Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 10

Συνέχεια από Παρασκευή 10. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 10
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

II. ΨΥΧΟΓΕΝΕΣΗ

3. ΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.

α) Η γαστριμαργία και η λαγνεία

Και, για να είμαστε σύντομοι: ποιος άραγε εξακολουθεί να έχει τύψεις για τη γαστριμαργία; Αν θρηνούμε για τις περασμένες γαστριμαργίες μας —διότι χρησιμοποιούμε ευχαρίστως τη λέξη αυτή στον πληθυντικό—, αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή έχουν περάσει. Καταλαβαίνουμε ακόμη ότι πρέπει να ντρεπόμαστε γι’ αυτήν, όταν έχει συνδυαστεί με εγωισμό, εις βάρος ανθρώπων που βρίσκονται σε μεγαλύτερη ανάγκη από εμάς. Αλλά τι είδους εγωισμός υπάρχει στο να απολαμβάνει κανείς εκλεκτά εδέσματα; Ο καλοφαγάς μπορεί να έχει καλή καρδιά και να το αποδεικνύει, όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία: Omnis pinguis bonus — κάθε παχύς είναι καλός. Εδώ ακριβώς φανερώνεται η ανεπάρκεια του όρου «εγωισμός». Παραμένει η φιλαυτία. «Όποιος έχει τη φιλαυτία, έχει αναμφίβολα όλα τα πάθη» (**).

Η γαστριμαργία είναι το μικρότερο από τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα, αλλά συγχρόνως και το πρωτότοκο της φιλαυτίας, το οποίο περικλείει εν σπέρματι όλα τα υπόλοιπα. Απειλεί, επομένως, με θάνατο όλες τις αρετές. «Το πάθος της γαστριμαργίας στέρησε από πολλές αρετές τα τέκνα τους, μέσω της ηδονικής σκέψεως της απολαύσεως, η οποία ενεργεί σαν ξίφος. Φονεύει, μέσω της ακρασίας, τα γεννήματα της εγκράτειας· μέσω της δίψας για νέα κέρδη καταστρέφει την ισορροπία της δικαιοσύνης· μέσω της φιλαυτίας διασπά τη συνοχή της φιλανθρωπίας· με λίγα λόγια, το πάθος της καλοφαγίας καταστρέφει όλους τους καρπούς των αρετών. Και το πάθος αυτό καταργείται μόνο με τη χάρη του βαπτίσματος και με έναν τρόπο ζωής σύμφωνο προς την υποταγή που οφείλουμε στις εντολές του Θεού» (**).

Η διατροφή (diaeta) αποτελεί, μαζί με τους αγγέλους, τους δαίμονες και την ατμόσφαιρα, μία από τις τέσσερις επιδράσεις που μεταβάλλουν τη σωματική μας υπόσταση και διεγείρουν, μέσω αυτής, ιδέες στον νου μας, ανάλογα με την ποιότητα των τροφών και των ποτών, καθώς και με την αύξηση ή τη μείωσή τους (*). Οι υπερβολές αυτές έχουν ονόματα: πολυφαγία ή λαιμαργία· ηδυφαγία ή λιχουδιά· και οι δύο οδηγούν σε ακόλαστη ζωή (58).

«Οι τροφές δημιουργήθηκαν για δύο λόγους: για να τρέφουν και για να θεραπεύουν. Το να τις λαμβάνει κανείς για άλλον σκοπό σημαίνει ότι καταχράται τα δώρα του Θεού, τα οποία προορίζονται για χρήση, και ότι καθίσταται άξιος καταδίκης ως φιλήδονος. Σε όλα τα πράγματα, η κατάχρηση είναι αμαρτία» (50).

Δεν πρέπει, επομένως, να πιστεύουμε εύκολα ότι είμαστε απαλλαγμένοι από αυτήν· παραμένουμε εκτεθειμένοι σε αυτήν όσο εξακολουθεί να υπάρχει η φιλαυτία: «Το πάθος της φιλαυτίας υποβάλλει στον μοναχό την ιδέα να δείχνει επιείκεια προς το σώμα και να του παραχωρεί τροφή πέρα από το πρέπον· ασφαλώς από πρόνοια και για λόγους συνετής διαχειρίσεως. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, τον παρασύρει ανεπαίσθητα σε παρεκτροπές, ώσπου τελικά τον κάνει να πέσει στο βάραθρο της φιληδονίας. Με τους ανθρώπους του κόσμου προχωρεί κατευθείαν προς αυτόν τον σκοπό και τους εμπνέει να φροντίζουν τη σάρκα, ώστε να διεγείρουν τις επιθυμίες της» (*).

Ας σταματήσουμε εδώ. Ο Μάξιμος θα είχε ακόμη πολλές λεπτές παρατηρήσεις να μας κάνει για το θέμα αυτό, όπως και όλοι οι αρχαίοι ασκητικοί συγγραφείς. Ας φυλαχθούμε από το να τους κρίνουμε βιαστικά· γνωρίζουν εξίσου καλά με εμάς ότι «οι τροφές δεν είναι κακό» (¹)· λησμονούν, όμως, λιγότερο από εμάς ότι η γαστριμαργία είναι κακό. Αν της αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι εμείς, αυτό οφείλεται στο ότι βλέπουν σε αυτήν το πρώτο βήμα στην οδό της διαστροφής που οδηγεί προς την υπερηφάνεια· ενώ εμείς έχουμε την τάση να θεωρούμε αυτά τα μικρά πάθη ακίνδυνα και σχεδόν ως προφυλακτικό απέναντι σε μεγαλύτερα. Έχουμε χάσει από τα μάτια μας τη φιλαυτία.

Ούτε η σαρκική πράξη είναι κακό (2). Κακό είναι όμως η κατάχρησή της, η οποία ονομάζεται λαγνεία. Στην αρχή μιας σειράς κεφαλαίων για το θέμα αυτό, ο Μάξιμος φροντίζει να επαναλάβει με πιο ρητό τρόπο την αρχή που έχουμε ήδη διαβάσει σχετικά με την τροφή: «Ο νους κατευθύνεται προς τα αισθητά πράγματα μέσω των αισθήσεων, και ως προς αυτό ενεργεί κατά φύση. Ούτε λοιπόν ο νους είναι κακό, ούτε η φυσική νοητική ενέργεια, ούτε τα αντικείμενα ούτε η αίσθηση. Αυτά είναι έργα του Θεού. Ποιο είναι, επομένως, το κακό; Προφανώς, είναι το πάθος που αναμειγνύεται με τη φυσική νόηση. Το πάθος αυτό, όμως, μπορεί να παραμείνει αποκλεισμένο από τη χρήση των νοημάτων, εάν ο νους επαγρυπνεί» (63).

Ο Μάξιμος είναι τόσο πεπεισμένος ότι η λαγνεία προέρχεται από τη γαστριμαργία, ώστε ερμηνεύει με αυτή την έννοια το Α΄ Τιμ. 6, 10 (4). Προειδοποιούμαστε επίσης να μην υπερασπιζόμαστε την κακία επικαλούμενοι τη φύση: «Το πάθος είναι κίνηση της ψυχής παρά φύση προς μια άλογη προσκόλληση ή προς μια άκριτη αποστροφή για κάποιο αισθητό αντικείμενο ή εξαιτίας αυτού» (). Ας το προσέξουμε καλά: αποστροφή εξίσου με προσκόλληση. Έτσι, η μισογυνία καταδικάζεται όπως και η ψευδής αγάπη ().

Στο ζήτημα αυτό, όπως και σε κάθε άλλο, το μόνο αγαθό, η μόνη σωτηρία και η μόνη τελειότητα είναι η αγάπη, δηλαδή πάντοτε το αντίθετο της φιλαυτίας. Γι’ αυτό και ξαναβρίσκουμε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικογένειάς της: την ανοησία. «Το κακό είναι η εσφαλμένη κρίση που σχηματίζεται για τις παραστάσεις· αυτή η πλάνη οδηγεί στην κατάχρηση των πραγμάτων» και των προσώπων, τόσο στην πορνεία όσο και σε κάθε άλλη αμαρτία (67).

Ο Μάξιμος συμφωνεί με πολλούς άλλους ότι ο δαίμονας αυτός είναι βαρύς και ότι επιτίθεται με μεγάλη σφοδρότητα σε όσους αγωνίζονται εναντίον του πάθους (8). Πρόκειται κυρίως για εσωτερικό πόλεμο, ο οποίος προκαλείται από την αμέλεια ως προς την επιτήρηση της τροφής και των συναναστροφών. Ο ψυχολογικός μηχανισμός αυτού του πειρασμού έχει περιγραφεί τόσο συχνά, ώστε δεν χρειάζεται να μεταγράψουμε εδώ αυτή την ανάλυση. Η ανθρώπινη φύση δεν έχει αλλάξει. Για να μη διακινδυνεύσει κανείς τη συγκατάθεση, θα πρέπει πάντοτε να καταφεύγει στα κλασικά μέσα: τη νηστεία, τον έντονο κόπο (kopos), τις αγρυπνίες, την απομόνωση και την έντονη ζωή προσευχής (5).

Ας πούμε αμέσως, μολονότι η παρατήρηση αυτή θα ταίριαζε καλύτερα παρακάτω, ότι είναι δυνατόν να ελευθερωθεί κανείς ολοκληρωτικά, εάν προχωρήσει μέχρι τέλους στην οδό της τελειότητας ή της αγάπης: «Εκείνος που, έχοντας φθάσει στην κορυφή της εσωτερικής ελευθερίας, κατέχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει πλέον διάκριση ανάμεσα στον εαυτό του και στον άλλο, στον δούλο και στον ελεύθερο, στον άνδρα και στη γυναίκα. Έχοντας υπερβεί την περιοχή όπου κυριαρχούν τα πάθη, δεν βλέπει πλέον στους ανθρώπους παρά μόνο τη μία και μοναδική φύση τους· όλους τούς βλέπει ίσους και για όλους αισθάνεται την ίδια διάθεση της καρδιάς. Τότε δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, ούτε άνδρας ούτε γυναίκα, ούτε δούλος ούτε ελεύθερος· ο Χριστός είναι τα πάντα εν πάσιν» (79).

«Ένα πράγμα είναι βέβαιο: σε καμία περίπτωση οι δαίμονες δεν αποκτούν τη δύναμη να διεγείρουν κάποιο πάθος, είτε κοιμάται κανείς είτε είναι ξύπνιος, εφόσον η αγάπη και η εγκράτεια κατοικούν στην ψυχή» (71).

Ηδονή της σάρκας ή χαρά της ψυχής, δουλεία ή ελευθερία, φιλαυτία ή αγάπη, ανοησία ή σοφία.

β) Η φιλαργυρία

Το σώμα μας μάς φέρνει σε σχέση με τον υλικό κόσμο, μέρος του οποίου αποτελεί. Η φιλία, λοιπόν, η κλίση προς το σώμα και προς αυτόν τον κόσμο, είναι «το χάσμα που ανοίγεται, αληθινά φοβερό και απέραντο, ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο» (72). Και πάλι η φιλαυτία είναι εκείνη που μας προσδένει στα αγαθά αυτού του κόσμου (13). Ο ορισμός «στοργή προς το σώμα» επαληθεύεται πλήρως εδώ, διότι «αν ο χρυσός διεγείρει τον ζήλο των ανθρώπων, αυτό συμβαίνει λιγότερο επειδή τον έχουν ανάγκη και περισσότερο επειδή οι περισσότεροι τον χρησιμοποιούν για τις απολαύσεις τους» (4).

Το κακό συνίσταται πάντοτε στη στροφή προς τα αισθητά. Υπάρχουν αναμφίβολα και άλλα κίνητρα: «Η φιλαργυρία έχει τρεις αιτίες: την ηδονή, την κενοδοξία και την απιστία. Η απιστία είναι βαρύτερη από τις άλλες δύο» (*). Θα δούμε σε λίγο αν και η κενοδοξία ανάγεται στην αναζήτηση της αισθητής ηδονής. Ας σημειώσουμε τη σημασία που αποδίδεται στην απιστία: η φιλαυτία, σε όλες τις εκδηλώσεις της, συνεπάγεται αποστροφή από τον Θεό, ως αντίστοιχο της στροφής προς τα αισθητά.

Με λίγα λόγια, υπάρχει ένας μόνο αθώος τρόπος κατοχής: να θεωρεί κανείς τον εαυτό του απλό διαχειριστή των αγαθών του. «Ο φιλήδονος αγαπά το χρήμα για να το χρησιμοποιεί στις απολαύσεις του· ο κενόδοξος, για να αντλεί από αυτό δόξα· ο άπιστος, για να το κρύβει και να το φυλάσσει, από φόβο μήπως πεινάσει, γεράσει, αρρωστήσει ή μείνει μόνος. Εμπιστεύεται περισσότερο τα χρήματά του παρά τον Θεό, τον δημιουργό ολόκληρης της κτίσεως, του οποίου η Πρόνοια εκτείνεται μέχρι και το τελευταίο και μικρότερο από τα έμβια όντα» (76).

«Υπάρχουν τέσσερα είδη ανθρώπων που μεριμνούν για τα χρήματα: οι τρεις που ήδη αναφέρθηκαν και ο καλός διαχειριστής. Μόνον ο τελευταίος, βεβαίως, μεριμνά γι’ αυτά δικαιολογημένα, επειδή επιδιώκει να μην παύσει ποτέ να παρέχει στον καθένα ό,τι χρειάζεται» (77). Βλέπει κανείς την κοινωνική σημασία αυτού του μικρού κεφαλαίου κατηχήσεως σχετικά με τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα. Η αυταπάτη είναι εύκολη, αλλά ιδού το αλάθητο σύμπτωμα: «Το πάθος της φιλαργυρίας διαγιγνώσκεται από το εξής: από τη χαρά που αισθάνεται κανείς όταν λαμβάνει και από τη λύπη όταν δίνει στους άλλους. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι καλός διαχειριστής» (78). Πολύ περισσότερο εκείνος που δεν γνωρίζει άλλη χαρά από το να αυξάνει το κομπόδεμά του.

Σχετικά με την πλεονεξία, οι Loci Communes, που παραδίδονται υπό το όνομα του Μαξίμου, περιέχουν ολόκληρη συλλογή διδακτικών αποφθεγμάτων: ο Πλούταρχος, ο Δημόκριτος, ο Σωκράτης και άλλοι ενάρετοι εθνικοί έρχονται, μαζί με τους ιερούς συγγραφείς και τους Πατέρες, να καταθέσουν εναντίον της συσσωρεύσεως πλούτου που θεμελιώνεται στη φιλαυτία. Αλλά και εδώ μόνον η τέλεια αγάπη ελευθερώνει από κάθε ίχνος ψευδούς αγάπης προς τον εαυτό.

γ) Κενοδοξία και υπερηφάνεια

ΤΙ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΣΑΓΗΝΕΥΣΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΚΕΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ.

Σημειώσεις:


(53) Ad Thal., πρόλ., PG 90.256 C κ.ε.

(54) Amb., PG 91.1196 C-1197 D.

(55) De Car. III, 8.

(56) Ad Thal. ερ. 65, PG 90.768 AB.

(57) De Car. II, 92.

(55) Ό.π., III, 7.

(59) III, 4.

(60) II, 60· πρβλ. Ρωμ. 13, 14.

(61) III, 4.

(62) Ό.π.

(63) II, 15.

(64) I, 84.

(65) II, 16.

(60) III, 40.

(67) II, 17.

(68) II, 19.

(69) II, 16.

(70) II, 30· πρβλ. Γαλ. 3, 28.

(74) II, 85.

(32) Amb., PG 91.1172 A.

(73) De Car. III, 7.

(74) III, 16.

(75) III, 17.

(76) III, 18.

(77) III, 19.

(78) III, 76.

Δεν υπάρχουν σχόλια: