Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

                  


Ἔρχομαι ἐπειγόντως νὰ καταβάλω τὴν ὀφειλή μου. Διότι, ἂν καὶ εἶμαι πτωχός, βιάζομαι νὰ ἀποσπάσω ὁπωσδήποτε τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Εἶχα δώσει ὑπόσχεση νὰ φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.

 

Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ ἐξοφλῶ πρῶτα τὶς παλαιότερες ὀφειλές, γιὰ νὰ μὴ μὲ πιέζουν οἱ τόκοι ποὺ συγκεντρώνονται. Συνεργασθεῖτε μαζί μου στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους, καὶ ἱκετεύσετε τὸν Θωμᾶ νὰ εὐλογήση τὰ χείλη μου μὲ τὴν ἁγία δεξιά του, μὲ τὴν ὁποίαν ἤγγισε τὴν πλευρὰ τοῦ Δεσπότου, ὥστε νὰ νευρώση τὴν γλώσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε. Καὶ ἐγώ, ἐνθαρρυνόμενος μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἀποστόλου καὶ μάρτυρος Θωμᾶ, διακηρύττω τὴν ἀρχικὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν τελικὴν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ἔγινε κρηπὶς καὶ Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὅταν εἰσῆλθε ὁ Σωτὴρ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ οἱ μαθηταί του καὶ ἐξῆλθε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀπουσίαζε μόνον ὁ Θωμᾶς. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἀπουσία τοῦ μαθητοῦ νὰ γίνη πρόξενος περισσοτέρας ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητος. Διότι, ἐὰν παρευρίσκετο ὁ Θωμᾶς, δὲν θὰ ἀμφέβαλλε. Καὶ ἂν δὲν ἀμφέβαλλε, δὲν Θὰ ζητοῦσε νὰ περιεργασθῆ. Ἐὰν δὲν ζητοῦσε, δὲν θὰ ψηλαφοῦσε. Καὶ ἐὰν δὲν ψηλαφοῦσε, δὲν θὰ ἀνεκήρυττε τὸν Χριστὸ Κύριον καὶ Θεόν. Ἐὰν δὲν τὸν εἶχε ἀποκαλέσει Κύριον καὶ Θεόν, ἐμεῖς δὲν θὰ εἴχαμε διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἀπουσία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια” καὶ μὲ τὴν παρουσία του ὕστερα μᾶς ἐβεβαίωσε περισσότερο στὴν πίστη.

Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταί, ὅταν ἦλθε ἀργοπορημένος: «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια». Εἴδαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ γεγονότα. Εἴδαμε αὐτὸν ποὺ εἶπε: «μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι», καὶ βλέποντας τὴν ἀνάσταση, ἐπροσκυνήσαμε τὸν ἀναστάντα. Τὸν ἀκούσαμε ποὺ μᾶς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», καὶ μεταστρέψαμε τὴν ζάλη τῆς λύπης σὲ γαλήνια εὐφροσύνη. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια του ποὺ ἐδέχθησαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴν λύσσα τῶν θεομάχων θηρίων. Ἀντικρίσαμε τὰ χέρια ποὺ μᾶς ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία, ἀντικρίσαμε καὶ τὴν πλευρὰν ποὺ φανερώνει λαμπρότερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πληγωμένου. Αὐτὴν τὴν πλευρὰ τὴν ὁποίαν ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ εὐλαβοῦνται οἱ πιστοὶ καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες. Ὑποδεχθήκαμε καὶ ἐμφύσημα θεῖον ἀπὸ τὸ θεῖον στόμα του, ἐμφύσημα πνευματικόν, ἐμφύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ἐχειροτονηθήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο, κύριοι της ἀφέσεως τῶν πλημμελημάτων. Ἀποκτήσαμε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν ἐντολή: «ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια εἴχαμε τὴν βαθειὰ χαρὰ νὰ ἀκούσωμε ἀπὸ τὸν Σωτήρα, τέτοιες δωρεὲς ἀπολαύσαμε. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πλουτήσωμε, ἀφοῦ εὑρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Ἀλλὰ μόνο σὺ ἔμεινες πτωχός, ἀφοῦ ἀπουσίαζες.

Καὶ τί τοὺς εἶπεν ὁ Θωμᾶς; Εἴδατε τὸν Κύριο; Καλῶς. Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ εἴδατε, νὰ τὸν σέβεσθε περισσότερο. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, μὴν παύσετε νὰ τὸν κηρύττετε. Ἐγὼ ὅμως «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χείρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω». Καὶ σεῖς δὲν θὰ εἴχατε πιστεύσει ἐὰν πρῶτα δὲν ἐβλέπατε. Ἔτσι κι ἐγώ, ἐὰν δὲν ἴδω, δὲν θὰ πιστεύσω.

Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, διατήρησε τὸν ζῆλο σου, ὥστε βλέποντας ἐσὺ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Ζήτησε μὲ ἐπιμονὴ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Μὴν παύσης νὰ ἐρευνᾶς εἰλικρινῶς, ἐὰν δὲν εὕρης τὸν θησαυρὸ ποὺ ζητεῖς. Μὴν παύσης νὰ κρούης τὴν θύρα τῆς ἀναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἀγαπῶ τὸν διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, ἐπειδὴ ἀναιρεῖ κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴν φιλομάθειά σου ἐπειδὴ καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι νὰ σὲ ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λέγης: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Διότι μὲ τὸ νὰ ἀπιστῆς ἐσύ, ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Σκάπτοντας ἐσὺ μὲ τὴν δικέλλα τῆς γλώσσης τὸ θεῖον σῶμα, ἐγὼ ἀκόπως θερίζω τὸν καρπὸ καὶ τὸν συλλέγω γιὰ μένα.

Ἐὰν δὲν ἰδῶ μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια τὶς πληγὲς τὶς ὁποῖες ἄνοιξαν οἱ ἀσεβεῖς στὰ ἁγιά του χέρια, δὲν πρόκειται νὰ συγκατατεθῶ στοὺς λόγους σας. Ἐὰν δὲν βάλω τὸ ἴδιο μου τὸ δάκτυλο στὰ κοιλώματα τῶν καρφιῶν, δὲν θὰ δεχθῶ τὴν καλή σας ἀγγελία. Ἐὰν δὲν κρατήσω μὲ τὸ χέρι μου τὸ ἴδιο τὴν πλευρὰ τοῦ εὑρισκομένου πέραν ἀπὸ κάθε ὑποψία μάρτυρος τῆς Ἀναστάσεως, δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω στὸ δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχθῆ τὴν συνηγορία ἀπὸ τὰ γεγονότα. Καὶ κάθε λόγος ποὺ στερεῖται τὴν ἀπὸ τὰ ἔργα μαρτυρία, ἐξαφανίζεται στὸν ἀέρα. Ἔχω νὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Διδασκάλου. Πῶς λοιπὸν θὰ διηγηθῶ μὲ λόγια ἐκεῖνα ποὺ δὲν παρέλαβα μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου; Πῶς θὰ πείσω τοὺς ἀπίστους νὰ πιστεύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ἐγὼ ἔχω παρακολουθήσει; Νὰ εἰπῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι εἶδα τὸν Κύριό μου νὰ σταυρώνεται, δὲν τὸν εἶδα ὅμως ἀναστημένο, παρὰ μόνον ἤκουσα; Καὶ ποῖος δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγιά μου; Ποῖος δὲν θὰ περιφρονήση τὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαγγελία λόγων, καὶ ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

Αὐτοὺς τοὺς ἀμφιβόλους λογισμοὺς εἶχεν ὁ Θωμᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ἐπαρουσιάσθη πάλιν ὁ Κύριος στοὺς συνηθροισμένους μαθητάς του. Ἄφησε πρῶτα τὸν Θωμᾶ, κατὰ τὶς ἡμέρες ποὺ παρεμβάλλονται, νὰ κατηχηθῆ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του, παραχωρώντας ἔτσι νὰ ἀναφλεγῆ ἀπὸ τὴν δίψα τῆς συναντήσεώς του. Καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας, τότε, τὴν κατάλληλη στιγμή, ὁ ποθούμενος ἀπεκαλύφθη σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ὅπως πρίν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ πάλι, ὅπως τὴν πρώτη φορά, τοὺς εἶπε: «εἰρήνη ὑμῖν», γιὰ νὰ ταυτισθῆ τὸ γεγονὸς μὲ τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώση τὴν ἀναγγελία τῶν Ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τῆς δευτέρας ἐπισκέψεώς του. «Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ. Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου». Ὦ ὕψος ἀπεράντου φιλανθρωπίας! Ὦ πέλαγος ἀμετρήτου συγκαταβάσεως! Δὲν ἐπερίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν ἀνέμεινε νὰ προσέλθη αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Δὲν τὸν ἐστέρησε οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ποθούμενος προσείλκυσε κοντὰ του διὰ τῆς βίας τὸν ἐραστήν, ὁ ἴδιος ἔσυρε μὲ τὴν φωνή, στὴν πληγὴ τὸ δάκτυλο αὐτοῦ ποὺ τὴν ποθοῦσε, ὁ ἴδιος μὲ τὴν Δεσποτική του γλώσσα ἐτράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν: «φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου».

Ἤκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν ὡς ἄνθρωπος, παρὼν ὅμως ὡς Θεός, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν μαζί σας κατὰ τὴν θεότητα, ἂν καὶ ἀποχωρισμένος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια σου; Δὲν εἶπες: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω»; Ἀπὸ τὰ χείλη σου δὲν ἐξῆλθαν τὰ λόγια αὐτά; Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἐκφράζουν τοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὰ λοιπὸν ἦλθα πάλι, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλεις. Γι’ αὐτὸ ἦλθα πάλι κοντά σας, εἶμαι ἐδῶ γι’ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐπιθυμεῖς.

Γιὰ σὲ τὸν ἕνα ἦλθα καὶ τώρα κοντά σου, ἐγὼ ποὺ κατῆλθα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιὰ τὸ πλανώμενο πρόβατο, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψω τοὺς οὐρανούς. Μὴ λοιπὸν διστάσης νὰ μάθης αὐτὰ ποὺ ποθεῖς, μὴν ἐντραπῆς νὰ περιεργασθῆς αὐτὰ ποὺ ἐπιζητεῖς. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάκτυλό σου ἐπάνω στὰ ἴδιά μου τὰ χέρια. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάκτυλα, ὅπως ἀνέχθηκα καὶ τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπέμεινα τὴν ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν.

Ὅταν ἐσταυρώθηκα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἠγανάκτησα, καὶ δὲν θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἔρευνα; «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἐτραυματίσθησαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν σας. «Ἴδε τὰς χεῖρας μου» καὶ ἀναλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑκουσίως ἐσταυρώθη ἢ μήπως κάποιος ἄλλος; «Ἴδε τὰς χεῖρας μου», ποὺ ἄφησα νὰ διατηρήσουν τὰ σύμβολα τῆς ἰουδαϊκῆς μανίας, ὥστε ὅταν μὲ τὴν συνηθισμένη ἀναίδειά τους οἱ Ἰουδαῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, μοῦ εἰποῦν ὅτι ἐμεῖς, Κύριε, δὲν σὲ ἐσταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐπολέμησαν τὰ χέρια μου μὲ τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν, καὶ θὰ ἐντροπιάσω τοὺς Ἰουδαίους μόλις μὲ ἀντικρύσουν. Κοίτα τὰ χέρια μου καὶ μὴ νομίσης ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως εἶναι φαντασία. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ὁμήρους της ἰδικῆς σας ἀναγεννήσεως. Κράτα τὰ χέρια αὐτὰ ὡς ἄγκυρα ποὺ ἀνειλκύσθη ἀπὸ τὸν βυθὸ τοῦ Ἅδου.

Μὴ φοβηθῆς κανένα βιοτικὸν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμικὴ μὴ σὲ τρομάξη, μὴ φοβηθῆς τοὺς ἀντιθέτους ἀνέμους, μὴ φροντίσης καθόλου γιὰ τὶς καταιγίδες καὶ τοὺς σκοπέλους τῆς θαλάσσης τῶν ἐχθρῶν. Πλεῦσε μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τοῦ βίου, πλεῦσε κρατώντας δυνατὰ τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, πλεῦσε προσέχοντας στὸν οὐρανὸ σὰν σὲ λιμάνι, πλεῦσε φοβούμενος μόνο τῆς ἰδικῆς μου ἀρνήσεως τὸ ναυάγιο. Περιγέλασε τὸν θάνατον ὡς νεκρό, περίπαιξε τὴν φθορὰν ὡς ἀνίσχυρη, χαιρέτισε τὸν ὑπὲρ ἐμοῦ θάνατον ὡς ἀρχὴν ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ «φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου…». Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴν κρήνην αὐτὴν τῆς ζωῆς τὸ νάμα ποὺ ποθεῖς καὶ παρηγόρησε τὴν δίψα σου. «Φέρε τὴν χαρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», τοποθέτησε τὸ χέρι σου μέσα στὸ ἰατρεῖο τῆς φύσεως καὶ ἀπόβαλε τὸ δηλητήριο τῆς προαιρέσεώς σου. Ἀνέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ἐγὼ ποὺ ἐδέχθην τὴν πληγὴ τῆς λόγχης.

«Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», ὥστε νὰ ἠμπορῆς νὰ λέγης σὲ ὅσους ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια, ὅτι μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ εἶδες καὶ μὲ ἐξέτασες καὶ μὲ ἐψηλάφησες μὲ ἀκρίβεια. «Φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου», διότι γιὰ σὲ τὴν διετήρησα ἔτσι, ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἐθεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων, προγνωρίζοντας ὡς Θεὸς ὅτι θὰ θελήσεις νὰ τὴν ἰδῆς σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὥστε βλέποντας σὺ τὰ ἴχνη τοῦ πάθους τῆς σαρκός μου, νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. «Φέρε τὴν χεῖρα σου, καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου» τὴν ὁποίαν ἐφύλαξα ἔτσι ὅπως τὴν βλέπεις, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω Κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, νὰ ἰδοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους νὰ φανερώνωνται τὰ ἔργα τῆς κακῆς ἐργασίας τους, καὶ νὰ γίνουν αὐτοκατάκριτοι. «Καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Εἶναι κακὸν ἡ ἀπιστία. Βυθίζει τὸν νοῦν. Ἡ πίστις τὸν ἐξυψώνει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχὴ” ἡ πίστις φωτίζει τοὺς λογισμούς. Ἡ ἀπιστία καὶ τὰ ἀόρατα τὰ βλέπει καθαρά. Ὁ ἄπιστος ἔχει πλήρη ἄγνοια. «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀποδίωξε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίτα τὶς καθαρὲς ἀκτίνες τῆς πίστεως. Πάρε ὅλα τὰ ἐφόδια γιὰ νὰ γίνης ἄξιος Ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.

Γίνε ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συνανεστράφη μαζί μου, καὶ εἶχε τὶς ἐμπειρίες ποὺ εἶχες ἐσύ. Ὁμοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκλήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐτιμήθης, ὁμοίως μὲ αὐτοὺς ἐξοπλίσου. Τὰ ἴδια μὲ ἐκείνους εἶδες καὶ σύ, σοῦ ἐνεπιστεύθην σὰν φίλο ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅπως καὶ σ’ αὐτούς. Ὁμοίως μὲ αὐτοὺς κήρυττε τὴν δύναμή μου. Μὴν εἰπῆς πάλι γιὰ δευτέρα φορά: «ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, οὐ μὴ πιστεύσω». Ὅσον εἶμαι μαζί σας, ὅπως θέλης ἠμπορεῖς νὰ μὲ περιεργασθῆς. Ὅσον ἔχεις κοντά σου τὸ οὐράνιον κλῆμα, ἐξερεύνησε ὅλους τους κλάδους καὶ τὰ σταφύλια του. Θὰ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου ἦλθα στὴν γῆ, θὰ ἀνέλθω ἐκεῖ ὅπου εἶμαι, θὰ ἀνέλθω ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνη μου φύσιν ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου συγκατέβην γιὰ χάρη σας ὡς πρὸς τὴν θεότητα. Θὰ ἀνέλθω μὲ τοῦτο τὸ σῶμα, ἐγὼ ποὺ χωρὶς αὐτὸ ἔχω ἐκδημήσει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψα νὰ παραμένω ἐκεῖ. Θὰ ἀνέλθω μὲ τὴν ἰδικὴ σας φύση πρὸς τὸν πατρικὸν κόλπο, ἐγὼ ποὺ εὑρίσκομαι στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός. Διότι ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα ὅλον αὐτὸν τὸν δρόμο.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θωμᾶς ἤγγισε τὰ δεσποτικὰ χέρια καὶ τὴν θεία πλευρά, καὶ ἐκυριεύθη ἀπὸ δειλία καὶ χαρὰ μὲ τὴν θέα αὐτῶν ποὺ ἐπεθύμησε, κινεῖ εὐθὺς τὴν γλώσσα πρὸς ὑμνωδίαν ἀναφωνώντας πρὸς τὸν Κύριον: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός, σὺ εἶσαι καὶ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος, σὺ εἶσαι ἀξιοθαύμαστος καὶ παράδοξος ἰατρὸς τῆς φύσεως. Δὲν ἀποκόπτεις μὲ νυστέρι τὰ παθήματα, δὲν καυτηριάζεις μὲ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν ἀντλεῖς ἀπὸ τὰ βότανα τὴν ἰσχὺ τῶν φαρμάκων, δὲν ἐπιδένεις μὲ ἐπιδέσμους ὁρατοὺς τὰ πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις ἀοράτους ἐπιδέσμους εὐσπλαχνίας, οἱ ὁποῖοι ἀοράτως τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγον ὀξύτερον ἀπὸ τὸ μαχαίρι, ἔχεις διδασκαλία πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν φωτιά, ἔχεις βλέμμα πιὸ προσιτὸ ἀπὸ βάλσαμο. Ὡς δημιουργός, χωρὶς δαπάνη καὶ ἀντίτιμο, ἁγιάζεις τὸ δημιούργημά σου. Ὡς πλάστης, χωρὶς νὰ κοπιάσης, μεταπλάττεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ ἐκαθάρισες λεπροὺς μὲ τὸ θέλημά σου, σὺ ἔκαμες χωλοὺς νὰ τρέχουν, σὺ ἔδωσες στοὺς παραλύτους νὰ σηκώσουν τὰ κρεβάτια τους, σὺ ἐπρόσταξες ἐκ γενετῆς τυφλοὺς νὰ ξεπλύνουν τὸ σκοτεινό τους κάλυμμα, σὺ ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὰ πλάσματά σου, σὺ συνελήφθης μὲ τὴν θέλησή σου ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, σὺ ἔπαθες τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ἑκουσίως πρὸς χάριν μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἀνεγνώρισα τὸν Δεσπότη μου, ἀνεγνώρισα τὸν ἁλιέα μου καὶ φύλακα, τὸν Βασιλέα καὶ Κύριό μου. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν πρόσληψη τῆς φύσεώς μου, πιστεύω στὸν προσκυνητὸν Σταυρόν σου, πιστεύω στὰ Πάθη τῆς σαρκός σου, πιστεύω στὸν τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στὴν Ἀνάστασίν σου. Πλέον δὲν ἐξετάζω. Πιστεύω, δὲν φιλολογῶ. Πιστεύω, δὲν ζυγίζω. Πιστεύω, δὲν περιεργάζομαι. Πιστεύω στοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ στὰ χέρια μου. Αὐτὰ ποὺ εἶδα μὲ ἐδίδαξαν νὰ μὴ φιλολογῶ. Ἔμαθα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηλάφησα νὰ προσκυνῶ καὶ ὄχι νὰ συγκρίνω μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά. Ἕναν Κύριον καὶ Θεὸν γνωρίζω μόνον, τὸν Δεσπότην Χριστό, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Ὁμιλία εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν (trelogiannis.blogspot.com)

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (20)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 27 Απριλίου 2022

    ΛΟΓΟΣ ΣΤ'

(Άσμα Ασμάτων 3,1-8)

Η ΝΥΦΗ

1. «Τις νύχτες πάνω στο κρεβάτι μου 

αναζήτησα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου· 

τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα· 

τον φώναξα και δεν μ’ άκουσε. 

2. Θα σηκωθώ και θα φέρω γύρα στην πόλη, 

στις αγορές και στις πλατείες, 

αναζητώντας αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου· 

3. τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα.

Με βρήκαν οι φύλακες που τριγυρνούν στην πόλη.

Μήπως είδατε αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου;

4. Μόλις απομακρύνθηκα λίγο απ’ αυτούς, 

αμέσως βρήκα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου.

Τον κράτησα σφιχτά και δεν τον άφησα,

ώσπου τον έφερα στον οίκο της μητέρας μου

και τον εισήγαγα στην κάμαρα εκείνης που με γέννησε.

5. Σας όρκισα, κόρες της Ιερουσαλήμ,

στις δυνάμεις και στις εξουσίες του αγρού,

μη ξυπνήστε και μη σηκώστε την αγάπη μου ώσπου να το θελήσει.

Ο ΧΟΡΟΣ

6. Ποιά είναι αυτή που ανεβαίνει από την έρημο,

ως καπνού στήλη, μοσχοβολώντας σμύρνα και λιβάνι

κι όλες τις αρωματικές σκόνες του μυροποιού;

Η ΝΥΦΗ

7. Να, η κλίνη εδώ του Σολομώντα·

εξήντα παλικάρια ολόγυρα

από τους δυνατούς του Ισραήλ.

8. Όλοι σπαθί κρατώντας,

καλά στον πόλεμο δασκαλεμένοι·

κάθε άντρας και σπαθί πλάι στον μηρό του

για τους φόβους της νύχτας.

Το Άσμα των Ασμάτων με το ανάγνωσμα αυτό μας μιλάει πάλι για τα μεγάλα και υψηλά δόγματα. Η διήγηση της νύμφης είναι φιλοσοφία, με όσα λέει για αυτή την ίδια, διδάσκοντας ποιά σχέση πρέπει να έχουν με το θείο οι εραστές του υπερκείμενου κάλλους. Αυτό που μαθαίνομε με τα λόγια αυτά είναι το εξής (πρέπει νομίζω να εκθέσουμε προηγουμένως το νόημα που κρύβουν οι στίχοι κι έτσι έπειτα να συνδέσουμε τα θεόπνευστα λόγια με όσα είπαμε πρωτύτερα). Διαφαίνεται λοιπόν, με λίγα λόγια, ένα τέτοιο δόγμα με όσα ειπώθηκαν. Με την ανώτατη διαίρεση, η φύση των όντων χωρίζεται σε δύο μέρη· ένα αισθητό και υλικό και ένα άλλο νοητό και άυλο. Αισθητό λοιπόν λέμε όποιο γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση, ενώ νοητό όποιο ξεπερνά την αντίληψη με τις αισθήσεις.

Από αυτά το νοητό είναι άπειρο και απεριόριστο, ενώ το άλλο περιλαμβάνεται οπωσδήποτε σε κάποια όρια. Επειδή κάθε ύλη χαρακτηρίζεται από το ποσό και το ποιό, τον όγκο και το είδος και την επιφάνεια και το σχήμα, όσα θεωρούμε γι’ αυτήν γίνονται το όριο της κατανόησής της, ώστε να μην έχει όποιος ερευνά τα υλικά σώματα να συλλάβει με τη φαντασία του κάτι έξω από αυτά. Ενώ το νοητό και άυλο, επειδή είναι καθαρό από αυτόν τον περιορισμό, ξεφεύγει τα όρια και δεν περατώνεται πουθενά. Αλλά και η νοητή πάλι φύση διαιρείται σε δύο και είναι, από τη μία μεν η άκτιστη και δημιουργός των όντων, που είναι πάντοτε αυτό που είναι και είναι πάντοτε η ίδια, ανώτερη από κάθε προσθήκη και που δεν επιδέχεται ελάττωση στα αγαθά, κι από την άλλη δε εκείνη που έχει γίνει με δημιουργία, βλέπει πάντοτε προς το πρώτο αίτιο των όντων, με τη μετουσία του υπέρτατου συντηρείται πάντοτε μέσα στο αγαθό και κατά κάποιο τρόπο κτίζεται διαρκώς, ενώ με την επαύξησή της στα αγαθά μεταβάλλεται στο καλύτερο. Έτσι ούτε σ’ αυτή δεν παρατηρείται κάποιο πέρας ούτε η αύξησή της προς το καλύτερο περιγράφεται από κάποιο όριο, αλλά πάντοτε είναι το διαρκώς παρόν αγαθό, όσο εξαιρετικά μεγάλο και τέλειο κι αν φαίνεται πως είναι, αρχή του ανώτερου και μεγαλύτερου, ώστε και σε τούτο ν’ αληθεύει ο αποστολικός λόγος με την επέκταση προς τα εμπρός να λησμονούνται όσα είχαν ως τότε πραγματωθεί. Γιατί το μεγαλύτερο και εξαιρετικό καθ’ υπερβολή αγαθό που βρίσκουμε κάθε φορά, συγκροτώντας την επιθυμία εκείνων που το μετέχουν, δεν αφήνει να στρέφουμε το βλέμμα προς τα περασμένα, απορρίπτοντας τη θύμηση των κατώτερων με την απόλαυση των ανώτερων.

Το νόημα λοιπόν που προβάλλει η φιλοσοφία της διήγησης της νύμφης είναι νομίζω αυτό. Τώρα είναι καιρός ν’ αναφερθούμε πρώτα στις λέξεις των θεόπνευστων λόγων κι έτσι έπειτα να συνδέσουμε το νόημα των στίχων με όσα εκθέσαμε προηγουμένως. «Στο κρεβάτι μου», λέει, «τις νύχτες αναζήτησα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου, τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα, τον φώναξα και δεν μ’ άκουσε. Θα σηκωθώ λοιπόν και θα φέρω γύρα στην πόλη, στις αγορές και στις πλατείες και θ’ αναζητήσω αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου. Τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα. Με βρήκαν οι φύλακες που τριγυρίζουν στην πόλη. Μήπως είδατε αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου; Μόλις τους άφησα κι έφυγα, βρήκα αμέσως αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου. Τον κράτησα και δεν τον άφησα, ώσπου τον οδήγησα στον οίκο της μητέρας μου και τον εισήγαγα στην κάμαρα εκείνης που με γέννησε».

Πώς λοιπόν σ’ αυτά που ειπώθηκαν βρίσκουμε τα νοήματα που εκθέσαμε προηγουμένως δογματικώς; Στις προηγούμενες αναβάσεις, σύμφωνα με το βαθμό της αύξησης που σημειωνόταν κάθε φορά, μεταβαλλόταν πάντοτε προς το καλύτερο και ποτέ δε σταματούσε στο αγαθό που είχε κατακτήσει, και άλλοτε συγκρινόταν με το ιππικό που κατάστρεψε τον Αιγύπτιο τύραννο και ξανά παρομοιαζόταν με τρυγόνια και περιδέραια σχετικά με το στολισμό τού λαιμού. Και σα να μην της έφτασαν αυτά προχωρεί έπειτα στο ακόμη ανώτερο. Γιατί με τη νάρδο της γνωρίζει καλά τη θεία ευωδία και δε σταματά ούτε σ’ αυτό· αλλά και πάλι τον ίδιο τον ποθητό της σαν ένα μύρο ευωδιαστό τον βάζει ανάμεσα στους λογικούς μαστούς, από όπου αναβλύζουν τα θεία διδάγματα, δένοντάς τον μέσα στην άπλα της καρδιάς της. Έπειτα κάνει το γεωργό καρπό της, ονομάζοντάς τον τσαμπί, που σκορπά γλυκιά και ευχάριστη μυρωδιά από τα λουλούδια του. Κι αφού έφτασε στο ύψος αυτό με τέτοιες αναβάσεις, λέγεται καλή και στέκεται πλησίον του και η ομορφιά των ματιών της παρομοιάζεται με τα περιστέρια.

Έπειτα προχωρεί πάλι προς το ανώτερο. Επειδή κι εκείνη βλέπει καθαρότερα, αντιλαμβάνεται την ωραιότητα του Λόγου και θαυμάζει πως κατεβαίνει ολοΐσκιωτος στην κλίνη τής κάτω ζωής, σκιαζόμενος από την υλική φύση του ανθρώπινου σώματος. Μαζί με αυτά περιγράφει τον οίκο της αρετής, που τα ξύλα της οροφής του είναι ο κέδρος και το κυπαρίσσι, που ούτε σαπίζουν ούτε φθείρονται. Με αυτά ερμηνεύει τη μονιμότητα και το αμετάβλητο της σχέσης προς το αγαθό. Έπειτα δείχνεται φανερά η μεταβολή της προς το καλύτερο και μοιάζει με κρίνο στ’ αγκάθια. Και πάλι διαπιστώνει εκείνη τη διαφορά του νυμφίου από τους άλλους. Τον ονομάζει μηλιά ανάμεσα σε άκαρπα δέντρα του δάσους που τη στολίζουν τα ωραία μήλα και μπαίνοντας στη σκιά της μπαίνει στο κελάρι του οίνου. Στηρίζεται με μύρα, μέσα στους καρπούς της μηλιάς ξαπλώνει κι αφού δεχτεί το εκλεκτό βέλος στην καρδιά της μέσω της γλυκιάς λαβωματιάς γίνεται και η ίδια βέλος στα χέρια του τοξότη, που το αριστερό του κατευθύνει την καμπύλη του τόξου ψηλά προς το στόχο, ενώ με το δεξί τραβάει προς τον εαυτό της το βέλος.

Έπειτα από αυτά, αφού πια έφτασε στην τελειότητα, συμβουλεύει και τις άλλες να δείξουν την ίδια προθυμία για το θέμα αυτό, ξυπνώντας με όρκο το ενδιαφέρον τους για την αγάπη. Ποιός θα διαφωνήσει ότι η ψυχή που πήγε τόσο ψηλά δεν έφτασε στο ακρότατο όριο της τελειότητας; Κι όμως το πέρας όσων πραγματοποιήθηκαν ως τώρα γίνεται αρχή για τη χειραγώγηση προς τα ψηλότερα. Όλα εκείνα δηλαδή θεωρήθηκαν ήχος φωνής που στρέφει την ψυχή μέσω της ακοής στη θεωρία των μυστικών. Κι αρχίζει να βλέπει τον ποθητό της να παρουσιάζεται στα μάτια της με άλλη μορφή. Παρομοιάζεται με ζαρκάδι και παραβάλλεται μ’ ελαφόπουλο∙ και δε στέκεται σ’ αυτό που βλέπει ούτε στη μία αυτή μορφή ούτε στον ίδιο τόπο. Αλλά σκιρτά επάνω στα όρη πηδώντας από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. Και πάλι η νύμφη φτάνει σ’ ανώτερο επίπεδο, ακούγοντας δεύτερη φωνή, που την παρακινεί ν’ αφήσει τη σκιά του τοίχου και να βγει στο ύπαιθρο, ν’ αναπαυθεί στη σκέπη της πέτρας που είναι συνέχεια του προτειχίσματος και να χαρεί την ανοιξιάτικη ωραιότητα, δρέποντας τα άνθη της εποχής, τα ακμαία και ώριμα και κατάλληλα να μαζευτούν, κι όσα άλλα χαρίζει η εποχή ν’ απολαύσουν όσοι ευχαριστιούνται με τα μουσικά κελαηδήματα των πουλιών. Και μ’ αυτά πάλι, αφού γίνει η νύμφη τελειότερη, αξιώνεται να δει καθαρά την ίδια την όψη εκείνου που της μιλάει και ν’ ακούσει τα λόγια του από τον ίδιο κι όχι από άλλους.

Είναι φυσικό να μακαριστεί πάλι η ψυχή έπειτα από αυτά για την υψηλή ανάβασή της, αφού έφτασε στο ακρότατο όριο όσων ποθούσε. Τί θα μπορούσε να σκεφτεί κανένας μεγαλύτερο για μακαρισμό από το να δει το Θεό; Αλλά κι αυτό είναι πέρας βέβαια όσων έχουν κατορθωθεί προηγουμένως, γίνεται όμως αρχή ελπίδας για τα ψηλότερα. Ακούει δηλαδή πάλι τη φωνή που δίνει διαταγή στους κυνηγούς για να σωθούν οι λογικοί αμπελώνες να πιάσουν τα αγρίμια που βλάφτουν τους καρπούς, εκείνα τα μικρά αλεπουδάκια. Κι αφού γίνει αυτό μεταλλάσσει τα δύο το ένα στο άλλο. Γιατί και ο Θεός μπαίνει μέσα στην ψυχή και η ψυχή πάλι μετοικεί στο Θεό. Γιατί λέει «δικός μου είναι ο αγαπημένος μου κι εγώ δική του», εκείνου που ποιμαίνει μέσα στα κρίνα και μεταθέτει την ανθρώπινη ζωή από τις σκιώδεις φαντασίες στην αλήθεια των όντων. Βλέπεις σε πόσο ύψος ανέβηκε αυτή που πορεύεται, κατά τον προφητικό λόγο, από δύναμη σε δύναμη, ώστε να νομίζει ότι έχει επιτύχει το ακρότατο σημείο της ελπίδας των αγαθών. Τί ανώτερο μπορεί να συμβεί από το να βρεθεί κάποιος μέσα στον ίδιο τον ποθητό και να δεχτεί στον εαυτό του τον ποθούμενο; Αλλ’ όμως φτάνοντας και σ’ αυτό, σα να είναι φτωχή από το αγαθό, θρηνεί πάλι κι επειδή δεν έχει ακόμα αυτό που απασχολεί την επιθυμία της, βρίσκεται σε αμηχανία και θυμώνει και κοινολογεί την αμηχανία αυτή της ψυχής με τη διήγησή της και περιγράφει πως βρήκε αυτό που αναζητούσε.

Συνεχίζεται

Το πρωτότυπο κείμενο

Κ. Στρατηγόπουλος: Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς «κρίνεται» γιατί δέν πίστεψε στήν Ἐκκλησία. Ἡ «καλή ἀπιστία» ὅμως ἦταν εὐεργετική γιά τό ἀνθρώπινο γένος

Ἡ Ψηλάφισις τοῦ Θωμᾶ
Τοῦ  Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
Νά ἀναλύσουμε σήμερα τήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ, πού λέγεται, κατά τά μέτρα τῆς λειτουργικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας μας, «Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα», γιατί εἶναι ἡ ἑπομένη, ἡ ὀγδόη μέρα ἀκριβῶς μετά ἀπό τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου συντελεῖται αὐτό τό γεγονός τῆς... συναντήσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τό Θωμᾶ.
Θυμάστε πολύ καλά τήν ἀναστάσιμη περικοπή. Τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του, τήν πρώτη μέρα αὐτή τοῦ Σαββάτου, πού ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, «ἦλθεν ὁ Χριστός καί ἔστη», λέει τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἐν μέσῳ αὐτῶν· καί «οἱ μαθηταί ἐχάρησαν ἰδόντες τόν Κύριον» καί Ἐκεῖνος ἔδειξε τάς χεῖρας καί τούς πόδας Αὐτοῦ καί εἶπε: «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται».

«Θωμᾶς δέ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, οὐκ ἦν μετ᾽ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Κύριος», λέει τό κείμενο. Ἐκείνη τήν ἡμέρα, λοιπόν, δέν ἦταν [ὁ Θωμᾶς]. Ξέρετε πολύ καλά τήν ἱστορία· εἶπαν οἱ μαθητές ὅτι: «ἑωράκαμεν τόν Κύριον» καί ἐκεῖνος εἶπε: ὅτι ἄν δέν δῶ μέ τά μάτια μου τόν τύπον τῶν ἥλων στήν χεῖρα του καί εἰς τήν πλευρά αὐτοῦ «οὐ μή πιστεύσω». Μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί λειτουργεῖ τό θέμα ἀντίστροφα στό θέμα τῆς πίστεως τοῦ Θωμᾶ.

Πρῶτο γεγονός πού πρέπει νά δοῦμε, εἶναι τό ἐρώτημα τό ὁποῖο προκύπτει, τοῦ γιατί δέν πιστεύει ὁ Θωμᾶς. Κατά τά μέτρα τῆς πατερικῆς προσεγγίσεως εἶναι πάρα πολύ φυσικό νά μήν πιστεύει, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ὅτι δέν εἶναι εὔκολο νά πιστέψεις ὅτι ἕνας νεκρός ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι δηλαδή κάτι «τακτικό» πού νά τό πιστέψεις. Ὁ Θωμᾶς, ἄν μπορούσαμε νά ποῦμε τή λέξη, «κρίνεται» -ἄν μπορούσαμε νά τήν ποῦμε τή λέξη «κρίνεται»- ὄχι γιατί δέν πίστεψε στό Χριστό· αὐτό εἶναι κατανοητό. Θά ἦταν πολύ καλό νά πιστέψει κατευθείαν, ἀλλά ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο «κρίνεται» εἶναι τό ὅτι δέν πίστεψε στήν Ἐκκλησία. Ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Οἱ ὑπόλοιποι μαθητές. Ὑπάρχουν μαθητές πού εἶπαν: «ἑωράκαμεν τόν Κύριον».

Γι᾽ αὐτό κι ἐμεῖς δέν ἀπαιτοῦμε κάποιος νά ἔχει ἄμεση ἐμπειρία γιά νά πιστέψει, ἀλλά νά πιστέψει τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καί τί εἶναι αὐτή ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας; Τό σῶμα μας. Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα καί ζοῦμε στό σῶμα, δέν εἴμαστε αὐτοτελή κύτταρα καί μονάδες. Ἀνήκουμε σέ αὐτό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού σημαίνει αὐτή ἡ ἐκκλησιολογική ἐμπειρία ὅτι, ὅ,τι ἔχεις ἐσύ, Ἐκκλησία, ἀπό παλιά μέχρι σήμερα, εἶναι ἐμπειρία ὅλων μας κι ἔτσι, ὅποιος θέλει νά ζήσει τήν ἐμπειρία καί αὐτός, εἶναι ἐγωιστική ἀπαίτηση. Ἀφοῦ τό ζεῖ τό σῶμα του; Δέν σᾶς τό ἔχω πεῖ ἄλλη φορά; Εἶναι ἀρκετό τό δάκτυλό μου ὅταν ἀκουμπάει πάνω σ᾽ ἕνα ἀντικείμενο γιά νά καταλάβει τή θερμότητα ἤ τήν ψυχρότητα τοῦ μετάλλου. Δέν χρειάζεται ὅλα τά δισεκατομμύρια κύτταρα τοῦ σώματός μου νά καταλάβουν αὐτή τήν ἔκφραση. Αὐτό εἶναι τό πιό συγκλονιστικό γεγονός, ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας· γι᾽ αὐτό ἐμεῖς δέν ἀπαιτοῦμε νά δοῦμε ἤ νά ζήσουμε αὐτά πού ἔζησε ἡ Ἐκκλησία, κατά τά μέτρα τῶν θαυμάτων, πού εἶδαν τό Χριστό ἤ δέν Τόν εἶδαν... ἡ ἱστορική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι εἶναι μές στήν Ἐκκλησία, ἐφόσον πιστεύουν τό Χριστό.

Αὐτό, λοιπόν, εἶναι τό κέντρο τῆς λεγομένης, θά τό πῶ καί πάλι μέσα σέ εἰσαγωγικά, «ἀπιστίας» τοῦ Θωμᾶ καί λέω μέσα σέ εἰσαγωγικά παρόλο πού εἶναι, ἄς τό ποῦμε, «κατακριτέα» καί πάλι μέσα σέ εἰσαγωγικά, ἡ στάση αὐτή, νά μήν πιστεύει στήν Ἐκκλησία, καί τούς ἄλλους μαθητές καί στέκομαι μέ αὐτό τόν τρόπο στή λέξη «ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ, γιατί τά τροπάρια τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ μᾶς παρουσιάζουν τό Θωμᾶ μέ ἕναν ἄλλο τρόπο, τελείως ἄλλο τρόπο. Μᾶς μιλᾶνε γιά τήν «καλή ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ. Μπορεῖ νά γίνει «καλή ἀπιστία»; Ἔτσι λένε· καί μάλιστα μιλᾶνε καί λένε πώς αὐτή ἡ «ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ ἦταν εὐεργετική γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Γι᾽ αὐτό μέ βλέπετε νά γίνομαι ἐφεκτικός ὅσον ἀφορᾶ τήν κριτική ἀκόμη καί τῆς λέξεως «ἀπιστία». Βέβαια, στέκομαι στό θέμα τῆς κριτικῆς τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀπιστίας, ἀλλά δεδομένων τῶν τροπαρίων αὐτῶν καί τῆς «καλῆς ἀπιστίας» τοῦ Θωμᾶ καί δεδομένης τῆς ἐκφράσεως ὅτι ἦταν πολύ καλή ἡ «ἀπιστία» του, εὐεργετική γιά τό ἀνθρώπινο γένος, πρέπει νά σταθῶ καί νά δῶ γιατί αὐτή ἡ «ἀπιστία» ἦταν πολύ καλή.

«Ὤ τῆς καλῆς ἀπιστίας τοῦ Θωμᾶ», πρῶτα-πρῶτα σημαίνει ὅτι ἔχει κάτι καλό αὐτή ἡ «ἀπιστία» μέσα. Ἔχει μιά τόλμη, τόλμη τό λένε, τολμᾶ νά ἀγγίξει τό Χριστό. Ὁ Χριστός δέν τό ἀρνεῖται. Ὁ Χριστός ποτέ δέν ἀρνήθηκε σέ κάποιον νά ψάξει τό πράγμα, ὅσο μπορεῖ νά πάει τό μυαλό του.

Γι᾽ αὐτό, παρενθετικά τό λέω, ἐμεῖς δέν λειτουργοῦμε κατά τά μέτρα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐκφράσεως: «πίστευε καί μή ἐρεύνα». Αὐτό εἶναι ἀρχαιοελληνικό, δέν τό ἔχουμε ἐμεῖς. Δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό χριστιανικό μέγεθος. Ὁ Χριστιανός ἔχει νοῦ καί μπορεῖ κατά τά μέτρα τῆς διανοητικῆς του λειτουργίας καί τοῦ νοῦ του νά ψάξει τά πράγματα - ὅσο μπορεῖ νά ψάξει φυσικά, γιατί τό μυαλό του δέν μπορεῖ νά πάει παραπάνω καί νά ἐρευνήσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.

Ἄρα, λοιπόν, [στήν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ] λειτουργεῖ καί τό ἀνθρώπινο μυαλό καί δέν εἶναι κακό νά λειτουργήσει τό ἀνθρώπινο μυαλό. Θά ἦταν πολύ καλό, σίγουρα, νά κάνει μιά ὑπέρβαση καί νά λειτουργήσει ὅπως οἱ: «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες», ἀλλά δέν καταργεῖται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι πάρα πολύ καίριο· γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας θεραπεύει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί γι᾽ αὐτή τήν αἰτία, γιά νά μπορεῖ τό πράγμα νά τό καταλάβει ἔστω κατά τά μέτρα τῆς λογικῆς καί λογικά, γι᾽ αὐτό μιλᾶμε καί γιά λογική λατρεία μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐδῶ, λοιπόν, αὐτό εἶναι κάτι εὐεργετικό: Ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄνθρωπος, μπορεῖ νά ψάξει καί ὁ Χριστός λέει, ἐντάξει. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, εἶναι καί εὐεργετικό γιά τόν ἄνθρωπο, γιατί εἶναι καλή εὐεργεσία, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀγγίζει τό Χριστό καί ἡ προοπτική μας εἶναι νά ἀγγίξουμε τό Χριστό.

Βέβαια, στό κείμενο πού ἔχουμε δέν ξέρουμε ἄν πραγματικά ἀκούμπησε ἤ ὄχι τόν Χριστό - οὔτε ἀπεικονίζεται στήν εἰκόνα. Ὁ Χριστός λέει, ἐντάξει, ψηλάφησον. Δέν ξέρουμε ἄν ἀκούμπησε, ἄν πῆγε μέχρι ἐκεῖ. Ἀκόμη καί στήν εἰκόνα δέν φαίνεται νά ἀκουμπάει. Εἶναι ἕνα μυστήριο. Ἀκουμπάει, δέν ἀκουμπάει... δέν τό ξέρουμε, δέν ἔχει σημασία δηλαδή. [Σημασία ἔχει] τό ὅτι πιστεύει πιά, ἔστω μέ αὐτό τόν τρόπο, μέ τή λογική αὐτή διεργασία, κατά τά μέτρα τῆς λογικῆς διεργασίας, δέν πάει παρακάτω, ἐκεῖ φτάνει καί ὁ Χριστός ἀνοίγεται, δέν φοβᾶται νά Τόν ἀκουμπήσει κάποιος, ἀλλά ταυτόχρονα καί αὐτός τολμάει νά Τόν ἀκουμπήσει. Ἄσχετα ἄν γίνεται ἤ δέν γίνεται σέ τελική ἀνάλυση τό γεγονός αὐτῆς τῆς ἁφῆς· πιά δέν μᾶς νοιάζει. Εἶναι τό ἄνοιγμα τῶν δύο - ἡ τόλμη τοῦ ἑνός καί τό ἄνοιγμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ εἶναι ὁ Χριστός στή μέση, ὅπως λέει τό κείμενο: «καί τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Ὅπως πάντοτε βέβαια, τό ξέρετε πολύ καλά, τά γεγονότα, παρόλο πού συντελοῦνται μέσα σέ ἕνα χῶρο, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», κάπου ἦταν μαζεμένοι, καί σέ αὐτήν τήν εἰκόνα ὅπως γίνεται πάντοτε στήν ἁγιογραφία, τά γεγονότα λειτουργοῦνται σέ ἀνοιχτό χῶρο. Ἄν παρατηρήσει κάποιος τήν εἰκόνα θά δεῖ, πώς εἶναι ἀνοιχτός ὁ χῶρος, εἶναι ἔξω ὁ Χριστός, ἀλλά «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».

Σέ ἄλλα γεγονότα μπορεῖ νά μήν ἔχει τόσο μεγάλη σημασία. [Γιά παράδειγμα] στήν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς ἐνῶ εἶναι τό ὑπερῶον, παρουσιάζει τούς μαθητές νά βρίσκονται σέ ἕναν ἐξωτερικό χῶρο. Δέν ἔχει τόσο μεγάλη σημασία, ἕνα ὑπερῶον εἶναι τό πολύ-πολύ. Στήν εἰκόνα πού ἐξετάζουμε, ὅμως, ἔχει καίρια σημασία. Τό κείμενο λέει: «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι». Στέκεται δηλαδή στή κατάσταση τῆς πόρτας. Πῶς ὁ ἁγιογράφος, παρόλο πού ἔχει τή γενική θεωρητική τοποθέτηση ὅτι, τά γεγονότα πού τελετουργοῦνται στό χῶρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἁγιογραφοῦνται σέ ἀνοιχτούς χώρους, πῶς τολμᾶ νά κάνει ἐπάνω σέ αὐτή τήν εἰκόνα ἕνα ἅλμα, ἕνα ξεπέρασμα καί μιά ὑπέρβαση, καί νά δείξει τήν πόρτα κλειστή καί νά εἶναι ὅλοι ἀπ᾽ ἔξω; Τί νόημα ἔχει πιά αὐτή ἡ κλειστή πόρτα; Θά ἔλεγα δέν ἔχει κανένα νόημα καί αὐτή εἶναι ἀκριβῶς ἡ πρόταση: Ὅτι καμιά κλειστή πόρτα δέν ἔχει πιά νόημα γιά τήν Ἐκκλησία, ὅτι τίποτε δέν συγκρατεῖ τήν Ἐκκλησία. Δηλαδή καί νά Τή σφαλίζουν τήν Ἐκκλησία μέσα, νά Τήν κλείνουν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀπ᾽ ἔξω, εἶναι ἐξερχομένη καί κανείς δέν μπορεῖ νά Τή φυλακίσει.

Βλέπετε πόσες διηγήσεις ἔχουμε μετά, τοῦ Πέτρου, τοῦ Παύλου καί μέσα στήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Τούς φυλακίζουν καί οἱ πόρτες ἀνοιγοκλείνουν, βγαίνουν ἔξω, κάνουν κήρυγμα, ξαναμπαίνουν μέσα. Δέν φοβοῦνται τίς κλειστές τίς πόρτες. Γελοιοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία τίς κλειστές τίς πόρτες. Ἄρα καμιά φυλακή δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει κάποιο περιοριστικό μέτρο γιά τή ζωή καί τήν ἐλευθερία τῆς σκέψεως τοῦ Χριστιανοῦ· καί ἔτσι γελοιοποιοῦνται οἱ κλειστές οἱ πόρτες καί οἱ κλειστές οἱ πόρτες εἶναι τά μέτρα, τά ὁποῖα παίρνουν οἱ δυνατοί τῆς γῆς γιά νά σφραγίσουν τά στόματα, νά σφαλίσουν τίς φωνές, νά κάνουν φίμωση νοός καί σκέψεως κι αὐτό ἡ Ἐκκλησία τό γελοιοποιεῖ. 

Ἄρα ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί εἴμαστε ἐλεύθεροι, αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία, ὅτι καμιά πόρτα, καμιά φίμωση δέν μπορεῖ νά μᾶς τρομοκρατήσει, γιατί εἴμαστε ἔξω ἀπό αὐτά τά πράγματα καί δέν μᾶς συγκρατεῖ τίποτε. Ἄρα δέν πουλᾶμε ποτέ τίς συνειδήσεις μας· καί ὅ,τι χειρότερο εἶναι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας νά πουλᾶνε τίς συνειδήσεις τους γιά κοσμικές σκοπιμότητες. 

Λοιπόν, ἡ κλειστή πόρτα στήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ εἶναι καταπληκτική, πραγματικά καί ἐκφράζει τό ἐλεύθερο τοῦ Χριστιανοῦ καί τό ξεπέρασμα τῶν κλειστῶν καί συμβατικῶν συστημάτων πού ἔχει ὁ κόσμος, ἀκόμη καί τά μέτρα τά ὁποῖα ἔχει ὁ κόσμος, γιά παράδειγμα, φυλάκιση, τιμωρία, ποινή, δικαστήριο. Ὁ Χριστιανός αὐτά τά γελοιοποιεῖ. Ὅπου καί νά πῆγαν οἱ Χριστιανοί, οἱ μάρτυρες, οἱ ὁμολογητές, παρόλο πού πέρασαν μέσα ἀπό μιά τέτοια νομική, δικανική διαδικασία περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς φωνῆς καί τῆς κινήσεώς τους, αὐτά τά γελοιοποίησαν. Ἦταν καί φωνές, ἦταν καί ἅγιοι, ἦταν τά πάντα καί οἱ πόρτες ἦταν ἀνοιχτές καί ἄς μήν ἦταν ἀνοιχτές. Αὐτά εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα τά ζεῖ καθημερινά ἡ Ἐκκλησία. Ἕνα πράγμα πού φοβόμαστε εἶναι ἡ δική μας ἀδυναμία νά ἀντέξουμε τήν ἐξωτερική ἔκφραση τοῦ κλειδώματος καί ἀκριβῶς γι᾽ αὐτό τό λόγο νά συσχηματιστοῦμε. Αὐτή ἡ κλειστή πόρτα, λοιπόν εἶναι πάρα πολύ καίρια ὅταν ἁγιογραφοῦμε τήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ. 

Οἱ μαθητές τώρα εἶναι κατεταγμένοι σέ δύο μέτρα, ἔνθεν καί ἔνθεν ἐπάνω στήν εἰκόνα. Αὐτό τό στοιχεῖο ὑπάρχει καί σέ ἄλλες εἰκόνες πού εἶναι ἔνθεν καί ἔνθεν κατεταγμένοι καί βέβαια τό πολύ ὄμορφο στοιχεῖο εἶναι: Οἱ μαθητές, οἱ ὁποῖοι στέκονται ἀπό τή μία πλευρά, ἔχουν τά πόδια κλειστά καί οἱ μαθητές ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τά ἔχουν ἀνοιχτά. Εἶναι αὐτή ἡ κίνηση στήν Ἐκκλησία καί ἡ ἄσκηση· ἡ ἄσκηση καί ταυτόχρονα ἡ κίνηση. Ἡ ἀσκητική στάση προσευχῆς καί ἡ κίνηση ἡ ἱεραποστολική· καί τά δύο οἱ μαθητές τά λειτουργοῦν. Ἐπίσης ὑπάρχουν οἱ πολυποίκιλοι μαθητές γύρω ἀπό τό Χριστό.

Ὁ Χριστός φοράει τά δύο ἐνδύματα, ὅπως πάντα, πού συμβολίζουν τό: «ἐν δύο φύσεσιν» πού εἶναι ὁ Χριστός. Μέ τό ἕνα χέρι εὐλογεῖ καί ταυτόχρονα ἔχει τό ἄλλο τό χέρι ἀνοιχτό καί πάλι σέ μιά στάση ἀποδοχῆς. Προσέξτε, τό ἕνα χέρι ἔχει ἐπάνω τόν τύπον τῶν ἥλων, ἀλλά τό ἄλλο χέρι εἶναι ἀνοιχτό σέ στάση ἀποδοχῆς ἀκόμη καί τῆς ἀπιστίας τοῦ Θωμᾶ· ἀφοῦ ἔτσι τό θέλει ὁ Θωμᾶς, ἔτσι ἄς λειτουργήσει τό γεγονός. Ὁ Χριστός φέρει τόν τύπον τῶν ἥλων. Ὅταν θά Τόν ἁγιογραφοῦμε θά κάνουμε τόν τύπον τῶν ἥλων καί θά μποῦν κανονικά οἱ τύποι τῶν ἥλων καί στά πόδια, γιατί ἀκριβῶς ἔτσι ὁ Χριστός δηλώνει πού εἶναι μέ τό πραγματικό τό σῶμα Του. Δέν εἶναι ἕνα σῶμα-φάντασμα δηλαδή, παρόλο πού εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, δέν ἄνοιξε τήν πόρτα γιά νά μπεῖ μέσα, πού σημαίνει φάντασμα δέν εἶναι. Ὑπαρκτός εἶναι. Τούς λέει «ἀκουμπῆστε με, δεῖτε με, πιάστε με, ψηλαφῆστε με». Εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως, λέμε. Ἄρα δέν εἶναι φάντασμα, εἶναι ὑπαρκτό τό σῶμα. 

Ἄρα τό σῶμα πραγματικά ἀναστήθηκε. Φέρει πάνω τόν τύπον τῶν ἥλων, εἶναι σῶμα τό ὁποῖο ἔχει ἀκόμη καί τά στίγματα τῶν ἥλων· ἀλλά παρόλα αὐτά διέρχεται διά τῶν πυλῶν, διά τῶν θυρῶν τῶν κεκλεισμένων, χωρίς νά λειτουργήσει ἡ σωματική περιοριστική δύναμη, πού μᾶς περιορίζει νά μποῦμε ὅταν μιά πόρτα εἶναι κλεισμένη. Πού σημαίνει πιά, αὐτό τό σῶμα τώρα εἶναι τό σῶμα τό ἀναστημένο τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει τίς ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου σώματος καί μᾶς δηλώνει ποιό θά εἶναι τό σῶμα τό δικό μας μετά τήν ἀνάσταση. Θά εἶναι τό σῶμα τό ὁποῖο ἔχουμε τώρα, ἀλλά τό ὁποῖο ὅμως θά ὑπακούει σέ ἄλλους νόμους καί θά ἔχει τελείως ἄλλες ἰδιότητες. 

Γιά τό Χριστό, δέν χρειαζόταν κἄν νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἕνα περιττό δερμάτινο χιτώνα πού δέν Τόν εἶχε. Ὁ δερμάτινος χιτώνας, τό βεβαρημένο τοῦ σώματος, εἶναι κάτι τό ὁποῖο προστέθηκε στόν ἄνθρωπο διά τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά ὁ Χριστός ἀπό ἄκρα συγκατάβαση πῆρε τό δικό μας τό σῶμα ὅπως τό ζοῦμε ἐμεῖς, ἄνευ ἁμαρτίας, χωρίς δηλαδή νά ἔχει τό δερμάτινο χιτώνα. Ἐμεῖς ὅμως, μέσα ἀπό τήν κάθαρση πού περνοῦμε στή χριστιανική ζωή καί μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ θανάτου καί τῆς διαλύσεως τοῦ σώματός μας εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη, μετά τήν ἀνάσταση μας, τό σῶμα τό ἀνθρώπινο, πού θά εἶναι αὐτό τό σῶμα τό συγκεκριμένο, θά ὑπακούει σέ ἄλλους νόμους. Θά ἔχει ἀπαλλαγεῖ ὁπωσδήποτε ἀπό τό δερμάτινο χιτώνα καί θά ζοῦμε σέ ἄλλες διαστάσεις φυσικῶν νόμων, παρόλο πού θά ἔχουμε σῶμα. Αὐτό προσπαθεῖ νά τό δηλώσει τό κείμενο, ὅτι ὁ Χριστός μπῆκε μέσα σ᾽ αὐτό τό χῶρο «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».

Αὐτή εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ. Εἶναι πανέμορφη εἰκόνα καί φυσικά πολυποίκιλη, γιατί ἔχει καί τά πολλά πρόσωπα τῶν μαθητῶν.

  ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Ἐρώτηση: Τά σώματα πού εἶχαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα πρίν νά πέσουν εἶναι σάν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ;

Ἀπάντηση: Ναί, ὁ Ἀδάμ ἦταν χωρίς τό δερμάτινο χιτώνα. Παρόλο ὅμως πού ἦταν χωρίς τό δερμάτινο χιτώνα, ἄν δέν ἔπεφτε ὁ Ἀδάμ, θά ἐξελισσόταν στό πνευματικότερο. Ὁ Ἀδάμ ἁπλῶς ξεκίνησε, δέν ἔκανε τήν πορεία, ἀλλά εἶχε αὐτό τό σῶμα ἀφετηριακά. 

Ἐρώτηση: Αὐτό εἶναι τό ἴδιο σῶμα πού θά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς.

Ἀπάντηση: Ἀκριβῶς, ἀλλά αὐτό τό σῶμα μέσα στήν Ἐκκλησία γίνεται ἀκόμα πνευματικότερο σῶμα. Δέν τό ἐξέλιξε πνευματικότερα ὁ Ἀδάμ. 

Ἐρώτηση: Αὐτό, ὅμως, πῶς συνδέεται μέ τό ὅτι κατά τή Γένεση φτιάχτηκε ἀπό πηλό ὁ ἄνθρωπος;

Ἀπάντηση: Μά τό σῶμα δέν παύει νά εἶναι ἀπό πηλό. Ἐγώ δέν εἶπα πού δέν εἶναι σῶμα. Τί σᾶς εἶπα; Εἶναι αὐτό τό σῶμα. Γιατί μιλάω γιά τόν τύπον τῶν ἥλων; Γιατί ἀκριβώς δέν μιλάω γιά ἕνα σῶμα-φάντασμα. Τά ὑλικά τοῦ σώματος εἶναι πήλινα ὑλικά: ἄνθραξ, ὑδρογόνο, ὀξυγόνο, ἄζωτο τά βασικά καί ὅλα τά ἄλλα τά ἰχνοστοιχεῖα πού ὑπάρχουν ἐπάνω του. Ἄρα δέν παύει νά ὑπάρχει τό ὑλικό τό σῶμα, τό ὁποῖο γίνεται πνευματικό σῶμα χωρίς νά καταργεῖται ἡ ὕλη. 

Ἐρώτηση: Στίς μέρες μας ὅταν ὁ ἄνθρωπος λέει ὅτι: «εἶμαι ἀπό πηλό», ἐννοεῖ: ἄρα εἶμαι εὐάλωτος, ἄρα εἶμαι φυσικός... δηλαδή εἶμαι πιό πολύ κοντά στή φύση παρά...».

Ἀπάντηση: Ὄχι, εἶναι αὐτό πού λένε οἱ ἅγιοι, εἶναι «ζῶον θεούμενον». Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ζῶον θεούμενον· γι᾽ αὐτό, τό θεούμενον ζῶον καταλήγει νά γίνει μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ θεούμενο. Σέ ὅλα γίνεται θεούμενο, ἀκόμα καί στό σῶμα του, χωρίς νά καταργεῖ τήν ὕλη, γίνεται θεούμενο. Ἡ Ἐκκλησία δέν καταργεῖ τήν ὕλη. Κι ἀκριβῶς ἐδῶ εἶναι μιά κατάφαση τῆς ὕλης, ὅπως κατάφαση τῆς ὕλης συμβαίνει στήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ.

Καί ἡ Ἐκκλησία ἀκριβῶς, σέ μιά κουβέντα, γιά παράδειγμα, μέ τούς ὑλιστές, κάνει μιά ὑπέρβαση τρομερή. Ἄν οἱ ὑλιστές λένε, ἐμεῖς λατρεύουμε τήν ὕλη ἡ Ἐκκλησία δέν λέει, ἐμεῖς δέν λατρεύουμε τήν ὕλη. Τήν ὕλη δέν τή λατρεύουμε φυσικά, ἀλλά δέν κάνουμε ποτέ κουβέντα, ἐσεῖς εἶστε μέ τήν ὕλη κι ἐμεῖς δέν εἴμαστε μέ τήν ὕλη. Εἴμαστε μέ τήν ὕλη, ἁπλῶς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν πᾶμε παρακάτω, θεώνουμε τήν ὕλη. Ὄχι ὅτι τή λατρεύουμε ὡς Θεό· θεώνεται ἡ ὕλη μας κατά Χάριν, ὁμοιάζει, γίνεται σάν τόν Θεό, γίνεται πνευματικό γεγονός. 

Ἐκεῖνοι στέκονται στήν ὕλη, ὡς κέντρο· ἐμεῖς πᾶμε παρακάτω. Αὐτή εἶναι ἡ φοβερή κουβέντα. Καί ὅποτε κάνουμε κουβέντα τέτοια μέ ὑλιστές, βγαίνουν ἀπ᾿ ἔξω, γιατί νομίζουν ὅτι ἐμεῖς θά μιλήσουμε πνευματικά καί αὐτοί θά μιλήσουν ὑλιστικά καί ἐμεῖς μιλᾶμε πιό ὑλιστικά ἀπό αὐτούς. Ἐμεῖς λέμε ὅτι φυσικά δεχόμαστε τήν ὕλη, ἀλλά τήν πᾶμε παρακάτω, τήν πᾶμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέχρι τό Θεό! Εἶναι κάτι τό ἀπρόσμενο γι᾽ αὐτούς.

Εἰδάλλως, αὐτή ἡ κουβέντα πού λές εἶναι φθαρμένη κουβέντα καί εἶναι αἱρετική κουβέντα. Εἶναι κουβέντα τελείως μανιχαϊστική· ἔτσι λέγεται. Ἀναιρεῖ τήν ὕλη. Ὑπάρχει ἡ αἵρεση τοῦ Μανιχαϊσμοῦ πού ἀναιροῦσε τήν ὕλη - ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά ἔχει ὕλη δηλαδή, εἶναι μιά κατάρα ἡ ὕλη. Καί τελικά κρύβει μέσα του τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία τοῦ Πλατωνισμοῦ. Ὁ Πλάτωνας θεωροῦσε ὅτι ἡ ψυχή ἦταν φυλακισμένη μέσα στό σῶμα καί ἔπρεπε νά ἀπελευθερωθεῖ. Γι᾽ αὐτό, βλέπετε, μιλᾶμε γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἀλλά σχετικῶς μιλᾶμε. Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε ὅλα τά ἰδεολογήματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Δεχόμαστε τόν Πλάτωνα ἐκεῖ πού πρέπει νά τόν δεχθοῦμε, ἀλλά ἀρνούμεθα τόν ἰδεαλισμό του, ἀρνούμεθα τό ρομαντισμό του, ἀρνούμεθα καί αὐτή τήν ἔκφραση ἀκριβῶς τῆς φυλακίσεως τῆς ψυχῆς μας στό σῶμα. Ἡ κίνησή μας κοντά στούς ἀρχαίους Ἕλληνες εἶναι πάντα ἐπιλεκτική, ποτέ λατρευτική καί ἐνθουσιαστική. 

Ἐρώτηση: Ὅταν κατέβηκε μετά τή σταύρωση στόν Ἅδη, εἶχε αὐτό τό σῶμα;

Ἀπάντηση: Στόν Ἅδη δέν κατέβηκε μέ τό σῶμα. «Τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ» ἀνεστήθη. Δέν κατέβηκε τό σῶμα. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς», «ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς». Τό λέει τό τροπάριο, «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Τό λέει τό τροπάριο, εἶναι ὁλόκληρη θεολογία. Γιατί τά λέμε αὐτά τά τροπάρια στήν Ἐκκλησία μας; Τά τροπάρια τά λέμε γιά νά θεολογήσουμε συντόμως στό λαό μας πού δέν ἔχει καιρό νά διαβάσει Πατέρες καί περνᾶμε τήν θεολογία τῶν Πατέρων μέ σύντομα τροπάρια. Τό ξαναλέω, «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά ληστοῦ καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Ὅλα μαζί τά πιάνει.

Αὐτά… νά ᾿στε καλά! 

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, στά πλαίσια τῶν μαθημάτων ἁγιογραφίας τῶν Ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού ἔγινε τήν Παρασκευή 24-2-2006.

Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: π. Κ. Στρατηγόπουλος: Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς «κρίνεται» γιατί δέν πίστεψε στήν Ἐκκλησία. Ἡ «καλή ἀπιστία» ὅμως ἦταν εὐεργετική γιά τό ἀνθρώπινο γένος (orthodoxia-ellhnismos.gr)

ΑΥΤΗ Η ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΠΡΟΔΩΣΕ ΛΕΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΜΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΠΩΣ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΕΙ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΟΤΑΝ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ ΜΟΛΙΣ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΔΩΣΕΙ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΥΣ; ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΡΟΔΙΔΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ; ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ; Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ.. ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΡΟΠΑΡΙΟΦΟΡΟΙ.

"Τά τροπάρια τά λέμε γιά νά θεολογήσουμε συντόμως στό λαό μας πού δέν ἔχει καιρό νά διαβάσει Πατέρες καί περνᾶμε τήν θεολογία τῶν Πατέρων μέ σύντομα τροπάρια" ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΠΑΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΨΑΛΤΕΣ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΛΟΙΠΟΝ. ΧΑΡΕΙΤΕ. ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΟΥΣ. ΒΑΣΙΛΗΑΔΕΣ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ. ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Ήμουν από την αρχή βέβαιος πως υπήρχαν δύο μόνο επιλογές για την υπερχρεωμένη Δύση και τις ελίτ που απομυζούν τους πάντες: (α) ένα νέο Bretton Woods ή ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Η δεύτερη «επιλογή» γίνεται όλο και πιο πιθανή – ενώ οι άνθρωποι, έχοντας φανατιστεί με τη μία ή με την άλλη πλευρά των συγκρουόμενων, με το ΝΑΤΟ/Ουκρανία ή με τη Ρωσία, σαν να πρόκειται για έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, δεν συνειδητοποιούν που οδηγείται ο πλανήτης.

.Βασίλης Βιλιάρδος

Ανάλυση

Όταν έγραφα το 2020 πώς πλησιάζει η έκρηξη των εκρήξεων, υπήρχε μόνο η πανδημία – πίσω από την οποία είχε καταφέρει να κρυφτεί και να καθυστερήσει, σκόπιμα ή μη. Αργότερα ακολούθησαν η ενεργειακή καταιγίδα και ο πληθωρισμός – με τεράστιους κινδύνους για την υπερχρεωμένη Δύση, ειδικά για την ΕΕ. Στη συνέχεια η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το πρώτο αποτέλεσμα της οποίας είναι ο καλπάζοντας πλέον πληθωρισμός – ο οποίος απειλεί να «αποτεφρώσει» τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.

Εν τούτοις, δεν είναι πια ο μεγαλύτερος κίνδυνος, αφού ο πυρηνικός πόλεμος είναι πλέον πιθανότερος από ποτέ – εάν η Δύση επιμείνει στην εξόντωση της Ρωσίας με οικονομικά και με στρατιωτικά μέσα, μεταξύ άλλων με κριτήριο τα 36 δις $ που θέλει να στείλει ο Αμερικανός πρόεδρος στην Ουκρανία, κυρίως για όπλα.

Πόσο μάλλον όταν πιέζει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες να στηρίξουν με οπλικά συστήματα τον «πόλεμο δια αντιπροσώπων» εναντίον της Ρωσίας – η οποία είναι μάλλον σίγουρο πως θα απαντήσει με όλα τα μέσα που διαθέτει.

Δυστυχώς ήμουν από την αρχή βέβαιος πως υπήρχαν δύο μόνο επιλογές για την υπερχρεωμένη Δύση και τις ελίτ που απομυζούν τους πάντες: (α) ένα νέο Bretton Woods ή ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Η δεύτερη «επιλογή», χωρίς να κρίνουμε την αφορμή, γίνεται όλο και πιο πιθανή – ενώ οι άνθρωποι, έχοντας φανατιστεί με τη μία ή με την άλλη πλευρά των συγκρουόμενων, με το ΝΑΤΟ/Ουκρανία ή με τη Ρωσία, σαν να πρόκειται για έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, δεν συνειδητοποιούν που οδηγείται ο πλανήτης.

Πλησιάζει η έκρηξη των εκρήξεων

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο παρελθόν ο κ. HIRSCHMAN, γνωστός οικονομολόγος (1915-2012, Εβραίος γερμανικής καταγωγής, εγκατεστημένος στις Η.Π.Α.), είχε την πεποίθηση πως αφενός μεν τα προβλήματα, αφετέρου οι ελαττωματικές προσδοκίες (= αυτές που κατά κάποιον τρόπο στηρίζονται σε εσφαλμένα δεδομένα ή/και δεν εκπληρώνονται), αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες της ανθρώπινης εξέλιξης, καθώς επίσης της δημιουργικότητας.

Ειδικότερα, συνέκρινε μεταξύ τους τις προκλήσεις των Ευρωπαίων αποίκων στη Βόρεια Αμερική, οι οποίοι έπρεπε να πολεμήσουν τους Ινδιάνους για να επιβιώσουν, με τις αντίστοιχες αυτών που εγκαταστάθηκαν στην έρημη, χωρίς ανθρώπους Βραζιλία. Σύμφωνα με την ανάλυση του λοιπόν, κάτω από τη μεγάλη πίεση των αυτοχθόνων Ινδιάνων, οι Η.Π.Α. υποχρεώθηκαν να υιοθετήσουν σταθερούς Θεσμούς και να κατασκευάσουν σοβαρότατες εθνικές υποδομές – ενώ οι αποικιοκράτες στη Βραζιλία κατέλαβαν τεράστιες εκτάσεις γης, χωρίς να συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, επειδή δεν υπήρχαν εντόπιοι εχθροί. Όπως είναι δε γνωστό, οι Η.Π.Α. αναρριχήθηκαν στην κορυφή ενώ, αντίθετα, η Βραζιλία ευρίσκεται συνεχώς στα όρια της χρεοκοπίας, ακόμη και σήμερα – παρά τον τεράστιο φυσικό πλούτο της.

Τη σύγκριση αυτή ο οικονομολόγος τη μετέφερε αυτούσια στην «αναπτυξιακή πολιτική» -απορρίπτοντας την παροχή εξωτερικής βοήθειας στις αναπτυσσόμενες χώρες (κατασκευή υποδομών, κεφάλαια, δάνεια κλπ.), για να ξεπεράσουν τα οικονομικά τους προβλήματα. Έναντι αυτής πρότεινε την απ’ ευθείας βοήθεια των ανθρώπων – τους οποίους ήθελε να διδάξει πώς θα μπορούσαν να επιλύσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα τους επί τόπου και μόνοι τους.

Εδώ μας θυμίζει σε κάποιο βαθμό την Ελλάδα, μετά την είσοδο της στην ΕΕ – όπου όλες οι επιδοτήσεις που έλαβε προκάλεσαν ή εξέθρεψαν, μεταξύ άλλων, την τεράστια πολιτική διαφθορά, τη διαπλοκή, το πελατειακό κράτος, καθώς επίσης την αναξιοκρατία που μεσουράνησε. Επίσης τα αποτελέσματα της υπαγωγής της στην Ευρωζώνη (αποβιομηχανοποίηση, αύξηση του βιοτικού επιπέδου επί πιστώσει, χρεοκοπία), όπως και της «διάσωσης» της με τη διάθεση μεγάλων ποσών – τα οποία όμως δεν άλλαξαν καθόλου τα δεδομένα της οικονομίας της και δεν την οδήγησαν στην έξοδο από την κρίση ή σε βιώσιμα οικονομικά μεγέθη (ανάπτυξη, διατηρήσιμα πλεονάσματα κλπ.).

Το παράδοξο της σήραγγας 

Συνεχίζοντας, τα παραπάνω ενέπνευσαν έναν άλλο γνωστό οικονομολόγο (PIKERTY), ο οποίος αναφέρθηκε μεταφορικά στο παράδοξο της σήραγγας (tunnel effect). Ειδικότερα, όταν οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι μέσα στο αυτοκίνητο τους σε ένα μεγάλο τούνελ, λόγω ενός μποτιλιαρίσματος και διαπιστώνουν πως η διπλανή τους λωρίδα κυκλοφορίας αρχίζει σιγά-σιγά να κινείται, νιώθουν αρχικά ένα συναίσθημα ευφορίας να τους κυριεύει – προσδοκώντας πως και η δική τους λωρίδα θα κινηθεί με τη σειρά της, οδηγώντας τους στην έξοδο από τη σκοτεινή σήραγγα.

Όταν όμως μετά από κάποιο χρονικό διάστημα διαπιστώνουν ότι, μόνο η διπλανή τους λωρίδα κινείται, ενώ η δική τους παραμένει μποτιλιαρισμένη, η ευχάριστη προσδοκία μεταβάλλεται σε απογοήτευση – η οποία με τη σειρά της τους δημιουργεί το συναίσθημα πως εξαπατήθηκαν, με αποτέλεσμα η απογοήτευση να μετατρέπεται σε έναν συνεχώς κλιμακούμενο θυμό. Για παράδειγμα, σε κοινωνικές εξεγέρσεις όταν συνεχίζει να υποφέρει μία χώρα παρά τα μέτρα λιτότητας που λήφθηκαν, όταν βλέπει όπως η Ελλάδα τα άλλα κράτη να βγαίνουν από τα μνημόνια ενώ η ίδια παραμένει εγκλωβισμένη κοκ.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει επίσης με την αρχική αποδοχή των εισοδηματικών ανισοτήτων η οποία, κατ’ αναλογία με την ελπίδα στο μποτιλιάρισμα, δημιουργεί στους ανθρώπους την προσδοκία πως και αυτοί με τη σειρά τους θα κερδίσουν, όπως οι υπόλοιποι – αυτοί της διπλανής λωρίδας.

Η συγκεκριμένη ελπίδα υπάρχει και έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία στις Η.Π.Α., συγκριτικά με την Ευρώπη – επειδή η απόρριψη κάθε είδους ισότητας εκ μέρους των αμερικανών βασίζεται κυρίως στο ότι, η ανισότητα αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία ανέλιξης (επαγγελματική καριέρα, απόκτηση πλούτου κλπ.), η οποία υπάρχει νομοτελειακά για όλους.

Απλούστερα πιστεύουν ότι, όποιος εργάζεται περισσότερο, παράγει πιο πολύ, έχει τύχη ή/και είναι ικανός και δημιουργικός, μπορεί να φτάσει στην κορυφή της εισοδηματικής ιεραρχίας – επομένως, πως όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες για να πετύχουν αυτά που φιλοδοξούν στη ζωή. Η αισιόδοξη αυτή εκτίμηση φαίνεται πια, με κριτήριο τις ακόλουθες διαπιστώσεις και σκέψεις, να αλλάζει – ξεκινώντας από τις Η.Π.Α. Ειδικότερα τα εξής:

(α) Το μερίδιο των εισοδηματικά ισχυρότερων στο συνολικό εισόδημα (ΑΕΠ) έχει αυξηθεί δραματικά στις Η.Π.Α., μετά το 1980 και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού – αφού το ποσοστιαίο μερίδιο του 10% των πλουσιοτέρων αμερικανών μετά το 2000, αυξήθηκε σχεδόν πέντε φορές παραπάνω, σε σχέση με το μέσο εισόδημα (κάτι ανάλογο συνέβη και στην Ευρώπη, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό).

(β)  Η αύξηση των εισοδημάτων του πλουσιοτέρου 10% του πληθυσμού, οφείλεται κυρίως στην πολύ μεγαλύτερη αύξηση των εισοδημάτων του 1% του πληθυσμού, το οποίο εισπράττει το 20% των συνολικών εισοδημάτων – κάτι που σημαίνει πως κερδίζει τα εικοσαπλάσια, σε σχέση με το μέσο αμερικανό. Το μερίδιο αυτό, στο οποίο συνυπολογίζονται τα κεφαλαιακά κέρδη και οι ζημίες, ανερχόταν στο 10% το 1970 – έχοντας έκτοτε διπλασιαστεί.

(γ)  Σύμφωνα με την οικονομική θεωρεία, η εργασία στις λειτουργικές αγορές θα έπρεπε να αμείβεται ανάλογα με την οριακή παραγωγικότητα της – δηλαδή, ανάλογα με την επί πλέον αξία που δημιουργεί.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος της επί πλέον αξίας που δημιουργεί η εργασία τα τελευταία χρόνια, αφενός μεν δεν μοιράζεται εξ ολοκλήρου, αφετέρου δεν είναι δίκαιη η κατανομή του – αφού το μεγαλύτερο μέρος του οδηγείται στο ανώτατο στελεχιακό δυναμικό των επιχειρήσεων. Τίποτα όμως δεν τεκμηριώνει πως η απόδοση αυτών των στελεχών έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, συγκριτικά τουλάχιστον με τους υπολοίπους, το οποίο να αιτιολογεί την τεράστια αύξηση των αμοιβών τους.

Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε θα διαπιστωνόταν μία ανάλογη αύξηση του ΑΕΠ των Η.Π.Α. ή των άλλων χωρών τα τελευταία τριάντα έτη – κάτι που όμως δεν ισχύει. Η αιτία λοιπόν της δυσανάλογης αύξησης των αμοιβών του ανώτατου στελεχιακού δυναμικού δεν είναι η αντίστοιχη «κλιμάκωση» της παραγωγικότητας τους, αλλά το ότι έχουν αποκτήσει τη δύναμη να την επιβάλλουν – ενώ οι εργαζόμενοι έχουν χάσει την αντίστοιχη ισχύ τους, την οποία διέθεταν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Το βασικότερο θέμα όμως που απασχολεί δεν είναι τα εισοδήματα, αλλά τα περιουσιακά στοιχεία – το κεφάλαιο δηλαδή, το οποίο έχει συσσωρευτεί στα χέρια ελάχιστων σχετικά ατόμων. Της ονομαζόμενης «ελίτ» η οποία, με τη βοήθεια του, επιδιώκει την επιβολή μίας παγκόσμιας δικτατορίας – μίας νέας τάξης πραγμάτων, με την έντεχνη χρήση των τεραστίων μέσων που διαθέτει έχοντας, μεταξύ άλλων, μεταβάλλει την Πολιτική σε έμμισθο, πειθήνιο όργανο της.

Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, το κεφάλαιο ευρύτερα, το οποίο ευρίσκεται στα χέρια των πλουσιοτέρων ανθρώπων, είναι μεγαλύτερο στις Η.Π.Α., συγκριτικά με την Ευρώπη. Το 10% των αμερικανών έχουν στην ιδιοκτησία τους το 70% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων – ενώ το 35% των πλουσιοτέρων κατέχουν το 100% όλων των περιουσιακών στοιχείων.

Στην Ευρώπη, το 10% κατέχει το 60% των περιουσιακών στοιχείων και το 1% το 25% – ενώ το κεφάλαιο επηρεάζει, καθορίζει καλύτερα σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο τις οικονομικές αλλά, έμμεσα, και τις πολιτικές συνθήκες ισχύος. Οι τελευταίες εξαρτώνται λιγότερο από τα εισοδήματα, την αποδοτικότητα ή τις ικανότητες των ανθρώπων και περισσότερο από τα περιουσιακά τους στοιχεία – τα οποία κληρονομούνται, παραβιάζοντας τους κανόνες της Φύσης. Περαιτέρω τα εξής:

(α)  Η σημασία των περιουσιακών στοιχείων διαπιστώνεται κυρίως από τις Η.Π.Α., όπου τα μεγαλύτερα εισοδήματα των Πολιτών προέρχονται από τα κεφαλαιακά κέρδη και όχι από την εργασία. Ειδικότερα, το πλουσιότερα αμειβόμενο 0,01% του πληθυσμού, κερδίζει το 70% περίπου των εισοδημάτων του από τα περιουσιακά του στοιχεία – ενώ κυρίαρχο σήμερα (2007) είναι το 0,1% του πληθυσμού, όταν το 1929 ήταν το 1% (πηγή).

(β)  Το σημαντικά υψηλότερο μερίδιο των εισοδημάτων των πολύ πλουσίων έχει την τάση να αυξάνεται συνεχώς, οδηγώντας σε μία πολύ μεγαλύτερη συσσώρευση των περιουσιακών στοιχείων – όπου όλο και λιγότεροι άνθρωποι κατέχουν όλο και περισσότερα, όπως συμβαίνει επίσης με τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, μέσω της απορρόφησης ή εξαγοράς της μίας από την άλλη. Η αιτία είναι φυσικά το ότι, τα πολύ υψηλά εισοδήματα δεν μπορούν να δαπανηθούν – οπότε μετατρέπονται, μέσω των αποταμιεύσεων, σε περιουσιακά στοιχεία.

(γ)  Όπως τεκμηριώνουν οι οικονομικές μελέτες, η κοινωνική κινητικότητα στις Η.Π.Α. είναι πλέον πολύ χαμηλή – γεγονός που σημαίνει ότι, δεν αλλάζουν συνεχώς αυτοί που καταφέρνουν να αποκτήσουν υψηλά εισοδήματα και μεγάλη περιουσία. Απλούστερα, οι ίδιοι πλούσιοι γίνονται όλο και πλουσιότεροι, ενώ όλο και λιγότεροι καταφέρνουν να ξεφύγουν από τη φτώχεια.

(δ)  Η κοινωνική κινητικότητα, η δυνατότητα δηλαδή απόκτησης μεγάλων εισοδημάτων, θα μπορούσε να εξασφαλισθεί από την πρόσβαση σε μία εκπαίδευση υψηλού επιπέδου. Η θέση αυτή στηρίζεται σε μία μελέτη (πηγή), η οποία αποδεικνύει πως η πανεπιστημιακή εκπαίδευση είναι πολύ σημαντική για την δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν υψηλότερο εισόδημα.

Την ίδια στιγμή όμως τεκμηριώνεται πως οι «απόγονοι» των μεσαίων και χαμηλών εισοδηματικών τάξεων δεν έχουν πρόσβαση στα κορυφαία πανεπιστήμια – επειδή αδυνατούν οι γονείς τους να τη χρηματοδοτήσουν. Βέβαια, η ποιοτική εκπαίδευση είναι σημαντική για να φτάσει κανείς να ανήκει στο 10% των πλουσιοτέρων – αλλά όχι για την άνοδο του στις πολύ υψηλές εισοδηματικές και κεφαλαιακές τάξεις.

(ε)  Εξαιρετικά σημαντική είναι επίσης η διαπίστωση ότι, η αποδοτικότητα των περιουσιακών στοιχείων μελλοντικά θα είναι πολύ υψηλότερη, από το ρυθμό ανάπτυξης – κάτι που συνέβαινε το 19ο αιώνα και προηγουμένως (φεουδαρχία), αλλά όχι τον 20ο. Το γεγονός αυτό θα εντείνει μελλοντικά τη συγκέντρωση των περιουσιακών στοιχείων σε λίγους – πόσο μάλλον όταν τεκμηριώνεται πως, όσο μεγαλύτερα είναι τα περιουσιακά στοιχεία, τόσο πιο υψηλή είναι η αποδοτικότητα τους.

Το αμερικανικό όνειρο

Περαιτέρω, οι αμερικανοί πιστεύουν πως παρά τις τεράστιες εισοδηματικές ανισότητες που υπάρχουν στη χώρα τους, ενδεχομένως ακριβώς επειδή υπάρχουν, μπορεί ο καθένας να αναρριχηθεί στην υψηλότερη εισοδηματική τάξη – πως έχει την ευκαιρία δηλαδή ο φτωχός να γίνει πλούσιος, αρκεί να το θέλει και να εργαστεί σκληρά για να το επιτύχει. Επομένως δεν αποδέχονται την ύπαρξη «διαφορετικών τάξεων», οι οποίες οικονομικά και πολιτικά θα μπορούσαν να απομονωθούν από τις υπόλοιπες (να θαφτούν ζωντανές), μη έχοντας καμία αντικειμενική δυνατότητα να αμυνθούν ή να το αποφύγουν.

Μία τρομακτική κοινωνία, στην οποία δεν θα υπήρχαν ίσες ευκαιρίες, αντιπροσωπευόταν από την ηπειρωτική Ευρώπη για τις Η.Π.Α. – όπως ήταν πριν από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός ήταν ουσιαστικά ο λόγος που η υπερδύναμη είχε επιβάλλει εξωπραγματικά υψηλούς φόρους στα μεγάλα εισοδήματα, οι οποίοι ξεπερνούσαν ακόμη και το 90% – κάτι που όμως αποτελεί πλέον παρελθόν, πόσο μάλλον μετά τη φορολογική νομοθεσία του προέδρου Trump (πηγή).

Ο λόγος της επιβολής αυτών των φορολογικών συντελεστών στις Η.Π.Α. πριν το 1980, λιγότερο στη Μ. Βρετανία, στη Γερμανία και τη Γαλλία, δεν ήταν η ανάγκη μεγαλύτερων φορολογικών εσόδων εκ μέρους του δημοσίου. Στόχος ήταν να εμποδιστούν οι υπερβολικά μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων – έτσι ώστε να διατηρείται το «αμερικανικό όνειρο» και να υπάρχει εκείνη η κοινωνική κινητικότητα, η οποία εξασφαλίζει την πρόοδο.

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι Η.Π.Α. μοιάζουν περισσότερο με την παλαιά Ευρώπη – με αυτήν δηλαδή πριν το 1900, η οποία οδηγήθηκε σε δύο παγκοσμίους πολέμους, καθώς επίσης σε αιματηρές «ταξικές εξεγέρσεις». Εάν λοιπόν δεν συμβεί κάτι άμεσα, οι Η.Π.Α. θα οδηγηθούν σε δυσάρεστα μονοπάτια, παρασύροντας ολόκληρο τον πλανήτη – το αργότερο όταν οι αμερικανοί πολίτες κατανοήσουν ότι, το «αμερικανικό όνειρο» είναι πλέον μακρινό παρελθόν.

Η εξέλιξη άλλωστε εκείνων των δαπανών, οι οποίες αφορούν τα κουπόνια διατροφής (γράφημα) τεκμηριώνει πως όλο και περισσότεροι αμερικανοί επιβιώνουν μόνο από την «ελεημοσύνη» του κράτους τους – κάτι που σίγουρα δεν τους φέρνει πιο κοντά στην εκπλήρωση των ονείρων τους. Οι δαπάνες αυτές ήταν υπερδιπλάσιες το 2012, σε σχέση με το 2008 (σε τέσσερα χρόνια), ενώ του 2008 ήταν διπλάσιες του 2001 (σε επτά χρόνια) – γεγονός που σημαίνει πως το καζάνι συνεχίζει να βράζει, αλλά με όλο και μεγαλύτερη φωτιά. Μειώθηκαν βέβαια μετά την επιστροφή των Η.Π.Α. σε πορεία ανάπτυξης, αλλά η ανάπτυξη αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό τεχνητή – οπότε θα μπορούσε να καταλήξει σύντομα σε μία πολύ πιο βαθιά ύφεση, από αυτήν του 2008, όπως ήδη διαπιστώνεται αλλά αποδίδεται στον COVID 19.

Σε κάθε περίπτωση, κάποια στιγμή το καπάκι στο καζάνι που βράζει θα εκτοξευθεί στα ύψη – με την καταστροφικότητα της έκρηξης να είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο αργεί. Εκτός εάν βέβαια επιλυθεί το οικονομικό πρόβλημα των Η.Π.Α., με τη βοήθεια της επιδιωκόμενης σύγκρουσης της με τη Ρωσία. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα που παραμένει μόνη της πια μποτιλιαρισμένη στο σκοτεινό τούνελ, με τους Πολίτες της να διατηρούνται σχετικά ήρεμοι μέσω της διασποράς ψευδών ελπίδων, οι προβλέψεις δεν είναι οι καλύτερες – ειδικά εάν επιμείνει η γερμανική κυβέρνηση στην ίδια πολιτική, γεγονός που θα σηματοδοτούσε το τέλος των ψευδαισθήσεων τους.

Επίλογος

Η θεωρία του εφικτού διδάσκει πως οι άνθρωποι πρέπει να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις για να επιτύχουν – τα κράτη επίσης. Εμείς επεκτείναμε το θέμα, περιγράφοντας τις τεράστιες εισοδηματικές και περιουσιακές ανισότητες που έχουν δημιουργηθεί σήμερα, με στόχο να τονίσουμε πως οι συνθήκες δεν είναι πλέον οι ίδιες – καθώς επίσης για να αναδείξουμε τις ουτοπίες που επικρατούν.

Εάν δεν υπάρξουν λοιπόν μεγάλες διορθωτικές κινήσεις, το σημερινό μας σύστημα θα εκραγεί – από πολλές διαφορετικές πλευρές. Εάν η έκρηξη αυτή προκληθεί από χώρες όπως η Ελλάδα ή η Ιταλία, από τις εξεγέρσεις των Πολιτών που αδυνατούν να αναπνεύσουν πλέον, βυθισμένοι στα χρέη, ή από εκείνους τους νέους ανθρώπους που δεν θα θελήσουν να ανεχθούν την καταδίκη τους στην ανεργία, στην περιθωριοποίηση, στη φτώχεια και  στην αφάνεια (ή από τον πόλεμο σήμερα), κανένας δεν το γνωρίζει.

Αυτό που όλοι γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε είναι πως έχουν μαζευτεί πολλά σκοτεινά σύννεφα στον ουρανό, ειδικά στον ελληνικό – γεγονός που σημαίνει πως πλησιάζει η «καταιγίδα των καταιγίδων», η οποία δεν πρέπει να μας βρει εντελώς απροετοίμαστους. Το πιθανότερο δε είναι να ξεκινήσει από τις Η.Π.Α. – όταν οι Πολίτες εκεί κατανοήσουν πως έχει πεθάνει πια το «αμερικανικό όνειρο», οπότε θα πρέπει να πολεμήσουν για να μην θαφτούν  μαζί του.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, η ελίτ δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι, επιμένοντας να δίνει μόνο το 1 € από τα 100 € που κερδίζει, σκάβει μόνη της τον τάφο της – ο οποίος θα είναι τόσο βαθύς, όσο περισσότερο συνεχίζει να το κάνει. Αυτό δεν ισχύει φυσικά μόνο για τις Η.Π.Α., αλλά επίσης για την Ευρώπη και την Ελλάδα – στην οποία ανάλογα οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, σήμερα με τη βοήθεια της κρίσης (και τώρα του πολέμου).

Προφανώς, η μετατροπή της πολιτικής σε έμμισθο υποχείριο και υπηρέτη της οικονομικής εξουσίας, ειδικά του χρηματοπιστωτικού τέρατος, έχει ημερομηνία λήξης – αφού κάποια στιγμή θα πάψουν να πιστεύουν ανόητα οι Πολίτες ότι, δημοκρατία είναι οι εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια ή πως μπορούν να αλλάξουν τις συνθήκες προς όφελος τους, απλά και μόνο με την (χειραγωγημένη συνήθως) ψήφο τους.

Κλείνοντας, οφείλουμε να σημειώσουμε πως στις ελίτ δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο άτομα και επιχειρήσεις αλλά, επίσης, κράτη – όπως η Γερμανία και ορισμένοι δορυφόροι της στην Ευρώπη σήμερα. Επίσης πως η καταιγίδα των καταιγίδων που έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά κρύβεται πίσω από τον COVID 19, θα ξεσπάσει πολύ σύντομα – προκαλώντας τεράστιες κοινωνικές αναταραχές και αιματηρές εξεγέρσεις.


Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είναι πιθανότερος από ποτέ – The Analyst