Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

Το Πεντάγωνο έδωσε το πράσινο φως στο Κίεβο για να χτυπήσει στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία

 

Το τελευταίο σκαλί της σκάλας κλιμάκωσης έχει φτάσει. Το Πεντάγωνο έδωσε την άδεια στην Ουκρανία να χτυπήσει στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία με πυραύλους ATACMS. Μπορούν να λειτουργήσουν μόνο με τη βοήθεια δορυφορικής στόχευσης των ΗΠΑ. «Η Ουάσιγκτον είναι πλέον άμεσο μέρος του πολέμου», λέει η Ria Novosti

Φοβάμαι ότι οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο. Ο σύνδεσμος στο rt είναι αποκλεισμένος αλλά αυτό είναι το στιγμιότυπο οθόνης

Εικών

Πρωθυπουργός της Σλοβακίας Ρόμπερτ Φίκο:
Ναι, μπορούμε να πούμε ότι για αρκετές δεκαετίες μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι διεθνείς σχέσεις αναπτύχθηκαν σε έναν συγκεκριμένο χώρο που δημιουργήθηκε από πολύ σοφούς και ικανούς παγκόσμιους ηγέτες μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, ωστόσο, μπορώ δυστυχώς να πω ότι οι καθιερωμένοι κανόνες δεν ισχύουν πλέον. Και η διεθνής τάξη έχει μετατραπεί σε μια βάναυση μονομαχία χωρίς κανόνες. Οι κόκκινες γραμμές που καθορίστηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έχουν ξεπεραστεί. Ας είμαστε ειλικρινείς και ας πούμε ότι ούτε εμείς οι Ευρωπαίοι είμαστε τέλειοι.
Είναι ενδιαφέρον, αλλά εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε μια ιδιαίτερη ποιότητα. Έχουμε πάντα την αίσθηση, και πέφτουμε τακτικά σε αυτή την παγίδα, ότι έχουμε το δικαίωμα να αποφασίζουμε για τους άλλους. Και να αποφασίσουμε τι είναι σωστό και τι λάθος. Ότι έχουμε το δικαίωμα να πούμε στους άλλους: Έτσι πρέπει να κάνετε την επιχείρησή σας. Ότι έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι δεν μπορείς να το γράψεις αυτό, δεν μπορείς να το πεις αυτό. Ή δεν μπορείς να πας να συμμετάσχεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα, γιατί ζούμε σε μια ψευδαίσθηση.
Πιστεύουμε ότι ο κόσμος δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς αυτή την ψευδαίσθηση. Αν κάποιος έχει κυρίαρχη ή ανεξάρτητη γνώμη, καταστέλλεται αμέσως. Πιστεύουμε ότι με τη βοήθεια των κυρώσεων θα λύσουμε το πρόβλημα όλου του κόσμου.
 
 

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ομιλία εις την "Αρχήν της Ινδίκτου" (1η Σεπτεμβρίου)

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ομιλία εις την "Αρχήν της Ινδίκτου" (1η Σεπτεμβρίου)

Όπως γνωρίζετε, καθώς το έχουμε πει άλλα χρόνια, την 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος. Δηλαδή από εκκλησιαστικής απόψεως την 1η Σεπτεμβρίου έχουμε πρωτοχρονιά. Απλώς τώρα σας το θυμίζω αυτό και εύχομαι όλοι, καθώς μπαίνουμε στη νέα εκκλησιαστική χρονιά, να βάλουμε μια αρχή αλλά αρχή αληθινή.
 
Μία προφητεία
Θα αναφερθώ λίγο στα λόγια αυτά που ακούσαμε προηγουμένως στην ευαγγελική περικοπή, στα οποία και άλλη φορά έχουμε αναφερθεί. Η ευαγγελική περικοπή είναι από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, και τα λόγια στα οποία θα αναφερθούμε είναι από τον προφήτη Ησαΐα, τα οποία ανέγνωσε ο Χριστός στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, τη Ναζαρέτ, και όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι λόγια που αναφέρονται στο πρόσωπό του.

Στην προφητεία αυτή γίνεται λόγος γι' αυτό που ήλθε ο Χριστός να κάνει στον κόσμο, και μάλιστα ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός για τον εαυτό του.

«Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμέ, οὖ εἴνεκεν ἔχρισέ με». Ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Θεού, είναι αυτός που ως άνθρωπος είναι κεχρισμένος με το Πνεύμα του Θεού. Και αυτός είναι εκείνος ο οποίος θα κάνει ακριβώς το έργο το οποίο χρειάζονται οι άνθρωποι. Πιο μπροστά ο Θεός έστειλε προφήτες, αλλά τώρα έστειλε τον Υιό του.

Λέει ο Χριστός ότι τον έστειλε ο Θεός «εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς». Με έστειλε να φέρω στους φτωχούς το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας. «Ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν». Με έστειλε -η φράση αυτή εννοείται σ' όλα τα παρακάτω που λέγονται στην προφητεία- να γιατρέψω αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά.

«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας και να διακηρύξω σ' αυτούς ότι είναι ελεύθεροι, ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες τους.

«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Να δώσω φως σ' αυτούς που είναι τυφλοί. «Ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει». Αυτούς, οι οποίοι ένεκα της αμαρτίας -όχι για άλλο λόγο- είναι κυριολεκτικά τσακισμένοι, συντεθλιμμένοι, πιεσμένοι, μόλις και δεν έχουν πεθάνει, να τους συγχωρήσω και να τους αποστείλω ελεύθερους από το βάρος αυτό.

«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Και να κηρύξω το έτος που είναι δεκτό στον Κύριο, στον Θεό. Δηλαδή να κηρύξω την έναρξη της καινούργιας ζωής, της εν Χριστώ, της εν Πνεύματι Αγίω, ζωής.

Αυτά, όπως είπαμε, τα προσέξαμε και άλλη χρονιά -πέρυσι, προπέρυσι- ίσως όμως δεν τα είδαμε από την εξής πλευρά: ο Χριστός γι' αυτό ήλθε, γι' αυτό απεστάλη, να φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να γιατρέψει αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά, να κηρύξει ότι ελευθερώνει από την αμαρτία τους δούλους και τους αιχμαλώτους της αμαρτίας, να δώσει στους τυφλούς φως κλπ. Ο Χριστός ήλθε, για να κάνει αυτό το έργο.

Τι συμβαίνει και το έργο του Χριστού
δεν πραγματοποιείται μέσα μας;

Τι συμβαίνει στην πράξη; Δεν είμαστε φτωχοί; Δεν έχουμε συντετριμμένη καρδιά, με την έννοια ότι η καρδιά μας είναι άρρωστη; Δεν είμαστε κυριολεκτικά αιχμάλωτοι της αμαρτίας; Δεν είμαστε στο σκοτάδι; Δεν είμαστε κυριολεκτικά τσακισμένοι από την αμαρτία; Δεν έχουμε ανάγκη να νιώσουμε ότι μπήκαμε σ' αυτή την καινούργια ζωή, που έκανε αρχή ο Χριστός; Δεν έχουμε ανάγκη ν' αρχίσουμε να ζούμε αυτή τη ζωή που μας κάνει ευαρέστους στον Θεό;

Και φτωχοί είμαστε και συντετριμμένοι, με την έννοια που είπαμε, είμαστε και αιχμάλωτοι και τυφλοί και τσακισμένοι είμαστε, και καθόλου η ζωή μας δεν είναι ευάρεστη στον Θεό. Όμως ο Χριστός ακριβώς γι' αυτό ήλθε: αυτό που δεν είμαστε, αυτό να μας κάνει. Δεν είμαστε πλούσιοι εν Κυρίω, να μας κάνει πλουσίους. Δεν είμαστε υγιείς στην καρδιά, να μας κάνει υγιείς. Δεν είμαστε λυτρωμένοι, να μας λυτρώσει. Δεν βλέπουμε, αλλά είμαστε τυφλοί, να μας δώσει φως.

Τι συμβαίνει και τελικά δεν γίνεται αυτό; Ποιος θα μπορούσε να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι το μήνυμα αυτό του Χριστού έφθασε στη φτωχή καρδιά του και είναι ο πλουσιότερος των πλουσίων; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι τον γιάτρεψε ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει ότι τον ελευθέρωσε, τον συγχώρησε, ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι του έδωσε ο Κύριος φως και βλέπει, ότι, καθώς ήταν ετοιμοθάνατος, τον ανέστησε ο Κύριος, ότι τον έκανε να σταθεί στα πόδια του, τον έκανε να ζει τη ζωή αυτήν που είναι ευάρεστη στον Θεό;

Τι συμβαίνει λοιπόν; Από το ένα μέρος είμαστε στην κατάσταση που αναφέρει η προφητεία, από το άλλο μέρος ο Κύριος ήλθε ακριβώς σ' αυτούς οι οποίοι είναι σ' αυτή την κατάσταση, για να τους φέρει, αυτό το οποίο ήλθε να φέρει. Κι όμως, αν μιλήσουμε ειλικρινά και τίμια, δεν μπορούμε να πούμε ότι το έκανε αυτό ο Κύριος. Γιατί; Γιατί; Δεν ισχύουν σήμερα τα λόγια του; Δεν ισχύει το Ευαγγέλιό του στις ημέρες μας; Ψεύδεται ο Κύριος; Δεν είναι και για μας ο Κύριος; Έπαυσε να είναι στις ημέρες μας; Ίσχυαν αυτά κάποτε και τώρα δεν ισχύουν; Γίνονταν αυτά κάποτε και τώρα δεν γίνονται; Γιατί;

Αυτή η ώρα είναι ιερή. Και δεν είναι ιερή, μόνο επειδή είμαστε μέσα στο ναό, επειδή είμαστε μέσα στη Θεία Λειτουργία, αλλά είναι ιερή η ώρα και επειδή τελείωσε ένας εκκλησιαστικός χρόνος και σε λίγα λεπτά μπαίνουμε στον καινούργιο εκκλησιαστικό χρόνο. Αυτή λοιπόν την ιερή ώρα να μου επιτρέψετε όχι απλώς να πω, αλλά να τονίσω, όσο γίνεται περισσότερο υπεύθυνα ενώπιον του Θεού, ότι: εμείς είμαστε αυτό που είμαστε, και γι' αυτό ο Κύριος ήλθε και για μας, για να μας γιατρέψει. Δεν ήλθε μόνο για άλλους.

Η αιτία που από το ένα μέρος βλέπουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και από το άλλο μέρος ομολογούμε ότι δεν μας γιάτρεψε ο Κύριος, είναι ότι δεν θέλουμε να το δεχθούμε, δεν θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε, δεν θέλουμε να το ομολογήσουμε, δεν θέλουμε να το πούμε, να το αναγνωρίσουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και να πάρουμε την ανάλογη στάση απέναντι στον Κύριο.

Δηλαδή η στάση μας να είναι τέτοια, που να δείχνει ακριβώς αυτό, ότι νιώθουμε ό,τι είμαστε, αλλά επίσης η στάση μας να φανερώνει ότι πιστεύουμε πως ο Κύριος ήλθε και για μας, πώς ο Κύριος μπορεί να το κάνει αυτό και σ' εμάς και πως θέλει να το κάνει αυτό και θα το κάνει.

Ψυχή που δεν αποδέχεται ότι είναι άρρωστη μένει αγιάτρευτη
Εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη βρίσκεται η αιτία. Και να μου επιτρέψετε να πω το εξής: το ότι αυτή είναι η αίτια βγαίνει, όχι μόνο αν θελήσει να δει κανείς τα πράγματα αντικειμενικά, αλλά το βλέπουμε στην πράξη καθημερινά. Δεν είδα και δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι φτωχή, και δεν την κάνει κάθε μέρα και πιό πλούσια ο Θεός.

Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι ένα συντρίμμι -δεν έχει σημασία για ποιους λόγους- και δεν την θεραπεύει κάθε μέρα και περισσότερο ο Κύριος. Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που δέχεται ότι είναι κυριολεκτικά αιχμάλωτη της αμαρτίας, των παθών, των αδυναμιών, και δεν την ελευθερώνει ο Κύριος κάθε μέρα και περισσότερο. Και δεν συνάντησα ψυχή που ομολογεί ότι δεν βλέπει, που ομολογεί ότι είναι στο σκοτάδι, που ομολογεί ότι δεν ξέρει, και δεν της δίνει ο Κύριος φως κάθε μέρα και περισσότερο.

Από το άλλο μέρος η ψυχή η οποία μπορεί θεολογώντας να λέει ότι είναι φτωχή, αλλά στην πράξη δεν το δέχεται αυτό, διαπιστώνω -πώς να το πούμε;- ότι σαν να μην ευαγγελίστηκε αυτή η ψυχή. Κάνει εντύπωση το πράγμα. Σαν να μην άκουσε κανείς το Ευαγγέλιο, σαν να μην άκουσε τη χαρμόσυνη αγγελία, το χαρμόσυνο μήνυμα, το χαρμόσυνο άγγελμα του Κυρίου. Διότι, όπως έχουμε πει κι άλλες φορές, εμείς που ακούσαμε, αν ακούσαμε, το Ευαγγέλιο του Κυρίου, το χαρμόσυνο μήνυμα του Κυρίου, πρέπει να είμαστε πανευτυχείς και επομένως πάμπλουτοι.

Η ψυχή εκείνη η οποία δεν αισθάνεται τη φτώχεια της -όσο και αν θεολογώντας μπορεί να λέει ότι την αισθάνεται- στην πράξη έχει αυτάρκεια μέσα της. Ζει μ' αυτή την πραγματικότητα ότι έχει αυτάρκεια. αυτή η ψυχή δεν ευαγγελίσθηκε. Το βλέπουμε, το διαπιστώνουμε καθημερινά. και βλέπεις ότι είναι φτωχή, φτωχότατη, ενώ θα μπορούσε να είναι πάμπλουτη. και όπως σας είπα, η ψυχή η οποία θα το πιάσει αυτό: «Και σε μένα μίλησε ο Κύριος; και σε μένα ο Κύριος έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα; Και σε μένα φανερώθηκε ο Κύριος; και για μένα ήρθε ο Κύριος;», δεν θέλει τίποτε άλλο και αισθάνεται πάμπλουτη.

Μάλιστα, αισθάνεται ότι δεν της αξίζει αυτό, και δεν υπάρχει ίχνος παραπόνου μέσα της. Ψυχές που παραπονούνται, κατά βάθος ακόμη δεν δέχθηκαν, δεν αποδέχθηκαν και δεν πείσθηκαν ότι είναι φτωχές, και ότι ήλθε ο Κύριος να τις κάνει πλούσιες.

Διαπιστώνει κανείς ότι η ψυχή εκείνη η οποία στην πράξη -άλλο τι λέει όταν θεολογεί- δεν αποδέχεται, δεν δέχεται, ότι είναι άρρωστη, δεν γιατρεύεται. Μένει αγιάτρευτη η ψυχή και πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια. Κάποιος που είναι φυματικός ή άλλος που έχει άλλη αρρώστια, από δω, από κει θέλει να το ξεφύγει, δεν πάει και στον γιατρό, φοβούμενος ίσως τι θα του πει.

Τελικά, πείθεται ότι είναι άρρωστος, πάει στον γιατρό, αρχίζει τη θεραπεία και θεραπεύεται, αν υπάρχει θεραπεία για την αρρώστια του. Στις αρρώστιες της ψυχής δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα μήπως δεν υπάρχει θεραπεία. Γιατρός είναι ο ίδιος ο Κύριος, αυτός που μας έπλασε, και είναι αυτός που μπορεί, όσο βαριά άρρωστη κι αν είναι η καρδιά μας, η ψυχή μας, να τη θεραπεύσει.

«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν»
«Κηρύξαι, αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Με έστειλε ο Θεός -λέει ο Κύριος στην προφητεία- να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας. Αλλά ποιας αμαρτίας; Ας πούμε, για να γίνει ένα κακό, θα το κάνει κάποιος· αλλιώς το κακό δεν υπάρχει.

Επομένως, αμαρτία που σε αιχμαλωτίζει δεν είναι απλώς μια πράξη, η άλφα ή βήτα πράξη, αλλά είναι το εγώ σου που κυριολεκτικά σε κρατάει αιχμάλωτο. Όταν το καταλάβεις αυτό και το ομολογήσεις, να κράξεις, να κραυγάσεις και να πιστεύσεις ότι ο Χριστός ήλθε, ακριβώς για να σ' ελευθερώσει από την αιχμαλωσία αυτή. Πώς θα σ' ελευθερώσει; Δίνοντάς σου άφεση.

Δηλαδή τι είναι άφεση, τι είναι συγχώρηση; Υποχωρεί το εγώ μέσα σου, και έρχεται ο Χριστός. Δεν σε κυβερνάει το εγώ, δεν σε κυβερνάει το θέλημά σου και η οποιαδήποτε δική σου γνώμη και κρίση, αλλά σε κυβερνάει ο Χριστός. Έτσι έρχεται η άφεση, έτσι ελευθερώνεσαι από την αιχμαλωσία της αμαρτίας.

Όλες οι ψυχές είναι αιχμάλωτες, αλλά τελικά, όσο κι αν κανείς θέλει να ελευθερωθεί, χρειάζεται να δει έτσι τα πράγματα, να ομολογήσει έτσι τα πράγματα, ώστε να έλθει η άφεση από τον Κύριο, και η απελευθέρωσή μας από την αιχμαλωσία.

«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν»

«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Μπορεί θεολογικά να λες πολλά επάνω σ' αυτό το θέμα, αλλά στάσου ειλικρινά ενώπιον του Θεού και ομολόγησε: παραδέχθηκες ότι είσαι τυφλός; Πώς είναι ένας τυφλός; Άσχετα τι κουράγιο έχει μέσα του, αφού είναι τυφλός, πρέπει να τον πάρουν άλλοι από το χέρι κι αυτός ν' αφεθεί με εμπιστοσύνη. Πηγαίνει, όπου τον πάνε αυτοί που τον οδηγούν, στους οποίους δείχνει εμπιστοσύνη, και δεν έχει και καμία ευθύνη. Και τη ζει αυτή την -πώς να πω;- ανευθυνότητα με την καλή έννοια.

Ποιος είναι αυτός, που ομολογεί ότι πνευματικά είναι τυφλός, που παραδέχεται ότι είναι τυφλός, και αφήνει τον εαυτό του σαν τυφλό να τον οδηγήσει ο Θεός; Ποιος είναι; Και επειδή κανένας δεν το κάνει ή ελάχιστοι είναι αυτοί που το κάνουν ή πολύ λίγο το κάνουν κι αυτοί οι ελάχιστοι, γι' αυτό λοιπόν καθόλου δεν έρχεται το φως, και μένει κανείς τυφλός εκεί στο σκοτάδι του, και όπως το ξέρουμε από άλλα λόγια του Κυρίου, αυτός ακριβώς επειδή λέει ότι βλέπει, γι' αυτό μένει στο σκοτάδι.

Άλλος μένει στο σκοτάδι, γιατί μόλις και μετά βίας κάτι πάει να κάνει η Χάρις του Θεού, αλλά δεν γίνεται, διότι ο ίδιος τα μπερδεύει τα πράγματα, επειδή ο ίδιος θέλει να βλέπει. Εσύ είσαι τυφλός, και ο Κύριος θα κάνει τα μάτια σου να βλέπουν, ο Κύριος θα σε κάνει να βλέπεις ή, αν θέλετε να το πούμε πιο σωστά, ο Κύριος θα έλθει μέσα σου και αυτός θα βλέπει και μαζί του θα βλέπεις κι εσύ.

Όταν τα σωματικά μάτια είναι άρρωστα, ο γιατρός σε θεραπεύει, και βλέπουν τα μάτια σου. Στα πνευματικά όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Δηλαδή δεν είναι ότι μας θεραπεύει ο Κύριος, μας δίνει φως ο Κύριος κι εμείς βλέπουμε, αλλά συνεχώς είμαστε μαζί του και ο Κύριος είναι μαζί μας, κι εμείς βέβαια αυτοί καθεαυτούς δεν βλέπουμε, αλλά είναι εκείνος που βλέπει μέσα από μας και είμαστε εμείς που βλέπουμε μέσα από εκείνον. Ο Κύριος είναι το πνευματικό φως, το οποίο δεν μπορούμε να το δούμε αλλιώς.

«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν»

«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Πραγματικά, αν θέλετε να δώσω μια μαρτυρία, μπορώ να πω ότι υπάρχουν ψυχές -ελάχιστες μπορεί να είναι, αλλά υπάρχουν-οι οποίες έτσι τα είδαν τα πράγματα, έτσι δέχθηκαν τον Κύριο, έτσι δουλεύει μέσα τους ο Κύριος, που όντως μπήκαν σε καινούργια ζωή και άρχισε για τίς ψυχές αυτές η καινούργια ζωή. Η ζωή τους είναι ευάρεστη στον Κύριο, είναι ζωή της Χάριτος, ζωή του Χριστού, ζωή του Αγιου Πνεύματος. Δεν είναι μια δική τους ζωή. Μόλις γίνει δική τους ζωή, γίνεται αμαρτωλή ζωή.

Ας τα λάβουμε υπ' όψιν αυτά, αδελφοί μου, για ένα νέο ξεκίνημα.
1-9-1988

 

Γιὰ τὴν συνείδηση, Ἅγιος Δωρόθεος

Ὅταν ὅ Θεὸς δὴµιούργησε τὸν ἀνθρωπο, «ἔβαλε µἔσα του ἕνα θεῖο σπὲρµα, σὰν ἐνα εἶδος λογισµοῦ πιὸ θὲρµού καὶ φωτεινοῦ, νὰ ἐχει τὴ θέσῃ τῆς σπίθας, γιὰ νὰ φωτίζει τὸ νοῦ καὶ νὰ τοῦ δείχνει νὰ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό». Αὐτὸ ὀνοµάζεται συνείδηση, καὶ εἶναι οἱ φυσικοί νόµοι; (‘Ιωαv. Χρύσ. Ρ. G. 49, 131-133). Αυτὸ εἶναι τὰ πηγάδια πού ἄνοιγε ὁ Ἰακώβ, ὅπως ἀκριβὼς εἶπαν οἱ Πατέρες, καὶ τὰ παράχωναν οἱ Φιλισταῖοι (Γέν. 26, 15). Μ’ αὐτὸ τὸ νὸµο, δηλαδή µέ τὴ συνεὶδηση, συµµορφώθηκαν οἱ Πατριάρχες καὶ ὁλοι οἱ ἅγιοι πού ἐζησαν πρὶν ἀπὸ τὸ γραπτὸ νὸµο καὶ εὐαρέστησαν στὸ Θεό.

Τώρα λοιπόν, εἶναι στὸ χέρι µας ἥ νὰ Τὴν παραχώσουµε πάλι ἡ νὰ τὴν ἀφήσουμε νὰ λὰµπει καὶ νά µάς φωτίζει, ἂν σύµµορφωνόµαστε µέ τίς ὑποδείξεις της. Γιατί ὅταν ἡ συνείδησή µας µᾶς ὑπαγορεύει νὰ κάνουµε αὐτὸ καὶ ἄδιαφοροῦµε, καὶ πάλι µᾶς λέει νὰ κάνουµε ἐκεῖνο καὶ δὲν τὸ κάνουµε, ἀλλὰ σταθερὰ καὶ ἀδιάκοπα τὴν καταπατοῦµε, ἔτσι τὴ θάβουμε καὶ δέν µπορεὶ πιὰ νὰ φωνάξει δυνατά µέσα µας, ἀπὸ τὸ βάρος πού τὴ σκεπάζει. Ὅπως ἀκριβῶς το λυχνάρι πού δίνει θὰµπό φῶς, ἔτσι καὶ αὐτὴ ἀρχίζει νά µᾶς δείχνει ὅλο πιὸ θολά, ὅλο πιὸ σκοτεινὰ τὰ πρὰγµατα, ὅπως σὺµβαίνει καί µέ τὸ θολωµένο ἀπὸ τὰ πολλὰ χὼµατα νερό, πού δέν µπορεὶ νὰ δεῖ κανεὶς διεστραμμένη διάθεση-καὶ ἀρχίζει νὰ καταφρονεῖ καὶ τὰ μεγάλα καὶ βαρύτερα, καὶ νὰ καταπατεῖ τήν ἴδια τὴ συνείδησή του. Καί ἔτσι προχωρῶντας σιγᾷ-σιγᾷ κινδυνεύει νὰ πέσει καὶ σὲ τέλεια ἀναισθησία.

Γι’ αὐτό, προσέξτε, ἀδελφοί μου, νὰ μὴν ἀμελήσουμε τὰ μικρά, προσέξτε νὰ μὴν καταφρονήσουμε αὐτὰ σὰν ἀσήμαντα. Δὲν εἶναι μικρά, γιατί ἀπ’ αὐτὰ τρέφεται ἡ ψυχή, ἀπ’ αὐτὰ δημιουργεῖται κακὴ συνήθεια. Ἂς ἀγρυπνήσουμε, ἂς φροντὶσουμε τὰ ἐλαφρὰ, ὅσο εἶναι ἀκόμη ἐλαφρά, γιὰ νὰ μὴν γίνουν βαριά. Καὶ ἡ πρόοδός μας στὴν ἀρετὴ καὶ ἡ ἁμαρτία, ξεκινᾶνε ἀπὸ τὰ μικρὰ καὶ καταλήγουν σὲ μεγάλα εἴτε καλὰ εἴτε κακά. Γι’ αὐτό μᾶς προτρέπει ὁ Κύριος νὰ φυλᾶμε τὴ συνείδησή μας, σὰν νὰ θέλει νὰ κάνει κάποιον ἰδιαίτερα προσεκτικό καὶ τοῦ λέει: «Πρὸσεξε τί κάνεις, ταλαίπωρε, ξύπνα, δὴμιούργησε καλὲς σχέσεις μὲ τὸν ἀντίπαλό σου, ὅσο ἀκόμα βρὶσκεσαι στὸ δρόμο μαζί του». Καὶ προσθέτει τὸ φόβο καὶ τὸν κίνδυνο πού ἔχει ἡ ὑπόθεση, λέγοντας: «Μήπως κάποτε σὲ παραδώσει στὸν κριτὴ καὶ ὁ κριτής στοὺς ὑπηρέτες καὶ σὲ βάλουν στὴ φυλακή». Καὶ τί ἄλλο; Ἀληθινὰ σοῦ λέω, δὲν θὰ βγεῖς ἀπὸ ἐκεῖ, μέχρις ὅτου ξεπληρὼσεις καὶ τὴν τελευταία δεκάρα τοῦ χρέους σου». Γιατί ἢ συνείδηση μᾶς ἐλέγχει, ὅπως εἶπα, γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ κακό, καὶ μᾶς ὑποδεικνύει τί νὰ κάνουμε καὶ τί ὅxι. Καὶ αὐτὴ πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσει καὶ στὴ μέλλουσα ζωή. Γι’ αὐτὸ λέει: «Μήπως κάποτε σὲ παραδώσει στὸν κριτὴ κτλ».

Ἡ προσπάθειά μας γιὰ νὰ φυλάξουμε τὴ συνείδησή μας ἄγρυπνη καὶ νὰ συμμορφωνόμαστε μὲ τίς ὑποδείξεις της, παὶρνει πολλὲς καὶ ποικίλες μορφές, γιατί πρέπει νὰ ἐνεργεῖ κανεὶς «κατὰ συνείδηση» καὶ πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὰ πράγματα. Πρὸς μὲν τὸ Θεό, γιὰ νὰ μὴν καταφρονεῖ τίς ἐντολὲς Του, καὶ ὅταν δὲν τὸν βλέπει ἄνθρωπος καὶ ὅταν κανεὶς δὲν ἀπαιτεῖ τίποτα ἀπ’ αὐτόν. Αὐτος ἐνεργεῖ «κατὰ συνεὶδηση» ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ μυστικά. Νά, τί θέλω νὰ πῶ: Ἀμέλησε τὴν προσευχή, ἀνέβηκε στὴν καρδιὰ του «ἐμπαθὴς λογισμὸς» καὶ δὲν πρόσεξε καὶ δὲν πίεσε τὸν ἑαυτόν του ἀλλὰ συγκατατέθηκε. Εἶδε τὸν πλησίον του νὰ λέει ἤ νὰ κάνει κάτι καὶ κατὰ τὴ φαντασία του τὸν ὑποψιάστηκε καὶ τὸν κατάκρινε. Καὶ μὲ λίγα λόγια, σὲ ὅσα γίνονται ἐσωτερικά, μυστικά, πού κανένας δὲν ξέρει, παρὰ μόνον ὁ Θεὸς καὶ ἡ συνείδησή μας, σ’ αὐτὰ πρέπει νὰ συμμορφωνόμαστε μὲ τὴ φωνῇ τῆς συνειδήσεως. Αὐτὸ σημαὶνει τὸ νὰ τηροῦμε τὴ συνείδησή μας πρὸς τὸ Θεό.

Ἡ τήρηση τῆς συνειδήσεως πρὸς τὸν πλησίον εἶναι νὰ μὴν κάνει κανεὶς τίποτα ἀπολύτως πού καταλαβαίνει ὅταν θλὶβει ἤ πληγώνει τὸν πλησίον, εἴτε μὲ ἔργο, εἴτε μὲ λόγο, εἴτε μὲ κάποια κίνηση εἴτε μ’ ἕνα βλέμμα -γιατί μπορεῖ κανεὶς καὶ μὲ μιὰ κίνηση, ὅπως πολλὲς φορές λέω, νὰ πληγώσει τὸν πλησίον, μπορεῖ καὶ μ’ ἕνα βλέμμα. Καὶ μὲ λίγα λόγια, ὁ ἄνθρωπος μολύνει τὴ συνείδησή του μὲ ὅσα καταλαβαίνει ὅτι κάνει ἐπίτηδες γιὰ νὰ προκαλέσει λογισμὸ στὸν πλησίον, ἐπειδὴ ξέρῃ ὅτι τὸ κάνει ἐπίτηδες γιὰ νὰ τὸν βλάψει ἡ νὰ τὸν στενοχωρήσει. Τὸ νὰ φυλάξει λοιπὸν τὴ συνείδηση καὶ νὰ μὴν κάνει κάτι τέτοιο, εἶναι αὐτὸ πού λέμε, «νὰ ἐνεργεῖ κατὰ συνεὶδηση» πρὸς τὸν πλησίον.

Νὰ ἐνεργεῖ κανεὶς «κατὰ συνείδηση» πρὸς τὰ ὑλικὰ πρὰγματα σημαίνει νὰ μὴν κάνει κατάχρηση κανενὸς πρᾶγματος, νὰ μὴν ἀφήνει κάτι νὰ καταστραφεῖ ἡ νὰ πεταχτεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμα δεῖ κάτι πεταμένο, νὰ μὴν τὸ ἀγνοήσει ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀσήμαντο, ἀλλὰ νὰ τὸ μαζέψει καὶ νὰ τὸ βάλει στὴ θέσῃ του. Νὰ μὴν χρησιμοποιεῖ ἀπρόσεκτα τὰ ροῦχα του. Γιατί, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι μπορεῖ νὰ φορέσει κανεὶς τὸ ροῦχο του ἄλλη μιὰ ἡ δύο ἑβδομάδες καὶ πηγαίνει καὶ τὸ βάζει καὶ τὸ πλένει, πρὶν τῆς ὥρας του, καὶ τὸ’φθειρε. Καὶ ἀντὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει ἄλλους πέντε μῆνες ἡ καὶ περισσότερο, μὲ τὸ πλῦνε-πλῦνε τὸ παλιώνει καὶ τὸ ἀχρηστεύει. Καὶ αὐτὸ γίνεται «παρὰ συνείδηση». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ στρῶμα. Πολλὲς φορὲς μπορεῖ κανεὶς νὰ βολευτεῖ μ’ ἕνα παπλωματάκι καὶ ζητάει παχὺ στρῶμα. Ἄλλοτε πάλιν ἔχει τρίχινο καὶ θέλει νὰ τὸ ἀλλάξει καὶ νὰ παρει ἄλλο καινούργιο καὶ ὄμορφο ἀπὸ ματαιοδοξία ἢ ἀπὸ ἀκηδία.

Μπορεῖ νὰ ἀρκεστεῖ μ’ ἕνα παλιόρουχο καὶ ζητάει μάλλινο καὶ δημιουργεῖ ζητήματα, ἂν δὲν τοῦ δώσουν. Ἂν δὲ καὶ ἀρχίσει καὶ προσέχει τὸν ἀδελφὸ του καὶ νὰ λέει «Γιατί αὐτὸς ἔχει αὐτὸ καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω;» Ε, αὐτὸς εἶναι μακάριος! Τότε πρόκοψε! (Ἐδῶ εἰρωνεύεται τὸν τοιοῦτον μοναχό). Άλλοτε πάλιν ἁπλώνει κανεὶς τὸ ροῦχο του ἢ τὸ σκέπασμά του στὸν ἥλιο καὶ ἀμελεῖ νὰ τὸ μαζέψει καὶ τὸ ἀφήνει καὶ καίγεται. Καὶ αὐτὸ εἶναι «παρὰ συνείδηση». Παρόμοια καὶ μὲ τὰ φαγητά. Μπορεῖ κανεὶς νὰ βολευτεῖ μὲ μικρὸ λάχανο ἡ λίγα ὄσπρια ἡ λίγες Ἐλιές, καὶ δὲν τὸ σηκώνει, ἀλλὰ ζητάει ἄλλο φαγητὸ πιὸ γευστικὸ καὶ πιὸ πολυτελές. ‘Ὅλα αὐτὰ εἶναι «παρὰ συνείδηση»”. Οἱ Πατέρες ὅμως λενε ὅτι δὲν πρέπει ὁ μοναχὸς ν’ ἁφὴσει ποτὲ τὴ συνείδησή του νὰ τὸν κατατυραννεῖ γιὰ ὁποιοδήποτε θέμα. Πρέπει λοιπόν, ἀδελφοί μου, ν’ ἀγρυπνοῦμε πάντοτε καὶ νὰ φυλαγόμαστε ἀπ’ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴν πέσουμε σὲ κίνδυνο. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μας τὸ προεῖπε, ὅπως τὸ ξανάπαμε. Ὁ Θεὸς νὰ δώσει νὰ τ’ ἀκοῦμε καὶ νὰ τὰ τηροῦμε, γιὰ νὰ μὴν μᾶς κατακρίνουν οἱ λόγοι τῶν Πατέρων μας. ‘Ἀμήν.

 

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

Εκεί που μια σφαίρα στέρησε από την Ελλάδα τον μόνο άξιο ηγέτη και αναμορφωτή της Τελικά αυτοί είμαστε;

Εκεί που μια σφαίρα στέρησε από την Ελλάδα τον μόνο άξιο ηγέτη και αναμορφωτή της Τελικά αυτοί είμαστε;

 

Θεμιστοκλής: Ο νικητής των Περσών στην ναυμαχία της Σαλαμίνας, πέθανε στην εξορία!
• Μιλτιάδης: Ο επίσης νικητής στην επική μάχη του Μαραθώνα, πέθανε στη φυλακή!
Αριστείδης ο Δίκαιος: Σπουδαία πολιτική και στρατιωτική προσωπικότητα της Αρχαίας Αθήνας, πέθανε από πείνα στην εξορία γιατί ήταν δίκαιος και σωστός Δημότης των Αθηνών!
• Πυθαγόρας: Από τις πιο κορυφαίες διάνοιες των Αρχαίων στον τομέα της Γεωμετρίας των Μαθηματικών και της Φιλοσοφίας. Πέθανε από πείνα στην εξορία!
• Περικλής: Ο κορυφαίος πολιτικός του Χρυσού αιώνα των Αθηνών. Τον εξανάγκασαν σε παραίτηση με άδικη κατηγορία και πέθανε λυπημένος πριν αποκατασταθεί η υπόληψη του!
• Φειδίας:
Ο κορυφαίος γλύπτης όλων των εποχών, δημιουργός ενός από τα επτά θαύματα του κόσμου. Πέθανε στην φυλακή! • Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης: Και οι τρεις κορυφαίοι τραγικοί ποιητές της Αρχαιότητας των οποίων τα έργα θαυμάζει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα πέθαναν στην εξορία που τους εξαπέστειλαν οι συμπολίτες τους!
• Ηρόδοτος: Ο αποκαλούμενος πατέρας της Ιστορίας πέθανε στην εξορία!
• Ικτίνος, ο αρχιτέκτονας του Παρθενώνα, επίσης πέθανε στην εξορία! • Σωκράτης ο κορυφαίος των φιλοσόφων. Φυλακίστηκε άδικα και προτίμησε να δηλητηριαστεί μόνος του με κώνειο, παρά να δραπετεύσει,όπως επίμονα του πρότειναν οι μαθητές του!
• Θουκυδίδης επίσης εξέχων ιστορικός της Αρχαιότητος, πέθανε στην εξορία!
• Αριστοφάνης ο περίφημος κωμωδιογράφος της Αρχαιότητος. Πέθανε από ασιτία στην εξορία!
• Δημοσθένης ο περίφημος ρήτορας. Ήπιε δηλητήριο και αυτοκτόνησε, απογοητευμένος από τους συνδημότες του.
• Ισοκράτης
επίσης εξαίρετος ρήτορας. Ο μακροβιότερος όλων των επιφανών αρχαίων Ελλήνων. Έζησε 99 χρόνια αλλά και αυτός εξορίστηκε και πέθανε στην εξορία!
• Αναξαγόρας
ο εξαίρετος φιλόσοφος και πρωτοπόρος στον τομέα της αστρονομίας. Πέθανε στην εξορία! Πίκρα και αχαριστία εισέπραξαν οι ήρωες του 21
• Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο μεγάλος Αρχιστράτηγος, το μυαλό της Επανάστασης, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από την Αντιβασιλεία των πραιτοριανών του Όθωνα. Ο Όθων του έδωσε χάρη και πέθανε από συμφόρηση το 1843 σε ηλικία 73 ετών παραμελημένος και παραγκωνισμένος.
• Νικηταράς ο Τουρκοφάγος: Πέθανε το 1849 άρρωστος και τυφλός σε ένα ημιυπόγειο στον Πειραιά σε ηλικία 68 ετών, εγκαταλειμμένος απ’ όλους. Πάμφτωχος όπως και η οικογένεια του που ‘’απέθνησκε της πείνας’’ κατά τον ιστορικό της εποχής!
• Γιάννης Μακρυγιάννης:
Πρωταγωνίστησε στην επανάσταση, αλλά κυρίως στην λαϊκή εξέγερση στις 3 του Σεπτέμβρη για την παραχώρηση Συντάγματος από τον μονάρχη Όθωνα. Καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία και έμεινε φυλακισμένος και σε απομόνωση επί τριετία (1851-1854). Πέθανε από τις κακουχίες αυτές το 1864 σε ηλικία 67 ετών.
• Ανδρέας Λόντος: Ο πλούσιος πρόκριτος των Καλαβρύτων, συμπρωταγωνιστής του Μακρυγιάννη στα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 για την παραχώρηση Συντάγματος. Αυτοκτόνησε το 1846 σε ηλικία 62 ετών ‘’μη δυνάμενος να ανεχθεί την ένδεια του’’!
• Μαντώ Μαυρογένους
: Η πλούσια αρχόντισσα της Μυκόνου διέθεσε όλη της την περιουσία για τον μεγάλο Αγώνα. Πέθανε φτωχή και εγκαταλειμμένη από όλους σε ηλικία 44 ετών από τύφο στην Πάρο το 1840!
• Νικόλαος Κριεζιώτης: Ο ήρωας του ξεσηκωμού και της επανάστασης στην Εύβοια. Καταδιώχτηκε από το οθωμανικό καθεστώς και κρύφτηκε αυτοεξόριστος στην Σμύρνη όπου πέθανε σαν απλός και ανώνυμος το 1853 σε ηλικία 68 ετών.
• Παναγιώτης Σέκερης
: Διέθεσε την περιουσία του για την χρηματοδότηση της οργάνωσης της Φιλικής Εταιρείας. Το 1830 πέθανε πάμφτωχος στο Ναύπλιο όπου είχε διοριστεί σε μεγάλη ηλικία ως τελώνης για να εξοικονομήσει τα στοιχειώδη για να επιβιώσει!
• Όμως την χειρότερη μοίρα από όλους είχαν οι Ιωάννης Καποδίστριας, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Και οι τρεις δολοφονήθηκαν άγρια από Έλληνες που είχαν μέχρι τότε τον φωτοστέφανο του αγωνιστή στο μεγάλο Αγώνα. Όμως τα πάθη της εποχής και οι προσωπικές αντιδικίες των αγωνιστών μεταξύ των,οδήγησαν κάποιους από αυτούς, όπως τον Γκούρα και τους Μαυρομιχάληδες, με αυτές τις δολοφονίες που διέπραξαν, να αμαυρώσουν την δόξα της ηρωικής τους συμμετοχής στον αγώνα και την ιστορική τους υστεροφημία!

 πηγή

Μάζα και εξουσία: η κοινοτοπία του κακού – Roberto Pecchioli

 

Τα τελευταία τρομερά χρόνια έδειξαν κάποια χαρακτηριστικά του χαρακτήρα των μαζών που αφελώς πιστεύαμε ότι συνδέονται με την άγνοια ή τις ιστορικές συνθήκες. Αντίθετα, αποδείχτηκαν μόνιμα στοιχεία του είδους μας. Μιλάμε για ευπιστία, κομφορμισμό, υπακοή στην εξουσία, αδιαφορία για την κριτική σκέψη, διάθεση για ενημέρωση, ακόμα και για να γίνεις ο βίαιος βραχίονας της εξουσίας. Όλα τα παραμύθια για τον «ευγενή άγριο» που διαφθείρεται από τον πολιτισμό, για την καλοσύνη των ανθρώπων, ανάμεσα στην ανύπαρκτη χαμένη Αρκαδία ή περασμένες χρυσές εποχές, έχουν αποδειχτεί καθησυχαστικά ψέματα. εποικοδομητικές αλλά ψευδείς αναπαραστάσεις του ποιοι είμαστε.

Η χριστιανική θεωρία - αποδεκτή ποικιλοτρόπως από όλες τις θρησκείες του Βιβλίου - για το προπατορικό αμάρτημα γίνεται πολύ πιο ρεαλιστική. Το ανθρώπινο πλάσμα γεννιέται με ένα φορτίο αρνητικών ενστίκτων που λυτρώνονται από την έφεση στην υπέρβαση, την οποία ο Χριστιανισμός περιγράφει ως συμμαχία μεταξύ ανθρώπου και Θεού, είναι ένας αρπακτικός με ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: είναι πρόθυμος να θεωρήσει τους ομοειδείς ως θήραμα, να τους σκοτώσει. , τους υποδουλώσει, νά τους εκμεταλλεευτεί. Θα μπορούσε να ειπωθεί –η δική μας είναι μια πολύ ωμή προσέγγιση– ότι υπάρχουν δύο ανθρώπινα είδη. Το ένα αποτελείται από αδυσώπητα αρπακτικά, στα οποία η ευφυΐα και η λογική παρέχουν πάντα νέα όπλα, η άλλη αποτελείται από οπαδούς στην υπηρεσία του πρώτου, πλαστικούς, πειθήνιους, ικανούς για τα πάντα.

Η Hannah Arendt το ανακάλυψε όταν, μετά τη δίκη του ναζί Adolf Eichmann, αναγνώρισε σε εκείνο το ανθρωπάκι προφανώς χωρίς ιστορία τον υπάλληλο της τάξης του κακού, έτοιμο να κάνει φρικτές πράξεις χωρίς να χτυπήσει το βλέφαρο, πεπεισμένη ότι δεν ήταν υπεύθυνος για αυτές. αφού υπάκουσε στις εντολές των αρχηγών του. Το κακό τού παρουσιάστηκε ως καλό για τον σκοπό που εξυπηρετούσε. Το πίστευε ή δεν έκανε ερωτήσεις. Τον 20ο αιώνα, οι μαθηματικοί Alfred Lotka και Vito Volterra ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο γνωστό ως εξίσωση αρπακτικού-θηράματος, που χρησιμοποιείται σε ορισμένα οικονομικά πεδία για να εξηγήσει και να προβλέψει τη διαγωγή και τη συμπεριφορά. Από τότε, η κοινωνική ψυχολογία έχει κάνει μεγάλα βήματα, επιτρέποντας στα ανθρώπινα αρπακτικά να κατανοήσουν καλύτερα τους μηχανισμούς του εγκεφάλου και της ψυχής. Η ορμητική τεχνολογική πρόοδος έκανε τα υπόλοιπα.

Σήμερα ένας στρατός τεχνικών, επιστημόνων, ψυχολόγων στην υπηρεσία μιας ολιγαρχίας αρπακτικών, εργάζεται για να εδραιώσει τη δύναμη όσων την κατέχουν ήδη, κάνοντας την ανθρωπότητα ένα κοπάδι κατευθυνόμενο από ψηλά, υπάκουο, μη σκεπτόμενο, αφοσιωμένο στο να ανταποκρίνεται στα λόγια. με τήν διαταγή των δεσποτών του. Περισσότερο από ποτέ, αφού η ωμή βία άλλων εποχών αντικαθίσταται από τον κοινωνικό έλεγχο, με πλύση εγκεφάλου, με υποταγή σε μια πολύ ισχυρή απρόσωπη μηχανή που τη διαχειρίζονται στρατοί, κρατικοί μηχανισμοί, τεράστιοι ιθύνοντες του ιδιωτικού τομέα. Οι στοιχειώδεις αλήθειες αρνούνται και αντικαθίστανται από επιβεβλημένες «αφηγήσεις». Η πλειονότητα δεν χτυπάει το βλέφαρο, πιστεύει αυτό που είναι αναγκασμένη να πιστεύει και μισεί αυτούς που διαφωνούν.

Ένα παράδειγμα είναι η τρέχουσα μετατόπιση της λογοκρισίας που έπληξε τη Δύση. Ζούμε στη μεταδημοκρατία και τη μετα-ελευθερία χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Αρκούσε ένας ισχυρός επικοινωνιακός μηχανισμός να αποκαλεί «παραπληροφόρηση» ιδέες, λέξεις, αξίες σε διαφωνία με τις κυρίαρχες τάξεις, ώστε οι μάζες να μην εγείρουν αντιρρήσεις για την απώλεια της ελευθερίας, αλλά μάλλον να εκτοξεύονται σαν αγέλη κυνηγών- αρπακτικά σε αντιφρονούντες. Απέναντί ​​τους, καμία λογοκρισία, καμία αδικία: μόνο η «νόμιμη» απαγόρευση της διάδοσης «ψευδών». Αληθινό και ψέμα, ψέμα και αλήθεια με βάση την ευκολία της εξουσίας.  Ο Πλάτων γνώριζε ήδη στη Δημοκρατία: το επιχείρημα του Θρασύμαχου. Η αλήθεια σας ελευθερώνει, αλλά η ελευθερία και η αλήθεια δεν φαίνεται να ενδιαφέρουν την πλειοψηφία των ειδών homo sapiens sapiens. «Το άτομο δεν μπορεί ποτέ να χάσει τον εαυτό του τόσο ολοκληρωτικά όσο ένας σύγχρονος άνθρωπος σήμερα χάνει τον εαυτό του σε οποιαδήποτε μάζα. (Ηλίας Κανέτι). Μέχρι που γίνεται συνεργός στις χειρότερες φρικαλεότητες, βασανιστής του Άλλου, ευτυχισμένος σκλάβος των Κυρίων.

Ο Julius Evola μίλησε, σε σχέση με τον διαφοροποιημένο άνθρωπο, για «ενεργητική απροσωπικότητα», το καθήκον του ατόμου έξω από τη μάζα να παλεύει ενώ παραμένει διαφορετικό χωρίς να πέφτει σε ατομικισμό ή εκκεντρικότητα. Σήμερα κυριαρχεί η παθητική απροσωπία ενός ασυνήθιστου ανθρώπινου τύπου, στον οποίο η κατεύθυνση της υπερλεπτής ευφυΐας μας κάνει να πιστεύουμε ότι είμαστε μοναδικοί. Ο Μπέρτραντ Ράσελ δήλωσε ότι οι νέες επιστήμες, στα χέρια ενός οργανωμένου μηχανισμού εξουσίας, θα έκαναν τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι το χιόνι είναι μαύρο. Σήμερα είμαστε πέρα ​​από αυτό: πολλοί αισθάνονται νομιμοποιημένοι να χτυπήσουν και να τιμωρήσουν όσους συνεχίζουν να πιστεύουν ότι το χιόνι είναι λευκό. Επί δεκαετίες, «αποκλειστικά» επιστημονικά ιδρύματα, πανεπιστήμια και τομείς των ενόπλων δυνάμεων εργάζονται για να διαμορφώσουν τον άνθρωπο ως θήραμα της εξουσίας, ο οποίος με τη σειρά του είναι αρπακτικό, εχθρός των διαφωνούντων.

Η τραγική απάθεια που έχει κυριεύσει την ανθρωπότητα τον τελευταίο καιρό, που εκδηλώνεται στην έλλειψη αντίστασης με την οποία οι ελίτ επέβαλαν την τρελή αντι-ανθρώπινη ατζέντα τους στον κόσμο, βασίζεται στην πλειοψηφική τάση του είδους μας να εκπορνεύεται ηθικά για να εξασφαλίσει τήν επιβίωση. Η κολοσσιαία εθελοντική υποτέλεια που διευκολύνει την επιτυχία του παγκοσμιοποιητικού θόλου υπακούει στις παρορμήσεις που παράγει ο εξαναγκασμός για υπακοή, υποταγή στην εξουσία, αποδοχή τής σκλαβιάς χωρίς δάκρυα.

Αυτή η έντονη ομαδική τάση του ανθρώπινου είδους έχει γίνει αντικείμενο μελετών και πειραμάτων. Ένα από τα πιο σημαντικά αναπτύχθηκε από τον Stanley Milgram, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο Yale, ο οποίος το περιέγραψε σε ένα άρθρο του 1963 και στη συνέχεια σε ένα βιβλίο με τίτλο «Υπακοή στην εξουσία: μια πειραματική προοπτική». Ο στόχος ήταν να μετρηθεί η προθυμία των συμμετεχόντων να υπακούσουν στις εντολές μιας αρχής, ακόμη και όταν αυτό ερχόταν σε σύγκρουση με την προσωπική τους συνείδηση. Εθελοντές επιστρατεύτηκαν για μια «μελέτη μνήμης και μάθησης». Ανήκαν σε όλα τα κοινωνικά και πολιτιστικά στρώματα. Τα πειράματα ξεκίνησαν τρεις μήνες μετά τη δίκη του Ναζί Adolf Eichmann, που κατηγορήθηκε για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αφού ένας από τους στόχους ήταν να επαληθευτεί πώς θα συμπεριφερόταν ο απλός κόσμος όταν δεχόταν πίεση να υπακούσει σε εντολές που παραβίαζαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η μελέτη είχε τρεις πρωταγωνιστές: τον πειραματιστή, τον εθελοντή και τον μαθητή, στην πραγματικότητα συνεργό των διοργανωτών. Ο πειραματιστής εξήγησε στον συμμετέχοντα ότι έπρεπε να ενεργήσει ως αυστηρός δάσκαλος και να τιμωρήσει τον μαθητή που έδωσε λανθασμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις με ηλεκτροσόκ. Ήξερε ότι τα σοκ μπορεί να είναι εξαιρετικά οδυνηρά. Στην πραγματικότητα ο μαθητής απλώς ενεργούσε, προσποιούμενος ότι δεχόταν τα σοκ. Για να γίνει πιο ρεαλιστική η σκηνή στα μάτια του δασκάλου, ο ψεύτικος μαθητής αναγκάστηκε να καθίσει σε ένα είδος ηλεκτρικής καρέκλας, στην οποία παρέμεινε προσκολλημένος. Όταν γινόταν υπέρβαση μιας ορισμένης τάσης, έβγαζε καταγεγραμμένες κραυγές. Στην αρχή και οι δύο δέχθηκαν πραγματικό σοκ 45 βολτ, έτσι ώστε και ο δάσκαλος να αισθανθεί τον πόνο της τιμωρίας και τη δυσάρεστη αίσθηση που θα δεχόταν ο μαθητής. Ο δάσκαλος (το υποκείμενο του πειράματος) διάβασε μια λίστα συσχετισμένων λέξεων σε ζευγάρια, τις οποίες ο συνεργός του Μίλγκραμ έπρεπε να θυμάται και να επαναλαμβάνει. Καθώς οι εκκρίσεις αυξάνονταν, ο μαθητής άρχισε να κάνει θεατρικές χειρονομίες για να τραβήξει την προσοχή τού δασκάλου, χτυπώντας το διαχωριστικό τζάμι, ισχυριζόμενος ότι είχε πρόβλημα με την καρδιά, ζητώντας να τελειώσει το πείραμα. Στην αρχή οι «δάσκαλοι» ήταν νευρικοί εξαιτίας των παραπόνων των μαθητών και θέλησαν να διακόψουν το πείραμα, αλλά αντιμέτωποι με την εξουσία του ερευνητή που τους διέταξε να συνεχίσουν, συνέχισαν το πείραμα. Τα τελικά αποτελέσματα ήταν συγκλονιστικά: τα δύο τρίτα εφάρμοσαν το μέγιστο σοκ. Κανένας συμμετέχων δεν αρνήθηκε να σταματήσει τους κραδασμούς πριν φτάσει τα 300 βολτ, ένα όριο πέρα ​​από το οποίο ο μαθητής δεν έδειξε σημεία ζωής. Κανένας από τους συμμετέχοντες που αρνήθηκαν να χορηγήσουν την τελική ηλεκτροσόκ δεν ζήτησε να σταματήσει το πείραμα ή να ελέγξει την κατάσταση της υγείας του θύματος χωρίς να ζητήσει πρώτα την άδεια.

Πώς να εξηγήσετε αυτά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, τα οποία φαίνεται να υποδηλώνουν την ύπαρξη ενός σαδιστικού συστατικού σε πολλούς κανονικούς, απλούς ανθρώπους; Ο Μίλγκραμ ανέπτυξε δύο θεωρίες: το άτομο που δεν έχει την ικανότητα ή τη γνώση να λαμβάνει αποφάσεις, ειδικά σε καταστάσεις κρίσης, μεταβιβάζει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και την εξουσία του στην ομάδα ή τον ηγέτη. Δεύτερον, ανέπτυξε τη θεωρία της πραγμοποίησης, σύμφωνα με την οποία ένα άτομο βλέπει τον εαυτό του ως όργανο και επομένως δεν θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τις πράξεις που εκτελούνται. Σύμφωνα με μια τρίτη υπόθεση, πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι όταν οι «ειδικοί» (ή οι αρχές) λένε ότι κάτι είναι σωστό, μάλλον είναι. Αυτό εξηγεί την εμμονή των πεποιθήσεων, η οποία εμποδίζει πολλούς από το να συνειδητοποιήσουν ότι μια φαινομενικά καλοπροαίρετη δύναμη ή υποκείμενη είναι στην πραγματικότητα κακόβουλη ακόμη και μπροστά σε συντριπτικά στοιχεία. Ο Μίλγκραμ παρατήρησε ότι καθώς αυξανόταν η φυσική εγγύτητα του θύματος και η απόσταση του ερευνητή/αρχής/ειδικού, η υπακοή του συμμετέχοντος στο πείραμα μειώθηκε. Κάποιοι προσπάθησαν να εξαπατήσουν προσποιούμενοι ότι συνεχίζουν το πείραμα. Αν και οι γυναίκες ανέφεραν πολύ υψηλά επίπεδα στρες, ήταν πιο πιθανό από τους άνδρες να συνεχίσουν το πείραμα. Μια παραλλαγή ήταν το πείραμα που διεξήχθη σε ένα μέτριο περιβάλλον χωρίς εμφανή σχέση με το Πανεπιστήμιο του Γέιλ, για να εξαλειφθεί ο παράγοντας κύρους που επηρέαζε τη συμπεριφορά: σε αυτές τις συνθήκες η υπακοή έπεσε στο 47 τοις εκατό. Άλλοι ψυχολόγοι σε όλο τον κόσμο πραγματοποίησαν παραλλαγές του τεστ με παρόμοια αποτελέσματα: το ποσοστό εκείνων που έκαναν τα πιο βαριά σοκ παρέμεινε πάντα γύρω στα δύο τρίτα.

Αυτά τα πειράματα είναι η απόδειξη που εξηγεί «επιστημονικά» την κοινοτοπία του κακού, που γίνεται από φαινομενικά κανονικές μάζες πολιτών που, υπακούοντας τυφλά εντολές, διαπράττουν εγκλήματα, αδικίες και φόνους. Με πλήρη διαφωνία και εσκεμμένη συναίνεση, αλλά χωρίς αντίληψη προσωπικής ευθύνης. Αυτό πάθαμε στην πανδημία και αυτό θα υποστούμε στις αμέτρητες επιθέσεις κατά της ελευθερίας της παγκοσμιοποιημένης δικτατορίας, στις οποίες φαινομενικά αξιοσέβαστα υποκείμενα που καλούνται να εγγυηθούν την υγεία, την ευημερία, την ασφάλεια και την ελευθερία συμπεριφέρονται όπως ο Άιχμαν: ακολουθούν απλώς εντολές.

Το πείραμα που πραγματοποιήθηκε το 1971 από τον Philip Zimbardo του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, το οποίο οδήγησε στη θεωρητικοποίηση του λεγόμενου φαινομένου Lucifer, ήταν ανατριχιαστικό. Ο Ζιμπάρντο ξεκίνησε να «κατανοήσει τις διαδικασίες μεταμόρφωσης που συμβαίνουν όταν καλοί άνθρωποι κάνουν κακές πράξεις». Το πείραμα έλαβε χώρα σε μια ψεύτικη φυλακή, στην οποία είκοσι τέσσερις μαθητές, επιλεγμένοι από τους πιο ισορροπημένους, χωρίς κλίση προς τη βία και χωρίς ποινικό μητρώο, μοιράστηκαν τυχαία μεταξύ κρατουμένων και φρουρών. Τους εφοδιάσαν με στολές, ρόπαλα και γυαλιά καθρέφτη. Οι τρόφιμοι απογυμνώθηκαν από τα ρούχα τους για να τυποποιηθούν και να στερηθούν την ατομικότητα. Οι φρουροί περπατούσαν στους διαδρόμους με έναν αέρα ανωτερότητας. Για να εξασφαλίσουν την τάξη αποφάσισαν να επιβάλουν κανόνες. Οι τρόφιμοι δυσκολεύονταν να λάβουν τις εντολές στα σοβαρά, θεωρώντας τα πάντα ως παιχνίδι. Οι ομάδες άρχισαν να παρουσιάζουν ασυνήθιστη συμπεριφορά που σχετίζεται με τους διαφορετικούς ρόλους τους. Το πείραμα χρειάστηκε να διακοπεί λόγω της συναισθηματικής κατάρρευσης των «τρόφιμων» και της βίας και του σαδισμού των «φυλάκων».

Αν και τα προαναφερθέντα πειράματα έχουν διακοπεί, είναι βέβαιο ότι συνεχίζονται σε απόρρητα εργαστήρια, κυρίως στρατιωτικά ή που συνδέονται με το ανώτατο επίπεδο της ολιγαρχίας. Τα αποτελέσματα ταξινομούνται, αλλά οι πανδημικές συμπεριφορές - με βάση τον φόβο, την απόρριψη του άλλου, την αποδοχή του παραδείγματος επιτήρησης και την παραβίαση του σώματος - δείχνουν ότι είμαστε εύπλαστη πλαστελίνη στα χέρια των Ανωτέρων, στους οποίους πληρώνουμε μια εκπληκτική υπακοή. Εθελοντική δουλεία.

 https://www.ereticamente.net/massa-e-potere-la-banalita-del-male-roberto-pecchioli/

Στις αρχαίες πηγές της Νεωτερικής Δυτικής και "Ορθοδόξου" θεολογίας (IV)

Απόσπασμα από το βιβλίο του George Prestige: God in Patristic Thought. Το τέλος του XI κεφαλαίου "Ταυτότης ουσίας".

Για τους Έλληνες ο Θεός είναι μια μοναδική αντικειμενική ύπαρξη παρότι είναι ακόμη επίσης τρία αντικείμενα.
Αυτή η πίστη διαφέρει από την πίστη των Λατίνων για τους οποίους ο Θεός είναι ένα μοναδικό αντικείμενο και τρία υποκείμενα (una substantia, tres personae). Ούτε η Λατινική γλώσσα ούτε ο κοινός νους των Λατίνων μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις λεπτές πτυχές της Ελληνικής θεολογίας. Η Λατινική θεολογία ακολούθησε τον δικό της δρόμο και ο Αυγουστίνος προσπάθησε, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να συνδέσει τα τρία υποκείμενα μέσω της αναλογίας υποκειμένου, αντικειμένου και σχέσεως (De Trinitate, βιβλίο 9) παρουσιάζοντάς την μέσω του παραδείγματος του Νοός, της γνώσεως που έχει για τον εαυτό του ο Νους και της αγάπης με την οποία ο Νους αγαπά τον εαυτό του και τη γνώση του!
Προσπάθησε και μια πιο σίγουρη μέθοδο στο βιβλίο 10, με το ψυχολογικό παράδειγμα του συντονισμού ανάμεσα στη μνήμη, στη νόηση και στη θέληση μέσα στα πλαίσια της ενωμένης συνειδήσεως του ανθρώπου! Έχοντας δε σαν αφετηρία τη νοητική δομή του ανθρώπου, της κορυφαίας δημιουργίας του Θεού, απέδειξε την ύπαρξη μιας πιο αντικειμενικής πολλαπλότητος μέσα στον Δημιουργικό ΝΟΥ. Τοιουτοτρόπως η προσοχή επικεντρωνόταν στην ουσιώδη ενότητα της θείας Τριάδος και ετοιμαζόταν ο δρόμος για την ερμηνεία των τριών προσώπων σαν σχέσεις!
Ανάμεσα στους Λατίνους, όσοι διέθεταν αληθινά βαθειά σκέψη κατανοούσαν πολύ καλά το γεγονός πως το Ελληνικό Δόγμα περί της Αγίας Τριάδος ήταν βασικώς διαφορετικό από το δικό τους. Αναγνώριζαν πως είναι παράδοξη η προσπάθεια, παρότι αναγκαία, της πεπερασμένης ανθρωπίνου νοήσεως να θέλει να εκφράσει την φύση του απείρου μυστηρίου του Θεού!
Αυτό τους βοήθησε να κατανοήσουν πως οποιοδήποτε δόγμα περί Θεού δεν είναι παρά μια απλή ανθρώπινη αλληγορία, τόσο αληθινή όσο παρουσιάζει μια πιστή απεικόνιση της αποκαλύψεως που μας έδωσε ο Θεός, ώστε να μάθει ο άνθρωπος όλα όσα είχε ανάγκη για την σωτηρία του, όμως απολύτως ακατάλληλη να περιγράψει αυτό που είναι ο Θεός στην τέλεια πραγματικότητά του.
Σ' αυτή τη βάση ήταν έτοιμοι να δεχθούν πως δύο διαφορετικοί ορισμοί της Ουσίας του Θεού, μπορεί να είναι το ίδιο πιστοί στην θεϊκή πραγματικότητα. Και οι δύο έτσι κι αλλιώς στηρίζονται στην αναλογία και οι αναλογίες δεν μπορούν να είναι αναλυτικές σε όλες τις λεπτομέρειες, πέρα από το σημείο εκείνο το οποίο έχουν πρόθεση να εκφράσουν.
Έτσι ο Αυγουστίνος δεν έδειξε καθόλου προβληματισμένος, ούτε έκπληκτος όταν επιβεβαίωνε πως οι Έλληνες ερμήνευαν την Τριάδα διαφορετικά από τους Λατίνους: «Προσπαθώντας να περιγράψουμε πράγματα άρρητα (De Trinitate 7, 4) και προκειμένου να εκφράσουμε με κάποιο τρόπο αυτό που δεν θα μπορέσουμε ποτέ μας να εκφράσουμε ολοκληρωτικά, οι Έλληνες φίλοι μας μας μίλησαν για μία Φύση και τρεις Ουσίες, ενώ οι Λατίνοι για μία Φύση ή Ουσία και για τρία Πρόσωπα». Και η μία και η άλλη μέθοδος είναι νόμιμες, εφόσον οι εκφράσεις αυτές γίνονται κατανοητές “μέσα στο μυστήριο”, καθότι τον Θεό κατανοούμε πιο αυθεντικά απ' όσο μπορούμε να τον εκφράσουμε και υπάρχει πιο αυθεντικά απ' όσο μπορούμε να τον κατανοήσουμε, η υπερβατικότης της θεότητος ξεπερνά τις δυνατότητες της ανθρώπινης γλώσσης.
Τέσσερις αιώνες αργότερα η διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους Λατίνους, ανακαλύπτεται ξανά από τους Ιρλανδούς σοφούς. Κατανόησαν εύκολα πως υπόσταση, παρότι “θεολογικά” ισάξια με τον Λατινικό όρο πρόσωπο, δεν σήμαινε στην πραγματικότητα υποκείμενο, αλλά αντικείμενο. Έτσι ο Giovanni Scoto, ο οποίος μετέφρασε στα Λατινικά τον Αρεοπαγίτη και τον Μάξιμο τον Ομολογητή σκέφτεται με τους Ελληνικούς όρους: «Προκειμένου η νόηση των πιστών να διαθέτει κάτι για να σκεφτεί και να εκφράσει γύρω από το άρρητο και άγνωστο μυστήριο της πίστεως, οι άγιοι θεολόγοι μας μετέφεραν την ομολογία πίστεως πως ο Αγαθός Θεός υπάρχει σαν τρία αντικείμενα (Substantiae), μιας μοναδικής φύσεως (essentia)».
Ο Θωμάς Ακινάτης (Summa Theol. 1,29,3) κατάλαβε πολύ καλά το λάθος του Αυγουστίνου, ο οποίος ερμήνευσε την υπόσταση με την αφηρημένη έννοια Substantia και ομολόγησε πως οι δύο λέξεις σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Παρόλα αυτά, επειδή ο όρος Substantia μπορούσε να εκφράσει ταυτόχρονα και την αφηρημένη έννοια και τη συγκεκριμένη, κατήγγειλε τη χρησιμοποίηση του όρου αυτού για τη μετάφραση της υποστάσεως και προτίμησε την λέξη Subsistentia στην θέση του, τον οποίο όριζε σαν αυτό που υπάρχει καθ' εαυτό και όχι ως προς άλλο, «Per se existit, et non in alio». Αυτή ήταν ακριβώς η σημασία του όρου υπόστασις. Αλλά ούτε και ο Ακινάτης απέδειξε πως κατανόησε μέχρι τέλους την αληθινή σημασία της διαφοράς. Καθότι σκεφτόταν πως υπόστασις σήμαινε απλώς “μοναδικό άτομο” όπως και ο Λατινικός όρος Persona (και θα μπορούσε να συμπληρώσει αλλά δεν το έκανε) και ο Ελληνικός όρος Πρόσωπον. Η μόνη διάκριση που έκανε ο Ακινάτης ανάμεσα στο πρόσωπο και την υπόσταση ήταν το ότι νόμισε πως υπόσταση σήμαινε ένα μοναδικό αντικείμενο ανάμεσα σε οποιοδήποτε είδος αντικειμένων, ενώ περιόριζε την έννοια του προσώπου σε ένα μοναδικό αντικείμενο «in genere rationalium substantiarum» δηλαδή σ' ένα άτομο του ανθρωπίνου είδους.


Αμέθυστος
 
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.
ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΟΨΟΥΕΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΥ, ΤΙΣ ΔΙΔΥΜΕΣ ΑΔΕΛΦΕΣ.
Ο ΜΟΨΟΥΕΣΤΙΑΣ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ ΟΤΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΧΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΛΗΣΗ.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΛΑΣΤΗΚΕ ΘΝΗΤΟΣ, ΑΡΑ ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ. ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΘΕΙΑ ΧΑΡΙ. ΧΑΡΙΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΘΕΙΑ ΧΑΡΙ, ΝΑ ΓΙΝΕΙ Ο,ΤΙ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ.
ΣΤΟΝ ΦΕΙΔΑ ΔΕ, ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ, ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΣΤΟΝ Α' ΤΟΜΟ σ.554 ΤΟ ΕΞΗΣ ΑΠΙΘΑΝΟ. Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΧΘΗΚΕ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΩΣ ΘΕΟΣ ΕΣΤΕΙΛΕ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΟΛΩΝ
.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Αμφιβολία για το «όρο» πρόσωπο και δημιουργία της «έννοιας» πρόσωπο.

Συνέχεια από: Τετάρτη  14 Μαρτίου 2018


Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (Χ)

Οι Λατίνοι δεν μπήκαν στο κόπο να εμβαθύνουν την «έννοια» η οποία θα έπρεπε να συσχετιστεί με τον «όρο» Persona, αυξάνοντας τοιουτοτρόπως όλα όσα είχαν κατακτήσει με τον Τερτυλλιανό, στον νέο ορίζοντα που άνοιξε το «ομοούσιος» της Νίκαιας. Αυτό το έλλειμμα, που άρχισε να γίνεται ορατό στο Τριαδικό δόγμα, έγινε οφθαλμοφανές στην Χριστολογία. Διότι ένα πράγμα είναι να απαριθμήσουμε με τον όρο πρόσωπο τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, εντελώς άλλο πράγμα είναι να κατανοήσουμε την ενσάρκωση η οποία επραγματοποιήθη στην ενότητα ενός προσώπου, άλλο πράγμα είναι επιπλέον να κατανοήσουμε ποια περιεχόμενα περιγράφονται με τον όρο πρόσωπον και στην Αγία Τριάδα και στον Χριστό. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε πως πολλά πρόσωπα είναι μόνον μία ουσία, του Θεού; Πώς μπορούμε δε αμέσως μετά να κατανοήσουμε πως δύο ουσίες, η θεία και η ανθρώπινη, συναποτελούν μόνον ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Κυρίου;

Μια κάποια απάντηση δόθηκε στη Δύση κατ’ αρχάς από τον Βοήθιο στον έκτο αιώνα και τελειοποιήθηκε στην Σχολαστική θεολογία, παρότι ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα ο Αυγουστίνος είχε προσφέρει εκείνα τα στοιχεία που επέτρεπαν στον όρο Persona να αποκτήσει μια τόσο πολύτιμη σημασία, η οποία διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα!

Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!

Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;

Την ίδια στιγμή βεβαίως η «οικονομία» της Σωτηρίας και η «ιστορία» του Χριστού παραμένουν στην σκιά. Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να μειώσει το δόγμα του ΕΝΟΣ εγκαταλείπεται. Προηγείται απολύτως κάθε προσπάθειας ο μονοθεϊσμός και η εξασφάλισή του.

Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο τού Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.

Κάποια στιγμή βεβαίως δια χειρός Θωμά Ακινάτη, το πρόσωπο θα συνδυαστεί τόσο καλά με την σχέση που θα μπορεί και να αντικαθιστά το ένα το άλλο στην κοινή τους έννοια. Ο Ακινάτης θα δηλώσει ευθαρσώς πως το πρόσωπο στον θεό δεν είναι «σχετικό» αλλά είναι μια πραγματική και αυτόνομη σχέση. Ο όρος πρόσωπο ορίζει την σχέση «όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης, αλλά με τον τρόπο της ουσίας» (Summa Theol. I, q.29, a.4, ad.1).

Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπου. Δεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;

Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή τού ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!

Με τον Αυγουστίνο λοιπόν εμφανίζεται στην Ιστορία μια καινούργια έννοια τού ανθρώπου. Αυτή η ανθρωπολογική στροφή συνδυάζεται με την ανάλυση τής συνειδήσεως στο De Trinitate και με την θεολογική στροφή που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο. Όταν μετά από αιώνες, αυτή η έννοια θα ανθίσει στο καρτεσιανό cogito, όταν δηλαδή πρόσωπο θα σημάνει πλέον αυτοσυνειδησία, η κληρονομιά του Αυγουστίνου θάχει προκαλέσει τα πιο εκπληκτικά αποτελέσματα. Ερευνώντας μέσα στην δομή της ψυχής την εικόνα της Αγίας Τριάδος, δεν θεμελίωσε μόνον το θεολογικό δόγμα της σχέσης και εκείνο του Λόγου, δεν πρόσφερε στον Μυστικισμό τους τρόπους έκφρασης με τους οποίους μπορούσε να εκφράσει τις εμπειρίες του, αλλά απεκάλυψε μια εσωτερικότητα η οποία από τον Καρτέσιο στον Πασκάλ, από τον Κίρκεγκαρντ στον Χούσσερλ θα προσπαθεί, ακολουθώντας τον δάσκαλό της, να αποκαλυφθεί με την σειρά της!


Αμέθυστος

Χρ. Γιανναράς: Η σωτηρία εν Χριστώ: ατομικό ή εκκλησιαστικό γεγονός;

 

Η 1η Γενική Ιερατική Σύναξη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος για το Ιεραποστολικό έτος 2014-2015 πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 21/10 στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας. Οι Συνάξεις είναι αφιερωμένες στον Σωτήρα Χριστό και έχουν ως γενικό θέμα «Ιησούς Χριστός: χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας».

 https://www.youtube.com/watch?v=TtR1Zl1dJxk

ΙΣΩΣ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΜΕΝΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΙ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΦΑΝΕΡΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.  ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑ ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΣ ΑΚΟΜΗ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΦΗΝΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΗΥΧΕΤΟ ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ.

Γεώργιος Μπόρας - Περί Αρχετύπων (2)

Συνέχεια από: Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

Ιωάννης Σκώτος Εριγένης

1.1 Τα αρχέτυπα.  

Αυτό δεν εμποδίζει τον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη, να οδηγήσει στα άκρα τη μεταφυσική του νεοπλατωνικού ρεαλισμού. Ξεκινώντας από την πλατωνική παραδοχή ότι την αλήθεια, επομένως και το ον, οφείλουμε να τα αναζητήσουμε στο γενικό;;;;, ταυτίζει την βαθμίδα της γενικότητας με την βαθμίδα της οντολογικής έντασης και οντολογικής προτεραιότητας. Το γενικό είναι η πρωταρχική πραγματικότητα, η οποία παράγει από τον εαυτό της την ολότητα των πραγμάτων. Παράγει το ειδικό και το περιέχει. Επομένως τα γενικά δεν είναι μόνο οντότητες αλλά σε σχέση με τα επιμέρους σωματικά πράγματα είναι οι πιο πρωταρχικές, οι πιο πραγματικές οντότητες, αυτές που παράγουν και καθορίζουν τις άλλες· μάλιστα όσο πιο γενικές τόσο πιο πραγματικές. Έτσι οι λογικές σχέσεις των εννοιών γίνονται σχέσεις μεταφυσικές. Φρονεί ότι τα αρχέτυπα (universalia) δεν είναι εκτός, αλλά εντός του Θεού "ως αγέννητη φύση που δημιουργεί τον εαυτό της". Συνεπώς, δημιουργούνται μόνον υπό την έννοια ότι λογικά όχι όμως χρονικά έπονται του αϊδίου Λόγου μιας και είναι αγέννητα. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης αναφέρει ότι για τους σχολαστικούς η «ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία εἶναι ἁπλῶς ἐν χρόνω ἀπεικόνισμα τῶν ἀγεννήτων τῆς θείας οὐσίας ἀρχετύπων».

1.2 Δημιουργία και αρχέτυπα. 

Θέλουμε να παρατηρήσουμε εδώ πως αν ως δημιουργία τού κόσμου είναι η εν χρόνω απεικόνιση των αγέννητων αρχέτυπων της θείας ουσίας αυτό συνεπάγει ότι η ενυποστασιοποιήση των αρχετύπων είναι είτε: 

α) απεικόνιση προερχόμενη από την ουσία καθαυτή και όχι κάτι πέρα από αυτή· που ενυποστασιάζει τη φύση της ουσίας. Η απεικόνιση δεν είναι μεταφυσικά μετέωρη. Υπάρχει ανάμεσα στο αγέννητο αρχέτυπο και στην απεικόνισή του κάποια συνάφεια ουσίας. 

β) απεικόνιση προερχόμενη από την θέληση της ουσίας να εικονίσει τα αρχέτυπά της ως όντα άλλης τάξεως, δηλαδή κτιστά.

Στην περίπτωση {β)} η ουσία εικονίζει με τη θέλησή της τα αγέννητα αρχέτυπά της. Σ’ αυτήν την περίπτωση διαστρεβλώνεται η αναντίρρητη θέση της Αγίας Γραφής ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο εκ του μη όντος. Από την στιγμή που τα αρχέτυπα προϋπάρχουν τότε δεν έχουμε δημιουργία εκ του μη όντος, και σε αυτήν την περίπτωση ή θέση πλησιάζει τις πλατωνικές ιδέες. Διαφέρει όμως διότι στην πλατωνική φιλοσοφία το απείκασμα είναι μεταφυσικά μετέωρο ως μη έχον ουσιαστική συνάφεια με το αρχέτυπο. Υπενθυμίζουμε ότι το δόγμα της εκ του μη όντος δημιουργίας καταργεί το πλατωνικό σύστημα των ιδεών. Πέραν τούτου παρατηρούμε ότι στο σχολαστικισμό υπάρχει μια αναλογία μεταξύ των αρχετύπων ιδεών πού βρίσκονται στο Είναι και των άλλων όντων πού βρίσκονται στον κόσμο. Είναι η analogia entis. 

Ας δούμε την περίπτωση {α)}. Από την στιγμή που τα αρχέτυπα είναι της τάξης της ουσίας, κάτι που ισχύει και για την θέληση, τότε δυο τινά συμβαίνουν. Δύο υποπεριπτώσεις: 

i. αυτό που αναφέραμε, ότι η ενυποστασιοποιήση των αρχετύπων είναι απεικόνιση προερχόμενη από την ουσία καθαυτή και όχι κάτι πέρα από αυτή· που ενυποστασιάζει το ουσιώδες της ουσίας, τη φύση της ουσίας 

και ii. η ουσία θέλει να εικονιστούν τα αγέννητα αρχέτυπά της. Θέλει να εικονίσει την φύση της, μέσα από την συνάφεια φύσης του αρχέτυπου και του εικονιζόμενου του. Η δεύτερη (ii) υποπερίπτωση δεν μπορεί να σταθεί διότι σε αυτήν την περίπτωση η θέληση εμφανίζεται ως παράγοντας διαμεσολάβησης ανάμεσα σε ουσία και ουσιαστικά της αυτής ουσίας και όχι ανάμεσα σε ουσία και κτιστά ουσιαστικά πέραν της πρώτης ουσίας. Τα κτιστά είναι μη ουσιαστικά ως προς την πρώτη ουσία, αλλά ουσιαστικά ως έχοντα ουσία άλλης τάξεως, και εν προκειμένω κτιστής. Για τα ζητήματα όμως της ουσίας δεν είναι η θέληση που θα ενεργήσει αλλά η ουσία καθ’ εαυτή. 

Κατά τον Αγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνο «ἡ γὰρ κτίσις, εἰ καὶ μετὰ ταῦτα γέγονεν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ οὐσίας, ἐκ δὲ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι βουλήσει καὶ δυνάμει αὐτοῦ παρήχθη, καὶ οὐχ ἅπτεται τροπὴ τῆς τοῦ Θεοῦ φύσεως. Γέννησις μὲν γάρ ἐστι τὸ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ γεννῶντος προάγεσθαι τὸ γεννώμενον ὅμοιον κατ᾿ οὐσίαν, κτίσις δὲ καὶ ποίησις τὸ ἔξωθεν καὶ οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ κτίζοντος καὶ ποιοῦντος γίνεσθαι τὸ κτιζόμενον καὶ ποιούμενον ἀνόμοιον παντελῶς»,Ἔκδοσις Ἀκριβὴς Τῆς Ὀρθοδόξου. Η θέληση είναι η έκφραση της ουσίας να δημιουργήσει, όχι όμως τα ουσιαστικά της, αλλά τα κτιστά τα οποία δημιουργούνται θελήσει. Τα ουσιαστικά γίνονται φύσει και δεν δημιουργούνται. Έχουν άλλους ουσιαστικούς τρόπους, κατά βάση απρόσιτους στην ανθρώπινη λογική. Βέβαια αν συνυπολογίσουμε το γεγονός των κτιστών ενεργειών του Θεού, κατά τους σχολαστικούς εν γένει, τότε οπωσδήποτε η υποπερίπτωση (ii), δεν στέκεται από κάθε άποψη. 

Η πρώτη υποπερίπτωση (i) είναι ένα κατά βάση πανθεϊστικό σύστημα. Σ’ αυτήν την πρώτη υποπερίπτωση υπάγεται και το σύστημα του Ιωάννη, ότι τα αρχέτυπα (universalia) δεν είναι εκτός, αλλά εντός του Θεού "ως αγέννητη φύση που δημιουργεί τον εαυτό της". Αυτό το οποίο εικονίζεται είναι η φύση της ουσίας. Το απεικονιζόμενο είναι εκ των πράγματων της αυτής τάξης διότι είδαμε ότι δημιουργείται φύσει και όχι θελήσει. Υπάρχει όπως είπαμε ουσιαστική συνάφεια. Έπεται λοιπόν, ότι τα αρχέτυπά όχι μόνο υπάρχουν, αλλά και προϋπάρχουν· είναι τα αρχέτυπα των επιμέρους· o άνθρωπος (το αρχέτυπό του) προϋπάρχει από το συγκεκριμένο υπαρκτό άτομο.

1.3 Η απορροή και η θέωση. 

Η οντολογική αυτή κίνηση, το άπλωμα δηλαδή του Θεού, παραπέμπει στην νεοπλατωνική ουσιοκρατική θεωρία της απορροής. Αυτήν είναι και η θεμελιώδης αρχή του συστήματος του Ιωάννη. Σύμφωνα με την θεωρία της απορροής, ο κόσμος προέρχεται από την ουσία μιας αρχής, ότι όλα προοδεύουν (απορρέουν) από την ουσία μιας πρώτης απρόσωπης αρχής. Αντιλαμβανόμαστε ότι από εδώ προκύπτει και ένας πανθεϊσμός μιας και ο κόσμος είναι ο Θεός που έχει απλωθεί μέχρι το μερικό. Είτε με τον απεικονισμό του ουσιώδους της ουσίας είτε με την απορροή ή προβολή. Ακόμη και στην λεπτότερη έκφρασή της η θεωρία της απορροής, ως φυσικός νόμος δηλαδή, θεωρούμε ότι ενέχει τον πανθεϊσμό. Να θυμίσουμε ότι ο Πλάτων δίδασκε ότι ο κόσμος είναι ατελές αντίγραφο, ομοίωμα και είδωλο του κόσμου των ιδεών, οι δε άνθρωποι κτήματα θεών και δαιμόνων. Ο Κόσμος είναι προϊόν ενός δημιουργού, ο οποίος τον έπλασε έχοντας ως υπόδειγμα τις αιώνιες και αμετάβλητες ιδέες. Εδώ έχει την πηγή της και η νεοπλατωνική μεταγραφή των ιδεών σε ιδέες ενός θείου νου, αλλά και η αντίστοιχη χριστιανική (αυγουστίνεια) μεταγραφή τους σε ιδέες στο νου του Θεού προ της δημιουργίας του κόσμου, όπως είδαμε και πιο πριν. Από εδώ έλκει μάλλον ο Πλωτίνος την θεωρία της προόδου (απορροής) εκ του Ενός. Θα σημειώσουμε ότι ο Πλωτίνος που θωρείται ο ιδρυτής του νεοπλατωνισμού, ορίζει στο φιλοσοφικό σύστημα του, το οποίο θεωρείται μονιστικό, ότι ο κόσμος είναι απόρροια και προϊόν μιας πνευματικής αρχής, σε μια αδιάσπαστη σειρά προόδων (απορροών) από το Εν, τον Νου και την Ψυχή, η οποία μέσω της διείσδυσης παρέχει ύπαρξη στην ύλη. Θα υπενθυμίσουμε ότι οι νεοπλατωνικοί έχουν επηρεαστεί, αν όχι ενστερνιστεί, από την θεωρία της απορροής του Γνωστικισμού. Αυτή διδάσκει ότι από τον Θεό προέρχονται, γεννιόνται τα πάντα, έμψυχα και άψυχα με παραγωγή του κατωτέρου από το ανώτερο, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει την ιδέα της συγγένειας των δι’ απορροής γεννηθέντων όντων προς μια ενιαία και αναλλοίωτη αρχή. Οι δευτερεύουσες θεότητες προέρχονται με απορροή. Αυτό σημαίνει εκδίπλωση της μονάδας κατά τα πυθαγόρεια πρότυπα. Ενώ ο Άγιος Ειρηναίος μας πληροφορεί ότι με βάση το σύστημα του Βασιλείδη ο ύψιστος θεός παρουσιάζεται ως απρόσωπη φιλοσοφική δύναμη, η οποία δίνει το έναυσμα της θεογονίας με την απορροή του Νου. Από τον Νου γεννιέται ο Λόγος, από τον Λόγο η Φρόνηση, από την Φρόνηση η Σοφία και η Δύναμη. Από την Σοφία και την Δύναμη γεννιούνται οι Αιώνες —δυνάμεις, εξουσίες, άγγελοι, αρχάγγελοι—, οι οποίοι απαρτίζουν τον πρώτο ουρανό. Έτσι για τον Ιωάννη, Θεός και κόσμος είναι ένα και το αυτό. Η ίδια η φύση ως ενότητα που δημιουργεί είναι ο Θεός και ως πολλότητα που έχει δημιουργηθεί είναι ο κόσμος. Θα λέγαμε ότι ο Θεός είναι μέρος της φύσεως ακόμη και άκτιστο. Συνεχίζοντας ο Ιωάννης θεωρεί ότι η επιστροφή όλων των επιμέρους στον Θεό, ο Θεός δηλαδή νοούμενος ως ο τελικός σκοπός κάθε γίγνεσθαι, η διάχυση τους στην πρωταρχική ουσία είναι η θέωση του κόσμου.

2 Σχολαστικοί

2.1 Ύψιστο ον. Η έννοιά του. 

Στην πρώτη σχολαστική περίοδο και στην ακμή του εννοιολογικού ρεαλισμού υπερθεματίζοντας ο Άνσελμος, στην οντολογική του απόδειξη αποδεικνύει ότι ο Θεός είναι το απόλυτα γενικό ον, είναι και το πιο πραγματικό ον. Είναι το ύψιστο ον. Όσο περισσότερο "είναι" είναι κάτι, τόσο πιο τέλειο είναι και αντίστροφα. Συνεπώς η έννοια του ανώτατου όντος είναι και συνάμα και η έννοια της απόλυτης τελειότητας. Άρα από την έννοια του Θεού ως του πιο τέλειου και πραγματικού όντος έπεται και η ύπαρξή του. Αν νοηθεί ως τελειότατο ον αναγκαστικά θα πρέπει να νοηθεί ως υπαρκτός. Αν ο άνθρωπος νοεί ένα τέτοιο ον, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχει στον νου του. Αυτό το ον όμως δεν είναι μόνο εντός του νου, αλλά υπάρχει και καθαυτό (αντικειμενικά). Γιατί αν υπάρχει στον νου, δύναται να νοηθεί ότι υπάρχει και καθαυτό. Υιοθετεί την βασική ιδέα του ρεαλισμού, ότι οι έννοιες, ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο νου, είναι αληθινές, πραγματικές. Βλέπουμε ότι ο Άνσελμος ανάγει την πίστη σε γνώση. Ρέπει προς τη λογική διασαφήνιση του περιεχομένου της πίστης. Ο Θεός υπάρχει και δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο ως κάτι που υπάρχει. Αυτό μας οδηγεί στο «πιστεύω άρα γνωρίζω». Πιστεύω ότι υπάρχει και ο νους μου γνωρίζει ότι υπάρχει. Για τον Άνσελμο ισχύει επίσης το "σκέφτομαι κάτι άρα υπάρχει". Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υποστήριζε ότι ο Θεός υπάρχει, γιατί ο ανθρώπινος νους έχει συλλάβει την παράστασή του. Έτσι συναντά το ελεατικό "ἔστιν εἶναι", σύμφωνα με το οποίο το είναι υπάρχει και δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο ως κάτι που υπάρχει. Επομένως δεν είναι δυνατό να νοηθεί άλλη ανώτερη ουσία. 

2.2 Ουσία. 

Έτσι, ο Θεός αντλεί το είναι του από τον εαυτό του, από τη δική του ουσία. Απεναντίας κάθε επιμέρους όν είναι δυνατό να νοηθεί και ως μη ον μιας και δεν αντλεί το είναι του από το ίδιο, αλλά από κάτι άλλο που είναι το απόλυτο. Ταυτόχρονα η ουσία του Θεού συνεπάγεται την ύπαρξή του. Όλες οι ιδιότητες απονέμονται στο Θεό. Αυτές κατηγορούνται κατά του Θεού όχι απλώς ως ποιότητες αλλά ως ουσίες. Ο Θεός δηλαδή δεν είναι μόνο δίκαιος δια της δικαιοσύνης, διότι τότε η δικαιοσύνη θα ανήκε σε αυτόν ως ποιότητα. Αλλά η δικαιοσύνη είναι αυτός ο Θεός. Η δικαιοσύνη είναι της ουσίας του Θεού. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες ιδιότητες. Ο Θεός δεν έχει απλά ζωή αλλά είναι αυτή η ζωή, δεν έχει σοφία αλλά είναι αυτή η σοφία, και ούτω καθεξής. Στην Ορθόδοξη θεολογία ο αποφατισμός της είναι το αντιστάθμισμα στην εκλογίκευση της πίστης.

2.3 Δημιουργία και ιδέες. 

Μιλάει για δημιουργία εκ του μηδενός (το οποίο είναι άλλο από την δημιουργία εκ του μη όντος). Έτσι το εκ του μηδενός δηλώνει ότι δεν υπήρχε τι , εκ του οποίου θα δημιουργούταν ο κόσμος. Τα όντα δεν είχαν υπόσταση πριν την δημιουργία και την έλαβαν αυτή με την δημιουργία. Παρόλα αυτά τα όντα είχαν ύπαρξη ως αΐδια νοήματα στον θείο νου. Διότι η δημιουργική δύναμη του Θεού δεν είναι τυφλή αλλά έλλογη. Έτσι προϋποθέτει τη γνώση του δημιουργητέου. Ο Θεός νοεί αϊδίως τα δημιουργήματα και η έννοια, που έχει για αυτά, είναι το πρότυπο σύμφωνα με την οποία τα δημιουργεί. Για τον Άνσελμο η δημιουργική ενέργεια του Θεού μπορεί να παραβληθεί με την καλλιτεχνική ενέργεια, σύμφωνα με την οποία προϋποτίθεται η έννοια του καλλιτεχνήματος στην διάνοια του καλλιτέχνη. Άρα τα όντα συνίστανται από δύο υπάρξεις: i. την ιδεατή, η οποία είναι η αΐδια ύπαρξη τους στο θείο νου και ii. την πραγματική, η οποία είναι η πραγματική εκτός Θεού και εν χρόνω. Έτσι όπως ο καλλιτέχνης (σημειώνουμε την αναλογία) ο Θεός έχει τις ιδέες των πάντων στο νου Του και τις πραγματοποιεί με την δημιουργία. Διαφέρουν στο ότι ο καλλιτέχνης χρειάζεται την ύλη, ενώ ο Θεός δημιουργεί από τον εαυτό του. Τέλος, αναλογικά κινούμενος, θεωρεί ότι, όπως τα διανοήματα του ανθρώπου είναι ο ενδιάθετος λόγος, έτσι και οι ιδέες του Θεού είναι ο «ἔνδον λόγος» (sic) με τον οποίο εκφράζει τα όντα. Είναι δε ο εσωτερικός («ἔνδον λόγος») του Θεού η θεία ουσία Του. Οι σχολαστικοί πίστευαν ότι αυτό που υπάρχει ως πραγματικότητα στον κόσμο υπάρχει ταυτόχρονα ως αρχέτυπο και έξω απ’ αυτόν. Στον Θεό. Ο Αβελάρδος για να εξηγήσει τη πολλαπλότητα των ατόμων αποδέχεται την πραγματοκρατική θεωρία του Αυγουστίνου σύμφωνα με την οποία ο Θεός έπλασε τον κόσμο σύμφωνα με τα αρχέτυπα που είχε στο νου Του. Εν τούτοις η δεύτερη περίοδος του σχολαστικισμού χαρακτηρίζεται από ένα μετριοπαθή ρεαλισμό σε ό,τι αφορά στη φύση των γενικών εννοιών. Οι γενικές έννοιες θεωρούνται ως πραγματικές οντότητες όχι όμως σ' έναν άλλο κόσμο αλλά μέσα στα επί μέρους αισθητά. 

Ας προσθέσουμε στό θέμα τής αναλογίας:

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

 «Λίαν αισχρόν, και ουκ αισχρόν μόνον, αλλά και μάταιον επιεικώς, εκ των κάτω των άνω την εικασίαν λαμβάνειν, και των ακινήτων εκ της ρευστής φύσεως.»

Και συνεχίζει: «Διότι δεν πρέπει, επειδή κατά τινα σχέσιν υψηλοτέραν Υιός ο Υιός, και επειδή δεν ημπορέσαμε δι’ άλλου τρόπου παρά έτσι να δείξουμε το εκ του Θεού και ομοούσιον, να νομίζωμεν ότι πρέπει να μεταφέρουμε στον Θεό και όλες τις ανθρώπινες και της δικής μας συγγενείας ονομασίες. Καθώς η διαφορά εις την αποκάλυψιν και όχι της προς άλληλα σχέσεως διάφορον, έκαμε διαφορετικήν και την ονομασία: Πατήρ – Υιός – Άγιον Πνεύμα.»

Καί άς παρατηρήσουμε ότι οι ιδέες στόν Πλάτωνα γεννιούνται από τό αγαθό τό οποίο είναι επέκεινα τής ουσίας καί τό οποίο στήν πράξη προσφέρει τήν σωφροσύνη, τήν μεσαία οδό τής αρετής.

Σεβασμιώτατος πρώην Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος Καντιώτης.

ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΗΜΑ ΕΚ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ ΕΠ’ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ 10 ΕΤΩΝ
ΑΠΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ (+28.8.2010)
Ο ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟΣ ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ
ΘΕΡΜΟΤΑΤΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ ΄21
ΣΠΑΝΙΟΝ VIDEO 18.3.1964


1.Ἀκολουθοῦμεν τὸν Ἀετὸν τῆς Ἀντικειμενικότητος Ἰωάννην Χρυσόστομον: «Τὰ δημοσίως γενόμενα καὶ τὸν λαὸν σκανδαλίζοντα ταῦτα καὶ ἐλέγχομεν» ἤ τὸν Πιστὸν Μιμητὴν αὐτοῦ Σύγχρονον Γέροντα πρώην Μητροπολίτην Φλωρίνης, Ἰδανικὸν Ἐργάτην τοῦ Εὐαγγελίου κυρὸν Αὐγουστῖνον Καντιώτην, ὁ ὁποῖος ἐπανελάμβανε τὰ τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου θέτων κάποιον Περιορισμόν: «ἐλεγκταὶ μὲν, ἀλλὰ ὄχι ἐκπωματισταί», διότι ἀπὸ τὰς ἀπείρους Ταλαιπωρίας καὶ Γελοιοποιήσεις, ποὺ ὑφίστατο ὁ ἐν λόγῳ ἅγιος τῆς Ἐποχῆς μας εἶχε τρομερώτατες Καταπογοητεύσεις ὑπὸ ὅλων τῶν Ἰθυνόντων, ἰδιαιτέρως δὲ ὑπὸ τῶν Ταγῶν τῆς Ἐκκλησίας!!!!!……

 http://elekklesia.blogspot.com/2024/08/14.html

ΣΗΜΕΡΑ ΛΟΙΠΟΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΔΙΧΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΙΜΗΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ ΔΙΟΤΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΔΕΧΘΗΚΕ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΞΗΓΗΣΕΩΣ ΤΗΣ Κ.Δ. ΟΠΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΒΕΒΑΙΩΣ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΟΠΩΣ Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Η ΕΥΦΑΝΤΑΣΤΗ ΜΙΜΗΣΙΣ ΑΓΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΦΙΚΤΗ. Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΔΕΝ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. 

ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΕΙ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ.

Ο Άγιος Παΐσιος για τον Χρήστο Γιανναρά.

                                         

Όσοι εκ των προσκυνητών είχαν ασχοληθεί με κείμενα ενός γνωστού συγγραφέως και καθηγητού και προβληματισμένοι εξ αυτών, έτυχε να ρωτήσουν τον μακαριστό Γέροντα Παϊσιο σε μία επίσκεψή τους -μερικοί μάλιστα χωρίς καν να προλάβουν να τον ρωτήσουν- άκουσαν και γνωρίζουν και μαρτυρούν την σαφώς αρνητική τοποθέτησή του απέναντι του.

Ο Γέροντας κυρίως στηλίτευε τις σχετικές με τον έρωτα θεωρίες του καθώς και τις ορθολογιστικές μέχρι βλάσφημες κρίσεις του για αγίους της Εκκλησίας μας.

Πονούσε κυρίως για την ανεπανόρθωτη φθορά πού προκαλούσε στους νέους ο προαναφερθείς συγγραφεύς – “μας παρέσυρε χωρίς να το καταλάβωμε και μας κατέστρεψε, και τώρα δεν μπορούμε να κάνωμε πίσω“, ομολογούσαν οι ίδιοι- αλλά και για τις συκοφαντίες πού εξετόξευε κατά των αγίων Πατέρων μας.

Αν και στην αρχή με πολλή αγάπη, υπομονή και ανεκτικότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει να συνειδητοποίηση τις πλάνες στις όποιες τον παρέσυραν ο Πονηρός και τα πάθη του. Από ένα σημείο και μετά, βλέποντας την εγωιστική αθεράπευτη εμμονή του αισθανόταν υποχρεωμένος να ενημερώνει και να προφυλάσσει τους πιστούς.

 ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΗΡΑΝ ΚΑΘΑΡΗ ΘΕΣΗ ΣΤΙΣ ΠΛΑΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΑΛΛΑ ΑΦΗΣΑΝ ΣΤΟ ΑΠΥΡΟΒΛΗΤΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ...........

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως στ

 Συνέχεια από:Tετάρτη 28 Αυγούστου 2024

Δογματικές παρατηρήσεις στο θέμα της εκ παρθένου γεννήσεως στ

Του Karl Rahner

                                                           

Περαιτέρω θεολογικές σκέψεις

Με την προϋπόθεση της προκαταρκτικής επισήμανσης, την οποία σημειώσαμε στο πρώτο κεφάλαιο για την Αγία Γραφή, πως η είδηση αυτή περί της εκ παρθένου γεννήσεως δεν προέρχεται από την Μαρία, είναι το θεολογικώς αποφασιστικό ερώτημα: πρέπει η επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, υπό την μεθοδολογική θεώρηση (όχι βασική και τελειωτική!), να θεωρεί την εκ παρθένου γέννηση:

Α) είτε ως χρονικά εξαρτώμενη διασαφήνιση αυτής της βεβαίως δεδομένης διαφορετικότητας (Andersartigkeit) ως ένα απλό μοντέλο κατανόησης, που εξαρτάται από την ιστορία, για αυτό που θεωρείται ότι παραμένει, δηλαδή η διαφορετικότητα του γίγνεσθαι του Ιησού μέσα από την νέα, πηγαία, που θέτει μια νέα αρχή, πρωτοβουλία του Θεού για τη σωτηρία, ή

Β) είναι η εκ παρθένου γεννηση, μια με την στενή βιολογική έννοια συνέπεια που προκύπτει από αυτή τη διαφορετικότητα, που καθίσταται η ίδια το περιεχόμενο ολόκληρης, πλήρους δήλωσης περί της διαφορετικότητας. Σε αυτό το δεύτερο μέρος της εναλλακτικής, μπορεί φυσικά να τεθεί ένα διπλό υποερώτημα, εάν αυτή η συνέπεια μπορεί να προκύψει από μόνη την συνείδηση περί πίστεως της όλης Εκκλησίας (όπως ισχύει για τα άλλα δόγματα) ή και από την θεολογική σκέψη του καθενός ξεχωριστά , που καταλαβαίνει επαρκώς για τον εαυτό του, και εάν

Γ) η απόφαση μεταξύ των απαντήσεων στις ερωτήσεις Α) και Β) μπορεί μείνει ανοικτή, εάν δηλαδή είναι δυνατή η παράλειψη μιας οριοθέτησης μεταξύ περιεχομένου και μοντέλου αναπαράστασης.

Αυτές οι τρεις δυνατότητες, δεν είναι τρεις δυνατότητες μεταξύ των οποίων ο καθολικός Χριστιανός και θεολόγος μπορεί να επιλέξει όπως θέλει. Αυτές οι τρεις ερωτήσεις όμως πρέπει να τεθούν θεολογικά, εάν προς στιγμή αφήσουμε μεθοδολογικά κατά μέρος την διδασκαλία της Εκκλησίας. Αν θέλει να τοποθετηθεί κανείς ως προς τα τρία αυτά ερωτήματα, τότε πρέπει να ειπωθούν τα εξής:

Μετά από αυτά που ειπώθηκαν για την εκκλησιαστική διδασκαλία, η απάντηση δεν μπορεί φυσικά να υποστηρίζει την πρώτη εναλλακτική, δηλαδή, ως καθολικοί Χριστιανοί και θεολόγοι, δεν έχουμε το δικαίωμα, να ισχυριζόμαστε θετικά και με κάποια βεβαιότητα, πως η εκ παρθένου γέννηση είναι από βιολογικής απόψεως απλώς μια χρονικά καθορισμένη εξήγηση, ένα απλό μοντέλο κατανόησης, που εξαρτάται από τον χρόνο, ιστορικής φύσεως, γι’ αυτό που εννοείται: δηλαδή ο Ιησούς Χριστός είναι η νέα αρχή της ιστορίας, που ως δεύτερος Αδάμ, ως πράξη πρωτοβουλίας του Θεού, θέτει την νέα αρχή της ιστορίας της σωτηρίας. Δεν μπορούμε φυσικά να απαντήσουμε έτσι.

Από την άλλη, θα μας επιτρέπεται νομίζω να πούμε, πως η εναλλακτική Γ), πως μπορούμε μέχρι ενός βαθμού να αφήσουμε ανοικτό το τι αποτελεί, ως μια δυνατότητα στη δήλωση αυτή για την ατομική συνείδηση πίστεως, ένα μοντέλο δήλωσης ή κατανόησης και τι είναι το περιεχόμενο της δήλωσης, καθώς για την εκκλησιαστική διδασκαλία ορισμένα ερωτήματα φαίνεται πως δεν έχουν απαντηθεί με σιγουριά. Πρέπει να υπενθυμίσουμε, πως κατά την διερεύνηση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, ειπώθηκε πως η εκκλησιαστική διδασκαλία λέει χωρίς αμφιβολία «natus ex Maria Virgine», και πως η συνείδηση της πίστεως της Εκκλησίας και της θεολογίας είχαν κατανοήσει τη δήλωση αυτή δια μέσου δυο χιλιάδων ετών με αυτή την συγκεκριμένη (και όχι μόνο!) βιολογική έννοια. Παραμένει όμως αμφίβολο, μήπως αυτή η από πλευράς της επίσημης διδασκαλίας της Εκκλησίας κατανόηση της πίστεως περί της εκ παρθένου γεννήσεως, απλώς παραπέμπει στον Ματθαίο και τον Λουκά, και με τον τρόπο αυτό αναθέτει την ακριβέστερη σημασία της δήλωσης αυτής στα Ευαγγέλια. Αν εμείς όμως τότε-διατηρώντας κάθε τυπική αυθεντία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας-παραπέμπουμε έτσι στον Ματθαίο και τον Λουκά, τότε από καθαρά εξηγητικής απόψεως η ερώτηση αυτή ίσως να μην μπορεί να απαντηθεί μονοσήμαντα, εάν και σε ποιο βαθμό αυτή η εκ παρθένου γέννηση στον Ματθαίο και τον Λουκά έχει απλώς μια ορμή (Moment) ενός σκέτου μοντέλου κατανόησης κατά νου, όπως είπαμε προηγουμένως. Δεν μπορεί επομένως να αποκλειστεί μια κάποια ανοικτοσύνη μιας ερώτησης για την ατομική συνείδηση πίστεως του καθενός. Θα ήταν πάντως θεολογική προχειρότητα αν το δήλωνε κανείς θετικά: είναι βέβαιο, πως η εκ παρθένου γέννηση, όπως παρουσιάζεται στον Ματθαίο και τον Λουκά, και φυσικά στην κατανόηση της πίστεως από πλευράς της Εκκλησίας, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένα από τον χρόνο εξαρτώμενο μοντέλο κατανόησης αυτού που στην πραγματικότητα εννοείται. Ο «ολλανδικός κατηχησμός» τείνει προφανώς προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί στην παρουσίαση αυτού που εννοείται, που είναι με μια sensu positivo σωστό, δηλαδή: η νέα αρχή της ιστορίας της σωτηρίας είναι σε αυτόν από πάνω και όχι από κάτω, φαίνεται, για να το πούμε έτσι, πως ο αναγνώστης πρέπει να φτάσει σε αυτή την ιδέα. Αυτό λέγεται με βεβαιότητα, και τίποτε άλλο. Αυτό φυσικά δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ειπωθεί έτσι. Αν οι συντάκτες του «Ολλανδικού κατηχισμού» ήθελαν να το πουν έτσι, είναι ένα άλλο ερώτημα. Σε μια βελτιωμένη έκδοση, την οποία οι συγγραφείς του έχουν εντωμεταξύ συγγράψει, γίνεται κάποια προσπάθεια, να αποφευχθεί αυτή η παρεξήγηση της παλιότερης δήλωσης.

Σε μια τέτοια αποκάλυψη μιας συγκεκριμένης ερώτησης προστίθεται για την ατομική συνείδηση πίστεως του ατόμου και μια διαπίστωση, πως μια πλήρης δήλωση, για το τι εννοεί ακριβώς η φράση, η εκ παρθένου γέννηση «κατανοημένη βιολογικώς» δεν είναι επαρκώς δυνατή. Αυτό συμβαίνει, επειδή δεν είναι δυνατή μια επαρκής οριοθέτηση μεταξύ μοντέλου κατανόησης και του περιεχομένου που εννοείται, και βασικά δεν είναι δυνατή για λόγους αρχής, για λόγους που στο παρόν κείμενο δεν μπορούμε να αναπτύξουμε, γιατί θα έπρεπε να παρουσιάσουμε μια ολόκληρη φιλοσοφία και θεολογία της ανθρώπινης κατανόησης, την ενότητα θεωρίας και έννοιας. Θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να δείξουμε λοιπόν, πως ο άνθρωπος μέσα στην ιστορικά καθοριζόμενη γνώση του δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να διαχωρίσει και να διακρίνει επαρκώς το μοντέλο κατανόησης από το εννοούμενο περιεχόμενο, γιατί φυσικά, σκέφτεται πάντα το εννοούμενο με ένα νέο μοντέλο κατανόησης, όταν αποφασίσει επιτέλους να πει «επακριβώς» τι «στην πραγματικότητα» εννοούσε και τι όχι μια προηγούμενη δήλωση. Υπό αυτή την προϋπόθεση, πρέπει να θεωρήσουμε και την εδώ προς σκέψη εκτεθείσα περίπτωση.

Το υποερώτημα, εάν το συμπέρασμα, εφόσον στην εκ παρθένου γέννηση με την βιολογική έννοια πρόκειται περί συνέπειας από εκείνο το κεντρικό περιεχόμενο, μπορεί ο μεμονωμένος θεολόγος, με δική του ευθύνη και κίνδυνο να το συμπεράνει ως συνέπεια, ή αυτό είναι μόνο δυνατό για τη συνείδηση της πίστεως ολόκληρης της Εκκλησίας, ως μιας και ολόκληρης, είναι μια ερώτηση, η οποία μπορεί να δοθεί στην ευθύνη ενός μεμονωμένου θεολόγου, με μια όχι εντελώς διάφανη διακριτικότητα. Δεν έχει και κάποια σημασία επι της αρχής, αν και μια τέτοια ερώτηση έχει σημασία για την σωστή κατανόηση της ιστορίας των δογμάτων και των δυνατοτήτων της. Υπάρχουν αρκετά πράγματα, που στην συνείδηση της πίστεως της Εκκλησίας, βρίσκονται ως συνέπειες μιας πρωταρχικής αποκάλυψης, για τα οποία μπορεί να διερωτηθεί κανείς: μπορεί αυτή η συνέπεια να καταδειχθεί στην λογική εργασία του μεμονωμένου θεολόγου, ή δεν είναι δυνατό αυτό, και η διατύπωση αυτή διενεργείται μόνο από την συλλογική συνείδηση πίστεως της Εκκλησίας;

Μια επιπλέον, τελευταία, σκέψη θεολογικής φύσεως, που συμβάλλει στον σεβασμό της κλασσικής-ορθόδοξης κατανόησης της εκ παρθένου γεννήσεως! Ολόκληρη η παράδοση της πίστεως της Εκκλησίας, αποδίδει στην Μαρία ως εκείνη, που με την ελεύθερη πίστη γίνεται μητέρα του Υιού του Θεού, μια μοναδική θέση στην ιστορία της σωτηρίας, που την κατέχει μόνο αυτή και κανένας άλλος. Αν ο Ιωσήφ ήταν ο ανθρώπινος πατέρας του Ιησού, θα έπρεπε-και ειδικά λόγω του θεολογικού ρόλου που του αποδίδεται στον Ματθαίο-να του αναγνωρισθεί η ίδια λειτουργία στην ιστορία της σωτηρίας, όπως και στη Μαρία. Ή θα έπρεπε να πει κανείς, πράγμα που αντιτίθεται οπωσδήποτε στην συνείδηση πίστεως της Εκκλησίας, πως η λεγόμενη βιολογική καταγωγή του Ιησού από μια μητέρα και ενδεχομένως ένα ανθρώπινο πατέρα, δεν έχει καμιά σχέση προς την σημασία των γονέων αυτών για την ιστορία της σωτηρίας, και πως η Μαρία ανήκει απλώς στη βιογραφία του Ιησού και όχι στην ιστορία της σωτηρίας. Τότε είμαστε όμως αναμφίβολα εκτός της δυο χιλιάδων ετών συνείδησης πίστεως της Εκκλησίας, η οποία ξεκινώντας από τη μαρτυρία της Γραφής, αναγνωρίζει στη Μαρία ένα αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία της σωτηρίας. Αν δεν το κάνουμε, τότε πρέπει κατά συνέπεια να πούμε: αν ο Ιωσήφ ήταν ο ανθρώπινος πατέρας του Ιησού, όπως η Μαρία ήταν μητέρα Του, τότε θα έπρεπε και σε αυτόν, που ο Ματθαίος τον χαρακτηρίζει δίκαιο άνδρα, να αποδοθεί η ίδια μοναδικού είδους θέση στην ιστορία της σωτηρίας, την οποία η εκκλησία αποδίδει στη Μαρία. Περί αυτού δεν μπορεί να γίνει κανένας σοβαρός λόγος, γιατί αντιτίθεται ριζικά ως προς την δομή της ιστορίας της σωτηρίας στην συνείδηση πίστεως της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνει κανείς καθαρότερα τις περαιτέρω συνέπειες, που συνδέονται με το επιπόλαιο παιχνίδι με την ιδέα, ότι ο Ιησούς είχε ένα γήινο πατέρα.

Συνεχίζεται με: Συμπεράσματα που αφορούν στην παιδαγωγική της πίστεως

MONO ΕΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΙΣΤΟΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΠΟΚΡΟΥΣΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΜΗΔΕΝ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΝΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΟΙ, ΟΠΩΣ ΟΙ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ. ΑΠΛΩΣ ΕΞΕΛΙΞΑΝ ΤΗΝ ΠΟΤΑΠΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Α' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ, ΠΟΥ ΘΕΣΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟ, ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ Β', Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. ΣΑΡΚΩΝΟΝΤΑΣ ΚΑΜΠΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΥΒΡΙ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΟΠΩΣ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.