Συνέχεια από: Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ «ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΩΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΥΦΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ
Περαιτέρω στοχασμοὶ περὶ τὴν σημασίαν τῶν «παραδόξων» τῆς σωκρατικῆς ἠθικῆς
Ἀφοῦ ἐπιχειρήσαμε νὰ κατανοήσουμε τὴν ἱστορική σημασία τῶν σωκρατικῶν ἰσχυρισμῶν, ὀφείλουμε, ἂν μὴ τι ἄλλο, νὰ προβοῦμε σὲ μία θεωρητική ἐκτίμησή τους καὶ νὰ ἀποδείξουμε τὴν ἔλλειψη ἀντικειμενικότητας καὶ τὴν ἀνεπάρκειά τους. Ο Σωκράτης, κατ' οὐσίαν, ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κανεὶς ἐνάρετος χωρίς τη γνώση, καθ' ὅσον δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πράξει τὸ καλὸ ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζει. Ὡς ἐδῶ ἔχει καλῶς. Ὑποστηρίζει ὅμως, ἐπίσης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζει κανείς τὸ καλὸ δίχως νὰ τὸ πράξει. Τὸ σημεῖο αὐτό, ἐν τούτοις, δὲν εὐσταθεῖ.
Ἡ γνώση τοῦ καλοῦ, κατὰ τὸν Σωκράτη, ἀποτελεῖ προϋπόθεση ὄχι μόνον ἀναγκαία ἀλλὰ καὶ ἱκανὴ γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι ἐνάρετος. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ γνώση τοῦ καλοῦ εἶναι ἀναγκαία, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ἀποδεχθοῦμε ὅτι εἶναι ἱκανή. Στὴν ἠθική πράξη, στὴν ἄσκηση δηλαδὴ τῆς ἀρετῆς, ἡ βούληση (τὸ νὰ πράττει κανείς αὐτὸ ποὺ θεωρεῖ συνειδητά καλό) ἔχει ἐξέχουσα σπουδαιότητα, τουλάχιστον ὅση ἔχει καὶ ἡ γνώση τοῦ καλοῦ.
Ἡ ἀπεριόριστη αὐτὴ πίστη στὴ λογικὴ καὶ στὴ νόηση καθὼς καὶ ἡ μηδαμινή σχεδόν σημασία ποὺ ἀποδίδεται στη βούληση ὁδήγησε στο νὰ κατηγορηθεῖ ἡ σωκρατική ἠθικὴ ὡς «διανοουμενισμός». Δὲν θὰ ἦταν λάθος νὰ μιλήσει κανεὶς ἐδῶ γιὰ διανοουμενισμό, παρ' ὅτι κρίνονται ἀναγκαῖες μερικές περαιτέρω διευκρινίσεις. Στὴν πραγματικότητα, ὁ Σωκράτης – πράγμα τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν κριτικὴ ποὺ τοῦ ἀσκήθηκε – δὲν ἔχει ξεχωρίσει ἀκόμη τὶς διάφορες ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος καὶ τὴν πολυπλοκότητά τους. Τελικῶς, ὁ Σωκράτης διατηρεῖ ἔναντι τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς μία «μονοδιάστατη» ἀντίληψη, ἀνάλογη μὲ ἐκείνη ποὺ εἶχε ὁ Παρμενίδης ἔναντι τοῦ εἶναι, δηλαδὴ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ μή-εἶναι. Ὁ Πλάτων εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀποκαλύψει τὴν πολύπλοκη δομὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀκριβῶς ὅπως διέπραξε καὶ τὴν περίφημη «πατροκτονία» τοῦ Παρμενίδη, ἀποκαλύπτοντας τὴν αὐτόνομη διάσταση τοῦ «μή-ὄντος» 11. Ὁ Πλάτων, ἐπίσης, θὰ καταδείξει ὅτι, πέραν τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ὑπάρχουν μέσα μας ἡ «ὀξυθυμία» καὶ ὁ «πόθος», στοιχεῖα μή-λογικὰ καὶ παράλογα, καὶ ὅτι ἡ ἠθικὴ πράξη ἔγκειται σὲ μία λεπτή ἰσορροπία μεταξὺ τῶν δυνάμεων αὐτῶν, ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, βλέπει τὴν ὀξυθυμία νὰ συμμαχεῖ καὶ νὰ συνεργάζεται μὲ τὴ λογική προκειμένου νὰ δαμάσουν ἀπὸ κοινοῦ τὸν πόθο, δηλαδὴ τὸ παράλογο στοιχεῖο 12. Κρίνοντας τὸν Σωκράτη ὑπὸ τὸ φῶς τῶν μεταγενεστέρων διακρίσεων ποὺ ἀφοροῦν στις ἱκανότητες ποὺ διακρίνουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἡ σωκρατική τοποθέτηση μπορεῖ νὰ καταδειχθεῖ στὴν ἐν γένει παραδοξότητά της.[ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΛΟΥ]
Ὀφείλουμε νὰ ὑπενθυμίσουμε, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ἠθικὴ στὸ σύνολό της (ἀκόμη καὶ ἡ πλατωνική, ἡ ἀριστοτελικὴ ἢ οἱ μεταγενέστερές τους), σε σύγκριση μὲ τὴν ἠθικὴ ποὺ συνδέεται μὲ τὸ χριστιανικό μήνυμα, ἀποδεικνύεται διανοουμενίστικη. Ὄχι μόνον ὁ Σωκράτης – μὲ τὸν μονόπλευρο χαρακτήρα τῆς ἀποκαλύψεώς του ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ μεταγενέστεροι φιλόσοφοι δὲν θὰ μπορέσουν νὰ ἀποδώσουν ἐκ βαθέων τὴ δραματική ἐμπειρία ποὺ συνθέτει τὸ «ἁμάρτημα», τὸ «ἠθικὸ κακό». Θὰ τείνουν πάντοτε, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, νὰ περιορίσουν τὸ ἁμάρτημα καὶ τὸ ἠθικὸ κακὸ σὲ ἕνα σφάλμα τῆς λογικῆς ἢ νὰ τὸ ἐξηγήσουν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση.
Ο Kierkegaard, στὸ ἔργο του Ἀσθένεια πρὸς θάνατον, προέβη σε μία διεξοδικὴ ἀνάλυση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, προσεγγίζοντας μὲ ἄψογο τρόπο τὴν οὐσία του. Γράφει:
Ὁ Σωκράτης δὲν καθορίζει λοιπὸν τὸ ἁμάρτημα γιατὶ ὑπάρχει εἰδικὴ ἀδυναμία. Δηλαδή; Ἂν τὸ ἁμάρτημα εἶναι ἄγνοια, δὲν ὑφίσταται ἁμάρτημα· γιατὶ τὸ ἁμάρτημα εἶναι ἡ συνείδηση. Ἂν τὸ ἁμάρτημα συνεπάγεται τὴν ἄγνοια τοῦ ὀρθοῦ, ὁπότε διαπράττουμε τὸ ἄδικο, τότε δὲν ὑπάρχει ἁμάρτημα. Ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ ἁμάρτημα, πράγμα ἀποδεκτό κι ἀπὸ τὸν Σωκράτη, δεχόμαστε ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωση ἄνθρωπος ποὺ γνωρίζει τὸ δίκαιο καὶ τὸ ἄδικο, ἢ ποὺ ξέρει ὅτι ἡ τάδε πράξη εἶναι ἄδικη, νὰ τὴν διαπράττει. ῎Αν λοιπὸν ὁ ὁρισμὸς τοῦ Σωκράτη εἶναι ἀκριβής, δὲν ὑπάρχει ἁμάρτημα.[ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟΥ.]
[...]
Συνεπῶς τὶ λείπει ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ Σωκράτη; Ἡ βούληση, ἡ πρόκληση. Ὁ ἑλληνικὸς διανοητισμός παραῆταν εὐτυχής, ἀφελής, αἰσθητικός, εἰρωνικός, πνευματώδης, μὲ ἕνα λόγο ἁμαρτωλός, γιὰ νὰ σκεφτεῖ ὅτι, μὲ πλήρη γνώση, μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλὸ ἢ νὰ διαπράξουμε τὸ κακὸ μὲ πλήρη ἐπίγνωση. Ὁ Ἑλληνισμός εδραιώνει μίαν διανοητική κατηγορηματική προσταγή 13.
Ὁ Σωκράτης «προτείνει ἕναν ἐλλειμματικό διαλεκτικό καθορισμό ποὺ ἅπτεται τοῦ περάσματος ἀπὸ τὴν κατανόηση ἑνὸς πράγματος στὴν περάτωσή του. Ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία ἄρχεται πάνω σὲ αὐτὸ τὸ πέρασμα. ᾿Ακολουθώντας αὐτὸν τὸ δρόμο, δείχνει ὅτι τὸ ἁμάρτημα ἔγκειται στὴ βούληση» 14[ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ. ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ. Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.]
Ὁ Kierkegaard ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἰσχυρισμός τοῦ Σωκράτους, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἕνας ἄνθρωπος δὲν πράττει τὸ καλὸ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔχει κατανοήσει, κρύβει μία πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα, ή ὁποία ἐγείρει τὸ ἐξῆς ἐρώτημα: Ὁ ἄνθρωπος δὲν πράττει τὸ καλό μόνον ἐπειδὴ δὲν εἶναι σε θέση νὰ τὸ κατανοήσει ἢ ἐπειδὴ δὲν ἐπιδιώκει νὰ εἶναι σε θέση νὰ τὸ κατανοήσει;[ΕΙΝΑΙ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ]
Τὰ συμπεράσματα τοῦ Kierkegaard εἶναι τὰ ἀκόλουθα: «Αν ὁ Σωκράτης δὲν συνεισφέρει στη διασάφηση τῆς διάκρισης ἀνάμεσα στο δύναμαι καὶ βούλομαι νὰ καταλάβω, ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι ὁ δάσκαλος ὅλων τῶν εἰρωνιστῶν ὅταν διακρίνει τὰ δύο είδη κατανόησης. Ὅποιος δὲν κάνει τὸ σωστό, δηλώνει, δὲν τὸ ἔχει καταλάβει. ᾿Αλλὰ ὁ χριστιανισμός πάει λίγο πιὸ πέρα καὶ προσθέτει: δὲν θέλει νὰ τὸ καταλάβει, καὶ μάλιστα δὲν θέλει τὸ δίκαιο» 15.[Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΞΕΧΝΑ ΤΟ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ. ΘΕΛΗΣΗ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ. ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ]
11. Πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Σοφιστής, 237 a.
12. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Πολιτεία, ΙΙΙ καὶ ΙV.
13. S. KIERKEGAARD, Ἀσθένεια πρὸς θάνατον, σσ. 168-169.
14. Αὐτόθι, σ. 175.
15. Αὐτόθι, σ. 179.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου