Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 4

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 4

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.

ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

ΜΙΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΑΒΒΟΥΓ († 523)

Όπως είπαμε, η ελληνική μετάφραση, σύμφωνα με την έκδοση του Mai, είναι στο σύνολό της πιστή· θα προσφύγουμε, ωστόσο, στο συριακό κείμενο, σύμφωνα με τον Vaticanus 125.
Ο μοναχός Πατρίκιος της Εδέσσης είχε θέσει στον επίσκοπο της Μαββούγ διάφορα ερωτήματα:


Αν πρέπει να τηρούνται έμπρακτα όλες οι εντολές του Κυρίου μας και αν δεν υπάρχει κανένας τρόπος να σωθεί εκείνος που δεν τις τηρεί (16).
Αν πρέπει να απομακρυνόμαστε από καθετί που διεγείρει μέσα μας τα πάθη και αν πρέπει να θεωρείται νίκη μια τέτοια μεταβολή ή κάθαρση της ψυχής το να αποφεύγει κανείς τον πόλεμο και να επιλέγει την ησυχία.
Αν, όταν πράττει κανείς κάτι για την καθαρότητα της ψυχής και με αυτό σκανδαλίζει τους άλλους, πρέπει να αποφεύγει αυτή την πράξη.
Αυτά τα δύο τελευταία ερωτήματα, μαζί με τις απαντήσεις, παραλείπονται από την ελληνική μετάφραση.

Γιατί έθετε ο Πατρίκιος αυτά τα ερωτήματα; Δεν είναι δύσκολο να το μαντέψουμε από την απάντηση του αλληλογράφου του. Μολονότι, κρίνοντας από αυτό το ερωτηματολόγιο, ο μοναχός της Εδέσσης δεν φαίνεται να είχε μιλήσει ρητώς για τη θεωρία, ο Φιλόξενος πρόκειται να την πραγματευθεί σε ολόκληρη τη μακρά του ανάπτυξη.
Από πού θα μπορούσε να προέλθει σε έναν μοναχό η παράξενη ιδέα να ονειρεύεται κάποιο μέσο για να «σωθεί» —να «απελευθερωθεί»— χωρίς να τηρεί τις εντολές; Ο Φιλόξενος τού επισημαίνει ορθώς ότι και μόνο το να θέτει κανείς το ερώτημα είναι ήδη υπερβολικό, «διότι, εφόσον πρόκειται για εντολές, πρέπει να τηρούνται· διαφορετικά δεν θα είχαν δοθεί από τον Σωτήρα μας».

Αναμφίβολα, ο Πατρίκιος είχε στον νου του μια ιδιαίτερη αντίληψη περί «σωτηρίας» ή «απελευθερώσεως». Εννοούσε με αυτήν την ἀπάθεια, «της οποίας θυγατέρα είναι η αγάπη, η οποία αποτελεί τη θύρα της φυσικής γνώσεως, την οποία ακολουθούν η θεολογία και η έσχατη μακαριότητα» (17).

Άλλωστε, εκείνος που έθετε τα ερωτήματα ομολογούσε αυτή τη μέριμνά του στον σύμβουλό του· και ολόκληρη η απάντηση την προϋποθέτει. Ο δρόμος προς την καθαρότητα μέσω της τηρήσεως όλων των εντολών είναι τόσο μακρύς και η θεωρία τόσο επιθυμητή! Δεν θα υπήρχε, λοιπόν, κάποια συντομότερη οδός;

Για παράδειγμα, ο ερημητικός βίος· και ιδού η δεύτερη ερώτηση. Δεν είναι προτιμότερο να «αποφεύγει κανείς τον πόλεμο», απομακρυνόμενος από καθετί που αποκαλύπτει ότι τα πάθη δεν έχουν νεκρωθεί μέσα μας; Δεν αρκεί να έχουν αποκοιμηθεί λόγω ελλείψεως εξωτερικού ερεθισμού; Πρέπει πράγματι να εκριζωθούν μέχρι τη ρίζα; Για ακόμη μία φορά: δεν υπάρχει κάποια σύντομη οδός;

Όποιες και αν είναι, εξάλλου, οι επιμέρους λεπτομέρειες των ερωτημάτων που τέθηκαν, ο Φιλόξενος μάς εκθέτει τελικά τη μεγάλη δυσκολία του Πατρικίου με τους ίδιους τους όρους της επιστολής που έφθασε από την Έδεσσα: «Η πρακτική τήρηση των εντολών —αυτό αποτελεί απλώς συνώνυμο της ασκήσεως— είναι για εμένα εμπόδιο στη θεωρία» (Mai, αρ. 31).

Ο Πατρίκιος θα συμφωνούσε με εκείνους που μιλούν για «ασκητισμό». Απευθύνεται όμως σε έναν θεολόγο ο οποίος γνωρίζει «την τάξη της παραδόσεως» (Mai, αρ. 17) και τους κινδύνους μέσα στους οποίους χάνονται όσοι δεν παραμένουν προσηλωμένοι σε αυτήν με απόλυτη ταπείνωση.
Θα αναλύσουμε την απάντησή του, παραπέμποντας, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, στους αριθμούς της εκδόσεως του Mai.


Ύστερα από ένα προοίμιο —την αναπόφευκτη διαμαρτυρία περί προσωπικής ανικανότητας— ο Φιλόξενος επιχειρεί να αποδείξει την αναγκαιότητα της «πρακτικής τηρήσεως των εντολών».

Ο Κύριος δεν είπε ούτε έπραξε τίποτε περιττό. Πρέπει, επομένως, να τηρούμε όλα όσα διέταξε.
Πολύ περισσότερο, επειδή ο σκοπός των θείων προσταγμάτων (18) είναι να μας επαναφέρουν στην κατάσταση της αρχικής αθωότητας. Αποτελούν τη μοναδική θεραπεία των ασθενειών της ψυχής.
Πρέπει να φθάσουμε στην αγάπη· αυτή όμως προϋποθέτει την υγεία της ψυχής, η οποία αποκτάται μόνο μέσω της ασκήσεως.

Πρέπει, πράγματι, να διακρίνουμε σαφώς την πνευματική αγάπη, η οποία αποτελεί το τέλος της πράξεως, από τα κατώτερα κίνητρα —τον φόβο ή την ελπίδα— που παρακινούν τους περισσότερους ανθρώπους.
Και πρέπει να τηρούνται όλες οι εντολές, όπως αποδεικνύουν οι ίδιοι οι λόγοι του Διδασκάλου: Ματθ. 5, 19.
Δεν υπάρχει, επομένως, κανένας τρόπος διαφυγής από την αναπόφευκτη αναγκαιότητα της ασκήσεως.

ΕΝΣΤΑΣΗ — Δεν είναι όμως ελεύθερος ο Θεός να χαρίσει σε κάποιον την καθαρότητα της ψυχής —υπονοείται: τη θεωρία— χωρίς αυτή την κοπιαστική άσκηση;

Σε αυτό ο Φιλόξενος απαντά με μια πολύ ενδιαφέρουσα διάκριση. Ας παραθέσουμε το κείμενό του:
«Μην πεις ότι ο Θεός μπορεί, ακόμη και χωρίς την έμπρακτη τήρηση των εντολών, να μας χαρίσει δωρεάν την κάθαρση της ψυχής. Διότι αυτά ανήκουν στις κρίσεις του Κυρίου, και η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να ζητούμε τέτοια πράγματα.
Οι Ιουδαίοι, κατά την επιστροφή τους από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ, βάδισαν την πεπατημένη οδό της φύσεως και έτσι επέστρεψαν στην αγία τους πόλη και είδαν τα θαυμάσια του Κυρίου. Αντιθέτως, ο Ιεζεκιήλ αρπάχθηκε μέσα σε μια υπερφυσική αποκάλυψη και έφθασε στην Ιερουσαλήμ· και μέσα σε αυτή τη θεία αποκάλυψη αντίκρισε την ανακαίνιση που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σε αυτήν» (19).

Με συντομότερα λόγια, απολύτως μιλώντας, ο Θεός είναι ελεύθερος να χαρίσει την υψηλότερη θεωρία σε όποιον θέλει. Μέσα στην ελευθερία Του, όμως, όρισε για την ανθρώπινη φύση μία και μοναδική οδό προς αυτήν: την πράξη. Όποιες και αν είναι, επομένως, οι δυνατότητες του Θεού, εμείς δεν πρέπει ούτε να βασιζόμαστε σε αυτές ούτε να τις επικαλούμαστε στην προσευχή, αλλά να υποτασσόμαστε στον νόμο της καταστάσεώς μας. Αυτό ακριβώς σημαίνουν τα λόγια του Κυρίου μας προς τον πλούσιο νέο: Απόφυγε το κακό· έπειτα εγκατάλειψε τα πάντα, πάρε τον σταυρό σου και ακολούθησέ με (20). Ας αφοσιωθούμε, λοιπόν, με όλο τον πόθο που έχουμε για τα πνευματικά αγαθά, στην άσκηση, όχι από φόβο ούτε από συμφέρον, αλλά από αγάπη· και αν η οδός είναι δύσκολη, το τέλος της, η αγάπη, μας κάνει να γευθούμε άρρητες γλυκύτητες, «όταν η αγάπη της δικαιοσύνης κατατρώγει την καρδιά μας» (αρ. 5).

Και αυτή η πρώτη διάκριση μεταξύ της κανονικής οδού (αρ. 4), η οποία είναι σύμφωνη με τους νόμους της φύσεώς μας, και των έκτακτων οδών, των οποίων μόνος κριτής είναι ο Θεός, οδηγεί τον θεολόγο μας σε μια δεύτερη, ακόμη σημαντικότερη διάκριση:

«Δεν λέω, ωστόσο, ότι δεν υπήρξε ποτέ κανείς, είτε μεταξύ των αρχαίων είτε μεταξύ των νεοτέρων, ο οποίος, χωρίς την τήρηση των εντολών, να έφθασε στην καθαρότητα και να αξιώθηκε της πνευματικής θεωρίας· κατά τη γνώμη μου όμως, όποιος δεν τήρησε τις εντολές και δεν βάδισε στα ίχνη των μακαρίων αποστόλων δεν πρέπει ούτε να ονομάζεται άγιος» (αρ. 5).

Η θεωρία και η αγιότητα είναι, επομένως, δύο διαφορετικά πράγματα. Διαφορετικές φαίνεται επίσης να είναι η καθαρότητα που είναι αναγκαία και επαρκής για τη θεωρία και η «υγεία της ψυχής», η οποία ανακτάται μόνο μέσω των μόχθων της ασκήσεως. Αναμφίβολα, κατά τον γενικό κανόνα και σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, συνδέονται και διαδέχονται η μία την άλλη· μπορεί όμως να υπάρχουν εξαιρέσεις από αυτούς τους νόμους. Και μόνο αυτή η δυνατότητα αρκεί, ώστε η απόδειξη της αγιότητας να πρέπει να αναζητείται αλλού και όχι στην παρουσία της θεωρίας: στις αρετές. Παρακάτω θα συναντήσουμε ακόμη έναν λόγο για τον οποίο πρέπει να διακρίνονται.

Εδώ παρεμβάλλεται η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα του Πατρικίου. Ο Φιλόξενος δεν επιμένει πολύ σε αυτά, και μπορούμε να συνοψίσουμε περαιτέρω τις σκέψεις του:

Πρέπει να απομακρυνόμαστε από όσα διεγείρουν τα πάθη; Ασφαλώς· αυτό όμως δεν αρκεί. Πρέπει να εκριζωθούν τα ίδια τα πάθη και, για να συμβεί αυτό, πρέπει κανείς να επιτηρεί διαρκώς τον εαυτό του και να αγωνίζεται ακατάπαυστα. Δεν πρέπει να αποφεύγονται μόνο τα πάθη, αλλά, αν είναι δυνατόν, ακόμη και οι ίδιες οι αισθήσεις, ώστε να παραμένει κανείς κοντά στον εσωτερικό άνθρωπο και εκεί να μένει μόνος, εργαζόμενος αδιάκοπα στον αμπελώνα της καρδιάς· έτσι ώστε να δικαιολογεί πλήρως το όνομα του μοναχού τόσο κρυφά όσο και φανερά.
Ο Ευάγριος είχε γράψει στον Πρόλογο του Μεγάλου Αντιρρητικού (21):


«Δεν πρέπει να παρουσιάσουμε ενώπιον του βήματος του Χριστού τον άνθρωπο-μοναχό, αλλά τον νου-μοναχό. Άνθρωπος-μοναχός είναι εκείνος που αποφεύγει την έμπρακτη αμαρτία· νους-μοναχός είναι εκείνος που αποφεύγει την αμαρτία των λογισμών…».
Και είχε επίσης διακρίνει δύο «ειρηνικές καταστάσεις» (22), δύο είδη «ἀπαθείας», μία τέλεια και μία ατελή (23). Τις ίδιες ιδέες αποστέλλει ο Φιλόξενος στον αλληλογράφο του.


Πρέπει να παραλείπει κανείς εκείνο που είχε αποφασίσει να πράξει, για να προοδεύσει στην καθαρότητα, όταν οι άλλοι σκανδαλίζονται από αυτό; Εδώ ο Φιλόξενος απαντά κατηγορηματικά: Όχι. Το σφάλμα ανήκει στους άλλους, εφόσον η πρόθεσή μας είναι καθαρή και το έργο καλό.
Σπεύδει όμως να επιστρέψει στο κύριο θέμα. Ο αλληλογράφος του είχε πει ότι ο ερημητικός βίος ευνοεί την καθαρότητα, εμποδίζει όμως την τήρηση ορισμένων εντολών, ιδίως εκείνων που αφορούν την αδελφική αγάπη. Τι πρέπει, επομένως, να γίνει; Ακόμη και η διδασκαλία των ίδιων των διδασκάλων με αφήνει σε αμηχανία: δεν επαινεί άραγε ο άγιος Βασίλειος άλλοτε τον κοινόβιο βίο και άλλοτε τον μοναχικό;

Ο Πατρίκιος της Εδέσσης είχε προφανώς ισχυρή κλίση προς τον αναχωρητισμό, ο οποίος είναι ευνοϊκότερος για τις μυστικές εμπειρίες. Λίγο ακόμη και θα κατηγορούσε τον άγιο Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο ότι εγκωμίασαν τον κοινοβιακό βίο, ενώ οι ίδιοι προτιμούσαν τη μόνωση (αρ. 5, 6).

Ιστορική πλάνη, απαντά πρώτα ο Φιλόξενος:

«Οι άγιοι αυτοί άρχισαν ζώντας σε κατοικημένες περιοχές (24) και εφαρμόζοντας τις εντολές…, επισκεπτόμενοι τους ασθενείς κ.λπ.· και αφού τήρησαν με αυτόν τον τρόπο τις εντολές, όταν ο νους τους έφθασε στην πρώτη ακινησία (25), τότε αναχώρησαν για την ειρήνη της ερήμου… και έγιναν θεωρητικοί…».

Η μόνωση είναι, επομένως, καλή, όπως και η θεωρία την οποία διευκολύνει· και αν η θεωρία ήταν ο έσχατος σκοπός, θα έπρεπε να επιλέγεται η μόνωση άνευ όρων. Ο σκοπός όμως είναι η αγιότητα, η υγεία της ψυχής, και όχι μόνο εκείνη η απατηλή καθαρότητα την οποία ένας μεταγενέστερος συγγραφέας θα ονομάσει τῶν παθῶν ἀνενεργησία (26). Δεν πρέπει απλώς να κατευνάζονται ή να αποκοιμίζονται τα πάθη, αλλά να εκριζώνονται. Και για αυτό υπάρχει ένα μόνο μέσο: η τήρηση των εντολών. Διαφορετικά, η έρημος εκθέτει τον άνθρωπο στην πλάνη· αποκοιμίζει βέβαια τα πάθη, αλλά δεν τα καταστρέφει, όπως ακριβώς και η ασθένεια μετριάζει προσωρινά τη σφοδρότητα των επιθέσεών τους. Ακόμη περισσότερο, τα πάθη πολεμούν μεταξύ τους: η κενοδοξία μπορεί να αναστείλει τις κινήσεις της σαρκικής επιθυμίας. Τόσο η μία όσο και η άλλη, όμως, παραμένουν κακίες.

Από αυτό συνάγεται ότι η μόνωση δεν μπορεί να συνιστάται αδιακρίτως σε όλους ούτε σε κανέναν προτού πραγματοποιήσει τις προϋποθέσεις που θα του επιτρέψουν να επωφεληθεί από αυτήν προς χάριν της θεωρίας, χωρίς βλάβη της αληθινής αγιότητας.

Είπαμε ότι η καθαρότητα της ψυχής διαφέρει από την υγεία της ψυχής, όπως διαφέρουν ο ύπνος των παθών και η ολοκληρωτική νέκρωσή τους. Ο Φιλόξενος, ωστόσο, το παραδέχθηκε αυτό μόνο προσωρινά, για να εισέλθει στον τρόπο σκέψεως του αλληλογράφου του. Τώρα πρόκειται να διορθώσει τις ιδέες του:
«Αν ο μοναχός δεν έχει νικήσει τα πάθη του, πώς μπορεί να ονειρεύεται την καθαρότητα; […] Διότι τα πάθη είναι μια κλειστή θύρα μπροστά στην καθαρότητα. Αν δεν ανοίξει κανείς τη θύρα, δεν θα εισέλθει στην αγνή και καθαρή κατοικία της καθαρότητας» (αρ. 16), της «αληθινής καθαρότητας» (αρ. 17).


Τι το παράδοξο, λοιπόν, αν δεν αισθανόμαστε κατά την προσευχή εκείνη την παρρησία (27), το αίσθημα δηλαδή εμπιστοσύνης, ασφάλειας, οικειότητας με τον Θεό και βεβαιότητας ότι θα εισακουστούμε; Αυτή η μακαρία κατάσταση βρίσκεται όχι μόνο υπεράνω των παθών, αλλά ακόμη και υπεράνω της ίδιας της καθαρότητας. Ας μην αυταπατώμαστε, λοιπόν, και ας παραμένουμε στην «τάξη της παραδόσεως» (28), η οποία είναι η εξής:
«Η υπομονή αντιμάχεται δυναμικά τα πάθη, για να φθάσει κανείς στην καθαρότητα· αν, λοιπόν, η ψυχή θριαμβεύσει επί των παθών, κατακτά την καθαρότητα· και η καθαρότητα, με τη σειρά της, εφόσον είναι αληθινή, κάνει τον νου να απολαμβάνει την παρρησία κατά την ώρα της προσευχής» (αρ. 17).


Στο σημείο αυτό ο Φιλόξενος θέτει ο ίδιος ένα ερώτημα. Τον ακούσαμε να δηλώνει ότι η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να ζητούμε από τον Θεό να μας χαρίσει την καθαρότητα με μέσα που βρίσκονται «υπεράνω της φύσεως». Εκεί επρόκειτο για την καθαρότητα όπως την εννοούσε ο Πατρίκιος, διακριτή από την «υγεία της ψυχής», η οποία αποκτάται με τη θεραπεία των παθών. Αν όμως τα δύο αυτά πράγματα, η καθαρότητα και η υγεία της ψυχής, ταυτιστούν, όπως πράγματι πρέπει να ταυτίζονται, απαγορεύεται άραγε ακόμη να τα ζητούμε στην προσευχή;

Ασφαλώς όχι, αφού η Γραφή και οι Πατέρες μάς προτρέπουν σε αυτό. Πρέπει όμως να τα ζητούμε με κάθε ταπείνωση, δηλαδή υποτασσόμενοι στο θέλημα της πατρικής Πρόνοιας του Θεού ως προς την επιλογή των μέσων. Με άλλα λόγια, αφού τα μέσα αυτά έχουν ήδη καθοριστεί, τουλάχιστον στις γενικές τους γραμμές, πρέπει να αφοσιωνόμαστε στη μετάνοια για τα σφάλματά μας, να είμαστε πεπεισμένοι ότι είμαστε αμαρτωλοί και έχουμε μεγάλη ανάγκη από έλεος και να λέμε, ακόμη και όταν έχουμε εκτελέσει όλο το καθήκον μας, ότι είμαστε ανάξιοι δούλοι.

Είναι απαράδεκτο ένας άρρωστος να ζητεί από τον πατέρα του να τον κάνει βασιλιά· ας φροντίσει πρώτα για τη θεραπεία του! Έτσι και στην πνευματική ζωή, η βασιλική αξία της ψυχής προϋποθέτει την υγεία της. Αυτήν, λοιπόν, πρέπει να ζητούμε και να εργαζόμαστε για να την αποκτήσουμε, και όχι χαρίσματα ανεξάρτητα από αυτήν (29).

Και όταν την αποκτήσουμε, θα πρέπει και πάλι να πράξουμε όπως ο άγιος Παύλος: να μην παρασυρθούμε σε υψηλή ιδέα για τον εαυτό μας, αλλά να θυμόμαστε πάντοτε τις προηγούμενες αμαρτίες μας και να θεωρούμε τον εαυτό μας χειρότερο από όλους τους ανθρώπους. Αφού υψώθηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, ο Παύλος δεν σκέπτεται καν όλα τα κατορθώματά του, αλλά δηλώνει ανάξιος να ονομάζεται μαθητής· υποδουλώνει το σώμα του, για να μη βρεθεί ο ίδιος αδόκιμος. Θα ειπωθεί ίσως ότι διηγήθηκε επίσης μεγάλα πράγματα για τον εαυτό του· ομολογεί όμως ο ίδιος ότι, όταν το κάνει αυτό, ενεργεί ως άφρων και όχι σύμφωνα με τον Κύριο.

Αυτός είναι ο κανόνας που πρέπει να ακολουθούμε. Ας μη ζητούμε, λοιπόν, χαρίσματα τα οποία ούτε ο μεγάλος Απόστολος επιθύμησε, ακόμη και ύστερα από όλες τις έκτακτες δωρεές που είχε λάβει:
«Σε ικετεύω, άγιε άνθρωπε, ούτε καν να σου περάσει από τον νου κάτι τέτοιο. Απόκτησε όμως περισσότερο από καθετί άλλο υπομονή σε όλα όσα συμβαίνουν· και με μεγάλη ταπείνωση, με συντριβή καρδιάς, με τα έργα και με τους λογισμούς, ας ζητούμε από τον Θεό την άφεση των οφειλών μας και την ταπείνωση της καρδιάς» (αρ. 18).

Πρέπει να μεταφραστεί ολόκληρος ο αριθμός 19:


«Ένας άγιος έγραψε: “Όποιος δεν θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό, η προσευχή του δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό”. Αν πεις ότι ορισμένοι από τους Πατέρες έγραψαν για αυτά τα πράγματα —για το τι είναι η καθαρότητα της ψυχής, η υγεία της ψυχής, η απάθεια και η θεωρία του εαυτού (31)—, δεν έγραψαν για να τα αναζητούμε εμείς με την αγωνιώδη προσδοκία της παρατηρήσεως, προτού έλθει ο καιρός τους· διότι είναι γραμμένο ότι η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με παρατήρηση (32). Και όσοι βρέθηκαν σε αυτή τη διάθεση (33), κέρδισαν από αυτήν την υπερηφάνεια και την πτώση.

»Εμείς, αντιθέτως, ας στερεώσουμε τον τόπο της καρδιάς μας στα έργα της μετανοίας και στα ήθη που καθιστούν τον Θεό ευμενή προς εμάς· και τα πράγματα του Θεού θα έλθουν από μόνα τους, εφόσον ο τόπος της καρδιάς μας είναι καθαρός και άμεμπτος. Το να αναζητούμε όμως αυτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού με αγωνιώδη παρατήρηση είναι πράγμα καταδικασμένο μέσα στην Εκκλησία του Θεού. Όσοι το επιχείρησαν, κέρδισαν από αυτό την υπερηφάνεια και έφθασαν στην πτώση (34). Αυτό δεν αποτελεί σημείο ότι αγαπά κανείς τον Θεό, αλλά ασθένεια της ψυχής.

»Και πώς θα μπορούσαμε εμείς να αναζητούμε τα υψηλά χαρίσματα του Θεού, όταν ο θείος Παύλος καυχάται για τις θλίψεις του και θέτει ως αρχή ότι η συμμετοχή στο πάθος του Χριστού είναι τα υψηλά χαρίσματα του Θεού;»

Ο Πατρίκιος είχε γράψει ακόμη ότι «η ψυχή του αγαπούσε να αγαπά τον Θεό, αλλά δεν είχε κατορθώσει ακόμη να Τον αγαπήσει αληθινά. Γι’ αυτό του ήταν προσφιλής η μόνωση, επειδή άρχιζε να γεννά μέσα του την καθαρότητα της καρδιάς και καθιστούσε θερμότερη τη μνήμη του Θεού».

Πολύ καλά, απαντά ο Φιλόξενος, εφόσον όλα αυτά είναι αληθινά. Θα προτιμούσα όμως να μην τα είχες γράψει. Τίποτε από αυτά δεν βρίσκεται μέσα στη σωστή τάξη. Αν τα διηγήθηκες για να ζητήσεις συμβουλή, υπήρχε άλλος τρόπος να διατυπώσεις το ερώτημα. Το να ομολογείς ότι δεν έχεις ακόμη παρρησία κατά την προσευχή, επειδή τα πάθη δεν έχουν υποταχθεί, και έπειτα να λες ότι αγαπάς να αγαπάς τον Θεό, είναι παράλογο.

Σημαίνει ότι λησμονείς μία από τις σημαντικότερες αρχές της αλεξανδρινής θεολογίας, την οποία ο Ευάγριος συμπύκνωσε σε σύντομες διατυπώσεις: ότι η αγάπη βρίσκεται μόνο στο τέλος της «οδού των εντολών» (35). Από εδώ προέρχεται η αυστηρότητα του Φιλοξένου στο σημείο αυτό· δεν παραχωρεί ούτε καν στον…


…vita, scriptis et doctrina, σ. 102, χωρίο το οποίο ο Chabot μεταφράζει με ακρίβεια:

«Η πνευματική ενέργεια είναι ενέργεια χωρίς τις αισθήσεις· και αυτή είναι εκείνη που περιγράφεται από τους Πατέρες: όταν δηλαδή οι νόες των αγίων φθάσουν στη θεωρία της ίδιας τους της ουσίας, αίρεται από το μέσον η παχύτητα του σώματος και έτσι η όραση γίνεται πνευματική».

Αντιθέτως, η επιφυλακτική μετάφραση του WENSINCK (Mystic Treatises by Isaac of Niniveh, σ. 203), «προσωπική θεωρία», φαίνεται να δείχνει σαφώς ότι ο Ολλανδός ανατολιστής δεν είναι εξοικειωμένος με τις μυστικές θεωρίες του συγγραφέα του.


Σημειώσεις:

(16) Το χειρόγραφο του Βερολίνου, Sachau 200, παραλείπει εδώ την άρνηση· ο Vaticanus όμως την έχει, όπως και η ελληνική μετάφραση
(17) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Επιστολή προς Ανατόλιον, PG 40.1221
ARV. D’ARG. HT DE HYSY., XIV, Απρίλιος 1933
(18) Ο Mai σημειώνει πολύ ορθά: «Loquitur praesertim de consiliis divinis». Θα ήταν ακόμη ακριβέστερο να λεχθεί ότι η «πράξη», η «τήρηση των εντολών», οι «αρετές» κ.λπ. είναι απολύτως συνώνυμα της ασκήσεως· πρβλ. M. VILLER, Aux sources de la spiritualité de saint Maxime, σ. [8]
(19) Μολονότι ο Φιλόξενος μιλά για τη Βαβυλώνα, φαίνεται ότι υπάρχει εδώ μια ανάμνηση του ΩΡΙΓΕΝΗ, In Exod. Hom. 27, όπου περιγράφονται όλα τα στάδια αυτής της «πεπατημένης οδού της φύσεως»
(20) Αυτό αποδεικνύει σαφώς ότι η «πρακτική τήρηση των εντολών» εκτείνεται σε ολόκληρη την άσκηση
(21) FRANKENBERG, σ. 475
(22) Practicos II, 57, PG 40.1248 B
(23) Ibid. II, 60
(24) Η ελληνική μετάφραση γράφει ἐν εἰρήνῃ και ο Mai «in pace»· ο μεταφραστής δεν κατανόησε τη συριακή λέξη schajna, όπως ακριβώς και ο π. ZINGERLE (Monumenta Syriaca I, σ. 19), σχολιάζοντας ένα χωρίο του αγίου Εφραίμ για τους ερημίτες —ibid., σ. 12, στ. 475 κ.ε.—, βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία εξαιτίας της κατά λέξη μεταφράσεώς του: «Pax, in qua iniquitas est, eorum precibus servatur». «Si recte intelligo», λέει ο λόγιος Βενεδικτίνος, «locus sic interpretandus est: Etiam cum suo damno pacem servant, malunt iniquitatem pati quam pacem frangere». Ύστερα από πολλούς δισταγμούς, καταλήγει ωστόσο να βρίσκει την αληθινή σημασία: «Regio habitata, in qua iniquitas dominatur, eorum precibus recte constituitur»
(25) Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. VI, 19 και συμπλ. 53
(26) ΗΣΥΧΙΟΣ, Cent. I, 76, PG 93.1504 B
(27) Αυτός ο τεχνικός όρος της ελληνικής πνευματικότητας πέρασε στη συριακή γλώσσα
(28) Η συριακή λέξη, όπως και η ελληνική διαδοχή, μπορεί επίσης να σημαίνει «διαδοχή», «αλληλουχία». Η ελληνική μετάφραση γράφει παράδοσις
(29) Βλ. τον ορισμό της βασιλείας στον ΕΥΑΓΡΙΟ, Cent. Suppl. 44
(30) Αυτό ακριβώς λέει ο ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Practicos I, 22, PG 40.1228 AB· πρβλ. Cent. V, 86
(31) Τῆς ψυχῆς γράφει η ελληνική μετάφραση. Το συριακό είναι αμφίσημο. Πρβλ. ακόμη ΙΣΑΑΚ ΤΗΣ ΝΙΝΕΥΗ, J. B. CHABOT, De Sancti Isaaci Ninivitae…· υπάρχει όμως εδώ προφανής υπαινιγμός στον Ευάγριο, για παράδειγμα Cent. II, 15· 62
(32) Λουκ. 17, 20
(33) Το κείμενο του Vaticanus γράφει «εκείνοι που βρήκαν», φαίνεται όμως ότι πρέπει να γίνει η μικρή διόρθωση την οποία προϋποθέτει η ελληνική μετάφραση
(34) Βλ. ανωτέρω, σ. 172
(35) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, I, 56, PG 40.1233: πέρας πρακτικῆς ἀγάπη

Συνεχίζεται

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Για ακόμη μία φορά: δεν υπάρχει κάποια σύντομη οδός;

Ναι υπάρχει, Η κατάργηση του Προπατορικου αμαρτήματος.
shortcut!!!!
Γι αυτό το ξεκίνησαν!!

amethystos είπε...

Ποιό ξεκίνησαν;

Ανώνυμος είπε...

Σημερα, η νέα οντολογία στηρίζεται στην κατάργηση του Προπατορικου αμαρτήματος .
Αυτό είναι το shortcut.

amethystos είπε...

Σωστά ισχύει. Μόνο πού δέν φτάνει ούτε στήν θέωση ούτε στήν θεωρία. Δέν πάει πέρα από τό μυαλό μας.