Συνέχεια από: Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ «ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΩΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΥΦΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ
Αὐτοκυριαρχία, ἐσωτερικὴ ἐλευθερία καὶ αὐτάρκεια
Θὰ μπορούσαμε στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ φωτίσουμε ἀκόμη περισσότερο ὅσα εἰπώθησαν παραπάνω, ἐὰν ἀξιολογήσουμε εἰδικῶς τὶς ἀντιλήψεις ποὺ ὁ Σωκράτης εἰσάγει γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἠθική προβληματική.
Κατ' ἀρχάς, ἰδιαιτέρως ἀποκαλυπτικὴ εἶναι ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν αὐτοκυριαρχία, ἡ ὁποία ὁρίζεται ρητῶς ὡς τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν καλὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους· «ἄριστον ἀνθρώπῳ ἐγκράτεια εἶναι» 16. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, μὲ τὸν ὅρο ἐγκράτεια, ἀποδίδεται μετά βεβαιότητος στον Σωκράτη. Τὸ ἐπαληθεύουμε καὶ τὸ ἑδραιώνουμε μέσῳ τῆς ἴδιας μεθοδολογικῆς διαδικασίας ἡ ὁποία μᾶς ὁδήγησε νὰ ἀποδώσουμε σ' αὐτὸν τὴ νέα ἀντίληψη περί ψυχῆς. Πράγματι, ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ ἡ ἀντίληψη αὐτὴ καὶ ὁ σχετικὸς ὅρος μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζεται κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους ταυτοχρόνως στὸν Ξενοφῶντα καὶ στὸν Πλάτωνα καὶ ἀποδίδονται ἀπὸ κοινοῦ στὸν Σωκράτη, καθώς καὶ στὸν Ἰσοκράτη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀφομοιώσει τις σωκρατικές ἰδέες.
Ἡ λέξις προέρχεται ἐκ τοῦ ἐπιθέτου «ἐγκρατής», τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖται διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ οἱοσδήποτε ἀσκεῖ ἐξουσίαν ἢ κῦρος ἐπί τινος. ᾿Αλλὰ ἡ λέξις εὕρηται μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἠθικῆς αὐτοκυριαρχίας, καὶ δὲν συναντάται πρὸ τῆς περιόδου αὐτῆς· ὅθεν ἐδημιουργήθη, προφανώς διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν νέαν έννοιαν, προηγουμένως δὲν ὑφίστατο ὡς καθαρώς νομικός ὅρος 17.
Ὡς ἐγκράτεια ὀρίζεται ή κυριαρχία τοῦ ἑαυτοῦ στὴν ἀπόλαυση, στην οδύνη, στὸν μόχθο, στὸν ἔλεγχο τῶν παρορμήσεων καὶ τῶν παθών. Εἶναι κυριαρχία ἐπὶ τοῦ ζωώδους στοιχείου ποὺ ἔχουμε μέσα μας. Εἶναι προφανές, λοιπόν, γιατί ὁ Σωκράτης τοῦ Ξενοφώντος ἰσχυρίζεται τὰ ἐξῆς:
Ἄρά γε δὲν πρέπει κάθε ἄνθρωπος, ἀφοῦ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ ἐγκράτεια εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς ἀρετῆς, ταύτην πρῶτον εἰς τὴν ψυχήν του νὰ κτίσῃ18;[ΕΝ ΚΡΑΤΕΙΑ]
Ἡ ἐγκράτεια προϋποθέτει ὅτι ἡ ψυχὴ κυριαρχεῖ ἐπὶ τοῦ σώματος, ἢ ἄλλως ὅτι ὁ «λόγος» κυριαρχεῖ ἐπὶ τῶν ἐνστίκτων τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὰ παραδείγματα που συναντούμε στον Ξενοφῶντα· ἐπίσης, τὸ ἐπισημαίνει ρητῶς ὁ Πλάτων, ἰδιαιτέρως στὸν Γοργία.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ ἔλλειψη αὐτοκυριαρχίας ἐπιτρέπει στὸ σῶμα καὶ τὰ ἔνστικτά του νὰ κυριαρχήσουν· κατά συνέπεια, στερεί ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν καθιστᾶ ὅμοιο μὲ τὰ πλέον ἄγρια θηρία.
Γράφει ὁ Ξενοφῶν, μὲ ἀφορμὴ τὸν διάλογο μεταξύ Σωκράτους καὶ Εὐθυδήμου:
«Νομίζω, ὦ Σωκράτη», εἶπε, «πὼς ἰσχυρίζεσαι, ὅτι ἐν γένει καμμία ἀρετὴ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον τὸν ἄνδρα, ποὺ εἶναι κατώτερος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν». «Διότι τὶ διαφέρει, ὦ Εὐθύδημε, ἄνθρωπος ἔκδοτος ἀπὸ τὸ ἀνοητότατον θηρίον; Διότι ὅποιος μὲν τὰ ἄριστα δὲν τὰ ἐξετάζει, ζητεῖ δὲ νὰ κάμνῃ μὲ κάθε τρόπον τὰ ἀπολαυστικώτατα πράγματα, κατὰ τὶ θὰ ἡμποροῦσε νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὰ ἀνοητότατα ζῷα τῆς βοσκῆς;»19.
Ἡ θέση αὐτὴ ἐκφράζεται καὶ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, ὁ ὁποῖος τὴν ἀποδίδει ἄκρως εἰρωνικῶς μὲ τὴν ἐπιτυχημένη σύγκριση τοῦ ἀνθρώπου χωρίς αὐτοκυριαρχία πρὸς τὸ χαράδριο, δηλαδή πρὸς ἕνα ἄγριο
καὶ ἀδηφάγο πουλί, προϊόν τῆς φαντασίας τῶν ἀρχαίων, τὸ ὁποῖο καταβρόχθιζε ἀκατάπαυστα, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἀφόδευε 20.
Επιπροσθέτως, ὁ Σωκράτης ἐταύτισε σαφῶς τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν ἐγκράτεια. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἄνοιξε μία ἐντελῶς νέα προοπτική: Πρὶν ἀπὸ αὐτὸν, ἡ ἐλευθερία εἶχε κατὰ κάποιον τρόπο μία έννοια ἀπολύτως νομικὴ καὶ πολιτικὴ· μὲ τὴ δική του συμβολή, ὅμως, ἀπέκτησε τὴν ἠθικὴ ἔννοια τῆς κυριαρχίας τῆς ὀρθολογικότητας ἐπὶ τοῦ ζωώδους στοιχείου.
Στὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα τοῦ Ξενοφώντος μποροῦμε νὰ ἰδοῦμε μὲ ποιὸν τρόπο παρουσιάζεται ἡ ἰσοτιμία μεταξύ αὐτοκυριαρχίας καὶ ἐλευθερίας:
«Εἰπέ μου», εἶπεν, «ὦ Εὐθύδημε, ἆρά γε παραδέχεσαι ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι καλὸν καὶ μεγαλοπρεπές κτῆμα καὶ εἰς ἄνδρα καὶ εἰς πόλιν;»
«Ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸ παραδέχομαι», εἶπεν. «Ὅποιος λοιπὸν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὰς σωματικὰς ἡδονὰς καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν δὲν ἡμπορεῖ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, παραδέχεσαι, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐλεύθερος;» «Καθόλου», εἶπεν. «Ἴσως διότι σοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐλευθέριον πρᾶγμα τὸ νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ νομίζεις, ὅτι εἶναι ἀνελεύθερον τὸ νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἐμποδίζουν νὰ τὰ ἐκτελῇ;» «᾿Ακριβῶς», εἶπε. «Σοῦ φαίνονται λοιπὸν ὅτι οἱ ἔκδοτοι εἰς τὰ πάθη των εἶναι παντελῶς ἀνελεύθεροι;» «Ναί, μὰ τὸν Δία, φυσικῷ τῷ λόγῳ». «Ποῖον δὲ ἀπὸ τὰ δύο σοῦ φαίνονται, ὅτι οἱ ἔκδοτοι εἰς τὰ πάθη των μόνον ἐμποδίζονται νὰ κάμνουν τὰ ἄριστα ἔργα ἢ καὶ ὅτι ἀναγκάζονται νὰ κάμνουν τὰ αἴσχιστα;» «Ἐξ ἴσου νομίζω», εἶπεν, «ὅτι ἀναγκάζονται νὰ πράττουν ταῦτα, ὅπως ἐμποδίζονται νὰ πράττουν ἐκεῖνα». «Ποίας δὲ λογῆς δεσπόται ἐπάνω-κάτω νομίζεις ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀφ' ἑνὸς μὲν ἐμποδίζουν τὰ ἄριστα ἔργα, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ἀναγκάζουν τοὺς ἄλλους νὰ κάμουν τὰ κάκιστα;» «Ὅσον τὸ δυνατόν, μὰ τὸν Δία», εἶπε, «τοὺς νομίζω χειρίστους». «Ποία δὲ δουλεία νομίζεις ὅτι εἶναι χειροτέρα ἀπὸ ὅλας;» «Ἐγὼ βέβαια», εἶπε, «τὴν δουλείαν ποὺ δουλεύει κανείς πλησίον τῶν χειροτέρων δεσποτῶν». «Λοιπὸν τὴν χειροτέραν δουλείαν ποὺ δουλεύουν οἱ ἔκδοτοι εἰς τὰ πάθη των;» «Ἐγὼ τουλάχιστον τὸ νομίζω», εἶπε 21.
Σὲ συνδυασμό μὲ τὶς ἀντιλήψεις περὶ ἐγκράτειας καὶ ἐλευθερίας, ὁ Σωκράτης ὄφειλε νὰ ἀναπτύξει καὶ τὴν ἀντίληψη περὶ αὐτάρκειας, ἤτοι τῆς αὐτονομίας ὡς θεμελιώδους χαρακτηριστικοῦ στοιχείου τοῦ ἐνάρετου ἀνθρώπου.
Ὁ Maier ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ ἔκφραση αὐτὴ ἴσως παρέμεινε ἄγνωστη στὸν Σωκράτη· ἐν τούτοις, ὁ τελευταῖος ἀντιμετώπισε τὸ θέμα με μεγάλη διαύγεια» 22. Ἐξ ἄλλου, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὸ ἐπίθετο αὐτάρκης συναντάται ἤδη στὸν Ξενοφώντα 23. Ὁ ὅρος αὐτάρκεια ἐντοπίζεται, ἐπίσης, στὸν ὕστερο Πλάτωνα σε συνάρτηση μὲ τὸν ὁρισμὸ τοῦ ᾿Αγαθοῦ 24, ἐνῶ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς τεχνικῆς αὐτάρκειας τὸν συναντοῦμε καὶ στὸν ᾿Αντισθένη25. Γνωρίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ δάσκαλος τοῦ σοφιστή Ἱππία θεωροῦσε ὅτι ἡ τεχνικὴ αὐτάρκεια, δηλαδή ἡ ἱκανότητα νὰ καταφέρνει κανείς μόνος του ὅλα ὅσα χρειάζονται στη ζωή, ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς σκοπούς ποὺ ὁ Σωκράτης καλεῖται να ἐπιτύχει. Ὁ ἴδιος ὁ Ἱππίας παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Πλάτωνα ὡς ἰδιαιτέρως ὑπερήφανος γιὰ τὴν ἱκανότητά του νὰ τὰ κάνει ὅλα μόνος του μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια 26. Εἶναι, συνεπῶς, εὔλογο νὰ σκεφτοῦμε ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἐσωτερίκευση τῆς αὐτάρκειας, δηλαδή ή μετατροπή της ἀπὸ τεχνικὴ σὲ ἠθικὴ αὐτάρκεια, ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ ὅτι ἐγνώρισε ἰδιαίτερη ἀνάπτυξη στο πλαίσιο τῶν σωκρατικῶν Σχολών.
Στὴν ἀντίληψη τῆς αὐτάρκειας ἐντοπίζονται δυό χαρακτηριστικά τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ τονιστοῦν δεόντως:
α) ὁ ἄνθρωπος ἐπιτυγχάνει τὸν ἔλεγχο τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν φυσικών παρορμήσεων διὰ μέσου τοῦ «λόγου» (τῆς ψυχῆς).
β) στὸν ἄνθρωπο ἀρκεῖ ὁ «λόγος» (ἡ ψυχή) πρὸς ἐπίτευξιν τῆς εὐτυχίας.
Ὅποιος ἀφήνεται στὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν παρορμήσεών του καταλήγει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν κοινωνία, καθώς ὅλα αὐτὰ εἶναι σὲ μεγάλο βαθμό ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ἀντικειμένου μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποι οῦνται οἱ ἐπιθυμίες. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ ἄνθρωπος ἀναγκάζεται νὰ ἐπιδιώξει τὰ δύσκολα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνεται θύμα ἀνεξέλεγκτων δυνάμεων, νὰ χάνει τὴν ἐλευθερία του, τὴν ἡσυχία του καί, κατά συνέπεια, τὴν εὐτυχία του.
Ο ξενοφώντειος Σωκράτης ἀναφέρει:
Φαίνεσαι, ὦ ᾿Αντιφῶν, ὅτι νομίζεις, ὅτι ἡ εὐδαιμονία εἶναι τρυφὴ καὶ πολυτέλεια· ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι τὸ νὰ μὴ ἔχῃς ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε εἶναι θεῖον, τὸ δὲ νὰ ἔχῃς ἀνάγκην ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρων πραγμάτων εἶναι πλησιέστατον πρὸς τὸ θεῖον, καὶ ὅτι τὸ μὲν θεῖον εἶναι ἄριστον, τὸ δὲ πλησιέστατον πρὸς τὸ θεῖον εἶναι πλησιέστατον πρὸς τὸ ἄριστον 27.
Ο Jaeger ἑρμηνεύει τὴν ἀντίληψη ποὺ πραγματευόμαστε ἐδῶ μὲ λίαν διεισδυτικό τρόπο: «Ο φρόνιμος ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἰναι ἀνεξάρτητος τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, πραγματοποιεῖ ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου μίαν ἀρετὴν τῶν παλαιῶν μυθικῶν ἡρώων. Ὁ μεγαλύτερος ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀντίληψιν ἦτο ὁ πολε μιστὴς Ἡρακλῆς μὲ τοὺς “πόνους”, δηλαδὴ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἡ αὐτοβοήθεια ἦτο ἡ κατ' ἐξοχὴν ἱκανότης τοῦ ἥρωος. Ὁ ἥρως χρησιμοποιεῖ τὴν σωματικήν του δύναμιν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίση νικηφόρως τοὺς ἐχθρούς του, τὰ τέρατα καὶ τοὺς παντὸς εἶδους κινδύνους. Τώρα πλέον ἡ ἱκανότης αὐτὴ μετατρέπεται εἰς πνευματικήν. Μόνον ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος συνδυάζει τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς προσπαθείας του πρὸς ὅ,τι δύναται νὰ φθάσῃ διὰ τῶν δυνάμεών του, αὐτὸς μόνον ἐξασφαλίζει τὴν “αὐτάρκειαν"» 28.
Ὀφείλουμε, ἐν τούτοις, νὰ ἐπισημάνουμε ἐδῶ ὅτι, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ ἀξία τῶν τριῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων, οἱ ὁποῖες εἶναι στυλοβάτες τῆς σωκρατικῆς ἠθικῆς καὶ θεμελιώδεις ὅροι γιὰ τὴν κατανόηση τῆς μεταγενέστερης ἠθικῆς, δὲν ἔχει ἐκτιμηθεῖ δεόντως, τουλάχιστον ἀπὸ ἐννοιολογικῆς ἀπόψεως. Ἡ ἐγκράτεια δὲν εἶναι ἡ κυριαρχία τῆς βουλήσεως, ἀλλὰ ἡ κυριαρχία τοῦ λόγου καὶ τῆς γνώσεως ἐπὶ τῶν παρορμήσεων. Ὡς ἐλευθερία δὲν νοεῖται ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, δηλαδὴ ἡ ἱκανότητα τοῦ νοῦ νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ἐνστίκτων· ἐλευθερία εἶναι, τελικῶς, ἡ αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπινου λόγου.
Κατ' οὐσίαν, οἱ ἀντιλήψεις αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια ἐκείνη μήτρα ἀπὸ τὴν ὁποία γεννᾶται ἡ θεωρία τῆς ἀρετῆς ὡς ἐπιστήμης καὶ τῆς παντοδυναμίας τῆς ἐπιστήμης (ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ τῆς ἀποδί-δουν οἱ Ἕλληνες). Ἐν ὀλίγοις, οἱ ἀντιλήψεις αὐτὲς προκύπτουν ἀπὸ τὴν ταύτιση τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ψυχή του ὡς νόηση.
Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἰδέα που, όπως καταδείξαμε, ἀποτελεῖ κεντρικό σημεῖο τῆς σωκρατικής διανοήσεως.
Σημειώσεις
16. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, IV 5, 8.
17. W. JAEGER, Παιδεία, 11, σ. 112.
18. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, Ι 5, 4.
19. Αὐτόθι, IV 5, 11.
20. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Γοργίας, 494 b.
21. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, ΙV 5, 2.
22. H. MAIER, Socrate, II, σ. 30.
23. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, I 2, 14, II 6, 2.
24. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Φίληβος, 67 a.
25. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, VI 11.
26. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ιππίας Ελάσσων, 368 b.
27. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, I 6, 10.
28. W. JAEGER, Παιδεία, ΙΙ, σ. 114.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου