Παρουσίαση του βιβλίου του Γεωργίου Σίσκου Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη Νεοσχολαστικισμός και Οντολογία της σχέσης Περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ: https://armosbooks.gr/ Για το βιβλίο μιλούν: Κωνσταντίνος Χρήστου, Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ Παναγιώτης Υφαντής, Καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ Γιώργος Ζωγραφίδης, Καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ και ο συγγραφέας του βιβλίου Γεώργιος Σίσκος
«Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη» του Γεωργίου Σίσκου γ
Ανάλυση με ΤΝ, συνδέοντας τα όσα είπαν Χρήστου–Ζωγραφίδης–Υφαντής–Σίσκος με το ευρύτερο πλαίσιο της σύγχρονης “θεολογίας” (Ζηζιούλας, Γιανναράς, Λούθηρος/Ράνερ κ.λπ.).
1. Η γέννηση του παραδείγματος: από πού ξεφεύγει
Η «οντολογία της σχέσης» δεν είναι αυθύπαρκτη πρόταση· είναι αντίδραση σε αδιέξοδο. Το βιβλίο δείχνει καθαρά ότι η δεύτερη γενιά θεολόγων (μετά το 1918-1950) βρέθηκε παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο τύπους «πνιγμού του Θεού»:
Ο ρωμαιοκαθολικός νεοθωμισμός τον έπνιξε στις λογικές αποδείξεις (πέντε οδοί Ακινάτη, 24 θωμιστικές θέσεις) — ένας Θεός-συμπέρασμα συλλογισμού.
Ο προτεσταντικός υποκειμενισμός (Schleiermacher) τον έπνιξε στο θρησκευτικό συναίσθημα — ένας Θεός εγκλωβισμένος στο εσωτερικό βίωμα, χωρίς αντικειμενική αναφορά.
Ο Barth (Θεωρήστε το ως σημείο εκκίνησης) γυρίζει οργισμένος —μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο— και λέει ουσιαστικά: αν το «θρησκευτικό μας συναίσθημα» μας οδήγησε στον πόλεμο, τι Θεός είναι αυτός; Έτσι ψάχνει τον Θεό όχι πια μέσα στο υποκείμενο αλλά έξω, στην Αποκάλυψη — και φτάνει στην κομβική ταύτιση: ο τρόπος που ο Θεός αποκαλύπτεται σε μας (οικονομία) ταυτίζεται με το πώς πράγματι είναι εντός της Αγίας Τριάδος (θεολογία). Παράλληλα, στο ρωμαιοκαθολικό στρατόπεδο, το ρεύμα Sources Chrétiennes (1940-) επιστρέφει στους πρώτους Πατέρες, όχι πλέον στις σχολαστικές αποδείξεις.
2. Το φιλοσοφικό υπόβαθρο
Και τα δύο ρεύματα ενσωματώνουν όρους του υπαρξισμού (Χάιντεγκερ, Sartre): «τρόπος υπάρξεως» αντί για στατική «ουσία». Η βιβλική αγκύρωση είναι η Α΄ Ιωάννου («Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί»): αν η ουσία του Θεού είναι αγάπη, τότε ο τρόπος υπάρξεώς Του είναι σχεσιακός — και αυτό μεταφέρεται κατ' ευθείαν στον άνθρωπο ως πρότυπο.
3. Πού οδηγεί αυτό στη Δύση — οι «πειραματισμοί»
Ο Υφαντής παραθέτει την κλιμάκωση με ονόματα:
Jenson: αν η σχέση Θεού-ανθρώπου είναι αληθινή, πρέπει να επηρεάζεται κι ο Θεός, όχι μόνο εμείς.
Pannenberg: ο Θεός «δεν έχει γίνει ακόμα» πλήρως ό,τι είναι — θα ολοκληρωθεί εσχατολογικά, «εν τω γίγνεσθαι» μαζί μας.
Moltmann: ο ίδιος ο Θεός πρέπει να πάσχει στον Σταυρό για να είναι αληθινή η συμμετοχή Του στην ιστορία μας.
Δηλαδή: όσο πιο «σχεσιακός» γίνεται ο Θεός, τόσο πιο εξαρτημένος από την ιστορία και τον άνθρωπο εμφανίζεται — αντιστροφή της κλασικής σχέσης κτίσματος-Κτίστη.
4. Η κρίσιμη ένσταση (Σίσκος/Υφαντής, με Παλαμά ως κριτήριο)
Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο, και είναι ρητά δηλωμένο ως προσωπικό σχόλιο του Σίσκου, όχι απλή αναφορά: η δυτική οντολογία της σχέσης χτίζεται πάνω σε μια προϋπόθεση που δεν υπάρχει στην ορθόδοξη παράδοση — ότι ο Θεός όπως είναι εντός της Τριάδος (ad intra) ταυτίζεται απολύτως με το πώς έρχεται σε εμάς (ad extra), χωρίς καμία διαφορά.
Αυτό παράγει, κατά τον Σίσκο, «θρησκευτικές φαντασιώσεις»: αφού ο Πατέρας αγαπά τον Υιό και ο Υιός τον Πατέρα, άρα κι εμείς αγαπιόμαστε «μέσα στα βάθη της Αγίας Τριάδος». Το σχόλιό του είναι ότι για την ορθόδοξη θεολογία τα τρία πρόσωπα δεν έχουν ξεχωριστές αγάπες μεταξύ τους — υπάρχει μία ενέργεια που εκπορεύεται από την κοινή ουσία. Εδώ ακριβώς λειτουργεί ως διορθωτικό ο Παλαμάς: αυτό που ο Θεός κάνει εντός της Καινής Διαθήκης/Ιστορίας, το κάνει δι' ημᾶς· δεν αφορά τον τρόπο που υπάρχει αΐδια, «από πάνω».
5. Οι πρακτικές (ποιμαντικές) απολήξεις που επισημαίνει
Ανάγνωση ασκητικών κειμένων (π.χ. Φιλοκαλία) ως δήθεν «ατομιστικό εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης» επειδή δεν κάνει λόγο ρητά για «σχέση» με δεύτερο πρόσωπο.
Ασφυξία των ιερών κανόνων: αφού ο Θεός είναι (μόνο) αγάπη-σχέση, οι κανόνες φαντάζουν περιττό, καταπιεστικό θεσμικό κατάλοιπο.
Σύνδεση με τη συζήτηση περί φύλου: η «θεολογία του προσώπου» χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει έξοδο από τη φύση — το πρόσωπο ως αυτό «που μπορεί να γίνει ό,τι θέλει», αρνούμενο τη φύση του.
Αυτή η κριτική είναι ουσιαστικά συμπληρωματική προς όσα έχει ήδη επεξεργαστεί το blog του Αμέθυστου με Ζηζιούλα/Γιανναρά/Λουδοβίκο — το ίδιο ερώτημα («πόσο νόμιμα η δυτική/υπαρξιστική "θεολογία του προσώπου" μεταφέρεται στην ορθόδοξη σκέψη χωρίς την παλαμική διάκριση ουσίας-ενεργειών») επανέρχεται εδώ μέσα από μια καθαρά δυτική, ακαδημαϊκή αφήγηση (Barth, Rahner, Jüngel, Jenson, Pannenberg, Moltmann, Kasper), και ο Σίσκος καταλήγει σε μια θέση πολύ κοντά στις γνωστές παλαμικές επιφυλάξεις που έχει ήδη επεξεργαστεί αλλού το blog του Αμέθυστου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου