Πρώτος τόμος της σειράς: Η αρχαιολογία του υποκειμένου
A. DE LIBERA
Εκδόσεις: PARIS, LIBRAIRIE PHILOSOPHIQUE J. VRIN 6, Place de la Sorbonne, V-2007
(Οπισθόφυλλο)
Πώς εισήλθε στη φιλοσοφία το σκεπτόμενο υποκείμενο —ή, αν προτιμά κανείς, ο άνθρωπος ως υποκείμενο και φορέας της σκέψεως— και γιατί;
Το «υποκείμενο» δεν είναι δημιούργημα της νεωτερικότητας. Δεν είναι ούτε ψυχολογική έννοια. Ακόμη λιγότερο αποτελεί επινόηση του Descartes. Είναι το προϊόν μιας σειράς μετατοπίσεων, μετασχηματισμών και αναδιαμορφώσεων ενός δικτύου εννοιών —υποκείμενο, φορέας, δρων, δημιουργός, πράξη, ενέργεια, πάθος, υποστατό, υπόσταση, άτομο, συνείδηση, πρόσωπο, «εγώ», εαυτός, Self, εγωικότητα—, αρχών —απόδοση, καταλογισμός, οικειοποίηση— και θεωρητικών σχημάτων, τα οποία διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη Αρχαιότητα —Πλωτίνος, Πορφύριος, Αυγουστίνος—, αναπτύχθηκαν κατά τον Μεσαίωνα —Βοναβεντούρας, Θωμάς Ακινάτης— και κατόπιν τέθηκαν σε κρίση κατά την κλασική εποχή, με την επινόηση της «συνειδήσεως» από τον Locke.
Μια ιστορία της υποκειμενικότητας δεν μπορεί, επομένως, παρά να είναι μια αρχαιολογία του υποκειμένου, η οποία εργάζεται μέσα στη φιλοσοφική «μακρά διάρκεια»: από την απόρριψη του νοητικού «υποκειμένου» στον Αυγουστίνο έως την εκ νέου ανακάλυψη της προθετικής ενυπάρξεως στον Brentano, περνώντας από την επινόηση του «εγώ» ως υποκειμένου της πράξεως και της σκέψεως στον Leibniz.
Πρόκειται για μια ιστορία της φιλοσοφίας του υποκειμένου, νοούμενη ως ιστορία του υποκειμένου της φιλοσοφίας· για μια «αρχαιολογία της γνώσεως» νοημένη μέσα στον ορίζοντα της «ιστορίας του Είναι».
Τοποθετημένος υπό τη διπλή αιγίδα του Heidegger και του Foucault, αυτός ο πρώτος τόμος εκθέτει μια μέθοδο, εισάγει τις έννοιες —περιχώρηση, ψυχική εμμένεια, προθετικότητα—, παρουσιάζει τα σχήματα —υποκείμενο, υποστατό, υπόσταση, πρόσωπο· απόδοση, πράξη, ενύπαρξη, κατονομασία— και διαμορφώνει τα ιστορικά εργαλεία —αποδοτισμός, υποκειμενικότητα— που είναι αναγκαία για τη συγκρότηση μιας πρώτης φιλοσοφικής και θεολογικής διαδρομής στους τέσσερις τομείς μέσα στους οποίους διαρθρώνεται η εναρκτήρια μορφή της ιστορίας της υποκειμενικότητας:
Ποιος σκέπτεται;
Ποιο είναι το υποκείμενο της σκέψεως;
Ποιοι είμαστε;
Τι είναι ο άνθρωπος;
Ο Alain de Libera, γεννημένος το 1948, είναι διευθυντής σπουδών στην École pratique des hautes études, στο Τμήμα Θρησκευτικών Επιστημών, όπου διδάσκει την ιστορία των χριστιανικών θεολογιών στη μεσαιωνική Δύση, και καθηγητής Ιστορίας της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.
Είναι συγγραφέας των έργων Penser au Moyen Âge, La Querelle des universaux, L’Art des généralités, La Référence vide και Raison et Foi.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από τον Foucault στον Heidegger
Η αναδρομική κίνηση του αληθούς
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ – Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ
Φιλοσοφική γραμματική και «Διαμάχη περί του υποκειμένου»
Υποκείμενο της δράσης, δράση του υποκειμένου
Το λέγειν του υποκειμένου
Υποκείμενο της ενυπάρξεως και υποκείμενο της απόδοσης
Λογικό υποκείμενο και οντολογικό υποκείμενο
Υποκείμενο ενυπάρξεως, υποκείμενο κατονομασίας
Θεωρητικά σχήματα και «ιστορικό a priori»
Τέσσερα ερωτήματα
Δύο δίκτυα
Υποκείμενο, ουσία, πρόσωπο, υπόσταση (suppôt)
Υποκείμενο απόδοσης, υποκείμενο καταλογισμού
Πρόσωπο και συνείδηση: John Locke
Η Τριάδα κατά τον Sherlock
Η Τριάδα κατά τον Nye
Η διαμάχη Leibniz–Nye
«Περιγράφειν», λέει
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II – ΑΠΟΔΟΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΟΚΡΑΤΙΑ
Υποκειμενικότητα και αποδοτισμός*
Νοητική ενύπαρξη και περιχώρηση
Brentano: η εν-ύπαρξη και η ενοίκηση
Ο αριστοτελικός αποδοτισμός
Η ψυχή: ουσία ή ιδιότητα;
Ουσία, υποκείμενο και μορφή
Εναντίον του αποδοτισμού
Ο Αριστοτέλης πριν από τον Descartes: μια άλλη épistémè
Νέα ανάγνωση του Αβερρόη: η ψυχή μεταξύ αναλογίας και ομωνυμίας
Τι είναι ο άνθρωπος;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III – ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΔΟΤΙΣΜΟΥ
Η διατύπωση του προτύπου: Αυγουστίνος
Προς τον αποδοτισμό*: Η αθανασία της ψυχής
Εισαγωγή και απόρριψη του αποδοτισμού*: Η Τριάδα
Εναντίον του αποδοτισμού*: το περιχωρητικό πρότυπο
Anima και mens: σύντομη παρέκβαση
Επιστροφή στο πρόβλημα: η mens και η μη υποκειμενική εμμένεια
Εισαγωγή στην περιχώρηση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV – Η ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΧΩΡΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Αλληλοπεριχώρηση και ομοουσιότητα
Θωμάς Ακινάτης: η εκ νέου νομιμοποίηση του subiectum
Μποναβεντούρας: από την αλληλοπεριχώρηση στην ομοουσιότητα
Αμοιβαία εμμένεια και υποκειμενικότητα: η κληρονομιά του 13ου αιώνα
Η θωμιστική épistémè
Προς το ενεργούν υποκείμενο
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΤΙΘΕΜΕΝΑ ΕΡΓΑ
Αρχαίοι και μεσαιωνικοί συγγραφείς
Νεότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
Κανείς δεν θα γνωρίσει τον εαυτό του,
ούτε θα χωριστεί από το ίδιο του το Εγώ·
ας δοκιμάζει όμως κάθε μέρα
τι είναι προς τα έξω, εντέλει και καθαρά,
τι είναι και τι υπήρξε,
τι μπορεί και τι επιθυμεί.
J. G. VON GOETHE
«Αφιέρωση», Ήμερα Ξένια, VII
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο παρών τόμος είναι ο πρώτος μιας σειράς αφιερωμένης στο ζήτημα του υποκειμένου —ζήτημα του οποίου, όπως νομίζω, συνάντησα για πρώτη φορά τη διατύπωση στην πένα του Paul Ricœur το 1969¹. Ωστόσο, μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο επιβλήθηκε σε εμένα ως ερώτημα: κατά την ανάγνωση, την οποία άρχισα πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια, του Μεγάλου Υπομνήματος του Αβερρόη στο Περὶ ψυχῆς του Αριστοτέλη.
Σε αυτή την ανάγνωση με είχε παρακινήσει η ελπίδα ότι θα έβρισκα εκεί ανεπτυγμένη μία από εκείνες τις «σκανδαλώδεις προτάσεις» που μνημονεύει ο Ernest Renan², μία από εκείνες τις «τολμηρές διδασκαλίες» οι οποίες, κατά τον 13ο αιώνα, «είχαν κλονίσει την πίστη πολλών στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων»: homo non intelligit, ο άνθρωπος δεν σκέπτεται.
Η φράση αυτή ηχούσε αντάξια του Artaud όταν έγραφε στον Jacques Rivière. Ωραία σαν κάτι του Blanchot. Τα δύσβατα λατινικά του Μιχαήλ Σκώτου ήταν λιγότερο ελκυστικά. Μια κάποια απογοήτευση κατέλαβε τον αναγνώστη. Έπειτα ήρθε «ο θάνατος του ανθρώπου». Ο Αβερρόης δεν μπορούσε παρά να εγκαταλείψει τον κατάλογο των επιτυχιών. Ένα άλλο τραγουδάκι άρχισε τότε να ακούγεται και εξακολουθεί να κυριαρχεί:
«Είμαστε όλοι ζόμπι. Κανείς δεν έχει συνείδηση».
1 Πρβλ. P. Ricœur, «Το ζήτημα του υποκειμένου: η πρόκληση της σημειολογίας», στο Le Conflit des interprétations, Παρίσι, Seuil, 1969, σσ. 233-262
2 Πρβλ. E. Renan, Averroès et l’averroïsme, Πρόλογος του A. de Libera, Παρίσι, Maisonneuve et Larose, 1997, σ. 194
Το τέλος της al-Andalus: δεν θα απέμενε παρά ο Dennett να παίζει τον Romero1.
Ωστόσο, ο πρώτος μου ενθουσιασμός παρέμεινε, ως σημείο μιας πιστότητας ευθέως ανάλογης προς την αδυναμία στην οποία βρισκόμουν επί μακρόν —και πιθανότατα εξακολουθώ ακόμη να βρίσκομαι— να αποδώσω απολύτως σαφές φιλοσοφικό νόημα σε μια θέση του λυκόφωτος: ο άνθρωπος δεν είναι το υποκείμενο της σκέψεως.
Κατά τα τελευταία δέκα χρόνια προσπάθησα τουλάχιστον να το πράξω, από παραδόσεις σε σεμινάρια, από συνέδρια σε σύντομα σημειώματα, μέσα από προκαταρκτικές μελέτες και ποικίλες μεταφράσεις. Ήρθε πλέον η ώρα της συνθέσεως. Ακολουθώντας, λοιπόν, την ορθή μέθοδο, ξαναρχίζω τα πάντα από το μηδέν.
Από εδώ προκύπτει αυτή η απόπειρα φιλοσοφικής αρχαιολογίας, η οποία αποσκοπεί στην ανασυγκρότηση της καταστάσεως του υποκειμένου, της γεννήσεως, της αναπτύξεως και της κυριαρχίας του ή, αν προτιμά κανείς, της προοδευτικής ανόδου του στη θέση του μοναδικού φορέα των δυνάμεων ή των λειτουργιών του εγώ, του ατόμου και του προσώπου: ομιλούν υποκείμενο, σκεπτόμενο υποκείμενο, βουλόμενο υποκείμενο —με μία λέξη, ενεργούν υποκείμενο.
Ούτε ιστορία της υποκειμενικότητας ούτε γενεαλογία ή γενεαλογίες του υποκειμένου· αλλά, μέσα στον χώρο που ορίζεται από αυτή τη διπλή άρνηση, η διερεύνηση μιας διαλογικής μορφής, της μορφής «υποκείμενο»: των θεωρημάτων της, των αρχών της, των εννοιών της, των προβλημάτων της και των διαφόρων πεδίων τα οποία διαδοχικά —και ορισμένες φορές αντιφατικά— υπήγαγε στον εαυτό της, στα σύνορα της μεταφυσικής, της λογικής και της φιλοσοφίας του νου. Αυτός είναι ο σκοπός του έργου.
Αναπτυσσόμενο μέσα στη «μακρά διάρκεια», το εγχείρημα θα οδηγήσει τον αναγνώστη από τον κόσμο του Αριστοτέλη στον κόσμο του Brentano, περνώντας από τον Μεσαίωνα, τη Δεύτερη Σχολαστική και την Κλασική Εποχή: τον φιλοσοφικό «μακρό Μεσαίωνα».
Επειδή κάθε ανασυγκρότηση προϋποθέτει μια αποδόμηση, θα προτείνουμε εδώ μία, η οποία θα εκτείνεται από τον έναν τόμο στον άλλο: την αποδόμηση της θέσεως του Heidegger, σύμφωνα με την οποία με τον Descartes είναι που, για πρώτη φορά, «η mens humana (η ανθρώπινη διάνοια)διεκδικεί αποκλειστικά για τον εαυτό της την ονομασία του υποκειμένου, έτσι ώστε το subiectum και το ego, η υποκειμενικότητα και η εγωικότητα (Ichheit), να αποκτούν ταυτόσημη σημασία»².
1 Πρβλ. D. C. Dennett, Consciousness Explained, Βοστόνη, Little, Brown and Company, 1991
2 Πρβλ. M. Heidegger, Die Metaphysik als Geschichte des Seins, στο Nietzsche, τ. II, Pfullingen, Neske, 1961, σ. 395 [GA 6.2] = «Η μεταφυσική ως ιστορία του Είναι»
Οι συνάδελφοί μου στη Γενεύη, Alexandrine Schniewind και Kevin Mulligan, καθώς και οι φίλοι μου στο Παρίσι, Étienne Balibar και Jacob Schmutz, οι οποίοι με βοήθησαν με τις συμβουλές ή τα γραπτά τους, ας βρουν εδώ την έκφραση της ευγνωμοσύνης μου.
Ιδιαίτερη μνεία οφείλω σε όσες και όσους με υποδέχθηκαν, για να παρουσιάσω και να συζητήσω τις εργασίες μου: στη Michelina Borsari, στον Daniele Francesconi και στις φοιτήτριες και τους φοιτητές του Collegio San Carlo της Μόντενα· στον Alexis Tadié και στον Luc Foisneau της Maison française d’Oxford· στον Stephen Brown και στον Jean-Luc Solère του Boston College.
Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στη στενή μου ομάδα: στον βοηθό μου, Leone Gazziero, στην εκδότριά μου, Anne-Marie Arnaud, και στον εκδοτικό οίκο Vrin· και, last but not least, στη Dominique de Libera, η οποία πραγματοποίησε αυτό το σχεδόν απραγματοποίητο βιβλίο, το οποίο αφιερώνω στον φίλο και πιο ανθεκτικό αναγνώστη: Jean-François Courtine.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κατά τα τελευταία δέκα χρόνια προσπάθησα τουλάχιστον να το πράξω, από παραδόσεις σε σεμινάρια, από συνέδρια σε σύντομα σημειώματα, μέσα από προκαταρκτικές μελέτες και ποικίλες μεταφράσεις. Ήρθε πλέον η ώρα της συνθέσεως. Ακολουθώντας, λοιπόν, την ορθή μέθοδο, ξαναρχίζω τα πάντα από το μηδέν.
Από εδώ προκύπτει αυτή η απόπειρα φιλοσοφικής αρχαιολογίας, η οποία αποσκοπεί στην ανασυγκρότηση της καταστάσεως του υποκειμένου, της γεννήσεως, της αναπτύξεως και της κυριαρχίας του ή, αν προτιμά κανείς, της προοδευτικής ανόδου του στη θέση του μοναδικού φορέα των δυνάμεων ή των λειτουργιών του εγώ, του ατόμου και του προσώπου: ομιλούν υποκείμενο, σκεπτόμενο υποκείμενο, βουλόμενο υποκείμενο —με μία λέξη, ενεργούν υποκείμενο.
Ούτε ιστορία της υποκειμενικότητας ούτε γενεαλογία ή γενεαλογίες του υποκειμένου· αλλά, μέσα στον χώρο που ορίζεται από αυτή τη διπλή άρνηση, η διερεύνηση μιας διαλογικής μορφής, της μορφής «υποκείμενο»: των θεωρημάτων της, των αρχών της, των εννοιών της, των προβλημάτων της και των διαφόρων πεδίων τα οποία διαδοχικά —και ορισμένες φορές αντιφατικά— υπήγαγε στον εαυτό της, στα σύνορα της μεταφυσικής, της λογικής και της φιλοσοφίας του νου. Αυτός είναι ο σκοπός του έργου.
Αναπτυσσόμενο μέσα στη «μακρά διάρκεια», το εγχείρημα θα οδηγήσει τον αναγνώστη από τον κόσμο του Αριστοτέλη στον κόσμο του Brentano, περνώντας από τον Μεσαίωνα, τη Δεύτερη Σχολαστική και την Κλασική Εποχή: τον φιλοσοφικό «μακρό Μεσαίωνα».
Επειδή κάθε ανασυγκρότηση προϋποθέτει μια αποδόμηση, θα προτείνουμε εδώ μία, η οποία θα εκτείνεται από τον έναν τόμο στον άλλο: την αποδόμηση της θέσεως του Heidegger, σύμφωνα με την οποία με τον Descartes είναι που, για πρώτη φορά, «η mens humana (η ανθρώπινη διάνοια)διεκδικεί αποκλειστικά για τον εαυτό της την ονομασία του υποκειμένου, έτσι ώστε το subiectum και το ego, η υποκειμενικότητα και η εγωικότητα (Ichheit), να αποκτούν ταυτόσημη σημασία»².
1 Πρβλ. D. C. Dennett, Consciousness Explained, Βοστόνη, Little, Brown and Company, 1991
2 Πρβλ. M. Heidegger, Die Metaphysik als Geschichte des Seins, στο Nietzsche, τ. II, Pfullingen, Neske, 1961, σ. 395 [GA 6.2] = «Η μεταφυσική ως ιστορία του Είναι»
Οι συνάδελφοί μου στη Γενεύη, Alexandrine Schniewind και Kevin Mulligan, καθώς και οι φίλοι μου στο Παρίσι, Étienne Balibar και Jacob Schmutz, οι οποίοι με βοήθησαν με τις συμβουλές ή τα γραπτά τους, ας βρουν εδώ την έκφραση της ευγνωμοσύνης μου.
Ιδιαίτερη μνεία οφείλω σε όσες και όσους με υποδέχθηκαν, για να παρουσιάσω και να συζητήσω τις εργασίες μου: στη Michelina Borsari, στον Daniele Francesconi και στις φοιτήτριες και τους φοιτητές του Collegio San Carlo της Μόντενα· στον Alexis Tadié και στον Luc Foisneau της Maison française d’Oxford· στον Stephen Brown και στον Jean-Luc Solère του Boston College.
Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στη στενή μου ομάδα: στον βοηθό μου, Leone Gazziero, στην εκδότριά μου, Anne-Marie Arnaud, και στον εκδοτικό οίκο Vrin· και, last but not least, στη Dominique de Libera, η οποία πραγματοποίησε αυτό το σχεδόν απραγματοποίητο βιβλίο, το οποίο αφιερώνω στον φίλο και πιο ανθεκτικό αναγνώστη: Jean-François Courtine.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου