Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η σύνθεση σχολαστικής θεολογίας και υπαρξισμού στην τριαδολογία της δυτικής Χριστιανοσύνης: Karl Barth και Karl Rahner (6)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Η σύνθεση σχολαστικής θεολογίας και υπαρξισμού στην τριαδολογία της δυτικής Χριστιανοσύνης: Karl Barth και Karl Rahner

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΓ. ΣΙΣΚΟΥ
Πηγή: Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 88, 4 (2017)

3. Karl Rahner

3.5 Ἡ μετοχὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν ἀίδια ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος

Προχωρώντας τὴν ἑρμηνευτική του ἀνάλυση περαιτέρω ὁ Κ. Rahner, προκειμένου νὰ δείξει τὴν πραγματική παρουσία τῶν Θείων Ὑποστάσεων στη σχέση τους μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ σκοπὸ τὴν ἑρμηνευτικὴ ἐλαχιστοποίηση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς διδασκαλίας περὶ παρουσίας τῶν Θείων Ὑποστάσεων διαμέσου τῶν κτιστῶν σημείων-συμβόλων, κάνει λόγο γιὰ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀίδια ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος: “God relates to us in a threefold manner, and this threefold, free, and gratuitous relation to us is not merely a copy or an analogy of the inner Trinity, but this Trinity itself, albeit as freely and gratuitously communicated”67. [Μετάφραση: «Ο Θεός σχετίζεται μαζί μας κατά τριπλό τρόπο, και αυτή η τριπλή, ελεύθερη και χαρισματική σχέση Του προς εμάς δεν είναι απλώς αντίγραφο ή αναλογία της ενδοτριαδικής Τριάδας, αλλά είναι η ίδια η Τριάδα, μολονότι ως ελεύθερα και χαρισματικά κοινωνούμενη.»]

Γιὰ νὰ καταστήσει αὐτὴ τὴν ἑρμηνευτική σαφέστερη καὶ βασιζόμενος στὸ θεμελιώδες του ἑρμηνευτικὸ ἀξίωμα (ταύτιση αιδίου καὶ οἰκονομικῆς Ἁγίας Τριάδος), ταυτίζει τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῶν Θείων Ὑποστάσεων ἀιδίως μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν κτίση. Ἔτσι κατορθώνεται ἡ πραγματική κοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, διότι μὲ τὸν τρόπο που ὑπάρχουν τὰ Θεῖα Πρόσωπα κατὰ τὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὑπάρχουν καὶ σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ στὴ γλῶσσα τοῦ Κ. Rahner σημαίνει καὶ ὀνομάζεται μετοχὴ τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων στις Θεῖες Ὑποστάσεις καθ' αὐτές, κατὰ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῶν Θείων Προσώπων εἰς ἄλληλα: "the communication bestowed upon the creature in gratuitous grace can, if occurring in freedom, occur only in the intra-divine manner of the two communications of the divine essence by the Father to the Son and the Spirit. Any other kind of communication would be unable to communicate that which is here communicated, the divine persons, since these persons do not differ from their own way of communicating themselves"68. [Μετάφραση: «Η κοινωνία που παρέχεται στο κτίσμα μέσα στη δωρεάν χάρη μπορεί, εφόσον λαμβάνει χώρα ελεύθερα, να πραγματοποιείται μόνο κατά τον ενδοθεϊκό τρόπο των δύο κοινωνήσεων της θείας ουσίας από τον Πατέρα προς τον Υιό και το Πνεύμα. Κάθε άλλου είδους κοινωνία δεν θα μπορούσε να κοινωνήσει εκείνο που εδώ κοινωνείται, δηλαδή τα θεία πρόσωπα, αφού τα πρόσωπα αυτά δεν διαφέρουν από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κοινωνούν τον εαυτό τους.»] [ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΟΜΩΣ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΝ ΚΑΙ ΟΧΙΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΛΛΗΛΑΣΧΕΣΕΩΣ ΔΙΑΔΟΡΟΝ,ΕΚΑΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗΝ ΚΑΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΠΑΤΗΡ- ΥΙΟΣ- ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ]

3.6 Τὸ Εἶναι τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγάπη

Μὲ βάση τὶς παραπάνω προϋποθέσεις, ὁ Κ. Rahner ὁρίζει τὸν Τριαδικό Θεὸ ὡς ἀγάπη, ἡ ὁποία ὡς ἀίδια κοινωνία τῶν Θείων Προσώπων παρέχεται ἀκριβῶς ὡς τέτοια στοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὴ Θεία Οἰκονομία. Τὸ σχῆμα καὶ ἐδῶ εἶναι ἀπολύτως συνεπὲς μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς δυτικῆς θεολογικῆς παράδοσης. Ἐφόσον α) οὐσία καὶ ἐνέργειες στὸν Θεὸ ταυτίζονται καὶ β) αίδια καὶ οἰκονομικὴ Τριάδα ταυτίζονται, ἡ ἀγάπη ὡς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ στὴν κτίση κατοπτρίζει ἀπολύτως τὶς σχέσεις τῶν Θείων Προσώπων εἰς ἄλληλα: “we may now consider from the other direction the connection between immanent and economic Trinity. The one God communicates himself in absolute self-utterance and as absolute donation of love. Here is the absolute mystery revealed to us only by Christ: God's self-communication is truly a self-communication. He does not merely indirectly give his creature some share of himself by creating and giving us created and finite realities through his omnipotent efficient causality. In a quasi-formal causality he really and in the strictest sense of the word bestows himself”69. [Μετάφραση: «Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε από την αντίστροφη κατεύθυνση τη σύνδεση μεταξύ αΐδιας και οικονομικής Τριάδας. Ο ένας Θεός κοινωνεί τον εαυτό Του ως απόλυτη αυτοέκφραση και ως απόλυτη δωρεά αγάπης. Εδώ βρίσκεται το απόλυτο μυστήριο που μας αποκαλύφθηκε μόνο διά του Χριστού: η αυτοκοινωνία του Θεού είναι πράγματι αυτοκοινωνία. Ο Θεός δεν παρέχει απλώς έμμεσα στο κτίσμα Του κάποια μετοχή στον εαυτό Του, δημιουργώντας και δίνοντάς μας κτιστές και πεπερασμένες πραγματικότητες μέσω της παντοδύναμης ποιητικής αιτιότητάς Του. Αντιθέτως, με μια σχεδόν μορφική αιτιότητα, δωρίζει πραγματικά και με την αυστηρότερη σημασία της λέξης τον ίδιο Του τον εαυτό.»]

Ἐφαρμόζοντας μιὰ ἀνθρωπολογική, ὑπαρξιακὴ ἀνάλυση στὸν ὁρισμὸ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς ἀγάπης, ὁ Κ. Rahner κάνει λόγο γιὰ δύο βασικά χαρακτηριστικά της: α) ἡ ἀγάπη εἶναι ἐνέργεια ἑνὸς ἐλεύθερου Προσώπου συνδεδεμένη μὲ τὴ βούληση τοῦ τελευταίου καὶ ὄχι μία ἐσωτερικὴ ἀναγκαιότητα τῆς φύσης ἐν εἴδει ἀπορροῆς, β) ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μία ἁπλῆ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἡ μετάδοση ὁλόκληρου τοῦ ἑαυτοῦ, τοῦ προσώπου, στὸ ἄλλο ἀγαπώμενο πρόσωπο70. Μὲ βάση αὐτὰ τὰ δύο ἀνθρωπολογικά χαρακτηριστικά, ὁ Κ. Rahner προχωρεῖ στὴν ἀνάλυση τῆς ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς τὴν τέλεια ἐκχώρηση τῶν ὑποστάσεων τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μετάσχει τῶν Θείων Ὑποστάσεων, διότι ὁ Θεὸς Πατήρ ὡς ἀγάπη δίδει τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ στοὺς ἀνθρώπους διαμέσου τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια σημαίνει τὴ μετοχή στις Θεῖες Ὑποστάσεις. Παράλληλα, καθὼς ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴ δυτική παράδοση71, ἐκχώρηση τῆς Θείας Αγάπης συνεπάγεται μετοχὴ στὴν Ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: "That God is love, that he has received human beings to the most intimate communion with himself in love this has become manifest in the sending and incarnation, in the cross and glorification, of his only begotten Son... God has bestowed his very self upon us in Christ: 'our fellowship is with the Father and with his Son Jesus Christ'... and our fellowship is with the Holy Spirit... This fellowship of love is produced by the Pneuma of God, through whom God pours forth upon us his love for us and in this Spirit God's most intimate personal life is unfolded to us. For he is the Spirit who searches the "depths of God", which none knows and searches but the same Spirit of God and so leads us into the deepest intimacies of God's knowledge. So this Spirit of God, who is the realization in us of God's personal love and in whom God has unfolded to us his ultimate depths, is the Spirit of adoption, who gives us testimony of our adoption"72. [Μετάφραση: «Το ότι ο Θεός είναι αγάπη, το ότι δέχθηκε τους ανθρώπους στην πιο εσωτερική κοινωνία αγάπης με τον εαυτό Του, φανερώθηκε στην αποστολή και την ενανθρώπηση, στον σταυρό και τη δόξα του μονογενούς Υιού Του... Ο Θεός μάς δώρισε τον ίδιο Του τον εαυτό εν Χριστώ: “η κοινωνία μας είναι με τον Πατέρα και με τον Υιό Του Ιησού Χριστό”... και η κοινωνία μας είναι με το Άγιο Πνεύμα... Αυτή η κοινωνία αγάπης πραγματοποιείται από το Πνεύμα του Θεού, διά του οποίου ο Θεός εκχέει επάνω μας την αγάπη Του για εμάς· και μέσα σε αυτό το Πνεύμα αποκαλύπτεται σε εμάς η πιο εσωτερική προσωπική ζωή του Θεού. Διότι αυτό είναι το Πνεύμα που ερευνά τα “βάθη του Θεού”, τα οποία κανείς δεν γνωρίζει και δεν ερευνά παρά μόνο το ίδιο το Πνεύμα του Θεού, και έτσι μας οδηγεί στα βαθύτερα μυστήρια της γνώσης του Θεού. Επομένως, αυτό το Πνεύμα του Θεού, το οποίο είναι η πραγμάτωση μέσα μας της προσωπικής αγάπης του Θεού και μέσα στο οποίο ο Θεός μάς αποκάλυψε τα έσχατα βάθη Του, είναι το Πνεύμα της υιοθεσίας, το οποίο μαρτυρεί για την υιοθεσία μας.»]

Καταληκτικά, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παρατηρήσει ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ ἀπόπειρα τοῦ Κ. Rahner νὰ δώσει μιὰ ὑπαρξιακὴ ἑρμηνεία στὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ ἐπιτυχὴς στὸ πλαίσιο τῆς δυτικῆς θεολογικῆς παράδοσης73. Συνδέοντας τὸ πρόσωπο μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ συναφῶς μὲ τὴ θέληση καὶ τὴν ἐνέργεια ὡς ὑποστατικὲς καὶ συνδέοντας ἀντίθετα τὴ φύση μὲ τὴν ἀναγκαιότητα, κατορθώνει νὰ παραμερίσει τη σχολαστικὴ ἔννοια τοῦ Θεοῦ ὡς ens neccessarium, χωρὶς νὰ τὴν ἐξοβελίσει. Ἔτσι παραμένει πιστὸς στὴ ρωμαιοκαθολική παράδοση, συγχρονιζόμενος μὲ τὰ ὑπαρξιστικὰ φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς του. Σὲ αὐτὸ τὸ ἐγχείρημά του ὑπῆρχαν πρόσφορες συνθῆκες λόγῳ τῶν προϋποθέσεων τῆς σχολαστικῆς παράδοσης. Αφ' ἧς στιγμῆς, γιὰ τὴ σχολαστική παράδοση α) ή Οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι καθαρὴ ἐνέργεια (actus purus) καὶ β) ἐξαιτίας τοῦ actus purus ὑφίσταται μετοχὴ στὶς ἴδιες τὶς Θεῖες Ὑποστάσεις διαμέσου κτιστῶν σημείων-συμβόλων, ἡ ἑρμηνευτική μετάβαση στην ταύτιση τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν Θείων Ὑποστάσεων μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δὲν ἔβλαπτε τὰ σχολαστικά προαπαιτούμενα. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ καὶ γιὰ τὴν τοποθέτησή του περὶ ἀνθρωπίνης μετοχῆς στὶς Θεῖες Ὑποστάσεις καθ' αὑτές. Στὸ πλαίσιο τοῦ actus purus εἴτε γίνεται λόγος γιὰ μετοχὴ στὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἴτε στὰ Θεῖα Πρόσωπα δὲν ἀλλάζει κάτι. Τέλος, ἡ ἀναφορὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς θέλησης στὸ Πρόσωπο δὲν ἔβλαπτε τὴ Θεία Οὐσία ὡς ἀναγκαστικὰ ἀγαθή. Τουναντίον, λειτουργοῦσε συμπληρωματικὰ στὴν –ἀπεχθῆ γιὰ τὶς φιλοσοφικές προϋποθέσεις τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα– ἀναγκαιότητα τῆς θείας ἀγαθότητας ὡς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Πρόσωπο, Οὐσία, Θέληση, Ἐνέργεια στις σχολαστικές προϋποθέσεις περὶ Θεοῦ συγχωνεύονται κάτω ἀπὸ τὸ actus purus καὶ τὴν τέλεια ἁπλότητα τῆς Θείας Οὐσίας. Συνεπῶς, τὸ νὰ ἀναθέσει ὁ Κ. Rahner τὴ θέληση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἐλευθερία στὸ Πρόσωπο κατὰ τὰ φιλοσοφικὰ πρότυπα τῆς ἐποχῆς του δὲν ἔβλαπτε σὲ τίποτε τις σχολαστικές προϋποθέσεις τῆς ρωμαιοκαθολικῆς παράδοσης. Ἡ ἁρμονική συνύπαρξη ὑποστατικῆς ἐλευθερίας, θέλησης καὶ ἐνέργειας μὲ τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα τῆς θείας ἀγαθότητας φανερώνεται στην καταληκτήρια παράγραφο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγάπης: “'God is love' is not primarily, then, a statement, illuminating in itself, about the nature of God, but... an expression of the experienced fact that God has bestowed his own entire self on us. Certainly, insofar as God's free disposition in the 'fullness of time' of Christ is the unsurpassable communication of all that God is and can be by essence and freedom, it is also a communication of the divine nature. But this depends inseparably on the fact that God, as person, freely wished to love us; and in the knowledge of this truth the entire reality of Christianity is contained (οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μας)”74. [Μετάφραση: «Το “ο Θεός είναι αγάπη” δεν αποτελεί λοιπόν πρωτίστως μια δήλωση, φωτιστική καθ’ εαυτήν, για τη φύση του Θεού, αλλά έκφραση του εμπειρικού γεγονότος ότι ο Θεός μάς δώρισε ολόκληρο τον ίδιο Του τον εαυτό. Βεβαίως, στον βαθμό που η ελεύθερη διάθεση του Θεού στο “πλήρωμα του χρόνου” του Χριστού αποτελεί την ανυπέρβλητη κοινωνία όλων όσων ο Θεός είναι και μπορεί να είναι κατά την ουσία και την ελευθερία Του, αποτελεί επίσης κοινωνία της θείας φύσεως. Αυτό όμως εξαρτάται αδιάσπαστα από το γεγονός ότι ο Θεός, ως πρόσωπο, θέλησε ελεύθερα να μας αγαπήσει· και στη γνώση αυτής της αλήθειας περιέχεται ολόκληρη η πραγματικότητα του χριστιανισμού.»] [ΑΠΛΩΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΙΔΡΥΕΤΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΑΡΚΑ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.]

ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΑ Η ΕΩΣΦΟΡΙΚΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΘΕΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΤΤΕΥΕΙ ΚΑΘΕ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ.

Σημειώσεις


67. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 35. Στὴν ἴδια ἀκριβῶς γραμμὴ ὁ KASPER, W., The God Of Jesus Christ, Transl: M. J. O' Connell, Crossroad Publishing: New York 1988, σελ. 227, γράφει: "taking seriously what the New Testament says about the indwelling of the Holy Spirit and in speaking not only of an indwelling of God that is simply appropriated to the Holy Spirit but rather of a personal (hypostatic) indwelling, I also differ from Neo-scholasticism in its understanding of grace as a created reality distinct from God... Therefore uncreated grace, or the indwelling of the Holy Spirit, requires created grace to prepare the way for it, just as it also has created grace for a consequence. It is impossible, therefore, to conceive the self-communication of God in the Holy Spirit apart from the manifold gifts of the Holy Spirit that are distinct from God and therefore created". [Μετάφραση: «Λαμβάνοντας σοβαρά όσα λέει η Καινή Διαθήκη για την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος και μιλώντας όχι μόνο για μια ενοίκηση του Θεού που απλώς αποδίδεται κατά ιδιοποίηση στο Άγιο Πνεύμα, αλλά μάλλον για μια προσωπική, δηλαδή υποστατική, ενοίκηση, διαφοροποιούμαι επίσης από τη νεοσχολαστική αντίληψη της χάριτος ως κτιστής πραγματικότητας διακριτής από τον Θεό... Επομένως, η άκτιστη χάρη, ή η ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος, απαιτεί την κτιστή χάρη για να προετοιμάσει την οδό προς αυτήν, όπως επίσης έχει ως συνέπειά της την κτιστή χάρη. Είναι, συνεπώς, αδύνατο να νοηθεί η αυτοκοινωνία του Θεού εν Αγίω Πνεύματι ανεξάρτητα από τα πολλαπλά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία είναι διακριτά από τον Θεό και γι’ αυτό κτιστά.»]
Ἡ ἀπόπειρα τοῦ W. Kasper νὰ μιλήσει γιὰ ἄκτιστη ἐνέργεια, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν ἴδια τὴν Ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ὑπερβαίνει τὶς προϋποθέσεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας. Τὰ κτιστὰ δῶρα τῆς χάριτος προσπαθοῦν ἁπλῶς νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄκτιστη χάρη.
68. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 36.
69. RAHNER, K., The Trinity, μνημ. ἔργ., σελ. 36.
70. RAHNER, K., The content of faith: the best of Karl Rahner's theological writings, μνημ. ἔργ., σελ. 255: "Love is not the emanation of a nature but the free bestowal of a person, who possesses himself, who can therefore refuse himself, whose surrender therefore is always a wonder and a grace. And love in the fully personal sense is not just any relationship between two persons who meet in some third thing, whether this 'third thing' is a task, a truth, or anything else: it is the ceding and the unfolding of one's inmost self to and for the other in love". [Μετάφραση: «Η αγάπη δεν είναι απορροή μιας φύσης, αλλά η ελεύθερη δωρεά ενός προσώπου, το οποίο κατέχει τον εαυτό του και επομένως μπορεί και να τον αρνηθεί· γι’ αυτό η παράδοσή του είναι πάντοτε θαύμα και χάρη. Και η αγάπη, με την πλήρως προσωπική έννοια, δεν είναι απλώς οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα που συναντώνται σε κάποιο τρίτο πράγμα, είτε αυτό το “τρίτο πράγμα” είναι ένα έργο, μια αλήθεια ή οτιδήποτε άλλο· είναι η εκχώρηση και το άνοιγμα του πιο εσωτερικού εαυτού του ενός προς και υπέρ του άλλου μέσα στην αγάπη.»]
71. OTT, L., Fundamentals of Catholic Dogma, μνημ. ἔργ., σελ. 66: "As the personal name of a Divine Person, the name Pneuma indicates that the Holy Ghost, through an activity of the Divine Will, proceeds as the Spiritual Principle of Divine Activity (per modum voluntatis)... The appropriation of the works of love to the Holy Ghost has its basis in the personal character and ultimately in the origin of the Holy Ghost. It is, therefore, to be inferred that the Holy Ghost 'proceeds' by an act of love (per modum amoris). For this reason the Fathers call the Holy Ghost 'Love' (amor, cantas, dilectio, vinculum amoris, osculum amoris). The 11th Council of Toledo (675) declared: (Spiritus Sanctus) simul ab utrisque processisse monstratur, quia caritas sive sanctitas amborum esse cognoscitur. (that the Holy Ghost proceeds from both is seen by this that He is known as the love or sanctity of both)D 277... As a gift is the expression of love, so also this personal name of the Holy Ghost indicates His origin per modum amoris, and points to the fact that the Holy Ghost is the mutual love-gift of the Father and of the Son". [Μετάφραση: «Ως προσωπικό όνομα ενός θείου Προσώπου, το όνομα Πνεύμα δηλώνει ότι το Άγιο Πνεύμα, μέσω μιας ενέργειας της θείας βούλησης, εκπορεύεται ως η πνευματική αρχή της θείας ενέργειας (per modum voluntatis)... Η ιδιοποίηση των έργων της αγάπης στο Άγιο Πνεύμα έχει τη βάση της στον προσωπικό χαρακτήρα και τελικά στην προέλευση του Αγίου Πνεύματος. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι το Άγιο Πνεύμα “εκπορεύεται” με πράξη αγάπης (per modum amoris). Για τον λόγο αυτό οι Πατέρες αποκαλούν το Άγιο Πνεύμα “Αγάπη” (amor, caritas, dilectio, vinculum amoris, osculum amoris). Η ΙΑ΄ Σύνοδος του Τολέδου το 675 διακήρυξε: “Το Άγιο Πνεύμα φαίνεται ότι εκπορεύεται συγχρόνως και από τους δύο, διότι γνωρίζεται ως η αγάπη ή η αγιότητα και των δύο”. Όπως το δώρο είναι έκφραση της αγάπης, έτσι και αυτό το προσωπικό όνομα του Αγίου Πνεύματος δηλώνει την προέλευσή Του per modum amoris και δείχνει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι το αμοιβαίο δώρο αγάπης του Πατέρα και του Υιού.»]
Γιὰ τὴν ταύτιση στὶς ἀίδιες καὶ οἰκονομικές προόδους τῶν Θείων Ὑποστάσεων καὶ τὴ με-τοχὴ σ' αὐτὲς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο στὴ δυτική παράδοση πρβλ. καὶ CONGAR, Y. M.-J., The Mystery of the Temple or The Manner of God's Presence to His Creatures from Genesis to the Apocalypse, The Newman Press: Westminster Maryland 1962, σελ. 286: "theology recognizes that it is legitimate and profitable to appropriate some essential attribute or an ad extra act to one Person, not in order to exclude the others, but because there is some similarity between the attribute or act and the Personal character, and hence something in the attribute or act which may suggest to us the special characteristic of each Person". [Μετάφραση: «Η θεολογία αναγνωρίζει ότι είναι θεμιτό και ωφέλιμο να αποδίδεται κατά ιδιοποίηση κάποιο ουσιώδες ιδίωμα ή κάποια ad extra ενέργεια σε ένα Πρόσωπο, όχι για να αποκλειστούν τα άλλα, αλλά επειδή υπάρχει κάποια ομοιότητα ανάμεσα στο ιδίωμα ή την ενέργεια και στον προσωπικό χαρακτήρα, και επομένως υπάρχει κάτι στο ιδίωμα ή την ενέργεια που μπορεί να μας υποβάλει το ιδιαίτερο γνώρισμα κάθε Προσώπου.»]
72. RAHNER, K., The content of faith: the best of Karl Rahner's theological writings, μνημ. ἔργ., σελ. 255-256.
73. Γιὰ μιὰ ἐπισκόπηση τῆς δυτικῆς χριστιανικῆς κριτικῆς στὸ ἔργο του, βλ. COFFEY, D., "Trinity", MARMION, D., HINES, M.E. (ed.), The Cambridge Companion to Karl Rahner, Cambridge University Press 2005, σσ. 108-110. TORRANCE, A. J., Persons in Communion: An Essay on Trinitarian Description and Human Participation with special reference to Volume One of Karl Barth's Church Dogmatics, μνημ. ἔργ., σσ. 274-280.
74. RAHNER, K., The content of faith: the best of Karl Rahner's theological writings, μνημ. ἔργ., σελ. 256.

Δεν υπάρχουν σχόλια: