Συνέχεια από Τρίτη 7 Ιουλίου 2026
Παρουσίαση του βιβλίου του Γεωργίου Σίσκου Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη Νεοσχολαστικισμός και Οντολογία της σχέσης Περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ: https://armosbooks.gr/ Για το βιβλίο μιλούν: Κωνσταντίνος Χρήστου, Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ Παναγιώτης Υφαντής, Καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ Γιώργος Ζωγραφίδης, Καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ και ο συγγραφέας του βιβλίου Γεώργιος Σίσκος
«Η Αγία Τριάδα στη Δυτική Χριστιανοσύνη» του Γεωργίου Σίσκου β
Καλησπέρα και από μένα. Ακούγεται; Ακούγεται.
Ευχαριστώ πρώτα απ’ όλα για την πρόσκληση. Η πρόσκληση σημαίνει εξαναγκαστική ανάγνωση ή τουλάχιστον ανάγνωση με ένα χρονικό όριο, που ήταν σήμερα το βράδυ, του βιβλίου. Και όπως είδατε από τον όγκο του, δεν ήταν κάτι εύκολο, τουλάχιστον λόγω έκτασης. Θα δούμε και για άλλους λόγους που δεν ήταν.
Να ευχαριστήσω πολύ και τον αγαπητό Κώστα, που έδωσε πολλές αφορμές για να σκεφτώ παράλληλα κάποια σημεία ενδιάμεσα. Δεν ξέρω αν κατορθώσω αυτή τη δραστηριοποίηση που είχε ο Γιώργος, αλλά θα προσπαθήσω να κάνω κάτι τέλος πάντων. Παρουσιάζοντας λοιπόν αυτό το βιβλίο, πρέπει να πει κανείς ότι η προοπτική του είναι ασφαλώς μια θεολογική προοπτική.
Και πώς αλλιώς; Ο συγγραφέας προέρχεται από αυτό το πεδίο. Παρά τη σχέση που από παλιά διατηρώ μαζί του —εντάξει, και με τον συγγραφέα, αλλά όμως πιο παλιά και με το πεδίο αυτό της θεολογίας—, δεν δεσμεύομαι, αλλά προσέρχομαι ως απλός αναγνώστης. Και η προοπτική της δικής μου παρουσίασης θα είναι περισσότερο φιλοσοφική. Απώτερη σκόπευσή της, αλλά όχι δοσμένη με ρητό τρόπο στην εισήγηση, είναι να απαντήσει στο ερώτημα γιατί να ενδιαφερθεί κάποιος φιλοσοφικά προσανατολισμένος αναγνώστης για το βιβλίο του Γιώργου Σίσκου.
Εάν δηλαδή στις 800 σελίδες του —να πω, μια γενναιόδωρη κατάθεση σε αντίστιξη με οριακές ακαδημαϊκές μονογραφίες— υπάρχει κάτι χρήσιμο για όποιον, με σκοπιμότητα χωρίς τελικό σκοπό, για να παραφράσω τον Καντ, ιχνηλατεί τους ενίοτε κοινούς βηματισμούς της φιλοσοφίας και της θεολογίας, μεσαιωνικούς ή σύγχρονους. Ξέρω ότι αυτό είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος να πω τι βρήκα εγώ ενδιαφέρον, αλλά ας κρατήσουμε μεταξύ μας μια επίφαση αντικειμενικότητας για όσα θα ακολουθήσουν.
Τυπικά μιλώντας, το θέμα της Αγίας Τριάδας —ο τίτλος του βιβλίου, θυμίζω, είναι «Η Αγία Τριάδα στη δυτική χριστιανοσύνη»— μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον στο πλαίσιο της σύγχρονης φιλοσοφίας της θρησκείας ή μάλλον της φιλοσοφικής θεολογίας ή, ακόμη ακριβέστερα, της φιλοσοφίας της χριστιανικής θρησκείας, για να παραπέμψω στην ίσως πιο διάσημη καθηγητική έδρα, ομόθεμη, ομότιτλη, στο Κολέγιο Oriel της Οξφόρδης, που τίμησαν φιλόσοφοι όπως ο Ian Ramsey, ο Basil Mitchell, ο Richard Swinburne —αυτός ένας τελικά ορθόδοξος στοχαστής— και ο Brian Leftow.
Για αυτόν που είναι τώρα θα δούμε αν θα απολαμβάνει κι αυτός αυτή την τιμή, αλλά ας το πούμε αυτό μετά από δεκαετίες, χρόνια που θα αφήνουμε. Είναι η πιο σημαντική έδρα φιλοσοφίας της χριστιανικής θρησκείας στον κόσμο και σε αυτήν συνήθως, για δεκαετίες, μένουν κάποιοι από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους της θρησκείας. Και έχει ένα νόημα για τα παρακάτω.
Γιατί λοιπόν αναφέρω τα σχετικά γνωστά αυτά ονόματα, εκτός ελπίζω από τον Swinburne, ο οποίος έχει έρθει και στην Ελλάδα και ίσως είναι πιο γνωστός, καμιά φορά για διάφορους χρηστικούς μας λόγους, οι οποίοι έγιναν σε μέση ηλικία ορθόδοξοι;
Επειδή σε αυτούς, όπως και σε εκατοντάδες άλλους φιλοσόφους της θρησκείας των τελευταίων δεκαετιών, ειδικά μετά το 1970, μοιάζει να ξαναζεί το πνεύμα ή, τέλος πάντων, μια όψη του σχολαστικισμού, κάποτε χωρίς τη διαμεσολάβηση του νεοσχολαστικισμού, με τον οποίο ασχολείται το βιβλίο μας. Για να μην το ξεχνάμε, αν θέλω να το πω με ένα σύνθημα: ο σχολαστικισμός ζει. Και δεν υπαινίσσομαι τώρα αυτό που αποτελεί την αναπόδραστη ίσως κατάληξη των πανεπιστημιακών σπουδών ως σχολικών και μεθοδικών ασκήσεων του πνεύματος, χωρίς ενίοτε καμία πρωτοτυπία και χωρίς εσωτερική ζωή.
Εννοώ ευθέως την αυστηρή επιχειρηματολογική σκέψη, την υψηλότερη φιλοσοφική εκλέπτυνση και νοηματική ανάλυση που συναντούμε στα κείμενα αρκετών δυτικών θεολόγων του Μεσαίωνα, τα οποία δυστυχώς παραμένουν άγνωστα στη νεοελληνική πραγματικότητα, στο μεγαλύτερο μέρος τους μάλιστα. Έχουμε κόψει τον Μεσαίωνα. Για να κάνουμε λίγο μία αντίστιξη στην ιστορία των ιδεών, οι Βυζαντινοί ήξεραν πολύ καλύτερα τη λατινική θεολογία από όσο την ξέρουμε εμείς. Και σχεδόν τη σύγχρονή τους. Σας θυμίζω ότι στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί και οι δύο Σούμες του Θωμά Ακινάτη.
Τώρα αρχίζει, ίσως ολοκληρωθεί στα επόμενα χρόνια, η έκδοσή τους και στα νέα ελληνικά. Συγγνώμη, όχι στα νέα ελληνικά, η κριτική έκδοσή τους. Και επίσης έχουν μεταφραστεί περισσότερο ο Αυγουστίνος και ο Ακινάτης από ό,τι έχουν μεταφραστεί τα τελευταία 200 χρόνια, που υποτίθεται ότι είμαστε σε διάλογο με τη Δύση, έστω και αντιθετικά.
Και αυτή η αναβίωση που συναντούμε σήμερα —το «σήμερα» στον χώρο της φιλοσοφίας το βλέπουμε λίγο σαν τα τριάντα-πενήντα χρόνια, δηλαδή κάπως έτσι— δεν είναι αποτέλεσμα καμίας εγκυκλίου κάποιου, κάποτε, παντοδύναμου πάπα, όπως αυτές που υπενθύμισε ο Κώστας. Είναι η συνάντηση της αναλυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, ιδίως του αγγλοσαξονικού εμπειρισμού και κυρίως των χριστιανών εκπροσώπων αυτής της παράδοσης, με τα παραδοσιακά ζητήματα της χριστιανικής θεολογίας.
Και τα απότοκα κείμενα αυτής της συνάντησης, που εμπλουτίζουν ή φορτώνουν, ανάλογα με το πώς θα τα εκτιμήσει κάποιος, τη σχετική βιβλιογραφία —να σας πω μόνο ότι υπάρχουν δεκάδες αυτή τη στιγμή πανεπιστημιακά τμήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως φυσικά, αφιερωμένα σε τέτοια θέματα, πολλά ειδικά περιοδικά. Νομίζω μόνο ένα από αυτά έπαιρνε μέχρι τώρα, μέχρι πριν από λίγο καιρό, η βιβλιοθήκη μας στη Θεολογική. Χιλιάδες άρθρα και εκατοντάδες μονογραφίες, πράγμα που οφείλεται βέβαια και στον ακαδημαϊκό πληθωρισμό. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, πλουτίζουν πάντως τη βιβλιογραφία.
Όλα αυτά τα σύγχρονα κείμενα, χωρίς να φτάνουν σε αυτό που είχε ονομαστεί κάποτε η οριακή λογική μιας μεσαιωνικής Summaς, ασφαλώς χρωστούν χάρη στον Θωμά Ακινάτη και σε άλλους μεγάλους Λατίνους θεολόγους. Ωστόσο, συνήθως, και ειδικά στα μάτια των μη εξοικειωμένων με τον αναλυτικό φιλοσοφικό λόγο, φαντάζουν σαν εξαιρετικές, αλλά ίσως μακροπρόθεσμα βαρετές τελικά, ασκήσεις λογικής και σχεδόν επιδείξεις ευφυΐας, που αντιμετωπίζουν τα χριστιανικά δόγματα και τις άλλες βασικές θεολογικές προτάσεις σαν ένα σύνθετο πρόβλημα προς επίλυση, ώστε να μη βρίσκουν το νόημά τους στη χρήση τους στην εκκλησιαστική, δηλαδή, ζωή και κοινότητα.
Ασφαλώς πρόκειται για κείμενα και αναλύσεις πολύ διαφορετικά από τα οικεία σε μας κείμενα, ή κάπως οικεία, του Karl Barth, του Karl Rahner, για τους οποίους μιλάει και ο Γιώργος, Παναγιώτη, του Vladimir Lossky και, εννοείται, στα εντελώς καθ’ ημάς, του Ιωάννη Ζηζιούλα, του Χρήστου Γιανναρά και όσων θέλουν να θεωρούνται επίγονοι, αντίγονοι, πατροκτόνοι, συνεχιστές.
Όχι βέβαια ότι αυτά τα κείμενα δεν έχουν και τα ίδια το δικό τους ιδιόλεκτο, που δεν βγαίνει πάντοτε ευκολότερο από το ιδιόλεκτο της αναλυτικής φιλοσοφίας. Τι κάνει ο Γιώργος στο μέρος του βιβλίου το οποίο με ενδιαφέρει; Καταρχάς, θα το όριζα χρονικά, όπως και ο ίδιος λέει: το κάνει από την περίφημη εγκύκλιο Aeterni Patris του Λέοντα ΙΓ΄, του Πάπα αυτού ο οποίος ξεκινάει την επιστροφή στον Θωμά Ακινάτη, και σβήνει κάπως λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη στιγμή που ίσως θα περίμενε κανείς να υπάρχει αυτή η αναβίωση και όταν υπήρχαν πλέον πολύ περισσότεροι υλικοί όροι για να επιτευχθεί.
Αυτό το οποίο κάνει ο Γιώργος πρώτα απ’ όλα είναι μια επιστροφή στις πηγές, που είναι πολύ σημαντικό για όλους μας όσοι ασχολούμαστε με τα κείμενα. Να πω ένα πρώτο θετικό στοιχείο ήδη του βιβλίου αυτού: ότι αποτελεί, εν πολλοίς, και ένα εκτεταμένο ανθολόγιο κειμένων, τόσο του Θωμά Ακινάτη —μεταφράζει τον Ακινάτη σε πολλά σημεία· επειδή πολλοί έχουμε κάνει μετάφραση εδώ, πολλά έχουμε να πούμε για τις μεταφράσεις· πάντως τον μεταφράζει αξιόπιστα— και επίσης παραθέτει σε κάθε σχεδόν ενότητα ή υποενότητα του βιβλίου αντίστοιχα παράλληλα κείμενα από σύγχρονους φιλοσόφους, φιλοσόφους της νεωτερικότητας, για να δείξει ακριβώς —ουσιαστικά και αρχαίους, όπως τον Αριστοτέλη κατ’ εξοχήν, γιατί μιλάμε για τον σχολαστικισμό— αυτόν τον διακειμενικό διάλογο και το γεγονός ότι όλα τα κείμενα με τα οποία ασχολείται κανείς δεν είναι παρά προϊόν πολλών ανθρώπων και διαφορετικών επίσης συχνά πολιτισμών.
Ο Κώστας, ο Χρήστος, περιέγραψε πολύ καλά όλο το ιστορικό, θεωρητικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γεννηθεί αυτή η ρωμαιοκαθολική αντίδραση. Αντίδραση στον αντικληρικαλισμό, στο λαϊκό κράτος, το γαλλικό, στον αθεϊστικό ρασιοναλισμό, στον επιστημονισμό, που ειδικά μετά τα μέσα του 19ου αιώνα κυριαρχεί. Είναι μια προσπάθεια, με την ασφάλεια της ιστορίας, όσο κι εμείς εκ των υστέρων λέμε απέλπιδα —αλλά αυτό δεν το ξέρει κανείς όταν την κάνει, και ευτυχώς, γιατί αλλιώς δεν θα προσπαθούσε να σώσει τίποτα—, προσπαθούν λοιπόν οι Ρωμαιοκαθολικοί να ενσωματώσουν τη φιλοσοφία στον κεντρικό τους θεολογικό λόγο.
Κυρίως γι’ αυτόν τον σκοπό, η φιλοσοφία που θεωρείται ότι είναι το καλύτερο όχημα είναι η φιλοσοφία του Ακινάτη. Βέβαια ο Ακινάτης φιλόσοφος δεν ήταν· αν τον λέγαμε φιλόσοφο σήμερα, θα μας έλεγε: «δεν είμαι, ένας θεολόγος είμαι». Αλλά σημασία έχει πάντοτε και πώς εμείς διαβάζουμε τον Ακινάτη σήμερα και τον αναγνωρίζουμε ως έναν φιλόσοφο.
Ανάμεσα στον γερμανικό Διαφωτισμό, στο συναίσθημα, στον Σλάιερμαχερ από τη μία μεριά, και στον ορθολογισμό, τον γαλλικό. Οι Γάλλοι ήταν ακόμα ορθολογιστές, δεν έχουν καμία σχέση με τον 20ό αιώνα, με τα ντεριντιανά θεωρητικά σχήματα. Δεν είναι ποιοτικός ο χαρακτηρισμός, απλώς περιγραφικός. Η προσπάθεια αυτή των Ρωμαιοκαθολικών είναι, υπό μια έννοια, ένα είδος εκδίκησης στον Ντεκάρτ, όσο και να φαίνεται αυτό παράξενο.
Εκδίκησης, γιατί θα θυμάστε ότι ο Ντεκάρτ, σε ένα καταστατικό του κείμενο, που είναι οι «Μεταφυσικοί στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας», ούτε πολύ ούτε λίγο, απευθυνόμενος στους συναδέλφους του στη Σορβόννη, στους θεολόγους συναδέλφους του, λέει αυτό που ήταν η πιο ισχυρή και φιλόδοξη αξίωση της φιλοσοφίας. Τους λέει με δύο λόγια ότι εμείς οι φιλόσοφοι μπορούμε να μιλήσουμε καλύτερα για τον Θεό από ό,τι εσείς οι θεολόγοι. Και έτσι ξεκινάει ακριβώς και στήνεται όλο το πρόταγμα της νεωτερικής φιλοσοφίας.
Είναι μια αντίδραση, αλλά ταυτόχρονα και μια αποδοχή, ένα κέρδος του Ντεκάρτ, γιατί αυτό που προσπάθησαν να κάνουν λοιπόν οι θεολόγοι δεν ήταν να ακολουθήσουν έναν θεολογικό λόγο για να μιλήσουν για τον Θεό πια, αλλά να υιοθετήσουν ακριβώς έναν φιλοσοφικό λόγο για να το πετύχουν αυτό. Και θα δούμε με ποιον τρόπο χρησιμοποίησαν και αυτό το όπλο.
Μιλώντας για θωμισμό, νεοθωμισμό, ουσιαστικά τη νεοσχολαστική, όπως είναι στο εξώφυλλο και στον υπότιτλο του βιβλίου, αναρωτιέται κανείς ποια είναι η βαρύτητά του όταν κάνει ιστορία της φιλοσοφίας. Διαβάζοντας το βιβλίο, μου ήρθε η εικόνα —αναγκαστικά πάντα του εαυτού σου, εν μέρει σου έρχεται— πριν περάσω στο Πανεπιστήμιο, όταν είχαν αρχίσει να μεταφράζονται μερικά βιβλία και, θέλοντας να μάθω για τη σύγχρονη φιλοσοφία, είχα βρει ένα που ακόμη και σήμερα κυκλοφορεί, την ιστορία του Μποχένσκι, «Η σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλοσοφία», κάπως έτσι λέγεται.
Τη βρήκα σε μια τρίτη σειρά βιβλίων πια, παραπεταμένη σήμερα, και την άνοιξα πριν από μερικές μέρες και είδα —γιατί μου είχε κάνει και τότε εντύπωση— ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο κόσμος διάβαζε κυρίως από φιλοσοφία Μαρξ, μαρξισμό και υπαρξισμό. Αυτοί οι δύο «ισμοί» ήταν οι κυρίαρχοι ακόμα στην Ελλάδα.
Έλεγε μέσα ότι ο νεοθωμισμός είναι το ισχυρότερο φιλοσοφικό ρεύμα της εποχής, αυτό το οποίο έχει κυριαρχήσει στα πανεπιστήμια, στα συνέδρια και σε όλα αυτά. Δεν είχα καμία ιδέα τι ήταν ο νεοθωμισμός. Δεν μπορούσε κανένας Έλληνας σχεδόν εκείνη την εποχή, που απλώς ενδιαφερόταν, να έχει καμία ιδέα. Δεν είχε άδικο ο Μποχένσκι. Το βιβλίο ήταν γραμμένο το 1950 περίπου, οπότε ήταν, χωρίς να το ξέρει, ο επικήδειος του νεοθωμισμού αυτό που έκανε ο Μποχένσκι, ένας σημαντικός λογικός και κατά τα άλλα στοχαστής.
Όμως αυτή ακριβώς η εικόνα πρέπει να πιστέψουμε ότι υπήρχε και υπήρχε για πάρα πολλές δεκαετίες, ενισχυμένη από ό,τι σημαίνει θεσμική δύναμη του ρωμαιοκαθολικισμού, της παπικής Εκκλησίας, που ξέρουμε ότι σημαίνει πάρα πολλά πράγματα. Το πνεύμα αυτό, το οποίο κορυφώνεται σε αυτό που το 1914 κυκλοφόρησε ως οι 24 θωμιστικές θέσεις, είναι ο κορμός του πρώτου μέρους του βιβλίου του Γιώργου. Αν το δείτε, ουσιαστικά είναι δύο σελίδες αυτές οι 24 θωμιστικές θέσεις.
Τις έχει μεταφράσει ο Γιώργος από τα λατινικά, φαντάζομαι.
Εντάξει, ωραία. Με πολλές βοήθειες ταυτοχρόνως, αλλά προφανώς με όλα τα δυνατά μέσα.
Με όλα τα δυνατά μέσα, ηλεκτρονικά και ανθρώπινα.
Έτσι. Έτσι πρέπει.
Και η μετάφραση είναι συνεργασία πάντα. Σε αυτές τις 24 θέσεις μπορούμε να δούμε πράγματι αυτό που λέει και ο Πότωτ Λόσος, δηλαδή ότι είναι το καλύτερο βοήθημα για τους καθηγητές της φιλοσοφίας, για να κάνουν και την αληθινή φιλοσοφία, η vera philosophia που κάποτε έλεγαν οι πρώιμοι πατέρες, έρχεται εδώ. Ουσιαστικά αυτές οι 24 θέσεις αποτελούν τον πυρήνα οποιουδήποτε εγχειριδίου λογικής, φιλοσοφίας και ηθικής για τις επόμενες δεκαετίες.
Αποτελούν την κορύφωση, θα λέγαμε, του αντιμοντερνιστικού πνεύματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία βρίσκει στον αριστοτελικής ερμηνείας Ακινάτη αυτό το οποίο μπορεί να κάνει —εκτός από την ιερά διδασκαλία, τη sacra doctrina που προτείνει ο Ακινάτης— αυτό που θα κάνουν οι καθηγητές φιλοσοφίας.
Και ενώ λοιπόν ο σχολαστικισμός φαίνεται να είναι και μια αμυντική κίνηση, δηλαδή να κρατήσει τους καθολικούς πιστούς έξω από τα ρεύματα της σύγχρονης φιλοσοφίας, για να προσφέρει αυτός το πραγματικά κανονικό ρεύμα, να κάνει την αληθινή φιλοσοφία —θυμάστε αντίστοιχες περιπτώσεις στον δεύτερο, τρίτο, μέχρι τέταρτο αιώνα, που και Έλληνες Πατέρες προσπαθούσαν να πουν ότι η αληθής φιλοσοφία είναι ο Χριστιανισμός, οπότε έρχεται η αντικατάσταση της παλαιότερης—, από την άλλη είναι αυτοϋπονομευόμενος αυτός ο νεοσχολαστικισμός, γιατί κρατάει τον ορθολογισμό της ελληνικής φιλοσοφίας, με τον οποίο δεν θα πάψει να παλεύει.
Με αυτήν την έννοια κρατάει την παράδοση της ορθολογικής μεταφυσικής, παρά την κριτική που του έκανε, όπως μας είπε ο Κώστας, ο Καντ στην «Κριτική του καθαρού λόγου», ότι δεν μπορεί να υπάρξει ορθολογική μεταφυσική. Επιμένει πάνω σε αυτό και επιμένει ακριβώς ότι η αλήθεια, η γνώση των ύψιστων πραγμάτων, είναι προσιτή στον ανθρώπινο λόγο.
Ένα πολύ καλό παράδειγμα —δεν έχω χρόνο να επεκταθώ— είναι ένα κεφάλαιο στο οποίο ο Γιώργος, εδώ τώρα θα σου πω έτσι ένα παράπονο κατά κάποιον τρόπο, αφιερώνει από τις λιγότερες σελίδες, δηλαδή στις αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού. Είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά κεφάλαια στην πρώτη Summa, στην πρώτη ερώτηση. Αξίζει κανείς να το διαβάσει. Είναι πάρα πολύ καλή φιλοσοφία τα κείμενα εκείνα και νομίζω ότι, κακά τα ψέματα, οι λατινόγλωσσοι θεολόγοι καθηγητές του ρωμαιοκαθολικισμού του 19ου αιώνα ήξεραν πολύ καλά φιλοσοφία.
Μπορεί να μας αρέσει ή να είναι σήμερα εκτός μόδας, αλλά στη φιλοσοφία το εκτός μόδας δεν έχει να κάνει καθόλου με την αλήθεια της ίδιας της φιλοσοφίας, όποια τέλος πάντων και αν είναι αυτή. Είναι χαρακτηριστικό, λοιπόν, ότι εκεί δεν υπάρχει καμία εξάρτηση από την πίστη. Δεν υπάρχει καμία εξάρτηση από τα συναισθήματα, καμία ενόραση.
Όλο αυτό μπορεί να το κάνει, αλλά δεν υπάρχει καμία εξάρτηση από προσωπικές ψυχολογικές καταστάσεις, που μετά ο Μπερξόν, που έρχεται κι αυτός, τις επαναφέρει. Η φαινομενολογία, με έναν άλλο τρόπο, ξεπερνά τον ψυχολογισμό, αλλά πάλι φέρνει την ενδοσκόπηση. Αναζητώνται, λοιπόν, οι αλήθειες της πίστης αντικειμενικά, εξωτερικά.
Δεν αποκαλύπτονται. Και υπάρχει εμπιστοσύνη ακόμα, λοιπόν, στον ανθρώπινο λόγο. Νομίζω ότι με πολύ ωραίο τρόπο σχολιάζει, παραθέτει, μεταφράζει ο Γιώργος το τρομερό χωρίο, όπως σας είπα, από τον Ακινάτη και από άλλους στοχαστές.
Και μέσα από αυτήν την ανάλυση έρχονται πολύ καλά αυτές οι συνδέσεις μέσα σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας. Θέλω να πω, ας πούμε, ότι αν ξανακάνω μάθημα μεσαιωνικής φιλοσοφίας, θα το χρησιμοποιήσω ακριβώς γιατί είναι πολύτιμο.
Για να ολοκληρώσω λίγο. Ο νεοσχολαστικισμός, όσο κι αν μας φαίνεται πολλές φορές, επειδή το ξέρουμε, δεν ήταν απλώς ένα στενόμυαλο πρόταγμα κάποιων ομονοούντων πιστών. Και επίσης δεν ήταν και ομοιογενές φαινόμενο. Είναι ένας λαβύρινθος στον οποίο δεν έχουμε πια τη διάθεση να μπούμε για να βγούμε.
Το πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει, πέρα από τον επιστημονισμό, όλα τα άλλα που είπαμε, τον μαχόμενο υλισμό επίσης, που δεν πρέπει να ξεχνάμε, ήταν νομίζω το πρόβλημα που έχουν —και φαίνεται αυτό ακόμη και στις φιλοσοφικές αναλύσεις του Γιώργου— τα μέλη κάθε κοινότητας που ανάγεται σε μια παλιά παράδοση. Στην περίπτωσή μας και κοινωνική παράδοση, δηλαδή στα κοινωνικά θέματα. Τι κάνουν όλα τα γραπτά του Ακινάτη; Πώς πρέπει να τα μεταχειριστούν; Με ιστορική κατανόηση, με φιλολογική κατανόηση, σαν να είναι, ή τι μπορούν κυρίως να μας προσφέρουν στα σύγχρονα, στα σημερινά ζητήματα;
Ο Ρωμαιοκαθολικισμός, παρά όλα τα άλλα του, αυτό το τολμά, και οι στοχαστές του, όπως το κάνουν και οι Προτεστάντες. Το αν το κάνουν οι Ορθόδοξοι το ξέρουμε καλύτερα· δεν λέω ότι δεν το κάνουν, αλλά ας το αφήσουμε. Είναι λοιπόν απόπειρα επίσης ουσιαστικά για μια παγκόσμια ένωση όλων των καθολικών κάτω από ένα πρίσμα, κάτω από μια ομπρέλα του νεοθωμισμού.
Δεν πέτυχε. Ωστόσο φαίνεται αυτό και στα ιστορικά συμφραζόμενα, ότι με τον νεοθωμισμό έχουμε την πιο συστηματική, την πιο οργανωμένη, την πιο ταχεία διάδοση ανθολογιών, κειμένων, εγχειριδίων, εγκυκλοπαιδειών, περιοδικών, μεταφράσεων, σε ένα δίκτυο σεμιναρίων και πανεπιστημίων που εκτείνεται από τη Μανίλα, στις Φιλιππίνες, στο Μεξικό, στο Παρίσι, στη Ρώμη. Νομίζω ότι τέτοια οργανωμένη διάδοση θα ξαναδεί κανείς μόνο στην περίπτωση του μαρξισμού στον 20ό αιώνα, αλλά η τύχη και των δύο ρευμάτων αυτών, και του νεοθωμισμού και του μαρξισμού, είναι επίσης γνωστή.
Διαβάστηκαν λοιπόν παντού αυτά τα κείμενα των κοινών, αλλά διαβάστηκαν διαφορετικά, όσο και αν υπάρχει ένας κεντρικός προγραμματισμός. Αυτή όμως είναι η αναπόδραστη τύχη. Ίσως το έχουν πει ορισμένοι θεολόγοι, όχι οι δικοί μας, που θα είχαν και έναν λόγο παραπάνω: ένα από τα πιο εντυπωσιακά, όχι σημαντικότερα, εντυπωσιακά γεγονότα του 20ού αιώνα είναι ακριβώς η αιφνιδιαστική, υπό μία έννοια, και ταχύτατη αποκαθήλωση του νεοθωμισμού από εκεί όπου ήταν.
Για να ολοκληρώσω καλύτερα, γυρνώ λίγο, προσπαθώντας να δώσω τη βάση στον Παναγιώτη. Ο περσοναλισμός, ξέρουμε από την άλλη μεριά, ο οποίος διατρέχει τον 20ό αιώνα, τουλάχιστον σε ορισμένα φιλοσοφικά και θεολογικά περιβάλλοντα, ασφαλώς αποτέλεσε μία από τις βάσεις για τις απόπειρες ανανέωσης της ορθόδοξης θεολογίας και της θεολογίας του προσώπου.
Διαβάζοντας το βιβλίο χαίρομαι, και πρέπει να το πω, που ένας Έλληνας θεολόγος, που μάλιστα ξεκίνησε από τη μελέτη των Πατέρων, όπως, για καλό ή όχι, ξεκινούν όλοι σχεδόν οι θεολόγοι στην Ελλάδα, ασχολήθηκε τόσο εξαντλητικά με ένα όχι τυχαίο ούτε εύκολο δυτικό ζήτημα και ασχολήθηκε με ένα δυτικό ζήτημα ως τέτοιο, δηλαδή στα δικά του συμφραζόμενα και χωρίς να το συνδέσει εμβόλιμα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο με το ορθόδοξο πλαίσιο, για το οποίο έχουν γραφεί πολλές φορές, χωρίς πλήρη και καλή γνώση της άμεσης καταγωγής του, της ορθόδοξης ζήτησης δηλαδή, πολλά πράγματα.
Λέω άμεσης, γιατί κατά τα άλλα εννοείται πως μπορεί να αναχθεί και έχει αναχθεί δηλαδή και στους Πατέρες και τελικά στην πατερική Εκκλησία της Γραφής. Είναι ένα βιβλίο, για να το πω έτσι επίσης προκλητικά, που θα μπορούσε να είχε γραφεί και από έναν νεοορθόδοξο. Εντάξει, δεν το λέω στο πλαίσιο της σχολής μου, αλλά το λέω εδώ τέλος πάντων, αν και εκεί υπάρχει η ακαδημαϊκή ελευθερία, και αυτό σημαίνει για μένα πολλά για την αμερόληπτη στάση του συγγραφέα απέναντι σε αυτά που γράφει.
Σε κάθε περίπτωση είναι ένα βιβλίο που έπρεπε να γραφεί, ίσως που έπρεπε να έχει γραφεί. Εδώ και χρόνια μιλάμε στην Ελλάδα για τον θεολογικό προσανατολισμό, μετά διαβάζουμε τον Λόσκυ με αναφορές, πρωτογενείς ιδέες, αναφορές στον Χάιντεγκερ, σε άλλους φιλοσόφους. Έχουν γίνει πολλά βήματα· αυτό είναι ένα αποφασιστικό. Νομίζω ότι σε επίπεδο επιστημονικής έρευνας ήταν απαραίτητο.
Έτσι λοιπόν το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί και μια εκτεταμένη, μεθοδική και μέσα από τις πηγές έκθεση ουσιαστικών πτυχών της γερμανόφωνης και προτεσταντικής, όπως θα πει μετά ο Παναγιώτης, θεολογίας του 20ού αιώνα. Είναι μια έντιμη προσπάθεια να γίνει επιτέλους, έστω και αναδρομικά, δουλειά υποδομής. Καλά τα ενορατικά, τα ποιητικά, τα καλλιτεχνικά πετάγματα, οι διεισδυτικές προτάσεις, που θέλουν επίπονη εργασία, αλλά την αφήνουμε στους άλλους για να στηριχθεί η πρότασή μας, και τα αντιμετωπίζουμε συχνά σαν τελικές διατυπώσεις, ενώ δεν ήταν παρά αφορμές για έρευνα.
Ο Γιώργος κάνει αυτή την έρευνα, το πετυχαίνει, στρώνεται περίπου, για να είμαστε στο κλίμα, όπως ένας δομηνικανός μοναχός, αλλά μαζί με τρία παιδιά. Και με τον COVID. Και με τον COVID.
Ανασκαλεύει λοιπόν κείμενα και μελέτες και μας δίνει ένα ξεχωριστό βιβλίο, που, όπως είπα, μας ανάγκασε να το διαβάσουμε έως σήμερα. Αξίζει και ως βιβλίο αναφοράς και ως βιβλίο ανάγνωσης να υπάρχει και έχει να μας δώσει έναν πλούτο αναφορών.
Ευχαριστώ, Γιώργο.
Ευχαριστώ πάρα πολύ τον κύριο Ζωγραφίδη.
Και με αυτόν τον τρόπο αρχίσατε ενδεχομένως λίγο να υποψιάζεστε σχετικά με την μπόρα των λογικών αποδείξεων την οποία υπέστησαν όλα τα ρωμαιοκαθολικά πανεπιστήμια, με καλές προθέσεις ουσιαστικά, για να αντιπαλευτεί ο ίδιος ο Διαφωτισμός και τα ρεύματα της εποχής. Έχουμε εγκυκλίους οι οποίες ορίζουν τα πάντα με φοβερή λεπτομέρεια. Το είπε ήδη ο κύριος Ζωγραφίδης.
Δηλαδή: θα διαβάζετε αυτά τα βιβλία, θα τα διαβάζετε με αυτόν τον τρόπο. Απαγορεύεται να παίρνετε άλλου είδους βιβλία. Αυτές είναι εγκύκλιοι.
Επίσημες, οι οποίες ισχύουν παντού. Και ταυτοχρόνως δημιουργούνται και συμβούλια επαγρύπνησης, στα οποία ο επίσκοπος οφείλει κάθε τρία χρόνια να δίνει αναφορά στον Πάπα για το τι γίνεται όσον αφορά τη γένεση ιδεών που δεν είναι εκκλησιαστικές στην ίδια την επισκοπική του περιφέρεια. Δηλαδή όλα τα πράγματα ρυθμίζονται με έναν απίστευτα επιχειρησιακό τρόπο, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Και αντιλαμβάνεστε —συγγνώμη που παίρνω λίγο τον λόγο για να δώσω ακριβώς την πάσα και στον κύριο Υφαντή— ότι αυτό δημιούργησε φοβερή καταπίεση στους ίδιους τους θεολόγους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας απέναντι στο πώς θα κινηθούν. Και έτσι ουσιαστικά γεννιέται αυτό για το οποίο θα μας μιλήσει ο κύριος Υφαντής, ουσιαστικά η οντολογία των σχέσεων. Γιατί ακριβώς δεν άντεξε η δεύτερη γενιά αυτό το πράγμα, άλλαξαν και οι εποχές, και θα δούμε παρακάτω τι θα μας πει γι’ αυτό ο κύριος Υφαντής, τον οποίο προκαταβολικά ευχαριστώ.
Κύριε Υφαντή, έχετε και εσείς τον λόγο.
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου