ΦΙΛΑΥΤΙΑ 11
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
II. ΨΥΧΟΓΕΝΕΣΗ
3. ΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.
γ) Κενοδοξία και υπερηφάνεια
Ο κατάλογός μας των κεφαλαιωδών αμαρτημάτων δεν κάνει αυτή τη διάκριση, μολονότι η γλώσσα τη διατήρησε. Ανάμεσα στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια υπάρχει συγγένεια αλλά και διαφορά. Και οι δύο αναζητούν κάποια δόξα· η πρώτη, όμως, επιδιώκει μάταιη δόξα, επειδή προέρχεται από μάταιους ανθρώπους —vani vanam—, ενώ η δεύτερη σφετερίζεται μια αληθινή δόξα, η οποία όμως ανήκει στον Θεό. Στην πρώτη εκδηλώνεται περισσότερο η ανοησία· στη δεύτερη, η ασέβεια: δύο ιδιότητες που κληρονομήθηκαν από την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία.
Όλοι οι ανατολικοί πνευματικοί συγγραφείς συμφωνούν σε αυτό. Η κενοδοξία έχει μόνον ευτέλεια· η υπερηφάνεια έχει ένα είδος ανεστραμμένου μεγαλείου, εκείνο της ιερόσυλης αλαζονείας. Ας παραθέσουμε μόνο ένα κεφάλαιο του αγίου Μαξίμου: «Το ιδιαίτερο γνώρισμα της κενοδοξίας στον μοναχό είναι να επιδεικνύει την αρετή και όσα σχετίζονται με αυτήν· το ιδιαίτερο γνώρισμα της υπερηφάνειάς του είναι να επαίρεται για τις καλές του πράξεις, περιφρονώντας τους άλλους, και να αποδίδει στον εαυτό του την αξία τους, αντί να την αναφέρει στον Θεό. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας του κοσμικού ανθρώπου συνίσταται στο να επιδεικνύεται και να επαίρεται για την εξωτερική του εμφάνιση, την περιουσία του, την κοινωνική του θέση και τις γνώσεις του» (79).
Θα έλεγε κανείς ότι στους ανθρώπους του κόσμου η διάκριση είναι λιγότερο σαφής· και αυτό επειδή, εξ υποθέσεως, θυμούνται λίγο τον Θεό. Η υπερηφάνειά τους θα είναι περισσότερο έμμεση, αλλά η κενοδοξία τους θα εμπεριέχει ευκολότερα την υπερηφάνεια.
Ίσως οι ευσεβείς ψυχές να ζημιώθηκαν επειδή δεν έχουν πλέον αυτή τη διάκριση παρούσα στον νου τους. Πολλές θεωρούν τον εαυτό τους πολύ υπερήφανο, ενώ είναι απλώς κενόδοξες. Μήπως η κενοδοξία βρίσκει ακόμη κάποια ικανοποίηση προτιμώντας το ψευδές μεγαλείο της υπερηφάνειας από τη δική της μικρότητα; Υπάρχει, ωστόσο, ένας εύκολος τρόπος να τις διακρίνουμε: η κενοδοξία, μέσα στην ανοησία της, δεν είναι τόσο εκλεκτική. Τρέφεται με τις πιο ετερόκλητες τροφές. «Τα παιδάκια μου είναι χαριτωμένα», λέει στον εαυτό της, όσο άσχημα κι αν είναι τα παιδιά που γεννά.
Ο Αριστοτέλης είχε ήδη παρουσιάσει αυτή την αδυναμία ως γνώρισμα της φιλαυτίας (80): «Επειδή όλοι είναι φίλαυτοι, αναγκαστικά όλοι βρίσκουν ευχάριστα όσα είναι δικά τους, τα έργα και τους λόγους τους». Και δεν είναι τυχαίο ότι το κεφάλαιο του Μαξίμου που πρόκειται να διαβάσουμε ακολουθεί ένα άλλο, στο οποίο η φιλαυτία ανακηρύσσεται για ακόμη μία φορά αιτία όλων των παθών:
«Οι γονείς έχουν αδυναμία στα παιδιά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο νους προσκολλάται στους λόγους του, εσωτερικούς ή εξωτερικούς —η λέξη logos έχει και τις δύο σημασίες. Στα μάτια γονέων υπερβολικά συναισθηματικών, παιδιά απαράμιλλα γελοία ξεχωρίζουν από όλα τα άλλα για την ωραία τους διάπλαση και τη χάρη τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε έναν ανόητο νου, τα ευρήματά του, ακόμη και όταν καταρρίπτουν κάθε ρεκόρ χονδροειδούς ανοησίας, φαίνονται τα λεπτότερα στον κόσμο.
Ο σοφός, αντιθέτως, δεν συμπεριφέρεται έτσι απέναντι στις ιδέες του. Όταν αισθάνεται βέβαιος για την ορθότητα και την ομορφιά τους, τότε ακριβώς δυσπιστεί περισσότερο απέναντι στη δική του κρίση και αναζητεί σοφούς ανθρώπους, για να τους καταστήσει κριτές των λόγων και των συλλογισμών του» (81).
Αναμφίβολα, υπάρχουν βαθμοί σε αυτή τη φιλαυτική τύφλωση. Η κενοδοξία δεν έχει πάντοτε τόσο κακό γούστο. Στον βαθμό, όμως, που στηρίζεται σε πιο αυθεντικά αγαθά, κινδυνεύει να μεταβληθεί σε υπερηφάνεια. «Αν νίκησες τα πιο ατιμωτικά πάθη —τη γαστριμαργία, τη λαγνεία, την οργή και την πλεονεξία—, αμέσως επιπίπτει εναντίον σου ο λογισμός της κενοδοξίας. Αν τον υποτάξεις, τον διαδέχεται ο λογισμός της υπερηφανείας» (82).
Η υπερηφάνεια είναι ο πειρασμός εκείνων που πλησιάζουν στην τελειότητα. Αναγνωρίζεται από το εξής σημείο: μας κάνει να λησμονούμε το non nobis Domine, sed nomini tuo da gloriam — «όχι σ’ εμάς, Κύριε, αλλά στο όνομά Σου δώσε δόξα». Οδηγεί προς τη βλασφημία και την αθεΐα· διότι αποτελεί ήδη άρνηση του Θεού το να μην Τον αναγνωρίζει κανείς ως δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων αγαθών. Η κενοδοξία, είχε πει ένας παλαιός, σύμφωνα με τον Ευάγριο, είναι αγκάθι που κεντά από όλες τις πλευρές. «Δεν είναι μικρός αγώνας το να ελευθερωθεί κανείς από την κενοδοξία» (83). Είναι αγώνας σκληρός και προπάντων εξαντλητικός για όποιον επιχειρεί να την καταδιώξει κατά μέτωπο. Θα χάσει το μυαλό του. Θα πρόκειται για ένα απελπιστικό παιχνίδι κρυφτού. «Ακόμη και αυτό που κάνεις για να την καταστρέψεις», είχε γράψει ο Ευάγριος (84), «γίνεται για σένα αρχή νέας κενοδοξίας». Το μόνο κλίμα που είναι θανατηφόρο γι’ αυτήν είναι η αφάνεια: «Καταργεί κανείς την κενοδοξία κρατώντας κρυφές τις ενάρετες ασκήσεις του» (85). «Ελευθερώνεται κανείς από την κενοδοξία με την κρυφή άσκηση των αρετών» (86).
Το πιο φοβερό, όμως, στη κενοδοξία είναι ότι γεννά την υπερηφάνεια, και μάλιστα «άλλοτε επειδή καταστρέφεται και άλλοτε επειδή εξακολουθεί να υπάρχει. Όταν καταστρέφεται, παράγει την οίηση· όταν εξακολουθεί να υπάρχει, την καύχηση» (87). Δεν πρέπει κανείς μόνο να εξαφανιστεί από τα μάτια των ανθρώπων, αλλά και από τα ίδια του τα μάτια: «Καταργεί κανείς την υπερηφάνεια αποδίδοντας στον Θεό τις καλές του πράξεις» (88).
Για τον δαίμονα της υπερηφάνειας ας διαβάσουμε μόνο δύο παραγράφους του Μαξίμου, στη μετάφραση του J. Pegon:
«Ο δαίμονας της υπερηφάνειας χρησιμοποιεί δύο τακτικές: είτε υποβάλλει στον μοναχό να αποδίδει στον εαυτό του τις καλές του πράξεις, αντί να τις αναφέρει στον Θεό, τον κύριο όλων των αγαθών και βοηθό κάθε επιτυχίας· είτε, αν ο μοναχός κωφεύσει, του εμπνέει περιφρόνηση για τους αδελφούς του που είναι ακόμη ατελείς. Και αυτός ο πειρασμός, χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς, οδηγεί στην άρνηση της βοήθειας του Θεού· διότι το να περιφρονεί κανείς τους άλλους, επειδή δεν κατόρθωσαν να ενεργήσουν σωστά, ισοδυναμεί με το να αποδίδει τις δικές του καλές πράξεις στις προσωπικές του δυνάμεις. Πρόκειται για βαθιά πλάνη, όπως είπε ο Διδάσκαλος: “Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε…”» 89).
«Εκείνος που γνώρισε την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως απέκτησε την εμπειρία της δυνάμεως του Θεού. Με τη βοήθειά της άλλοτε ενήργησε σωστά και άλλοτε προσπάθησε να ενεργήσει σωστά, χωρίς όμως ποτέ να περιφρονήσει κανέναν. Διότι γνωρίζει καλά ότι η θεία βοήθεια, η οποία τον ελευθέρωσε από πολλά και επίμονα πάθη, μπορεί εξίσου να δοθεί και στους άλλους, όταν το θελήσει ο Θεός, και προπάντων σε εκείνους που αγωνίζονται με όλες τους τις δυνάμεις για χάρη Του…» (90).
Πώς όμως επαληθεύεται στα δύο αυτά πάθη ο ορισμός της φιλαυτίας ως κλίσεως προς το σώμα; Όταν ο Μάξιμος έλεγε ότι στον άνθρωπο δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμαρτία που να μην προέρχεται από μια παράλογη κλίση της ψυχής προς την αίσθηση, χάριν της ηδονής (91), μήπως αυτό το «σχεδόν» αναφέρεται ακριβώς στην κενοδοξία και στην υπερηφάνεια; Όταν πρόσθετε: «Δεν υπάρχει στον άνθρωπο σχεδόν καμία αρετή που να μην έχει ως αρχή της γεννήσεώς της τη συνειδητή αποδέσμευση της ψυχής από την αίσθηση», μήπως κάνει αυτή την εξαίρεση έχοντας ακριβώς κατά νου την ταπεινοφροσύνη;
Η διάκριση ανάμεσα στα πάθη του σώματος και στα πάθη της ψυχής (92) δεν σημαίνει άραγε ότι ορισμένα από αυτά δεν έχουν τίποτε το σωματικό; Και δεν πρέπει να κατατάξουμε μεταξύ των τελευταίων, πρώτα απ’ όλα, την υπερηφάνεια, αμαρτία του αγγέλου, καθώς και το πιο ανθρώπινο υποκοριστικό της, την κενοδοξία; Ας γίνει ακόμη δεκτό αυτό για την κενοδοξία του κοσμικού ανθρώπου: αυτή στηρίζεται στην περιουσία, στην ηδονή, στην υγεία και στα πολλά παιδιά (93). Τι συμβαίνει όμως με τον μοναχό, ο οποίος τη θεμελιώνει στην αρετή; (94).
Πράγματι, η προσκόλληση στην καλή φήμη δεν αποτελεί άραγε μεγάλη βοήθεια για την άσκηση, λόγου χάρη, της σωφροσύνης; Ο Ευάγριος είχε διδάξει (95), και ο Μάξιμος συμφωνεί (96), ότι είναι αδύνατον οι δύο δαίμονες, της κενοδοξίας και της λαγνείας, να προσβάλουν ταυτόχρονα την ίδια ψυχή. Συμβουλεύει μάλιστα να εκμεταλλευόμαστε αυτή την αντίθεση στην τακτική του πνευματικού αγώνα: όταν μας παρενοχλεί ο ένας από τους δύο, ας του αντιτάσσουμε τις υποβολές του αντιπάλου του. Από εδώ ακριβώς προέρχεται ο ορισμός της φιλαυτίας στα λεξικά μας: αυτοσεβασμός, το αίσθημα που έχει κανείς για την αξιοπρέπειά του.
Ο Μάξιμος, από την πλευρά του, θεωρεί τις αρετές που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο καθαρά φαινομενικές: το Ἀσβακαφάθ μεταφράζεται ως «εκείνος που επιτίθεται από πίσω», και «είναι ο διάβολος, ο οποίος εισάγει στη γη του Ισραήλ, δηλαδή στην αρετή και στη γνώση, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, την επιθυμία να αρέσει κανείς στους ανθρώπους, την υποκρισία… για να κλέψει από τους εργάτες τον καρπό των κόπων τους» (97).
Ο ίδιος ο Ευάγριος, άλλωστε, είχε δώσει τη συμβουλή του μόνο ως προσωρινό τέχνασμα. Οι δαίμονες προσποιούνται ότι συνεργάζονται στην οικοδόμηση του ναού του Κυρίου. «Δεν μισούν την αγνότητα ούτε αποστρέφονται τη νηστεία, ούτε τη διανομή χρημάτων, ούτε τη φιλοξενία, ούτε την ψαλμωδία, ούτε τον χρόνο που αφιερώνεται στην πνευματική ανάγνωση, ούτε τις υψηλές μελέτες, ούτε τη χαμευνία, ούτε τις αγρυπνίες, ούτε τα άλλα γνωρίσματα μιας ζωής κατά Θεόν, όσο η πρόθεση και το κίνητρο των πράξεων κατευθύνονται προς αυτούς» (98). Διότι πολλές ανθρώπινες πράξεις, αγαθές καθ’ εαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι αγαθές εξαιτίας του κινήτρου τους. «Η νηστεία, οι αγρυπνίες, η προσευχή και η ψαλμωδία, η ελεημοσύνη και η φιλοξενία είναι καθ’ εαυτές αγαθές πράξεις· όταν όμως γίνονται από κενοδοξία, παύουν να είναι αγαθές» (99).
Πνευματική κενοδοξία; Δεν υπάρχει πνευματική κενοδοξία. «Το να ευχαριστείται κανείς με τους επαίνους εξακολουθεί να σημαίνει ότι αγαπά τη φιληδονία», μας είπε ο Ωριγένης. Και ο Μάξιμος διαβεβαιώνει χωρίς κανέναν περιορισμό ότι η αίσθηση και τα αισθητά αντικείμενα είναι η μοναδική αιτία της παρεκτροπής του νου (100). Και ακόμη, χωρίς καμία επιφύλαξη, ότι η οίηση —η εσφαλμένη εκτίμηση του εαυτού— γεννιέται από την ένωση του νου με την αίσθηση (101). Και ακόμη: «Όταν επιδιώκουμε την ηδονή εξαιτίας της φιλαυτίας, γεννούμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία κ.λπ.» (102).
Η διαφορά μεταξύ σωματικών και ψυχικών παθών δεν είναι διαφορά προελεύσεως· σε όλα τα πάθη, τα αισθητά αντικείμενα είναι εκείνα που δίνουν την πρώτη ώθηση (103). Η κενοδοξία, όπως και οι ηδονές του στόματος, του φύλου ή του χρήματος, μαρτυρεί επιθυμία για επίγεια αγαθά (104). Άλλωστε, δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση: ολόκληρη η πραγματικότητα διαιρείται σε αισθητό και νοητό κόσμο· ο άνθρωπος προσκολλάται είτε στον έναν είτε στον άλλο· και αυτή η επιλογή μεταξύ του ενός και του άλλου μάς καθιστά ενάρετους ή κακούς.
«Ψεκτό πάθος αγάπης είναι εκείνο που δίνει στον νου ως αντικείμενο τα υλικά πράγματα· αξιέπαινο πάθος αγάπης είναι εκείνο που τον προσδένει στα θεία. Διότι νόμος του νου είναι, όταν σταματήσει σε κάποιο αντικείμενο, να πλατύνεται μέσα σε αυτό· και προς εκείνο μέσα στο οποίο πλατύνεται συγκλίνουν οι επιθυμίες και η αγάπη του: είτε προς τις θείες και νοητές πραγματικότητες, οι οποίες αποτελούν το οικείο στοιχείο του, είτε προς τις σαρκικές πραγματικότητες και τα σαρκικά πάθη» (105).
Γι’ αυτό θα δούμε ότι η αγάπη προς τον Θεό εξολοθρεύει όλα τα πάθη, όπως ακριβώς η φιλαυτία τα κάνει να ευδοκιμούν. Μόνον η αγάπη είναι πνευματική· όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας, είναι σαρκικά. «Αγνές σαν άγγελοι, υπερήφανες σαν δαίμονες»: φράση που δεν έχει νόημα, τουλάχιστον για τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
δ) Λύπη, οργή, ακηδία
Απομένουν τρία ακόμη πάθη σύμφωνα με τον κλασικό κατάλογο. Ο άγιος Μάξιμος δεν μιλά πολύ γι’ αυτά, σε αντίθεση με πολλούς άλλους Έλληνες πνευματικούς συγγραφείς. Η ακηδία, την οποία περιέγραψαν τόσο διεξοδικά ο Ευάγριος, ο Νείλος και ο Κασσιανός, αναφέρεται σχεδόν μόνο μία φορά στις τέσσερις Εκατοντάδες περί Αγάπης. Όσα διαβάζουμε εκεί συμφωνούν με τις παραδοσιακές αντιλήψεις: «Όλα τα άλλα πάθη προσβάλλουν στην ψυχή είτε το θυμικό είτε το επιθυμητικό μέρος είτε ακόμη και το νοερό μέρος, όπως η λήθη και η άγνοια. Η ακηδία, αντιθέτως, επιτίθεται σε όλες τις δυνάμεις της ψυχής και θέτει σε κίνηση σχεδόν όλα τα πάθη. Γι’ αυτό είναι το βαρύτερο απ’ όλα. Επομένως, ο Κύριος έχει δίκιο όταν, δίνοντάς μας το φάρμακό της, λέει: “Με την υπομονή σας κτήσασθε τις ψυχές σας”» (106). Η ζωή του Ομολογητή ήταν τόσο γεμάτη από μέριμνες και μελέτες, ώστε δύσκολα θα είχε τον χρόνο να γνωρίσει σε μεγάλο βαθμό αυτή την ακαθόριστη ψυχική δυσφορία.
Διότι η ακηδία διαφέρει από τη λύπη κατά το ότι δεν έχει συγκεκριμένη αιτία. Είναι η νόσος της φιλαυτίας γενικά. Η λύπη και η οργή είναι αντιδράσεις του επιθυμητικού και του θυμικού μέρους. Μπορούν να επακολουθήσουν καθένα από τα τρία κύρια πάθη, όχι όμως όλα μαζί. «Από τα πάθη, άλλα αναφέρονται στο θυμικό μέρος της ψυχής και άλλα στο επιθυμητικό. Όλα τίθενται σε κίνηση από τα αισθητά αντικείμενα. Και τίθενται σε κίνηση όταν η ψυχή βρίσκεται έξω από την αγάπη και την εγκράτεια» (107). Η λύπη και η οργή έχουν τόσο ποικίλες μορφές, ώστε ο κατάλογός τους θα ήταν ατελείωτος. Γι’ αυτό ο Μάξιμος δεν προσκολλάται πολύ στα σημεία αυτά στον κατάλογο του Ευαγρίου. Η κλίση του είναι περισσότερο προς τη διδασκαλία παρά προς τις λεπτομέρειες της πρακτικής.
Όσον αφορά τη λύπη, θυμάται τον στωικό ορισμό: είναι ουσιαστικά μια συστολή, μια σύμπτυξη, μια παράλογη αναδίπλωση στον εαυτό ύστερα από μια αποτυχημένη κίνηση προς την ηδονή. Κάθε λύπη βασίζεται σε μια απογοήτευση. Ο πλησίον μας την προκαλεί ή γίνεται αφορμή της με δύο τρόπους: με το κακό που μας κάνει και με το αγαθό που κατέχει. Από εδώ προέρχονται η μνησικακία και ο φθόνος.
Η λέξη «μνησικακία» ως απόδοση του mnésikakia επιβάλλει την παρατήρηση που έγινε ήδη σχετικά με τον εγωισμό και τη φιλαυτία: κινδυνεύει να περιορίσει τις απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής. Δεν πρέπει να αποκλειστεί μόνο η πικρία· πρέπει να αποκλειστεί και η ανάμνηση των προσβολών που δεχθήκαμε. Δεν ζητούμε άραγε από τον Θεό να λησμονήσει τις ανομίες μας; Ή, αν αυτό είναι απλώς τρόπος του λέγειν, να μας παραχωρήσει ό,τι θέλουμε να εκφράσουμε με αυτόν: δηλαδή να μας αγαπά και να μας μεταχειρίζεται σαν να μην είχαμε αμαρτήσει;
«Η λύπη και η μνησικακία συμβαδίζουν. Αν λοιπόν ο νους αισθάνεται λύπη όταν φέρνει στη φαντασία του το πρόσωπο του αδελφού που μας αδίκησε, αυτό αποδεικνύει ότι τρέφει μνησικακία εναντίον του. Οι δρόμοι των μνησίκακων οδηγούν στον θάνατο (108), διότι κάθε άνθρωπος που διατηρεί μνησικακία είναι άδικος» (200).
«Τρέφεις μνησικακία εναντίον κάποιου; Προσευχήσου γι’ αυτόν και θα ανακόψεις την εμπαθή κίνηση, διαχωρίζοντας με την προσευχή τη λύπη από την ανάμνηση του κακού που σου έκανε. Έπειτα, όταν ξαναβρείς την αγάπη και την ευμένεια, θα απομακρύνεις ολοκληρωτικά από την ψυχή σου αυτό το πάθος» (110).
Για ακόμη μία φορά, ο Μάξιμος μάς λέει ότι δεν υπάρχει πλήρης απελευθέρωση από αυτή τη μορφή φιλαυτίας παρά μόνο μέσω της τέλειας αγάπης. Ας μην έχουμε αυταπάτες: «Είναι γνώρισμα ανθρώπου που εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την κενοδοξία ή προσκολλημένος σε κάποιο υλικό αντικείμενο, το να αισθάνεται πικρία εναντίον των ανθρώπων εξαιτίας πρόσκαιρων αγαθών, να τους κρατά μνησικακία, να τους αποστρέφεται ή να είναι δούλος αισχρών λογισμών. Η φιλόθεη ψυχή δεν έχει τίποτε κοινό με τέτοια συναισθήματα» (11).
Σχετικά με τον φθόνο, κάποιος συγκέντρωσε, υπό το όνομα του Μαξίμου, μια εκτενή συλλογή αποφθεγμάτων στα Loci Communes (2). Για αυτό το κακό οι άνθρωποι μιλούν κυρίως επειδή πιστεύουν ότι το συναντούν στους άλλους. Οι Έλληνες ασκητικοί συγγραφείς δεν αποτελούν εξαίρεση. Πρώτα υπάρχει ο μεγάλος φθονερός, ο διάβολος. Έπειτα υπάρχουν όλοι όσοι κάνουν τους αγίους να υποφέρουν, πάντοτε από φθόνο, σχεδόν χωρίς εξαίρεση. Γι’ αυτό τα αποφθέγματα σχετικά με αυτό το πάθος είναι ιδιαίτερα εύστοχα.
«Ο Θεμιστοκλής, όταν ήταν έφηβος, έλεγε: “Δεν έχω κάνει ακόμη τίποτε αξιοσημείωτο, αφού κανείς ακόμη δεν με φθονεί”» (112).
«Από τι πρέπει κυρίως να προφυλάσσεται κανείς;» ρωτούσαν τον Κλεόβουλο τον Λίνδιο. «Από τον φθόνο των φίλων και από τις παγίδες των εχθρών» (114).
Ο Μάξιμος ίσως θεωρεί ότι οι άλλοι έχουν πει αρκετά για αυτό το θέμα. Ο ίδιος αφιερώνει μόνο ένα κεφάλαιο:
«Όσον αφορά τον φθονερό, δύσκολα θα κατορθώσεις να καταπραΰνεις τη λύπη του, διότι θεωρεί συμφορά αυτό που φθονεί σε εσένα. Για να τον καταπραΰνεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να το αποκρύψεις. Αν όμως αυτό που τον θλίβει είναι ωφέλιμο για πολλούς, ποια από τις δύο πλευρές θα παραμελήσεις; Πρέπει λοιπόν να αποφασίσεις υπέρ των πολλών, χωρίς να εγκαταλείψεις τον μεμονωμένο άνθρωπο, όσο αυτό είναι δυνατόν, ούτε να παρασυρθείς στο ίδιο το κακό από το οποίο εκείνος υποφέρει· διότι βοηθάς τον εμπαθή άνθρωπο και όχι το πάθος. Με πολλή ταπεινοφροσύνη, όμως, να τον θεωρείς ανώτερο από τον εαυτό σου και πάντοτε, σε κάθε τόπο και σε κάθε υπόθεση, να του δίνεις την προτίμηση.
Όσον αφορά τον δικό σου φθόνο, ο τρόπος να τον καταπραΰνεις είναι να χαίρεσαι μαζί με εκείνον που φθονείς, όταν τον βλέπεις χαρούμενο, και να λυπάσαι μαζί του όταν βρίσκεται σε θλίψη, ώστε να εκπληρώσεις τον λόγο του Αποστόλου: να χαίρεστε με όσους χαίρονται και να κλαίτε με όσους κλαίνε» (115).
Το να υποφέρει κανείς από τον πόνο του άλλου το ονομάζουμε συμπόνια. Για τη χαρά που αισθάνεται κανείς για τη χαρά των άλλων, υπάρχει άραγε έστω και μία λέξη;
Αν ο φθόνος είναι τόσο δύσκολο να θεραπευθεί, αυτό ίσως συμβαίνει επειδή, μολονότι γεννιέται από το επιθυμητικό, περιέχει ήδη ένα σπέρμα οργής. Διότι «τα πάθη του θυμικού μέρους της ψυχής είναι δυσκολότερο να υποταχθούν από εκείνα του επιθυμητικού» (116). Principiis obsta, sero medicina paratur — «αντιστάσου στις αρχές· αργά ετοιμάζεται το φάρμακο».
Όταν, πάλι, η θυμική δύναμη ταράσσεται από την εμπαθή ανάμνηση των προσβολών που δεχθήκαμε, αιτία είναι η φιληδονία, η κενοδοξία και η προσκόλληση στα υλικά αντικείμενα» (117). Ο ερεθισμός αποδεικνύει, επομένως, πάντοτε την παρουσία μιας επιθυμίας· το αντίστροφο όμως δεν ισχύει:
«Δεν οργιζόμαστε για καθετί που μας λυπεί. Οι αιτίες της λύπης είναι περισσότερες από τις αιτίες της οργής. Παραδείγματα: αυτό το αντικείμενο έσπασε, εκείνο χάθηκε, κάποιος πέθανε. Για αυτά μόνο λυπούμαστε. Για τα άλλα και λυπούμαστε και οργιζόμαστε, επειδή δεν διαθέτουμε φιλοσοφική διάθεση» (118).
Πρέπει όμως να διαβάσει κανείς από την αρχή μέχρι το τέλος τις Εκατοντάδες περί Αγάπης (119).
III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
1. ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ
II. ΨΥΧΟΓΕΝΕΣΗ
3. ΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.
γ) Κενοδοξία και υπερηφάνεια
Ο κατάλογός μας των κεφαλαιωδών αμαρτημάτων δεν κάνει αυτή τη διάκριση, μολονότι η γλώσσα τη διατήρησε. Ανάμεσα στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια υπάρχει συγγένεια αλλά και διαφορά. Και οι δύο αναζητούν κάποια δόξα· η πρώτη, όμως, επιδιώκει μάταιη δόξα, επειδή προέρχεται από μάταιους ανθρώπους —vani vanam—, ενώ η δεύτερη σφετερίζεται μια αληθινή δόξα, η οποία όμως ανήκει στον Θεό. Στην πρώτη εκδηλώνεται περισσότερο η ανοησία· στη δεύτερη, η ασέβεια: δύο ιδιότητες που κληρονομήθηκαν από την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία.
Όλοι οι ανατολικοί πνευματικοί συγγραφείς συμφωνούν σε αυτό. Η κενοδοξία έχει μόνον ευτέλεια· η υπερηφάνεια έχει ένα είδος ανεστραμμένου μεγαλείου, εκείνο της ιερόσυλης αλαζονείας. Ας παραθέσουμε μόνο ένα κεφάλαιο του αγίου Μαξίμου: «Το ιδιαίτερο γνώρισμα της κενοδοξίας στον μοναχό είναι να επιδεικνύει την αρετή και όσα σχετίζονται με αυτήν· το ιδιαίτερο γνώρισμα της υπερηφάνειάς του είναι να επαίρεται για τις καλές του πράξεις, περιφρονώντας τους άλλους, και να αποδίδει στον εαυτό του την αξία τους, αντί να την αναφέρει στον Θεό. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας του κοσμικού ανθρώπου συνίσταται στο να επιδεικνύεται και να επαίρεται για την εξωτερική του εμφάνιση, την περιουσία του, την κοινωνική του θέση και τις γνώσεις του» (79).
Θα έλεγε κανείς ότι στους ανθρώπους του κόσμου η διάκριση είναι λιγότερο σαφής· και αυτό επειδή, εξ υποθέσεως, θυμούνται λίγο τον Θεό. Η υπερηφάνειά τους θα είναι περισσότερο έμμεση, αλλά η κενοδοξία τους θα εμπεριέχει ευκολότερα την υπερηφάνεια.
Ίσως οι ευσεβείς ψυχές να ζημιώθηκαν επειδή δεν έχουν πλέον αυτή τη διάκριση παρούσα στον νου τους. Πολλές θεωρούν τον εαυτό τους πολύ υπερήφανο, ενώ είναι απλώς κενόδοξες. Μήπως η κενοδοξία βρίσκει ακόμη κάποια ικανοποίηση προτιμώντας το ψευδές μεγαλείο της υπερηφάνειας από τη δική της μικρότητα; Υπάρχει, ωστόσο, ένας εύκολος τρόπος να τις διακρίνουμε: η κενοδοξία, μέσα στην ανοησία της, δεν είναι τόσο εκλεκτική. Τρέφεται με τις πιο ετερόκλητες τροφές. «Τα παιδάκια μου είναι χαριτωμένα», λέει στον εαυτό της, όσο άσχημα κι αν είναι τα παιδιά που γεννά.
Ο Αριστοτέλης είχε ήδη παρουσιάσει αυτή την αδυναμία ως γνώρισμα της φιλαυτίας (80): «Επειδή όλοι είναι φίλαυτοι, αναγκαστικά όλοι βρίσκουν ευχάριστα όσα είναι δικά τους, τα έργα και τους λόγους τους». Και δεν είναι τυχαίο ότι το κεφάλαιο του Μαξίμου που πρόκειται να διαβάσουμε ακολουθεί ένα άλλο, στο οποίο η φιλαυτία ανακηρύσσεται για ακόμη μία φορά αιτία όλων των παθών:
«Οι γονείς έχουν αδυναμία στα παιδιά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο νους προσκολλάται στους λόγους του, εσωτερικούς ή εξωτερικούς —η λέξη logos έχει και τις δύο σημασίες. Στα μάτια γονέων υπερβολικά συναισθηματικών, παιδιά απαράμιλλα γελοία ξεχωρίζουν από όλα τα άλλα για την ωραία τους διάπλαση και τη χάρη τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε έναν ανόητο νου, τα ευρήματά του, ακόμη και όταν καταρρίπτουν κάθε ρεκόρ χονδροειδούς ανοησίας, φαίνονται τα λεπτότερα στον κόσμο.
Ο σοφός, αντιθέτως, δεν συμπεριφέρεται έτσι απέναντι στις ιδέες του. Όταν αισθάνεται βέβαιος για την ορθότητα και την ομορφιά τους, τότε ακριβώς δυσπιστεί περισσότερο απέναντι στη δική του κρίση και αναζητεί σοφούς ανθρώπους, για να τους καταστήσει κριτές των λόγων και των συλλογισμών του» (81).
Αναμφίβολα, υπάρχουν βαθμοί σε αυτή τη φιλαυτική τύφλωση. Η κενοδοξία δεν έχει πάντοτε τόσο κακό γούστο. Στον βαθμό, όμως, που στηρίζεται σε πιο αυθεντικά αγαθά, κινδυνεύει να μεταβληθεί σε υπερηφάνεια. «Αν νίκησες τα πιο ατιμωτικά πάθη —τη γαστριμαργία, τη λαγνεία, την οργή και την πλεονεξία—, αμέσως επιπίπτει εναντίον σου ο λογισμός της κενοδοξίας. Αν τον υποτάξεις, τον διαδέχεται ο λογισμός της υπερηφανείας» (82).
Η υπερηφάνεια είναι ο πειρασμός εκείνων που πλησιάζουν στην τελειότητα. Αναγνωρίζεται από το εξής σημείο: μας κάνει να λησμονούμε το non nobis Domine, sed nomini tuo da gloriam — «όχι σ’ εμάς, Κύριε, αλλά στο όνομά Σου δώσε δόξα». Οδηγεί προς τη βλασφημία και την αθεΐα· διότι αποτελεί ήδη άρνηση του Θεού το να μην Τον αναγνωρίζει κανείς ως δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων αγαθών. Η κενοδοξία, είχε πει ένας παλαιός, σύμφωνα με τον Ευάγριο, είναι αγκάθι που κεντά από όλες τις πλευρές. «Δεν είναι μικρός αγώνας το να ελευθερωθεί κανείς από την κενοδοξία» (83). Είναι αγώνας σκληρός και προπάντων εξαντλητικός για όποιον επιχειρεί να την καταδιώξει κατά μέτωπο. Θα χάσει το μυαλό του. Θα πρόκειται για ένα απελπιστικό παιχνίδι κρυφτού. «Ακόμη και αυτό που κάνεις για να την καταστρέψεις», είχε γράψει ο Ευάγριος (84), «γίνεται για σένα αρχή νέας κενοδοξίας». Το μόνο κλίμα που είναι θανατηφόρο γι’ αυτήν είναι η αφάνεια: «Καταργεί κανείς την κενοδοξία κρατώντας κρυφές τις ενάρετες ασκήσεις του» (85). «Ελευθερώνεται κανείς από την κενοδοξία με την κρυφή άσκηση των αρετών» (86).
Το πιο φοβερό, όμως, στη κενοδοξία είναι ότι γεννά την υπερηφάνεια, και μάλιστα «άλλοτε επειδή καταστρέφεται και άλλοτε επειδή εξακολουθεί να υπάρχει. Όταν καταστρέφεται, παράγει την οίηση· όταν εξακολουθεί να υπάρχει, την καύχηση» (87). Δεν πρέπει κανείς μόνο να εξαφανιστεί από τα μάτια των ανθρώπων, αλλά και από τα ίδια του τα μάτια: «Καταργεί κανείς την υπερηφάνεια αποδίδοντας στον Θεό τις καλές του πράξεις» (88).
Για τον δαίμονα της υπερηφάνειας ας διαβάσουμε μόνο δύο παραγράφους του Μαξίμου, στη μετάφραση του J. Pegon:
«Ο δαίμονας της υπερηφάνειας χρησιμοποιεί δύο τακτικές: είτε υποβάλλει στον μοναχό να αποδίδει στον εαυτό του τις καλές του πράξεις, αντί να τις αναφέρει στον Θεό, τον κύριο όλων των αγαθών και βοηθό κάθε επιτυχίας· είτε, αν ο μοναχός κωφεύσει, του εμπνέει περιφρόνηση για τους αδελφούς του που είναι ακόμη ατελείς. Και αυτός ο πειρασμός, χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς, οδηγεί στην άρνηση της βοήθειας του Θεού· διότι το να περιφρονεί κανείς τους άλλους, επειδή δεν κατόρθωσαν να ενεργήσουν σωστά, ισοδυναμεί με το να αποδίδει τις δικές του καλές πράξεις στις προσωπικές του δυνάμεις. Πρόκειται για βαθιά πλάνη, όπως είπε ο Διδάσκαλος: “Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε…”» 89).
«Εκείνος που γνώρισε την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως απέκτησε την εμπειρία της δυνάμεως του Θεού. Με τη βοήθειά της άλλοτε ενήργησε σωστά και άλλοτε προσπάθησε να ενεργήσει σωστά, χωρίς όμως ποτέ να περιφρονήσει κανέναν. Διότι γνωρίζει καλά ότι η θεία βοήθεια, η οποία τον ελευθέρωσε από πολλά και επίμονα πάθη, μπορεί εξίσου να δοθεί και στους άλλους, όταν το θελήσει ο Θεός, και προπάντων σε εκείνους που αγωνίζονται με όλες τους τις δυνάμεις για χάρη Του…» (90).
Πώς όμως επαληθεύεται στα δύο αυτά πάθη ο ορισμός της φιλαυτίας ως κλίσεως προς το σώμα; Όταν ο Μάξιμος έλεγε ότι στον άνθρωπο δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμαρτία που να μην προέρχεται από μια παράλογη κλίση της ψυχής προς την αίσθηση, χάριν της ηδονής (91), μήπως αυτό το «σχεδόν» αναφέρεται ακριβώς στην κενοδοξία και στην υπερηφάνεια; Όταν πρόσθετε: «Δεν υπάρχει στον άνθρωπο σχεδόν καμία αρετή που να μην έχει ως αρχή της γεννήσεώς της τη συνειδητή αποδέσμευση της ψυχής από την αίσθηση», μήπως κάνει αυτή την εξαίρεση έχοντας ακριβώς κατά νου την ταπεινοφροσύνη;
Η διάκριση ανάμεσα στα πάθη του σώματος και στα πάθη της ψυχής (92) δεν σημαίνει άραγε ότι ορισμένα από αυτά δεν έχουν τίποτε το σωματικό; Και δεν πρέπει να κατατάξουμε μεταξύ των τελευταίων, πρώτα απ’ όλα, την υπερηφάνεια, αμαρτία του αγγέλου, καθώς και το πιο ανθρώπινο υποκοριστικό της, την κενοδοξία; Ας γίνει ακόμη δεκτό αυτό για την κενοδοξία του κοσμικού ανθρώπου: αυτή στηρίζεται στην περιουσία, στην ηδονή, στην υγεία και στα πολλά παιδιά (93). Τι συμβαίνει όμως με τον μοναχό, ο οποίος τη θεμελιώνει στην αρετή; (94).
Πράγματι, η προσκόλληση στην καλή φήμη δεν αποτελεί άραγε μεγάλη βοήθεια για την άσκηση, λόγου χάρη, της σωφροσύνης; Ο Ευάγριος είχε διδάξει (95), και ο Μάξιμος συμφωνεί (96), ότι είναι αδύνατον οι δύο δαίμονες, της κενοδοξίας και της λαγνείας, να προσβάλουν ταυτόχρονα την ίδια ψυχή. Συμβουλεύει μάλιστα να εκμεταλλευόμαστε αυτή την αντίθεση στην τακτική του πνευματικού αγώνα: όταν μας παρενοχλεί ο ένας από τους δύο, ας του αντιτάσσουμε τις υποβολές του αντιπάλου του. Από εδώ ακριβώς προέρχεται ο ορισμός της φιλαυτίας στα λεξικά μας: αυτοσεβασμός, το αίσθημα που έχει κανείς για την αξιοπρέπειά του.
Ο Μάξιμος, από την πλευρά του, θεωρεί τις αρετές που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο καθαρά φαινομενικές: το Ἀσβακαφάθ μεταφράζεται ως «εκείνος που επιτίθεται από πίσω», και «είναι ο διάβολος, ο οποίος εισάγει στη γη του Ισραήλ, δηλαδή στην αρετή και στη γνώση, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, την επιθυμία να αρέσει κανείς στους ανθρώπους, την υποκρισία… για να κλέψει από τους εργάτες τον καρπό των κόπων τους» (97).
Ο ίδιος ο Ευάγριος, άλλωστε, είχε δώσει τη συμβουλή του μόνο ως προσωρινό τέχνασμα. Οι δαίμονες προσποιούνται ότι συνεργάζονται στην οικοδόμηση του ναού του Κυρίου. «Δεν μισούν την αγνότητα ούτε αποστρέφονται τη νηστεία, ούτε τη διανομή χρημάτων, ούτε τη φιλοξενία, ούτε την ψαλμωδία, ούτε τον χρόνο που αφιερώνεται στην πνευματική ανάγνωση, ούτε τις υψηλές μελέτες, ούτε τη χαμευνία, ούτε τις αγρυπνίες, ούτε τα άλλα γνωρίσματα μιας ζωής κατά Θεόν, όσο η πρόθεση και το κίνητρο των πράξεων κατευθύνονται προς αυτούς» (98). Διότι πολλές ανθρώπινες πράξεις, αγαθές καθ’ εαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι αγαθές εξαιτίας του κινήτρου τους. «Η νηστεία, οι αγρυπνίες, η προσευχή και η ψαλμωδία, η ελεημοσύνη και η φιλοξενία είναι καθ’ εαυτές αγαθές πράξεις· όταν όμως γίνονται από κενοδοξία, παύουν να είναι αγαθές» (99).
Πνευματική κενοδοξία; Δεν υπάρχει πνευματική κενοδοξία. «Το να ευχαριστείται κανείς με τους επαίνους εξακολουθεί να σημαίνει ότι αγαπά τη φιληδονία», μας είπε ο Ωριγένης. Και ο Μάξιμος διαβεβαιώνει χωρίς κανέναν περιορισμό ότι η αίσθηση και τα αισθητά αντικείμενα είναι η μοναδική αιτία της παρεκτροπής του νου (100). Και ακόμη, χωρίς καμία επιφύλαξη, ότι η οίηση —η εσφαλμένη εκτίμηση του εαυτού— γεννιέται από την ένωση του νου με την αίσθηση (101). Και ακόμη: «Όταν επιδιώκουμε την ηδονή εξαιτίας της φιλαυτίας, γεννούμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία κ.λπ.» (102).
Η διαφορά μεταξύ σωματικών και ψυχικών παθών δεν είναι διαφορά προελεύσεως· σε όλα τα πάθη, τα αισθητά αντικείμενα είναι εκείνα που δίνουν την πρώτη ώθηση (103). Η κενοδοξία, όπως και οι ηδονές του στόματος, του φύλου ή του χρήματος, μαρτυρεί επιθυμία για επίγεια αγαθά (104). Άλλωστε, δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση: ολόκληρη η πραγματικότητα διαιρείται σε αισθητό και νοητό κόσμο· ο άνθρωπος προσκολλάται είτε στον έναν είτε στον άλλο· και αυτή η επιλογή μεταξύ του ενός και του άλλου μάς καθιστά ενάρετους ή κακούς.
«Ψεκτό πάθος αγάπης είναι εκείνο που δίνει στον νου ως αντικείμενο τα υλικά πράγματα· αξιέπαινο πάθος αγάπης είναι εκείνο που τον προσδένει στα θεία. Διότι νόμος του νου είναι, όταν σταματήσει σε κάποιο αντικείμενο, να πλατύνεται μέσα σε αυτό· και προς εκείνο μέσα στο οποίο πλατύνεται συγκλίνουν οι επιθυμίες και η αγάπη του: είτε προς τις θείες και νοητές πραγματικότητες, οι οποίες αποτελούν το οικείο στοιχείο του, είτε προς τις σαρκικές πραγματικότητες και τα σαρκικά πάθη» (105).
Γι’ αυτό θα δούμε ότι η αγάπη προς τον Θεό εξολοθρεύει όλα τα πάθη, όπως ακριβώς η φιλαυτία τα κάνει να ευδοκιμούν. Μόνον η αγάπη είναι πνευματική· όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας, είναι σαρκικά. «Αγνές σαν άγγελοι, υπερήφανες σαν δαίμονες»: φράση που δεν έχει νόημα, τουλάχιστον για τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
δ) Λύπη, οργή, ακηδία
Απομένουν τρία ακόμη πάθη σύμφωνα με τον κλασικό κατάλογο. Ο άγιος Μάξιμος δεν μιλά πολύ γι’ αυτά, σε αντίθεση με πολλούς άλλους Έλληνες πνευματικούς συγγραφείς. Η ακηδία, την οποία περιέγραψαν τόσο διεξοδικά ο Ευάγριος, ο Νείλος και ο Κασσιανός, αναφέρεται σχεδόν μόνο μία φορά στις τέσσερις Εκατοντάδες περί Αγάπης. Όσα διαβάζουμε εκεί συμφωνούν με τις παραδοσιακές αντιλήψεις: «Όλα τα άλλα πάθη προσβάλλουν στην ψυχή είτε το θυμικό είτε το επιθυμητικό μέρος είτε ακόμη και το νοερό μέρος, όπως η λήθη και η άγνοια. Η ακηδία, αντιθέτως, επιτίθεται σε όλες τις δυνάμεις της ψυχής και θέτει σε κίνηση σχεδόν όλα τα πάθη. Γι’ αυτό είναι το βαρύτερο απ’ όλα. Επομένως, ο Κύριος έχει δίκιο όταν, δίνοντάς μας το φάρμακό της, λέει: “Με την υπομονή σας κτήσασθε τις ψυχές σας”» (106). Η ζωή του Ομολογητή ήταν τόσο γεμάτη από μέριμνες και μελέτες, ώστε δύσκολα θα είχε τον χρόνο να γνωρίσει σε μεγάλο βαθμό αυτή την ακαθόριστη ψυχική δυσφορία.
Διότι η ακηδία διαφέρει από τη λύπη κατά το ότι δεν έχει συγκεκριμένη αιτία. Είναι η νόσος της φιλαυτίας γενικά. Η λύπη και η οργή είναι αντιδράσεις του επιθυμητικού και του θυμικού μέρους. Μπορούν να επακολουθήσουν καθένα από τα τρία κύρια πάθη, όχι όμως όλα μαζί. «Από τα πάθη, άλλα αναφέρονται στο θυμικό μέρος της ψυχής και άλλα στο επιθυμητικό. Όλα τίθενται σε κίνηση από τα αισθητά αντικείμενα. Και τίθενται σε κίνηση όταν η ψυχή βρίσκεται έξω από την αγάπη και την εγκράτεια» (107). Η λύπη και η οργή έχουν τόσο ποικίλες μορφές, ώστε ο κατάλογός τους θα ήταν ατελείωτος. Γι’ αυτό ο Μάξιμος δεν προσκολλάται πολύ στα σημεία αυτά στον κατάλογο του Ευαγρίου. Η κλίση του είναι περισσότερο προς τη διδασκαλία παρά προς τις λεπτομέρειες της πρακτικής.
Όσον αφορά τη λύπη, θυμάται τον στωικό ορισμό: είναι ουσιαστικά μια συστολή, μια σύμπτυξη, μια παράλογη αναδίπλωση στον εαυτό ύστερα από μια αποτυχημένη κίνηση προς την ηδονή. Κάθε λύπη βασίζεται σε μια απογοήτευση. Ο πλησίον μας την προκαλεί ή γίνεται αφορμή της με δύο τρόπους: με το κακό που μας κάνει και με το αγαθό που κατέχει. Από εδώ προέρχονται η μνησικακία και ο φθόνος.
Η λέξη «μνησικακία» ως απόδοση του mnésikakia επιβάλλει την παρατήρηση που έγινε ήδη σχετικά με τον εγωισμό και τη φιλαυτία: κινδυνεύει να περιορίσει τις απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής. Δεν πρέπει να αποκλειστεί μόνο η πικρία· πρέπει να αποκλειστεί και η ανάμνηση των προσβολών που δεχθήκαμε. Δεν ζητούμε άραγε από τον Θεό να λησμονήσει τις ανομίες μας; Ή, αν αυτό είναι απλώς τρόπος του λέγειν, να μας παραχωρήσει ό,τι θέλουμε να εκφράσουμε με αυτόν: δηλαδή να μας αγαπά και να μας μεταχειρίζεται σαν να μην είχαμε αμαρτήσει;
«Η λύπη και η μνησικακία συμβαδίζουν. Αν λοιπόν ο νους αισθάνεται λύπη όταν φέρνει στη φαντασία του το πρόσωπο του αδελφού που μας αδίκησε, αυτό αποδεικνύει ότι τρέφει μνησικακία εναντίον του. Οι δρόμοι των μνησίκακων οδηγούν στον θάνατο (108), διότι κάθε άνθρωπος που διατηρεί μνησικακία είναι άδικος» (200).
«Τρέφεις μνησικακία εναντίον κάποιου; Προσευχήσου γι’ αυτόν και θα ανακόψεις την εμπαθή κίνηση, διαχωρίζοντας με την προσευχή τη λύπη από την ανάμνηση του κακού που σου έκανε. Έπειτα, όταν ξαναβρείς την αγάπη και την ευμένεια, θα απομακρύνεις ολοκληρωτικά από την ψυχή σου αυτό το πάθος» (110).
Για ακόμη μία φορά, ο Μάξιμος μάς λέει ότι δεν υπάρχει πλήρης απελευθέρωση από αυτή τη μορφή φιλαυτίας παρά μόνο μέσω της τέλειας αγάπης. Ας μην έχουμε αυταπάτες: «Είναι γνώρισμα ανθρώπου που εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την κενοδοξία ή προσκολλημένος σε κάποιο υλικό αντικείμενο, το να αισθάνεται πικρία εναντίον των ανθρώπων εξαιτίας πρόσκαιρων αγαθών, να τους κρατά μνησικακία, να τους αποστρέφεται ή να είναι δούλος αισχρών λογισμών. Η φιλόθεη ψυχή δεν έχει τίποτε κοινό με τέτοια συναισθήματα» (11).
Σχετικά με τον φθόνο, κάποιος συγκέντρωσε, υπό το όνομα του Μαξίμου, μια εκτενή συλλογή αποφθεγμάτων στα Loci Communes (2). Για αυτό το κακό οι άνθρωποι μιλούν κυρίως επειδή πιστεύουν ότι το συναντούν στους άλλους. Οι Έλληνες ασκητικοί συγγραφείς δεν αποτελούν εξαίρεση. Πρώτα υπάρχει ο μεγάλος φθονερός, ο διάβολος. Έπειτα υπάρχουν όλοι όσοι κάνουν τους αγίους να υποφέρουν, πάντοτε από φθόνο, σχεδόν χωρίς εξαίρεση. Γι’ αυτό τα αποφθέγματα σχετικά με αυτό το πάθος είναι ιδιαίτερα εύστοχα.
«Ο Θεμιστοκλής, όταν ήταν έφηβος, έλεγε: “Δεν έχω κάνει ακόμη τίποτε αξιοσημείωτο, αφού κανείς ακόμη δεν με φθονεί”» (112).
«Από τι πρέπει κυρίως να προφυλάσσεται κανείς;» ρωτούσαν τον Κλεόβουλο τον Λίνδιο. «Από τον φθόνο των φίλων και από τις παγίδες των εχθρών» (114).
Ο Μάξιμος ίσως θεωρεί ότι οι άλλοι έχουν πει αρκετά για αυτό το θέμα. Ο ίδιος αφιερώνει μόνο ένα κεφάλαιο:
«Όσον αφορά τον φθονερό, δύσκολα θα κατορθώσεις να καταπραΰνεις τη λύπη του, διότι θεωρεί συμφορά αυτό που φθονεί σε εσένα. Για να τον καταπραΰνεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να το αποκρύψεις. Αν όμως αυτό που τον θλίβει είναι ωφέλιμο για πολλούς, ποια από τις δύο πλευρές θα παραμελήσεις; Πρέπει λοιπόν να αποφασίσεις υπέρ των πολλών, χωρίς να εγκαταλείψεις τον μεμονωμένο άνθρωπο, όσο αυτό είναι δυνατόν, ούτε να παρασυρθείς στο ίδιο το κακό από το οποίο εκείνος υποφέρει· διότι βοηθάς τον εμπαθή άνθρωπο και όχι το πάθος. Με πολλή ταπεινοφροσύνη, όμως, να τον θεωρείς ανώτερο από τον εαυτό σου και πάντοτε, σε κάθε τόπο και σε κάθε υπόθεση, να του δίνεις την προτίμηση.
Όσον αφορά τον δικό σου φθόνο, ο τρόπος να τον καταπραΰνεις είναι να χαίρεσαι μαζί με εκείνον που φθονείς, όταν τον βλέπεις χαρούμενο, και να λυπάσαι μαζί του όταν βρίσκεται σε θλίψη, ώστε να εκπληρώσεις τον λόγο του Αποστόλου: να χαίρεστε με όσους χαίρονται και να κλαίτε με όσους κλαίνε» (115).
Το να υποφέρει κανείς από τον πόνο του άλλου το ονομάζουμε συμπόνια. Για τη χαρά που αισθάνεται κανείς για τη χαρά των άλλων, υπάρχει άραγε έστω και μία λέξη;
Αν ο φθόνος είναι τόσο δύσκολο να θεραπευθεί, αυτό ίσως συμβαίνει επειδή, μολονότι γεννιέται από το επιθυμητικό, περιέχει ήδη ένα σπέρμα οργής. Διότι «τα πάθη του θυμικού μέρους της ψυχής είναι δυσκολότερο να υποταχθούν από εκείνα του επιθυμητικού» (116). Principiis obsta, sero medicina paratur — «αντιστάσου στις αρχές· αργά ετοιμάζεται το φάρμακο».
Όταν, πάλι, η θυμική δύναμη ταράσσεται από την εμπαθή ανάμνηση των προσβολών που δεχθήκαμε, αιτία είναι η φιληδονία, η κενοδοξία και η προσκόλληση στα υλικά αντικείμενα» (117). Ο ερεθισμός αποδεικνύει, επομένως, πάντοτε την παρουσία μιας επιθυμίας· το αντίστροφο όμως δεν ισχύει:
«Δεν οργιζόμαστε για καθετί που μας λυπεί. Οι αιτίες της λύπης είναι περισσότερες από τις αιτίες της οργής. Παραδείγματα: αυτό το αντικείμενο έσπασε, εκείνο χάθηκε, κάποιος πέθανε. Για αυτά μόνο λυπούμαστε. Για τα άλλα και λυπούμαστε και οργιζόμαστε, επειδή δεν διαθέτουμε φιλοσοφική διάθεση» (118).
Πρέπει όμως να διαβάσει κανείς από την αρχή μέχρι το τέλος τις Εκατοντάδες περί Αγάπης (119).
III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
1. ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ
ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ Η ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΗ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΠΩΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΕ ΤΟ ΣΩΜΑ, ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΟ, ΦΘΑΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ.
ΤΙ ΚΡΥΒΕΙ; ΠΟΙΟΝ ΑΒΥΣΣΑΛΕΟ ΑΘΕΙΣΜΟ;
Σημειώσεις
(79) De Car. III, 84. Ο π. Pegon, αναμφίβολα από απροσεξία, παρέλειψε το μισό αυτού του κεφαλαίου στη μετάφρασή του.
(80) Ρητορ. I, I, 26.
(81) De Car. III, 58.
(83) III, 59.
(83) IV, 43.
(84) Practicos I, 20.
(85) De Car. III, 62.
(86) IV, 43.
(87) III, 61.
(88) Ό.π.
(89) II, 38.
(90) II, 39.
(21) Ad Thal. ερ. 58, PG 90.596 B.
(92) De Car. I, 64.
(93) III, 85.
(94) III, 84.
(95) Practicos II, 58, PG 40.1248 C.
(96) De Car. III, 60.
(PT) Ad Thol., ερ. 56, στ. 580 B.
(98) Ad Thal., ό.π., στ. 596 D.
(99) De Car. II, 35.
(100) Amb., PG 91.1112 B.
(101) Ad Thal. ερ. 55, PG 90.553 C.
(102) Ad Thal., Πρόλ., στ. 256 C.
(103) De Car. I, 65.
(104) III, 64.
(80) Ρητορ. I, I, 26.
(81) De Car. III, 58.
(83) III, 59.
(83) IV, 43.
(84) Practicos I, 20.
(85) De Car. III, 62.
(86) IV, 43.
(87) III, 61.
(88) Ό.π.
(89) II, 38.
(90) II, 39.
(21) Ad Thal. ερ. 58, PG 90.596 B.
(92) De Car. I, 64.
(93) III, 85.
(94) III, 84.
(95) Practicos II, 58, PG 40.1248 C.
(96) De Car. III, 60.
(PT) Ad Thol., ερ. 56, στ. 580 B.
(98) Ad Thal., ό.π., στ. 596 D.
(99) De Car. II, 35.
(100) Amb., PG 91.1112 B.
(101) Ad Thal. ερ. 55, PG 90.553 C.
(102) Ad Thal., Πρόλ., στ. 256 C.
(103) De Car. I, 65.
(104) III, 64.
(105) III, 71.
(108) Παρ. 12, 28.
(109) Παρ. 21, 24.
(110) De Car. III, 89 και 90.
(111) IV, 41.
(112) Κεφ. 54, PG 91.957 B-964 A.
(113) Ό.π., στ. 961 D.
(114) Ό.π., BB.
(115) De Car. III, 91.
(116) I, 66.
(117) III, 20.
(118) III, 96.
(119) Sources Chrétiennes, αρ. 9· Παρίσι 1943.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου