Συνέχεια από: Σάββατο 4 Ιουλίου 2026
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ «ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ
Στὸν Πρωταγόρα, ὁ πλατωνικός Σωκράτης ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἀπόλαυση ταυτίζεται μὲ τὸ ἀγαθό. Στοὺς ὑπόλοιπους πλατωνικούς διαλόγους, ὅμως, ἡ ταύτιση αὐτὴ ἀπουσιάζει: μάλιστα σὲ καμμία περίπτωση ἡ ἀπόλαυση δὲν εἶναι τὸ ἀγαθό 29.
Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ἀπόλαυση καὶ ἀγαθὸ συμπίπτουν εἶναι ἕνας ἰσχυρισμὸς τὸν ὁποῖο περιέργως πολλοὶ ἑρμηνευτὲς ἐξέλαβαν κατὰ γράμμα. Στὴν πραγματικότητα, ἀποτελεῖ ἁπλῶς μέρος τοῦ εἰρωνικοῦ διαλεκτικοῦ ἐλεγκτικοῦ παιγνίου αὐτοῦ τοῦ διαλόγου. Ἔτσι, ὄχι μόνον ἔχει ἤδη μία αὐτόνομη ἀξία, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἐνεργεῖ ὡς σημεῖο ἐκκίνησης, ὡς μία κοινῶς ἀποδεκτὴ προϋπόθεση: ἔχει τὴν ἀξία μιᾶς ἀπόφανσης ποὺ θεωρεῖται ὡς ἀληθής, ἀλλὰ δὲν μᾶς «παραχωρεῖται» ὡς τέτοια. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Σωκράτης, ἀκολουθώντας μία μέθοδο ξένη πρὸς αὐτόν 30 καὶ προκειμένου νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀκροατὲς νὰ παραδεχθοῦν τὰ ἠθικὰ παράδοξά του, ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν πεποίθηση αὐτὴ ποὺ εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους καὶ τὴν ὁποία στὴν πραγματικότητα οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ (ὅτι τὸ καλὸ καὶ ἡ ἀπόλαυση εἶναι ταυτόσημα). Ὁρμώμενος, λοιπόν, ἀπὸ τὴν προϋπόθεση αὐτή, ἡ ὁποία βρίσκει τοὺς πάντες σύμφωνους, ἀποδεικνύει ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν εὐτυχία δὲν εἶναι ἡ ἀπόλαυση καθ' ἑαυτὴ ἀλλὰ ἡ συνετὴ ἐκτίμηση τῶν ἀπολαύσεων, τὸ σοφὸ μέτρο στὶς ἀπολαύσεις. Αὐτὸ καθιστὰ τὸν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ τὶς διακρίνει καὶ νὰ τὶς διανείμει σωστά 31.
Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθήκες, ἡ τέχνη τῆς ἐκτίμησης τῶν ἀπολαύσεων, ἡ ὁποία εἶτε συνιστὰ λογικὴ καὶ ἐπιστήμη εἴτε τὶς προϋποθέτει, ἀποδεικνύεται πράγματι κυρίαρχη καὶ σωτήρια. Συνεπώς, βάσει τῆς ἐλεγκτικῆς διαλεκτικῆς συνάγεται ὅτι, ἀκόμη καὶ ὅταν παρωθεῖται ἀπὸ τὸ κοινὸ ἔναυσμα ἡδονῆς, ἡ ἀρετή (ὡς ὕψιστη ἀνθρώπινη ἱκανότητα) εἶναι ἐπιστήμη.
Ἕνα κείμενο τοῦ Ξενοφώντος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ρητώς στὸ θέμα αὐτό, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ ἀπόψεως:
«Τὸ ἑξῆς δὲ, ὦ Εὐθύδημε, τὸ ἔλαβες ποτὲ ὑπ' ὄψιν;» «Ποῖον;» εἶπεν. «Ὅτι καὶ εἰς τὰς ἡδονάς, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύεται ὅτι μόνον ἡ ἀκρασία ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὴ μὲν δὲν ἡμπορεῖ νὰ ὁδηγῇ, ἡ δὲ ἐγκράτεια περισσότερον ἀπὸ ὅλα κάμνει τὸν ἄνθρωπον νὰ εὐχαριστῆται;» «Πῶς;» εἶπεν. «Ἐπειδὴ ἡ μὲν ἀκράτεια δὲν ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὑπομένουν οὔτε πεῖναν οὔτε δίψαν οὔτε τὴν ἐρωτικὴν ὁρμὴν οὔτε τὴν ἀγρυπνίαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων μόνον εἶναι δυνατὸν ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν εὐχαρίστως νὰ φάγουν καὶ νὰ πίουν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀφροδίσια, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ εὐχαρίστως νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ νὰ κοιμηθοῦν, ἀφοῦ περιμένουν καὶ συγκρατηθοῦν, ἕως ὅτου ὅλα αὐτὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιθυμητότερα, ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ αἰσθάνωνται ἡδονὴν ἀξίαν λόγου ἀπὸ τὰς ἀναγκαιοτάτας καὶ συνεχῶς ἐπανερχομένας ἀπολαύσεις των. Ἐπειδὴ δὲ μόνη ἡ ἐγκράτεια κάμνει νὰ ὑπομένωμεν τὰ ὅσα ἔχομεν εἰπεῖ, μόνη κάμνει καὶ νὰ αἰσθανώμεθα ἀπὸ αὐτὰ ἡδονὰς ἀξιομνημονεύτους». «Τελείως ἀληθινὰ πράγματα λέγεις», εἶπε. «Πρὸς τούτοις τὸ νὰ μάθῃ κανεὶς τίποτε καλὸν καὶ ὠφέλιμον καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ τὰ τοιαῦτα, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ τὸ ἰδικόν του σῶμα καλὰ νὰ διοικήσῃ καὶ τὴν περιουσίαν του καλὰ νὰ διαχειρισθῇ καὶ εἰς τοὺς φίλους νὰ γίνῃ ὠφέλιμος καὶ τοὺς ἐχθροὺς νὰ νικήσῃ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ὠφέλειαι, ἀλλὰ καὶ μέγισται ἡδοναὶ προκύπτουν, οἱ μὲν ἐγκρατεῖς ἀπολαύουν ὅλων αὐτῶν, πράττοντες αὐτά, οἱ δὲ ἀκρατεῖς μένουν ἔξω. Διότι εἰς ποῖον θὰ εἴπωμεν ὅτι ὀλιγώτερον ἁρμόζει νὰ μετέχῃ αὐτῶν τῶν ὠφελειῶν ἢ ἡδονῶν παρὰ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ καθόλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ κάμνῃ αὐτά, ἐπειδὴ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὸ ἐλάττωμα νὰ ζητῇ τὰς ἀμεσωτέρας ἀπολαύσεις;» Καὶ ὁ Εὐθύδημος· «Νομίζω, ὦ Σωκράτη», εἶπε, «πὼς ἰσχυρίζεσαι, ὅτι ἐν γένει καμμία ἀρετὴ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον τὸν ἄνδρα, ποὺ εἶναι κατώτερος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν» 32.
Τὸ μεῖζον σφάλμα ποὺ διέπραξαν ὅσοι στὸ πρόσωπο τοῦ Σωκράτους ἀνεγνώρισαν ἕναν ἡδονιστή, ἀποκαλύπτεται ἐὰν ἀνατρέξει κανεὶς στὴ θεωρία περὶ ψυχῆς καὶ στὴ νέα κλίμακα ἀξιῶν ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ψυχῆς.
Ὅπως γιὰ ὅλα τὰ ἀποκαλούμενα ἀγαθὰ τοῦ σώματος ἢ τὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθά, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν ἀπόλαυση, ὁ Σωκράτης δὲν ἰσχυρίζεται ὅτι ἀποτελεῖ καθ' ἑαυτὴ καλὸ ἢ κακό: ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χρήση· ἐὰν ἡ ἀπόλαυση ὑποτάσσεται στὴν πειθαρχία ποὺ προϋποθέτει ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ ἐπιστήμη, τότε εἶναι θετική. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ εὐτυχία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση.
Κάτι ἀνάλογο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ «ὠφέλιμο». Γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἀπὸ τὰ σωκρατικὰ κείμενα τοῦ Ξενοφῶντος σχηματίζει κανεὶς τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Σωκράτης ταυτίζει τὸ ἀγαθὸ μὲ τὸ ὠφέλιμο. Ἀκόμη καὶ ὁ Πλάτων, παρ' ὅτι σὲ μικρότερο βαθμό, φαίνεται νὰ ἀποδίδει στὸν Σωκράτη τὴν ταύτιση τοῦ ἀγαθοῦ μὲ τὸ ἐπωφελές, μὲ τὸ χρήσιμο. Ἔτσι ἐξηγεῖται, ἑπομένως, ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πολλοί ἐρευνητὲς ἐθεώρησαν ὠφελιμιστικὴ τὴν ἠθικὴ τοῦ Σωκράτους καὶ ἔδωσαν ποικίλες ἐρμηνεῖες τοῦ ὠφελιμισμοῦ αὐτοῦ.
Ἐκεῖνο, πάντως, ποὺ πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι ὅτι τὸ ὠφέλιμο στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Σωκράτης δὲν σχετίζεται ἐπ᾿ οὐδενὶ μὲ τὸ ὠφέλιμο ὑπὸ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὸ συναντοῦμε στὶς θεωρίες τοῦ σύγχρονου ὠφελιμισμοῦ. Ἀντιθέτως, τὸ ὠφέλιμο τοῦ Σωκράτους συμπίπτει μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἀγαθό 33.
Ἐὰν ἡ ἠθικὴ τοῦ Σωκράτους ἦταν ὄντως ὠφελιμιστικὴ μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀναπόφευκτα θὰ ὁδηγοῦσε στὸ συμπέρασμα ὅτι βάση τοῦ ἠθικοῦ βίου τοῦ Σωκράτους ὑπῆρξε ὁ ἐγωισμός. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν εἶναι ἔτσι: Γιὰ ἀκόμη μια φορὰ ἡ ἀντίληψη τῆς ψυχῆς μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια διακόπτει τὶς πολυάριθμες συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ ὠφέλιμο γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶ ὁ Σωκράτης εἶναι πάντοτε (ἢ κυρίως) τὸ ὠφέλιμο τῆς ψυχῆς· τὸ ὠφέλιμο τοῦ σώματος ἐνδιαφέρει τὸν Σωκράτη μόνον σὲ συνάρτηση μὲ τὸ ὠφέλιμο τῆς ψυχῆς.
Θὰ πρέπει ἀκόμη νὰ διευκρινίσουμε ὅτι, κατὰ τὸν Σωκράτη, θεμελιώδης παράμετρος τοῦ ὠφέλιμου εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ψυχῆς, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ γνώση.
Ἐν κατακλείδι, σὲ σχέση μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὠφελιμισμοῦ, ἡ ὁποία κατὰ κάποιον τρόπο συνυφαίνεται ἄμεσα μὲ τὸν ἐμπειρισμὸ καὶ τὸν θετικισμό, ἐὰν ὄχι καὶ μὲ τὸν ὑλισμό, ὁ σωκρατικὸς ὠφελιμισμός ἔχει διαφορετικὴ σημασία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μπορεῖ νὰ κατανοηθῇ ὀρθῶς μόνον σὲ συνάρτηση μὲ τὴ σωκρατικὴ ἀποκάλυψη τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου ὡς «ψυχῆς» 34.
Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ἀπόλαυση καὶ ἀγαθὸ συμπίπτουν εἶναι ἕνας ἰσχυρισμὸς τὸν ὁποῖο περιέργως πολλοὶ ἑρμηνευτὲς ἐξέλαβαν κατὰ γράμμα. Στὴν πραγματικότητα, ἀποτελεῖ ἁπλῶς μέρος τοῦ εἰρωνικοῦ διαλεκτικοῦ ἐλεγκτικοῦ παιγνίου αὐτοῦ τοῦ διαλόγου. Ἔτσι, ὄχι μόνον ἔχει ἤδη μία αὐτόνομη ἀξία, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἐνεργεῖ ὡς σημεῖο ἐκκίνησης, ὡς μία κοινῶς ἀποδεκτὴ προϋπόθεση: ἔχει τὴν ἀξία μιᾶς ἀπόφανσης ποὺ θεωρεῖται ὡς ἀληθής, ἀλλὰ δὲν μᾶς «παραχωρεῖται» ὡς τέτοια. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Σωκράτης, ἀκολουθώντας μία μέθοδο ξένη πρὸς αὐτόν 30 καὶ προκειμένου νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀκροατὲς νὰ παραδεχθοῦν τὰ ἠθικὰ παράδοξά του, ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν πεποίθηση αὐτὴ ποὺ εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους καὶ τὴν ὁποία στὴν πραγματικότητα οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ (ὅτι τὸ καλὸ καὶ ἡ ἀπόλαυση εἶναι ταυτόσημα). Ὁρμώμενος, λοιπόν, ἀπὸ τὴν προϋπόθεση αὐτή, ἡ ὁποία βρίσκει τοὺς πάντες σύμφωνους, ἀποδεικνύει ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν εὐτυχία δὲν εἶναι ἡ ἀπόλαυση καθ' ἑαυτὴ ἀλλὰ ἡ συνετὴ ἐκτίμηση τῶν ἀπολαύσεων, τὸ σοφὸ μέτρο στὶς ἀπολαύσεις. Αὐτὸ καθιστὰ τὸν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ τὶς διακρίνει καὶ νὰ τὶς διανείμει σωστά 31.
Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθήκες, ἡ τέχνη τῆς ἐκτίμησης τῶν ἀπολαύσεων, ἡ ὁποία εἶτε συνιστὰ λογικὴ καὶ ἐπιστήμη εἴτε τὶς προϋποθέτει, ἀποδεικνύεται πράγματι κυρίαρχη καὶ σωτήρια. Συνεπώς, βάσει τῆς ἐλεγκτικῆς διαλεκτικῆς συνάγεται ὅτι, ἀκόμη καὶ ὅταν παρωθεῖται ἀπὸ τὸ κοινὸ ἔναυσμα ἡδονῆς, ἡ ἀρετή (ὡς ὕψιστη ἀνθρώπινη ἱκανότητα) εἶναι ἐπιστήμη.
Ἕνα κείμενο τοῦ Ξενοφώντος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ρητώς στὸ θέμα αὐτό, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ ἀπόψεως:
«Τὸ ἑξῆς δὲ, ὦ Εὐθύδημε, τὸ ἔλαβες ποτὲ ὑπ' ὄψιν;» «Ποῖον;» εἶπεν. «Ὅτι καὶ εἰς τὰς ἡδονάς, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύεται ὅτι μόνον ἡ ἀκρασία ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὴ μὲν δὲν ἡμπορεῖ νὰ ὁδηγῇ, ἡ δὲ ἐγκράτεια περισσότερον ἀπὸ ὅλα κάμνει τὸν ἄνθρωπον νὰ εὐχαριστῆται;» «Πῶς;» εἶπεν. «Ἐπειδὴ ἡ μὲν ἀκράτεια δὲν ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὑπομένουν οὔτε πεῖναν οὔτε δίψαν οὔτε τὴν ἐρωτικὴν ὁρμὴν οὔτε τὴν ἀγρυπνίαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων μόνον εἶναι δυνατὸν ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν εὐχαρίστως νὰ φάγουν καὶ νὰ πίουν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀφροδίσια, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ εὐχαρίστως νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ νὰ κοιμηθοῦν, ἀφοῦ περιμένουν καὶ συγκρατηθοῦν, ἕως ὅτου ὅλα αὐτὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιθυμητότερα, ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ αἰσθάνωνται ἡδονὴν ἀξίαν λόγου ἀπὸ τὰς ἀναγκαιοτάτας καὶ συνεχῶς ἐπανερχομένας ἀπολαύσεις των. Ἐπειδὴ δὲ μόνη ἡ ἐγκράτεια κάμνει νὰ ὑπομένωμεν τὰ ὅσα ἔχομεν εἰπεῖ, μόνη κάμνει καὶ νὰ αἰσθανώμεθα ἀπὸ αὐτὰ ἡδονὰς ἀξιομνημονεύτους». «Τελείως ἀληθινὰ πράγματα λέγεις», εἶπε. «Πρὸς τούτοις τὸ νὰ μάθῃ κανεὶς τίποτε καλὸν καὶ ὠφέλιμον καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ τὰ τοιαῦτα, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ τὸ ἰδικόν του σῶμα καλὰ νὰ διοικήσῃ καὶ τὴν περιουσίαν του καλὰ νὰ διαχειρισθῇ καὶ εἰς τοὺς φίλους νὰ γίνῃ ὠφέλιμος καὶ τοὺς ἐχθροὺς νὰ νικήσῃ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ὠφέλειαι, ἀλλὰ καὶ μέγισται ἡδοναὶ προκύπτουν, οἱ μὲν ἐγκρατεῖς ἀπολαύουν ὅλων αὐτῶν, πράττοντες αὐτά, οἱ δὲ ἀκρατεῖς μένουν ἔξω. Διότι εἰς ποῖον θὰ εἴπωμεν ὅτι ὀλιγώτερον ἁρμόζει νὰ μετέχῃ αὐτῶν τῶν ὠφελειῶν ἢ ἡδονῶν παρὰ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ καθόλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ κάμνῃ αὐτά, ἐπειδὴ εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὸ ἐλάττωμα νὰ ζητῇ τὰς ἀμεσωτέρας ἀπολαύσεις;» Καὶ ὁ Εὐθύδημος· «Νομίζω, ὦ Σωκράτη», εἶπε, «πὼς ἰσχυρίζεσαι, ὅτι ἐν γένει καμμία ἀρετὴ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον τὸν ἄνδρα, ποὺ εἶναι κατώτερος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν» 32.
Τὸ μεῖζον σφάλμα ποὺ διέπραξαν ὅσοι στὸ πρόσωπο τοῦ Σωκράτους ἀνεγνώρισαν ἕναν ἡδονιστή, ἀποκαλύπτεται ἐὰν ἀνατρέξει κανεὶς στὴ θεωρία περὶ ψυχῆς καὶ στὴ νέα κλίμακα ἀξιῶν ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ψυχῆς.
Ὅπως γιὰ ὅλα τὰ ἀποκαλούμενα ἀγαθὰ τοῦ σώματος ἢ τὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθά, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν ἀπόλαυση, ὁ Σωκράτης δὲν ἰσχυρίζεται ὅτι ἀποτελεῖ καθ' ἑαυτὴ καλὸ ἢ κακό: ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χρήση· ἐὰν ἡ ἀπόλαυση ὑποτάσσεται στὴν πειθαρχία ποὺ προϋποθέτει ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ ἐπιστήμη, τότε εἶναι θετική. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ εὐτυχία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση.
Κάτι ἀνάλογο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ «ὠφέλιμο». Γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἀπὸ τὰ σωκρατικὰ κείμενα τοῦ Ξενοφῶντος σχηματίζει κανεὶς τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Σωκράτης ταυτίζει τὸ ἀγαθὸ μὲ τὸ ὠφέλιμο. Ἀκόμη καὶ ὁ Πλάτων, παρ' ὅτι σὲ μικρότερο βαθμό, φαίνεται νὰ ἀποδίδει στὸν Σωκράτη τὴν ταύτιση τοῦ ἀγαθοῦ μὲ τὸ ἐπωφελές, μὲ τὸ χρήσιμο. Ἔτσι ἐξηγεῖται, ἑπομένως, ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πολλοί ἐρευνητὲς ἐθεώρησαν ὠφελιμιστικὴ τὴν ἠθικὴ τοῦ Σωκράτους καὶ ἔδωσαν ποικίλες ἐρμηνεῖες τοῦ ὠφελιμισμοῦ αὐτοῦ.
Ἐκεῖνο, πάντως, ποὺ πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι ὅτι τὸ ὠφέλιμο στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Σωκράτης δὲν σχετίζεται ἐπ᾿ οὐδενὶ μὲ τὸ ὠφέλιμο ὑπὸ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὸ συναντοῦμε στὶς θεωρίες τοῦ σύγχρονου ὠφελιμισμοῦ. Ἀντιθέτως, τὸ ὠφέλιμο τοῦ Σωκράτους συμπίπτει μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἀγαθό 33.
Ἐὰν ἡ ἠθικὴ τοῦ Σωκράτους ἦταν ὄντως ὠφελιμιστικὴ μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀναπόφευκτα θὰ ὁδηγοῦσε στὸ συμπέρασμα ὅτι βάση τοῦ ἠθικοῦ βίου τοῦ Σωκράτους ὑπῆρξε ὁ ἐγωισμός. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν εἶναι ἔτσι: Γιὰ ἀκόμη μια φορὰ ἡ ἀντίληψη τῆς ψυχῆς μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια διακόπτει τὶς πολυάριθμες συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ ὠφέλιμο γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶ ὁ Σωκράτης εἶναι πάντοτε (ἢ κυρίως) τὸ ὠφέλιμο τῆς ψυχῆς· τὸ ὠφέλιμο τοῦ σώματος ἐνδιαφέρει τὸν Σωκράτη μόνον σὲ συνάρτηση μὲ τὸ ὠφέλιμο τῆς ψυχῆς.
Θὰ πρέπει ἀκόμη νὰ διευκρινίσουμε ὅτι, κατὰ τὸν Σωκράτη, θεμελιώδης παράμετρος τοῦ ὠφέλιμου εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ψυχῆς, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ γνώση.
Ἐν κατακλείδι, σὲ σχέση μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὠφελιμισμοῦ, ἡ ὁποία κατὰ κάποιον τρόπο συνυφαίνεται ἄμεσα μὲ τὸν ἐμπειρισμὸ καὶ τὸν θετικισμό, ἐὰν ὄχι καὶ μὲ τὸν ὑλισμό, ὁ σωκρατικὸς ὠφελιμισμός ἔχει διαφορετικὴ σημασία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μπορεῖ νὰ κατανοηθῇ ὀρθῶς μόνον σὲ συνάρτηση μὲ τὴ σωκρατικὴ ἀποκάλυψη τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου ὡς «ψυχῆς» 34.
29. Πβ. εἰσαγωγή στὸ PLATONE, Protagora, σσ. XXXVI. κ. ἑξ.
30. Πβ. Ἰδιαιτέρως κεφ. 6.
31. Πβ. εἰσαγωγή στὸ PLATONE, Protagora, σσ. LVII-LXII.
32. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Απομνημονεύματα, ΙV 5, 9.
33. Πβ. Γενικὰ στὸ Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος.
34. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖο-κλειδί ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τοὺς κατὰ τὰ λοιπά ἐξαιρετικούς στοχασμούς τοῦ Βλαστοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου