https://www.youtube.com/watch?v=ePPEte2YnW8
Μόνο γιά Μέλη (ακέφαλα)

Αχ, κύριε Χρήστο μας, ΕΠΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ από τους Σωτήρη Μητραλέξη και Κωνσταντίνο Μπλάθρα. Κυριακή 8 Φεβρουαρίου στον Ι.Ν. Αγίας Αικατερίνης στον Πειραιά. Συντονίζει και σχολιάζει ο π. Μιλτιάδης Ζέρβας
Καλή σας ημέρα. Είναι ιδιαίτερη χαρά που είμαστε μαζί σήμερα. Για τους δύο ανθρώπους της Αγίας Αικατερίνης, η συνάντηση αυτή νομίζω έχει έτσι έναν ξεχωριστό χαρακτήρα.
Το είπα λίγο και στο κήρυγμα, το είχαμε συζητήσει και μεταξύ μας κάποιες φορές. Ο Χρήστος Γιανναράς ήταν ένα πρόσωπο το οποίο ήξερε να συνδέεται. Και έβρισκε τρόπους, ενώ στον χαρακτήρα του έχω μια αίσθηση ότι ήταν ένας άνθρωπος ντροπαλός.
Και στα ανοίγματά του ιδιαίτερος και δύσκολος, θα έλεγα. Παρ’ αυτά όμως είχε αυτή τη δυνατότητα να μπορεί να ανοίγεται. Φυσικά αυτό το άνοιγμα έχει πολύ μεγάλη σχέση με τη σκέψη του.
Νομίζω ότι για τον Χρήστο Γιανναρά πολλά θα μπορούσαμε να πούμε. Αλλά οι περισσότεροι συμφωνούμε ότι την έννοια του προσώπου, έτσι όπως την κατανοούμε σήμερα, στον τόπο μας την έχουμε προσλάβει από εκείνον. Δεν είναι ότι εκείνος την ανακάλυψε, δεν είναι εκείνος που πρώτος είπε αυτά τα πράγματα.
Είναι εκείνος όμως ο οποίος την έβαλε μέσα στη ψυχή μας. Και πλέον είναι σαφές σε όλους μας ότι ο καθένας από εμάς, όσο προσπαθεί να συνδεθεί, να κατανοήσει —θα έλεγα μάλλον— έναν άλλον άνθρωπο, δεν είναι αρκετό να εστιάσει στην ατομικότητά του, αλλά πρέπει να τον δει μέσα στο πλαίσιο των σχέσεών του. Και θεωρώ ότι αυτό ακριβώς κάνουμε σήμερα, επειδή μας λείπει.
Ερχόμαστε να παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που είδατε πόσο παραπονιάρικο τίτλο έχει. «Αχ, κύριε Χρήστο μας», έτσι πολύ καρδιακά και απλά. Ακριβώς επειδή μας λείπει, ερχόμαστε να συνθέσουμε τη μορφή του μέσα από πρόσωπα.
Εγώ θα έλεγα πρώτα απ’ όλα —και επιτρέψτε μου αυτό να το πω— έγινε η συνάντηση αυτή μια αφορμή. Στείλαμε κάποια μηνύματα σε ανθρώπους που είχαν και λίγο περισσότερο καιρό να έρθουν στην Αγία Αικατερίνη. Μένουν λίγο μακριά, συνδέονταν λίγο με τον παπα-Γιάννη, τον Σαρρή, που έχει κοιμηθεί, και κάπου ανθρωπίνως και φυσικό ήταν να τους βλέπουμε πιο αραιά. Και κάποιοι είναι σήμερα εδώ.
Κάποιοι άλλοι μας έστειλαν μηνύματα, μας εξέφρασαν αυτή τη δυσκολία στο να είναι παρόντες, αλλά ξέρουμε ότι χάρηκαν με τη συνάντηση αυτή. Είναι όλοι εκείνοι —και είμαστε όλοι μας— μικρές ψηφίδες του προσώπου του Χρήστου Γιανναρά. Και σήμερα λοιπόν που είμαστε εδώ, νομίζω ότι ερχόμαστε για εκείνον, ερχόμαστε και για εμάς.
Μας ενώνει, μας συνδέει. Και κυρίως σήμερα θα τον προσεγγίσουμε μέσα από τη σκέψη δύο ανθρώπων που έχουν να μας πουν πολλά πράγματα για εκείνον. Είναι ο Κώστας ο Μπλάθρας, συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεολόγος.
Ναι, την πρώτη ιδιότητα, έτσι; Ευχαριστώ. Είναι βραχνιασμένος και έχουμε αγαπήσει τη φωνή του τόσο πολύ από το ραδιόφωνο και μας είναι τόσο οικεία και γνωστή, που, να μην έχει άγχος, θα τη συνθέτουμε από τη μνήμη. Λοιπόν, τον ευχαριστούμε πολύ που είναι εδώ.
Νομίζω ότι γενικά η ευαισθησία του και η καλλιτεχνική οδός που έχει αγαπήσει και ακολουθήσει, και η έννοιά του για τα κοινά και τον ελληνικό τρόπο, είναι —νομίζω— ο τρόπος προσέγγισης προς το πρόσωπο του Χρήστου Γιανναρά και περιμένουμε με ενδιαφέρον να τον ακούσουμε. Και έχουμε μαζί μας και τον Σωτήρη τον Μητραλέξη, ο οποίος και εκείνος, με αγάπη για τη θεολογία, για τη φιλοσοφία αλλά και για την κοινωνία, και με αρκετές σπουδές, νομίζω εστίασε και μελέτησε πολύ τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και σίγουρα έχει να μας πει ιδιαίτερα πράγματα. Σας ευχαριστώ πολύ που είστε σήμερα μαζί μας.
Εγώ δεν είμαι για να μιλήσω παραπάνω. Ο λόγος είναι σε κίνδυνο. Τώρα με αγχώνεις λίγο με αυτό που έλεγα.
Θα τα πούμε όλα, εντάξει. Θα προσπαθήσω να μιλήσω. Εντάξει.
Θα μιλάει κάπως ο τίτλος άλλωστε, γιατί είναι δύσκολη η κατάσταση. Λοιπόν, ο Χρήστος Γιανναράς, που πήρε το εισιτήριο της γης για τον ουρανό, είναι κομμάτι δύσκολο. Ακόμα πιο δύσκολο είναι αν είναι κάποιος που τον αγαπάς.
Έπειτα, κακά τα ψέματα, στις νεκρολογίες καταλήγεις σχεδόν πάντα να μιλάς για τον εαυτό σου. Η μνήμη όμως, όπως και η ανάγνωση από πρόσωπα που διασταυρώθηκαν στη ζωή μας, είναι πάντοτε το πιο δικό μας, το πιο προσωπικό μας κτήμα. Φοβάμαι λοιπόν κι εγώ ότι δραστικά θα σας μιλήσω για μένα —συγχωρέστε με— για ό,τι έχει θησαυριστεί μέσα μου από την παρουσία αυτού του ανθρώπου.
Ελπίζω η ειλικρίνεια, η απογύμνωση της εξομολόγησης και η πληθυντική έκφραση, καθώς μοιράζονται ομοίως κοινές αναμνήσεις με στενούς φίλους, να αναπαλύνει κάπως τη μεγαλαυχία της αυτοαναφορικότητας.
Να ξεκινήσω με κάτι ανομολόγητο. Ο Χρήστος Γιανναράς ήταν δάσκαλος — όπως το λέμε στα πληρέστερα ελληνικά — διδάσκαλος. Διδάσκαλος του Γένους. Άλλωστε, καθόλου τυχαίο — κανένας δάσκαλος δεν είναι τυχαίος. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, που πέταξε για την ουράνια βασιλεία ανήμερα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Μοιάζει σαν ένας διδάσκαλος να κάλεσε στη μνήμη του μαζί του τον άλλον. Σαν σε καιρούς δύσκολους και οι δύο τους να έλαβαν.
Καλή σας ημέρα. Είναι ιδιαίτερη χαρά που είμαστε μαζί σήμερα. Για τους δύο ανθρώπους της Αγίας Αικατερίνης, η συνάντηση αυτή νομίζω έχει έτσι έναν ξεχωριστό χαρακτήρα.
Το είπα λίγο και στο κήρυγμα, το είχαμε συζητήσει και μεταξύ μας κάποιες φορές. Ο Χρήστος Γιανναράς ήταν ένα πρόσωπο το οποίο ήξερε να συνδέεται. Και έβρισκε τρόπους, ενώ στον χαρακτήρα του έχω μια αίσθηση ότι ήταν ένας άνθρωπος ντροπαλός.
Και στα ανοίγματά του ιδιαίτερος και δύσκολος, θα έλεγα. Παρ’ αυτά όμως είχε αυτή τη δυνατότητα να μπορεί να ανοίγεται. Φυσικά αυτό το άνοιγμα έχει πολύ μεγάλη σχέση με τη σκέψη του.
Νομίζω ότι για τον Χρήστο Γιανναρά πολλά θα μπορούσαμε να πούμε. Αλλά οι περισσότεροι συμφωνούμε ότι την έννοια του προσώπου, έτσι όπως την κατανοούμε σήμερα, στον τόπο μας την έχουμε προσλάβει από εκείνον. Δεν είναι ότι εκείνος την ανακάλυψε, δεν είναι εκείνος που πρώτος είπε αυτά τα πράγματα.
Είναι εκείνος όμως ο οποίος την έβαλε μέσα στη ψυχή μας. Και πλέον είναι σαφές σε όλους μας ότι ο καθένας από εμάς, όσο προσπαθεί να συνδεθεί, να κατανοήσει —θα έλεγα μάλλον— έναν άλλον άνθρωπο, δεν είναι αρκετό να εστιάσει στην ατομικότητά του, αλλά πρέπει να τον δει μέσα στο πλαίσιο των σχέσεών του. Και θεωρώ ότι αυτό ακριβώς κάνουμε σήμερα, επειδή μας λείπει.
Ερχόμαστε να παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που είδατε πόσο παραπονιάρικο τίτλο έχει. «Αχ, κύριε Χρήστο μας», έτσι πολύ καρδιακά και απλά. Ακριβώς επειδή μας λείπει, ερχόμαστε να συνθέσουμε τη μορφή του μέσα από πρόσωπα.
Εγώ θα έλεγα πρώτα απ’ όλα —και επιτρέψτε μου αυτό να το πω— έγινε η συνάντηση αυτή μια αφορμή. Στείλαμε κάποια μηνύματα σε ανθρώπους που είχαν και λίγο περισσότερο καιρό να έρθουν στην Αγία Αικατερίνη. Μένουν λίγο μακριά, συνδέονταν λίγο με τον παπα-Γιάννη, τον Σαρρή, που έχει κοιμηθεί, και κάπου ανθρωπίνως και φυσικό ήταν να τους βλέπουμε πιο αραιά. Και κάποιοι είναι σήμερα εδώ.
Κάποιοι άλλοι μας έστειλαν μηνύματα, μας εξέφρασαν αυτή τη δυσκολία στο να είναι παρόντες, αλλά ξέρουμε ότι χάρηκαν με τη συνάντηση αυτή. Είναι όλοι εκείνοι —και είμαστε όλοι μας— μικρές ψηφίδες του προσώπου του Χρήστου Γιανναρά. Και σήμερα λοιπόν που είμαστε εδώ, νομίζω ότι ερχόμαστε για εκείνον, ερχόμαστε και για εμάς.
Μας ενώνει, μας συνδέει. Και κυρίως σήμερα θα τον προσεγγίσουμε μέσα από τη σκέψη δύο ανθρώπων που έχουν να μας πουν πολλά πράγματα για εκείνον. Είναι ο Κώστας ο Μπλάθρας, συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεολόγος.
Ναι, την πρώτη ιδιότητα, έτσι; Ευχαριστώ. Είναι βραχνιασμένος και έχουμε αγαπήσει τη φωνή του τόσο πολύ από το ραδιόφωνο και μας είναι τόσο οικεία και γνωστή, που, να μην έχει άγχος, θα τη συνθέτουμε από τη μνήμη. Λοιπόν, τον ευχαριστούμε πολύ που είναι εδώ.
Νομίζω ότι γενικά η ευαισθησία του και η καλλιτεχνική οδός που έχει αγαπήσει και ακολουθήσει, και η έννοιά του για τα κοινά και τον ελληνικό τρόπο, είναι —νομίζω— ο τρόπος προσέγγισης προς το πρόσωπο του Χρήστου Γιανναρά και περιμένουμε με ενδιαφέρον να τον ακούσουμε. Και έχουμε μαζί μας και τον Σωτήρη τον Μητραλέξη, ο οποίος και εκείνος, με αγάπη για τη θεολογία, για τη φιλοσοφία αλλά και για την κοινωνία, και με αρκετές σπουδές, νομίζω εστίασε και μελέτησε πολύ τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και σίγουρα έχει να μας πει ιδιαίτερα πράγματα. Σας ευχαριστώ πολύ που είστε σήμερα μαζί μας.
Εγώ δεν είμαι για να μιλήσω παραπάνω. Ο λόγος είναι σε κίνδυνο. Τώρα με αγχώνεις λίγο με αυτό που έλεγα.
Θα τα πούμε όλα, εντάξει. Θα προσπαθήσω να μιλήσω. Εντάξει.
Θα μιλάει κάπως ο τίτλος άλλωστε, γιατί είναι δύσκολη η κατάσταση. Λοιπόν, ο Χρήστος Γιανναράς, που πήρε το εισιτήριο της γης για τον ουρανό, είναι κομμάτι δύσκολο. Ακόμα πιο δύσκολο είναι αν είναι κάποιος που τον αγαπάς.
Έπειτα, κακά τα ψέματα, στις νεκρολογίες καταλήγεις σχεδόν πάντα να μιλάς για τον εαυτό σου. Η μνήμη όμως, όπως και η ανάγνωση από πρόσωπα που διασταυρώθηκαν στη ζωή μας, είναι πάντοτε το πιο δικό μας, το πιο προσωπικό μας κτήμα. Φοβάμαι λοιπόν κι εγώ ότι δραστικά θα σας μιλήσω για μένα —συγχωρέστε με— για ό,τι έχει θησαυριστεί μέσα μου από την παρουσία αυτού του ανθρώπου.
Ελπίζω η ειλικρίνεια, η απογύμνωση της εξομολόγησης και η πληθυντική έκφραση, καθώς μοιράζονται ομοίως κοινές αναμνήσεις με στενούς φίλους, να αναπαλύνει κάπως τη μεγαλαυχία της αυτοαναφορικότητας.
Να ξεκινήσω με κάτι ανομολόγητο. Ο Χρήστος Γιανναράς ήταν δάσκαλος — όπως το λέμε στα πληρέστερα ελληνικά — διδάσκαλος. Διδάσκαλος του Γένους. Άλλωστε, καθόλου τυχαίο — κανένας δάσκαλος δεν είναι τυχαίος. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, που πέταξε για την ουράνια βασιλεία ανήμερα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Μοιάζει σαν ένας διδάσκαλος να κάλεσε στη μνήμη του μαζί του τον άλλον. Σαν σε καιρούς δύσκολους και οι δύο τους να έλαβαν.
Είδα από κοντά και άκουσα πρώτη φορά τον δάσκαλο στο όριο εφηβείας και νεότητας.
Ήταν 6 Νοεμβρίου του 1982, δηλαδή τον περασμένο αιώνα. Με τον Μελέτη Τάρκο, τον άλλον που πέρασε κι εγώ από το Σοβίτι, και με άλλους δύο συμμαθητές, πρωτοετείς φοιτητές, είχαμε σταλεί από τον δεσπότη μας, τον σεβασμιώτατο Σπάρτης κύριο Ευστάθιο, ως αντιπροσωπεία των νέων της επαρχίας μας στο πρώτο συνέδριο χριστιανικής νεολαίας.
Το οργάνωνε ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος. Είναι γνωστή η φιλία που είχε ο μακαριστός Χριστόδουλος με τον Χρήστο Γιανναρά και οι φιλίες ξεπερνούν έτσι εγωισμούς και ανταγωνισμούς.
Λοιπόν, ο ομιλητής στο συνέδριο που οργάνωνε ο μακαριστός Χριστόδουλος στον Βόλο ήταν ο Γιανναράς και το γενικό θέμα ήταν «Ομολογία Χριστού σήμερα». Από τότε, ως τα τέλη του, ο Γιανναράς υπήρξε για τη γενιά μας βασικός.
Είχε προηγηθεί ο αγώνας για την εκλογή Πατριαρχών και μαζί με αυτό, στα μάτια μας ήταν και ένας ήρωας. Ως ένας από εμάς που τα κατάφερε να σταθεί με κύρος ανάμεσα στους αρνητές της θεολογίας, οι οποίοι με τον «κυρίως Άγιον Πόλεμο» —άσχετοι περίπου— εκείνον τον «κυρίως Άγιον Πόλεμο» ξαναάκουσα στην Αθήνα, σε μια ομιλία του στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων, στην οδό Ακαδημίας. Ήταν η πρώτη εξωπανεπιστημιακή διάλεξη που είχα παρακολουθήσει και όπου βρέθηκα —και οφείλω να το μνημονεύσω εις μνήμην ενός άλλου φίλου— ότι εκεί γνωριστήκαμε με έναν αληθινό φίλο, συνοδοιπόρο στη σκέψη, στους προβληματισμούς μας, τον πρόωρα χαμένο στα μάτια της νιότης μας, τον πατέρα.
Από τότε και σε όλη τη διάρκεια του θεωρητικού μας χρόνου, ο δάσκαλος Γιανναράς ήταν ο πάντοτε παρών συνοδοιπόρος στις κουβέντες μας, είτε παρών είτε απών. Θυμάμαι επίσης, μάλλον το καλοκαίρι του 1986 —δεν είμαι βέβαιος, μπορεί και το 1985, δυστυχώς έχω βραχεία μνήμη— είχαμε βρεθεί εξόρμηση νέων παιδιών στο Άιβεκαμ της Αγγλίας, σε νεανική κατασκήνωση, στον σύνδεσμο της Αδελφότητας Ορθοδόξων Νέων. Τότε μαζί ήταν και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, όλοι νεότατοι βέβαια, εμείς οι ψηλότεροι βέβαια, με ομιλητή τον Γιανναρά βεβαίως, κεντρικό τιμώμενο πρόσωπο των σεβασμίων επισκόπων Σουρόζ Αντώνιο — Αντώνιο Μπλουμ. Ευχαριστώ.
Διαβάζαμε τότε μεταξύ μας τα βιβλία που υποδείκνυε τότε ο αείμνηστος Μιχάλης Γρηγόρης, το «Πείνα και δίψα», που είναι ένα παράξενο βιβλίο — δεν είναι ακριβώς θεολογικό, δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, είναι και οδοιπορικό συνάμα, του κοινού οδοιπορίας του σήμερα. Διαβάζαμε επίσης και τη «Νεοελληνική ταυτότητα» — το συγκεκριμένο βιβλίο θέλαμε να το θίξουμε. Δεν το διαβάσαμε όμως.
Στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου υπήρχαν επίσης η «Ελευθερία του ήθους» και η «Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα», στις «Χρόνος» εκδόσεις, τις οποίες είχα δανειστεί τότε και όσοι σήμερα τις κατέχουν. Ο Γιανναράς μας είχε δώσει μια καινούργια γλώσσα, μια καινούργια ματιά στα πράγματα — στη θεολογία, στην πολιτική, στην Ελλάδα του σήμερα, στην αυτογνωσία μας εν τέλει. Σε εμάς τα χαμένα — επιτρέψτε μου να το πω έτσι — τα χαμένα του προοδευτικού εκδημοκρατισμού της χώρας τη δεκαετία του 1980. Το πώς και το τι αυτού του εκδημοκρατισμού — άλλοι θα το έλεγαν εκλαϊκισμό — είναι άλλο θέμα.
Στη νεανική μας ορμή, που πολλές φορές ήταν ακατάσχετη — είναι ακατάσχετη πάντοτε η νεανική ορμή — ο Γιανναράς ήταν τότε η φωνή μας. Πρέπει να πω εδώ ότι ο δάσκαλος Γιανναράς είχε έναν χαριτωμένο τρόπο με συναίσθηση, πάνω και με αδελφούς φίλους. Με τον Παρασκευάκη που προείπαμε, με τον Δημήτρη Μπόσκοβο, τον Κώστα Καμαγιάννη, τον Δημήτρη Κοσμόπουλο, τον Γιώργο —εδώ με αστειάκι— τον είδαμε τότε καιρό, τον Σιάπολο, τον Θοδωρή, τον Παντρούλα, τον Κώστα Βερίχη και με άλλους που έχουμε ίσως λίγο χαθεί.
Θυμάμαι μάλιστα τα τελευταία χρόνια — 2003 πιθανόν ήταν — μια επίσκεψή μας στον ίδιο τον Χρήστο, με τον Βερίχη, που ανάμεσα στα κεράσματα που μας πρόσφερε μας διηγούνταν πιθανόν για ώρες τις νεανικές θεολογικές περιπέτειες πίσω στα χρόνια του 1960. Τον διωγμό του από τον καθηγητή Τρεμπέλα από την Αθήνα, για την απρόσμενη βοήθεια τότε στη Θεσσαλονίκη από τον καθηγητή Χρήστο, και για άλλα πολλά. Καθώς είχε διάθεση να θυμηθεί — ίσως να βοηθούσε και εκείνο το ποτήρι κρασί που μας πρόσφερε — εντύπωση κι αυτό ζήτημα.
Κάποια περιστατικά τα διηγούνταν σαν να είχαν συμβεί πριν από εκατοντάδες χρόνια. Άλλωστε είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας σήμερα. Όλοι εν τω μεταξύ έχουν πεθάνει, όλοι τους.
Αυτό το φιλάνθρωπο τέλος, ο θάνατος, σκεπάζει όλα — ευτυχώς. Φεύγοντας, καθώς τον Κώστα με τον Δοντοβολή λέγαμε να έχουμε την κάμερα μαζί την επόμενη φορά — επόμενη φορά, όπως γίνεται συνήθως, δεν είναι.
Ήταν η εποχή λίγο πριν το τέλος. Κάναμε αρκετή παρέα με τον κύριο Χρήστο, με τον Χρήστο Γιανναρά — με τον Γιάνναρο, λέγαμε εμείς. Κάναμε αρκετή παρέα. Χαιρόταν σαν παιδί να τον παίρνουμε με τα φιλικά του στις βραδινές συνομιλητικές μας παρέες, παρότι εκείνος τηρούσε το μέτρο. Με τον επίσης αγαπητό Γιάννη Μιχαήλ, τον Βασίλη Γαβρή και λοιπούς.
Τον χαρήκαμε στο τραπέζι, με τον Δημήτρη Καταφυλλόπουλο, τον Δημήτρη Νόλλα επίσης και άλλους, αρκετές βραδιές — όχι σαν το ζευγάρωμα ο δάσκαλος των νεανικών μας χρόνων δηλαδή στα τελευταία χρόνια, αλλά περισσότερο σαν έναν σοφό παππού, με πάντα δροσερή τη σκέψη, καθαρά τα αισθήματα και εύκαιρο το χαμόγελο στις βαριές ζεύξεις του παρακείμενου μυστηρίου.
Επανέρχομαι από τα πρόσωπα στα παλαιά. Ο Γιανναράς — θα το λέω γιατί για τη γενιά μας υπήρξε δάσκαλος και οδηγός — ακόμα και στη γλώσσα θα άξιζε κάποτε να γινόταν μια διατριβή για τις δεκάδες «γιανναρικές» λέξεις που έχουν παρεισφρήσει στα λόγια και στα γραπτά των πολλών — όχι μόνο, θεωρώ, στην τρυφερή νεότητα.
Όπως ξέρουμε, ο δάσκαλος νοείται και πατέρας αναπόφευκτα. Και το ίδιο αναπόφευκτα, σαν ο λοιπός και στέκει στα πόδια του κανείς, ξεκαθαρίζει και τη σχέση με τον πατέρα, καμιά φορά υποσκελίζοντάς τον. Έτσι πάει η ζωή. Για τη γενιά μας πάλι μιλάω βέβαια.
Λοιπόν, του δίναμε πάντα τον λόγο, αλλά είχαμε και κρατούμενα. Εξάλλου, με τον καιρό, όπως είναι φυσικό, μπήκαν στη ζωή μας κι άλλοι δάσκαλοι. Δεν ήταν μόνο τα πολιτικά του Γιανναρά που κάναμε ευαγγέλιο· με τον καιρό ήταν και τα θεολογικά του, ήταν και τα εθνικά του. Φερ’ ειπείν, τα γαλλογενή κείμενα, που με όσα έκαναν μαρτυρούσε στη Δύση, έδωσαν τότε φτερά στην αυτοσυνειδησία και στην αγοραία ψυχή μας.
Μα ήμασταν κι εμείς στη Δύση — πώς να το κάνουμε — και στην καλή και στην κακή της εκδοχή. Και ήμασταν η Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ούτε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας — καθόλου, άλλωστε, σημαίνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Εδώ προς Θεού, είναι που ίσως και λόγω της αντιπαλότητας του Γιανναρά με τον Θεόκλητο Διονυσιάτη, τον πατέρα Θεόκλητο, τον υποτιμούσε. Είναι ένα παράδειγμα της Τουρκοκρατίας — της μεγάλης Τουρκοκρατίας — το οποίο δείχνει ότι οι Έλληνες ήταν πολύ σοφότεροι από τους Έλληνες σήμερα και πολύ ψηλότεροι.
Λοιπόν, συνεχίζω. Έπειτα από πολύ νωρίς, άλλες δασκαλικές μορφές, όπως ο σεβασμιώτατος Εφέσου Ιωάννης, έβαζαν ερωτηματικά στα όσα περί Δύσεως, όπου μας μάθαινε ο Γιανναράς — και άλλα, για να μην πω σε λεπτομέρειες.
Άλλωστε δεν είμαι ο ακαδημαϊκός — έχουμε εδώ τον φίλο μας τον Σωτήρη Μητραλέξη, ξέρει καλύτερα — και δεν είναι άλλωστε αυτός ο σκοπός σήμερα.
Προσωπικά, δύο χοντρικά ήταν τα σημεία απογαλακτισμού από τον δάσκαλο.
Η ιστορία, πρώτον. Η ιστορία που δεν πάντοτε προβλέπεται και συμμειγνύεται. Καθαρή ιστορία δεν υπάρχει. Η ιστορία που δεν υπακούει στα γραμμικά ερμηνευτικά συστήματα, παρότι τα ερμηνευτικά συστήματα είναι πολλές φορές χρήσιμα.
Δεν υπακούει λοιπόν σε συστήματα, για παράδειγμα: Ανατολή – Δύση, Παράδοση – Νεωτερικότητα, Βυζάντιο – Ευρώπη, Πρόσωπο – Άτομο κ.λπ.
Όσο ο Χρήστος Γιανναράς ήταν τα ανοιχτά μας πανιά με τις μαχητικές του θέσεις, με τον καιρό ξεφούσκωναν στην πορεία, αισχίζοντας τη φουσκοθαλασσιά του ρέοντος, του θεόσκοτεινου ωκεανού που λέγεται ιστορία του ρέοντος αιώνος.
Το ένα κάτι που μας έλειπε από τα γιανναρικά διαβάσματά μας, έτερον πάλι, είναι η λαϊκότητα. Αφού ο ευλογημένος δάσκαλος μας έμαθε να σκύβουμε με σεβασμό πάνω σε αυτό που λέμε παράδοση, ανακαλύπταμε με τον καιρό ότι σχεδόν από εκεί και μετά —δηλαδή ανακαλύψαμε ότι σχεδόν— το μόνο πνεύμα που έχει να μας μείνει ο τόπος μας σήμερα είναι η λαϊκή του παράδοση. Και λαϊκή παράδοση δεν εννοώ τη φολκλόρ παράδοση· μας είναι και η δημοκρατία των ναών, από το δημοτικό άσμα ως το ρεμπέτικο, από την ψαλτική —ένα θαύμα που επιβιώνει από μόνο του—, ένα όργανο που μόλις επισύρει στήριξη και είναι θαυμαστό, έως το Θέατρο Σκιών, ομοίως ένα θαύμα επιβίωσης από λαϊκά βιώματα που πολλές φορές κουβαλούν ένα τόσο αρχαίο ήθος.
Η λαϊκότητα, όχι ο λαϊκισμός, φοβούμαι, είναι ένα ζυμωμένο γραφείο μας που μας φυλάει σε ασφαλείς δυνάμεις και αυτοπείνωσης. Ίσως εγώ παρεξηγηθώ. Δεν μιλούσε ο Γιανναράς για όλα αυτά; Βεβαίως μιλούσε, και πολύ δυνατά μάλιστα. Πάντα όμως από το βήμα του διανοουμένου, μια κάποια «νεκρή» απόσταση, την οποία δικαιολογεί και η θέση του, η γέννησή του, η τάξη του, η παλαιότητα ενός του ίδιου μέσα στο μέσο μας. Όσο τον παλιάσαμε εμείς, δεν υπάρχει σήμερα αυτή η Αθήνα. Έτρεφε έναν ρομαντισμό η αστική παράδοση, σίγουρα, αλλά και ένα κράτημα απέναντι στις πηγές, στις εκφράσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε «κορμικό» —ας μείνετε εδώ ή, αν θέλετε, θα το πω απότομα.
Η γενιά μας, ευλόγησέ με, πέρασε από πολλά σκαλιά και είχαμε ενόσω πολλούς δασκάλους, δόξα τω Θεώ, όπως τον αείμνηστο Σιμωνάκρα — κάποιον που δεν έπρεπε να ξεχάσω στις συναθροίσεις χρόνια πριν. Αλλά πάντοτε με τον Γιανναρά είχαμε μια γόνιμη τριβή, ίδιον του μεγάλου δασκάλου που είπα στην αρχή: τρωγόμαστε ακόμα και για τις —καιρός με καιρό— συνήθως ατυχείς, συγχωρέστε μου, πολιτικές θέσεις.
Όντας παιδί της εποχής, της χριστιανοσοσιαλιστικής νεολαίας τότε, οι πολιτικές θέσεις σχεδόν πάντα μας έβρισκαν αντίθετους. Αν και, εδώ, κουβέντα λόγω σεβασμού στο πρόσωπό του και της ρητής σας εδώ του σεβασμού, με τα νοήματα δεν δίναμε τέτοια σημασία στο ελλείπον πλαίσιο, βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, της —ας το πούμε— πολιτικής ιδεολογίας. Στη μεγάλη εικόνα, δηλαδή, ήμασταν κοντά.
Άλλος λέει —και ο ίδιος— σε στοχαστικά αναπτύγματα της επιφυλής πλησίασε το κάπως αυλοϊκό, πλην εύσπωχο σχήμα διπρόσωπου ελιτισμού του έτωρου της κάμπουλας, Νίκο Ψαλουδάκη, ως αναφορά το δίπολο του σύγχρονου κόσμου. Για τους νεότερους αυτό δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα, βέβαια.
Και δείτε: από βια, μακαρίτη, πήγα να μιλήσω και μιλήσαμε τόσο μέχρι τώρα. Είχαν προηγηθεί άλλοι, φυσικά, δασκαλίες του προκειμένου, με της πολιτικής φιλοσοφίας, όπως ο Νικολάιν Διάγερ, παλιός γνώριμος διδάσκαλος. Με τον Σιμερατεμό τώρα πρέπει κάπως να τελειώσω, βέβαια, γιατί πέρασε και η ώρα.
Νομίζω, δεν ξέρω αν είναι κατανοητό, αλλά κάτι παραπάνω με τον Χρήστο Γιανναρά μας συνδέει. Δεν λέω «μας συνδέει» — μας συνδέει δεσμός ζωής. Μια σχέση, βέβαια, σαν αυτή που ο ίδιος κήρυττε: η σχέση δηλαδή κάνει το «περιχώρησης» να είναι ωραία, για να έχει λέξη.
Αν ο Χρήστος Γιανναράς ανοίγει στην Ελλάδα και στον κόσμο, και στον κόσμο όλο, διδάσκαλος, ως εκείνος που άνοιξε κάποιο σημερινό δρόμο που βγάζει στη Σοφία. Σοφία, για μας, είναι ο ένσαρκος Λόγος του Θεού.
Να μην τον ξυπνάμε. Για τη γενιά μας υπήρξε γαλακτοτρόφος. Και πρέπει να πω, εν τέλει, ότι πάντα είναι ζωντανή για μας μια αληθινή πατρική έγνοια. Τώρα που μας χωρίζει πάνω πέρας χρόνου από την ευσεβή θανήκη, δεν έχουμε παρά να την αντιχαρίσουμε, την ευγνωμοσύνη μας.
Μεγάλωσες σαν ευστημίδος δάσκαλος, αγαπημένοι μας κύριε Χρήστο, αγαπημένοι μας Γιανναρά. Με αγαπάνους κόκκους, να έχεις την ανάπαυσή σου και τη χαρά κοντά στην πάντων χαρά: «ο ήχος εορταζόντων ο ακατάπαυστος». Αιωνία σου η μνήμη, δάσκαλε, πατέρα και φίλε.
Από τα πολλά που ειπώθηκαν, θέλω να πω και κάτι ακόμα, γιατί μια μικρή αναφορά έμπλεξε έτσι στα πρώτα χρόνια του Χρήστου Γιανναρά και στην πορεία του μέσα στις οργανώσεις — όλα πράγματα που τα ξέρουμε σήμερα. Υπάρχουν κάνα δυο άνθρωποι εδώ που τον έζησαν από τότε και που μπορεί να αισθάνθηκαν ότι πληγώθηκαν από εκείνον ή μπορεί και να πλήγωσαν εκείνον. Αλλά όμως το ότι η παρουσία τους είναι σήμερα εδώ δηλώνει ακριβώς ότι υπάρχει μια αληθινή σχέση. Και πάντα επιβίωνε αυτή την αληθινή σχέση — και πάντα επιβίωκαν και άλλοι να έφτιαξαν σχέση μαζί του — και αυτό το βρίσκω πολύ ουσιαστικό.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ και να δώσουμε τον λόγο —κατά νόμικον συμβουλήν—. Ο θάνατος είναι σε πολλές περιπτώσεις φιλάνθρωπος και τα σκεπάζει όλα, δίπλα στην ελπίδα.
Ευχαριστούμε πολύ και να δώσουμε τον λόγο στον Σωτήρη Μητραλέξη να μας καταθέσει και εκείνος τα δικά του.
Ευχαριστώ. Ευχόμαστε —και σε τη λήξη— που πάνε τέλος πάντων οι Μυροφόρες να κάνουν τα χρεώδη της δουλειάς τους και συναντούν αγγέλους που τους λένε «just the facts, madam». Η γεύση ουκ έστιν· η υμνογραφία μας, η Αναστάσιμη, του βάζει και άλλα λόγια, του βάζει μια πάρα πολύ έμπλοκη και ορθολογική ρητορική ερώτηση: «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Τη φάση θα λέγαμε, συναφώς.
Αυτή τη μοίρα ο Αναστάς την επιφυλάσσει για όλους μας εν τέλει, οπότε είναι και λίγο σουρεαλιστικό να μιλάμε για νεκρούς σαν να πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι σε τέτοιες νηπιώδεις δαιμονίες, όπως η ύπαρξη του θανάτου. Δηλαδή, άμα δεν έχουμε κι εμείς μια —αν όχι βεβαιότητα, γιατί αυτή θα μπορούσε να είναι προβληματικά ιδεολογική— αλλά μια ελπίδα, τι συζητάμε τώρα;
Διάθεσις ζώντων και τας νεκρούς. Ένας Χριστός —αν δεν το θυμόμαστε εμείς που είμαστε εδώ συναγμένοι σε μια εκκλησία— ποιος άλλος θα το θυμηθεί; Και, εν πάση περιπτώσει, κάποιοι άνθρωποι υποπτευθήκαμε τέτοια πράγματα μόνο χάρη στη συνάντηση με τον Χρήστο Γιανναρά, διότι έτσι ήταν η πρόνοια του Θεού. Εγώ μεγάλωσα ως μη κεκλημένος άφορος — ήταν εντελώς αστεία όλα αυτά. Το άλλο ήταν εντελώς αστείο, όλα εκείνα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση, το οποίο προέκυψε λόγω της συνάντησης με το πρόσωπο του Χρήστου Γιανναρά.
Για αυτά θα πουν πολλοί και πολλά — και πολλά λέγονται σε αυτό το βιβλίο, το οποίο έχει μια σειρά αποχρώσεις, γιατί μην ξεχνάμε ότι είναι και μια βιβλιοπαρουσίαση και ότι ο συγγραφέας, εκδότης, βιβλιόφιλος και φίλος Θεόδωρος Παντούλας πουλάει και τα βιβλία — κλέφτης θα γίνει — οπότε μπορείτε να το προμηθευτείτε.
Αλλά με ποια έννοια; Ότι έβγαλαν εκδοτικώς, μανιφέστο, δύο βιβλία. Το πρώτο προηγήθηκε χρονικά — εντάξει, υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση, όπως είπε ο Κώστας, ανάμεσα σε αυτά τα δύο — αλλά είναι σημαντικό: το πρώτο έχει ίσως λίγο πιο πολλές μελέτες για το έργο, για την παρουσία. Το δεύτερο βιβλίο, το πιο προσωπικό, με τον δηλωτικό τίτλο «Αχ, κύριε Χριστό μας», που είναι επί προσωπικού, μας θυμίζει και το εξής:
Φεύγει από κοντά μας — ή εμείς φεύγουμε από κοντά του — ένας άνθρωπος ο οποίος γνωρίστηκε ως στοχαστής, διανοούμενος, συγγραφέας κ.λπ. Συνηθίζεται μετά τούτο να μιλάει κανείς για το έργο του, για τη σημασία του έργου, για το περιεχόμενο του έργου του. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πολύ μεγάλο έργο, ένα άλλο πολύ σημαντικό — τρόπον τινά — και μια άλλη κληρονομιά, πέρα από αυτή την οποία βρίσκει κανείς στα κείμενα του ανθρώπου που έφυγε από κοντά μας, στις συνεντεύξεις κ.λπ., που είναι ακριβώς το τι έσπειρε στις προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους.
Και η κληρονομιά που μπορεί να είναι ο κρίκος μακράς αλυσίδας, που δεν ξέρουμε σε τι μέλλον, σε τι χρονικό ορίζοντα θα υπάρξει, που είναι ακριβώς οι προσωπικές σχέσεις και το τι θέλησε η πρόνοια του Θεού να ανθίσει και να καρπίσει μέσα σε αυτές. Αυτό το πράγμα, όπως λέμε κι εδώ, ούτε έρχεται με παρατηρήσεις για το ποια είναι η σημασία του βιβλίου «Ορθός λόγος και κοινωνική πρακτική» — είναι εύκολο κανείς να μιλήσει με έναν οριοθετημένο τρόπο — αλλά το τι είναι και δεν ξέρουμε τι θέλησε η πρόνοια του Θεού να καρπίσει μέσα μας από την επαφή και τη μαθητεία που προέκυψε με ανθρώπους.
Και το τι να δώσουμε, κατά το μέτρο της δύναμής μας, εμείς περαιτέρω σε αυτή την αλυσίδα — ούτε εμείς οι ίδιοι ποτέ δεν τη βλέπουμε και δεν ξέρουμε μέχρι πού φτάνει χρονικά — και είναι μια τελείως άλλης τάξεως και πολύ πιο κρυφή, εν τέλει, συνεισφορά.
Οπότε δεν μιλάω μόνο πιο επαινετικά για το βιβλίο σε αυτό το πλαίσιο, αλλά για το πόσο σημαντικό είναι, πέρα από το να βγαίνουν μελέτες που μιλούν για τη σημασία του έργου — που είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο — να υπάρχει και ένα τέτοιο βιβλίο επί προσωπικού, «Αχ, κύριε Χριστό μας», για να δείχνει, έστω και υπαινικτικά, την άλλη σπορά. Την άλλη σπορά, που η αλυσίδα της δεν ξέρουμε πώς φτάνει και πού φτάνει, αλλά εκεί φαίνεται πως υπάρχει μία πρόνοια του Θεού άλλη.
Ο Χρήστος Γιανναράς είναι γνωστός βέβαια ως φιλοσοφικός και θεολογικός στοχαστής, αλλά στην Ελλάδα είναι και πολύ γνωστός λόγω των επιφυλλίδων, λόγω του δημόσιου λόγου του, του σχολιασμού της επικαιρότητας και των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων.
Διαφωνούμε συχνά με τον συγγραφέα, βιβλιόφιλο, βιβλιοπώλη και εκδότη Θεόδωρο Παντούλα γι’ αυτό, αλλά είναι αλήθεια ότι κι εγώ ο ίδιος από εκεί πρώτα έμαθα την ύπαρξη του Χρήστου Γιανναρά. Έχει, όπως εμένα, ενδιαφέρον κάτι το αλλόκοτο με έναν τρόπο, γιατί είμαστε τώρα σε μία συζήτηση όπου όλοι, λίγο-πολύ, ξέρουν για το πρόσωπο για το οποίο μιλάμε — πολλοί το ήξεραν και προσωπικά, αρκετά πολλοί, πάρα πολλοί.
Ο Χρήστος Γιανναράς δραστηριοποιήθηκε σε μία εποχή όπου υπήρχε μία μετάβαση από το ποιες ήταν οι διεθνείς γλώσσες. Μιλούσε γαλλικά και γερμανικά κατά τη διάρκεια της ζωής του· μετέπεσε όμως σε μία κατάσταση όπου τα αγγλικά ήταν η μόνη lingua franca, η μόνη διεθνής κοινή γλώσσα, στην οποία δεν είχε ευχέρεια, στην οποία δεν έγραφε, στις χώρες της οποίας δεν είχε δραστηριοποιηθεί. Οπότε δεν ήταν αυτονόητο ότι θα μεταφραστούν τα βιβλία του.
Εν αντιθέσει, σε διαστολή, μία πολύ σημαντική μορφή της ίδιας γενιάς, ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, κατευθείαν τα έγραφε τα βιβλία του στα αγγλικά και έγινε και πολύ γνωστός αμέσως. Άργησαν λοιπόν τα βιβλία να μεταφραστούν στη σημερινή κοινή γλώσσα.
Και ενώ εδώ πολλοί τον θυμούνται για τις επιφυλλίδες ή για τις τηλεοπτικές παρεμβάσεις, βλέπεις κάτι περίεργα πράγματα. Ενώ η γλώσσα των κειμένων των βιβλίων δεν είναι —αλλά ακόμη και μεταφρασμένη— μια γλώσσα ακριβώς κατάλληλη για ένα κατεξοχήν αγγλόφωνο κοινό, γιατί οι Αγγλοσάξονες γράφουν αλλιώς, βλέπεις ξαφνικά τον Κινέζο πατρολόγο, καθηγητή τώρα με διδακτική και ερευνητική θέση στο Κέμπριτζ, στον οποίο ο Γιανναράς άλλαξε τη ματιά.
Τον Αυστραλό, ο οποίος δούλευε παλιά στο αυστραλιανό κράτος, ο οποίος τώρα όχι απλώς είναι μεταφραστής —ο δεύτερος μεταφραστής που έκανε την πολλή δουλειά στην αποδοχή του Χρήστου Γιανναρά— αλλά και εκείνος έχει μία αγαπητική σχέση εκπληκτική.
Κοιμήθηκε το 2024 ο Χρήστος Γιανναράς. Πήγαινα εγώ τον Σεπτέμβριο για μία δουλειά στην Οξφόρδη, για κάτι άσχετο τελείως — δηλαδή άσχετο με ορθόδοξη θεολογία — οπότε δεν υπήρχε να συμφραζόταν ένα κοινό context. Και πήγαινα μετά για τις ακαδημαϊκές, παραδοσιακές μπύρες στην αντίστοιχη pub — συγγνώμη, στο Κέμπριτζ, όχι στην Οξφόρδη — όπου ήταν και ένα κοινό εκεί από την εκδήλωση που φιλοξενούμε, που δεν είχε καμία σχέση με ορθόδοξη θεολογία.
Και είναι τώρα μία 24χρονη Κινέζα, που μεγάλωσε στην Κίνα, η οποία λέει: «Α, ο Χρήστος Γιανναράς — έχω εργαστεί πάνω σε αυτόν. Είναι ένας από τους δύο αγαπημένους μου φιλοσόφους, μαζί με τον Ζαν-Λυκ Μαριόν», λέει. «Με έχει επηρεάσει πάρα πολύ, γράφω τώρα για αυτόν», λέει στο blog η 24χρονη Κινέζα, μετά την κοίμηση του κυρίου Χρήστου. Και μάλιστα θέλει να είναι και αγαπημένος μου, γιατί είχα έρθει στα αναγνώσματά του όταν αποφάσισα εγώ να βαπτιστώ ορθόδοξη.
Κόκαλο μένεις και λες: από ποιες διαδρομές προκύπτουν τώρα αυτές οι σπορές και ανθίζουν από έναν άνθρωπο τόσο κατασυκοφαντημένο — και ακατασυκοφάντητο και συκοφαντημένο — και στον χώρο της θεολογίας επιχειρήθηκε να χτιστούν και κάποιες πορείες με την εικονογράφηση του Χρήστου Γιανναρά ως του «κακού», που πρέπει να τον αποφεύγουμε κ.λπ.
Και πώς κατέληξε αυτό στο να έχεις την 24χρονη Κινέζα, τον άλλον, τον άλλον, παράλληλα πολλούς, πάρα πολλούς. Οφείλω εδώ να πω ότι είχε μια χαρά — όχι καθόλου, θα έλεγα, εγωιστική — όταν έγιναν τα μεγάλα συνέδρια για το έργο του: το ’13 στην Οξφόρδη, που ήταν λίγο πιο πολύ φιλικό, και το κατεξοχήν ακαδημαϊκό μετά στο Κέμπριτζ, το ’17, όπου εμφανίστηκαν άνθρωποι από τα πέρατα της οικουμένης, απόστολοι εκ περάτων, που τους δόθηκε η δυνατότητα και τον ίδιο να γνωρίσουν, το πρόσωπο, τον στοχαστή που αγάπησαν και που τους άνοιξε δρόμους στα γραπτά.
Άνθρωποι από Αγγλίες, Αμερικές, Κίνες — καλή ώρα — Αυστραλίες. Μόνο Αφρικανοί δεν ήρθαν — αλλά θα βρούμε.
Βεβαίως, πέρα από το ξύλο και την κατασυκοφάντηση που υπέστη αυτός ο πολύ μεγάλος στοχαστής και πολύ ζωντανός άνθρωπος, είχε και μεγάλη εύνοια από τον Θεό και τον προστάτευσε ο Θεός από κακά που δολοφονούν την ψυχή του ανθρώπου. Ο οποίος, παραδείγματι, δεν εξελέγη καθηγητής στις θεολογικές σχολές — εκεί βλέπει κανείς το μέγεθος της αγάπης του Θεού για αυτόν τον άνθρωπο και της προστασίας με την οποία περιέβαλε το πρόσωπο και την ψυχή του.
Φιλόσοφος ή θεολόγος ο Χρήστος Γιανναράς; Σε μια εποχή που ήταν τελείως ξένο το να υπερβαίνεις με δρασκελιές αυτήν τη διάκριση, και αντιμετώπισε την τεράστια ευθυνοφοβία κατηγορήσεων με χαρακτηριστική ευκολία, έκανε ό,τι συνηθίζεται τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια σε όλους όσοι μιλούν ελληνικά: αυτές τις διακρίσεις να τις τρώει για πρωινό και να προχωράει στο ουσιώδες — ή, αν θέλετε, και στο ρεύμα που αισθάνεται χρήσιμο.
Στην Ελλάδα έχουμε ακόμη έναν επαρχιωτισμό που ανθίσταται σε αυτό. Ακούμε — και την ίδια εποχή που δραστηριοποιείτο φιλοσοφικά ο Χρήστος Γιανναράς — ότι αυτό ήταν σύνηθες και αυτονόητο στο εξωτερικό. Ήδη ήταν πολύ μεγάλο στοχαστικό φαινόμενο ο Ζαν-Λυκ Μαριόν, που είναι και μια στροφή, μια θρησκευτική στροφή της φαινομενολογίας, όπως λέγεται, για το πώς μετά τη μεγάλη νεωτερική θεολογία, χάρη του Θεού, τα γράφουν πολύ ανοιχτά.
Όταν μιλάει σε αυτό το βιβλίο, παραδείγματι, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, καλό είναι εμείς να σιωπούμε για τα ίδια ζητήματα, όταν έχουν καλυφθεί από έναν Δημήτρη Μαυρόπουλο. Όπως και όταν αυτό το βιβλίο ανοίγει με τη μαρτυρία του επίσης κυρίου Βασιλείου Γοντικάκη, έχει όμως και τη σημασία του αυτό, διότι προϋποθέτει μια μεγάλη νηκτικότητα ψυχής το να βλέπεις ότι αντιμετωπίζεις φοβερή αντίσταση στο να πεις αυτό που βλέπεις εσύ ως αυτονόητο — ας πούμε αυτή την υπέρβαση με δρασκελιές — διότι τελικά μιλάμε για κάτι που απολήγει στην ίδια την εκκλησία.
Και συμπολιτεύεσαι παρ’ όλα αυτά να το κάνεις, γιατί λες: «Εγώ, παιδιά μου, προσπαθώ να ψηλαφίσω. Αυτή είναι η καρπός της ψηλαφήσεώς μου. Όποιος θέλει, ας δοκιμάσει. Δεν θα κρίνω εγώ αν είναι καλή ή όχι». Νομίζω πως είναι ένα γνώρισμα του Χρήστου Γιανναρά αυτή η στάση του: «Εγώ αυτό προσπαθώ, αυτό καταθέτω».
Το φοβερό είναι το πόσων ανθρώπων άλλαξε η ζωή από τη συνάντηση με το πρόσωπο και το έργο του — πολλές φορές με το πρόσωπο και μετά με το έργο, άλλες φορές πρώτα με το έργο και μετά με το πρόσωπο. Και το θαυμαστό είναι ότι και το ίδιο το έργο, από μόνο του, διατηρεί αυτή τη δυνατότητα και δυναμική.
Ο Χρήστος Γιανναράς είχε ένα χάρισμα, το οποίο όμως —εντάξει— και ασκήθηκε. Ο Θεός διάλεξε την Παναγία, αλλά έπρεπε και εκείνη να πει το «ναι». Έτσι και για όλους όσοι —φαντάζομαι— ισχύει αυτό: ο Θεός λέει «πάρε το δώρο», αλλά πρέπει κι εσύ να πεις «ναι» για να βγάλει νόημα αυτή η υπόθεση και να καρποφορήσει.
Έχασα όμως λίγο τον ειρμό μου — δεν μου προέκυψε — συγχωρήστε με. Εμ… τι έλεγα; Πείτε μου, δεν ξέρω εγώ να σε βοηθήσω. Ε, αν δεν ξέρετε το υπόλοιπο… τι έλεγα; Ούτε μάλλον δεν είχα ειρμό. Μισό δευτερόλεπτο, μισό δευτερόλεπτο — κάνω buffering. Συγγνώμη, δεν έχω βάλει οπτικές ίνες στο internet…
Ναι. Ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς έλεγε, ως παράδειγμα για μια σειρά από ζητήματα —και κυρίως για το θέμα του προσώπου— το εξής: ας πούμε ότι τώρα δεν είμαστε κοντά του· εκείνος μπορεί να είναι κοντά μας, αλλά εμείς δεν είμαστε κοντά του.
Μιλούσε για καλλιτέχνες ή για μουσικούς — για τον Μότσαρτ ή τον Βαν Γκογκ — και έλεγε: αυτό που κάνει τον Βαν Γκογκ να είναι Βαν Γκογκ, το γράφει κάπου, είναι ότι η ετερότητα του προσώπου του αποτυπώνεται μέσα από το έργο. Οπότε βλέπεις σχεδόν είκοσι πίνακες — έλεγε — βλέπεις τον εικοστό πρώτο και λες: «Αυτό είναι Βαν Γκογκ». Δεν λες καν «αυτό είναι του Βαν Γκογκ». Λες «αυτό είναι Βαν Γκογκ».
Δηλαδή, να λες το ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και να τον γνωρίζεις με έναν τρόπο που μπορεί να μην τον γνώριζε ο αρτοποιός που θα του πουλούσε ψωμί κάθε ημέρα. Δηλαδή, εσύ που μετέχεις στο έργο του Μότσαρτ, ακούγοντάς το, θα μπορείς να γνωρίζεις ποιος ήταν πραγματικά ο Μότσαρτ με έναν τρόπο πολύ πληρέστερο από τη γνώση που θα είχε ο αρτοποιός του — ή ο ταξιτζής του, θα λέγαμε σήμερα.
Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και AI κ.λπ.
Αυτό, με έναν τρόπο, το βλέπουμε ακόμη περισσότερο. Γιατί όσο επιτυχές και γίνεται το AI, είτε στο να αναγνωρίζει είτε στο να αναπαράγει, όσο διατηρούμε μια επίγνωση της πρωτοτυπώδους ανθρωπινότητας στην καθημερινή μας εμπειρία, ακόμη διαπιστώνουμε τους περιορισμούς αυτού του πράγματος. Και το ότι ο άνθρωπος είναι πάντα το κάτι παραπάνω.
Οπότε η ετερότητα, μέσα από αυτό — η ετερότητα που είναι πέρα από το σχήμα — χαρίστηκε στον Χρήστο Γιανναρά, αλλά και εκείνος το εξάσκησε με θαυμαστό φως. Πέρα από τη συνεισφορά του, τις ιδέες του, να έχει και έναν λόγο, ανανεωτής του ελληνικού λόγου, που τον εγκιβωτίζει. Μπορείς να τον βρεις μέσα, με έναν τρόπο.
Και μπορείς να τον βρεις μέσα έτσι όπως, νομίζω, πολλοί από εσάς τον γνωρίσατε: με μια ευγένεια αδιανόητη, με την ευγένεια της φυσιογνωμίας του. Αυτό επίσης είναι ένα σημαντικό πράγμα πέρα από τις ιδέες. Πολλοί λένε πολλές ιδέες — κάποιες από αυτές είναι καλές. Αλλά όταν βλέπεις ότι ένας άνθρωπος πραγματικά έχει — δεν είναι σωστή λέξη το «ήθος» ίσως, γιατί παραπέμπει σε άλλους συνειρμούς — αλλά όταν βλέπεις ότι ενσαρκώνει τον αγώνα στην ψυχή του ανθρώπου, ένας άνθρωπος ο οποίος έρχεται και λέει «εγώ κάνω αυτόν τον αγώνα», ότι δεν είναι έτσι στα χαρτιά του αλλιώς, στην ταβέρνα ή στο after μιας παρουσίασης, αλλά είναι ο ίδιος άνθρωπος, αυτό είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο.
Είπα τη λέξη «ήθος». Μια και σήμερα είναι αυτή η ημέρα και πολλά συνεισέφερε σε αυτές τις διακρίσεις ο Χρήστος Γιανναράς: ο «ηθικός» της παραβολής του ασώτου σήμερα είναι ο ίδιος που έμεινε με τον πατέρα. «Εμένα μου είπες να κάνω αυτά, μου έδωσες αυτούς τους κανόνες, εγώ τους τηρούσα. Τους τηρούσα με αγάπη, ήμουν νομιμότατος και ηθικός. Εγώ είμαι ο ηθικός».
Αυτός που είναι ο «ηθικός», λοιπόν, έρχεται και εγείρει αξιώσεις και γκρινιάζει κιόλας όταν επιστρέφει ο άσωτος υιός και εκεί πραγματικά σφάζεται ο μόσχος ο σιτευτός. Δηλαδή: «Εγώ τι είμαι; Εγώ που καθόμουνα και τα έκανα όλα αυτά, κι ο άλλος που ήταν ο άσωτος, έρχεται και γίνεται ο ενθουσιασμός;».
Εδώ είναι ο κίνδυνος με το μεγεθυμένο, άχρηστο ήθος: ότι επειδή, κατά την υπερβολή της αγάπης του, ο ποιμένας θα πάει να βρει το ένα πρόβατο που χάθηκε, τα «ηθικά» πρόβατα θα κάνουν συνδικάτο για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, καθότι εκείνα ήταν ηθικά. Και πώς μπορεί να είμαστε στο ίδιο ζήτημα;
Είχε έναν τρόπο ο Χρήστος Γιανναράς — με ένα έργο το οποίο πολλές φορές είναι άλλο να είναι απόκρυφο και φοβερά δύσκολο, γιατί είναι και για άλλες χρήσεις. Και σήμερα, που κατά τη γνώμη μου η πιο ζωντανή φωνή ουσιώδους συνεισφοράς στην ορθόδοξη θεολογία, συστηματικής στα ελληνικά, είναι ο πατήρ Νικόλαος Μετοχιάκης — στα «καρδιανικά» του κείμενα είναι φοβερά δύσκολος, απόκρυφος και πρέπει να διαβάσει κανείς πολλά προαπαιτούμενα πράγματα — αλλά στην ομιλία του είναι πάρα πολύ προσιτός.
Έτσι και του Χρήστου Γιανναρά υπάρχουν βιβλία πάρα πολύ τεχνικά. Μάλιστα υπάρχουν βιβλία και πάρα πολύ τεχνικά φιλοσοφικά. Εκεί πραγματικά πρέπει να έχει κανείς μια φιλοσοφική σκευή και μια υποψία των φιλοσοφικών προβλημάτων για να καταλάβει —έστω ως εν εσόπτρω— τις λύσεις και τις διεξόδους και τις διανοίξεις που προσφέρει ο Χρήστος Γιανναράς. Λόγω της δικής μας, και ακαδημαϊκής, τυφλότητας στην Ελλάδα, είναι αδύνατο να αποτιμηθεί πλήρως πενήντα χρόνια ενδεχομένως.
Στο εξωτερικό αργά αρχίζει να το βλέπουν. Αλλά να σας πω και κάτι: ποιος διάνοιας χρόνια εδώ θα είμαστε;
Υπάρχει όμως και το προσωπικό και το «αλφαβητάρι της πίστης», να το πούμε. Πόσοι άνθρωποι έχουν να πουν πως μπόρεσαν και γνώρισαν εκεί, έστω ως περίγραμμα, μια άλλη εκκλησία — από την εκκλησία του «κάτω», της προτεσταντίζουσας αντίληψης που έχουμε σήμερα για τα πράγματα κ.λπ.
Μιλάω πάρα πολύ — πρέπει να το κόψω. Α, όχι, ακόμη καλά· δεν μιλάω ακόμη πάρα πολύ.
Οπότε, ακόμη και μέσα — δηλαδή υπάρχουν τα πολυτεχνικά κείμενα, τα οποία έχουν δικό τους καρπό να δώσουν. Και υπάρχει και ο προσιτός, ο «Χρήστος Γιανναράκης», σε βιβλία όπως το «Αλφαβητάρι της πίστης».
Πολλές φορές και διηγήματα — «Νίφων και Λιώτης», νεανικό του διήγημα, το οποίο είναι, νομίζω — δεν μπορώ να κάνω λάθος και να μας το πουν — στη δεύτερη εκδοχή της «Πείνας και Δίψας».
Εγώ να σας κάνω μια εξομολόγηση, αφού είμαστε σε εκκλησία και έχουμε και πνευματικό δίπλα μας: το βιβλίο «Πείνα και Δίψα» ομολογώ ότι δεν μου άρεσε πάρα πολύ. Γιατί; Γιατί αν διαβάσετε το κυρίως του κομμάτι, που ήταν και η πρώτη του εκδοχή, είναι ο Χρήστος Γιανναράς πριν γευθεί τους καρπούς που τον έκαναν Χρήστο Γιανναρά — αλλά όταν είχε τον τίτλο του βιβλίου: την ακόρεστη πείνα και δίψα.
Οπότε — που είναι και προϋπόθεση για να πεις το «ναι» σε αυτό που σου δωρίζεται και σε αυτό στο οποίο καλείσαι — κακή σύνταξη, βασικώς, με πιάνετε.
Μετά έχει κάποια άλλα κείμενα: εκείνο για την Αίγινα, με τον Σέρβιο Σέρφιο, που πάνε στο ταξίδι στην Αίγινα και βλέπουν τη χάρη του Θεού πέρα από τις ιδέες. Αλλά και ο «Νήφων ο Κελλιώτης».
Πόση συμπυκνωμένη ορθοδοξία — των πεντακοσίων milligram, δύο φορές την ημέρα, κατά το γεύμα — βρίσκεται σε εκείνο το απλό, νεανικό, πρωτόγευστο διήγημα. Και πόσα δωρίζουν πάλι κάποια συγκεκριμένα αυτοβιογραφικά: «Το καταφύγιο του Θεού», «Το τάκαθεαυτό».
Το «Τάκαθεαυτό» μπορεί να το διαβάζει κανείς ως αυτοβιογραφικό σημείωμα, μπορεί να το διαβάζει κανείς όπως ένα εκτενές πεζοποίημα σε πεζό λόγο.
Τόσο χάρισμα, με τόση καρποφορία — αλλά και χαρίστηκε σε τόσους ανθρώπους να γευθούν αυτούς τους καρπούς.
Τώρα τη δική μου ιστορία εγώ δεν θα σας την πω.
Πρώτον, γιατί τη γράφουμε μέσα. Δεύτερον, γιατί δεν μιλάμε μαζί — γιατί δεν θα κάνουμε performance στο πηγαδάκι. Και τρίτον, επειδή, όπως είπαμε, βιβλιοπώλης πάλι θα γίνει. Αλλά αποφεύγω να πω σημαντική μαρτυρία.
Πρώτα να πούμε και το εξής από σεβασμό: δεν είμαστε χαζοί. Δεν ήμασταν 18 χρονών και ήρθε κάτι λαμπερό μπροστά μας και άλλαξε η ζωή μας και το παντρευτήκαμε — δεν είμαστε χαζοί. Το πρώτο πράγμα — κάτι που γράφω μέσα στο βιβλίο — είναι ότι υπάρχει μια τυπολογία: ο προπτυχιακός φοιτητής ο οποίος διαβάζει πρώτη φορά Νίτσε — τον λέω «ο Νίτσε», επειδή είναι μια δύναμη — ο νόμος του Νίτσε στα 18 μπορεί να δει: «αυτό είναι η απάντηση για κάθε ερώτημα».
Ρωτάει η μαμά το παιδί: «Παιδί μου, πρέπει να φτιάξουμε φακές σήμερα, έχω χάσει τη συνταγή». — «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Δεν είμαστε αυτό. Το ξεπερνάμε. Δεν είμαστε χαζοί.
Όταν καταθέτω εγώ τη μαρτυρία ότι, παρά το γεγονός ότι — δόξα τω Θεώ — καλή ανατροφή είχαμε και καλές επιρροές και διαβάσαμε και πράγματα και ως μικροί, ότι δεν μπορώ να έχω την παραμικρή υποψία με τι θα έμοιαζα σήμερα αν δεν είχα συναντήσει τον Χρήστο Γιανναρά — την παραμικρή υποψία — ποια θα ήταν τα ενδιαφέροντα, ο τρόπος προσέγγισης του κόσμου… καλά, και ότι δεν είχα πίστη.
Αλλά κι εμείς κάνουμε μερικές φορές το λάθος να καταλαβαίνουμε την πίστη ως ένα «εξτραδάκι». Δηλαδή, δεν είναι ότι εδώ είναι ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο και μερικοί είναι και πιστοί, έχουν ένα εξτραδάκι παραπάνω — ο κόσμος συν ο Θεός, ας πούμε κ.λπ.
Γι’ αυτό και είναι ωραίο μερικές φορές να έχεις κάνει τη μετάβαση, να έχεις αλλάξει «ομάδα», γιατί μπορείς να δεις και πώς σκέφτονται — δηλαδή γιατί έχεις ζήσει πώς σκέφτονται οι άλλοι. Αλλάζει πλήρως ο τρόπος που βλέπεις τη ζωή ως προς την πίστη γενικά, αλλά εν προκειμένω και λόγω της επιρροής, τον τρόπο που άνοιξε ο Χρήστος Γιανναράς συγκεκριμένα.
Δεν μιλάμε εδώ για ιδέες. Δεν μιλάμε εδώ για ιδέες. Και γι’ αυτό είναι σημαντική και αυτή η άλλη συνεισφορά. Ξαναγυρίζουμε στην αρχή: να μην έχεις μόνο ένα βιβλίο για το έργο και τη σημασία του. Άλλωστε είπαμε, αυτά — η καλύτερη ήταν — να τα σκεφτούμε για 400 χρόνια, να κάνουμε ένα διάλειμμα, να τα σκεφτούμε πρώτα, να δώσουμε φόρα, να γεννηθεί κι άλλη ανάγνωση, να διαβάσουμε βιβλία με χρονική απόσταση, να έχει επιτέλους σαπίσει μέσα στο μνήμα ο φθόνος του ενός για τον άλλον.
Γι’ αυτό μερικές φορές το χώμα είναι πολύ ωραίο πράγμα, γιατί δίνει τη δυνατότητα να πεθάνει και ο φθόνος του ενός για τον άλλον με την παρέλευση του χρόνου. Επίσης — δεν το λέμε εμείς, το λέει το Αφεντικό — ότι αν ο σπόρος δεν πεθάνει μέσα στο χώμα, δεν θα φέρει καρπούς. Ποτέ δεν θα βγουν αυτοί οι καρποί, ποτέ δεν θα βγει εύφορο δέντρο αν δεν συμβούν όλα αυτά.
Αλλά πέρα από το έργο μιας ζωής — το έργο μιας ζωής το περιλαμβάνουν και οι τηλεοπτικές συνδέσεις, κι αυτές μέρος του έργου είναι. Παραδείγματος χάριν, μπορείς ακόμη να τις δεις και να δεις το πρόσωπο. Υπάρχουν και οι άλλες σπορές — οι οποίες ας μην κατονομάζονται λεπτομερώς, το ξέρετε με το αλφάβητο κ.λπ. — οι σπορές των ανθρώπων που γνώρισε, και το τι θα καρπίσει ο καθένας, η καθεμιά από αυτούς, και τι θα μεταγγίσει περαιτέρω — αυτά για να στεγνώσουν, εν πάση περιπτώσει.
«Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Όπως χάρισε ο Χριστός να ισχύσει για εκείνον, να ισχύσει και για όλους μας…
Αν δεν συμβούν όλα αυτά. Άλλωστε, πέρα από το έργο μιας ζωής — το έργο μιας ζωής το αποτελούν και οι τηλεοπτικές συνδέσεις. Και αυτές μέρος του έργου είναι, παραδείγματος χάριν. Μπορείς ακόμη να τις δεις και να δεις το πρόσωπο. Υπάρχουν και οι άλλες σπορές.
Οι οποίες ας μην κατονομάζονται λεπτομερώς — το ξέρετε, με το αλφάβητο κ.λπ. Οι σπορές των ανθρώπων που γνώρισε. Και το τι θα καρπίσει ο καθένας, η καθεμιά από αυτούς, και τι θα μεταγγίσει περαιτέρω.
Αυτά για το θέμα, εμπάς περιπτώσει. «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Όπως χάρισε ο Χριστός να ισχύσει για εκείνον, να ισχύσει και για όλους μας.
Και… αυτά. Καλησπέρα.
Μετά την εκδημία, την προσθήκη και τις συνεννοήσεις, έτσι βγήκε ο πρώτος τόμος, «Χαιρετισμός στον Χρήστο Γιανναρά». Ο δεύτερος, ας πούμε, τόμος, που είναι αυτός, έχει κείμενα που θέλαμε να δίνουν ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά ουσιαστικά να δίνουν την προσωπική εμπλοκή κάποιων ανθρώπων — τον συναναστραφήκαν.
Και σήμερα διαπίστωνα ότι ο Πειραιάς — οι Πειραιώτες μάλλον — έχουν έντονη παρουσία σε αυτόν τον τόμο. Γιατί, εκτός από τον πατέρα Μιλτιάδη, είναι ο πατέρας Ποιμήν Σιμούρης, ο Γιώργος Καστρινάκης και ο Χρήστος Ποπόρος. Το κηρύκειο δεν είναι ακριβώς πειραιώτικο — είναι και βουνό και θάλασσα.
Τελειώνω με αυτό: ο τίτλος του βιβλίου, ο αρχικός, ήταν «Η εξομολόγηση για τον Χρήστο Γιανναρά». Κάποια στιγμή είδαμε ότι την ημέρα την επομένη του αγγέλματος, ο Χρήστος Ποπόρος ήταν εδώ. Ανάρτησε στο διαδίκτυο αυτό το κεράκι και αυτό το μικρό σχόλιο: «Αχ, κύριε Χρήστο μας».
Και έτσι άλλαξε ο τίτλος. Γιατί αυτό το βάθος, ο αναστεναγμός και το κεράκι συγκεφαλαίωναν και τη δική μας πρόθεση για τη σύνθεση αυτών των απωλειών. Αυτό ήθελα να πω.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ και τον πατέρα Μεθόδιο και όλους. Νομίζω ότι ο δάσκαλος θα είχε χαρά που βρισκόμαστε εδώ. Γιατί όλοι ξέρουν — σχεδόν όλοι — ότι, παρότι δεν ένιωθε άνετα στους μεγάλους κόσμους, αγάπησε πολύ τις ενορίες.
Ευχαριστώ και πάλι. Και ένα τελευταίο: θα γράψει μέσα και ο πατήρ Πέτρος Μαριάντης, που τα έζησε.
Εμείς προσευχόμαστε από την Εκκλησία για εμάς: «Τα τελευταία ημών χριστιανά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά». Δόθηκε αυτό το δώρο στον Χρήστο — του δόθηκε. Στα Θεοφάνια, με τη φώτιση του Περιστεράς, δόθηκε αυτό το δώρο: τέλος χριστιανών, ανεπαίσχυντο, ειρηνικό. Και να δώσει ο Θεός να έχουμε κι εμείς τέτοια κοίμηση, σε αυτή την ηλικία, με αυτές τις συνθήκες κ.λπ.
— Είμαι σίγουρος.
— Εκεί είσαι; Τα ογδόντα δεκαετίες ακόμα. Κάτσε, δεν ξέρεις.
— Μπορώ να βγω έξω και να με πατήσει μηχανάκι…
Για τους κεκοιμημένους μας ζητάμε, κάνουμε μνημόσυνα. Ζητάμε «αιωνία μνήμη» στον λόγο του Θεού — στο δικό μας. Γράφουμε υπέρ αναπαύσεως, βάζουμε τα κόλλυβά μας κ.λπ. Για τους αγίους δεν το κάνουμε. Από αυτούς ζητάμε τη δική τους πρεσβεία και μεσιτεία.
Επειδή όμως κι εσείς κι όλοι μας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αγαπήσαμε — αφού δεν είμαστε τώρα κοντά — και επειδή, για να είστε σε πρώτο χώρο, μάλλον θα είστε εκκλησιαζόμενοι, ας τον θυμάστε κι εσείς στα μνημόσυνά σας κ.λπ., και τη σύζυγο Τατιανή, που δεν είχα τη χαρά να γνωρίσω. Ας τον θυμόμαστε και στα χαρτάκια μας και στα κόλλυβά μας κ.λπ., γιατί χάρισε πολλά σε πολλούς. Ας τον θυμόμαστε.
Ευχαριστούμε πολύ, ευχαριστούμε πολύ, Σωτήρη.
Αισθάνομαι ότι μέσα από τον λόγο του Κώστα και τον λόγο του Σωτήρη επιβεβαιώνεται ακριβώς αυτό: ότι υπάρχουν πολλοί — υπήρξαν πολλοί — δρόμοι με τους οποίους προσεγγίστηκε και γνωρίστηκε ο Χρήστος Γιανναράς. Και νομίζω πραγματικά ότι το βιβλίο καταφέρνει ακριβώς να δείξει αυτούς τους πολλούς δρόμους.
Εμένα με συγκινεί πάρα πολύ το γεγονός — και υπόθηκε — γιατί το ζήσαμε κι εδώ στον Πειραιά: ότι ο Χρήστος Γιανναράς πέρασε από διάφορες ενορίες, συνδέθηκε προσωπικά. Το «συνδέθηκε προσωπικά» δεν σημαίνει ότι βρισκόταν κάθε τρεις και λίγο ως προς τη φυσική παρουσία, αλλά από όπου κι αν πέρασε έγινε ένα σημείο αναφοράς.
Θυμάμαι κι εγώ, σαν νέος, σαν παιδί, που τον πρωτογνωρίσαμε σε μια επίσκεψη στον Άγιο Δημήτριο, στην ενορία μου, ότι αυτό πυροδότησε κάτι που για πολλά χρόνια κράτησε: το «σε κάθε Κυριακή για καφέ», με τον έναν ή τον άλλον τρόπο — είτε για κάποιο βιβλίο, είτε από μια επιφυλλίδα, είτε από κάτι που είδαμε. Η κουβέντα να γυρίζει σε εκείνον, οι καβγάδες μας να ξεκινούν από εκείνον, τα φιλιώματά μας να ξεκινούν από εκείνον.
Και με αυτόν τον τρόπο έτσι πορευτήκαμε. Και νομίζω ότι είναι πολύ συγκινητικό να βλέπεις ότι αυτή η πορεία δεν ήταν κάτι που έγινε σε μια γειτονιά του Πειραιά, αλλά και σε άλλες γειτονιές, και σε άλλα μέρη, και σε άλλους τόπους μακρινούς — αυτή η μοναδικότητα της πορείας.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ όλους. Εγώ θέλω να ευχαριστήσω και πάρα πολύ τον Θεόδωρο Παντούλα για όλον αυτόν τον κόπο που έχει αναλάβει, αλλά και τον Κώστα τον Βεργή. Μαζί πορεύονται έτσι πολύ όμορφα και μας δίνουν πολλά πράγματα — κι αυτό είναι κάτι σημαντικό.
Το βιβλίο, όπως είδατε, υπάρχει. Θα μπορείτε να το δείτε μαζί και με κάποια άλλη μικρή βιβλιογραφία του Χρήστου Γιανναρά.
Ευχαριστώ πολύ που ήσασταν σήμερα εδώ. Υπάρχει και κάποιο μικρό κέρασμα τώρα, γιατί οι ημέρες το δικαιολογούν και θα μας δώσει και τη δυνατότητα για λίγο να παρατείνουμε τον χρόνο που θα είμαστε μαζί.
Να είστε καλά. Καλή συνέχεια.
Ήταν 6 Νοεμβρίου του 1982, δηλαδή τον περασμένο αιώνα. Με τον Μελέτη Τάρκο, τον άλλον που πέρασε κι εγώ από το Σοβίτι, και με άλλους δύο συμμαθητές, πρωτοετείς φοιτητές, είχαμε σταλεί από τον δεσπότη μας, τον σεβασμιώτατο Σπάρτης κύριο Ευστάθιο, ως αντιπροσωπεία των νέων της επαρχίας μας στο πρώτο συνέδριο χριστιανικής νεολαίας.
Το οργάνωνε ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος. Είναι γνωστή η φιλία που είχε ο μακαριστός Χριστόδουλος με τον Χρήστο Γιανναρά και οι φιλίες ξεπερνούν έτσι εγωισμούς και ανταγωνισμούς.
Λοιπόν, ο ομιλητής στο συνέδριο που οργάνωνε ο μακαριστός Χριστόδουλος στον Βόλο ήταν ο Γιανναράς και το γενικό θέμα ήταν «Ομολογία Χριστού σήμερα». Από τότε, ως τα τέλη του, ο Γιανναράς υπήρξε για τη γενιά μας βασικός.
Είχε προηγηθεί ο αγώνας για την εκλογή Πατριαρχών και μαζί με αυτό, στα μάτια μας ήταν και ένας ήρωας. Ως ένας από εμάς που τα κατάφερε να σταθεί με κύρος ανάμεσα στους αρνητές της θεολογίας, οι οποίοι με τον «κυρίως Άγιον Πόλεμο» —άσχετοι περίπου— εκείνον τον «κυρίως Άγιον Πόλεμο» ξαναάκουσα στην Αθήνα, σε μια ομιλία του στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων, στην οδό Ακαδημίας. Ήταν η πρώτη εξωπανεπιστημιακή διάλεξη που είχα παρακολουθήσει και όπου βρέθηκα —και οφείλω να το μνημονεύσω εις μνήμην ενός άλλου φίλου— ότι εκεί γνωριστήκαμε με έναν αληθινό φίλο, συνοδοιπόρο στη σκέψη, στους προβληματισμούς μας, τον πρόωρα χαμένο στα μάτια της νιότης μας, τον πατέρα.
Από τότε και σε όλη τη διάρκεια του θεωρητικού μας χρόνου, ο δάσκαλος Γιανναράς ήταν ο πάντοτε παρών συνοδοιπόρος στις κουβέντες μας, είτε παρών είτε απών. Θυμάμαι επίσης, μάλλον το καλοκαίρι του 1986 —δεν είμαι βέβαιος, μπορεί και το 1985, δυστυχώς έχω βραχεία μνήμη— είχαμε βρεθεί εξόρμηση νέων παιδιών στο Άιβεκαμ της Αγγλίας, σε νεανική κατασκήνωση, στον σύνδεσμο της Αδελφότητας Ορθοδόξων Νέων. Τότε μαζί ήταν και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, όλοι νεότατοι βέβαια, εμείς οι ψηλότεροι βέβαια, με ομιλητή τον Γιανναρά βεβαίως, κεντρικό τιμώμενο πρόσωπο των σεβασμίων επισκόπων Σουρόζ Αντώνιο — Αντώνιο Μπλουμ. Ευχαριστώ.
Διαβάζαμε τότε μεταξύ μας τα βιβλία που υποδείκνυε τότε ο αείμνηστος Μιχάλης Γρηγόρης, το «Πείνα και δίψα», που είναι ένα παράξενο βιβλίο — δεν είναι ακριβώς θεολογικό, δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, είναι και οδοιπορικό συνάμα, του κοινού οδοιπορίας του σήμερα. Διαβάζαμε επίσης και τη «Νεοελληνική ταυτότητα» — το συγκεκριμένο βιβλίο θέλαμε να το θίξουμε. Δεν το διαβάσαμε όμως.
Στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου υπήρχαν επίσης η «Ελευθερία του ήθους» και η «Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα», στις «Χρόνος» εκδόσεις, τις οποίες είχα δανειστεί τότε και όσοι σήμερα τις κατέχουν. Ο Γιανναράς μας είχε δώσει μια καινούργια γλώσσα, μια καινούργια ματιά στα πράγματα — στη θεολογία, στην πολιτική, στην Ελλάδα του σήμερα, στην αυτογνωσία μας εν τέλει. Σε εμάς τα χαμένα — επιτρέψτε μου να το πω έτσι — τα χαμένα του προοδευτικού εκδημοκρατισμού της χώρας τη δεκαετία του 1980. Το πώς και το τι αυτού του εκδημοκρατισμού — άλλοι θα το έλεγαν εκλαϊκισμό — είναι άλλο θέμα.
Στη νεανική μας ορμή, που πολλές φορές ήταν ακατάσχετη — είναι ακατάσχετη πάντοτε η νεανική ορμή — ο Γιανναράς ήταν τότε η φωνή μας. Πρέπει να πω εδώ ότι ο δάσκαλος Γιανναράς είχε έναν χαριτωμένο τρόπο με συναίσθηση, πάνω και με αδελφούς φίλους. Με τον Παρασκευάκη που προείπαμε, με τον Δημήτρη Μπόσκοβο, τον Κώστα Καμαγιάννη, τον Δημήτρη Κοσμόπουλο, τον Γιώργο —εδώ με αστειάκι— τον είδαμε τότε καιρό, τον Σιάπολο, τον Θοδωρή, τον Παντρούλα, τον Κώστα Βερίχη και με άλλους που έχουμε ίσως λίγο χαθεί.
Θυμάμαι μάλιστα τα τελευταία χρόνια — 2003 πιθανόν ήταν — μια επίσκεψή μας στον ίδιο τον Χρήστο, με τον Βερίχη, που ανάμεσα στα κεράσματα που μας πρόσφερε μας διηγούνταν πιθανόν για ώρες τις νεανικές θεολογικές περιπέτειες πίσω στα χρόνια του 1960. Τον διωγμό του από τον καθηγητή Τρεμπέλα από την Αθήνα, για την απρόσμενη βοήθεια τότε στη Θεσσαλονίκη από τον καθηγητή Χρήστο, και για άλλα πολλά. Καθώς είχε διάθεση να θυμηθεί — ίσως να βοηθούσε και εκείνο το ποτήρι κρασί που μας πρόσφερε — εντύπωση κι αυτό ζήτημα.
Κάποια περιστατικά τα διηγούνταν σαν να είχαν συμβεί πριν από εκατοντάδες χρόνια. Άλλωστε είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας σήμερα. Όλοι εν τω μεταξύ έχουν πεθάνει, όλοι τους.
Αυτό το φιλάνθρωπο τέλος, ο θάνατος, σκεπάζει όλα — ευτυχώς. Φεύγοντας, καθώς τον Κώστα με τον Δοντοβολή λέγαμε να έχουμε την κάμερα μαζί την επόμενη φορά — επόμενη φορά, όπως γίνεται συνήθως, δεν είναι.
Ήταν η εποχή λίγο πριν το τέλος. Κάναμε αρκετή παρέα με τον κύριο Χρήστο, με τον Χρήστο Γιανναρά — με τον Γιάνναρο, λέγαμε εμείς. Κάναμε αρκετή παρέα. Χαιρόταν σαν παιδί να τον παίρνουμε με τα φιλικά του στις βραδινές συνομιλητικές μας παρέες, παρότι εκείνος τηρούσε το μέτρο. Με τον επίσης αγαπητό Γιάννη Μιχαήλ, τον Βασίλη Γαβρή και λοιπούς.
Τον χαρήκαμε στο τραπέζι, με τον Δημήτρη Καταφυλλόπουλο, τον Δημήτρη Νόλλα επίσης και άλλους, αρκετές βραδιές — όχι σαν το ζευγάρωμα ο δάσκαλος των νεανικών μας χρόνων δηλαδή στα τελευταία χρόνια, αλλά περισσότερο σαν έναν σοφό παππού, με πάντα δροσερή τη σκέψη, καθαρά τα αισθήματα και εύκαιρο το χαμόγελο στις βαριές ζεύξεις του παρακείμενου μυστηρίου.
Επανέρχομαι από τα πρόσωπα στα παλαιά. Ο Γιανναράς — θα το λέω γιατί για τη γενιά μας υπήρξε δάσκαλος και οδηγός — ακόμα και στη γλώσσα θα άξιζε κάποτε να γινόταν μια διατριβή για τις δεκάδες «γιανναρικές» λέξεις που έχουν παρεισφρήσει στα λόγια και στα γραπτά των πολλών — όχι μόνο, θεωρώ, στην τρυφερή νεότητα.
Όπως ξέρουμε, ο δάσκαλος νοείται και πατέρας αναπόφευκτα. Και το ίδιο αναπόφευκτα, σαν ο λοιπός και στέκει στα πόδια του κανείς, ξεκαθαρίζει και τη σχέση με τον πατέρα, καμιά φορά υποσκελίζοντάς τον. Έτσι πάει η ζωή. Για τη γενιά μας πάλι μιλάω βέβαια.
Λοιπόν, του δίναμε πάντα τον λόγο, αλλά είχαμε και κρατούμενα. Εξάλλου, με τον καιρό, όπως είναι φυσικό, μπήκαν στη ζωή μας κι άλλοι δάσκαλοι. Δεν ήταν μόνο τα πολιτικά του Γιανναρά που κάναμε ευαγγέλιο· με τον καιρό ήταν και τα θεολογικά του, ήταν και τα εθνικά του. Φερ’ ειπείν, τα γαλλογενή κείμενα, που με όσα έκαναν μαρτυρούσε στη Δύση, έδωσαν τότε φτερά στην αυτοσυνειδησία και στην αγοραία ψυχή μας.
Μα ήμασταν κι εμείς στη Δύση — πώς να το κάνουμε — και στην καλή και στην κακή της εκδοχή. Και ήμασταν η Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ούτε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας — καθόλου, άλλωστε, σημαίνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Εδώ προς Θεού, είναι που ίσως και λόγω της αντιπαλότητας του Γιανναρά με τον Θεόκλητο Διονυσιάτη, τον πατέρα Θεόκλητο, τον υποτιμούσε. Είναι ένα παράδειγμα της Τουρκοκρατίας — της μεγάλης Τουρκοκρατίας — το οποίο δείχνει ότι οι Έλληνες ήταν πολύ σοφότεροι από τους Έλληνες σήμερα και πολύ ψηλότεροι.
Λοιπόν, συνεχίζω. Έπειτα από πολύ νωρίς, άλλες δασκαλικές μορφές, όπως ο σεβασμιώτατος Εφέσου Ιωάννης, έβαζαν ερωτηματικά στα όσα περί Δύσεως, όπου μας μάθαινε ο Γιανναράς — και άλλα, για να μην πω σε λεπτομέρειες.
Άλλωστε δεν είμαι ο ακαδημαϊκός — έχουμε εδώ τον φίλο μας τον Σωτήρη Μητραλέξη, ξέρει καλύτερα — και δεν είναι άλλωστε αυτός ο σκοπός σήμερα.
Προσωπικά, δύο χοντρικά ήταν τα σημεία απογαλακτισμού από τον δάσκαλο.
Η ιστορία, πρώτον. Η ιστορία που δεν πάντοτε προβλέπεται και συμμειγνύεται. Καθαρή ιστορία δεν υπάρχει. Η ιστορία που δεν υπακούει στα γραμμικά ερμηνευτικά συστήματα, παρότι τα ερμηνευτικά συστήματα είναι πολλές φορές χρήσιμα.
Δεν υπακούει λοιπόν σε συστήματα, για παράδειγμα: Ανατολή – Δύση, Παράδοση – Νεωτερικότητα, Βυζάντιο – Ευρώπη, Πρόσωπο – Άτομο κ.λπ.
Όσο ο Χρήστος Γιανναράς ήταν τα ανοιχτά μας πανιά με τις μαχητικές του θέσεις, με τον καιρό ξεφούσκωναν στην πορεία, αισχίζοντας τη φουσκοθαλασσιά του ρέοντος, του θεόσκοτεινου ωκεανού που λέγεται ιστορία του ρέοντος αιώνος.
Το ένα κάτι που μας έλειπε από τα γιανναρικά διαβάσματά μας, έτερον πάλι, είναι η λαϊκότητα. Αφού ο ευλογημένος δάσκαλος μας έμαθε να σκύβουμε με σεβασμό πάνω σε αυτό που λέμε παράδοση, ανακαλύπταμε με τον καιρό ότι σχεδόν από εκεί και μετά —δηλαδή ανακαλύψαμε ότι σχεδόν— το μόνο πνεύμα που έχει να μας μείνει ο τόπος μας σήμερα είναι η λαϊκή του παράδοση. Και λαϊκή παράδοση δεν εννοώ τη φολκλόρ παράδοση· μας είναι και η δημοκρατία των ναών, από το δημοτικό άσμα ως το ρεμπέτικο, από την ψαλτική —ένα θαύμα που επιβιώνει από μόνο του—, ένα όργανο που μόλις επισύρει στήριξη και είναι θαυμαστό, έως το Θέατρο Σκιών, ομοίως ένα θαύμα επιβίωσης από λαϊκά βιώματα που πολλές φορές κουβαλούν ένα τόσο αρχαίο ήθος.
Η λαϊκότητα, όχι ο λαϊκισμός, φοβούμαι, είναι ένα ζυμωμένο γραφείο μας που μας φυλάει σε ασφαλείς δυνάμεις και αυτοπείνωσης. Ίσως εγώ παρεξηγηθώ. Δεν μιλούσε ο Γιανναράς για όλα αυτά; Βεβαίως μιλούσε, και πολύ δυνατά μάλιστα. Πάντα όμως από το βήμα του διανοουμένου, μια κάποια «νεκρή» απόσταση, την οποία δικαιολογεί και η θέση του, η γέννησή του, η τάξη του, η παλαιότητα ενός του ίδιου μέσα στο μέσο μας. Όσο τον παλιάσαμε εμείς, δεν υπάρχει σήμερα αυτή η Αθήνα. Έτρεφε έναν ρομαντισμό η αστική παράδοση, σίγουρα, αλλά και ένα κράτημα απέναντι στις πηγές, στις εκφράσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε «κορμικό» —ας μείνετε εδώ ή, αν θέλετε, θα το πω απότομα.
Η γενιά μας, ευλόγησέ με, πέρασε από πολλά σκαλιά και είχαμε ενόσω πολλούς δασκάλους, δόξα τω Θεώ, όπως τον αείμνηστο Σιμωνάκρα — κάποιον που δεν έπρεπε να ξεχάσω στις συναθροίσεις χρόνια πριν. Αλλά πάντοτε με τον Γιανναρά είχαμε μια γόνιμη τριβή, ίδιον του μεγάλου δασκάλου που είπα στην αρχή: τρωγόμαστε ακόμα και για τις —καιρός με καιρό— συνήθως ατυχείς, συγχωρέστε μου, πολιτικές θέσεις.
Όντας παιδί της εποχής, της χριστιανοσοσιαλιστικής νεολαίας τότε, οι πολιτικές θέσεις σχεδόν πάντα μας έβρισκαν αντίθετους. Αν και, εδώ, κουβέντα λόγω σεβασμού στο πρόσωπό του και της ρητής σας εδώ του σεβασμού, με τα νοήματα δεν δίναμε τέτοια σημασία στο ελλείπον πλαίσιο, βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, της —ας το πούμε— πολιτικής ιδεολογίας. Στη μεγάλη εικόνα, δηλαδή, ήμασταν κοντά.
Άλλος λέει —και ο ίδιος— σε στοχαστικά αναπτύγματα της επιφυλής πλησίασε το κάπως αυλοϊκό, πλην εύσπωχο σχήμα διπρόσωπου ελιτισμού του έτωρου της κάμπουλας, Νίκο Ψαλουδάκη, ως αναφορά το δίπολο του σύγχρονου κόσμου. Για τους νεότερους αυτό δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα, βέβαια.
Και δείτε: από βια, μακαρίτη, πήγα να μιλήσω και μιλήσαμε τόσο μέχρι τώρα. Είχαν προηγηθεί άλλοι, φυσικά, δασκαλίες του προκειμένου, με της πολιτικής φιλοσοφίας, όπως ο Νικολάιν Διάγερ, παλιός γνώριμος διδάσκαλος. Με τον Σιμερατεμό τώρα πρέπει κάπως να τελειώσω, βέβαια, γιατί πέρασε και η ώρα.
Νομίζω, δεν ξέρω αν είναι κατανοητό, αλλά κάτι παραπάνω με τον Χρήστο Γιανναρά μας συνδέει. Δεν λέω «μας συνδέει» — μας συνδέει δεσμός ζωής. Μια σχέση, βέβαια, σαν αυτή που ο ίδιος κήρυττε: η σχέση δηλαδή κάνει το «περιχώρησης» να είναι ωραία, για να έχει λέξη.
Αν ο Χρήστος Γιανναράς ανοίγει στην Ελλάδα και στον κόσμο, και στον κόσμο όλο, διδάσκαλος, ως εκείνος που άνοιξε κάποιο σημερινό δρόμο που βγάζει στη Σοφία. Σοφία, για μας, είναι ο ένσαρκος Λόγος του Θεού.
Να μην τον ξυπνάμε. Για τη γενιά μας υπήρξε γαλακτοτρόφος. Και πρέπει να πω, εν τέλει, ότι πάντα είναι ζωντανή για μας μια αληθινή πατρική έγνοια. Τώρα που μας χωρίζει πάνω πέρας χρόνου από την ευσεβή θανήκη, δεν έχουμε παρά να την αντιχαρίσουμε, την ευγνωμοσύνη μας.
Μεγάλωσες σαν ευστημίδος δάσκαλος, αγαπημένοι μας κύριε Χρήστο, αγαπημένοι μας Γιανναρά. Με αγαπάνους κόκκους, να έχεις την ανάπαυσή σου και τη χαρά κοντά στην πάντων χαρά: «ο ήχος εορταζόντων ο ακατάπαυστος». Αιωνία σου η μνήμη, δάσκαλε, πατέρα και φίλε.
Από τα πολλά που ειπώθηκαν, θέλω να πω και κάτι ακόμα, γιατί μια μικρή αναφορά έμπλεξε έτσι στα πρώτα χρόνια του Χρήστου Γιανναρά και στην πορεία του μέσα στις οργανώσεις — όλα πράγματα που τα ξέρουμε σήμερα. Υπάρχουν κάνα δυο άνθρωποι εδώ που τον έζησαν από τότε και που μπορεί να αισθάνθηκαν ότι πληγώθηκαν από εκείνον ή μπορεί και να πλήγωσαν εκείνον. Αλλά όμως το ότι η παρουσία τους είναι σήμερα εδώ δηλώνει ακριβώς ότι υπάρχει μια αληθινή σχέση. Και πάντα επιβίωνε αυτή την αληθινή σχέση — και πάντα επιβίωκαν και άλλοι να έφτιαξαν σχέση μαζί του — και αυτό το βρίσκω πολύ ουσιαστικό.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ και να δώσουμε τον λόγο —κατά νόμικον συμβουλήν—. Ο θάνατος είναι σε πολλές περιπτώσεις φιλάνθρωπος και τα σκεπάζει όλα, δίπλα στην ελπίδα.
Ευχαριστούμε πολύ και να δώσουμε τον λόγο στον Σωτήρη Μητραλέξη να μας καταθέσει και εκείνος τα δικά του.
Ευχαριστώ. Ευχόμαστε —και σε τη λήξη— που πάνε τέλος πάντων οι Μυροφόρες να κάνουν τα χρεώδη της δουλειάς τους και συναντούν αγγέλους που τους λένε «just the facts, madam». Η γεύση ουκ έστιν· η υμνογραφία μας, η Αναστάσιμη, του βάζει και άλλα λόγια, του βάζει μια πάρα πολύ έμπλοκη και ορθολογική ρητορική ερώτηση: «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Τη φάση θα λέγαμε, συναφώς.
Αυτή τη μοίρα ο Αναστάς την επιφυλάσσει για όλους μας εν τέλει, οπότε είναι και λίγο σουρεαλιστικό να μιλάμε για νεκρούς σαν να πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι σε τέτοιες νηπιώδεις δαιμονίες, όπως η ύπαρξη του θανάτου. Δηλαδή, άμα δεν έχουμε κι εμείς μια —αν όχι βεβαιότητα, γιατί αυτή θα μπορούσε να είναι προβληματικά ιδεολογική— αλλά μια ελπίδα, τι συζητάμε τώρα;
Διάθεσις ζώντων και τας νεκρούς. Ένας Χριστός —αν δεν το θυμόμαστε εμείς που είμαστε εδώ συναγμένοι σε μια εκκλησία— ποιος άλλος θα το θυμηθεί; Και, εν πάση περιπτώσει, κάποιοι άνθρωποι υποπτευθήκαμε τέτοια πράγματα μόνο χάρη στη συνάντηση με τον Χρήστο Γιανναρά, διότι έτσι ήταν η πρόνοια του Θεού. Εγώ μεγάλωσα ως μη κεκλημένος άφορος — ήταν εντελώς αστεία όλα αυτά. Το άλλο ήταν εντελώς αστείο, όλα εκείνα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση, το οποίο προέκυψε λόγω της συνάντησης με το πρόσωπο του Χρήστου Γιανναρά.
Για αυτά θα πουν πολλοί και πολλά — και πολλά λέγονται σε αυτό το βιβλίο, το οποίο έχει μια σειρά αποχρώσεις, γιατί μην ξεχνάμε ότι είναι και μια βιβλιοπαρουσίαση και ότι ο συγγραφέας, εκδότης, βιβλιόφιλος και φίλος Θεόδωρος Παντούλας πουλάει και τα βιβλία — κλέφτης θα γίνει — οπότε μπορείτε να το προμηθευτείτε.
Αλλά με ποια έννοια; Ότι έβγαλαν εκδοτικώς, μανιφέστο, δύο βιβλία. Το πρώτο προηγήθηκε χρονικά — εντάξει, υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση, όπως είπε ο Κώστας, ανάμεσα σε αυτά τα δύο — αλλά είναι σημαντικό: το πρώτο έχει ίσως λίγο πιο πολλές μελέτες για το έργο, για την παρουσία. Το δεύτερο βιβλίο, το πιο προσωπικό, με τον δηλωτικό τίτλο «Αχ, κύριε Χριστό μας», που είναι επί προσωπικού, μας θυμίζει και το εξής:
Φεύγει από κοντά μας — ή εμείς φεύγουμε από κοντά του — ένας άνθρωπος ο οποίος γνωρίστηκε ως στοχαστής, διανοούμενος, συγγραφέας κ.λπ. Συνηθίζεται μετά τούτο να μιλάει κανείς για το έργο του, για τη σημασία του έργου, για το περιεχόμενο του έργου του. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πολύ μεγάλο έργο, ένα άλλο πολύ σημαντικό — τρόπον τινά — και μια άλλη κληρονομιά, πέρα από αυτή την οποία βρίσκει κανείς στα κείμενα του ανθρώπου που έφυγε από κοντά μας, στις συνεντεύξεις κ.λπ., που είναι ακριβώς το τι έσπειρε στις προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους.
Και η κληρονομιά που μπορεί να είναι ο κρίκος μακράς αλυσίδας, που δεν ξέρουμε σε τι μέλλον, σε τι χρονικό ορίζοντα θα υπάρξει, που είναι ακριβώς οι προσωπικές σχέσεις και το τι θέλησε η πρόνοια του Θεού να ανθίσει και να καρπίσει μέσα σε αυτές. Αυτό το πράγμα, όπως λέμε κι εδώ, ούτε έρχεται με παρατηρήσεις για το ποια είναι η σημασία του βιβλίου «Ορθός λόγος και κοινωνική πρακτική» — είναι εύκολο κανείς να μιλήσει με έναν οριοθετημένο τρόπο — αλλά το τι είναι και δεν ξέρουμε τι θέλησε η πρόνοια του Θεού να καρπίσει μέσα μας από την επαφή και τη μαθητεία που προέκυψε με ανθρώπους.
Και το τι να δώσουμε, κατά το μέτρο της δύναμής μας, εμείς περαιτέρω σε αυτή την αλυσίδα — ούτε εμείς οι ίδιοι ποτέ δεν τη βλέπουμε και δεν ξέρουμε μέχρι πού φτάνει χρονικά — και είναι μια τελείως άλλης τάξεως και πολύ πιο κρυφή, εν τέλει, συνεισφορά.
Οπότε δεν μιλάω μόνο πιο επαινετικά για το βιβλίο σε αυτό το πλαίσιο, αλλά για το πόσο σημαντικό είναι, πέρα από το να βγαίνουν μελέτες που μιλούν για τη σημασία του έργου — που είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο — να υπάρχει και ένα τέτοιο βιβλίο επί προσωπικού, «Αχ, κύριε Χριστό μας», για να δείχνει, έστω και υπαινικτικά, την άλλη σπορά. Την άλλη σπορά, που η αλυσίδα της δεν ξέρουμε πώς φτάνει και πού φτάνει, αλλά εκεί φαίνεται πως υπάρχει μία πρόνοια του Θεού άλλη.
Ο Χρήστος Γιανναράς είναι γνωστός βέβαια ως φιλοσοφικός και θεολογικός στοχαστής, αλλά στην Ελλάδα είναι και πολύ γνωστός λόγω των επιφυλλίδων, λόγω του δημόσιου λόγου του, του σχολιασμού της επικαιρότητας και των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων.
Διαφωνούμε συχνά με τον συγγραφέα, βιβλιόφιλο, βιβλιοπώλη και εκδότη Θεόδωρο Παντούλα γι’ αυτό, αλλά είναι αλήθεια ότι κι εγώ ο ίδιος από εκεί πρώτα έμαθα την ύπαρξη του Χρήστου Γιανναρά. Έχει, όπως εμένα, ενδιαφέρον κάτι το αλλόκοτο με έναν τρόπο, γιατί είμαστε τώρα σε μία συζήτηση όπου όλοι, λίγο-πολύ, ξέρουν για το πρόσωπο για το οποίο μιλάμε — πολλοί το ήξεραν και προσωπικά, αρκετά πολλοί, πάρα πολλοί.
Ο Χρήστος Γιανναράς δραστηριοποιήθηκε σε μία εποχή όπου υπήρχε μία μετάβαση από το ποιες ήταν οι διεθνείς γλώσσες. Μιλούσε γαλλικά και γερμανικά κατά τη διάρκεια της ζωής του· μετέπεσε όμως σε μία κατάσταση όπου τα αγγλικά ήταν η μόνη lingua franca, η μόνη διεθνής κοινή γλώσσα, στην οποία δεν είχε ευχέρεια, στην οποία δεν έγραφε, στις χώρες της οποίας δεν είχε δραστηριοποιηθεί. Οπότε δεν ήταν αυτονόητο ότι θα μεταφραστούν τα βιβλία του.
Εν αντιθέσει, σε διαστολή, μία πολύ σημαντική μορφή της ίδιας γενιάς, ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, κατευθείαν τα έγραφε τα βιβλία του στα αγγλικά και έγινε και πολύ γνωστός αμέσως. Άργησαν λοιπόν τα βιβλία να μεταφραστούν στη σημερινή κοινή γλώσσα.
Και ενώ εδώ πολλοί τον θυμούνται για τις επιφυλλίδες ή για τις τηλεοπτικές παρεμβάσεις, βλέπεις κάτι περίεργα πράγματα. Ενώ η γλώσσα των κειμένων των βιβλίων δεν είναι —αλλά ακόμη και μεταφρασμένη— μια γλώσσα ακριβώς κατάλληλη για ένα κατεξοχήν αγγλόφωνο κοινό, γιατί οι Αγγλοσάξονες γράφουν αλλιώς, βλέπεις ξαφνικά τον Κινέζο πατρολόγο, καθηγητή τώρα με διδακτική και ερευνητική θέση στο Κέμπριτζ, στον οποίο ο Γιανναράς άλλαξε τη ματιά.
Τον Αυστραλό, ο οποίος δούλευε παλιά στο αυστραλιανό κράτος, ο οποίος τώρα όχι απλώς είναι μεταφραστής —ο δεύτερος μεταφραστής που έκανε την πολλή δουλειά στην αποδοχή του Χρήστου Γιανναρά— αλλά και εκείνος έχει μία αγαπητική σχέση εκπληκτική.
Κοιμήθηκε το 2024 ο Χρήστος Γιανναράς. Πήγαινα εγώ τον Σεπτέμβριο για μία δουλειά στην Οξφόρδη, για κάτι άσχετο τελείως — δηλαδή άσχετο με ορθόδοξη θεολογία — οπότε δεν υπήρχε να συμφραζόταν ένα κοινό context. Και πήγαινα μετά για τις ακαδημαϊκές, παραδοσιακές μπύρες στην αντίστοιχη pub — συγγνώμη, στο Κέμπριτζ, όχι στην Οξφόρδη — όπου ήταν και ένα κοινό εκεί από την εκδήλωση που φιλοξενούμε, που δεν είχε καμία σχέση με ορθόδοξη θεολογία.
Και είναι τώρα μία 24χρονη Κινέζα, που μεγάλωσε στην Κίνα, η οποία λέει: «Α, ο Χρήστος Γιανναράς — έχω εργαστεί πάνω σε αυτόν. Είναι ένας από τους δύο αγαπημένους μου φιλοσόφους, μαζί με τον Ζαν-Λυκ Μαριόν», λέει. «Με έχει επηρεάσει πάρα πολύ, γράφω τώρα για αυτόν», λέει στο blog η 24χρονη Κινέζα, μετά την κοίμηση του κυρίου Χρήστου. Και μάλιστα θέλει να είναι και αγαπημένος μου, γιατί είχα έρθει στα αναγνώσματά του όταν αποφάσισα εγώ να βαπτιστώ ορθόδοξη.
Κόκαλο μένεις και λες: από ποιες διαδρομές προκύπτουν τώρα αυτές οι σπορές και ανθίζουν από έναν άνθρωπο τόσο κατασυκοφαντημένο — και ακατασυκοφάντητο και συκοφαντημένο — και στον χώρο της θεολογίας επιχειρήθηκε να χτιστούν και κάποιες πορείες με την εικονογράφηση του Χρήστου Γιανναρά ως του «κακού», που πρέπει να τον αποφεύγουμε κ.λπ.
Και πώς κατέληξε αυτό στο να έχεις την 24χρονη Κινέζα, τον άλλον, τον άλλον, παράλληλα πολλούς, πάρα πολλούς. Οφείλω εδώ να πω ότι είχε μια χαρά — όχι καθόλου, θα έλεγα, εγωιστική — όταν έγιναν τα μεγάλα συνέδρια για το έργο του: το ’13 στην Οξφόρδη, που ήταν λίγο πιο πολύ φιλικό, και το κατεξοχήν ακαδημαϊκό μετά στο Κέμπριτζ, το ’17, όπου εμφανίστηκαν άνθρωποι από τα πέρατα της οικουμένης, απόστολοι εκ περάτων, που τους δόθηκε η δυνατότητα και τον ίδιο να γνωρίσουν, το πρόσωπο, τον στοχαστή που αγάπησαν και που τους άνοιξε δρόμους στα γραπτά.
Άνθρωποι από Αγγλίες, Αμερικές, Κίνες — καλή ώρα — Αυστραλίες. Μόνο Αφρικανοί δεν ήρθαν — αλλά θα βρούμε.
Βεβαίως, πέρα από το ξύλο και την κατασυκοφάντηση που υπέστη αυτός ο πολύ μεγάλος στοχαστής και πολύ ζωντανός άνθρωπος, είχε και μεγάλη εύνοια από τον Θεό και τον προστάτευσε ο Θεός από κακά που δολοφονούν την ψυχή του ανθρώπου. Ο οποίος, παραδείγματι, δεν εξελέγη καθηγητής στις θεολογικές σχολές — εκεί βλέπει κανείς το μέγεθος της αγάπης του Θεού για αυτόν τον άνθρωπο και της προστασίας με την οποία περιέβαλε το πρόσωπο και την ψυχή του.
Φιλόσοφος ή θεολόγος ο Χρήστος Γιανναράς; Σε μια εποχή που ήταν τελείως ξένο το να υπερβαίνεις με δρασκελιές αυτήν τη διάκριση, και αντιμετώπισε την τεράστια ευθυνοφοβία κατηγορήσεων με χαρακτηριστική ευκολία, έκανε ό,τι συνηθίζεται τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια σε όλους όσοι μιλούν ελληνικά: αυτές τις διακρίσεις να τις τρώει για πρωινό και να προχωράει στο ουσιώδες — ή, αν θέλετε, και στο ρεύμα που αισθάνεται χρήσιμο.
Στην Ελλάδα έχουμε ακόμη έναν επαρχιωτισμό που ανθίσταται σε αυτό. Ακούμε — και την ίδια εποχή που δραστηριοποιείτο φιλοσοφικά ο Χρήστος Γιανναράς — ότι αυτό ήταν σύνηθες και αυτονόητο στο εξωτερικό. Ήδη ήταν πολύ μεγάλο στοχαστικό φαινόμενο ο Ζαν-Λυκ Μαριόν, που είναι και μια στροφή, μια θρησκευτική στροφή της φαινομενολογίας, όπως λέγεται, για το πώς μετά τη μεγάλη νεωτερική θεολογία, χάρη του Θεού, τα γράφουν πολύ ανοιχτά.
Όταν μιλάει σε αυτό το βιβλίο, παραδείγματι, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, καλό είναι εμείς να σιωπούμε για τα ίδια ζητήματα, όταν έχουν καλυφθεί από έναν Δημήτρη Μαυρόπουλο. Όπως και όταν αυτό το βιβλίο ανοίγει με τη μαρτυρία του επίσης κυρίου Βασιλείου Γοντικάκη, έχει όμως και τη σημασία του αυτό, διότι προϋποθέτει μια μεγάλη νηκτικότητα ψυχής το να βλέπεις ότι αντιμετωπίζεις φοβερή αντίσταση στο να πεις αυτό που βλέπεις εσύ ως αυτονόητο — ας πούμε αυτή την υπέρβαση με δρασκελιές — διότι τελικά μιλάμε για κάτι που απολήγει στην ίδια την εκκλησία.
Και συμπολιτεύεσαι παρ’ όλα αυτά να το κάνεις, γιατί λες: «Εγώ, παιδιά μου, προσπαθώ να ψηλαφίσω. Αυτή είναι η καρπός της ψηλαφήσεώς μου. Όποιος θέλει, ας δοκιμάσει. Δεν θα κρίνω εγώ αν είναι καλή ή όχι». Νομίζω πως είναι ένα γνώρισμα του Χρήστου Γιανναρά αυτή η στάση του: «Εγώ αυτό προσπαθώ, αυτό καταθέτω».
Το φοβερό είναι το πόσων ανθρώπων άλλαξε η ζωή από τη συνάντηση με το πρόσωπο και το έργο του — πολλές φορές με το πρόσωπο και μετά με το έργο, άλλες φορές πρώτα με το έργο και μετά με το πρόσωπο. Και το θαυμαστό είναι ότι και το ίδιο το έργο, από μόνο του, διατηρεί αυτή τη δυνατότητα και δυναμική.
Ο Χρήστος Γιανναράς είχε ένα χάρισμα, το οποίο όμως —εντάξει— και ασκήθηκε. Ο Θεός διάλεξε την Παναγία, αλλά έπρεπε και εκείνη να πει το «ναι». Έτσι και για όλους όσοι —φαντάζομαι— ισχύει αυτό: ο Θεός λέει «πάρε το δώρο», αλλά πρέπει κι εσύ να πεις «ναι» για να βγάλει νόημα αυτή η υπόθεση και να καρποφορήσει.
Έχασα όμως λίγο τον ειρμό μου — δεν μου προέκυψε — συγχωρήστε με. Εμ… τι έλεγα; Πείτε μου, δεν ξέρω εγώ να σε βοηθήσω. Ε, αν δεν ξέρετε το υπόλοιπο… τι έλεγα; Ούτε μάλλον δεν είχα ειρμό. Μισό δευτερόλεπτο, μισό δευτερόλεπτο — κάνω buffering. Συγγνώμη, δεν έχω βάλει οπτικές ίνες στο internet…
Ναι. Ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς έλεγε, ως παράδειγμα για μια σειρά από ζητήματα —και κυρίως για το θέμα του προσώπου— το εξής: ας πούμε ότι τώρα δεν είμαστε κοντά του· εκείνος μπορεί να είναι κοντά μας, αλλά εμείς δεν είμαστε κοντά του.
Μιλούσε για καλλιτέχνες ή για μουσικούς — για τον Μότσαρτ ή τον Βαν Γκογκ — και έλεγε: αυτό που κάνει τον Βαν Γκογκ να είναι Βαν Γκογκ, το γράφει κάπου, είναι ότι η ετερότητα του προσώπου του αποτυπώνεται μέσα από το έργο. Οπότε βλέπεις σχεδόν είκοσι πίνακες — έλεγε — βλέπεις τον εικοστό πρώτο και λες: «Αυτό είναι Βαν Γκογκ». Δεν λες καν «αυτό είναι του Βαν Γκογκ». Λες «αυτό είναι Βαν Γκογκ».
Δηλαδή, να λες το ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και να τον γνωρίζεις με έναν τρόπο που μπορεί να μην τον γνώριζε ο αρτοποιός που θα του πουλούσε ψωμί κάθε ημέρα. Δηλαδή, εσύ που μετέχεις στο έργο του Μότσαρτ, ακούγοντάς το, θα μπορείς να γνωρίζεις ποιος ήταν πραγματικά ο Μότσαρτ με έναν τρόπο πολύ πληρέστερο από τη γνώση που θα είχε ο αρτοποιός του — ή ο ταξιτζής του, θα λέγαμε σήμερα.
Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και AI κ.λπ.
Αυτό, με έναν τρόπο, το βλέπουμε ακόμη περισσότερο. Γιατί όσο επιτυχές και γίνεται το AI, είτε στο να αναγνωρίζει είτε στο να αναπαράγει, όσο διατηρούμε μια επίγνωση της πρωτοτυπώδους ανθρωπινότητας στην καθημερινή μας εμπειρία, ακόμη διαπιστώνουμε τους περιορισμούς αυτού του πράγματος. Και το ότι ο άνθρωπος είναι πάντα το κάτι παραπάνω.
Οπότε η ετερότητα, μέσα από αυτό — η ετερότητα που είναι πέρα από το σχήμα — χαρίστηκε στον Χρήστο Γιανναρά, αλλά και εκείνος το εξάσκησε με θαυμαστό φως. Πέρα από τη συνεισφορά του, τις ιδέες του, να έχει και έναν λόγο, ανανεωτής του ελληνικού λόγου, που τον εγκιβωτίζει. Μπορείς να τον βρεις μέσα, με έναν τρόπο.
Και μπορείς να τον βρεις μέσα έτσι όπως, νομίζω, πολλοί από εσάς τον γνωρίσατε: με μια ευγένεια αδιανόητη, με την ευγένεια της φυσιογνωμίας του. Αυτό επίσης είναι ένα σημαντικό πράγμα πέρα από τις ιδέες. Πολλοί λένε πολλές ιδέες — κάποιες από αυτές είναι καλές. Αλλά όταν βλέπεις ότι ένας άνθρωπος πραγματικά έχει — δεν είναι σωστή λέξη το «ήθος» ίσως, γιατί παραπέμπει σε άλλους συνειρμούς — αλλά όταν βλέπεις ότι ενσαρκώνει τον αγώνα στην ψυχή του ανθρώπου, ένας άνθρωπος ο οποίος έρχεται και λέει «εγώ κάνω αυτόν τον αγώνα», ότι δεν είναι έτσι στα χαρτιά του αλλιώς, στην ταβέρνα ή στο after μιας παρουσίασης, αλλά είναι ο ίδιος άνθρωπος, αυτό είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο.
Είπα τη λέξη «ήθος». Μια και σήμερα είναι αυτή η ημέρα και πολλά συνεισέφερε σε αυτές τις διακρίσεις ο Χρήστος Γιανναράς: ο «ηθικός» της παραβολής του ασώτου σήμερα είναι ο ίδιος που έμεινε με τον πατέρα. «Εμένα μου είπες να κάνω αυτά, μου έδωσες αυτούς τους κανόνες, εγώ τους τηρούσα. Τους τηρούσα με αγάπη, ήμουν νομιμότατος και ηθικός. Εγώ είμαι ο ηθικός».
Αυτός που είναι ο «ηθικός», λοιπόν, έρχεται και εγείρει αξιώσεις και γκρινιάζει κιόλας όταν επιστρέφει ο άσωτος υιός και εκεί πραγματικά σφάζεται ο μόσχος ο σιτευτός. Δηλαδή: «Εγώ τι είμαι; Εγώ που καθόμουνα και τα έκανα όλα αυτά, κι ο άλλος που ήταν ο άσωτος, έρχεται και γίνεται ο ενθουσιασμός;».
Εδώ είναι ο κίνδυνος με το μεγεθυμένο, άχρηστο ήθος: ότι επειδή, κατά την υπερβολή της αγάπης του, ο ποιμένας θα πάει να βρει το ένα πρόβατο που χάθηκε, τα «ηθικά» πρόβατα θα κάνουν συνδικάτο για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, καθότι εκείνα ήταν ηθικά. Και πώς μπορεί να είμαστε στο ίδιο ζήτημα;
Είχε έναν τρόπο ο Χρήστος Γιανναράς — με ένα έργο το οποίο πολλές φορές είναι άλλο να είναι απόκρυφο και φοβερά δύσκολο, γιατί είναι και για άλλες χρήσεις. Και σήμερα, που κατά τη γνώμη μου η πιο ζωντανή φωνή ουσιώδους συνεισφοράς στην ορθόδοξη θεολογία, συστηματικής στα ελληνικά, είναι ο πατήρ Νικόλαος Μετοχιάκης — στα «καρδιανικά» του κείμενα είναι φοβερά δύσκολος, απόκρυφος και πρέπει να διαβάσει κανείς πολλά προαπαιτούμενα πράγματα — αλλά στην ομιλία του είναι πάρα πολύ προσιτός.
Έτσι και του Χρήστου Γιανναρά υπάρχουν βιβλία πάρα πολύ τεχνικά. Μάλιστα υπάρχουν βιβλία και πάρα πολύ τεχνικά φιλοσοφικά. Εκεί πραγματικά πρέπει να έχει κανείς μια φιλοσοφική σκευή και μια υποψία των φιλοσοφικών προβλημάτων για να καταλάβει —έστω ως εν εσόπτρω— τις λύσεις και τις διεξόδους και τις διανοίξεις που προσφέρει ο Χρήστος Γιανναράς. Λόγω της δικής μας, και ακαδημαϊκής, τυφλότητας στην Ελλάδα, είναι αδύνατο να αποτιμηθεί πλήρως πενήντα χρόνια ενδεχομένως.
Στο εξωτερικό αργά αρχίζει να το βλέπουν. Αλλά να σας πω και κάτι: ποιος διάνοιας χρόνια εδώ θα είμαστε;
Υπάρχει όμως και το προσωπικό και το «αλφαβητάρι της πίστης», να το πούμε. Πόσοι άνθρωποι έχουν να πουν πως μπόρεσαν και γνώρισαν εκεί, έστω ως περίγραμμα, μια άλλη εκκλησία — από την εκκλησία του «κάτω», της προτεσταντίζουσας αντίληψης που έχουμε σήμερα για τα πράγματα κ.λπ.
Μιλάω πάρα πολύ — πρέπει να το κόψω. Α, όχι, ακόμη καλά· δεν μιλάω ακόμη πάρα πολύ.
Οπότε, ακόμη και μέσα — δηλαδή υπάρχουν τα πολυτεχνικά κείμενα, τα οποία έχουν δικό τους καρπό να δώσουν. Και υπάρχει και ο προσιτός, ο «Χρήστος Γιανναράκης», σε βιβλία όπως το «Αλφαβητάρι της πίστης».
Πολλές φορές και διηγήματα — «Νίφων και Λιώτης», νεανικό του διήγημα, το οποίο είναι, νομίζω — δεν μπορώ να κάνω λάθος και να μας το πουν — στη δεύτερη εκδοχή της «Πείνας και Δίψας».
Εγώ να σας κάνω μια εξομολόγηση, αφού είμαστε σε εκκλησία και έχουμε και πνευματικό δίπλα μας: το βιβλίο «Πείνα και Δίψα» ομολογώ ότι δεν μου άρεσε πάρα πολύ. Γιατί; Γιατί αν διαβάσετε το κυρίως του κομμάτι, που ήταν και η πρώτη του εκδοχή, είναι ο Χρήστος Γιανναράς πριν γευθεί τους καρπούς που τον έκαναν Χρήστο Γιανναρά — αλλά όταν είχε τον τίτλο του βιβλίου: την ακόρεστη πείνα και δίψα.
Οπότε — που είναι και προϋπόθεση για να πεις το «ναι» σε αυτό που σου δωρίζεται και σε αυτό στο οποίο καλείσαι — κακή σύνταξη, βασικώς, με πιάνετε.
Μετά έχει κάποια άλλα κείμενα: εκείνο για την Αίγινα, με τον Σέρβιο Σέρφιο, που πάνε στο ταξίδι στην Αίγινα και βλέπουν τη χάρη του Θεού πέρα από τις ιδέες. Αλλά και ο «Νήφων ο Κελλιώτης».
Πόση συμπυκνωμένη ορθοδοξία — των πεντακοσίων milligram, δύο φορές την ημέρα, κατά το γεύμα — βρίσκεται σε εκείνο το απλό, νεανικό, πρωτόγευστο διήγημα. Και πόσα δωρίζουν πάλι κάποια συγκεκριμένα αυτοβιογραφικά: «Το καταφύγιο του Θεού», «Το τάκαθεαυτό».
Το «Τάκαθεαυτό» μπορεί να το διαβάζει κανείς ως αυτοβιογραφικό σημείωμα, μπορεί να το διαβάζει κανείς όπως ένα εκτενές πεζοποίημα σε πεζό λόγο.
Τόσο χάρισμα, με τόση καρποφορία — αλλά και χαρίστηκε σε τόσους ανθρώπους να γευθούν αυτούς τους καρπούς.
Τώρα τη δική μου ιστορία εγώ δεν θα σας την πω.
Πρώτον, γιατί τη γράφουμε μέσα. Δεύτερον, γιατί δεν μιλάμε μαζί — γιατί δεν θα κάνουμε performance στο πηγαδάκι. Και τρίτον, επειδή, όπως είπαμε, βιβλιοπώλης πάλι θα γίνει. Αλλά αποφεύγω να πω σημαντική μαρτυρία.
Πρώτα να πούμε και το εξής από σεβασμό: δεν είμαστε χαζοί. Δεν ήμασταν 18 χρονών και ήρθε κάτι λαμπερό μπροστά μας και άλλαξε η ζωή μας και το παντρευτήκαμε — δεν είμαστε χαζοί. Το πρώτο πράγμα — κάτι που γράφω μέσα στο βιβλίο — είναι ότι υπάρχει μια τυπολογία: ο προπτυχιακός φοιτητής ο οποίος διαβάζει πρώτη φορά Νίτσε — τον λέω «ο Νίτσε», επειδή είναι μια δύναμη — ο νόμος του Νίτσε στα 18 μπορεί να δει: «αυτό είναι η απάντηση για κάθε ερώτημα».
Ρωτάει η μαμά το παιδί: «Παιδί μου, πρέπει να φτιάξουμε φακές σήμερα, έχω χάσει τη συνταγή». — «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Δεν είμαστε αυτό. Το ξεπερνάμε. Δεν είμαστε χαζοί.
Όταν καταθέτω εγώ τη μαρτυρία ότι, παρά το γεγονός ότι — δόξα τω Θεώ — καλή ανατροφή είχαμε και καλές επιρροές και διαβάσαμε και πράγματα και ως μικροί, ότι δεν μπορώ να έχω την παραμικρή υποψία με τι θα έμοιαζα σήμερα αν δεν είχα συναντήσει τον Χρήστο Γιανναρά — την παραμικρή υποψία — ποια θα ήταν τα ενδιαφέροντα, ο τρόπος προσέγγισης του κόσμου… καλά, και ότι δεν είχα πίστη.
Αλλά κι εμείς κάνουμε μερικές φορές το λάθος να καταλαβαίνουμε την πίστη ως ένα «εξτραδάκι». Δηλαδή, δεν είναι ότι εδώ είναι ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο και μερικοί είναι και πιστοί, έχουν ένα εξτραδάκι παραπάνω — ο κόσμος συν ο Θεός, ας πούμε κ.λπ.
Γι’ αυτό και είναι ωραίο μερικές φορές να έχεις κάνει τη μετάβαση, να έχεις αλλάξει «ομάδα», γιατί μπορείς να δεις και πώς σκέφτονται — δηλαδή γιατί έχεις ζήσει πώς σκέφτονται οι άλλοι. Αλλάζει πλήρως ο τρόπος που βλέπεις τη ζωή ως προς την πίστη γενικά, αλλά εν προκειμένω και λόγω της επιρροής, τον τρόπο που άνοιξε ο Χρήστος Γιανναράς συγκεκριμένα.
Δεν μιλάμε εδώ για ιδέες. Δεν μιλάμε εδώ για ιδέες. Και γι’ αυτό είναι σημαντική και αυτή η άλλη συνεισφορά. Ξαναγυρίζουμε στην αρχή: να μην έχεις μόνο ένα βιβλίο για το έργο και τη σημασία του. Άλλωστε είπαμε, αυτά — η καλύτερη ήταν — να τα σκεφτούμε για 400 χρόνια, να κάνουμε ένα διάλειμμα, να τα σκεφτούμε πρώτα, να δώσουμε φόρα, να γεννηθεί κι άλλη ανάγνωση, να διαβάσουμε βιβλία με χρονική απόσταση, να έχει επιτέλους σαπίσει μέσα στο μνήμα ο φθόνος του ενός για τον άλλον.
Γι’ αυτό μερικές φορές το χώμα είναι πολύ ωραίο πράγμα, γιατί δίνει τη δυνατότητα να πεθάνει και ο φθόνος του ενός για τον άλλον με την παρέλευση του χρόνου. Επίσης — δεν το λέμε εμείς, το λέει το Αφεντικό — ότι αν ο σπόρος δεν πεθάνει μέσα στο χώμα, δεν θα φέρει καρπούς. Ποτέ δεν θα βγουν αυτοί οι καρποί, ποτέ δεν θα βγει εύφορο δέντρο αν δεν συμβούν όλα αυτά.
Αλλά πέρα από το έργο μιας ζωής — το έργο μιας ζωής το περιλαμβάνουν και οι τηλεοπτικές συνδέσεις, κι αυτές μέρος του έργου είναι. Παραδείγματος χάριν, μπορείς ακόμη να τις δεις και να δεις το πρόσωπο. Υπάρχουν και οι άλλες σπορές — οι οποίες ας μην κατονομάζονται λεπτομερώς, το ξέρετε με το αλφάβητο κ.λπ. — οι σπορές των ανθρώπων που γνώρισε, και το τι θα καρπίσει ο καθένας, η καθεμιά από αυτούς, και τι θα μεταγγίσει περαιτέρω — αυτά για να στεγνώσουν, εν πάση περιπτώσει.
«Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Όπως χάρισε ο Χριστός να ισχύσει για εκείνον, να ισχύσει και για όλους μας…
Αν δεν συμβούν όλα αυτά. Άλλωστε, πέρα από το έργο μιας ζωής — το έργο μιας ζωής το αποτελούν και οι τηλεοπτικές συνδέσεις. Και αυτές μέρος του έργου είναι, παραδείγματος χάριν. Μπορείς ακόμη να τις δεις και να δεις το πρόσωπο. Υπάρχουν και οι άλλες σπορές.
Οι οποίες ας μην κατονομάζονται λεπτομερώς — το ξέρετε, με το αλφάβητο κ.λπ. Οι σπορές των ανθρώπων που γνώρισε. Και το τι θα καρπίσει ο καθένας, η καθεμιά από αυτούς, και τι θα μεταγγίσει περαιτέρω.
Αυτά για το θέμα, εμπάς περιπτώσει. «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Όπως χάρισε ο Χριστός να ισχύσει για εκείνον, να ισχύσει και για όλους μας.
Και… αυτά. Καλησπέρα.
Μετά την εκδημία, την προσθήκη και τις συνεννοήσεις, έτσι βγήκε ο πρώτος τόμος, «Χαιρετισμός στον Χρήστο Γιανναρά». Ο δεύτερος, ας πούμε, τόμος, που είναι αυτός, έχει κείμενα που θέλαμε να δίνουν ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά ουσιαστικά να δίνουν την προσωπική εμπλοκή κάποιων ανθρώπων — τον συναναστραφήκαν.
Και σήμερα διαπίστωνα ότι ο Πειραιάς — οι Πειραιώτες μάλλον — έχουν έντονη παρουσία σε αυτόν τον τόμο. Γιατί, εκτός από τον πατέρα Μιλτιάδη, είναι ο πατέρας Ποιμήν Σιμούρης, ο Γιώργος Καστρινάκης και ο Χρήστος Ποπόρος. Το κηρύκειο δεν είναι ακριβώς πειραιώτικο — είναι και βουνό και θάλασσα.
Τελειώνω με αυτό: ο τίτλος του βιβλίου, ο αρχικός, ήταν «Η εξομολόγηση για τον Χρήστο Γιανναρά». Κάποια στιγμή είδαμε ότι την ημέρα την επομένη του αγγέλματος, ο Χρήστος Ποπόρος ήταν εδώ. Ανάρτησε στο διαδίκτυο αυτό το κεράκι και αυτό το μικρό σχόλιο: «Αχ, κύριε Χρήστο μας».
Και έτσι άλλαξε ο τίτλος. Γιατί αυτό το βάθος, ο αναστεναγμός και το κεράκι συγκεφαλαίωναν και τη δική μας πρόθεση για τη σύνθεση αυτών των απωλειών. Αυτό ήθελα να πω.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ και τον πατέρα Μεθόδιο και όλους. Νομίζω ότι ο δάσκαλος θα είχε χαρά που βρισκόμαστε εδώ. Γιατί όλοι ξέρουν — σχεδόν όλοι — ότι, παρότι δεν ένιωθε άνετα στους μεγάλους κόσμους, αγάπησε πολύ τις ενορίες.
Ευχαριστώ και πάλι. Και ένα τελευταίο: θα γράψει μέσα και ο πατήρ Πέτρος Μαριάντης, που τα έζησε.
Εμείς προσευχόμαστε από την Εκκλησία για εμάς: «Τα τελευταία ημών χριστιανά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά». Δόθηκε αυτό το δώρο στον Χρήστο — του δόθηκε. Στα Θεοφάνια, με τη φώτιση του Περιστεράς, δόθηκε αυτό το δώρο: τέλος χριστιανών, ανεπαίσχυντο, ειρηνικό. Και να δώσει ο Θεός να έχουμε κι εμείς τέτοια κοίμηση, σε αυτή την ηλικία, με αυτές τις συνθήκες κ.λπ.
— Είμαι σίγουρος.
— Εκεί είσαι; Τα ογδόντα δεκαετίες ακόμα. Κάτσε, δεν ξέρεις.
— Μπορώ να βγω έξω και να με πατήσει μηχανάκι…
Για τους κεκοιμημένους μας ζητάμε, κάνουμε μνημόσυνα. Ζητάμε «αιωνία μνήμη» στον λόγο του Θεού — στο δικό μας. Γράφουμε υπέρ αναπαύσεως, βάζουμε τα κόλλυβά μας κ.λπ. Για τους αγίους δεν το κάνουμε. Από αυτούς ζητάμε τη δική τους πρεσβεία και μεσιτεία.
Επειδή όμως κι εσείς κι όλοι μας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αγαπήσαμε — αφού δεν είμαστε τώρα κοντά — και επειδή, για να είστε σε πρώτο χώρο, μάλλον θα είστε εκκλησιαζόμενοι, ας τον θυμάστε κι εσείς στα μνημόσυνά σας κ.λπ., και τη σύζυγο Τατιανή, που δεν είχα τη χαρά να γνωρίσω. Ας τον θυμόμαστε και στα χαρτάκια μας και στα κόλλυβά μας κ.λπ., γιατί χάρισε πολλά σε πολλούς. Ας τον θυμόμαστε.
Ευχαριστούμε πολύ, ευχαριστούμε πολύ, Σωτήρη.
Αισθάνομαι ότι μέσα από τον λόγο του Κώστα και τον λόγο του Σωτήρη επιβεβαιώνεται ακριβώς αυτό: ότι υπάρχουν πολλοί — υπήρξαν πολλοί — δρόμοι με τους οποίους προσεγγίστηκε και γνωρίστηκε ο Χρήστος Γιανναράς. Και νομίζω πραγματικά ότι το βιβλίο καταφέρνει ακριβώς να δείξει αυτούς τους πολλούς δρόμους.
Εμένα με συγκινεί πάρα πολύ το γεγονός — και υπόθηκε — γιατί το ζήσαμε κι εδώ στον Πειραιά: ότι ο Χρήστος Γιανναράς πέρασε από διάφορες ενορίες, συνδέθηκε προσωπικά. Το «συνδέθηκε προσωπικά» δεν σημαίνει ότι βρισκόταν κάθε τρεις και λίγο ως προς τη φυσική παρουσία, αλλά από όπου κι αν πέρασε έγινε ένα σημείο αναφοράς.
Θυμάμαι κι εγώ, σαν νέος, σαν παιδί, που τον πρωτογνωρίσαμε σε μια επίσκεψη στον Άγιο Δημήτριο, στην ενορία μου, ότι αυτό πυροδότησε κάτι που για πολλά χρόνια κράτησε: το «σε κάθε Κυριακή για καφέ», με τον έναν ή τον άλλον τρόπο — είτε για κάποιο βιβλίο, είτε από μια επιφυλλίδα, είτε από κάτι που είδαμε. Η κουβέντα να γυρίζει σε εκείνον, οι καβγάδες μας να ξεκινούν από εκείνον, τα φιλιώματά μας να ξεκινούν από εκείνον.
Και με αυτόν τον τρόπο έτσι πορευτήκαμε. Και νομίζω ότι είναι πολύ συγκινητικό να βλέπεις ότι αυτή η πορεία δεν ήταν κάτι που έγινε σε μια γειτονιά του Πειραιά, αλλά και σε άλλες γειτονιές, και σε άλλα μέρη, και σε άλλους τόπους μακρινούς — αυτή η μοναδικότητα της πορείας.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ όλους. Εγώ θέλω να ευχαριστήσω και πάρα πολύ τον Θεόδωρο Παντούλα για όλον αυτόν τον κόπο που έχει αναλάβει, αλλά και τον Κώστα τον Βεργή. Μαζί πορεύονται έτσι πολύ όμορφα και μας δίνουν πολλά πράγματα — κι αυτό είναι κάτι σημαντικό.
Το βιβλίο, όπως είδατε, υπάρχει. Θα μπορείτε να το δείτε μαζί και με κάποια άλλη μικρή βιβλιογραφία του Χρήστου Γιανναρά.
Ευχαριστώ πολύ που ήσασταν σήμερα εδώ. Υπάρχει και κάποιο μικρό κέρασμα τώρα, γιατί οι ημέρες το δικαιολογούν και θα μας δώσει και τη δυνατότητα για λίγο να παρατείνουμε τον χρόνο που θα είμαστε μαζί.
Να είστε καλά. Καλή συνέχεια.
ΣΧΟΛΙΟ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΑΣΕ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΜΑΣ ΣΥΝΟΡΑ, ΑΝΟΙΞΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ. ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΗΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΑ ΟΦΕΛΗ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΑΝ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΕΘΝΟΣ ΜΑΣ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΟΥ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΚΤΗΣΑΝ ΚΑΙ ΟΡΓΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΗ. ΣΠΟΡΟ ΔΕΝ ΕΣΠΕΙΡΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ Σ'ΑΥΤΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΠΟΙΑ ΘΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ. ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΤΟΙΜΗ ΑΓΟΝΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου