Ματθαίος 9, 1-8. Περικοπή 29.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Το να μη χαίρεται κανείς με το καλό του άλλου είναι ένα από τα πιο ανάξια γνωρίσματα της ανθρώπινης ψυχής που έχει σκληρυνθεί από την αμαρτία.
Τι διδάσκει ο ήλιος τους ανθρώπους από το πρωί έως το βράδυ; Άνθρωποι, να χαίρεστε με το καλό, και αυτή η χαρά θα σας κάνει θεούς!
Το πεινασμένο αηδόνι τραγουδά την αυγή επί δύο ώρες, προτού βρει δύο κόκκους τροφής για το πρωινό του. Τι διδάσκει το αηδόνι τους ανθρώπους, τους πλουσίους που βρίσκονται στο κρεβάτι τους και αρχίζουν την ημέρα τους ανοίγοντας το στόμα τους, όχι όμως για τραγούδι, αλλά για φαγητό; Άνθρωποι, να χαίρεστε με το καλό και να τραγουδάτε για το καλό! Μη ρωτάτε: τίνος είναι το καλό; Το καλό δεν έχει κύριο επάνω στη γη. Είναι φιλοξενούμενος από μακριά· εμείς, οι κτιστοί και θνητοί, δεν είμαστε κάτοχοι του καλού, αλλά υμνητές του.
Να λυπούνται μέσα στη λύπη του άλλου μπορούν ακόμη και οι αμαρτωλοί γέροντες. Να χαίρονται όμως μέσα στη χαρά του άλλου μπορούν μόνο τα παιδιά και όσοι είναι αθώοι σαν τα παιδιά. «Αληθώς σας λέγω», λέει ο Κύριος, «όποιος δεν δεχθεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, δεν θα εισέλθει σε αυτήν» (Μάρκ. 10, 15· Ματθ. 18, 3). Και τι είναι η βασιλεία του Θεού, παρά το σύνολο όλων των αγαθών και η απουσία όλων των κακών; Το αθώο παιδί χαίρεται περισσότερο με το καλό του άλλου απ’ όσο ένας κακόβουλος γέροντας με το δικό του καλό. Διότι για το παιδί δεν υπάρχει ξένη χαρά. Μοιράζεται το χαμόγελο από τα χείλη του καθενός· ακόμη και τον χλευασμό τον ερμηνεύει ως χαμόγελο. Κανείς επάνω στη γη δεν μοιάζει τόσο πολύ με τον Θεό όσο ένα αθώο παιδί. Η χαρά του Θεού για το καλό μας, ακόμη και για το μικρότερο, είναι ανέκφραστη και τέλεια.
Όταν ο Κύριος Ιησούς ήλθε ανάμεσα στους ανθρώπους, αποκάλυψε τον αμέτρητο πλούτο των αγαθών του Θεού. Με αυτά τα αγαθά χάρηκαν τα παιδιά και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που, εξαιτίας της ακεραιότητάς τους, έμοιαζαν περισσότερο με τα παιδιά. Αυτά όμως τα αγαθά όχι μόνο δεν έδωσαν χαρά στους ανθρώπους με τον διεστραμμένο νου και τη σκληρυμένη καρδιά, αλλά, αντιθέτως, τους λύπησαν και τους πίκραναν.
Ο Χριστός υπενθυμίζει στους ανθρώπους την αρχική τους πατρίδα, μέσα στη λαμπρότητα του Θεού και στη συντροφιά των αγγέλων· τα παιδιά χαίρονται γι’ αυτό, ενώ οι κακόβουλοι γέροντες χλευάζουν.
Ο Χριστός αφαιρεί τον φόβο από τους ανθρώπους και τους καθιστά άφοβους κυρίους του κόσμου· τα παιδιά το δέχονται αυτό με ευγνωμοσύνη, ενώ οι άρχοντες το απορρίπτουν.
Ο Χριστός δείχνει ολοφάνερα πώς ο άνθρωπος, ενωμένος με τον ζωντανό Θεό, μπορεί να νικήσει και τον εαυτό του και τη φύση γύρω του και τα πονηρά πνεύματα και τις ασθένειες και τον θάνατο· και τα παιδιά συνωστίζονται γύρω από τον Κύριο με χαρά, για να απολαύσουν όσο περισσότερο μπορούν αυτές τις νίκες, ενώ οι γραμματείς συνωστίζονται γύρω από τον Κύριο με πικρία, για να βρουν αιτία να Τον ταπεινώσουν, να Τον συλλάβουν και να Τον βασανίσουν.
Τα παιδιά ζητούν από τον Χριστό ευλογία, ενώ οι άρχοντες του λαού εκτοξεύουν εναντίον Του κατάρα.
Εάν οι άνθρωποι ήταν φυσιολογικοί και υγιείς, θα χαίρονταν με παιδική χαρά για κάθε λόγο του Χριστού και για κάθε έργο Του. Διότι Εκείνος δείχνει στους ανθρώπους μόνο το καλό, μόνο τη λαμπρότητα και την ωραιότητα του καλού, μόνο τη γλυκύτητα, τη διάρκεια και τη δύναμη του καλού. Πολλοί άνθρωποι όμως —ούτε τότε ούτε σήμερα— δεν χάρηκαν βλέποντας τα αγαθά που αποκάλυψε και φανέρωσε ο Χριστός. Γιατί, γιατί συνέβη αυτό; Επειδή οι άνθρωποι συμφιλιώθηκαν με το κακό, συνήθισαν το κακό, συμμάχησαν με το κακό, και έτσι το κακό τούς φάνηκε ως πραγματικότητα, ενώ το καλό ως απάτη. Σαν την κότα που επί πολύ και μάταια τσιμπούσε ζωγραφισμένους σπόρους· όταν ύστερα τοποθετήθηκαν αληθινοί σπόροι δίπλα στους ζωγραφισμένους, εκείνη, απογοητευμένη, δεν ήθελε πια να τσιμπήσει, θεωρώντας και τους αληθινούς σπόρους ψεύτικους.
Ω, τι μυαλό κότας έχουν εκείνοι οι άνθρωποι που νομίζουν ότι και από το χέρι του Χριστού μπορεί να προέλθει απάτη, όπως από τα άλλα ακάθαρτα χέρια! Εάν ακόμη και από τα χέρια Του και από το στόμα Του ερχόταν απάτη στους ανθρώπους, τότε πράγματι η ανθρώπινη ζωή θα ήταν χειρότερη από την ανυπαρξία, φοβερότερη από το φοβερότερο όνειρο και παραλογότερη από την πιο παράλογη δίνη.
Εκατό φορές αξιολύπητοι είναι εκείνοι που δεν απλώνουν το χέρι τους προς το απλωμένο χέρι του Χριστού· διότι, ιδού, προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση και αν απλώσουν το χέρι τους, θα το απλώσουν είτε μέσα στη φωτιά είτε μέσα στα σαγόνια του λύκου. Εκατό φορές όμως μακάριοι είστε εσείς, οι πιστοί, που χαίρεστε και μόνο με την αναφορά του ονόματος του Χριστού, όπως χαίρεται ένα παιδί όταν ακούει το όνομα της μητέρας του.
Μόνο ζωστείτε με δύναμη και καρτερία, ώστε να υπομείνετε μέχρι τέλους μέσα στην πίστη και στη χαρά. Διότι γι’ αυτόν που ακολουθεί τον Χριστό και ύστερα επιστρέφει πίσω, η κατάσταση θα είναι χειρότερη από εκείνη αυτού που δεν ξεκίνησε ποτέ να Τον ακολουθεί. Και εάν ο Κύριος τον απελευθέρωσε από ένα πονηρό πνεύμα και εκείνος κατόπιν αρνηθεί τον Κύριο, θα επιπέσουν επάνω του και θα τον κυριεύσουν επτά πονηρά πνεύματα, χειρότερα από το πρώτο (Λουκ. 11, 24-26).
Ο Χριστός είναι σαν υδροκρίτης. Όπου εμφανίζεται Εκείνος, οι άνθρωποι διαιρούνται αμέσως σε δύο παρατάξεις: σε εκείνους που χαίρονται με το καλό και σε εκείνους που δεν χαίρονται με το καλό. Έτσι συμβαίνει και σήμερα ανάμεσα στους ανθρώπους· έτσι συνέβαινε και τότε, όταν ο Κύριος περπατούσε επάνω στη γη, ενδεδυμένος με ανθρώπινο σώμα. Το σημερινό Ευαγγέλιο περιγράφει αυτή τη φοβερή διαίρεση ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώπιον του Αποκαλυπτή του καλού, του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
Αφού ο Ιησούς μπήκε στο πλοίο, πέρασε στην απέναντι όχθη και ήλθε στην πόλη Του. Αυτό συνέβη μετά την περίφημη επίσκεψή Του στους εθνικούς, στην ανατολική όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ· μετά τη δυναμική θεραπεία των δύο δαιμονισμένων και μετά το φοβερό πλήγμα που δέχθηκαν οι άπιστοι άνθρωποι από την ομολογία των ίδιων των δαιμόνων ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Εκείνος μπήκε στο πλοίο. Ήταν το ίδιο εκείνο πλοίο με το οποίο είχε διαπεραιωθεί μαζί με τους αποστόλους στην απέναντι όχθη της λίμνης· το ίδιο εκείνο από το οποίο, λίγο νωρίτερα, είχε επιτελέσει ένα θαύμα εξίσου μεγάλο με την εκδίωξη των δαιμόνων από τους ανθρώπους, διότι επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα και έγινε μεγάλη γαλήνη.
Σήμερα, πάλι, ακούμε από το Ευαγγέλιο ότι ο Κύριος, επιστρέφοντας από εκείνη την πορεία, θεράπευσε έναν παραλυτικό ασθενή, συγχωρώντας τον τόσο από την αμαρτία όσο και από την ασθένεια. Και έτσι, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο Χριστός επιτέλεσε τρία ισχυρά έργα, τρία εξαιρετικά θαύματα, τα οποία μαρτυρούσαν καθαρά την επίσκεψη του Θεού στους ανθρώπους. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο Κύριος αποκάλυψε στους ανθρώπους τρία απείρως μεγάλα αγαθά: εξουσία επάνω στη φύση, εξουσία επάνω στους δαίμονες και εξουσία επάνω στις αμαρτίες και στις ασθένειες. Τρεις μεγάλες αφορμές χαράς για τους ανθρώπους!
Φοβερές είναι οι αλυσίδες με τις οποίες μας δεσμεύει η φύση· ποιος δεν θα χαιρόταν για την απελευθέρωση από αυτές τις αλυσίδες; Ακόμη φοβερότερες είναι οι αλυσίδες με τις οποίες μας σιδηροδέσμιουν και μας μαστιγώνουν οι δαίμονες, αφού πρώτα μας παραφρονήσουν· ποιος δεν θα χαιρόταν για τη νίκη εναντίον αυτών των χειρότερων εχθρών του ανθρώπινου γένους; Οι αλυσίδες όμως με τις οποίες μας δεσμεύει η αμαρτία και μας παραδίδει στη δουλεία της φύσεως, των δαιμόνων και των ασθενειών, είναι οι πρωταρχικές αλυσίδες, με τις οποίες ο άνθρωπος δεσμεύθηκε εκουσίως ήδη από την αρχή, όταν αρνήθηκε την υπακοή και την ταπείνωση απέναντι στον Δημιουργό του. Ω θνητοί, ποιος από εσάς δεν θα χαιρόταν για τη συντριβή αυτών των πρώτων αλυσίδων, οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο για όλο το στημόνι και όλο το υφάδι των υπόλοιπων αλυσίδων της δουλείας σας;
Αυτό το τελευταίο αγαθό ανήγγειλε ο Κύριος στους ανθρώπους, όταν πέρασε από την περιοχή των Γαδαρηνών και ήλθε στην πόλη Του. Η Καπερναούμ ήταν η πόλη Του, στην οποία εγκαταστάθηκε, αφού είχε απορριφθεί και σχεδόν θανατωθεί από τους κατοίκους της επί πολλά χρόνια πατρίδας Του, της Ναζαρέτ (Λουκ. 4, 28-31· Ματθ. 4, 13).
Και ιδού, Του έφεραν έναν παραλυτικό ξαπλωμένο επάνω σε κλίνη. Το γεγονός αυτό το περιγράφουν και οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς. Οι δύο τελευταίοι περιγράφουν το γεγονός με ορισμένες λεπτομέρειες τις οποίες παραλείπει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Ο παραλυτικός άνθρωπος ήταν σε τέτοιο βαθμό ασθενής, ώστε όχι μόνο δεν μπορούσε να έλθει μόνος του στον Χριστό, αλλά ούτε μπορούσαν να τον αγγίξουν και να τον κατεβάσουν από την κλίνη· γι’ αυτό οι συγγενείς και οι φίλοι του αναγκάστηκαν να τον βγάλουν από το σπίτι μαζί με την κλίνη και να τον φέρουν ενώπιον του Κυρίου.
Η απελπιστική παράλυση εκείνου του ασθενούς φαίνεται και από το ότι χρειάστηκαν τέσσερις άνθρωποι για να μεταφέρουν την κλίνη, ώστε να τον κρατούν ασφαλέστερα και να τον ταράζουν όσο το δυνατόν λιγότερο κατά την πορεία. Όταν τον έφεραν στο σπίτι όπου βρισκόταν ο Χριστός, είδαν ότι, εξαιτίας του μεγάλου πλήθους που συνωστιζόταν στην είσοδο, ήταν εντελώς αδύνατο να μπουν. Και αποφάσισαν να ανοίξουν τη στέγη του σπιτιού και, μέσα από τη στέγη, κατέβασαν την κλίνη με τον ασθενή ενώπιον του Χριστού.
Εκείνη τη στιγμή ο Χριστός δίδασκε στον λαό τη διδασκαλία Του. «Και ελάλει προς αυτούς τον λόγον». Ούτε μία στιγμή δεν άφηνε Εκείνος να χαθεί μάταια: ύστερα από τα έργα μιλούσε τον λόγο, και ύστερα από τον λόγο επιτελούσε έργα. Και τους λόγους και τα έργα τα χρησιμοποιούσε αδιάκοπα, μόνο και μόνο για να βοηθήσει τους ανθρώπους να χαίρονται με το καλό, να πιστεύουν στο καλό και σε Εκείνον ως τον ύψιστο φορέα και αποκαλυπτή του καλού.
Και ο Ιησούς, βλέποντας την πίστη τους, είπε στον παραλυτικό: «Θάρσει, τέκνον· συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Ο Κύριος Ιησούς δεν είδε την πίστη τους μόνο όταν αυτοί κατέβασαν τον ασθενή ενώπιόν Του, αλλά ήδη από τη στιγμή που σήκωσαν την κλίνη με τον ασθενή και ξεκίνησαν από το σπίτι προς Εκείνον. Διότι Εκείνος που μπορούσε να βλέπει τους λογισμούς της ανθρώπινης καρδιάς μπορούσε ακόμη ευκολότερα να βλέπει τα γεγονότα τόσο από μακριά όσο και από κοντά. Είδε τον Ναθαναήλ κάτω από τη συκιά προτού ακόμη αυτός οδηγηθεί ενώπιόν Του (Ιω. 1, 48).
Τι λέμε; Εκείνος δεν έβλεπε μόνο τα γεγονότα που συνέβαιναν, αλλά και εκείνα που επρόκειτο να συμβούν μέχρι το τέλος των αιώνων. Εδώ δεν λέγεται: «βλέποντάς τους ο Ιησούς», αλλά: «βλέποντας την πίστη τους», για να φανερωθεί με αυτό ότι ο Χριστός βλέπει και εκείνο που είναι ακόμη δυσκολότερο να ιδωθεί, εκείνο που είναι το πιο κρυμμένο μέσα στον άνθρωπο. Και αυτό γράφτηκε πάλι για εμάς, ώστε να γνωρίζουμε σε τι αποβλέπει ο Κύριος, σήμερα όπως και τότε, και ώστε να γνωρίζουμε ακόμη ότι μπορούμε να προσδοκούμε τη βοήθεια του Θεού μέσα στα παθήματα μόνο όταν έχουμε πίστη. Όταν ο Θεός βλέπει την πίστη μας, δεν καθυστερεί τη βοήθειά Του.
«Και βλέποντας την πίστη τους». Τίνος όμως την πίστη; Μόνο την πίστη εκείνων που έφεραν τον ασθενή ή και την πίστη του ίδιου του ασθενούς; Πρώτα απ’ όλα, είναι φανερή η πίστη εκείνων που μετέφεραν τον ασθενή. Και μόνο χάρη στη δική τους πίστη μπορούσε ο Κύριος να θεραπεύσει τον παραλυτικό. Διότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Χριστός επιτέλεσε θαύματα χωρίς τη γνώση και πέρα από την πίστη του ασθενούς.
Πρώτα απ’ όλα, οι νεκροί τους οποίους ανέστησε δεν μπορούσαν να έχουν πίστη, ώστε το θαύμα να συμβεί σύμφωνα με τη δική τους πίστη. Ακόμη και το περιβάλλον των νεκρών δεν έδειχνε πάντοτε ιδιαίτερη πίστη. Για τη χήρα της Ναΐν δεν λέγεται ότι πίστευε, αλλά μόνο ότι έκλαιγε για τον νεκρό γιο της. Ίσως όμως, τη στιγμή που ο Κύριος την πλησίασε και, γεμάτος ευσπλαχνία, της είπε αποφασιστικά: «Μην κλαις», να άστραψε μέσα της η πίστη στη δύναμή Του.
Ούτε η Μάρθα και η Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, πίστευαν πολύ ότι ο Χριστός θα ανέσταινε τον νεκρό αδελφό τους, και μάλιστα ύστερα από τέσσερις ημέρες παραμονής στον τάφο. Μόνο ο άρχοντας Ιάειρος είχε ισχυρή πίστη στον Χριστό, όταν Τον πλησίασε και είπε: «Η θυγατέρα μου τώρα πεθαίνει· έλα όμως και βάλε επάνω της το χέρι Σου και θα ζήσει» (Ματθ. 9, 18).
Παρομοίως, ο Χριστός δεν θεράπευσε πολλούς βαριά ασθενείς εξαιτίας της δικής τους πίστης, αλλά κυρίως εξαιτίας της πίστης των συγγενών ή των φίλων τους. Έτσι θεράπευσε τον δούλο του εκατοντάρχου στην Καπερναούμ (Ματθ. 8), όχι εξαιτίας της πίστης του βαριά ασθενούς δούλου, αλλά εξαιτίας της πίστης του εκατοντάρχου· όπως θεράπευσε τη θυγατέρα της Χαναναίας χάρη στην πίστη της μητέρας της (Ματθ. 15, 22), και όπως θεράπευσε πολλούς επιληπτικούς, δαιμονισμένους και κωφαλάλους χάρη στην πίστη των συγγενών ή των φίλων τους, οι οποίοι τους έφερναν προς Εκείνον (Ματθ. 9, 32· 15, 30· 17, 14 κ.ά.).
Τους δαιμονισμένους των Γαδαρηνών, όμως, τους καθάρισε από τους δαίμονες και τους θεράπευσε και χωρίς τη δική τους πίστη και χωρίς την πίστη των ανθρώπων που τους περιέβαλλαν, αποκλειστικά σύμφωνα με τις δικές Του βουλές και σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου· μόνο και μόνο για να αφυπνίσει την πίστη στους απονεκρωμένους και να την ενισχύσει στους ολιγόπιστους (Ματθ. 8, 26).
Στην περίπτωση όμως αυτού του παραλυτικού φαίνεται ότι μεγάλη ήταν η πίστη εκείνων που τον έφεραν στον Χριστό. Ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να εκτιμήσει την πίστη τους από εξωτερικά σημεία· κοίταζε κατευθείαν στις καρδιές τους και έβλεπε την πίστη τους. Εμείς όμως, που δεν βλέπουμε τις καρδιές, μπορούμε από τα εξωτερικά σημεία να διακρίνουμε ότι η πίστη τους ήταν πράγματι μεγάλη.
Το ότι τέσσερις άνθρωποι αποφάσισαν να φέρουν έναν απελπιστικά ασθενή στον Χριστό, δεν είναι άραγε μεγάλο σημείο πίστεως; Και ακόμη, το ότι ανέβηκαν στη στέγη, την άνοιξαν και κατέβασαν τον ασθενή μέσα από τη στέγη στο σπίτι ενώπιον του Χριστού, δεν είναι άραγε ολοφάνερο σημείο ισχυρής πίστεως;
Διότι σκεφτείτε σε ποιον κίνδυνο θα εξέθεταν τον εαυτό τους αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι και σε πόσο χλευασμό από τους γείτονές τους, αν, ύστερα από τόσο κόπο και ύστερα από το άνοιγμα της στέγης του σπιτιού, αναγκάζονταν να επιστρέψουν πίσω τον ασθενή αθεράπευτο! Και οι άνθρωποι φοβούνταν και τότε τον χλευασμό, όπως και σήμερα, και απέφευγαν την αποτυχία, όπως και σήμερα. Μόνο η πανίσχυρη πίστη δεν φοβάται τον χλευασμό ούτε αποφεύγει την αποτυχία· ούτε καν σκέφτεται τον χλευασμό, όπως ακριβώς δεν αμφιβάλλει για την επιτυχία
Ο Κύριος μπορούσε, λοιπόν, να θεραπεύσει τον ασθενή βλέποντας μόνο την πίστη εκείνων που τον μετέφεραν. Υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι και ο ίδιος ο ασθενής είχε πίστη. Πρώτα απ’ όλα, ένας άνθρωπος που διέθετε έστω και λίγη συνείδηση, εάν δεν είχε πίστη, θα επέτρεπε άραγε να τον σέρνουν οι άνθρωποι μαζί με την κλίνη του μέσα στους δρόμους και —το ακόμη σημαντικότερο— θα επέτρεπε να τον ανεβάσουν στη στέγη και να τον κατεβάσουν μέσα στο σπίτι από τη στέγη; Υπάρχει όμως και ένα ακόμη εσωτερικό σημείο της πίστεως του ασθενούς. Ο Κύριος του απευθύνεται με τη λέξη «τέκνον»: «Τέκνον, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Θα αποκαλούσε άραγε ο Χριστός έναν άπιστο «τέκνον»; Θα μπορούσε άραγε να ειπωθεί σε έναν αμετανόητο: «Συγχωρούνται οι αμαρτίες σου»;
Όταν ο Χριστός θέλησε να αναστήσει τον γιο της χήρας της Ναΐν, δεν του απευθύνθηκε με τη λέξη «τέκνον» ούτε «υιέ», αλλά «νεανίσκε». Διότι ο νεκρός ούτε πιστεύει ούτε μπορεί να μετανοήσει. Εδώ, όμως, λέει στον ασθενή: «Τέκνον!» Και ακόμη, δεν είπε ο Κύριος: «Εάν μετανοήσει ο άνθρωπος, συγχώρησέ τον» (Λουκ. 17, 3-4); Η μετάνοια, λοιπόν, αποτελεί προϋπόθεση της συγχωρήσεως. Και μετάνοια δεν υπάρχει χωρίς ντροπή και φόβο Θεού και χωρίς πίστη στον Θεό.
Και ιδού, μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Αυτός βλασφημεί τον Θεό». Έτσι σκέφθηκαν εκείνοι που δεν χαίρονται με το καλό, οι σύμμαχοι και οι δούλοι του κακού. Σαν να έλεγαν: «Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, εκτός από τον ένα και μόνο Θεό;» Αυτές οι κατασκοπευτικές και αποξηραμένες ψυχές, οι οποίες θεωρούσαν τον εαυτό τους ύψιστο σοφό και ζητούσαν να κατεβάσουν τον Χριστό τουλάχιστον στο δικό τους επίπεδο, αν όχι και χαμηλότερα, δεν μπορούσαν, φυσικά, να χωρέσουν στον στενό και σκοτισμένο νου τους τη σκέψη ότι ο Θεός μπορούσε να εμφανιστεί ως άνθρωπος και ότι αυτή η εμφάνιση του Θεού μέσα στον άνθρωπο είχε πράγματι συντελεστεί στο πρόσωπο του ίδιου του Κυρίου Ιησού.
Δεν τους ενδιέφεραν τα βάσανα του ασθενούς και ακόμη λιγότερο η θεραπεία του· αναζητούσαν κάποιον λόγο του Χριστού, ώστε να μπορέσουν να ταπεινώσουν τον Χριστό, να Τον απομακρύνουν από τον δρόμο τους και από τη συνείδησή τους. «Εκδικούμενοι για τα πάθη τους, νόμιζαν ότι εκδικούνταν για τη βλασφημία εναντίον του Θεού» (Ζιγαβηνός). Διότι ο Χριστός τούς ήταν υπερβολικά βαρύς.
Και ο Ιησούς, βλέποντας τους λογισμούς τους, είπε: «Γιατί σκέφτεστε κακά μέσα στις καρδιές σας;» Οι παρόντες γραμματείς δεν είχαν προφέρει τίποτε με το στόμα τους, αλλά μόνο είχαν σκεφθεί μέσα στις καρδιές τους. Δεν λέγεται ότι σκέφθηκαν μέσα στον νου τους, αλλά μέσα στην καρδιά τους, πράγμα που σημαίνει ότι η σκέψη τους ήταν συνδεδεμένη με πικρία και μίσος. Διότι δεν άκουγαν προσεκτικά τον Χριστό ούτε ως πιστοί ούτε ως αντικειμενικοί ερευνητές, αλλά ως κατάσκοποι και διώκτες.
Εάν ήταν πιστοί, θα χαίρονταν για τον λόγο και το έργο του Χριστού, όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι που είδαν και δόξασαν τον Θεό. Εάν πάλι μπορούσαν να είναι αντικειμενικοί ερευνητές, θα πίστευαν στον Χριστό, όπως πίστεψε ο εκατόνταρχος κάτω από τον Σταυρό στον Γολγοθά. Διότι εκείνος παρατηρούσε αντικειμενικά και χωρίς προσωπικό συμφέρον όλα όσα συνέβαιναν και, όταν είδε με πόσο φόβο, συγκλονισμό και φρίκη ολόκληρη η φύση συνόδευσε τον θάνατο του Χριστού, αναφώνησε: «Αληθώς, αυτός ήταν Υιός Θεού» (Ματθ. 27, 54)!
Ο Κύριος Ιησούς είδε τους λογισμούς τους. Ποιος μπορεί να βλέπει τους λογισμούς εκτός από τον Θεό; «Εσύ εξετάζεις καρδιές και νεφρούς, Θεέ δίκαιε!» αναφωνεί ο Δαβίδ (Ψαλμ. 7, 9). «Εγώ, ο Κύριος, εξετάζω τις καρδιές και δοκιμάζω τους νεφρούς, για να αποδώσω στον καθένα σύμφωνα με τις οδούς του», λέει ο ίδιος ο Κύριος διά του προφήτη Ιερεμία (17, 10). Και ο Σολομών, στην προσευχή του, λέει προς τον Θεό: «Εσύ μόνο γνωρίζεις τις καρδιές των υιών των ανθρώπων» (Β΄ Παραλ. 6, 30).
Και ιδού, ο Κύριος Ιησούς βλέπει τις καρδιές και τους λογισμούς που βρίσκονται μέσα στην καρδιά. Όπως η γη δεν μπορεί να δει το μάτι, ενώ το μάτι μπορεί να δει τη γη, έτσι και όλα τα επίγεια δημιουργήματα, περιβεβλημένα από τον χρόνο, δεν μπορούν να διεισδύσουν στα μυστήρια της αιωνιότητας, ενώ το μάτι της αιωνιότητας μπορεί να διεισδύσει και να δει όλα όσα υπάρχουν επάνω στη γη και μέσα στον χρόνο. Βλέποντας με αυτή την όραση της αιωνιότητας, ο Κύριος Ιησούς διέκρινε και έβλεπε ολοκληρωτικά όσα κρύβονται τόσο στα βάθη της θάλασσας όσο και στα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς, καθώς και σε όλα τα βάθη του χρόνου και του χώρου.
«Γιατί σκέφτεστε κακά μέσα στις καρδιές σας;» Έτσι ρώτησε ο άκακος Κύριος εκείνους που Τον παρακολουθούσαν κρυφά και Τον καταδίωκαν. Ω, τι απέραντη καθαρότητα των λογισμών του Ιησού! Τι απερίγραπτη ωραιότητα της καρδιάς Του! Και τι αρνίσια πραότητα! Γιατί σκέφτεστε κακά; Γιατί δεν σκέφτεστε καλά; Γιατί περιμένετε το κακό; Γιατί δεν περιμένετε το καλό; Γιατί χαίρεστε με το κακό; Γιατί δεν χαίρεστε με το καλό; Γιατί στέκεστε δίπλα σε μια καθαρή πηγή και περιμένετε να αναβλύσει από αυτήν θολό νερό; Γιατί κοιτάζετε τον ήλιο και περιμένετε τη συσκότισή του; Εγκαταλείψτε αυτές τις νοσηρές συνήθειες και χαρείτε για την καθαρότητα της πηγής και για το φως του ήλιου!
Ο Κύριος δεν τους χλευάζει, δεν τους επιτίθεται, δεν τους εξυβρίζει, όπως θα έκανε ένας κοινός θνητός απέναντι στους εχθρούς του, εάν είχε κατορθώσει να αποκαταστήσει την υγεία και τη δύναμη ενός παραλυτικού ανθρώπου. Πράγματι, ούτε ο πιο προσεκτικός ιατρός δεν θα μπορούσε να απευθυνθεί με περισσότερη ηπιότητα στους πιο βαριά ασθενείς του απ’ όσο ο πράος και γλυκύς Κύριος απευθύνεται στους παράφρονες διώκτες Του: «Γιατί σκέφτεστε κακά μέσα στις καρδιές σας, ενώ μπορείτε να σκέφτεστε το καλό, να περιμένετε το καλό και να χαίρεστε με το καλό;»
«Διότι τι είναι ευκολότερο να πει κανείς: “Συγχωρούνται οι αμαρτίες σου” ή να πει: “Σήκω και περπάτησε”; Για να γνωρίζετε όμως ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία επάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες» —τότε είπε στον παραλυτικό— «σήκω, πάρε την κλίνη σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Και εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του.
Για τον Κύριο το να προφέρει έναν λόγο είναι το ίδιο με το να επιτελεί ένα έργο. Για τη γλώσσα ενός κοινού θνητού είναι εξίσου εύκολο να πει: «Συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» και: «Σήκω και περπάτησε», αφού και το ένα και το άλλο παραμένουν χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Για τον αναμάρτητο Κύριο, όμως, ο λόγος είναι το ίδιο με το έργο. Γι’ αυτό με τα παραπάνω λόγια θέλει να πει: τι είναι ευκολότερο να πραγματοποιηθεί, να συγχωρηθούν οι αμαρτίες ενός ανθρώπου ή να σηκωθεί υγιής από την κλίνη του; Και τα δύο έργα είναι εξίσου αδύνατα για τον κοινό θνητό άνθρωπο. «Για τους ανθρώπους αυτό είναι αδύνατο, για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά» (Ματθ. 19, 26).
Τι είναι, λοιπόν, ευκολότερο: να θεραπευτεί η ψυχή ή να θεραπευτεί το σώμα; Η ψυχή δεν μπορεί με κανέναν άλλο τρόπο να θεραπευτεί, μέχρις ότου συγχωρηθούν οι αμαρτίες της. Όταν συγχωρηθούν οι αμαρτίες της, η ψυχή γίνεται υγιής· και όταν η ψυχή είναι υγιής, είναι εύκολο να θεραπευτεί και το σώμα. Επομένως, είναι πολύ σημαντικότερο να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του ασθενούς παρά να σηκωθεί στα πόδια του, όπως είναι σημαντικότερο να ξεριζωθεί το σκουλήκι από τη ρίζα του δέντρου παρά να καθαριστεί εξωτερικά το δέντρο από τα ίχνη της σκωληκοφαγίας. Διότι όσο βρίσκεται το σκουλήκι μέσα στο δέντρο, τόσο θα υπάρχουν επάνω στο δέντρο και τα ίχνη της σκωληκοφαγίας.
Η αμαρτία είναι η αιτία της ασθένειας, τόσο της ψυχικής όσο και της σωματικής, σχεδόν πάντοτε. Εξαίρεση αποτελούν εκείνες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Θεός, σύμφωνα με την αγαθή Του Πρόνοια, επιτρέπει σωματικές ασθένειες ακόμη και στους δικαίους, όπως το φανερώνει με τον καλύτερο τρόπο το παράδειγμα του δικαίου Ιώβ. Ως κανόνας, όμως, ισχύει από τη δημιουργία του κόσμου ότι η αμαρτία είναι αιτία της ασθένειας. Και εκείνος που μπορεί να καταστρέψει την αμαρτία μέσα στον ασθενή μπορεί ακόμη ευκολότερα να καταστήσει υγιές το σώμα του.
Εκείνος, πάλι, που θα μπορούσε να χαρίσει προσωρινά υγεία στο σώμα, αλλά δεν θα μπορούσε να συγχωρήσει τις αμαρτίες, θα έκανε ό,τι ακριβώς και ένας δενδροκόμος που θα καθάριζε το δέντρο από τα ίχνη της σκωληκοφαγίας, αλλά ούτε θα γνώριζε ούτε θα μπορούσε να ξεριζώσει το σκουλήκι από τη ρίζα του δέντρου.
Ο Κύριος Ιησούς καθετί που κάνει το κάνει τέλεια, με τάξη και χωρίς σφάλμα. Επιθυμεί να αποκαταστήσει στον ασθενή την πλήρη υγεία, τόσο της ψυχής όσο και του σώματος. Γι’ αυτό θεραπεύει πρώτα την ψυχή του και έπειτα περιμένει να κάνουν οι γραμματείς αυτό που θα έκαναν, δηλαδή να πουν: «Αυτός βλασφημεί τον Θεό», ώστε να Του δοθεί αφορμή να εξηγήσει τη σχέση μεταξύ αμαρτίας και ασθένειας, να τονίσει την υπεροχή της ψυχής έναντι του σώματος και να καταδείξει ακόμη εντονότερα τη θεϊκή Του δύναμη.
Στον βαριά ασθενή δίνεται μερικές φορές και ισχυρή δόση φαρμάκου. Ο Κύριος, στην προκειμένη περίπτωση, παρουσιάζει τον εαυτό Του ως έχοντα εξουσία. Εδώ δεν επικαλείται τον ουράνιο Πατέρα, αλλά τη δική Του αιώνια εξουσία και δύναμη.
Πρέπει ακόμη να προσέξουμε τις λέξεις «επάνω στη γη»: «Ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία επάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες». Αυτό σημαίνει ότι μόνο όσο ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτή τη ζωή επάνω στη γη μπορούν να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του. Όταν όμως αναχωρήσει από τη γη, οι συγχωρήσεις παύουν. Στον άλλο κόσμο δεν υπάρχει συγχώρηση για τους αμαρτωλούς που αναχώρησαν από αυτή τη ζωή χωρίς μετάνοια. Γι’ αυτό ακριβώς λέγεται: «επάνω στη γη».
«Σήκω, πάρε την κλίνη σου και πήγαινε στο σπίτι σου!» Έτσι αποφασιστικά μιλά ο Κύριος στον ασθενή· δεν μιλά όπως μιλούν οι γραμματείς, αλλά ως Εκείνος που έχει εξουσία. Και όπως έχει εξουσία να συγχωρεί τις αμαρτίες της ψυχής, έτσι έχει και εξουσία να διατάζει το σώμα να γίνει υγιές. Για να μην υπάρχει όμως καμία αμφιβολία σχετικά με τη θεραπεία του ασθενούς, ο Κύριος τον διατάζει να πάρει ο ίδιος την κλίνη του, επάνω στην οποία τον είχαν μεταφέρει τέσσερις άνθρωποι, και να πάει στο σπίτι του.
Γιατί όμως τον διατάζει ειδικά να πάει στο σπίτι του; Πρώτον, επειδή ο ίδιος ο Κύριος χαίρεται με το καλό του άλλου και επιθυμεί ο θεραπευμένος να επιστρέψει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο σπίτι του, να φέρει χαρά εκεί όπου επί πολύ καιρό βασίλευε η λύπη και να χαροποιήσει όλους τους οικείους του, οι οποίοι είχαν κοπιάσει γύρω του κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του. Δεύτερον, για να δείξει στους φιλόδοξους γραμματείς ότι όσα Εκείνος πράττει, τα πράττει από καθαρή φιλανθρωπία και όχι όπως εκείνοι, που ενεργούν για να τους επαινούν οι άνθρωποι. Όπως ο ποιμένας δεν ενδιαφέρεται να τον επαινούν τα πρόβατά του, έτσι και ο Χριστός δεν ενδιαφέρεται να Τον επαινούν οι άνθρωποι. «Δεν δέχομαι δόξα από ανθρώπους», είπε σε άλλη περίπτωση (Ιω. 5, 41), και αυτό θέλησε να δείξει και στην παρούσα περίπτωση.
Και οι άνθρωποι, όταν το είδαν, θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό, ο οποίος έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους. Ενώ οι γραμματείς βλασφημούν τον Χριστό μέσα στις καρδιές τους, ο υπόλοιπος λαός, του οποίου η κοσμική ματαιοδοξία δεν είχε ακόμη σκοτίσει εντελώς τον νου ούτε δηλητηριάσει την καρδιά, θαυμάζει και δοξάζει τον Θεό για το πρωτοφανές έργο που επιτέλεσε ο Κύριος μπροστά στα μάτια όλων. Αυτός ο λαός, που θαυμάζει κατ’ αυτόν τον τρόπο και δοξάζει τον Θεό, είναι πολύ καλύτερος από τους πωρωμένους γραμματείς του και πολύ πλησιέστερος προς το καλό και την αλήθεια από τους ειδωλολάτρες των Γαδαρηνών, οι οποίοι είδαν το θαύμα και δεν δόξασαν τον Θεό, αλλά, θρηνώντας για τους χοίρους τους, έδιωξαν από τη χώρα τους τον φιλάνθρωπο Χριστό.
Ωστόσο, ούτε αυτός ο λαός κατανόησε την αυθύπαρκτη θεϊκή δύναμη του Χριστού, του Σωτήρα. Δόξασε τον Θεό, ο οποίος έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους! Ο λαός αυτός δεν είδε ούτε αναγνώρισε τον Κύριο Ιησού ως τον Μονογενή Υιό του Θεού.
Εκείνο όμως που δεν είδαν και δεν αναγνώρισαν όλοι οι άνθρωποι τότε, ας το δούμε και ας το αναγνωρίσουμε εμείς, στους οποίους μέσω της Εκκλησίας δόθηκε η χάρη να βλέπουμε και να αναγνωρίζουμε την αλήθεια. Ας μάθουμε, λοιπόν, να χαιρόμαστε με το καλό, διότι κάθε καλό προέρχεται από τον Θεό· και έτσι θα μάθουμε να χαιρόμαστε με τον Θεό, τη ζωοποιό πηγή της αιώνιας χαράς. Όπως λέει ο θεόπνευστος προφήτης: «Θα χαρώ και θα αγαλλιάσω για Σένα, θα ψάλω στο όνομά Σου, Ύψιστε» (Ψαλμ. 9, 2).
Από αυτή τη χαρά θα ανοίξουν τα μάτια μας, ώστε να δούμε όλο το πλήρωμα της αλήθειας στον Κύριο Ιησού· και θα ανοίξει η γλώσσα μας, ώστε να Τον ομολογήσουμε και να Τον δοξάσουμε ως Υιό του Θεού, τον μοναδικό Σωτήρα των ανθρώπων και τον μοναδικό Φιλάνθρωπο. Σε Αυτόν ας είναι η δόξα και ο αίνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, στην ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντοτε, σε όλον τον χρόνο και σε όλη την αιωνιότητα. Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου