Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Η σύνθεση σχολαστικής θεολογίας και υπαρξισμού στην τριαδολογία της δυτικής Χριστιανοσύνης: Karl Barth και Karl Rahner (4)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Η σύνθεση σχολαστικής θεολογίας και υπαρξισμού στην τριαδολογία της δυτικής Χριστιανοσύνης: Karl Barth και Karl Rahner

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΓ. ΣΙΣΚΟΥ
Πηγή: Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 88, 4 (2017)

3. Karl Rahner

3.1 Ἡ κριτικὴ τῆς δυτικῆς χριστιανικῆς Οὐσιοκρατίας στην Τριαδολογία

Το 1970 κυκλοφορεῖ στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα τὸ ἔργο τοῦ Κ. Rahner, The Trinity55. O K. Rahner –ὅπως καὶ ὁ Κ. Barth– ἔχει ὡς βασική μέριμνα ἀφ᾿ ἑνὸς νὰ ἐπαναζωογονήσει τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπὸ τὴ σχολαστική του ἀπώθηση σε χώρους μακρυὰ ἀπὸ τὶς ὑπαρξιακές ἀγωνίες καὶ τὰ ζωτικὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ' ἑτέρου νὰ δείξει ὅτι τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ πυρήνας τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἐπισημαίνει χαρακτηριστικὰ ὅτι τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς τέτοιο δὲν συνεπάγεται ἀπολύτως τίποτε γιὰ τοὺς χριστιανούς, καθὼς αὐτοὶ συμπεριφέρονται ὡς ἁπλοῖ μονοθεϊστὲς ὁποιασδήποτε θρησκείας56. Αἰτία αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι γιὰ τὸν Κ. Rahner ἡ ἐμμονὴ τῆς δυτικῆς θεολογίας στη μία οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐξαφανίζει κάθε διακριτὸ ρόλο τῶν Θείων Ὑποστάσεων. Εἶναι τέτοια ἡ ἐμμονὴ στὸν ἕνα Θεό, στη μία οὐσία Του, ποὺ γιὰ τὴ δυτική πατερική παράδοση ἡ ἐνανθρώπηση θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει συμβεῖ ἀπὸ ὁποιοδήποτε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Κι αὐτὸ γιατὶ στὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ τὸ βάρος τῆς δυτικῆς ἑρμηνείας πέφτει πάντοτε στὸν ἕνα Θεὸ καὶ ὄχι στὸ συγκεκριμένο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ σαρκώνεται57. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Πάτερ Ἡμῶν ἀπευθύνεται ἀδιαφοροποίητα στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ὄχι στὸν Πατέρα, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ πραγματοποιεῖται τὸ ὅλο γεγονὸς τῆς σωτηρίας. Ὅλη ἡ ἔμφαση τῆς παράδοσης πέφτει στὸ κοινὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὡς οὐσίας, δηλαδὴ ὡς καθαρῆς ἐνέργειας - actus purus, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη ἀγνόηση τῶν Θείων Ὑποστάσεων καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς μοναδικότητάς τους μπροστὰ στὴν τελειότητα τῆς Θείας Οὐσίας. Καταληκτικό παράδειγμα γιὰ τὸν Κ. Rahner εἶναι ἡ ρωμαιοκαθολική διδασκαλία περὶ χάριτος, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ παραπέμπει εὐθέως στὸ ἔργο τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ θεία οἰκονομία, στην καλύτερη περίπτωση προετοιμάζει τοὺς πιστοὺς γιὰ μιὰ ἀντιμετώπιση τῆς ἐνανθρώπησης ὡς κοινοῦ ἔργου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὸ κατὰ τὸν Κ. Rahner συνεπάγεται μιὰ ἀναφορὰ πάλι στὸν ἕνα Θεὸ τῆς μιᾶς οὐσίας, ἡ ὁποία ὡς actus purus πραγματοποιεῖ τόσο τὴ δημιουργία ὅσο καὶ τὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Μιὰ τέτοια διδασκαλία περὶ χάριτος κατὰ τὸν Κ. Rahner, ἀφ' ἑνὸς δὲν φανερώνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο καμία μετοχὴ στὴν Ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ ὡς θεία υἱοθεσία, ἀφ' ἑτέρου διαλύει κάθε σύνδεση μεταξύ Οἰκονομίας καὶ Θεολογίας στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀφοῦ ἐξαφανίζει τὶς Θεῖες Ὑποστάσεις στὴν ἀτομική, ἰδικὴ καὶ ξεχωριστή φανέρωσή τους κατὰ τὴ Θεία Οἰκονομία, μπροστὰ στὸ actus purus τῆς ἀπολύτως ἁπλῆς Θείας Οὐσίας59.

3.2 Τὸ θεμελιῶδες ἑρμηνευτικὸ ἀξίωμα στην Τριαδολογία: Ταύτιση ἀιδίου καὶ οἰκονομικῆς Τριάδας

Το βασικό πρόβλημα τῆς δυτικῆς θεολογίας, κατὰ τὸν Κ. Rahner, τὸ ὁποῖο θεμελιώθηκε στὴ θεολογία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ τῶν σχολαστικῶν, εἶναι ἡ ἑρμηνευτική προτεραιότητα τῆς Θείας Οὐσίας ἔναντι τῶν Θείων Ὑποστάσεων. Ἡ θεολογία κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο γίνεται φιλοσοφική, στοχαστική καὶ ἀφηρημένη, διότι δὲν θεμελιώνεται στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τῆς μετοχῆς στὶς θεοφάνειες κάθε Θείας Ὑπόστασης ξεχωριστὰ κατὰ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας: “It looks as if everything which matters for us in God has already been said in the treatise On the One God. This separation of the two treatises and the sequence in which they are explained probably derives from the Augustinian-Western conception of the Trinity, as contrasted with the Greek conception, even though the Augustinian conception had not, in the High Middle Ages, developed the kind of monopoly it would later enjoy. It begins with the one God, the one divine essence as a whole, and only afterwards does it see God as three in persons... The Bible and the Greeks would have us start from the one unoriginate God, who is already Father even when nothing is known as yet about generation and spiration. He is known as the one unoriginate hypostasis which is not positively conceived as 'absolute' even before it is explicitly known as relative. But the medieval-Latin starting point happens to be different. And thus one may believe that Christian theology too may and should put a treatise on the one God before the treatise on the triune God. But since this approach is justified by the unicity of the divine essence, the only treatise which one writes, or can write, is 'on the one divinity. As a result the treatise becomes quite philosophical and abstract and refers hardly at all to salvation history"60. [Μετάφραση: «Φαίνεται σαν όλα όσα έχουν σημασία για εμάς σχετικά με τον Θεό να έχουν ήδη ειπωθεί στην πραγματεία Περὶ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ. Αυτός ο διαχωρισμός των δύο πραγματειών και η σειρά με την οποία εκτίθενται πιθανότατα προέρχονται από την αυγουστίνεια-δυτική αντίληψη περί Τριάδος, σε αντίθεση με την ελληνική, μολονότι η αυγουστίνεια αντίληψη δεν είχε ακόμη, κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, αποκτήσει το μονοπώλιο που θα αποκτούσε αργότερα. Η δυτική θεολογία αρχίζει από τον έναν Θεό, από τη μία θεία ουσία ως σύνολο, και μόνο κατόπιν θεωρεί τον Θεό ως τριαδικό ως προς τα πρόσωπα... Αντίθετα, η Αγία Γραφή και οι Έλληνες Πατέρες θα ήθελαν να ξεκινήσουμε από τον έναν αγέννητο Θεό, ο οποίος είναι ήδη Πατέρας ακόμη και όταν δεν έχει ακόμη γίνει γνωστό τίποτε για τη γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Πνεύματος. Ο Θεός αυτός γίνεται γνωστός ως η μία αγέννητη Υπόσταση, η οποία δεν νοείται πρωτίστως ως «απόλυτη» πριν ακόμη γίνει ρητώς γνωστή ως σχετική. Η μεσαιωνική όμως λατινική αφετηρία είναι διαφορετική. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι και η χριστιανική θεολογία μπορεί και οφείλει να προηγείται με μία πραγματεία Περὶ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ πριν από την πραγματεία Περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Επειδή όμως η προσέγγιση αυτή θεμελιώνεται στη μοναδικότητα της θείας ουσίας, η μόνη πραγματεία που τελικά γράφεται ή μπορεί να γραφεί είναι «περὶ τῆς μιᾶς θεότητος». Ως αποτέλεσμα, η θεολογική ανάπτυξη καθίσταται έντονα φιλοσοφική και αφηρημένη, ενώ ελάχιστα αναφέρεται στην ιστορία της σωτηρίας.»]

Ἀντιθέτως, ἂν ἡ θεολογία ξεκινήσει ἀπὸ τὴ Θεία Οἰκονομία καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία μετοχῆς πάνω στις θεοφάνειες κάθε ξεχωριστῆς Θείας Ὑπόστασης, τότε ἀποκαθίσταται στὴν ὑπαρξιακή σημασία του τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση, ἐξάγεται τὸ θεμελιῶδες ἀξίωμα (Grundaxiom) τοῦ Κ. Rahner περὶ ἀπόλυτης ταύτισης τῆς οἰκονομικῆς μὲ τὴν ἀίδια Ἁγία Τριάδα: "The isolation of the treatise of the Trinity has to be wrong. There must be a connection between Trinity and man. The Trinity is a mystery of salvation, otherwise it would never have been revealed. We should show why it is such a mystery... The basic thesis which establishes this connection between the treatises and presents the Trinity as a mystery of salvation (in its reality and not merely as a doctrine) might be formulated as follows: The 'economic' Trinity is the 'immanent' Trinity and the 'immanent' Trinity is the 'economic' Trinity61.  [Μετάφραση: «Η απομόνωση της πραγματείας περί Τριάδος δεν μπορεί παρά να είναι εσφαλμένη. Πρέπει να υπάρχει μια ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στην Αγία Τριάδα και τον άνθρωπο. Η Τριάδα αποτελεί μυστήριο σωτηρίας· διαφορετικά δεν θα είχε ποτέ αποκαλυφθεί. Οφείλουμε, επομένως, να δείξουμε γιατί αποτελεί πράγματι τέτοιο μυστήριο... Η θεμελιώδης θέση που καθιστά δυνατή αυτή τη σύνδεση μεταξύ των δύο πραγματειών και παρουσιάζει την Τριάδα ως μυστήριο σωτηρίας —στην ίδια την πραγματικότητά της και όχι απλώς ως δόγμα— μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: η «οικονομική» Τριάδα είναι η «αΐδια» (ή ενδοτριαδική) Τριάδα και η «αΐδια» Τριάδα είναι η «οικονομική» Τριάδα.»

(Συνεχίζεται)

Σημειώσεις
55. RAHNER, K., The Trinity, Trans: J. Donceel, Continuum: London-New York 1970. Γιὰ τὴν προϊστορία τοῦ βιβλίου ὡς ἄρθρου στη γερμανικὴ γλῶσσα βλ. COFFEY, D., "Trinity", στὸ MARMION, D., HINES, M.E. (ed.), The Cambridge Companion to Karl Rahner, Cambridge University Press 2005, σελ. 98.
56. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 10.
57. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 11: "Nowadays when we speak of God's incarnation, the theological and religious emphasis lies only on the fact that 'God' became man, that 'one' of the divine persons (of the Trinity) took on the flesh, and not on the fact that this person is precisely the person of the Logos... No wonder, since starting from Augustine, and as opposed to the older tradition, it has been among theologians a more or less foregone conclusion that each of the divine persons (if God freely so decided) could have become man, so that the incarnation of precisely this person can tell us nothing about the peculiar features of this person within the divinity".  [Μετάφραση: «Σήμερα, όταν μιλούμε για την ενανθρώπηση του Θεού, η θεολογική και θρησκευτική έμφαση δίνεται σχεδόν αποκλειστικά στο γεγονός ότι "ο Θεός" έγινε άνθρωπος, ότι "ένα" από τα θεία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, και όχι στο ότι το πρόσωπο αυτό είναι συγκεκριμένα ο Λόγος. Δεν είναι περίεργο· διότι, από την εποχή του Αυγουστίνου και σε αντίθεση με την αρχαιότερη παράδοση, οι θεολόγοι θεωρούσαν λίγο πολύ αυτονόητο ότι οποιοδήποτε από τα θεία πρόσωπα —εφόσον ο Θεός το αποφάσιζε ελεύθερα— θα μπορούσε να είχε ενανθρωπήσει. Έτσι, το γεγονός ότι ενανθρώπησε ακριβώς αυτό το πρόσωπο δεν θεωρείται ότι μας αποκαλύπτει τίποτε για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μέσα στη θεότητα.»]
58. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 12, "Thus theology considers it almost a matter of course that the 'Our Father' is addressed in the same way, with equal appositeness, indifferently to the Holy Trinity, to the three divine persons; that the sacrifice of die Mass is offered in the same manner to the three divine persons. The current doctrine of satisfaction, hence also of redemption, with its theory of a double moral subject in Christ, regards the redemptive activity as offered indifferently to the three divine persons. Such a doctrine does not give sufficient attention to the fact that satisfaction comes from the incarnate Word, not simply from the God-man. It supposes that another person could, as man, have offered to the triune God a satisfactio condigna (adequate satisfaction)".[Μετάφραση:  «Έτσι, η θεολογία θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι το "Πάτερ ἡμῶν" μπορεί να απευθύνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και εξίσου ορθά, αδιακρίτως είτε στην Αγία Τριάδα είτε στα τρία θεία πρόσωπα· ότι η θυσία της Θείας Λειτουργίας προσφέρεται με τον ίδιο τρόπο και στα τρία θεία πρόσωπα. Η επικρατούσα διδασκαλία περί ικανοποιήσεως, και συνεπώς περί λυτρώσεως, με τη θεωρία του διπλού ηθικού υποκειμένου στον Χριστό, αντιμετωπίζει το λυτρωτικό έργο ως προσφερόμενο αδιακρίτως προς τα τρία θεία πρόσωπα. Μια τέτοια διδασκαλία δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη ότι η ικανοποίηση προέρχεται από τον σαρκωμένο Λόγο και όχι απλώς από τον Θεάνθρωπο. Προϋποθέτει, μάλιστα, ότι και κάποιο άλλο θεϊκό πρόσωπο θα μπορούσε, ως άνθρωπος, να είχε προσφέρει στον Τριαδικό Θεό μία επαρκή ικανοποίηση (satisfactio condigna).»]
59. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 13: “the doctrine of grace, even if it is entitled 'On the Grace of Christ', is in fact monotheistic, not trinitarian: a participation in the divine nature leading to a blessed vision of the divine essence* We are told that this grace has been 'merited' by Christ. But this grace of Christ is, at best, presented as the grace of the 'God'-man, not as the grace of the incarnate Word as Logos. It is conceived as the recovery of a grace which, in its supralapsarian essence, is usually considered merely the grace of God, not the grace of the Word, much less of the 'Word who is to become man" [Μετάφραση:«Η διδασκαλία περί χάριτος, ακόμη και όταν επιγράφεται "Περί της χάριτος του Χριστού", στην πραγματικότητα είναι μονοθεϊστική και όχι τριαδολογική. Η χάρη νοείται ως μετοχή στη θεία φύση, η οποία οδηγεί στη μακαρία θέα της θείας ουσίας. Μας λέγεται ότι η χάρη αυτή "αποκτήθηκε" με τα έργα του Χριστού. Ωστόσο, η χάρη του Χριστού παρουσιάζεται, στην καλύτερη περίπτωση, ως χάρη του Θεανθρώπου και όχι ως χάρη του σαρκωμένου Λόγου. Αντιλαμβάνεται κανείς τη χάρη αυτή ως την αποκατάσταση μιας χάριτος που, στην προπτωτική και υπερφυσική της ουσία, θεωρείται συνήθως απλώς χάρη του Θεού και όχι χάρη του Λόγου, πολύ δε λιγότερο του "Λόγου που επρόκειτο να γίνει άνθρωπος".» ]
καὶ σελ. 30: "There would no longer be any connection between 'mission' and the intra-trinitarian life. Our sonship in grace would in fact have absolutely nothing to do with the Son's sonship, since it might equally well be brought about without any modification by another incarnate person. That which God is for us would tell us absolutely nothing about that which he is in himself, as triune". [Μετάφραση: «Τότε δεν θα υπήρχε πλέον καμία σύνδεση ανάμεσα στην "αποστολή" των θείων προσώπων μέσα στην ιστορία και στην ενδοτριαδική ζωή του Θεού. Η υιοθεσία μας κατά χάριν δεν θα είχε στην πραγματικότητα καμία απολύτως σχέση με την υιότητα του Υιού, αφού θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί εξίσου, χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή, και από κάποιο άλλο θεϊκό πρόσωπο που θα είχε ενανθρωπήσει. Εκείνο που είναι ο Θεός για εμάς δεν θα μας αποκάλυπτε πλέον τίποτε απολύτως για εκείνο που είναι ο ίδιος καθ' εαυτόν ως Τριαδικός Θεός.» ]
60. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 17-18.
61. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 21-22.

Δεν υπάρχουν σχόλια: