσωπικό, τον εθνικό, τον φυλετικό και τον φυσικό αγώνα υψωνόμαστε πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο. Καθένας από αυτούς τους αγώνες είναι για εμάς μόνο μια σήραγγα που οδηγεί προς το φως. Οι άνθρωποι κατασκευάζουν πολύ ωραίες και πολύ ανθεκτικές σήραγγες, αλλά δεν τις κατασκευάζουν για να ζήσουν μέσα σε αυτές, παρά μόνο για να περάσουν από αυτές. Όλες οι μορφές αγώνα στον κόσμο έχουν για εμάς μόνο τη σημασία μιας σήραγγας. Δεν επιτρέπεται να παραμένουμε για πολύ κάτω από καμία σήραγγα. Ο σκοπός μας βρίσκεται πάντοτε μακρύτερα και πάντοτε ψηλότερα. Τρέχουμε μέσα από το σκοτάδι και το ημίφως προς τον τελικό σκοπό, προς το έσχατο φως· τρέχουμε και προσευχόμαστε:

Εσύ, Θεέ, είσαι το φως μας πέρα από όλες τις σήραγγες!

Εσύ είσαι ο προορισμός της ορμής μας και ο τελικός σκοπός των επιδιώξεών μας!

Εσύ βρίσκεσαι πάνω από την αμαρτία και τον θάνατο, στο ύψος όπου και εμείς επιθυμούμε να ζήσουμε, σε κοινωνία μαζί Σου!


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

I. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ομιλία περί ηρωισμού
Ομιλία για τη νεαρή Σερβία
Ομιλία για τα πρώτα θύματα
Ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη
Ομιλία για την εθνική προφητεία
Ομιλία περί ελευθερίας
Όργιο στο νεκροταφείο

II. ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΛΑΒΟΥΣ

Ειρήνη σε εσάς, Σλάβοι!
Όνειρο για μια σλαβική θρησκεία

III. ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥΣ

Αργά βαδίζει ο Χριστός
Σε ποιον ανήκει η γη;
Η Εκκλησία και η επαναστατική παιδαγωγική
Ομιλία για την τραγωδία της πίστης
Να αγαπάτε τους φίλους σας!
Ομιλία για την τελική νίκη του καλού
Ομιλία περί αισιοδοξίας
Ομιλία περί αναστάσεως των νεκρών

IV. ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΥΡΜΗΓΚΟΦΩΛΙΑ

1.Κήρυγμα για τους ακροατές και το θέμα
2.Κήρυγμα για τους χειροποίητους ναούς
3.Κήρυγμα για τον φόβο του θανάτου
4.Κήρυγμα για τα πάθη
5.Κήρυγμα για την απογοήτευση
6.Κήρυγμα για την παροδικότητα των λουλουδιών
7.Κήρυγμα για τον πόλεμο
8.Κήρυγμα για την αιώνια λάμψη
9.Κήρυγμα για τον σεβασμό των πεποιθήσεων του καθενός
10.Κήρυγμα για τον πρίγκιπα Gautama
11.Κήρυγμα για τη νυχτερινή καταιγίδα
12.Κήρυγμα για την αρετή
13.Κήρυγμα για τα μεγάλα σχέδια
14.Κήρυγμα για τους νεκρούς
15.Κήρυγμα για τη φλεγόμενη βάτο
16.Κήρυγμα για την κάθοδο του Πνεύματος
17.Κήρυγμα για τους σπορείς
18.Κήρυγμα για την ανισότητα των ανθρώπων

Κυριακή Αʼ Λουκά: Η μεγάλη ψαριά (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ε’ 1-11)

Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.

Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.

Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεούπου, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του. Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 4).

Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος μόνο με τις δικές του προσπάθειες. Αυτή η υποταγή του όμως πολύ σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων.

Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώ επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός ρυθμίζει».

Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’ απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον, το απορρίπτει. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ’ 1). Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το έργο των χεριών τους θα πέσει, όπως έγινε με τον πύργο της Βαβέλ.

Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από μια οροφή – τη δική τους – και κάτω από ένα χέρι – το δικό τους. Πολλοί πύργοι πλούτου, δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν κι έγιναν καπνός. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι, καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά. Η αποστολική Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα και θα στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους, στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας στους ώμους του.

***
«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α’ 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του. Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:

«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.

«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν» (Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς στόχους. Πρώτο, του ήταν πιο εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του. Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας, όπως και για την ψυχή μας, είναι «ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε’ 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του. Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του, και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως μαζί μ’ Εκείνον και μέσω Εκείνου, όλα είναι δυνατά· πως όλοι οι κόποι των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο Κύριος πέτυχε το πρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά. Η ολοπρόθυμη υπακοή του Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών, αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.

Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το δεύτερο στόχο Του.

Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.

«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».

Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.

Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον Κύριο. Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο. Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του.


Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή. Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου. Η αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Η αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι το ξεκίνημα στο δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» (Λουκ. ιη’ 13).

Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει: Άπελθε απ’ εμού.

Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους ξεκίνησαν με φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α’ 7).

Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του, ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. ε’ 10). Ο κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα, όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.

«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι αυτοί, τα λογικά όντα;

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του ανθρώπου.Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.

Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.

Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα λόγια, «μη φοβού».

Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’ εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη. Ο Θεός ζητάει από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα, ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή. Κάθε υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάδοση του δώρου.

Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη.

Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Αυτό σημαίνει πως οι απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν – δηλαδή να σώσουν – όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του: Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά, όποιος έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος, όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του, να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.

***
Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό ευαγγέλιο τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα της ευαγγελικής υπακοής.

Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.

Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή, σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ’ ανεξιχνίαστο έλεος του Κυρίου είναι φανερό εδώ: ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα.


Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες τα εγκατέλειψαν όλα, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως ο Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι στην ουράνια βασιλεία Του. Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει. Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.

Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί. Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε. Ας τον υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή. Ας μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα για να πάρει, άλλα για να δώσει. Το μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή.

Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Κυριακή Αʼ Λουκά: Η μεγάλη ψαριά (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Eἰς τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

Ἡ κλήση ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, εἶναι σὲ ὅλους τούς Ἀποστόλους κοινή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὅμως, δὲν εἶναι μόνο κλητὸς ἀπόστολος, ἀλλὰ καὶ ἀριθμεῖται μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς, γιατί δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐκλεγμένος ἀπὸ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκλεκτὸς καὶ κορυφαῖος τοῦ κορυφαίου χοροῦ ἀπὸ ἐκείνους πού εἶχαν ἐκλεγεῖ, τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους δηλαδή, καὶ ὁμόστοιχος μὲ τοὺς διακεκριμένους, τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο. Γι’ αὐτὸ καί, ἀφοῦ ξεχωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, μαζὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς δύο ὁδηγεῖται πάνω στὸ Θαβώριο ὄρος, καὶ ἀκούει τὴ συνομιλία τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία πρὸς τὸν Χριστό, καὶ βλέπει κατὰ θεῖο τρόπο τὸ μεγάλο καὶ ὑπερφυσικὸ ἐκεῖνο θέαμα, τὴ λαμπρότητα δηλαδὴ τοῦ φωτὸς τῆς θεότητας τοῦ Υἱοῦ, πού ὑπεράστραψε κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο, καὶ ἐπιπλέον ἀκούει τὴν πατρικὴ φωνή, πού ἀναφέρεται μόνο στὸν Χριστό, «αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπητός μου Υἱὸς μὲ τὸν ὁποῖο εὐαρεστήθηκα, αὐτὸν νὰ ἀκούετε», καὶ ἔτσι ὁ Ἰωάννης καθίσταται κατὰ τρόπο μακάριος μαθητὴς ὄχι μόνο τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατέρα.
Ἀλλὰ κι αὐτὸ εἶναι κοινὸ σ’ αὐτὸν μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο, τοὺς κορυφαίους μαθητὲς τοῦ Σωτήρα, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἰδιότητα τοῦ εὐαγγελιστῆ κοινὴ μὲ ἐκείνους πού συνέγραψαν τὸ εὐαγγέλιο, τὰ λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ μεγαλοφωνία καὶ τὸ ὕψος τῆς θεολογίας ὑπερτερεῖ κατὰ πολύ. Ἐκεῖνα... ὅμως στὰ ὁποῖα εὐδοκιμεῖ μόνο αὐτός, ποιὸς λόγος εἶναι ἱκανὸς νὰ τὰ παραστήσει; Μόνο αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὅλους τούς πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν περιβόητους κατόρθωσε νὰ καλεῖται ἀπὸ ὅλους παρθένος, γιατί, ὅπως φαίνεται, μόνος αὐτὸς φύλαξε σ’ ὅλον τὸν βίο του καὶ τὰ δύο, καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, καὶ τὸ νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση. Τὴν παρθενία τοῦ σώματος βέβαια λίγοι τὴν κράτησαν, ἀλλὰ τὴν γνωρίζουν σχεδὸν ὅλοι, τῆς ψυχῆς ὅμως ἀκριβὴς παρθενία εἶναι ἡ ἀσυμβίβαστη γνώμη πρὸς κάθε κακία. Ὥστε μὲ τὸ προσωνύμιο αὐτὸ προσμαρτυρεῖται στὸν Ἰωάννη σχεδὸν ἡ ἀναμαρτησία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε ἀγαπημένος στὸν μόνο ἀπὸ τὴ φύση του ἀναμάρτητο Χριστό, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπώνυμο μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅλους τὸ ἀπέκτησε.

Μπορεῖ ἄραγε νὰ βρεῖ κανεὶς μεγαλύτερο σὲ ἔπαινο ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀνόματα; Στοὺς ἄλλους βέβαια ὅλους τούς ἀνθρώπους δὲν θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ ὄχι μόνο περισσότερα καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά, ἀλλ’ οὔτε αὐτὰ μαζί, σ’ αὐτὸν ὅμως ὑπάρχουν συγχρόνως καὶ ἄλλα μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά. Γιατί ὄχι μόνο εἶναι ἀγαπημένος παρθένος, ἀλλὰ καὶ τῆς Παρθένου υἱός, καὶ μάλιστα τῆς μητροπαρθένου καὶ Θεομήτορος, ἀφοῦ ἔγινε γι’ αὐτὴν κατὰ χάρη αὐτὸ πού ὁ Χριστὸς τῆς εἶναι κατὰ φύση. Ἐὰν ὅμως μόνος αὐτὸς ἀπέκτησε τὴν ἴδια μὲ τὸν Χριστὸ μητέρα, εἶναι καὶ ὁ μόνος ἀδελφός του πάνω ἀπὸ ὅλους καὶ συγγενὴς καὶ ἀφομοιωμένος μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καθ’ ὅλα. Υἱὸς ἀγαπητὸς ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς μαθητὴς ἀγαπητὸς στὸν κόλπο τοῦ Πατέρα βρίσκεται ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς εἶναι ἐπιστήθιος στὸν Ἰησοῦ· παρθένος ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς μὲ τὴ χάρη ἐκείνου· παρθένου υἱὸς ἐκεῖνος, τῆς ἴδιας καὶ αὐτός· «βρόντησε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Κύριος», καὶ αὐτὸς εἶναι βροντή· γι’ αὐτὸ καὶ μὲ αὐτὸ καλεῖται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, βροντὴ καὶ βροντῆς υἱός, καὶ μάλιστα βροντὴ θεολογικώτατη πού ἀντηχεῖ σ’ ὅλα τὰ πέρατα τῆς γῆς καὶ θεολογεῖ τὸν ἀπὸ τὸν Πατέρα προερχόμενο Λόγο, ὅτι καὶ στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε, καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ εἶναι, καὶ Θεὸς εἶναι, καὶ ζωὴ ἔχει μέσα του καὶ φῶς ἀληθινό, τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στὸν κόσμο καὶ μέσω τοῦ ὁποίου ἔγιναν στὴν ἀρχὴ τὰ πάντα.

Αὐτὴ ἡ βροντὴ καὶ δήλωσε αὐτὸν πού στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σ’ ἐμᾶς μάρτυρα τῆς ἐπιδημίας τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, καὶ γνώρισε σὲ μᾶς τὸν Λόγο πού κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ χάρη μας σάρκα, καὶ περίλαμπρα παρουσίασε ὅλο τὸν τρόπο ζωῆς του μὲ τὴ σάρκα του πάνω στὴ γῆ, τοὺς λόγους, τὰ ἔργα, τὰ πάθη, τὴν μετὰ τὸν σταυρὸ ἀνάσταση, τὴν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἐπάνοδο στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου κατέβηκε. Καὶ ὅλα αὐτά, λέγει, τὰ κατέγραψε γιά μᾶς, ὅπως τὰ εἶδε, γιὰ νὰ σωθοῦμε. Ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλο τὸ χριστώνυμο πλήρωμα ἀπευθύνει προτρεπτικὴ ἐπιστολή, καλώντας ὅλους γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὴν αἰώνια ζωή, ἡ ὁποία προαιώνια ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ φανερώθηκε σ’ ἐμᾶς. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν μεταξὺ τῶν διακεκριμένων Ἀποστόλων, καὶ ἰδιαιτέρως ἦταν καὶ ὀνομαζόταν ἀγαπημένος, μᾶς διδάσκει γιὰ τὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν, δηλαδὴ τὴν ἀγάπη, λέγοντας, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὥστε καὶ ὅποιος ἔχει ἀγάπη νὰ ἔχει τὸν Θεό, καὶ ὅποιος μένει στὴν ἀγάπη μένει στὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς μένει σὲ ὅποιον μένει ἡ ἀγάπη. Τὴν ἐνέργειά της πάλι σ’ ἐμᾶς τὴ δείχνει διπλή, διαμερίζοντάς την κατὰ τρόπο ἀμέριστο στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον, καὶ διδάσκοντας, ὅτι αὐτὲς συγκρατοῦνται ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ ὀνομάζοντας ψεύστη αὐτὸν πού νομίζει ὅτι ἔχει μόνο τὴ μία. Γιατί λέγει, ἀπόδειξη τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης εἶναι τὸ νὰ τηρεῖ κανεὶς τὸν λόγο καὶ τὶς ἐντολές του, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δίδαξε λέγοντας, «αὐτὸς πού μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου»· «καὶ αὐτή», λέγει, «εἶναι ἡ ἐντολή μου, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι εἶσθε μαθητές μου, ἂν ἔχετε μεταξὺ σας ἀγάπη».

Βλέπετε πῶς εἶναι ἀχώριστη ἡ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀναμεταξὺ μας ἀγάπη; Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ ἀγαπημένος μαθητής, «ἂν κάποιος λέγει ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ μισεῖ τὸν ἀδελφό του, εἶναι ψεύστης· γιατί, ἂν τὸν ἀδελφό του, πού τὸν εἶδε, δὲν τὸν ἀγαπᾶ, πῶς ἀγαπᾶ τὸν Θεό, πού δὲν τὸν εἶδε; ἀλλὰ καὶ «αὐτὸς πού λέγει ὅτι μένει στὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀγάπη», λέγει, «ὀφείλει καὶ αὐτὸς νὰ βαδίζει ὅπως βάδισε καὶ ἐκεῖνος». Πῶς βάδισε λοιπὸν ἐκεῖνος; Ἔδειξε ὑπακοὴ στὸν οὐράνιο Πατέρα, πραγματοποίησε ὅλη τὴν ἀρετή, εὐεργέτησε μὲ τὸν ἑαυτὸ του τὴ φύση, θεράπευσε τοὺς ἀσθενεῖς, δίδαξε ἐκείνους πού πίστεψαν σ’ αὐτόν, ἔλεγξε τοὺς ἀπειθεῖς, ὑπέμεινε γιὰ χάρη τῶν πιστῶν τούς χλευασμοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπειθεῖς, τὰ πτύσματα ἀπὸ τοὺς ἀχάριστους, τὰ ραπίσματα, τοὺς ἐμπαιγμούς, τὰ μαστιγώματα, καὶ τέλος τὸν ἐπονείδιστο θάνατο, ἀφοῦ ἔδωσε καὶ τὴ ζωή του γιὰ χάρη μας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κανένα ἔργο ἀγάπης δὲν εἶναι μεγαλύτερο. Βλέπουμε ὅμως καὶ τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ νὰ εἶναι καὶ μαθητὴς μὲ τὰ ἔργα· γιατί αὐτὸς ἐφάρμοσε μὲ σαφήνεια ὅλα τὰ διδάγματα καὶ θαύματα καὶ παθήματα τοῦ διδασκάλου, εὐεργετώντας ὅλους μὲ ἔργα καὶ λόγια, καὶ ὁδηγώντας ἀπὸ τὸ σκότος στὸ φῶς, καὶ μεταβάλλοντας τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἀνάξιους σὲ ἄξιους, καὶ ὁ ἴδιος πάσχοντας γιὰ χάρη τους. Θάνατο δὲν ὑπέμεινε μόνο ἕνα γιὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὴν ὠφέλειά μας, ἢ μὲ ἄλλα λόγια γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου του παρέδιδε τὸν ἑαυτό του σὲ θάνατο. Πόσες φορὲς ἐμπαίχθηκε, πόσες φορὲς ραπίσθηκε, πόσες φορὲς λιθοβολήθηκε, πόσες φορὲς ὁδηγήθηκε σὲ τυράννους καὶ ἄρχοντες γιὰ νὰ λογοδοτήσει ὡς ὑπόδικος αὐτὸς ὁ διανομέας τῆς εὐσέβειας! Ἀπὸ τὸν ὠμότατο τῶν τυράννων τύραννο Δομετιανὸ ἐξορίζεται στὴν Πάτμο, γεμάτος ἀπὸ χαρὰ καὶ κηρύσσοντας παντοῦ τὰ διδάγματα τοῦ ἀγαθοῦ Δεσπότη καὶ Διδασκάλου.

Σ’ αὐτὰ τὰ διδάγματα δείχνοντας καὶ ἐμεῖς ὑπακοή, ἀδελφοί, ἂς περπατήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸ ὅπως περπάτησε καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητής του, ὑποτασσόμενοι στοὺς δικούς μας πατέρες· γιατί λέγει, «ὁ ὑπάκουος υἱὸς θὰ φυλαχθεῖ γιὰ τὴ ζωή, ἐνῶ ὁ ἀνυπάκουος γιὰ τὴν ἀπώλεια». Καὶ ὄχι μόνο στοὺς σωματικοὺς πατέρες, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στοὺς πνευματικούς, καὶ μέσω αὐτῶν στὸν ὕψιστο Πατέρα, «ἀπὸ τὸν ὁποῖο παίρνει τὸ ὄνομα κάθε γενεὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ». Γιατί ἡ ἀγάπη καὶ ὑπακοὴ καὶ εὐπείθεια πρὸς τοὺς πνευματικοὺς πατέρες ἀναφέρεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ αὐτὸς πού δὲν δείχνει ὑπακοὴ σ’ αὐτοὺς προσκρούει στὸν Θεὸ τῶν πατέρων, ὅπως ἀποφάνθηκε καὶ ὁ Χριστὸς λέγοντας· «αὐτὸς πού ὑπακούει σὲ σᾶς ὑπακούει σὲ μένα, καὶ αὐτὸς πού ἀθετεῖ ἐσᾶς, ἀθετεῖ ἐμένα· ἐκεῖνος ὅμως πού ἀθετεῖ ἐμένα ἀθετεῖ ἐκεῖνον πού μὲ ἔστειλε». «Νὰ πείθεσθε λοιπόν, ἀδελφοί, στοὺς ἡγέτες σας καὶ νὰ ὑπακούετε, γιὰ νὰ μὴ ἀγανακτοῦν ἐναντίον σας, γιατί αὐτὸ εἶναι ἐπιζήμιο σὲ σᾶς», φωνάζει ὁ Παῦλος ὁ μεγαλοκήρυκας, ἐκτελώντας μὲ προθυμία κάθε ἀρετὴ καὶ κάθε ἀγαθὸ ἔργο, καὶ ἂν παραλειφθεῖ κάτι ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς φύσης μας, ὁ Κύριος εἶναι σπλαχνικός, ἀναπληρώνοντας μὲ τὴ χάρη του τὶς ἐλλείψεις τῆς ἀδυναμίας μας, καὶ μᾶς προσδέχεται σὰν νὰ ἔχουμε ζήσει μὲ τέλεια ἀγαθοεργία, καὶ μάλιστα ἂν μᾶς δεῖ ταπεινωμένους γιὰ τὶς ἐλλείψεις στὴν ἀρετή, καὶ ὄχι γεμάτους ἔπαρση γιὰ τὴν ἄσκηση αὐτῆς.

Ὁ καθένας σας νὰ εὐεργετεῖ τὸν πλησίον του μὲ πολλοὺς τρόπους μὲ ὅσα ἔχει. Δὲν μπορεῖς νὰ θεραπεύσεις τοὺς ἀσθενεῖς μὲ θαυματοποιὸ λόγο; ἀλλὰ μπορεῖς νὰ τοὺς θεραπεύσεις μὲ παρηγορητικὸ λόγο. Καὶ ἂν τοὺς ὑπηρετήσεις καὶ μόνος σου στὶς ἀνάγκες τους, θὰ ἔχεις ὑπηρέτη τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ στὸν μέλλοντα αἰώνα σύμφωνα μὲ τὸν λόγο ἐκείνου· γιατί λέγει, «θὰ περιζωθεῖ καὶ θὰ τοὺς βάλει νὰ καθήσουν στὰ τραπέζια καὶ θὰ προσέλθει γιὰ νὰ τοὺς διακονήσει». Ἐὰν πάλι γίνεις καὶ κοινωνὸς μὲ αὐτὸν μεταδίδοντάς του ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα πού διαθέτεις, θὰ εἶσαι κοινωνὸς τοῦ θείου πλούτου καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ τραφεῖς μὲ ἀμβροσία σὰν νὰ ἔντυσες καὶ πότισες καὶ ἔθρεψες ἐκεῖνον τὸν ἴδιο, καὶ θὰ φορέσεις τὸ βασιλικὸ ἔνδυμα τῆς ἀθανασίας. Δὲν ἔχεις λόγο διδασκαλίας, παράκληση πρὸς ἀρετή, δύναμη ἐλέγχου, ἀποτρεπτική τῆς κακίας καὶ προτρεπτική τῆς ἀρετῆς; Γίνε διδάσκαλος μὲ τὰ ἔργα, καθιστάμενος ἀγαθὸς ἐργάτης στὸν ἑαυτό σου καὶ στὸν πλησίον. Εἶναι δυνατὸ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἐλέγχεις καὶ ἐκείνους πού παρανομοῦν. Ἂς λένε οἱ παράνομοι αὐτοὶ καὶ γιὰ σένα, «μᾶς εἶναι βαρετὸς καὶ νὰ τὸν βλέπουμε ἀκόμη, γιατί οἱ δρόμοι αὐτοῦ εἶναι ἀνόμοιοι πρὸς τοὺς δρόμους μας». Ἂν πάλι δὲν μποροῦν νὰ κρατηθοῦν καὶ ἀπευθύνουν ὕβρεις καὶ πλέκουν συκοφαντικὲς κατηγορίες καὶ μηχανεύονται ἐναντίον σου τὰ πάνδεινα, μεῖνε ἀτάραχος, μὴν ἀλλάξεις τρόπο παραφερόμενος ἢ μένοντας ἀποχαυνωμένος, ἀλλὰ νὰ εἶσαι χρηστὸς στὸν ἑαυτό σου καὶ σ’ ἐκείνους, βλέποντας γιὰ παράδειγμα τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀγαπημένο σ’ ἐκεῖνον μαθητή, καὶ παίρνοντας αὐτὸ γιὰ ὁδηγὸ πορείας στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου τὴν εὐθεία, βάδιζε σ’ αὐτὴν χωρὶς ἐπιστροφή· γιατί λέγει ἐκεῖνος, «ἂν ἐδίωξαν ἐμένα, καὶ ἐσᾶς θὰ σᾶς διώξουν». Ἂν ἔτσι ἐνεργεῖς καὶ τέτοια ὑπομονὴ δείχνεις, θὰ εἶσαι σὲ ὅλους φανερὸς ὅτι ἀγκαλίασες μὲ πόθο τὴ θεία ἀγάπη.

Ἐὰν τώρα καὶ σὺ ποθεῖς νὰ δεῖς μέσα σου τὰ δείγματά της, θὰ σοῦ τὰ ὑποδείξω καὶ αὐτά, ἀρκεῖ μόνο νὰ βαδίζεις ἀκούραστα πρὸς τὴν ἀνεύρεσή τους. Ὅταν, ὑψώνοντας τὸν νοῦ πρὸς τὸν Θεό, δὲν ἀντισύρεσαι ἀπὸ κανένα γήινο, ἀλλά, λησμονώντας τὰ πάντα, ἀβίαστα χωρὶς διαλογισμοὺς ἐντρυφᾶς χαρούμενος στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ στὶς πρὸς αὐτὸν προσευχές, τότε γνώριζε ὅτι ἄγγιξες καθαρὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπη, καὶ ὅτι σὲ τέτοιο βαθμὸ μετέχεις αὐτῆς, ὅσο παρατείνεται ὁ καιρὸς τῆς αὐτοῦ τοῦ εἴδους συνάντησής σου μὲ τὸν Θεό, ἢ καλύτερα τῆς ἕνωσής σου μ’ αὐτόν. Ὅταν πάλι προσεύχεσαι πρὸς τὸν Κύριο μὲ κατάνυξη καὶ γλυκερὸ πόνο καρδιᾶς ἐξ ἴσου ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ ὑπὲρ κάθε ἀνθρώπου, γνωστοῦ καὶ ἀγνώστου, ἐχθροῦ καὶ φίλου, ἀνθρώπου πού σὲ λύπησε καὶ δὲν σὲ λύπησε, τότε γνώριζε ὅτι ἀγάπησες μὲ τὴν ψυχή σου τὸν πλησίον σου. Ἀλλ’ αὐτὲς οἱ διαθέσεις δὲν δημιουργοῦνται μέσα σου ἐὰν δὲν ἔχεις τὰ φανερὰ ἔργα τῆς ἀγάπης· γιατί ἂν δὲν συνηθίσεις τὸν ἑαυτό σου ν’ ἀφήνει τὸ θέλημά του καὶ νὰ ἐκτελεῖ τὸ τοῦ πλησίον, πῶς θὰ ὑπομείνεις τὰ ὅσα συμβαίνουν σ’ ἐσένα ἀπὸ αὐτόν; Καὶ ἂν δὲν ὑπομένεις μὲ γενναιότητα καὶ μακροθυμία τὶς ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων προκαλούμενες δυσχέρειες, πῶς θὰ προκόψεις στὸ νὰ ὑπερεύχεσαι γιὰ τοὺς ἐχθρούς; Ἐὰν πάλι, μὴ πειθόμενος σ’ αὐτὸν πού λέγει, «νὰ δίνετε τὰ διαθέσιμα ὡς ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα θὰ σᾶς εἶναι καθαρά», τὰ κρατᾶς καὶ τὰ φυλάγεις κοντά σου καὶ δὲν τὰ προσφέρεις γιὰ νὰ καλύψεις τὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον σου, πῶς θὰ χύσεις δάκρυα γι’ αὐτούς; Γιατί λέγει κάποιος ἀπὸ τοὺς φίλους του Θεοῦ, «αὐτὸς πού ἔχει ἀγάπη σκόρπισε χρήματα, ἐνῶ ὅποιος λέγει ὅτι ἔχει καὶ τὰ δύο, καὶ τὰ χρήματα καὶ τὴν ἀγάπη, βρίσκεται σὲ πλάνη· γιατί ἢ τὰ χρήματα στερεῖται, ἢ εἶναι κενὸς ἀπὸ ἀγάπη, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεό». Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς ἐκφράζει τὴ γνώμη του λέγοντας, «δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε συγχρόνως στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ», μαμωνᾶ λέγοντας καθετὶ πού μᾶς περισσεύει, χρυσὸ ἢ ἄργυρο ἢ κάτι ἄλλο. Καὶ δείχνει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ προσευχηθεῖ αὐτὸς πού φυλάσσει ἀπόθεμα χρημάτων γιατί λέγει, «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ νοῦς σου», ὄχι ἀσφαλῶς στὴν προσευχή. Ὥστε γι’ αὐτοὺς ἔλεγε ὁ Κύριος καὶ τοῦτο· «αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη, ἡ καρδιὰ τους ὅμως ἀπέχει πολὺ ἀπὸ ἐμένα· μάταια μὲ σέβονται». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀγαπημένη στὸν Θεὸ βροντὴ βροντοφωνάζει, «ὅποιος ἔχει τὸν πλοῦτο τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ δὲν δίνει στοὺς ἀδελφοὺς γιὰ τὶς ἀνάγκες τους, δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτὸν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ»· οὔτε βέβαια μπορεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ μένουν σὲ ἕνα καὶ τὸν ἴδιο, γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα πρὸς τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ λέγει πάλι ὁ ἴδιος, «νὰ μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο οὔτε ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο». Καὶ ποιὰ εἶναι τὰ τοῦ κόσμου, παρὰ ἀπόκτηση χρημάτων πού δὲν ὠφελοῦν καθόλου τὴν ψυχή, σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ὑψηλοφροσύνη, θέλημα γήινο; Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ χωρίζουν ἀπὸ αὐτὸν αὐτοὺς πού τὰ ἔχουν, νεκρώνουν τὴν ψυχὴ τοῦ νικημένου ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὴν θάβουν στὸ χρυσὸ καὶ ἀργυρὸ χῶμα, πράγματα πού εἶναι τόσο πιὸ χειρότερα ἀπὸ τὸ ἁπλὸ χῶμα, μὲ τὸ ὁποῖο συνήθως καλύπτουμε τὸ δικό μας χῶμα, καθ’ ὅσον τὸ χῶμα αὐτὸ ριπτόμενο ἐπάνω ἀπὸ τὰ νεκρὰ σώματά μας συγκλείει τὴν ἀπὸ αὐτὰ δυσωδία καὶ καθιστᾶ τελείως ἀκατόρθωτη τὴν ἔξοδό της, ἐνῶ τὸ χρυσὸ καὶ ἀργυρὸ χῶμα ὅσο περισσότερο τοποθετηθεῖ πάνω στὸν νοῦ τοῦ κατόχου του, τόσο πιὸ δυσώδη τὸν κάμνει, ὥστε ἡ δυσωδία νὰ φθάνει καὶ μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ στρέφει πρὸς τὰ πίσω τους ἀπὸ ἐκεῖ οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστασία.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητής στάλθηκε ἀπὸ ἐκεῖνον πού τὸν ἀγάπησε, τὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ μᾶς ἀναστήσει ἀπὸ τὰ νεκρὰ αὐτὰ ἔργα καὶ νὰ μᾶς προτρέψει σὲ ἔργα φωτός, ὡς ἀποκορύφωμα τῶν ὁποίων πού παρέχει αἰώνια ζωὴ παρουσίασε ὁλοκάθαρα τὴν πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον ἀγάπη. Πῶς λοιπὸν τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν τιμᾶμε; Ὄχι, ὡς ἐκεῖνον πού μᾶς ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ἀλήθεια; Ἂς μὴ πράττομε λοιπόν, ἀδελφοί, τὰ ἀντίθετα πρὸς τοὺς λόγους ἐκείνου, οὔτε νὰ δείχνομε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη φαινομενικὰ καὶ μὲ τὴ γλώσσα, ἐνῶ μὲ τὰ ἔργα ν’ ἀπιστοῦμε πρὸς αὐτόν, πράγμα πού καὶ αὐτὸς ἀπαγορεύει λέγοντας, «νὰ μὴ ἀγαπᾶμε, ἀδελφοί, μὲ τὸ λόγο καὶ τὴ γλώσσα, ἀλλὰ μὲ ἔργα καὶ ἀληθινά».

Ἂν λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀγαπᾶμε καὶ τιμᾶμε τὸν πάνω ἀπὸ ὅλους ἀγαπημένο ἀπὸ τὸν Θεό, ἂς δείξουμε μὲ ἔργα καὶ ἀλήθεια τὴν ἀγάπη πρὸς αὐτόν, γινόμενοι ὄχι μόνο ἀκροατὲς τῶν λόγων ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ ποιητές· γιατί ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν ἀπὸ αὐτὸν εὐαγγελιζόμενη αἰώνια ζωὴ καὶ βασιλεία μαζὶ μὲ τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό, στὸν ὁποῖο πρέπει αἰώνια δόξα στὸν οὐρανὸ καὶ πάνω στὴ γῆ μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ συναιώνιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.