Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

"Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη" του Γεωργίου Σίσκου α

 

Παρουσίαση του βιβλίου του Γεωργίου Σίσκου Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη Νεοσχολαστικισμός και Οντολογία της σχέσης Περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ: https://armosbooks.gr/ Για το βιβλίο μιλούν: Κωνσταντίνος Χρήστου, Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ Παναγιώτης Υφαντής, Καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ Γιώργος Ζωγραφίδης, Καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ και ο συγγραφέας του βιβλίου Γεώργιος Σίσκος

«Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη» του Γεωργίου Σίσκου α

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας και χρόνια πολλά. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας τιμάτε με την παρουσία σας στην αποψινή εκδήλωση. Οι εκδόσεις «Αρμός» υποδέχονται το βιβλίο του υποφαινόμενου «Η Αγία Τριάδα στη δυτική χριστιανοσύνη. Νεοσχολαστικισμός και οντολογία της σχέσης».

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν και θα σχολιάσουν τρεις καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, του Πανεπιστημίου της πόλης μας: ο κύριος Κωνσταντίνος Χρήστου, καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού· ο κύριος δίπλα μου, ο κύριος Παναγιώτης Υφαντής, καθηγητής Πατερικής Σκέψης και Αγιολογίας του Τμήματος Θεολογίας· και ο κύριος Ζωγραφίδης, καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής και Βυζαντινής Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής.

Τους ευχαριστώ πάρα πολύ από καρδιάς για όλον τον κόπο τον οποίο κατέβαλαν, που είδατε από το μέγεθος του βιβλίου ότι ήταν αρκετά μεγάλος ο κόπος τους. Και τους ευχαριστώ πραγματικά από καρδιάς για όλη την προσφορά τους και στο πρόσωπό μου.

Το βιβλίο, λοιπόν, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, εστιάζει στην ερμηνεία της Αγίας Τριάδος στη δυτική χριστιανοσύνη, δηλαδή στον Ρωμαιοκαθολικισμό και στον Προτεσταντισμό, κυρίως στον 19ο και στον 20ό αιώνα. Αφορά τα διέξοδα των δύο ομολογιών, του Προτεσταντισμού και του Ρωμαιοκαθολικισμού, απέναντι στη Γαλλική Επανάσταση και στον Διαφωτισμό. Από εκεί ξεκινάει. Και πορεύονται όπως πορεύτηκαν μέχρι τον 20ό αιώνα.

Είναι ουσιαστικά το βιβλίο η ιστορία της ερμηνείας της Αγίας Τριάδος μέσα από μια σειρά κειμένων, την οποία θα δούμε. Σκεφτήκαμε και συνεννοηθήκαμε μεταξύ μας ότι κάθε κύριος καθηγητής θα παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο μέρος. Θα ξεκινήσουμε με τον κύριο Χρήστου από τα ιστορικά πλαίσια του Διαφωτισμού και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο Καθολικισμός και ο Προτεσταντισμός.

Θα περάσουμε στη συνέχεια στον κύριο Ζωγραφίδη, ο οποίος θα ασχοληθεί με το πρώτο μεγάλο ρεύμα και την πρώτη μεγάλη απάντηση που αποπειράθηκε να δώσει κυρίως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέσω της απόπειρας αναστάσεως του μεγαλύτερου πατέρα της και αγίου της Εκκλησίας, του Αγγελικού Διδασκάλου, του Θωμά Ακινάτη. Και θα δούμε μετά, από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, το πώς υπάρχει μια αναμόρφωση όλης της θεολογίας. Γι’ αυτό θα μας μιλήσει και ο κύριος Υφαντής, ο οποίος έχει μεταφράσει και ένα βιβλίο, κάποιοι ενδεχομένως το γνωρίζετε, σχετικά με τη δυτική θεολογία ολόκληρου του 20ού αιώνα.

Και πάλι σας ευχαριστώ πάρα πολύ όλους που είστε εδώ και φυσικά και τους κυρίους καθηγητές. Να δώσω τον λόγο στον κύριο Χρήστου.

Κύριε Χρήστου, σας ευχαριστώ πολύ και σας δίνω τον λόγο.


Κύριε Σίσκο, αγαπητέ Γιώργο, εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την τιμητική πρόσκληση. Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καταρχήν θα ήθελα να συγχαρώ τον συγγραφέα, τον Γιώργο Σίσκο, για το σημαντικό αυτό πόνημα το οποίο μας παρουσιάζει, το οποίο μας διαφωτίζει για τη ρωμαιοκαθολική θεολογία των δύο τελευταίων αιώνων.

Είναι μια σημαντική πτυχή του βίου της Εκκλησίας, αλλά και της πνευματικής ζωής της Ευρώπης την ίδια περίοδο και φυσικά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τα δικά μας πράγματα, διότι κάποιες πτυχές αυτής της θεολογίας επηρέασαν και τη δική μας ορθόδοξη θεολογία. Και βέβαια η γνώση όλου αυτού του πνευματικού αποθέματος μας καθοδηγεί στο να διαγνώσουμε και καλύτερα τα πράγματα για σήμερα.

Οπωσδήποτε η θεολογία αυτή συνέπεσε χρονικά με μια σειρά από φιλοσοφικά και ιδεολογικά ρεύματα της Ευρώπης την ίδια περίοδο. Με κάποια συγκρούστηκε απολύτως, με κάποια άλλα συμπορεύθηκε χωρίς όμως να θελήσει να τα συναντήσει, και με κάποια άλλα οπωσδήποτε έχει κάποιες εκλεκτικές συγγένειες.

Το πρώτο φυσικά ρεύμα το οποίο θα μας απασχολήσει είναι ο Διαφωτισμός, με τον οποίο συγκρούστηκε η ρωμαιοκαθολική θρησκεία και η ρωμαιοκαθολική θεολογία, αλλά κατά κάποιο τρόπο έδωσε σε αυτόν μια αρκετά καθυστερημένη απάντηση.

Ο Διαφωτισμός ξεκινάει τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, βασίζεται στον αγγλικό εμπειρισμό, που έρχεται περνώντας τη Μάγχη, τον οποίο είχε θεμελιώσει ο περίφημος John Locke, και φυσικά αντιπαρατέθηκε σε άλλα ηπειρωτικά ρεύματα, τα οποία ήταν βέβαια ρασιοναλιστικά, αλλά με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο.

Στη Γαλλία υπάρχει ο Μαλμπράνς, τον 17ο αιώνα. Κυριαρχεί η φιλοσοφία του Καρτέσιου ή Ντεκάρτ, που είναι αρκετά γνωστός και σε εμάς, ο οποίος ήταν σαφώς ένας πλατωνικός και όχι αριστοτελικός φιλόσοφος ή θεολόγος. Πίστευε στις έμφυτες ιδέες, ένας χριστιανός πλατωνιστής και όχι αριστοτελιστής πίστευε στις έμφυτες ιδέες, οι οποίες φυσικά είναι το θεϊκό κομμάτι μέσα στον άνθρωπο. Και από εκεί και πέρα φυσικά, κατά τα άλλα, πίστευε στις μεγάλες δυνατότητες του ανθρώπινου νου· είναι δηλαδή ρασιοναλιστής.

Ο γαλλικός Διαφωτισμός όμως απομακρύνεται από αυτό. Επηρεάζεται από τον John Locke, ο οποίος έχει θεμελιώσει, όπως είπαμε, τον εμπειρισμό, ο οποίος είναι πολύ διαφορετικός, διότι δεν ξεκινάει όπως ξεκινούσε αυτή η ρασιοναλιστική επιστήμη του 17ου αιώνα, που ξεκινούσε από το γενικό για να πάει στο μερικό, ήταν δηλαδή απαγωγική. Ξεκινάει από την εμπειρία, την οποία περιγράφει, συγκεντρώνει, προκειμένου να καταλήξει σε γενικότερα συμπεράσματα. Είναι δηλαδή επαγωγική η σκέψη του 18ου αιώνα. Άρα λοιπόν ο Διαφωτισμός ξεκινάει από τη φύση· αυτή κυριαρχεί στη σκέψη των φιλοσόφων του. Επομένως ο ορθός λόγος υπηρετεί αυτή τη φυσική έρευνα. Δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με την Αποκάλυψη, δεν μπορεί να τη δεχτεί a priori φυσικά. Άρα δηλαδή είναι το λιγότερο κριτικός και σκεπτικιστικός απέναντι στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Αυτή η παντοδυναμία του λόγου, που θα θεμελιωθεί τις επόμενες δεκαετίες, είναι το μυστήριο της θρησκείας.

Φυσικά σε αυτό υπήρξε μια απάντηση· μερικές απαντήσεις θα δούμε γι’ αυτό παρακάτω. Εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος είναι οι δύο πιο γνωστοί σε όλους μας: ο Βολτέρος και ο Ρουσσό, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο συγκροτούν ένα σύνολο αντιλήψεων, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε φυσική θρησκεία.
Φυσική θρησκεία φυσικά δεν είναι ούτε ο Ρωμαιοκαθολικισμός ούτε κάποιο άλλο εξωτερικό δόγμα, όπως το ξέρουμε, αλλά είναι ουσιαστικά ένας χριστιανισμός απογυμνωμένος από οτιδήποτε άλλο, πλην της πίστης στην ύπαρξη του ενός Θεού και της Αγίας Γραφής.

Δηλαδή όλα τα υπόλοιπα, η Αγία Παράδοση, ο Χριστιανισμός ως οργανισμός, ο κλήρος, τα δόγματα επίσης, όπως το δόγμα της Αγίας Τριάδος, η αθανασία της ψυχής, όλα αυτά απορρίπτονται από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, τον Βολτέρο και άλλους, και φυσικά επίσης άλλα δόγματα, όπως είναι η πτώση των πρωτοπλάστων, το προπατορικό αμάρτημα δηλαδή, το οποίο κατά τον Βολτέρο δημιουργούσε ένα ζοφερό περιβάλλον σκέψης για τον άνθρωπο. Παρά ταύτα, ο Βολτέρος, κατά τον ίδιο, δεν είναι αντιχριστιανός ούτε βέβαια άθεος. Ο αθεϊσμός είναι εξαίρεση του Διαφωτισμού αυτής της εποχής. Τρεις μόνο αναφέρονται ως πεπεισμένοι άθεοι: ο Χόλμπαχ, ο Λα Μετρί και ο Ντε Σαντ. Αυτοί οι τρεις ήταν άθεοι· όλοι οι υπόλοιποι πιστεύουν σε αυτό που ονομάστηκε φυσική θρησκεία ή δεϊσμός.

Αυτή είναι η θρησκεία του γαλλικού Διαφωτισμού. Ο Βολτέρος δέχεται τη θεία πρόνοια, γιατί τη βλέπει μέσα από τη φύση, η οποία είναι θαυμάσια, έχει τάξη κλπ. Άρα λοιπόν, με τον τρόπο που δέχεται την επενέργεια του Θεού στον κόσμο, διακηρύσσει επίσης ότι δεν πρέπει να πάμε πέρα από τις Γραφές· αυτές αρκούν για να θεμελιώσουν την πίστη.

Και μας θυμίζει εδώ, και λέει επίσης, ότι δεν χρειάζεται φιλοσοφία για να στηρίξουμε τον Θεό. Και χρησιμοποιεί το παράδειγμα των καλαμιών: λέει ότι δεν μπορούμε να βάζουμε καλάμια γύρω γύρω από ένα κέντρο για να το στηρίξουμε. Είναι μια ατοπία αυτό, μια ανοησία. Απορρίπτει δηλαδή όλη τη χριστιανική γραμματεία ουσιαστικά και τη χριστιανική θεολογία.

Και εδώ μπορούμε να κάνουμε ένα παράδειγμα. Μας θυμίζει τους αντιπάλους του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τον 14ο αιώνα, που και αυτοί λέγανε: η Αγία Γραφή εντάξει, αλλά από εκεί και πέρα, ναι, δεν πιστεύουμε αυτά· μην πάτε παραπέρα, δεν μας χρειάζεται. Αλλά δεν θα μας θυμίσει και τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος αυτά λίγο πολύ τα είχε ενστερνιστεί; Παρά ταύτα, οι διαφωτιστές θέλουν να θεμελιώσουν την ηθική, ξαναγυρνάνε στη μεταφυσική, ενώ δεν ενδιαφέρονται πολύ για αυτήν.

Όταν πάλι θέλουν να μιλήσουν για τον ηθικό νόμο, ξαναγυρνάνε στη μεταφυσική. Και έτσι, και ο Βολτέρος και άλλοι, ξαναγυρνάνε σε ένα επιχείρημα το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το οντολογικό επιχείρημα της ύπαρξης του Θεού του Αριστοτέλη. Απλοποιημένο βέβαια και κάπως επιφανειακό, όπως γενικά επιφανειακή είναι η σκέψη του Βολτέρου, που λέει ότι, εφόσον εγώ υπάρχω, υπάρχει και ο Θεός. Υπάρχει ύπαρξη.

Άρα λοιπόν, εφόσον υπάρχει, θα υπάρχει και το ανώτατο Ον της ύπαρξης, που είναι ο Θεός φυσικά. Όπως κάνανε ακριβώς, όπως λένε και οι Νεοπλατωνικοί του τέταρτου και του πέμπτου αιώνα, και βέβαια και πολλοί άλλοι μετά από αυτούς. Και περίπου τα ίδια βέβαια λέει ο Καντ.

Εφόσον υπάρχω εγώ, είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρχει και ένα ανώτατο Ον, ένα αιώνιο Ον. Ο δεύτερος μεγάλος, ο οποίος και αυτός ουσιαστικά είναι ο συνθεμελιωτής αυτής της αντίληψης που ονομάζεται φυσική θρησκεία, διαφοροποιείται στην πραγματικότητα φιλοσοφικά πολύ από τον Βολτέρο. Πολύ μακρύτερος είναι ο Ρουσσό βέβαια, ο οποίος προαναγγέλλει το επόμενο ρεύμα, που είναι ο ρομαντισμός, γιατί διακηρύσσει αυτό που λέμε γενική συνείδηση. Δεν υπάρχει δηλαδή απλά ο νους του κάθε ατόμου· υπάρχει κάτι που λέμε γενική συνείδηση. Είναι αυτός ο οποίος αρχικά ξεκινάει αυτό το ρεύμα με το οποίο αναφερθήκαμε.

Στηρίζεται στο εσωτερικό συναίσθημα, το οποίο οδηγεί στην πίστη. Το οποίο οδηγεί στην πίστη, αλλά ανεξάρτητα από τον λόγο. Ο λόγος δεν μπορεί να προσπελάσει προς τα εκεί. Και σε αυτό φυσικά συμφωνούσε και ο Καντ, όπως και άλλοι επίσης. Βάζουν όρια στην ανθρώπινη γνώση, και αυτό είναι βέβαια και το βιβλίο «Κριτική του καθαρού λόγου» του Καντ: αυτό βάζει όρια στον λόγο, γιατί, όπως είπε ο ίδιος, θέλει να αφήσει χώρο στην πίστη.

Εντούτοις, μέσω της πίστης οδηγείται ο άνθρωπος, κατ’ αυτόν, στην αποκάλυψη αυτού του όντος που βάζει τάξη στο σύμπαν. Για να πούμε λοιπόν ότι με τον Ρουσσό, ο οποίος έχει πεθάνει πλέον πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, και γύρω στο 1800 έχει τελειώσει ο Διαφωτισμός, πάμε σε ένα άλλο ρεύμα, το οποίο αποτελεί αντίδραση στον Διαφωτισμό, που είναι ο ρομαντισμός. Αυτό θα κυριαρχήσει στις επόμενες δεκαετίες.

Όπως είπαμε, προαναγγέλλεται από τον Ρουσσό και δεν αποτελεί παρά την ανάγκη της στροφής των σκεπτόμενων ανθρώπων —γιατί αυτούς επηρεάζουν τα ρεύματα—, όχι πια για τη διάσπαση της γνώσης, αλλά εκφράζει αυτό το ρεύμα τη νοσταλγία προς το άπειρο, να ξαναφτάσουμε δηλαδή προς την ενότητα. Έτσι λοιπόν, για να συμβεί αυτό, και επειδή έχουν οριοθετηθεί όλα αυτά που είπαμε, ότι ο λόγος πια έχει θεωρηθεί και από τον Καντ και από άλλους ότι δεν μπορεί να προσπελάσει προς τη θεότητα, αυτό γίνεται πλέον θέμα του έμφυτου συναισθήματος. Είναι το έμφυτο συναίσθημα του ανθρώπου το οποίο οδηγεί προς τη θρησκεία και προς τη γνώση του Ενός.

Ο ρομαντισμός φυσικά είναι μια αντίδραση στον Διαφωτισμό. Εκφράζεται κυρίως στη Γερμανία, που ήθελε να αντιδράσει στη γαλλική επιβολή, που ήταν πνευματική αλλά και στρατιωτική, ξανά με τη ναπολεόντεια αυτοκρατορία. Τα ονόματα είναι πολύ γνωστά: είναι ο Γκαίτε, είναι ο Χέρντερ και πολλοί άλλοι.

Είναι η φωνή της πίστης λοιπόν, η οποία επιστρέφει τη σκέψη στην πίστη, και αυτό πρόσκαιρα σίγουρα ευχαρίστησε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, γιατί σε έναν βαθμό και πολιτικά αποτελεί μια αντίδραση, αλλά πρόσκαιρα. Διότι στην πραγματικότητα, εφόσον η εικόνα που σχηματίζει ο καθένας για τον Θεό οφείλεται στην εσωτερική του εμπειρία, αυτό ανοίγει την πόρτα για κάθε είδους ερμηνείες, άπειρες ερμηνείες περί Θεού, περί θρησκείας. Δημιουργείται μια θρησκευτική ελευθεριότητα, η οποία δεν μπορούσε φυσικά να ικανοποιήσει τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ποια ήταν η απάντηση σε όλα αυτά των Ρωμαιοκαθολικών;

Να πούμε εδώ ότι ήδη από τον 17ο αιώνα κάποιοι από αυτούς είχαν διαγνώσει ότι ο ρασιοναλισμός που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της πίστης. Ένας από αυτούς ήταν ο περίφημος ρήτορας του 17ου αιώνα, ο Μποσυέ, μαζί με τον Μολιέρο, το σημαντικότερο πρόσωπο της γαλλικής γλώσσας στην εποχή αυτή. Επίσης ο γνωστός σε όλους μας Πασκάλ, ο οποίος και αυτός μιλά για την πίστη απέναντι στον ορθό λόγο, και ο Αγγλοϊρλανδός Μπέρκλεϋ.

Και άλλοι φυσικά επίσης, κατά αυτούς, και μια σειρά ακόμα Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα, για τους οποίους κάνει λόγο ο Γιώργος στο βιβλίο του. Όλοι αυτοί θεμελιώνουν τη γνώση αυτού του όντος πάνω στο γνωρίζον υποκείμενο. Άρα λοιπόν είναι μια γνώση που στηρίζεται στο σκεπτόμενο υποκείμενο.

Το τρίτο και τελευταίο ρεύμα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι βέβαια ο ιδεαλισμός, ο οποίος τελικά θα καταλήξει σε έναν άκρατο δογματισμό, σε μια υπερβολική αισιοδοξία ότι με τον ορθό λόγο μπορούμε να κατακτήσουμε τη γνώση περί Θεού. Ο δογματισμός γεννήθηκε από μαθητές του Καντ, από αυτούς που είχαν μαθητεύσει σε αυτόν τον περιορισμό που είχε βάλει στην αρχή, αλλά μετά τον ανέτρεψαν. Ο Καντ λοιπόν λέει ότι υπάρχει περιορισμός· ο καθαρός λόγος δεν μπορεί να τον προσεγγίσει, ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα από τον νόμο της συνείδησης, αφού ο νόμος της συνείδησης υπάρχει.

Υπάρχει η φωνή της συνείδησης. Πιστεύεται ότι ο Φίχτε παίρνει αυτό και φτάνει στο απόλυτο Εγώ, που είναι η θεότητα. Άρα λοιπόν ανατρέπεται όλος αυτός ο περιορισμός και του εμπειρισμού και του Καντ και του καντιανισμού, και πλέον πάμε στην αισιοδοξία ότι μπορούμε να γνωρίσουμε το πώς κινείται το πνεύμα. Και αυτό φυσικά οφείλεται κυρίως στον Χέγκελ. Τώρα, για να ξαναγυρίσουμε στις απαντήσεις της Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας.

Για την περίοδο αυτή που αναφέραμε, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, υπάρχουν αυτές οι απαντήσεις που ουσιαστικά προσπαθούν να συμβαδίσουν με τα κυρίαρχα ρεύματα και να πούνε: εντάξει, ο ορθός λόγος δεν μας οδηγεί στον Θεό, αλλά οδηγούμαστε εκεί μέσω του υποκειμένου. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όμως τελικά δεν θέλει να πάει επίσημα προς τα εκεί. Αλλά στις αρχές οι οποίες ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση —γιατί βέβαια περιορίστηκε πολύ ουσιαστικά η δύναμη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Γαλλία κατά τέτοιον τρόπο· φυσικά τελικά έγινε ανοιχτή επιβίωση, αλλά περιορίστηκε, η επιρροή της φυσικά περιορίστηκε πολύ, περιορίστηκαν οι έδρες των επισκόπων, όλοι αυτοί αναγκάστηκαν να ορκιστούν πίστη στο γαλλικό κράτος πια— και αυτό φαίνεται λίγο πολύ έκτοτε κανόνας για τα υπόλοιπα κράτη, τα οποία είναι τα νεωτερικά εθνικά κράτη, τα οποία είναι ισχυρότερα από τις παλιές συγκεντρωτικές μοναρχίες. Στην πραγματικότητα η Παλινόρθωση του 1815 δεν ικανοποίησε αυτή την άποψη και κυρίως δεν ικανοποίησε την Ιταλία, όπου ο Πάπας υπήρχε πολύ έντονα και για την πολιτική του κυριαρχία στα Παπικά Κράτη.

Άρα λοιπόν, καθώς ανεβαίνει το ρεύμα για την ενοποίηση της Ιταλίας, ο ιταλικός εθνικισμός, ο Πάπας νιώθει όλο και περισσότερο απειλούμενος. Το 1848 θα απειληθεί και μέσα στη Ρώμη την ίδια, από την επανάσταση που υπάρχει. Βέβαια έρχεται η αντίδραση, αλλά αυτός που θα βοηθήσει και θα σώσει τον Πάπα την περίοδο αυτή, ακριβώς τη χρονιά εκείνη, δεν είναι παρά ο ανιψιός του Ναπολέοντος, ο Ναπολέων Γ΄. Ενώ ο θείος του είχε φυλακίσει δύο πάπες —είχε καλέσει τον Πάπα να τον στέψει αυτοκράτορα, εντάξει και αυτό, αλλά είχε φυλακίσει και τον ίδιο μετά—, ο Ναπολέων Γ΄ έρχεται και σώζει τον Πάπα της εποχής, τον Πίο Θ΄, στέλνει γαλλικά στρατεύματα, τα οποία κρατάνε τη Ρώμη και το παπικό κράτος γύρω από αυτήν υπό την κυριαρχία του Πάπα.

Αυτό θα τελειώσει όμως σύντομα, το 1870. Η Γαλλία ηττάται στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, τα γαλλικά στρατεύματα φυσικά αποσύρονται και τότε εισβάλλουν στη Ρώμη και στην περιοχή της τα στρατεύματα του ιταλικού κράτους. Καταλαμβάνεται η Ρώμη, ο Πάπας αποσύρεται στα οικοδομικά τετράγωνα του Βατικανού, το οποίο δεν αναγνωρίζεται από το ιταλικό κράτος ως τέτοιο.

Αυτό το κάνει ο Μουσολίνι αργότερα. Επομένως υπάρχει μεγάλη ανάγκη να υπάρξει πια μια θεολογία η οποία να περιχαρακώνει την Εκκλησία και τους πιστούς απέναντι σε οποιονδήποτε πειρασμό. Και αυτό έχει ξεκινήσει από πιο πριν, γιατί αυτοί που το είχαν δείξει είχαν ξεκινήσει, όπως πολύ ωραία γράφει ο Γιώργος στο βιβλίο του, προσπαθώντας λοιπόν να βρουν αυτή τη θεολογία, που είναι η απάντηση των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Και βλέπανε μια ασυνέπεια, μια αμφιταλάντευση στις θεολογικές σχολές της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Δεν ξέρουν πού να βαδίσουν ακριβώς. Αυτό θα λυθεί λοιπόν, με παπικές αποφάσεις κυρίως, προς την κατεύθυνση του νεοθωμισμού. Δεν θέλει λοιπόν η Ρωμαιοκαθολική Θεολογία να ακολουθήσει κανένα από τα ρεύματα αυτά· θα αντιπαρατεθεί με όλα ουσιαστικά και θα περιχαρακωθεί σε έναν νέο αριστοτελισμό, στον νεοθωμισμό, τον οποίο περιγράφει βέβαια στο βιβλίο του πάρα πολύ καλά ο Γιώργος. Και αξίζει γι’ αυτό επίσης να τον συγχαρούμε, γιατί πραγματικά είναι βαθύς γνώστης αυτού του ιστορικού φαινομένου, το οποίο, αυτός ο νεοθωμισμός, προσπαθεί με ορθολογικά επιχειρήματα να αντιπαρατεθεί στον ορθολογισμό της εποχής.

Γιατί την εποχή που ξεκινάει αυτό παρακμάζει πια και ο ιδεαλισμός, και προς τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ξαναγυρνάνε οι μηχανιστικές αντιλήψεις, οι υλιστικές θεωρίες. Επομένως αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Με αυτόν τον ορθολογισμό λοιπόν προσπαθεί να πει: εμείς με ορθολογικά επιχειρήματα αποδεικνύουμε τον Θεό και αυτά που θέλουμε να αποδείξουμε.

Αυτό θα κρατήσει βέβαια μερικές δεκαετίες και στη συνέχεια θα εξαντληθεί ως ρεύμα και θα ξεπεραστεί. Και εδώ υπάρχει μια συμπόρευση πια με κάποια φιλοσοφικά ρεύματα της Ευρώπης. Κερδίζει έδαφος ο υπαρξισμός, γιατί αυτή η οντολογία της σχέσης, η οποία θα αγαπηθεί από τους Ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους από το 1950 και μετά, έχει πια ομοιότητες.

Γιατί ο υπαρξισμός, στην ύπαρξη, θεμελιώνει την αντίληψή του στο είναι μέσα στον κόσμο. Υπάρχει βέβαια και το προσπέλαστο, που είναι αυτό που λέμε όντως Ον, δηλαδή αυτό που λέει ο Χάιντεγκερ Dasein, είναι προσπέλαστο. Συγγνώμη.

Είναι προσπέλαστο και για τον Χάιντεγκερ· τελικά όμως μπορεί να προσπελαστεί μέσω της ύπαρξης του ανθρώπου στον κόσμο και μέσω των σχέσεων, της σχέσης. Άρα λοιπόν, ίσως εδώ πέρα θα μας πει κάποια πράγματα ο Γιώργος, η οντολογία της σχέσης συμπορεύεται με κάποιο τρόπο με τα νεότερα φιλοσοφικά ρεύματα, πράγμα που δεν είχε συμβεί βέβαια, όπως είπαμε, με το παρελθόν της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας. Αυτά. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας και ελπίζω να μην...

Κύριε Χρήστου, ευχαριστούμε πάρα πολύ. Ήδη βλέπετε, αρχίζουμε λίγο να ψηλαφούμε όλο το ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο ουσιαστικά θα αντιδράσει η ίδια η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Και ξέρετε από την εμπειρία σας ούτως ή άλλως ότι συνήθως οι Εκκλησίες αντιδρούν όταν ο εχθρός είναι εντός των πυλών και όχι όταν είναι εκτός των πυλών. Δηλαδή συνήθως δεν φτιάχνονται εκκλησιαστικές απαντήσεις για αυτούς που δεν πιστεύουν.

Αυτοί που δεν πιστεύουν έχουν ήδη πάρει τον δρόμο τους. Κυρίως φτιάχνονται οι απαντήσεις και γίνονται οι σύνοδοι γιατί οι θεολόγοι υιοθετούν πάρα πολλές από αυτές τις φιλοσοφικές προτάσεις. Οπότε εκεί υπάρχει ο κίνδυνος για τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς, οποιουδήποτε δόγματος ούτως ή άλλως, ότι υπάρχει αλλοίωση του δόγματος, το οποίο ας πούμε θεωρείται από όλους ως αυτό το οποίο είναι το καθοδηγητικό.

Ακριβώς λοιπόν, ευχαριστώ πάρα πολύ τον κύριο Χρήστου, που μας δίνει αυτό το πλαίσιο. Θυμηθείτε κυρίως —εγώ κρατάω, και είναι πολύ βασικό— ότι σκοινοβατούμε μεταξύ της άκρατης λογοκρατίας και του άκρατου υποκειμενικού θρησκευτικού συναισθήματος, που τελικά θα είναι οι απαντήσεις που θα δώσει από τη μία ο Προτεσταντισμός αρχικά στο συναίσθημα και από την άλλη ο Καθολικισμός στην απόλυτη λογική. Αλλά εδώ θα εκχωρήσω ακριβώς τον λόγο, και τον ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο αυτό, στον κύριο Ζωγραφίδη, ο οποίος ακριβώς θα μας ανασυγκροτήσει αυτή την πρόταση την οποία θα επιχειρήσει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέσα από τις παπικές εγκυκλίους, προσπαθώντας να αναστήσει ακριβώς τον Θωμά Ακινάτη.

Κύριε Ζωγραφίδη, έχετε τον λόγο…

Δεν υπάρχουν σχόλια: